Α σ τ υ ν ο μ ί α ν. Κ & Μ (FAMAGUSTA) Developers and Constructions Ltd (υπό εκκαθάριση, μέσω του κ. Κύπρου Ανδρέου ως εκκαθαριστή της σύμφωνα με διάταγμα του Ε.Δ. Αμμοχώστου ημερομηνίας 5.02.2014) κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 1890/10, 13/8/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2014:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ ΣΤΟ ΠΑΡΑΛΙΜΝΙ και στη ΛΑΡΝΑΚΑ) Ενώπιον: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1890/10 Α σ τ υ ν ο μ ί α -ν-
- Κ & Μ (FAMAGUSTA) Developers and Constructions Ltd (υπό εκκαθάριση, μέσω του κ. Κύπρου Ανδρέου ως εκκαθαριστή της σύμφωνα με διάταγμα του Ε.Δ. Αμμοχώστου ημερομηνίας 5.02.2014)
- Κύπρος Κυπριανού Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 13.08.2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Α. Χατζημιχαήλ Για την κατηγορούμενη 1: κα Α. Κάκου (καμιά εμφάνιση κατά την εκφώνηση της απόφασης) Ο κατηγορούμενος 2 παρών o οποίος δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο Α Π Ο Φ Α Σ Η ΟΙ ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ: Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν από κοινού συνολικά 30 κατηγορίες και αφορούν τη διάπραξη διαφόρων κατά βάση οικονομικής φύσεως αδικημάτων, όπως αυτά προνοούνται στη ποινική μας νομοθεσία. Οι κατηγορίες αφορούν πέντε διαφορετικά αδικήματα. Πρόκειται για τα αδικήματα: (Α) των δόλιων συναλλαγών σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλο (κατηγορίες 1 και 5) κατά παράβαση των άρθρων 20 και 303 Α
(1)
(2)(γ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (Β) της εξασφάλισης εκτέλεσης αξιόγραφου με ψευδείς παραστάσεις (κατηγορίες 2,6,9,12,15,18,21,24 και 29) κατά παράβαση των άρθρων 20, 297 και 299 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (Γ) της πλαστογραφίας εγγράφου (κατηγορίες 3,7,10,13,16,19,22,25 και 27) κατά παράβαση των άρθρων 20,331,333 και 336 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και Νόμος 166/87, (Δ) της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (κατηγορίες 4,8,11,14,17,20,23,26 και 28) κατά παράβαση των άρθρων 20, 331,333,336 και 339 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και Νόμος 166/87 και τέλος (Ε) το αδίκημα της κλοπής υπό αντιπροσώπου (κατηγορία 30) κατά παράβαση των άρθρων 20,255 και 270 (β) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και Νόμος 166/87. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες μιας εκάστης των κατηγοριών οι κατηγορούμενοι κατηγορούνται ότι τα διέπραξαν το χρονικό διάστημα μεταξύ των ημερομηνιών 6.03.2006 που είναι η πρώτη ημερομηνία όπου τους αποδίδεται το πρώτο κατά σειρά αδίκημα μέχρι και την 18.08.2009 που τους αποδίδεται το τελευταίο αδίκημα. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ : Παρόλο ότι δεν απαιτείται σύμφωνα με την νομολογία μας η επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας των μαρτύρων και αναφορά σε κάθε επί μέρους πτυχή της, εντούτοις για να γίνει κατανοητή η υπόθεση ενόψει της ύπαρξης τριών «παραπονούμενων» προσώπων και της αναπόφευκτης ανάμιξης της μαρτυρίας που δόθηκε είτε από την Κατηγορούσα Αρχή είτε από τον κατηγορούμενο 2, η παράθεση της μαρτυρίας που θα ακολουθήσει θα καταλάβει κάποια έκταση στο σύνολο της απόφασης μου, έτσι ώστε να γίνουν κατανοητά και επί μέρους σημεία των γεγονότων που την χαρακτηρίζουν. Για την πιο πάνω αντίκριση του τρόπου παράθεσης της μαρτυρίας στο κείμενο μιας απόφασης (βλ. G. & Κ. Exclusive Fashions Ltd v. Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1 (Α) Α.Α.Δ. 88 σελ. 92 και Paphos Stone C Estates v. Ζαβρού κ.ά.
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1854,1859). Για την Κατηγορούσα Αρχή κατέθεσαν διά ζώσης δεκατέσσερις
(14)μάρτυρες (Μ.Κ.) και κατά τη παράθεση της μαρτυρίας έγινε επίσης δήλωση διαφόρων παραδεκτών γεγονότων. Όταν κλήθηκαν σε απολογία οι κατηγορούμενοι για μεν την κατηγορούμενη 1 δηλώθηκε ότι θα τηρούσε το δικαίωμα της σιωπής ο δε κατηγορούμενος 2 επέλεξε όπως δώσει ενόρκως μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου και κάλεσε ακόμη οκτώ
(8)μάρτυρες για την Υπεράσπιση του (Μ.Υ.). Κατατέθηκαν κατά τη διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας συνολικά 113 έγγραφα ως τεκμήρια, πλείστα από τα οποία συνοδευόμενα από άλλα συνημμένα έγγραφα ή κατατίθεντο ως ένα τεκμήριο σύνολον εγγράφων ανάλογα με τον σκοπό που ήθελαν να εξυπηρετήσουν αυτά κατά την παράθεση της μαρτυρίας. Στη συνέχεια, θα προβώ σε μια γενική ανασκόπηση της μαρτυρίας του καθενός από τους μάρτυρες και του μαρτυρικού υλικού γενικότερα που τέθηκε ενώπιον μου και όπου χρειαστεί, θα γίνει εκτενέστερη αναφορά και ανάλυση της στα κεφάλαια της αξιολόγησης της μαρτυρίας, των ευρημάτων και συμπερασμάτων μου. Ο Λοχ. 837 Γεώργιος Χρυσάνθου (Μ.Κ.1), υπηρετεί στο εργαστήριο γραφολογίας του Αρχηγείου της Αστυνομίας. Δηλώθηκε από την Υπεράσπιση ότι δεν αμφισβητείται η εμπειρογνωμοσύνη του ως γραφολόγος. Η μαρτυρία του σχετίζεται με τα αδικήματα της πλαστογραφίας διαφόρων εγγράφων. Οι εκθέσεις του για τη διερεύνηση διαφόρων υπογραφών επί των εγγράφων αυτών, οι οποίες αφορούσαν τους κ.κ. Κώστα Τσαγγαρίδη (στη συνέχεια Τσαγγαρίδης) και Ανδρέα Αζά (στη συνέχεια Αζάς), κατατέθηκαν ως τεκμ. 1 και 2 και το περιεχόμενο τους το υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατάθεσε διάφορα έγγραφα και διάφορους συγκριτικούς πίνακες, τόσο γνησίων υπογραφών όσο και δειγμάτων υπογραφών (τεκμ. 3 - 18), και εξήγησε πως κατέληξε στα συμπεράσματα του μετά από μελέτη τους. Με αναφορά στα δείγματα υπογραφών και συγκριτικούς πίνακες (τεκμ. 6 και 18) είναι η άποψη του ότι επί των διαφόρων εγγράφων οι φερόμενες υπογραφές των Τσαγγαρίδη και Αζά φαίνεται ότι πλαστογραφήθηκαν και δεν ήταν δικές τους. Συγκεκριμένα το έγγραφο - τεκμ. 3, το οποίο φέρει ημερομηνία 10.08.2008 με το οποίο φέρεται ο Τσαγγαρίδης να ακυρώνει και να αποσύρει από το κτηματολόγιο το πωλητήριο έγγραφο ενός διαμερίσματος, στο συγκρότημα διαμερισμάτων Famagusta Gardens 24, αρ. διαμερίσματος 104 (Δ.4), 2 υπνοδωματίων στον 1ον όροφο επί των τεμαχίων 144 & 155, Φ/Σχ. 2-288-379 Αρ. Εγγραφής Τίτλου 0/14527 & 0/14528 χωρίον Παραλίμνι - Αμμοχώστου, η υπογραφή δεν είναι δική του. Έγινε σύγκριση της υπογραφής που φέρει αυτό το έγγραφο με τα δείγματα των δέκα υπογραφών του ίδιου του Τσαγγαρίδη, όπως φαίνονται στο τεκμ. 4, οι οποίες λήφθηκαν από αυτόν στο Τ.Α.Ε. Αμμοχώστου στις 26.08.09 όπως και με αυτές που του λήφθηκαν στις 9.11.09 (τεκμ. 5), και βρήκε ότι μεταξύ τους παρουσιάζουν διαφορές στα γραφολογικά γνωρίσματα τους καθώς και στις μικρολεπτομέρειες της γραφής και έτσι αποφάνθηκε ότι δεν πρόκειται για γνήσια υπογραφή αλλά για προσπάθεια απομίμησης ή αντιγραφής από πρόσωπο που γνώριζε ή είχε στην κατοχή του γνήσια υπογραφή του Τσαγγαρίδη. Αυτό κάνει, κατά την άποψη του, αδύνατη την εκφορά εκ μέρους του γνώμης ως προς τον καθορισμό του προσώπου που υπέγραψε. Σε σχέση δε με τις υπογραφές του Αζά, εξήγησε ότι η σύγκριση των φερόμενων ως υπογραφών του επί των πωλητηρίων εγγράφων (τεκμ. 7-13 και 16) σε σύγκριση τους με τα δείγματα υπογραφών του (τεκμ. 14) και με τα δείγματα των υπογραφών του στα πωλητήρια έγγραφα του τεκμ. 15 και του γραφικού χαρακτήρα του κ. Κύπρου Κυπριανού - κατηγορούμενου 2 (στη συνέχεια Κυπριανού) (τεκμ. 17), λαμβάνοντας υπόψη τις αμφισβητούμενες υπογραφές στα πωλητήρια έγγραφα (Σημ. 1,3 - 7 και 10), οι οποίες είναι γραμμένες ολογράφως και προβαίνοντας σε σύγκριση τόσο με τα αντίστοιχα δείγματα γραφής και υπογραφής που αποδίδονται στον Αζά (Σημ. 8.1-8.12) όσο και με τις υπογραφές δείγματα (Σημ. 9.1 - 9.7), και εξετάζοντας πάντοτε τις διαφορές που επεσήμανε σε αυτές, κατέληξε ότι παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους και κατά τη γνώμη του δεν πρόκειται για γνήσιες υπογραφές του Αζά. Σύγκριση δε των πιο πάνω αμφισβητούμενων υπογραφών με τα δείγματα γραφής και υπογραφής που αποδίδονται στον Κυπριανού (Σημ. 11.1 - 11.10), παρουσιάζουν τέτοιες ομοιότητες μεταξύ τους που του δημιούργησαν την ισχυρή πεποίθηση ότι οι πιο πάνω αμφισβητούμενες υπογραφές (Σημ. 1,3 - 7 και 10), έγιναν από αυτόν. Σε σχέση με την αμφισβητούμενη υπογραφή στο πωλητήριο έγγραφο (Σημ. 2), ανέφερε ότι είναι ποσοτικά περιορισμένη γραφική παράσταση, χωρίς ιδιαίτερη τεχνική, η οποία δεν περιέχει ευδιάκριτα γράμματα του αλφαβήτου που να μπορούν να διαβαστούν. Εξήγησε ότι η έλλειψη γραμμάτων και τεχνικής στην αμφισβητούμενη υπογραφή, κάνει αδύνατον τον καθορισμό του προσώπου που υπέγραψε. Παρόλο τούτο, η μορφή και ο τρόπος σχηματισμού της πιο πάνω αμφισβητούμενης υπογραφής διαφέρουν από τη μορφή και τον τρόπο σχηματισμού τόσο των δειγμάτων υπογραφής που αποδίδονται στον Αζά (Σημ. 8.1-8,12), όσο και με τις υπογραφές δείγματα (Σημ. 9.1 - 9.7). Προς επίρρωση των συμπερασμάτων του, κατάθεσε συγκριτικό πίνακα υπογραφών με τις αμφισβητούμενες υπογραφές και τα δείγματα, επισημαίνοντας τις διαφορές τους (τεκμ. 18). Σημειώνεται ότι η αντεξέταση του μάρτυρα εστιάστηκε κυρίως στο κατά πόσο τέθηκε υπόψη του η θέση των αντισυμβαλλομένων και υπογραψάντων τα έγγραφα, τα οποία φέρονται ότι υπογράφηκαν από τον Αζά ο οποίος υποστηρίζει ότι πλαστογραφήθηκαν οι υπογραφές του. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι αυτά τα ζητήματα αφορούσαν τον ανακριτή της υπόθεσης και δεν του είχαν δοθεί εξηγήσεις ούτε για εκείνο που φαίνεται ότι υπογράφτηκε ενώπιον πιστοποιούντος υπαλλήλου, το τεκμ. 3, το οποίο αφορά τον Τσαγγαρίδη, ή τα οποία φέρουν σφραγίδα του κτηματολογίου, λέγοντας ότι δεν ενδιέφεραν και δεν επιδρούν σε κάθε περίπτωση τέτοια ζητήματα στην εργασία του. Ο Λοχ. 1609 Πανίκκος Δρουσιώτης του Τ.Α.Ε. Αμμοχώστου (Μ.Κ.2), υιοθέτησε την κατάθεση του η οποία σημειώθηκε ως τεκμ.
- Σε αυτή αναφέρει ότι ήταν ο διακινητής των εγγράφων - πωλητηρίων διαμερισμάτων στο συγκρότημα Famagusta Gardens 12 και δειγμάτων υπογραφής και μονογραφής του κατηγορούμενου 2, τα οποία μεταφέρθηκαν από άλλο συνάδελφο του στον κλάδο γραφολογίας για εξέταση. Ήταν αυτός που είχε συλλάβει τον κατηγορούμενο 2 στις 19.01.2010 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης, ο οποίος όταν του επέστησε την προσοχή στο νόμο απάντησε ότι: «Δεν έχω να πω τίποτε». Την επόμενη ημέρα, στις 20.01.2010, ο κατηγορούμενος 2 προέβη σε θεληματική κατάθεση και παραδοχή της διάπραξης των αδικημάτων που διερευνούσε (τεκμ. 20), και ακολούθως τον κατηγόρησε γραπτώς (τεκμ. 21). Ο μάρτυς κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι η παραδοχή του κατηγορούμενου 2 εκπηγάζει - προέρχεται από το περιεχόμενο της κατάθεσης του ( τεκμ. 20). Ο Αστ. 2686 Γεώργιος Καούλλας (Μ.Κ.3), του Τ.Α.Ε. Αμμοχώστου, υιοθέτησε το περιεχόμενο των καταθέσεων του οι οποίες σημειώθηκαν ως τεκμ. 22 και
- Στην κατάθεση του (τεκμ. 22), αναφέρει ότι ο Τσαγγαρίδης στις 26.08.2009 του κατάγγειλε ότι άγνωστο του πρόσωπο από την εταιρεία K & M (Famagusta) Developers and Constructions Ltd - κατηγορούμενης 1 (στη συνέχεια Famagusta), με έγγραφο, το οποίο δεν υπέγραψε ο ίδιος, το οποίο κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου - το οποίο ο μάρτυς αργότερα παρέλαβε από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου και του το παρέδωσε και το οποίο αφού αναγνώρισε το κατάθεσε και σημειώθηκε ως το τεκμ. 3 - έγινε ακύρωση εκ μέρους του ενός πωλητηρίου εγγράφου το οποίο είχε κατατεθεί στο κτηματολόγιο για την αγορά από αυτόν ενός διαμερίσματος με αριθμό 104 (Δ.4) επί των τεμαχίων 144 & 145 Φ/Σχ. 2-288-379 Αρ. Εγγραφής 0/14527 & 0/14528 στο χωριό Παραλίμνι, το οποίο είχε αγοράσει έναντι χρηματικού ποσού €93.973,08σ. Είχε πάρει από τον Τσαγγαρίδη αρχικά δέκα δείγματα του γραφικού του χαρακτήρα (τεκμ. 4), αργότερα δε παρέλαβε άλλα τέσσερα δείγματα προγενέστερων υπογραφών του (τεκμ.5), τα οποία μαζί με το πιο πάνω έγγραφο που παρέλαβε από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου τα προώθησε στον Κλάδο Γραφολογίας του Αρχηγείου της Αστυνομίας για να γίνουν γραφολογικές εξετάσεις. Ήταν αυτός που είχε παραλάβει διάφορες επιταγές, οι οποίες σημειώθηκαν ως τεκμ. 24 (α) και (β), 25 και 26 και διάφορες αποδείξεις της Famagusta τις οποίες κατάθεσε ως τεκμ. 27 (α-δ). Στην κατάθεση του (τεκμ. 23), αναφέρει ότι στις 12.12.2009 ο κ. Γιάννος Σωκράτους (στη συνέχεια ο Σωκράτους), τού κατάγγειλε ότι κατά τον μήνα Μάιο του έτους 2008 εξαπατήθηκε από τον Κυπριανού της εταιρείας Famagusta και του έδωσε το ποσό των €216,990,00 για την αγορά μιας κατοικίας που στη συνέχεια διαπίστωσε ότι δεν ανήκε στην εν λόγω εταιρεία αλλά σε άλλο πρόσωπο. Κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης είχε παραλάβει από τον κ. Χάρη Σωκράτους, υπάλληλο στο κατάστημα της Δευτεράς της Λαϊκής Τράπεζας δύο επιταγές (τεκμ. 24 (α) και (β), από τον κ. Ανδρέα Σωφρονίου της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πίστεως Κλήρου την επιταγή (τεκμ. 25), και από την κα Έλενα Λαμπάσκη της Συνεργατικής Τράπεζας (Σ.Τ.Ε.Λ.Μ.Ε.Κ.), την επιταγή (τεκμ. 26), όλες οι επιταγές σχετίζονταν με την καταγγελία του Σωκράτους. Ως τεκμ. 27 (α-δ), κατάθεσε τέσσερεις αποδείξεις εισπράξεως της εταιρείας Famagusta τις οποίες του παρέδωσε ο Σωκράτους. Ως τεκμ. 28 και 29 κατάθεσε δύο αντίγραφα συμφωνιών σχετιζόμενες με το ζεύγος Σωκράτους. Κατάθεσε τέλος ως τεκμ. 30 (α - δ), πιστοποιητικά που εξασφαλίστηκαν από τον Έφορο Εταιρειών τα οποία αφορούν την Famagusta. Πρόκειται για τα πιστοποιητικά αλλαγής του ονόματος της εταιρείας, της διεύθυνσης του εγγεγραμμένου της γραφείου, του διευθυντή και γραμματέα και μετόχων με ημερομηνία 29.01.
- Η αντεξέταση του μάρτυρος αφορούσε κυρίως την ενημέρωση εκ μέρους του των παραπονούμενων προσώπων για την εξέλιξη του ανακριτικού έργου και αργότερα τα περί της συλλήψεως του Κυπριανού. Ανάφερε ότι πράγματι τους ενημέρωνε κατά διαστήματα. Αγνοούσε δε αν είχαν έρθει σε οποιανδήποτε συμφωνία αυτά τα πρόσωπα με τους κατηγορούμενους μετά τη σύλληψη του Κυπριανού. Γνώριζε ότι έγιναν αλλαγές στην εταιρεία Famagusta χωρίς όμως να γνωρίζει ακριβώς ποιες και πότε είχαν γίνει. Ο κ. Ανδρέας Αζάς (Μ.Κ.4), από τη Λεμεσό, ανέφερε στη μαρτυρία του ότι γνώρισε τον Κυπριανού ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους της Famagusta μέσω αναγγελιών της τελευταίας σε εφημερίδες ότι ενδιαφερόταν για αγορά οικοπέδων. Είχε αποφασίσει να πωλήσει δύο όμορα ιδιόκτητα οικόπεδα του στο Παραλίμνι. Συναντήθηκε με τον Κυπριανού ο οποίος του έδωσε την εντύπωση ότι η εταιρεία Famagusta ήταν δική του. Στη συζήτηση που είχαν, τού πρότεινε και αυτός αποδέχθηκε την αντιπαροχή των οικοπέδων του. Στη συνέχεια σύναψαν συμφωνία αντιπαροχής με την Famagusta για την παραχώρηση των δύο οικοπέδων του έναντι συμφωνηθείσας αντιπαροχής ποσοστού 20% των διαμερισμάτων και ή των κατοικιών που θα αναγείρονταν από την Famagusta. Κατάγγειλε ότι είχε πλαστογραφηθεί η υπογραφή του και πωλήθηκαν σε τρίτους δύο διαμερίσματα στο κτιριακό συγκρότημα που θα ανεγειρόταν στα οικόπεδα του τα οποία με βάση τη συμφωνία τού είχαν παραχωρηθεί. Οι καταθέσεις που είχε δώσει στην αστυνομία την 1.12.2009 και την 13.01.2010 σημειώθηκαν αντίστοιχα ως τεκμ. 31 και 32, το περιεχόμενο τους το υιοθέτησε και ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην 1η κατάθεση του, αυτή της 1.12.2009, ανέφερε την ιδιότητα του ως ιδιοκτήτη των δύο οικοπέδων και ότι την 1.05.2004 είχε συνάψει τη συμφωνία αντιπαροχής (τεκμ. 33), με τον επιχειρηματία Κυπριανού της εταιρείας Famagusta, για την ανάπτυξη των δύο οικοπέδων με την ανέγερση αριθμού διαμερισμάτων. Από αυτά θα του παραχωρείτο ποσοστό 20% ως μερίδιο αντιπαροχής - αντίγραφα των πιστοποιητικών εγγραφής των δύο αυτών οικοπέδων κατατέθηκαν ως τεκμ. 34 και
- Η πιο πάνω συμφωνία είχε κατατεθεί και στο κτηματολόγιο. Ήταν όρος της μεταξύ τους συμφωνίας [τεκμ. 33 παρ. 4 (α)] ότι θα είχε το δικαίωμα να επιλέξει πρώτος ένα διαμέρισμα ή μια κατοικία της αρεσκείας του. Επίσης ότι θα υπέγραφε ως πωλητής σε όλα τα πωλητήρια έγγραφα ακόμα και σε αυτά που αναλογούσαν στην Famagusta και θα πωλούσε, ως είχε δικαίωμα σύμφωνα με τη συμφωνία τους [τεκμ. 33 (παρ. 7)]. Μετά την υπογραφή όλων των απαιτούμενων εγγράφων και της εξασφάλισης των αναγκαίων αδειών, το έργο ξεκίνησε το
- Όταν έδιδε την 1η κατάθεση του στην αστυνομία την 1.12.2009 το έργο βρισκόταν στο στάδιο της ολοκλήρωσης του. Το συγκρότημα έλαβε το όνομα Famagusta Gardens 12 και αντί 12 διαμερισμάτων όπως είχαν συμφωνήσει είχαν ανεγερθεί σε αυτό 15 διαμερίσματα από τα οποία ο ίδιος, στη βάσει του ποσοστού 20% που εδικαιούτο, συμφώνησαν ότι θα έπαιρνε τα τρία από αυτά (ένα του ενός υπνοδωματίου, ένα των δύο υπνοδωματίων και ένα των τριών υπνοδωματίων). Τον Σεπτέμβριο του 2008 με έκπληξη πληροφορήθηκε από το κτηματολόγιο ότι είχαν πωληθεί δώδεκα διαμερίσματα καθώς είχαν κατατεθεί αντίστοιχα έγγραφα στο κτηματολόγιο. Ως ο ιδιοκτήτης της γης, έχοντας την υποχρέωση αλλά και το δικαίωμα να υπογράφει, είχε υπογράψει μόνο σε τέσσερα πωλητήρια έγγραφα και διαπίστωσε ότι είχαν πωληθεί και τα διαμερίσματα που είχαν συμφωνήσει ότι θα ελάμβανε και ο ίδιος. Όταν ζήτησε εξηγήσεις από τον Κυπριανού, αυτός του είχε πει ότι το συγκρότημα αποτελείτο από 15 και όχι από 12 διαμερίσματα και επομένως τα τρία διαμερίσματα που αντιστοιχούσαν στο μερίδιο της αντιπαροχής του ήταν στη διάθεση του και επί πλέον, όπως είχαν συμφωνήσει αργότερα, ένα ποσό σε μετρητά €25.000,00 με σκοπό να καλυφθεί όλο το εμβαδόν που εδικαιούτο μέχρι τη συμπλήρωση του συμφωνηθέντος ποσοστού 20%. Ζήτησε από το κτηματολόγιο αντίγραφο ενός από τα έγγραφα που ήταν κατατεθειμένα, όπου ο αγοραστής ήταν κάποιος Χάρης Χαρίτου, και διαπίστωσε ότι έφερε πλαστογραφημένη την υπογραφή του (τεκμ. 36). Είχε διαπιστώσει την πλαστογράφηση της υπογραφής του από το γεγονός ότι αυτή είχε τεθεί ολογράφως, χωρίς ο γραφικός της χαρακτήρας να είναι ο δικός του. Ο ίδιος υπογράφει πάντοτε με γραφική παράσταση. Όταν το ανέφερε στον κατηγορούμενο 2 και στη γυναίκα του την Μαρία Αντωνίου - όπως του την είχε συστήσει - δεν του είχαν δώσει πειστικές εξηγήσεις. Οι έντονες παραστάσεις του που ακολούθησαν προς τους κατηγορούμενους οδήγησαν στην υπογραφή της «Δήλωσης Διανομής», η οποία αφορούσε το διαμέρισμα με αριθμό 003 τριών υπνοδωματίων την οποία κατέθεσε στο κτηματολόγιο έτσι ώστε να καταχωρηθεί τουλάχιστον η ιδιοκτησία του επί αυτού του διαμερίσματος. Η εν λόγω δήλωσης συμπεριλαμβάνεται στα έγγραφα του τεκμ.
- Αντίγραφα του πωλητηρίου εγγράφου με αγοραστή τον Χάρη Χαρίτου (τεκμ. 36), και της δήλωσης διανομής παρέδωσε στον αστυνομικό στον οποίο έδωσε την κατάθεση του. Εξέφραζε στην κατάθεση του το παράπονο του για εξαπάτηση του με την πώληση των δύο διαμερισμάτων που είχαν συμφωνήσει να του παραχωρηθούν δυνάμει της συμφωνίας για αντιπαροχή και την πλαστογράφηση της υπογραφής του. Στη συμπληρωματική του κατάθεση, αυτή της 13.01.2010 (τεκμ. 32), υποστηρίζει ότι σε επτά από τα έγγραφα, τα οποία του υπέδειξε και αναγνώρισε ο Λοχ. Δρουσιώτης, η υπογραφή του είναι πλαστογραφημένη και αυτό το είχε διαπιστώσει καθώς ο ίδιος υπογράφει με γραφική παράσταση, ενώ στα επτά συμβόλαια η υπογραφή που φαίνεται να είχε τεθεί ολογράφως. Ολογράφως είχε υπογράψει μόνο σε ένα από τα έγγραφα που του υποδείχθηκαν στα οποία αναγνώρισε τον γραφικό του χαρακτήρα όπως και τα αρχικά του. Δε θυμόταν στις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπέγραψε ολογράφως, υπέθεσε ότι θα του είχαν ζητήσει να υπογράψει με αυτόν τον τρόπο. Κατόπιν υπόδειξης των επτά εγγράφων (τεκμ. 7 -13), επανέλαβε ότι δεν είχε θέσει αυτός την υπογραφή του σε αυτά, ενώ παρουσιάζεται σε αυτά ότι τα υπέγραψε. Αναγνώρισε στο τεκμ. 14 δώδεκα δείγματα της υπογραφής του όπως και στο τεκμ. 15 έξι πωλητήρια έγγραφα τα οποία είχε ο ίδιος υπογράψει. Ήταν απόλυτα σίγουρος ότι ποτέ δεν είχε δώσει συγκατάθεση σε οποιονδήποτε να υπογράψει οποιοδήποτε πωλητήριο έγγραφο εκ μέρους του. Κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι στην έγγραφη συμφωνία αντιπαροχής δεν φαίνεται πουθενά η υπογραφή του Κυπριανού. Εξήγησε όμως ότι ήταν με αυτόν με τον οποίο διαβουλεύτηκε γα τη συνομολόγηση της. Σε υποβολή ότι ο Κυπριανού δεν είχε τότε οποιαδήποτε σχέση με την εταιρεία Famagusta, διερωτήθηκε αν όταν συζητούσε μαζί του και του προκαλούσε την εντύπωση ότι ήταν διευθυντής της, τον είχε ξεγελάσει. Σε περαιτέρω υποβολή ότι ο Κυπριανού δεν ήταν ούτε υπάλληλος, ούτε αντιπρόσωπος ούτε διευθυντής της, ανέφερε ότι τότε σίγουρα τον ξεγέλασε. Παραδέχθηκε ότι είχε γνωρίσει την Μαρία Αντωνίου στα γραφεία της Famagusta την οποία ο Κυπριανού την του είχε συστήσει ως τη γυναίκα του. Ο ίδιος πάντως ήταν με τον Κυπριανού που συζητούσε για τη συμφωνία τους και με αυτόν είχε συμφωνήσει. Ο μάρτυς αγνοούσε την έναρξη διαδικασίας εκκαθάρισης της Famagusta, γι΄αυτό και δεν είχε κάμει, μέχρι την ημέρα που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, επαλήθευση της απαίτησης του στον Επίσημο Παραλήπτη. Παραδέχθηκε ότι είχαν γίνει προσπάθειες και προτάσεις εκ μέρους των κατηγορουμένων μετά την καταγγελία στην οποία προέβη για να τον ικανοποιήσουν. Αυτές συνεχίστηκαν και κατά τη διαδικασία εκδίκασης της υπόθεσης αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου και προς τούτο και υπήρξε η σχετική καθυστέρηση της συνέχισης της εκδίκασης της με αναβολές που δόθηκαν προς αυτόν τον σκοπό, προτάσεις όμως τις οποίες κατ΄ισχυρισμόν του ποτέ δεν υλοποίησαν οι κατηγορούμενοι. Παραδέχθηκε ότι σύμφωνα με το πιστοποιητικό έρευνας που του υποδείχθηκε (τεκμ. 37), φαίνεται ότι εξακολουθεί να είναι ο ίδιος ο ιδιοκτήτης των δύο υπό αναφορά οικοπέδων, παρόλα αυτά, όλα σχεδόν τα διαμερίσματα που έχουν ανεγερθεί σ΄αυτά έχουν πωληθεί από τους κατηγορούμενους. Αναγνώρισε όμως ταυτόχρονα το δικαίωμα που είχαν οι κατηγορούμενοι να προβαίνουν σε πωλήσεις διαμερισμάτων, όχι όμως, όπως διευκρίνισε και αυτών τα οποία εδικαιούτο ο ίδιος με βάσει τη συμφωνία τους και χωρίς την υπογραφή του. Παραδέχθηκε ότι το ένα από τα δύο υπό αναφορά οικόπεδα του βαρυνόταν με υποθήκη και ότι εκκρεμεί σήμερα σχετική διαδικασία και αίτηση αναγκαστικής πώλησης του και ότι εξακολουθεί να οφείλει για το ενυπόθηκο χρέος του ποσό γύρω στις €40.
- Παραδέχθηκε επίσης ότι κάποιο ποσό έναντι του πιο πάνω χρέους είχε πληρώσει ο Κυπριανού στα πλαίσια των προσπαθειών που καταβλήθηκαν προς διευθέτηση των οικονομικών τους διαφορών μετά την αποκάλυψη των πλαστογραφιών. Παραδέχθηκε ότι το πωλητήριο έγγραφο με ημερομηνία 10.03.2006 (τεκμ. 38), με αγοραστή τον Αθανάση Θεμιστοκλέους το είχε υπογράψει ο ίδιος. Σε σχέση με την ολόγραφη υπογραφή του σε αυτό το έγγραφο, την οποία δεν αμφισβήτησε, επανέλαβε ότι στα 66 του χρόνια δεν συνηθίζει να υπογράφει ολογράφως, επανέλαβε δε ότι δεν θυμόταν γιατί το έκαμε εκείνη τη φορά. Είχε υπολογίσει ότι θα πωλούσε κάποιο από τα διαμερίσματα που του αναλογούσαν και θα ελευθέρωνε το οικόπεδο από την υποθήκη. Ο μάρτυς ανέφερε ότι δεν έλαβε οποιαδήποτε άλλα μέτρα ή ήγειρε οποιαδήποτε άλλη δικαστική διαδικασία σε σχέση με τις διαφορές του με τους κατηγορούμενους και ανέφερε περαιτέρω ότι δεν τον ενδιέφερε αν ήταν αληθής η υποβολή ότι ο Κυπριανού δεν ήταν διευθυντής της Famagusta όταν έδιδε την κατάθεση του, αφού αυτή ήταν η εντύπωση που ο Κυπριανού δημιουργούσε για τη σχέση του με την εταιρεία. Σε σχέση με τα πωλητήρια έγγραφα (τεκμ. 39,40,41,42 και 43), που του υποδείχθηκαν, ανέφερε ότι αυτά είχαν τεθεί υπόψη του, γνώριζε για αυτά και ήταν από τα έγγραφα που πράγματι υπέγραψε. Όταν του υποδείχθηκαν οι λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας, σύμφωνα με τις οποίες εξαπατήθηκε από το 2007 και σε ερώτηση πως είναι δυνατό να είχε συμβεί αυτό και να υπέγραψε μεταγενέστερα άλλα έγγραφα, όπως είναι τα πωλητήρια έγγραφα τεκμ. 42 και 43, ανέφερε ότι από όσα θυμόταν, τουλάχιστον το ένα από αυτά, το τεκμ. 43, αφορούσε κάποιον Άγγλο τον οποίο γνώρισε στο συγκρότημα και λόγω του ότι ο τελευταίος είχε χάσει την εμπιστοσύνη του στην Famagusta, υπέγραψε το έγγραφο αυτό για να καταστεί έγκυρη η αγορά τού συγκεκριμένου διαμερίσματος που είχε συμφωνήσει με τους κατηγορούμενους. Σε κάθε περίπτωση αναγνωρίζει πως υπέγραψε αυτά τα έγγραφα τα οποία δεν έχουν να κάμουν με την καταγγελία του για πλαστογραφία σε άλλα πωλητήρια έγγραφα. Όταν του υποδείχθηκε ότι με βάσει τα επίσημα στοιχεία που τηρούνται στον Έφορο Εταιρειών, όταν υπογράφτηκαν τα πιο πάνω πωλητήρια έγγραφα με την Famagusta διευθύντρια της ήταν η Μαρία Αντωνίου, και ότι ο Κυπριανού δεν ήταν ούτε καν μέτοχος της, ανέφερε ότι ήταν κάτι που άκουγε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο. Εκείνο το οποίο γνώριζε για την Famagusta ήταν ότι η Μαρία Αντωνίου, έστω και αν παρουσιάζεται στα έγγραφα της εταιρείας ως διευθύντρια της, ήταν στην πραγματικότητα υπάλληλος της, σε κάθε δε περίπτωση ο ίδιος μιλούσε πάντοτε με τον Κυπριανού ο οποίος διεύθυνε την εταιρεία, ανεξάρτητα αν αυτός δεν υπέγραψε σε οποιοδήποτε από τα έγγραφα. Επέμεινε ότι η ολόγραφη υπογραφή του που φαίνεται στο τεκμ. 16 πλαστογραφήθηκε και δεν είναι η υπογραφή του. Μεγάλο μέρος της συζήτησης κατά την αντεξέταση του μάρτυρος από τον κ. Κύπρο Ανδρέου, δικηγόρο τότε του Κυπριανού, περιστράφηκε γύρω από το ζήτημα της υποθήκευσης του ενός από τα δύο οικόπεδα, της προσπάθειας που έγινε να μεταβιβαστεί το συμφωνηθέν ποσοστό των δύο οικοπέδων επ΄ονόματι της Famagusta περί τον Φεβρουάριο του 2008 και τους λόγους μη υλοποίησης της. Για το ζήτημα αυτό παρουσιάστηκε το έγγραφο «Δήλωση Μεταβιβάσεως Ακινήτου», το οποίο σημειώθηκε ως τεκμ.
- Περαιτέρω η αντεξέταση περιστράφηκε στα ποσοστά που εδικαιούτο ο μάρτυς στο κτιριακό συγκρότημα, όπως και σε άλλες συμφωνίες που κατά καιρούς έγιναν μεταξύ του μάρτυρος και των κατηγορουμένων με σκοπό να βρεθεί μια λύση στις μεταξύ τους διαφορές, στην υπόσχεση εκ μέρους των κατηγορουμένων για καταβολή μετρητών ή και της παραχώρησης άλλων διαμερισμάτων ακόμα και σε άλλες περιοχές όπως στη Δερύνεια και στο Μενεού και ότι, στα πλαίσια αυτών των συζητήσεων τους, υπογράφτηκε και η δήλωση διανομής όπως φαίνεται στο τεκμ. 15, η οποία όμως όπως διευκρίνισε ο μάρτυς δεν κάλυπτε τη διευθέτηση όλων των διαφορών τους, καθώς η συμφωνία περιλάμβανε επί πλέον και την πληρωμή χρηματικού ποσού για να καλυφθεί το υπόλοιπο ποσοστό όπως αυτό συμφωνήθηκε αργότερα. Αρνήθηκε υποβολή ότι η καταγγελία που έκανε στην αστυνομία είχε ως σκοπό να εκβιάσει τους κατηγορούμενους για να του εξοφλήσουν τα χρέη του. Ο μόνος λόγος ανέφερε που δεν μεταβίβασε το συμφωνηθέν μερίδιο των οικοπέδων στην Famagusta, ήταν ότι δεν του παραδόθηκαν τα συμφωνηθέντα διαμερίσματα και έτσι έχασε την εμπιστοσύνη που είχε προς τους κατηγορούμενους μετά μάλιστα που είχε ανακαλύψει την πλαστογράφηση των υπογραφών του. Για τον ίδιο λόγο δεν έλαβε υπόψη του την επιστολή της Famagusta με ημερομηνία 5.07.2010 (τεκμ. 46), με την οποία τον καλούσε να της μεταβιβάσει το αναλογούν μερίδιο της, επιστολή η οποία του απεστάλη μετά την καταγγελία που έκανε στην αστυνομία και για αντιπερισπασμό. Αρνήθηκε ότι έκανε την καταγγελία του στην αστυνομία για εκδικητικούς λόγους και εκβιαστικά, αλλά επειδή τον είχαν ξεγελάσει οι κατηγορούμενοι πλαστογραφώντας επί πλέον και την υπογραφή του. Τουναντίον κατάληξε, επέδειξε υπερβολικά καλή θέληση και υπομονή με την αντισυμβατική συμπεριφορά των κατηγορουμένων δεχόμενος τις κατά καιρούς εισηγήσεις και υποσχέσεις τους για διευθέτηση των μεταξύ τους διαφορών οι οποίες ποτέ δεν υλοποιήθηκαν. Ο κ. Κώστας Τσαγγαρίδης (Μ.Κ.5), ανέφερε ότι γνωρίζεται με τον Κυπριανού εδώ και 30 - 40 χρόνια. Όπως διευκρίνισε στην αντεξέταση του, όταν του επισημάνθηκε ότι στην κατάθεση του είχε αναφέρει δέκα μόνο χρόνια, συνεργαζόταν μαζί του στα λογιστικά στην προηγούμενη εργασία του και ήταν όταν είχε αφυπηρετήσει που δούλευε τα τελευταία δέκα χρόνια κοντά του ως λογιστής. Ως απόδειξη της παλιάς τους γνωριμίας κατέθεσε αντίγραφο συμφωνίας με εταιρεία του Κυπριανού με ημερομηνία 18.01.1986 (τεκμ. 51). Σε σχέση με την παρούσα υπόθεση ανέφερε ότι είχε αγοράσει ένα διαμέρισμα από αυτόν στο Παραλίμνι. Αναγνώρισε και υιοθέτησε τις καταθέσεις που είχε δώσει στην αστυνομία την 26.08.2009 και 9.11.2009 οι οποίες σημειώθηκαν ως τεκμ. 47 και
- Υποστήριξε ότι το έγγραφο (τεκμ. 3), δεν το υπέγραψε ο ίδιος αλλά η υπογραφή σε αυτό είναι πλαστογραφημένη και δεν γνωρίζει τον πιστοποιούντα υπάλληλο κ. Μιχάλη Χαραλάμπους, ο οποίος επιβεβαιώνει την υπογραφή του. Αναγνώρισε στο τεκμ. 4 τα δέκα δείγματα της υπογραφής του που είχε δώσει στην αστυνομία. Αναγνώρισε περαιτέρω την υπογραφή του στα έγγραφα του τεκμ.
- Ανέφερε ότι όταν είχαν συμφωνήσει την αγορά του διαμερίσματος, στα πλαίσια της πληρωμής του τιμήματος του, συμφώνησαν ότι θα εξοφλούνταν και τα προγενέστερα οφειλόμενα σε αυτόν για λογιστικές υπηρεσίες που είχε προσφέρει στον Κυπριανού στο παρελθόν. Είναι φανερό από τα στοιχεία που παρουσίασε ότι έκαμε πληρωμές για το εν λόγω διαμέρισμα ακόμα και μετά που αυτό είχε πωληθεί από τους κατηγορούμενους σε τρίτα πρόσωπα. Τις πληρωμές όπως ισχυρίστηκε τις έκανε πάντα στον Κυπριανού. Είχε ανακαλύψει ότι το διαμέρισμα του είχε πωληθεί όταν ο Κυπριανού με διάφορες προφάσεις, ότι δήθεν είχε μπογιατζήδες ή ηλεκτρολόγους, δεν τον άφηνε να το δει. Όταν στο τέλος αποφάσισε να πάει επί τόπου να δει τι γίνεται, ανακάλυψε πως σ΄αυτό διέμενε κάποια κυρία ονόματι Μαρία, η οποία του είπε ότι είχε αγοράσει το διαμέρισμα. Όταν κουβέντιασαν το ζήτημα μετέβησαν συνοδευόμενοι από κάποιο τρίτο πρόσωπο στο γραφείο του Κυπριανού στο Παραλίμνι. Εκεί, στη συνάντηση που είχαν με τον Κυπριανού και όταν διαμαρτυρήθηκαν για ό,τι συνέβαινε, ο τελευταίος του είπε τη φράση «άστα - άστα θα τα κανονίσουμε». Μετά που υπέβαλε το παράπονο του στην αστυνομία, ο Κυπριανού του είπε ότι θα του έδιδε άλλο διαμέρισμα στο Μενεού. Προς τούτο του έδωσε μια απόδειξη των €85.000,00 για την αγορά του εν λόγω διαμερίσματος. Μετά από αυτό, στα πλαίσια πάντα των προσπαθειών που καταβάλλονταν εκ μέρους των κατηγορουμένων για διευθέτηση, του έδωσε ένα άλλο διαμέρισμα στο Famagusta Gardens Νο. 24 (τεκμ. 50) στο Παραλίμνι, με συμφωνηθέν συνολικό τίμημα - περιλαμβανομένου του Φ.Π.Α.- το ποσό των €69.999,99σ., για το οποίο έλαβε εξοφλητική απόδειξη την οποία επισύναψε στο τεκμ. 50 και έτσι με βάσει τα χρήματα που του έδωσε, η σημερινή διαφορά τους ανέρχεται όπως την υπολόγισε στις €23.000,
- Στα πλαίσια αυτών των διευθετήσεων υπογράφτηκε μεταξύ τους και μια γραπτή συμφωνία για την πληρωμή του ποσού των €5.000,00 με μηνιαίες πληρωμές εκ €1.000,00 ξεκινώντας από την 1.03.2010 (τεκμ. 49), ποσό το οποίο δεν του καταβλήθηκε ποτέ. Δέχτηκε ότι το συνολικό ποσό των €3.790,00 κατατέθηκε στον λογαριασμό του από τον Ιούνιο έως τον Οκτώβριο του 2009 και δέσμη επτά σχετικών αποδείξεων κατατέθηκαν ως τεκμ. 52, όμως αυτά τα ποσά, όπως εξήγησε στη συνέχεια, κατατίθεντο στον λογαριασμό του από άτομα που χρωστούσαν στον Κυπριανού και οι πληρωμές αυτές έγιναν όταν συνεργάζονταν επαγγελματικά και ότι αυτός στη συνέχεια τα έδιδε μετρητά στον Κυπριανού ή για λογαριασμό του στις κοπέλες του γραφείου του ή ακόμα και στον κλητήρα του στη Λευκωσία. Παραδέχθηκε ότι είχε εισπράξει σε δύο περιπτώσεις το συνολικό ποσό των €350,00 και οι σχετικές αποδείξεις κατατέθηκαν ως τεκμ. 53, ποσό το οποίο όμως δεν έχει καμιά σχέση με το οφειλόμενο ποσό των €20.000,
- Παρόλο ότι, όπως ο μάρτυς παραδέχθηκε στη συνέχεια, είχε ζητήσει από τον Κυπριανού αν εύρισκε ενδιαφερόμενο αγοραστή να πωλούσε το διαμέρισμα με αρ. 104 που είχε αγοράσει από τη Famagusta, καθώς, όπως εξήγησε στη συνέχεια, ποτέ στην πραγματικότητα δεν ήθελε να το αγοράσει, ποτέ δε του έδωσε εν λευκώ εξουσιοδότηση να το πωλήσει. Ήταν δε πολύ μεταγενέστερα που πληροφορήθηκε ότι είχε ακυρώσει τη μεταξύ τους συμφωνία, όταν πλέον είχε ανακαλύψει στο κτηματολόγιο την πλαστογράφηση του τεκμ.
- Όταν του υποδείχθηκαν και κλήθηκε να συγκρίνει τις υπογραφές του στα τεκμ. 3 και 4, επισήμανε τις διαφορές τους. Ο Κυπριανού ή κάποιος από την Famagusta σε καμιά περίπτωση δεν τον είχε ενημερώσει και σε καμιά περίπτωση δεν είχαν συζητήσει το τίμημα πώλησης του διαμερίσματος εφόσον δεν του υποδείχθηκε οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος αγοραστής. Ήταν κατηγορηματικός ότι ποτέ δεν είχε συναντήσει τον πιστοποιούντα υπάλληλο κ. Μιχάλη Χαραλάμπους και ποτέ δεν υπέγραψε ενώπιον του το τεκμ.
- Διερωτήθηκε πως γίνεται να είχε υπογράψει ακύρωση ενός συμβολαίου για την αγορά ενός διαμερίσματος το οποίο είχε πληρώσει, χωρίς να του έχουν επιστραφεί τα χρήματα του. Στη συνέχεια ο μάρτυς παραδέχθηκε ότι είχε λάβει το ποσό των €5.000,00 σύμφωνα με την απόδειξη τεκμ. 54, η οποία είναι συμπληρωμένη από τον ίδιο όπως και η ημερομηνία της, και το ποσό των €1.700,00 σύμφωνα με την απόδειξη (φωτοαντίγραφο) (τεκμ. 55), επί του οποίου δεν αναγνώρισε ως γράμματα δικά του την αναγραφή της ημερομηνίας που αυτή φέρει, αναγνωρίζοντας και την πρωτότυπη της απόδειξη (τεκμ. 55 Α), η οποία όμως επεσήμανε δεν φέρει καμιά ημερομηνία. Σε σχέση με δύο αυτοκίνητα τα οποία ενέγραψε στο όνομα του ο Κυπριανού, ανέφερε ότι ούτε ήθελε αυτοκίνητα ούτε και του ζήτησε αυτοκίνητα προς διευθέτηση της μεταξύ τους διαφοράς ούτε και έκαναν οποιαδήποτε συμφωνία σε σχέση με αυτά. Κάποια στιγμή, εκ των υστέρων, όταν ρώτησε τον Κυπριανού σχετικά με αυτά, του ανέφερε ότι του τα έκανε δώρο και του έδωσε τα πιστοποιητικά εγγραφής τους χωρίς όμως ο ίδιος να τα θέλει ούτε και τα χρησιμοποίησε ποτέ. Το ένα μάλιστα, από ό,τι ξέρει, κλάπηκε από την μάντρα όπου τα τοποθέτησε ο Κυπριανού. Ούτε και για την επιδιόρθωση των εν λόγω οχημάτων γνώριζε ο,τιδήποτε ο μάρτυς για την οποία η Famagusta φέρεται να κατέβαλε το ποσό που αναγράφεται στα τεκμ. 56 και 57, το ένα εκ των οποίων φέρει ημερομηνία 24.09.
- Ο μάρτυς ανέφερε στη συνέχεια ότι δεν θυμόταν να είχε δώσει μεταγενέστερα κατάθεση με την οποία να απέσυρε το παράπονο του. Η συμφωνία τους για την αγορά ενός άλλου διαμερίσματος, προς αντικατάσταση του αρχικού, έγινε στις 18.01.2010 και σίγουρα δεν θα μπορούσε να το είχε αναφέρει στις καταθέσεις του οι οποίες ήταν προγενέστερες. Το έγγραφο για το οποίο κάνει αναφορά στη συμπληρωματική του κατάθεση με ημερομηνία 9.11.09, πιθανόν να είναι ένα έγγραφο που αφορούσε κάποιο διαμέρισμα στο Μενεού, το οποίο το χαρακτήρισε ως ψεύτικο και εικονικό και το έκανε για δικούς του λόγους ο Κυπριανού. Στα πλαίσια των συζητήσεων τους για διευθέτηση των μεταξύ τους διαφορών δεν αρνήθηκε ότι αργότερα, δηλαδή στις 18.01.2010 τού παραδόθηκε κάποιο άλλο διαμέρισμα, το υπ΄ αριθμό 202 στο Famagusta Gardens 24, το οποίο όμως δεν γνωρίζει αν είναι πιο μεγάλο από το αρχικά συμφωνηθέν. Προς τούτο είχαν υπογράψει σχετική ακυρωτική συμφωνία στις 19.01.2010 για το διαμέρισμα της συμφωνίας τους με ημερομηνία 19.10.2009 όπως φαίνεται στα έγγραφα που κατατέθηκαν ως το τεκμ.
- Για το γεγονός της παράδοσης αυτού του τελευταίου διαμερίσματος, παραδέχθηκε ότι δεν έδωσε συμπληρωματική κατάθεση στην αστυνομία. Κατά την αντεξέταση του από τον κ. Κύπρου Ανδρέου πέραν της αναφοράς στις δοσοληψίες που είχε παλιά με τον Κυπριανού ως λογιστής της τότε εταιρείας του με το όνομα Κυπριανού Εστέιτς Λτδ και στις συνθήκες που αποφάσισε να συναλλαχθεί ξανά μαζί του με την αγορά διαμερίσματος, όπου για την εξόφληση του τιμήματος του θα συμπεριλάμβαναν και την παλιά οφειλή προς αυτόν, που όπως είχαν συμφωνήσει ανερχόταν στα €20.000,00, κατέληξε να δηλώσει ότι δεν θα είχε πλέον παράπονο εναντίον τους, νοουμένου ότι θα διευθετούνταν και οι τελευταίες οικονομικές εκκρεμότητες που είχαν όπως ήταν αυτή της πληρωμής του ποσού των €5.000,00 και της διαφοράς των €93.000,00 από τις €70.000,00 που είχε αγοράσει το πρώτο διαμέρισμα. Η αντεξέταση του μάρτυρος επεκτάθηκε σε διάφορες άλλες κατ΄ισχυρισμόν διευθετήσεις του με τον Κυπριανού, όπως ήταν η παραχώρηση των δύο αυτοκινήτων μάρκας Audi τα οποία, όπως επανέλαβε ο μάρτυς, όταν συζήτησε το ζήτημα με τον Κυπριανού αυτός του ανέφερε ότι του τα παραχωρούσε δωρεάν και αρνήθηκε τη θέση της υπεράσπισης ότι του δόθηκαν ως μέρος της συνολικής διευθέτησης των οικονομικών τους διαφορών, με τον μάρτυρα να ισχυρίζεται στο τέλος ότι εξακολουθούσαν να έχουν διαφορά €23.000,
- Ήταν δε για να «μετριαστεί η κατάσταση», δηλαδή η οικονομική τους διαφορά, όπως ανέφερε πιεζόμενος, που έγινε αυτή η πρόταση με τα αυτοκίνητα, δίδοντας του ταυτόχρονα και το έγγραφο με τις €5.000,00, το οποίο επισυνάπτεται στο πωλητήριο έγγραφο για το διαμέρισμα 202 στην Famagusta Gardens 24 (τεκμ. 50), με ημερομηνία 18.01.2010, την ίδια δηλαδή ημερομηνία που φέρει το εν λόγω πωλητήριο έγγραφο. Όλα βέβαια τα πιο πάνω, όπως υποστήριξε ο μάρτυς, έγιναν μετά την καταγγελία που έκανε στην αστυνομία για την πλαστογράφηση της υπογραφής του. Παρόλο ότι είχε συζητήσει με τον Κυπριανού το ζήτημα της πώλησης του διαμερίσματος αν βρισκόταν αγοραστής, όταν έγινε αυτό δεν τον είχε ενημερωθεί και το πώλησε χωρίς ο ίδιος να το γνωρίζει, χωρίς την συγκατάθεση του και χωρίς να συμφωνήσουν ούτε καν το τίμημα που θα επωλείτο, εν ολίγοις ο Κυπριανού έκανε ότι ήθελε με την περιουσία του χωρίς να του δίδει λογαριασμό. Ο κ. Γιάννος Σωκράτους (Μ.Κ.6), υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία στις 12.12.2009 η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως τεκμ.
- Δήλωσε σε αυτή ότι ενδιαφερόταν να αγοράσει εξοχική κατοικία στην ελεύθερη περιοχή της Αμμοχώστου. Η έρευνα του τον οδήγησε στην Famagusta, της οποίας ως διευθυντής τού συστήθηκε ο Κυπριανού. Ήταν δε με αυτόν που είχε κάμει τις διαβουλεύσεις, αυτόν συναντούσε στα γραφεία της εταιρείας και σε αυτόν παρέδιδε στη συνέχεια τις επιταγές για την εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος της κατοικίας που συμφώνησαν να αγοράσει με τη σύζυγο του. Του είχε υποσχεθεί πράγματι κάποια κατοικία, η οποία βρέθηκε της αρεσκείας του και της οποίας όπως του αναφέρθηκε από τον Κυπριανού ιδιοκτήτης ήταν κάποιος Άγγλος, ο οποίος του είχε παραχωρήσει πληρεξούσιο καθώς ήθελε να την πωλήσει και έτσι μπορούσαν να προχωρήσουν αμέσως. Συμφώνησαν το ποσό των €216,990,00σ ως τίμημα της εν λόγω κατοικίας. Προς τούτο του κατέβαλε αμέσως ως προκαταβολή το ποσό των €5.000,
- Μετά από δύο ημέρες του είχαν σταλεί δύο έγγραφα για υπογραφή τα οποία και υπέγραψε και τα επέστρεψε πίσω. Αντίγραφο της εν λόγω συμφωνίας είναι το τεκμ.
- Συνέχισε τις πληρωμές, όπως είχαν συμφωνήσει καταβάλλοντας την 11.06.08 το ποσό των €15.000,00, την 13.06.08 το ποσό των €111,616,00 και την 12.07.08 εξόφλησε ολόκληρο το υπόλοιπο του τιμήματος καταβάλλοντας το ποσό των €85.377,
- Αντίγραφο μιας από τις επιταγές για το ποσό των €5.377,00 κατατέθηκε στη συνέχεια ως τεκμ.
- Όλες οι πιο πάνω πληρωμές έγιναν με επιταγές για τις οποίες λάμβανε αποδείξεις τις οποίες και αναγνώρισε ως τα τεκμ. 24 Α και Β, 25, 26 και 27 Α - Δ και σε άλλο στάδιο της διαδικασίας κατατέθηκαν ως τεκμ. 62 α - δ τα πρωτότυπα των πιο πάνω αποδείξεων. Με την εξόφληση του τιμήματος, τού παραδόθηκε το κλειδί και η κατοχή της κατοικίας. Όταν στη συνέχεια συμφωνούσαν ημερομηνίες κατά τις οποίες θα μετέβαιναν στο κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση, οι κατηγορούμενοι δεν ανταποκρίνονταν και ο Κυπριανού του ανέφερε κάθε φορά για κάποιο πρόβλημα που προέκυπτε όπως ήταν και διαφορές με τον φόρο. Στη πορεία πληροφορήθηκε ότι στη διαδικασία εμπλεκόταν και ο δικηγόρος κ. Αδάμος Χ¨ Χριστοδούλου με τον οποίο ο μάρτυς άρχισε να έχει επαφές και ο οποίος του ανέφερε ότι ήταν ο μόνος ο οποίος είχε εξουσιοδότηση διαχείρισης της εν λόγω κατοικίας από τον Άγγλο πελάτη του. Ο κ. Χ¨ Χριστοδούλου του ανέφερε επίσης ότι ο Κυπριανού του είχε δώσει ακάλυπτες επιταγές για το τίμημα της εν λόγω οικίας. Τον Αύγουστο του 2009 επικοινώνησε μαζί του ο Άγγλος ιδιοκτήτης της κατοικίας, ο οποίος του είπε ότι του είχε καταβληθεί μόνο το ποσό των €40.000,00 και ότι θα έπρεπε αυτός να του καταβάλει το υπόλοιπο του τιμήματος. Ο μάρτυς τότε του εξήγησε ότι είχε εξοφλήσει ολόκληρο το τίμημα στον Κυπριανού από τον Ιούλιο του
- Δύο βδομάδες πριν από την κατάθεση του στην αστυνομία, όταν συζήτησαν έντονα με τον Κυπριανού το ζήτημα, ο τελευταίος του πρότεινε να τους πωλήσει με τα ίδια χρήματα μια άλλη κατοικία με σκοπό να διευθετηθεί η υπόθεση. Προς τούτο τους απέστειλε προς υπογραφή τα έγγραφα τεκμ. 28 και τεκμ. 29, όπου το δεύτερο αφορούσε την πώληση επίπλων και εξοπλισμού. Αποδέχθηκαν και υπέγραψαν σχετικό συμβόλαιο χωρίς όμως να τους μεταβιβάσουν την εν λόγω κατοικία καθώς μετά από διερεύνηση, όπως εξήγησε, ο Κυπριανού καμιά εξουσιοδότηση δεν είχε για την εν λόγω κατοικία και ευτυχώς που δεν είχαν μετακομίσει σε αυτή. Ο μάρτυς εξήγησε ότι στη συνέχεια, προκειμένου να μη χάσει το σπίτι που αγόρασε, ήρθε απευθείας σε συνεννόηση με τους Άγγλους ιδιοκτήτες του και συμφώνησαν να τους καταβάλει αυτός το πέραν των €40.000,00, ποσό που ήδη είχαν λάβει, για το νέο - μειωμένο τίμημα - όπως το συμφώνησαν εκ νέου για να απαλλαγούν από το πρόβλημα που δημιουργήθηκε με την ανάμιξη της Famagusta και του Κυπριανού. Σχετική ήταν η συμφωνία με ημερομηνία 18.11.2010 με την εταιρεία Shokkos Brothers Developers Ltd, η οποία ήταν η εταιρεία η οποία είχε ανεγείρει την κατοικία. Η εν λόγω συμφωνία κατατέθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης του ως τεκμ.
- Ανέφερε ότι ήγειρε αγωγή εναντίον των κατηγορουμένων και της Μαρίας Αντωνίου για ένα γραμμάτιο που του είχαν υπογράψει και εξασφάλισε δικαστική απόφαση εναντίον τους για το ποσό των €227,000,00 με τόκο 7% από 1.07.2008 μέχρι εξοφλήσεως (τεκμ. 63). Ο Κυπριανού και η Μαρία Αντωνίου εξήγησε, είχαν εναχθεί ως εγγυητές πληρωμής του εν λόγω γραμματίου. Αντίγραφο του σχετικού γραμματίου για το ποσό των €227,000,00 με ημερομηνία 26.03.2010, κατά την περίοδο δηλαδή που διαβουλεύονταν προς διευθέτηση της υπόθεσης, κατατέθηκε και σημειώθηκε ως τεκμ.
- Οι προσπάθειες διευθέτησης εκ μέρους των κατηγορουμένων της διαφοράς τους συνεχίστηκαν, όπως ανέφερε ο μάρτυς, και ως τέτοια ήταν και η πρόταση του Κυπριανού τον Ιούλιο του 2010 να τους μεταβιβάσουν μια μεζονέτα στο χωριό Μενεού η οποία θα έπρεπε να είχε συμπληρωθεί μέχρι τον Οκτώβριο του 2010, η οποία μέχρι την ημερομηνία κατάθεσης του στο Δικαστήριο, δηλαδή στις 25.07.13, δεν είχε συμπληρωθεί. Κατέθεσε την εν λόγω συμφωνία η οποία σημειώθηκε ως τεκμ.
- Διευκρίνισε βέβαια ότι υπήρχε παράλληλα και προφορική συμφωνία μεταξύ τους ότι όταν θα διευθετούσαν τις μεταξύ τους διαφορές θα τους έδιδε πίσω την μεζονέτα όταν θα έπαιρνε τα λεφτά που του χρωστούσαν. Λόγω του καθεστώτος εκκαθάρισης στο οποίο περιήλθε στο μεταξύ η Famagusta, διερωτήθηκε πως μπορεί πλέον να γίνει οποιαδήποτε διευθέτηση της διαφοράς τους. Η αντεξέταση του από τον κ. Κύπρο Ανδρέου περιστράφηκε στα ίδια, με συνεχείς υποβολές προς τον μάρτυρα ότι η περιουσία που κατέχει και η δικαστική απόφαση που εξασφάλισε διασφαλίζει επαρκώς τα δικαιώματα του και κατά συνέπεια θα έπρεπε να είχε αποσύρει το παράπονο του στην αστυνομία, κάτι όμως που ο μάρτυς αρνήθηκε καθώς η δικαστική απόφαση δεν γνωρίζει κατά πόσο θα εκτελεστεί ποτέ και η μεζονέτα στο Μενεού δεν έχει αποπερατωθεί, χωρίς να γνωρίζει με τη τροπή που πήραν τα πράγματα αν θα αποπερατωθεί και πότε. Επομένως με αυτές τις εκκρεμότητες εξακολουθεί να μη βλέπει ανταπόκριση στα όσα κατά καιρούς του υποσχέθηκε ή διαβεβαίωσε ο Κυπριανού προς επίλυση των διαφορών τους. Ο κ. Αδάμος Χ¨ Χριστοδούλου (Μ.Κ. 7), δικηγόρος στο επάγγελμα, υιοθέτησε την κατάθεση που είχε δώσει στην αστυνομία στις 29.01.2010 η οποία σημειώθηκε ως τεκμ.
- Αναφέρθηκε στην εμπλοκή του στον καταρτισμό αγοραπωλητηρίου εγγράφου και των διαβουλεύσεων που έγιναν σε σχέση με την πώληση από ζευγάρι Άγγλων πελατών του μιας μεζονέτας σε κτιριακό συγκρότημα στο Παραλίμνι και τις επαφές που είχε με τον Κυπριανού για την επιτυχή εκπλήρωση της συμφωνίας. Περί το τέλος Ιουνίου 2008 είχε πληροφορηθεί από τους αλλοδαπούς πελάτες του ότι ενδιαφέρονταν να πωλήσουν το εν λόγω ακίνητο με συμφωνηθέν τίμημα αυτό των €200,000,00 και με αγοραστές το ζεύγος Σωκράτους. Ετοίμασε τα σχετικά συμβόλαια τα οποία προώθησε μέσω της Famagusta για υπογραφή. Εξήγησε ότι λόγω μη ύπαρξης ξεχωριστού τίτλου για την εν λόγω μεζονέτα, ως πωλητές παρουσιάζονταν οι αρχικοί ιδιοκτήτες του οικοπέδου. Υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην πληρωμή του τιμήματος και μόλις περί τον Φεβρουάριο του 2009 η Famagusta κατέβαλε στο γραφείο του το ποσό των €40.000,00 έναντι του τιμήματος, το οποίο κατέθεσε στο λογαριασμό των πελατών του. Στη συνέχεια μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2009, οι κατηγορούμενοι του παρέδωσαν κατά καιρούς, μετά από πιέσεις του, εννέα επιταγές προς εξόφληση του τιμήματος, οι οποίες επιστράφηκαν όλες πίσω ακάλυπτες χωρίς να πληρωθούν για διαφορετικούς λόγους η κάθε μια. Το πληρεξούσιο έγγραφο, το οποίο είχε στο μεταξύ εξασφαλίσει από τους πελάτες του, κατατέθηκε και σημειώθηκε ως τεκμ. 69 και οι επιταγές στις οποίες αναφέρθηκε σημειώθηκαν ως τεκμ. 70 - 78, για τις οποίες κάθε φορά ενημέρωνε τους πελάτες του. Κατέθεσε και σημειώθηκε ως τεκμ. 79 σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα που έλαβε από τους πελάτες του στις 23.09.09 με το οποίο εξέφραζαν τη δυσφορία τους λόγω της κωλυσιεργίας εκ μέρους των κατηγορουμένων. Ο μάρτυς έκανε αναφορά και στη διαβούλευση που έγινε με το ζεύγος Σωκράτους και την καινούργια συμφωνία στην οποία κατέληξαν με αποτέλεσμα να συναφθεί το πωλητήριο έγγραφο (τεκμ. 67). Κατέθεσε τέλος το πρωτότυπο έγγραφο της συμφωνίας πώλησης των επίπλων και εξοπλισμού της πιο πάνω μεζονέτας το οποίο σημειώθηκε ως τεκμ. 80, αντίγραφο του οποίου είχε κατατεθεί ήδη και σημειωθεί ως τεκμ. 29 σε προγενέστερο στάδιο της διαδικασίας. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυς διευκρίνισε όταν έλεγε στην κατάθεση του ότι οι Άγγλοι πελάτες του ήταν «νόμιμοι κάτοχοι» της μεζονέτας, ότι αυτοί την είχαν αγοράσει με τη συμφωνία την οποία κατέθεσε και σημειώθηκε ως τεκμ. 81 από τους αρχικούς αγοραστές της. Σε υποβολή ότι ο Κυπριανού δεν ήταν διευθυντής τότε της Famagusta, ανέφερε ότι δεν τον είχε απασχολήσει αυτό το ζήτημα εφόσον ο Κυπριανού παρουσιαζόταν με αυτή την ιδιότητα και ήταν με αυτή την ιδιότητα που συζητούσαν για τα θέματα που αφορούσαν την υπόθεση αυτή. Σχολιάζοντας αντίγραφο επιταγής για ποσό €200,000,00 το οποίο κατατέθηκε ως τεκμ. 82, ανέφερε ότι από ό,τι θυμόταν είχε καταθέσει αυτή την επιταγή στις 16.01.2009 αλλά είχε επιστραφεί πίσω ακάλυπτη. Ο κ. Γεώργιος Πετεινάρης (Μ.Κ.8), κτηματολογικός λειτουργός στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου, του οποίου η κατάθεση σημειώθηκε ως τεκμ. 83, έκανε αναφορά στα κατατεθειμένα πωλητήρια έγγραφα στο Κτηματολόγιο τα οποία αφορούσαν διαμερίσματα τα οποία ανεγέρθηκαν στα δύο οικόπεδα, αντίγραφα των πιστοποιητικών τους κατέθεσε και σημειώθηκαν ως τεκμ. 84 και
- Αυτά ήταν που ο Αζάς δυνάμει εγγράφου συμφωνίας αντιπαροχής με ημερομηνία 15.07.2005 - η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως τεκμ. 88 - και ακολούθως διανομής με την Famagusta, αντίγραφο της με ημερομηνία 6.10.2009 επισυνάπτεται στο πιο πάνω τεκμήριο και το πρωτότυπο της ευρίσκεται στο τεκμ. 15 (ΠΩΕ 854/05), παραχώρησε προς αξιοποίηση για την ανέγερση διαμερισμάτων στα οποία ως πωλητής αναγράφεται η Famagusta και ιδιοκτήτης ο Αζάς. Ο μάρτυς αναφέρθηκε στα εμπράγματα βάρη με τα οποία βαρύνονται τα δύο οικόπεδα. Την υποθήκη η οποία υπήρχε πριν την πιο πάνω συμφωνία αντιπαροχής με αριθμό 1233/1997 ημερ. 19.12.1997 στο ένα από τα οικόπεδα του και στην αίτηση αναγκαστικής πώλησης ΑΝΠ/38/2005 ημερ. 11.07.2005 για την οποία μέχρι την ημερομηνία που κατέθεσε ο μάρτυς, δηλαδή στις 19.09.13 δεν είχε οριστεί η ημερομηνία για την αναγκαστική πώληση του. Όλα τα στοιχεία σε σχέση με τα δύο οικόπεδα καταγράφονται στις «εκθέσεις λεπτομερειών ακινήτου» τις οποίες κατάθεσε ως τεκμ. 86 και
- Ο μάρτυς ανέφερε περαιτέρω κατά την αντεξέταση του ότι όταν γίνεται αποδοχή ενός πωλητηρίου εγγράφου δεν εξετάζεται από το κτηματολόγιο η γνησιότητα των υπογραφών των συμβαλλομένων ούτε και απαιτείται η πιστοποίηση των υπογραφών των συμβαλλομένων. Από ό,τι γνώριζε, μέχρι την ημερομηνία που κατέθετε στο Δικαστήριο δεν είχε σταλεί οποιαδήποτε επιστολή από τον ιδιοκτήτη των ακινήτων με την οποία να διαμαρτύρεται για πλαστογράφηση της υπογραφής του σε οποιοδήποτε έγγραφο και ούτε γνωρίζει αν έχει εγερθεί οποιαδήποτε αγωγή με την οποία να ζητείται η ακύρωση αυτών των εγγράφων ούτε και παρουσιάστηκε στο τμήμα του οποιοδήποτε δικαστικό διάταγμα προς αυτόν τον σκοπό. Στη δήλωση διανομής, όπως ανέφερε, γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένο διαμέρισμα, του οποίου το εμβαδόν δεν γνωρίζει, αλλά διευκρίνισε ότι σε αυτή καθορίζεται ότι είναι: «έναντι της αντιπαροχής από τα διαμερίσματα από τα οποία θα λάβει ο Αζάς.». Ο μάρτυς δεν μπορούσε να απαντήσει σε ερωτήσεις για τα τετραγωνικά μέτρα κάθε διαμερίσματος και αν αυτό που αναφέρεται στην πιο πάνω συμφωνία διανομής καλύπτει όλο το ποσοστό της συμφωνίας αντιπαροχής που θα λάμβανε ο ιδιοκτήτης. Ανάφερε στη συνέχεια της αντεξέτασης του από τον κ. Κύπρο Ανδρέου ότι πράγματι μετά το 2008 ήτοι στις 22.07.2009 είχε κατατεθεί το πωλητήριο έγγραφο για ένα από τα διαμερίσματα του συγκροτήματος (τεκμ. 89), και στις 20.08.2009 ένα άλλο (τεκμ. 90). Διευκρίνισε περαιτέρω ότι όταν κατατίθεται αίτηση για καταναγκαστική πώληση ενός ακινήτου ενημερώνεται σχετικά από το Κτηματολόγιο ο ιδιοκτήτης του. Συμφώνησε ότι για να αποδεχθεί ένα πωλητήριο έγγραφο το κτηματολόγιο, στο οποίο ως πωλητής φαίνεται μια εταιρεία, θα πρέπει να το υπογράφει ο διευθυντής της και στο πωλητήριο (τεκμ. 12), αναγράφεται πράγματι ως μοναδικός διευθυντής της Famagusta η Μαρία Αντωνίου και συμφώνησε ότι έτσι ήταν και όταν είχαν κατατεθεί όλα τα πωλητήρια έγγραφα που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Ο κ. Παναγιώτης Στυλιανού (Μ.Κ.9), είναι κτηματολογικός λειτουργός στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου και εργάζεται στον Κλάδο Αναγκαστικών Πωλήσεων και Επιβαρύνσεων. Στην κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμ. 91), αναφέρεται στο πωλητήριο έγγραφο με ημερομηνία 7.02.2008 με το οποίο ο Τσαγγαρίδης είχε αγοράσει το διαμέρισμα 104 (Δ.4) από την Famagusta, το οποίο προσκομίστηκε στο κτηματολόγιο την ίδια πιο πάνω ημερομηνία και έλαβε τον αριθμό ΠΩΕ 239/
- Στις 12.08.2008 παρουσιάστηκε στο κτηματολόγιο γραπτή επιστολή υπογεγραμμένη από τον αγοραστή και με πιστοποίηση της υπογραφής του Τσαγγαρίδη από Πιστοποιών Υπάλληλο, με την οποία ζητούσε την ακύρωση του πιο πάνω πωλητηρίου εγγράφου - που όπως διευκρίνισε κατά την αντεξέταση του από τον κ. Κύπρο Ανδρέου για το κτηματολόγιο η σημασία της απόσυρσης του πωλητηρίου εγγράφου ήταν μόνο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης - και έτσι το κτηματολόγιο προχώρησε στη διαγραφή του από τα μητρώα του. Στις 3.10.2008 υποβλήθηκε για κατάθεση πωλητήριο έγγραφο με ημερομηνία 9.08.2008 (τεκμ. 92), για το ίδιο διαμέρισμα στο οποίο παρουσιάζονταν ως αγοραστές δύο άλλα πρόσωπα. Τα πιο πάνω έγγραφα ο μάρτυς τα είχε παραδώσει την ημέρα της κατάθεσης του στον αστυνομικό - εξεταστή της υπόθεσης κ. Γ. Καούλλα. Ο μάρτυς δέχθηκε ότι το πωλητήριο έγγραφο ΠΩΕ/24/2010 (τεκμ. 50), με ημερομηνία 18.01.2010 μεταξύ της Famagusta και του Τσαγγαρίδη έχει κατατεθεί στο κτηματολόγιο στις 19.01.2010 σύμφωνα με την απόδειξη που επισυνάπτεται σ΄αυτό και το οποίο με βάσει έλεγχο που έκανε και την έκθεση λεπτομερειών ακινήτου (τεκμ. 93), εξακολουθούσε να ήταν κατατεθειμένο μέχρι την ημερομηνία που κατέθετε στο Δικαστήριο, δηλαδή την 19.09.
- Ανάφερε τέλος ότι δεν είχαν πάρει οποιανδήποτε επιστολή ή οποιανδήποτε αγωγή ή διάταγμα από τον Τσαγγαρίδη αναφορικά με το πωλητήριο έγγραφο το οποίο αποσύρθηκε. Η κα Γκαλίνα Πιερή (Μ.Κ.10), είχε δώσει γραπτή κατάθεση στην αστυνομία την οποία υιοθέτησε και σημειώθηκε ως τεκμ.
- Είχε εργαστεί από τον Απρίλιο του 2008 μέχρι και τις 18.01.2010 στο γραφείο της Famagusta. Όπως αναφέρει, ιδιοκτήτες και μαστόροι στην εν λόγω εταιρεία ήταν ο Κυπριανού, τον οποίο αναγνώρισε στο εδώλιο, και η Μαρία Αντωνίου. Μέσα στα καθήκοντα της ήταν να δείχνει τα διαθέσιμα διαμερίσματα προς πώληση και ενοικίαση σε πελάτες και με οδηγίες των εργοδοτών της να μεταβαίνει σε τράπεζες και άλλες υπηρεσίες για διεκπεραίωση διαφόρων εργασιών. Εκτελούσε όπως ανέφερε διαταγές τόσο του Κυπριανού όσο και της Μαρίας Αντωνίου. Αναγνώρισε στην αστυνομία, όπως και ενώπιον του Δικαστηρίου, όταν της υποδείχθηκε, αντίγραφο της επιταγής (τεκμ. 24 β), στην οποία παρουσιάζεται ως η δικαιούχος της. Την επιταγή εκείνη τής την είχε δώσει ο μάστρος (εργοδότης) της ο Κυπριανού και με οδηγίες του, αφού συμπλήρωσε το όνομα της ως δικαιούχου, πήγε στην τράπεζα και την εξαργύρωσε σε μετρητά τα οποία έδωσε στην συνέχεια σ΄αυτόν. Η ίδια δεν ήξερε που είχε βρει εκείνη την επιταγή ο μάστρος της. Καθ΄ όλο το διάστημα που είχε εργαστεί στην εταιρεία, έτυχε πολλές φορές να εξαργυρώσει κατά παρόμοιο τρόπο επιταγές που τις πλείστες φορές της τις έδιδε ο Κυπριανού όπως και μερικές φορές η Μαρία Αντωνίου. Απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις, ανέφερε ότι ήταν ο Κυπριανού ο οποίος την είχε προσλάβει στην δουλειά και αυτός ήταν που την πλήρωνε. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι δεν θυμόταν να είχε καταθέσει τέτοιες επιταγές στον προσωπικό λογαριασμό του Κυπριανού, εκείνο όμως που έκανε ήταν να εκτελεί πιστά τις οδηγίες που της έδιδε κάθε φορά. Όταν είχε φύγει από τη δουλειά θυμόταν ότι της χρωστούσαν τους μισθούς δύο μηνών τους οποίους δεν είχε πληρωθεί μέχρι και την ημέρα που κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου παρά τις κατά καιρούς υποσχέσεις του Κυπριανού. Δεν προχώρησε να διεκδικήσει δικαστικά αυτούς τους μισθούς τούς οποίους θεωρεί ότι τους δικαιούται. Ανέφερε ότι ο Κυπριανού είχε ενεργό ανάμιξη στα της εταιρείας καθώς ήταν αυτός που την προσέλαβε στη δουλειά, αυτός την πλήρωνε και αυτός ήταν που δεχόταν πελάτες στο γραφείο και αυτόν αναζητούσαν πελάτες όταν πήγαιναν εκεί. Γι΄ αυτό θεωρούσε τον Κυπριανού ως τον ιδιοκτήτη της εταιρείας παρόλο ότι δεν είχε δει κάποιο έγγραφο της εταιρείας που να το επιβεβαιώνει αυτό και επίσημα. Σε υποβολή ότι ήταν η εταιρεία που την πλήρωνε, ανέφερε ότι την πλήρωνε πάντοτε σε μετρητά ο Κυπριανού αλλά δεν μπορούσε να ξέρει αν πίσω από αυτόν ήταν κάποια εταιρεία. Τους εκδότες της επιταγής (τεκ.24β), δεν τους γνώριζε ούτε και τους είδε ποτέ. Όταν είχε πάει στην τράπεζα για να εξαργυρώσει την επιταγή δεν θυμόταν αν είχε επικοινωνήσει η τράπεζα με τους εκδότες της. Από ό,τι ήξερε η Μαρία Αντωνίου ήταν σύζυγος του Κυπριανού. Η Μαρία Αντωνίου σπάνια πήγαινε στο γραφείο και δεν θυμόταν να είχε αλλάξει στην τράπεζα επιταγές που της είχε δώσει εκείνη. Ήταν σίγουρη ότι τα χρήματα που πήρε από την τράπεζα μετά την εξαργύρωση της συγκεκριμένης επιταγής (τεκμ.24β), τα είχε δώσει στον Κυπριανού. Η κα Έλενα Χ¨ Παρασκευά (Μ.Κ. 11), αναγνώρισε και υιοθέτησε την κατάθεση που έδωσε στην αστυνομία η οποία κατατέθηκε και σημειώθηκε ως τεκμ.
- Από το έτος 2004 μέχρι και το τέλος του 2008 είχε εργαστεί στην Famagusta. Εκτελούσε παρόμοια καθήκοντα με την προηγούμενη μάρτυρα. Είχε αναγνωρίσει στην αστυνομία ένα αντίγραφο μιας επιταγής, το τεκμ.66, όπως κατατέθηκε στο Δικαστήριο, την οποία είχε εξαργυρώσει η ίδια αφού συμπλήρωσε το όνομα της ως της δικαιούχου με οδηγίες του Κυπριανού και τα χρήματα που πήρε τα είχε δώσει μετρητά στον Κυπριανού που ήταν ο ιδιοκτήτης της εταιρείας. Η ίδια δεν επιθυμούσε να προβαίνει στην εξαργύρωση επιταγών κατά τον πιο πάνω τρόπο και γι΄αυτό δεν έπαιρνε την ταυτότητα της στη δουλειά για να δικαιολογείται γι΄αυτή την αρνητική της στάση. Τη συνέντευξη και τη συμφωνία για την εργοδότηση της την είχε κάνει με τον Κυπριανού τον οποίον αναγνώρισε στο εδώλιο. Τα καθήκοντα της στην εργασία της τα κανόνιζε πάντοτε ο Κυπριανού. Είχε φύγει από την δουλειά όταν άρχισαν να μη πηγαίνουν καλά οι δουλειές. Όταν είχε φύγει από τη δουλειά της τής οφείλονταν μισθοί για δύο μήνες. Μετά από διαβήματα της μέσω του Γραφείου Εργασίας πήρε τον έναν από αυτούς ενώ της οφειλόταν μέχρι και την ημέρα που κατάθεσε στο Δικαστήριο ο τελευταίος της μηνιαίος μισθός. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι το προσωπικό της εταιρείας στην οποία εργαζόταν άλλαζε συνεχώς και πότε είχε σαράντα άτομα εργοδοτούμενα και πότε είκοσι, συνεχώς έρχονταν και έφευγαν υπάλληλοι. Η ίδια πληρωνόταν πάντοτε τοις μετρητοίς και πάντοτε από τον ίδιο τον Κυπριανού καθώς αυτή ήταν η συμφωνία τους. Ίσως κάποια φορά στην αρχή της εργοδότησης της να είχε πληρωθεί με επιταγή. Δεν γνώριζε τους εκδότες της επιταγής του τεκμ.
- Η ίδια δεν είχε καμιά σχέση με την Μαρία Αντωνίου και ήξερε ως μάστρο της τον Κυπριανού. Αν στο γραφείο έκαναν κάτι μετά από οδηγίες της Μαρίας Αντωνίου, τότε γινόταν καβγάς από τον Κυπριανού γι΄αυτό όταν η Μαρία Αντωνίου τους έδιδε οποιεσδήποτε οδηγίες δεν υπάκουαν σε αυτές. Παρόλο ότι είχε μεταβεί σε κάποια έκθεση στην Αγγλία μαζί με την Μαρία Αντωνίου, εντούτοις δεν γνώριζε την ιδιότητα και την θέση της στην εταιρεία. Αρνήθηκε υποβολή ότι ήταν η Μαρία Αντωνίου που την είχε προσλάβει το 2004 και όχι ο Κυπριανού όπως ανέφερε στην κυρίως εξέταση της. Παραδέχθηκε ότι έφυγε δυσαρεστημένη από την δουλειά της. Οι γραμματειακές της γνώσεις είναι αυτές της 2ας τάξης του Γυμνασίου. Όταν της υποβλήθηκε ότι ήταν στην εταιρεία που εργαζόταν και ότι αυτή ήταν που την πλήρωνε, ανέφερε ότι την ίδια την πλήρωνε προσωπικά πάντοτε ο Κυπριανού σε μετρητά ο οποίος με τις ενέργειες του, όπως τις αντιλαμβανόταν η ίδια, ήλεγχε τις δραστηριότητες της εταιρείας. Δεν θυμόταν τους εκδότες της επιταγής (τεκμ.66), δεν απέκλεισε όμως να τους είχε δει κάποτε στο γραφείο τους. Ήταν στον ίδιο τον Κυπριανού που έδωσε τα χρήματα όταν εξαργύρωσε την πιο πάνω επιταγή μετά από δικές του οδηγίες στις οποίες υπάκουε καθώς αν δεν το έκανε θα την απέλυε από την δουλειά της. Γνώριζε την Μαρία Αντωνίου η οποία μετέβαινε στο γραφείο της εταιρείας, δε γνώριζε αν αυτή ήταν διευθύντρια της εταιρείας και δεν θυμόταν αν αυτή της είχε δώσει ποτέ επιταγή για να εξαργυρώσει. Εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου της, κατατέθηκε και σημειώθηκε ως τεκμ. 96 η κατάθεση που είχε δώσει στην αστυνομία η κα Λιλιάνα Πόποβιτς στις 10.02.
- Σύμφωνα με΄τα την κατάθεση της ήταν και αυτή υπάλληλος στην Famagusta, της οποία ιδιοκτήτες ήταν ο Κυπριανού και η Μαρία Αντωνίου. Έκανε και αυτή ξεναγήσεις σε πελάτες - ενδιαφερόμενους για αγορά διαμερισμάτων ή σπιτιών. Τον Μάιο του 2008 είχε επισκεφθεί το γραφείο τους το ζεύγος Σωκράτους από τη Λευκωσία και έψαχναν να αγοράσουν ένα σπίτι. Πήρε οδηγίες από τον Κυπριανού και τους έδειξε διάφορα σπίτια που είχαν προς πώληση στην περιοχή Παραλιμνίου. Πράγματι τους άρεσε κάποιο σπίτι και η συμφωνία έγινε με τον Κυπριανού στα γραφεία τους στη Λευκωσία. Μετά από οδηγίες του Κυπριανού, όταν είχε κλείσει η συμφωνία παρέδωσε τα κλειδιά του διαμερίσματος στο πιο πάνω ζευγάρι. Ό,τι είχε κάμει σε σχέση με την υπόθεση αυτή ήταν μετά από οδηγίες του μάστρου (εργοδότη) της του Κυπριανού. Η κα Έλενα Λαμπάσκη (Μ.Κ.12), ήταν Τμηματάρχης για τους τρεχούμενους λογαριασμούς στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Ελλήνων Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης Κύπρου (ΣΤΕΛΜΕΚ Λ.Τ.Δ.), και είχε δώσει κατάθεση στην αστυνομία η οποία σημειώθηκε ως τεκμ. 97 την οποία υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου. Μεταξύ των πελατών τους ήταν και ο Γιάννης Σωκράτους ο οποίος διατηρούσε τρεχούμενο λογαριασμό με δικαίωμα έκδοσης επιταγών. Ο εν λόγω πελάτης τους στις 14.07.2006 είχε εκδώσει την επιταγή με αριθμό 03368165 για το ποσό των €80.000,00, σε αυτή είχε αναγραφεί ως δικαιούχο πρόσωπο η Δέσπω Βρυωνίδου. Την εν λόγω επιταγή παρέδωσε στον αστυνομικό - εξεταστή της υπόθεσης και την αναγνώρισε ως το τεκμ.
- Εξήγησε ότι σύμφωνα με τη σφραγίδα που φέρει στην μπροστινή της όψη, η επιταγή αυτή εξαργυρώθηκε σε μετρητά στις 17.07.08 και την ίδια ημέρα χρεώθηκε ο λογαριασμός του πελάτη τους. Ο κ. Χαράλαμπος Σωκράτους (Μ.Κ.13), ήταν διευθυντής καταστήματος της Λαϊκής Τράπεζας στην Κάτω Δευτερά και είχε δώσει και αυτός κατάθεση στην αστυνομία την οποία υιοθέτησε και κατάθεσε και σημειώθηκε ως τεκμ.
- Μεταξύ των πελατών τους είναι ο κ. Γιαννάκης Σωκράτους και Χαρούλα Νικολοπούλου οι οποίοι διατηρούσαν τρεχούμενο λογαριασμό με δικαίωμα έκδοσης επιταγών. Τις επιταγές είχαν δικαίωμα να τις υπογράφει είτε ο ένας είτε ο άλλος. Αναφέρθηκε στις διάφορες επιταγές που εξέδωσαν από τον εν λόγω λογαριασμό με δικαιούχο τη Famagusta. Η μια αφορούσε το ποσό των €5.000,00 η οποία εκδόθηκε την 1.06.08 και κατατέθηκε σε λογαριασμό της Famagusta. Μια άλλη επιταγή με ημερομηνία 11.06.2008 για ποσό €15.000,00 στην οποία φαίνεται ως δικαιούχος η Γκαλίνα Πάντακ Πιερή εξαργυρώθηκε σε μετρητά. Στις 12.07.2008 εξέδωσαν επιταγή για ποσό €5.377,00 όπου αναγράφηκε ως δικαιούχος η Έλενα Χ¨ Παρασκευά, επιταγή η οποία επίσης εξαργυρώθηκε σε μετρητά. Όλες οι πιο πάνω επιταγές εξαργυρώθηκαν και χρεώθηκε ανάλογα ο λογαριασμός των πελατών τους. Τα πρωτότυπα των δύο πρώτων επιταγών τα παρέδωσε στον αστυνομικό - εξεταστή της υπόθεσης κ. Γ. Καούλλα ενώ για την τρίτη επιταγή, της οποίας το πρωτότυπο είχε καταστραφεί σε πυρκαγιά που είχε συμβεί στις αποθήκες της τράπεζας κατά τον Ιανουάριο του 2009, παρέδωσε φωτοαντίγραφο της το οποίο έκδωσε από τον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή υπογράφοντας το και θέτοντας την σφραγίδα της τράπεζας. Τις εν λόγω επιταγές αναγνώρισε ως τα τεκμ. 24 (α) και (β) και
- Γνώριζε ο μάρτυς από ό,τι είχε πληροφορηθεί από τον κ. Σωκράτους ότι οι πληρωμές αυτές που έγιναν με τις πιο πάνω επιταγές αφορούσαν την αγορά κάποιας εξοχικής κατοικίας αν και δεν είναι σύνηθες ή αναγκαίο να γνωρίζουν ως τραπεζίτες τον σκοπό για τον οποίο εκδίδονται οι επιταγές των πελατών τους. Ο κ. Ανδρέας Σωφρονίου (Μ.Κ.14), είναι υπάλληλος της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Πίστεως Κλήρου, είχε δώσει κατάθεση στην αστυνομία το περιεχόμενο της το υιοθέτησε, την κατέθεσε και σημειώθηκε ως τεκμ.
- Είχαν εκδώσει προς όφελος των πελατών τους κ. Γιαννάκη Σωκράτους και κας Χαρούλας Νικολοπούλου επιταγή για το ποσό των €111,616,
- Η επιταγή αυτή εξαργυρώθηκε στην Κεντρική Συνεργατική Τράπεζα στη Λευκωσία σε μετρητά από την τελευταία οπισθογράφο της που ήταν η Δέσπω Βρυωνίδου. Την εν λόγω επιταγή παρέδωσε στον αστυνομικό - εξεταστή της υπόθεσης κ. Γ. Καούλλα και την αναγνώρισε ως το τεκμ.
- Η κατάθεση στην αστυνομία της κας Δέσπως Βρυωνίδου κατατέθηκε εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου της και σημειώθηκε ως τεκμ.
- Σε αυτήν είχε αναφέρει ότι ο Κυπριανού, πρώην σύζυγος της, ήταν ο ιδιοκτήτης της Famagusta. Είχε αναγνωρίσει τα τεκμ. 25 και 26 ως τις δύο επιταγές, τις οποίες τις είχε εξαργυρώσει, όπως εξάλλου φαινόταν από τις οπισθογραφήσεις σε αυτές. Η μια ήταν του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Ελλήνων Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης Κύπρου για το ποσό των €80.000,00 με εκδότη τον Γιάννο Σωκράτους και η άλλη της Κεντρικής Συνεργατικής Τράπεζας Λτδ για το ποσό των €111.616,00 τις οποίες είχε εξαργυρώσει η ίδια στο Κεντρικό Κατάστημα της Συνεργατικής Τράπεζας στην περιοχή του παλαιού Γ.Σ.Π. στη Λευκωσία. Τις επιταγές αυτές της τις είχε δώσει ο Κυπριανού ζητώντας της ως χάρη να τις εξαργυρώσει σε μετρητά και να του δώσει τα χρήματα όπως και έγινε. Ισχυρίστηκε ότι διατηρούσε τυπικές σχέσεις με τον πρώην σύζυγο της χάριν των δύο παιδιών τους και ότι δεν αναμειγνυόταν στις επαγγελματικές του υποθέσεις ούτε και σε αυτές της εταιρείας του της Famagusta. Εκ συμφώνου κατατέθηκε και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του, το διάταγμα εκκαθάρισης της Famagusta με ημερομηνία 9.12.2011, το οποίο σημειώθηκε ως τεκμ. 101 και ως τεκμ. 102 το έντυπο ΗΕ 4 από τον φάκελο της Famagusta που τηρείται στον Έφορο Εταιρειών, το οποίο αφορά την κοινοποίηση αλλαγής των Αξιωματούχων της όπου ως ημερομηνία διορισμού του Κυπριανού ως διευθυντού της φαίνεται η 22.01.
- Όταν κλήθηκαν σε απολογία οι κατηγορούμενοι σε όλες τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου η μεν κατηγορούμενη 1 επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής ο δε κατηγορούμενος 2 κατάθεσε ενόρκως και κάλεσε 8 μάρτυρες προς υπεράσπιση του (Μ.Υ.). Ο κ. Κυπριανού - κατηγορούμενος 2, κατά την ένορκη κατάθεση του - η γραπτή δήλωση του σημειώθηκε ως Έγγραφο 1 ως μέρος της κυρίως εξέτασης του - προέβη σε μια ιστορική αναδρομή της ίδρυσης της εταιρείας Famagusta. Αναφέρθηκε επίσης στις σχέσεις του με την Μαρία Αντωνίου και την εμπλοκή της ως μετόχου και διευθύντριας στην Famagusta. Η εταιρεία ιδρύθηκε, όπως ανάφερε, τον Νοέμβριο του 2002 με μετόχους την Μαρία Αντωνίου με 5.000 μετοχές και την μητέρα του την Χρυστάλλα Κυπριανού η οποία κατείχε τις υπόλοιπες 5.000 μετοχές. Αποκαλύφθηκε κατά την αντεξέταση του ότι η μητέρα του μπήκε στην εταιρεία καθώς ο ίδιος ήταν πτωχεύσας και δεν είχε νομικά τη δυνατότητα συμμετοχής του σε εταιρεία. Η εν λόγω εταιρεία δραστηριοποιήθηκε στην οικοδομική βιομηχανία με μεγάλη επιτυχία, όπως χαρακτήρισε τις δραστηριότητες της. Ο ίδιος ενεπλάκη ενεργά στα της εταιρείας από το
- Ισχυρίστηκε ότι είχε γνωρίσει τον Αζά (Μ.Κ.4), στα γραφεία της εταιρείας Famagusta στο Παραλίμνι αρχές του 2005 και διέψευσε τον ισχυρισμό του Αζά ότι ήταν μαζί που είχαν συμφωνήσει για την αντιπαροχή των δύο οικοπέδων του ήδη από την 1.05.
- Ισχυρίστηκε ότι ο Αζάς συνέταξε τη συμφωνία αυτή με την Μαρία Αντωνίου που ήταν διευθύντρια της Famagusta και την υπέγραψαν στις 15.07.2005, συμφωνία η οποία καταχωρήθηκε στο κτηματολόγιο την 3.08.
- Η συμφωνία αντιπαροχής προνοούσε ότι η Famagusta θα έδιδε στον Αζά το 20% των διαμερισμάτων που θα έκτιζε, νοουμένου ότι αυτός θα τηρούσε τους όρους της συμφωνίας. Δεν είχαν συμφωνήσει ούτε τον αριθμό των διαμερισμάτων ούτε και ποια συγκεκριμένα από αυτά θα παραχωρούνταν σε αυτόν. Διέψευσε τον ισχυρισμό του Αζά ότι είχαν συμφωνήσει για τον αριθμό των διαμερισμάτων που θα ανεγείρονταν και ότι αυτά θα ήταν 12 και ότι αυτός θα εδικαιούτο τρία συγκεκριμένα από αυτά. Προβαίνει σε ευρύ σχολιασμό της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας Αζά, Τσαγγαρίδη και Σωκράτους διαψεύδοντας πολλά από τα λεγόμενα τους και αντί τούτων παράθεσε τη δική του εκδοχή για κάθε ένα από τα γεγονότα στα οποία αυτοί αναφέρθηκαν. Σε σχέση με τον Αζά διερωτήθηκε πως είναι δυνατόν, μετά που αυτός είχε διαπιστώσει δήθεν την πλαστογραφία της υπογραφής του, να υπογράφει μεταγενέστερα την πώληση δύο ακόμα διαμερισμάτων και να υπογράφει στις 6.10.2009 με την Μαρία Αντωνίου, για λογαριασμό της Famagusta, συμφωνία διανομής η οποία καταχωρήθηκε στο κτηματολόγιο. Σχολίασε το γεγονός ότι ο Αζάς ενώπιον του Δικαστηρίου παραδέχθηκε ότι δεν αρνήθηκε ποτέ να υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο που του ζητήθηκε με απώτερο σκοπό να ολοκληρωθεί το έργο το συντομότερο. Έχοντας μια τέτοια αγαστή συνεργασία, διερωτήθηκε ποιος λόγος υπήρχε να πλαστογραφήσει τις υπογραφές του Αζά σε πωλητήρια έγγραφα. Ισχυρίστηκε ότι ο Αζάς είχε αποκρύψει το γεγονός ότι δεν μπορούσε να τους μεταβιβάσει τα μερίδια επί των δύο οικοπέδων λόγω των εμπράγματων βαρών που εκκρεμούσαν σ΄αυτά, κάτι που τους είχε αποκρύψει όταν συμφωνούσαν για την αντιπαροχή τους. Απέδωσε την καταγγελία του Αζά στο οικονομικό αδιέξοδο στο οποίο βρέθηκε όταν είχε υπολογίσει όλα τα χρήματα που όφειλε για να ξοφλήσει τα χρέη του και διαπίστωσε ότι αυτά δεν τον αρκούσαν, διαφορετικά διερωτήθηκε γιατί δεν έκανε την καταγγελία του αμέσως μόλις είχε διαπιστώσει τις κατ΄ ισχυρισμό πλαστογραφίες των υπογραφών του στα πωλητήρια έγγραφα. Προς επίρρωση δε αυτού του ισχυρισμού του επανέλαβε τον συλλογισμό του για τα δύο μεταγενέστερα πωλητήρια έγγραφα διαμερισμάτων και τη συμφωνία διανομής με ημερομηνία 6.10.
- Αναφέρθηκε περαιτέρω στις προσπάθειες που καταβλήθηκαν ακόμη και μετά την καταγγελία του για διευθέτηση της υπόθεσης με τον Αζά και ακόμα σε αυτές εκκρεμούσης της παρούσας διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου με την κατανόηση που επιδείχθηκε εκ μέρους του Δικαστηρίου, ακόμα και στο ποσό που είχαν συμφωνήσει να δοθεί στον Αζά πέραν του διαμερίσματος που του παραχώρησαν. Όλα αυτά, παρά το γεγονός ότι εναντίον της Famagusta είχε εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης στις 9.12.2011 και πάντοτε σε συνεννόηση προς τούτο με τον Έφορο Εταιρειών, ο οποίος, όπως ισχυρίστηκε δεν θα είχε πρόβλημα αν πληρούνταν κάποιες προϋποθέσεις, να διευκόλυνε την κατάσταση. Καταλόγισε στον Αζά ότι τους απέκρυψε την ύπαρξη εμπραγμάτων βαρών στα οικόπεδα, κάτι που αν γνώριζαν δεν θα προχωρούσαν με τη συμφωνία αντιπαροχής. Χαρακτηρίζει την εμπλοκή του στα της Famagusta ως υπαλληλική μέχρι και τον Ιανουάριο του 2010 που ανέλαβε ως διευθυντής της, αλλά παράλληλα παραδέχεται την προγενέστερη «δυναμική» του παρουσία, όπως την χαρακτηρίζει, η οποία οφειλόταν στο ότι η μητέρα του, η οποία είχε διαθέσει τα πρώτα κεφάλαια για την λειτουργία της, κατείχε το 50% των μετοχών της. Η εμπλοκή του στην οικοδόμηση του έργου στα οικόπεδα του Αζά ήταν μόνο όσα αφορούσαν την τεχνική του κατάρτιση. Ο ίδιος δεν είχε συντάξει ποτέ οποιοδήποτε πωλητήριο έγγραφο ή είχε προβεί στην κατάθεση του στο κτηματολόγιο καθώς όλα αυτά ήταν δουλειά της Μαρίας Αντωνίου, η οποία ήταν η διευθύντρια της εταιρείας μέχρι και τον Ιανουάριο του
- Αναφέρθηκε στην από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 γνωριμία του με τον Τσαγγαρίδη (Μ.Κ.5), και τη μακρόχρονη και ποικιλότροπη συνεργασία τους. Παραδέχθηκε την προγενέστερη οικονομική εκκρεμότητα που είχε μαζί με τον πιο πάνω, στον οποίο όφειλε κάποια χρήματα από λογιστικές υπηρεσίες που πρόσφερε σε εταιρείες του, και τη συμφωνία τους να του πωλήσει διαμέρισμα όπου η προγενέστερη οφειλή του θα λογιζόταν ως προκαταβολή για την αγορά του διαμερίσματος 104 στο κτιριακό συγκρότημα Famagusta Gardens
- Ο Τσαγγαρίδης είχε εκφράσει επιθυμία όπως του εξεύρουν πελάτη για το εν λόγω διαμέρισμα. Όταν πράγματι βρήκαν ενδιαφερόμενους πελάτες, στις αρχές του καλοκαιριού του 2008, του είχαν δώσει προκαταβολή €1.700,00 και υπογράφτηκε σχετική απόδειξη όπως και το ακυρωτικό έγγραφο τα οποία είναι κατατεθειμένα ως τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου. Παραδέχεται στη δήλωση του ότι ο πιστοποιών υπάλληλος Μιχάλης Χαραλάμπους, γνώριμος κατ΄ισχυρισμό του τού Τσαγγαρίδη, πιστοποίησε την υπογραφή του Τσαγγαρίδη στην ακυρωτική συμφωνία μεταγενέστερα της υπογραφής του, πιστοποίηση η οποία θα καθιστούσε έτσι έγκυρο το έγγραφο. Έδωσε τη δική του εκδοχή σε σχέση με τις προσπάθειες που κατέβαλαν για τη διευθέτηση της υπόθεσης με τον Τσαγγαρίδη στον οποίο, εκτός από μετρητά και επιταγές για διάφορα ποσά, τόσο ο ίδιος όσο και η Μαρία Αντωνίου και προς τούτο κατάθεσε τρία φωτοαντίγραφα τέτοιων επιταγών ως τεκμ. 103 άλλο μεγαλύτερης αξίας διαμέρισμα στο ίδιο συγκρότημα και αργότερα την παραχώρηση μιας μεζονέτας στο Μενεού μεγαλύτερης αξίας, υπογράφοντας σχετικό πωλητήριο έγγραφο το οποίο κατατέθηκε στο κτηματολόγιο Λάρνακας, δηλώνοντας ο Τσαγγαρίδης ταυτόχρονα πως δεν είχε πλέον καμιά απαίτηση από την Famagusta. Επί πλέον των πιο πάνω διευθετήσεων παραχωρήθηκαν στον Τσαγγαρίδη και δύο αυτοκίνητα μάρκας Audi των οποίων η αξία υπερβαίνει κατά πολύ τις €20.000,00, κάτι που απέκρυψε και δεν αποκάλυψε ο Τσαγγαρίδης στις καταθέσεις του στην αστυνομία. Απέδωσε την εμμονή του Τσαγγαρίδη στην καταγγελία του στο προσωπικό του πρόβλημα με τις αρχές κατά την ίδια χρονική περίοδο όταν καταγγέλθηκε και στη συνέχεια καταδικάστηκε για απόπειρα βιασμού μιας Βιετναμέζας οικιακής βοηθού και ότι συνεπεία της υπόθεσης εκείνης χρειαζόταν χρήματα. Δεν είχε λόγον να πλαστογραφήσει το ακυρωτικό έγγραφο με τον Τσαγγαρίδη καθώς ο τελευταίος ήθελε να πωλήσει το εν λόγω διαμέρισμα, γι΄αυτό και δέχθηκε την προκαταβολή των €1.700,
- Σε σχέση με τον Σωκράτους και τη σύζυγο του, ανέφερε ότι τους είχε γνωρίσει για πρώτη φορά την 1.06.2008 όταν αυτοί ενδιαφέρθηκαν να αγοράσουν κάποια οικία, της οποίας δικαιούχοι ήταν ένα ζευγάρι Άγγλων. Πράγματι συμφώνησαν ως τίμημα το ποσό των €216,000,00 πέραν του ποσού που απαιτούσαν οι πωλητές, που ήταν το ποσό των €200.000,00, έτσι ώστε να εξασφαλίσει και η Famagusta κέρδος ύψους €8.000,00 εφόσον τις €8.000,00 θα τις έπαιρνε το κτηματομεσιτικό Sabbianco Properties Ltd που τους έστειλε τον πελάτη. Σε αυτή πράγματι καταβλήθηκε το πιο πάνω ποσό όπως ισχυρίστηκε παρουσιάζοντας φωτοαντίγραφο απόδειξης για ποσό όμως μόνο των €4.000,00 (τεκμ. 104), ενώ πράγματι στο τιμολόγιο 104 Α αναφέρεται το ποσό των €8.000,
- Παραδέχθηκε την καταβολή εκ μέρους τού πιο πάνω ζευγαριού στη Famagusta του συμφωνηθέντος τιμήματος των €216.000,00 εκ των οποίων, στον αντιπρόσωπο του ζεύγους των Άγγλων, τον δικηγόρο Αδάμο Χ¨ Χριστοδούλου, η Μαρία Αντωνίου κατέβαλε το ποσό των €40.000,
- Παρέδωσαν αμέσως την κατοχή της εν λόγω οικίας στο ζεύγος Σωκράτους σε συνεννόηση με το ζεύγος των Άγγλων. Ο ίδιος δεν έλαβε κανένα ποσό προσωπικά. Κατά τον καταρτισμό των εγγράφων, είχαν διαπιστώσει ότι την εν λόγω οικία ναι μεν την είχαν αγοράσει ως δεύτεροι αγοραστές το ζεύγος των Άγγλων, αλλά δεν είχαν αυτοί κατατεθειμένο έγγραφο στο κτηματολόγιο. Όταν αργότερα ο δικηγόρος κ. Αδάμος Χ¨ Χριστοδούλου τους ενημέρωσε ότι θα μπορούσαν να προχωρήσουν με την αγοραπωλησία της οικίας, ανέλαβε η Μαρία Αντωνίου να εξοφλήσει το υπόλοιπο του τιμήματος των €160.000,00, όμως οι επιταγές της, όπως και κάποιων πελατών της Famagusta που εκδόθηκαν κατά καιρούς, επιστράφηκαν ακάλυπτες. Ισχυρίστηκε ότι η Famagusta είχε την οικονομική ευχέρεια να εξοφλήσει το πιο πάνω ποσό, όμως αυτό δεν έγινε συνεπεία κάποιας άλλης διαφοράς με άλλο πελάτη ο οποίος παγοποίησε τους τραπεζικούς της λογαριασμούς όπως επίσης συνεπεία κάποιων διαφορών της εταιρείας με τον φόρο εισοδήματος, ήταν δε αυτοί οι λόγοι που δεν επέτρεψαν τη μεταβίβαση, παρόλες τις προσπάθειες που κατ΄ισχυρισμό του καταβλήθηκαν. Οι προσπάθειες αυτές προσέλαβαν διάφορες μορφές και συμφωνίες όπως ήταν και υπογραφή γραμματίου ύψους €227.000,00 το οποίο αντιπροσώπευε ολόκληρο το ποσό των €216,000.00 που έδωσε το ζεύγος Σωκράτους στη Famagusta και επί πλέον συμφωνηθείσα αποζημίωση ύψους €11.000,00 για τα έξοδα τους. Αναφέρθηκε σε έκταση και στις μεταγενέστερες προσπάθειες που έγιναν για διευθέτηση της μεταξύ τους οικονομικής διαφοράς για το ποσό των €227.000,00, όπως ήταν και η παραχώρηση μια οικίας στο Μενεού. Κατά τον συλλογισμό του και σε αναφορά στις διευθετήσεις που έγιναν με το ζεύγος Σωκράτους κατά καιρούς αυτοί έχουν πλήρως αποζημιωθεί. Αναφορά έκαμε επίσης και στα γεγονότα που ακολούθησαν τη σύλληψη του την 19.01.2010 και στην κατάθεση του της επομένης 20.01.2010, όπου όπως ανέφερε είχε δύο επιλογές, είτε να χανόταν το καλό όνομα της εταιρείας με τη δημοσιότητα που θα διδόταν στο γεγονός είτε να έδιδε μια πολύ συνοπτική κατάθεση παραδοχής, που όπως του είχαν υποσχεθεί οι αστυνομικοί, σε περίπτωση που θα διευθετούσε τις εκκρεμότητες με τους παραπονούμενους δεν θα παρουσιαζόταν η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Έκανε επίσης αναφορά στον τρόπο χειρισμού της κατάθεσης του στην αστυνομία από τους προηγούμενους δικηγόρους του, οι οποίοι δεν ακολούθησαν τις οδηγίες του για διεξαγωγή δίκης εντός δίκης, για να αποκαλυφθούν οι συνθήκες που την είχε δώσει και για τούτο τους έπαυσε και τους κατήγγειλε στον Γενικό Εισαγγελέα για αντιεπαγγελματική συμπεριφορά σε βάρος του, προς τούτο κατάθεσε ως τεκμ. 105 αντίγραφο της επιστολής του και αντίγραφο της απαντητικής επιστολής που έλαβε από τον Γενικό Εισαγγελέα ότι εξετάζεται η υπόθεση από τα Πειθαρχικό Συμβούλιο ως τεκμ.
- Χαρακτήρισε την εν λόγω κατάθεση του ως γενική και αόριστη η οποία αποσκοπούσε στο να αποφύγει το διασυρμό και να κερδίσει χρόνο για να διευθετήσει τις εκκρεμότητες της εταιρείας καθώς θα αποχωρούσε από αυτήν η Μαρία Αντωνίου. Παραδέχεται, κάνοντας τους δικούς του υπολογισμούς, ότι ο Αζάς εκτός από το διαμέρισμα που του παραχωρήθηκε και κατέχει μέχρι σήμερα, για να συμπληρωθεί το ποσοστό που συμφωνήθηκε για την αντιπαροχή των οικοπέδων του, δηλαδή το 20%, δικαιούται και ένα ποσό σε μετρητά καθώς η παραχώρηση ενός ακόμα διαμερίσματος θα υπερκάλυπτε το πιο πάνω ποσοστό. Κατέθεσε και σημειώθηκε ως τεκμ. 107 αντίγραφο της άδειας οικοδομής με αριθμό 3063 η οποία φαίνεται ότι εκδόθηκε για την ανέγερση στα δύο οικόπεδα 13 οικιστικών διαμερισμάτων. Τέλος, κατέθεσε και σημειώθηκε ως τεκμ. 108, απόδειξη είσπραξης από το ζεύγος Σωκράτους για το ποσό των €195.000,00, επεξηγώντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε αυτή η απόδειξη, όταν είχαν καταθέσει στο κτηματολόγιο το έγγραφο που αφορούσε το σπίτι που συμφώνησαν στο Μενεού. Παραδέχθηκε ότι σε «αόριστο αριθμό ¨προχείρων εγγράφων¨, όπως τα χαρακτηρίζει, υπέγραψε για λογαριασμό του Αζά.» καθώς όπως υποστηρίζει στην συνέχεια «δεν υπήρχε κανένας λόγος να υπογράφουμε για λογαριασμό του, αφού ο ίδιος ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι όποια έγγραφα του παρουσιάζαμε τα υπέγραφε χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή σχόλιο.» Σχολίασε τον τρόπο λήψης των δειγμάτων γραφής του από τους ανακριτές και το γεγονός ότι ο Αζάς δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο προς ακύρωση της πώλησης που ισχυρίζεται ότι έγινε χωρίς την έγκριση του. Ο κατηγορούμενος 2, συνοψίζοντας στη συνέχεια τους ισχυρισμούς του αρνήθηκε ότι έχει οικειοποιηθεί οποιοδήποτε από τα ποσά που έδωσε το ζεύγος Σωκράτους τα οποία πήγαν στον λογαριασμό της Famagusta και σε κάθε περίπτωση οι διαφορές τους έχουν διευθετηθεί κατά τον τρόπο που αυτός βέβαια αντιλαμβάνεται το ζήτημα. Ούτε και με τον Τσαγγαρίδη παραμένει οποιαδήποτε οικονομική διαφορά, ο οποίος παρέλαβε μεγαλύτερο και ακριβότερο διαμέρισμα από αυτό που αρχικά είχαν συμφωνήσει. Καταλόγισε σε αυτόν όπως και στους υπόλοιπους παραπονούμενους το γεγονός ότι δεν επανήλθαν με συμπληρωματική κατάθεση τους να αποκαλύψουν στις ανακριτικές αρχές όσα απέκρυψαν στις αρχικές τους καταθέσεις και ότι στο μεταξύ έγιναν μεταξύ τους διευθετήσεις προς ικανοποίηση τους. Τέλος, αρνήθηκε ότι ενήργησε παράνομα η δόλια ή με σκοπό να προκληθεί οποιαδήποτε ζημιά ή βλάβη σε οποιονδήποτε και επανέλαβε ότι θα έπρεπε στο εδώλιο να βρισκόταν και η Μαρία Αντωνίου, διευθύντρια της Famagusta κατά τον επίδικο χρόνο. Μόλις τον Ιανουάριο του 2010 η Μαρία Αντωνίου αποχώρησε από την εταιρεία ως διευθύντρια και μέτοχος της, τις μετοχές της τις μεταβίβασε στην μητέρα του και ο ίδιος διορίστηκε διευθυντής της. Επανέλαβε κατά την αντεξέταση του τα περί πιέσεων που δέχθηκε συνεπεία της παρουσίας των ΜΜΕ έξω από τον αστυνομικό σταθμό, για να δώσει μια «πρόχειρη» όπως την χαρακτήρισε κατάθεση, με την υπόσχεση ότι μόλις έκαναν τις σχετικές δηλώσεις τους οι παραπονούμενοι, τότε δεν θα παρουσίαζαν τις υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφέρθηκε επίσης κατά την αντεξέταση του στον αγώνα που κάνει για να διατηρήσει στη ζωή την Famagusta. Αρνήθηκε υποβολή ότι ο λόγος που εξαργύρωνε σε μετρητά τις επιταγές που λάμβανε ειδικά από το ζεύγος Σωκράτους ήταν για να μην μπορεί να ελέγχεται για την πορεία των χρημάτων αυτών. Παραδέχθηκε ότι όταν στην κατάθεση του αναφέρει τη λέξη «αποφασίσαμε», εννοούσε ότι είχε άμεση σχέση με την εταιρεία παρόλο ότι τις 9.500 μετοχές τις κατείχε η μητέρα του και τις 500 η Μαρία Αντωνίου. Αποφάσιζαν, ανέφερε όλοι μαζί, χαρακτηρίζοντας τη δική του εμπλοκή ως «πιο δυναμική παρουσία στην εταιρεία». Αποκάλυψε ότι ο λόγος που δεν μπορούσε να είναι ο ίδιος μέτοχος στην εταιρεία ήταν ότι ήταν πτωχεύσας. Παραδέχθηκε ότι το σπίτι στο Μενεού που παραχώρησε στο ζεύγος Σωκράτους είναι ημιτελές και κατά την άποψη του απαιτούνται περί τις €5.000 - €10.000,00 για να συμπληρωθεί. Σε ερώτηση αν είχε καταγγείλει τον πελάτη του που είχε εκδώσει την επιταγή (τεκμ. 71) στον κ. Χ¨ Χριστοδούλου προς εξόφληση των Άγγλων πελατών του, η οποία επεστράφη με την ένδειξη ότι: «ο λογαριασμός έκλεισε, παρακαλούμε να παρουσιαστεί ξανά για σκοπούς ΚΑΠ», ανέφερε επί λέξει: «Αν ήταν να τους καταγγέλλαμε όλους.» Και σε επόμενη ερώτηση αν είναι τυχαίο που και η επιταγή της Μαρίας Αντωνίου (τεκμ. 72) επεστράφη και αυτή με την ένδειξη ότι είναι στο ΚΑΠ, ανέφερε επί λέξει: « Τούτο να ρωτήσετε τη Μαρία Αντωνίου που τη χειρίζεται». Παρόμοια δικαιολόγησε και τις άλλες περιπτώσεις έκδοσης επιταγών προς εξόφληση των Άγγλων πελατών του που δόθηκαν στον κ. Α. Χ¨ Χριστοδούλου χωρίς να δίδει κάποια εξήγηση, λέγοντας ακόμη σε απάντηση του τη φράση : « Γιατί την έβγαλε και την ακύρωσε γιατί έτσι λειτουργούν στο εμπόριο.». Στη συνέχεια, απέδωσε την μη ευόδωση οποιασδήποτε από τις προσπάθειες που κατέβαλε για την διευθέτηση των υποθέσεων της Famagusta, στο γεγονός ότι στο μεταξύ επήλθε η οικονομική κρίση και η ύφεση στην κτηματαγορά αλλά και σε συγκεκριμένα προβλήματα που αντιμετώπιζαν κατά τον χρόνο εκείνο με την τράπεζα αλλά και με τον Φόρο Εισοδήματος που δεν τους απάλλασσε τα κτήματα για να προχωρήσουν σε μεταβιβάσεις. Απέδωσε περαιτέρω και σε αναφορά με τις συμφωνίες που έκανε με το ζεύγος Σωκράτους σε ερασιτεχνισμό που επέδειξαν και στο γεγονός ότι τους έδειξε εμπιστοσύνη, σίγουρα δεν αποσκοπούσε σε εξαπάτηση τους. Για το γεγονός ότι ο Σωκράτους αγόρασε από τους πραγματικούς ιδιοκτήτες του το σπίτι στο Παραλίμνι για δεύτερη φορά, ανέφερε ότι πρώτη φορά το πληροφορήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε σχέση δε με την δικαστική απόφαση που εξασφάλισε ο Σωκράτους για το γραμμάτιο, ανέφερε ότι δεν έβαλε εμφάνιση για να αποφύγει τα έξοδα που συνεπάγεται αλλά και γιατί ο Σωκράτους του είχε πει ότι θα απέσυρε την απαίτηση του. Αποκάλυψε εν τέλει ότι ο Αζάς του είχε πει ότι στο ένα οικόπεδο είχε μια «απλή», όπως την χαρακτήρισε, υποθήκη την οποία με την πρώτη ευκαιρία θα διευθετούσε. Ο κ. Γιώργος Δανιάς (Μ.Υ.1), αναφέρθηκε για τη γνωριμία του με τον Αζά τον οποίο πρώτη φορά τον είχε συναντήσει όταν είχε υπογραφτεί το συμβόλαιο αγοράς από την Famagusta ενός διαμερίσματος από την εταιρεία του, σε συγκρότημα διαμερισμάτων που είχε ανεγείρει σε οικόπεδα του Αζά. Αναφέρθηκε σε επεισόδιο όπου, ενώ το μεσημέρι είχε υπογραφτεί το πωλητήριο έγγραφο, το βράδυ όταν συναντήθηκαν για φαγητό, ο Αζάς επέδειξε σε συζήτηση που είχε με τον Κυπριανού ενδοιασμό στο κατά πόσο θα έπρεπε να είχε πωληθεί εκείνο το διαμέρισμα και στην επιμονή του να του πει τι συνέβαινε και αν δεν θα έπρεπε να προχωρήσει με την κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου, αυτός εν τέλει συγκατατέθηκε στο να κατατεθεί αυτό στο κτηματολόγιο όπως και έγινε. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στις φιλικές σχέσεις που συνήψε με τον Αζά και στο ότι κάποια στιγμή, πολύ μεταγενέστερα, τον ενημέρωσε ότι είχε καταγγείλει τον Κυπριανού για πλαστογραφίες και ότι θα πήγαινε να τον έβγαζε από τη φυλακή καθώς, όπως του είπε, τα είχαν βρει. Κάποια φορά περί το Φθινόπωρο του 2009 όταν του είχε παραδοθεί το διαμέρισμα, σε συνάντηση που είχε με τον Αζά στο αεροδρόμιο, ο τελευταίος του ανέφερε ότι το έγγραφο με το οποίο είχε αγοράσει το διαμέρισμα είχε πλαστογραφηθεί και πως το διαμέρισμα ήταν δικό του. Τέλος, αναφέρθηκε σε καταγγελία που έκαμε στην αστυνομία, όταν είχε διαπιστώσει ότι είχε αλλαχθεί η κλειδαριά από το διαμέρισμα που είχε αγοράσει, υποψιάστηκε τον Αζά ως ύποπτο, καθώς σε προγενέστερο στάδιο είχε επανέλθει και αξίωνε το διαμέρισμα ως δικό του. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας επανέλαβε ότι η γνωριμία του με τον Αζά έγινε όταν υπογράφτηκε το πωλητήριο έγγραφο. Παραδέχθηκε όμως ότι δεν ήταν μπροστά του που ο Αζάς υπέγραψε το πωλητήριο έγγραφο. Εκείνο που είχε αντιληφθεί ήταν τον Αζά, που του ήταν άγνωστο πρόσωπο μέχρι εκείνη τη στιγμή, να μπαίνει στο γραφείο του Κυπριανού και μετά που βγήκαν από αυτό ο Κυπριανού του παρέδωσε το συμβόλαιο και του τον σύστησε ως τον ιδιοκτήτη των οικοπέδων, το βράδυ δε της ίδιας ημέρας βγήκαν για φαγητό και ήταν ο ίδιος ο Αζάς που του είχε πει να καταθέσει το συμβόλαιο. Σε υποβολή ότι το συμβόλαιο της εταιρείας του, που είναι το τεκμ. 16, ποτέ δεν το έχει υπογράψει ο Αζάς, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ήταν ο Αζάς που του είχε πει να καταθέσει το έγγραφο. Αρνήθηκε υποβολή ότι η μαρτυρία του αποσκοπούσε στο να βοηθήσει τους κατηγορούμενους για να τους καλοπιάσει προς εξυπηρέτηση των δικών του συμφερόντων. Ο κ. Αλέξης Θεολόγου (Μ.Υ.2), είναι διευθυντής της εταιρείας Alex Motors Ltd η οποία, όπως ισχυρίστηκε, συναλλασσόταν με τη Famagusta και είχε αγοράσει διαμερίσματα από αυτήν. Γνώριζε ότι διευθύντρια της εταιρείας Famagusta μέχρι το 2010 ήταν η Μαρία Αντωνίου και τον Κυπριανού τον γνώριζε από τον Ολυμπιακό Λευκωσίας. Αναγνώρισε τις δύο επιταγές τεκμ. 76 και 77 τις οποίες είχε εκδώσει στο όνομα του κ. Αδάμου Χ¨ Χριστοδούλου. Εξήγησε ότι η αφορμή της έκδοσης τους ήταν όταν είχαν προσπαθήσει να εξασφαλίσουν δάνειο για να αγοράσουν διαμερίσματα από τη Famagusta. Σε ερώτηση αν είχαν αγοράσει πράγματι διαμέρισμα, ανέφερε ότι είχε εκδώσει την πρώτη επιταγή και στο μήνα ακόμα μια, αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφεραν να εξασφαλίσουν δάνειο καθώς επήλθε η οικονομική κρίση. Οι επιταγές είχαν ημερομηνία 29.10.2009 και 21.10.
- Ήταν δε μετά από παρέμβαση του Δικαστηρίου που παραδέχθηκε ότι υπήρχε ακόμα και μια 3η επιταγή, το τεκμ. 75, με ημερομηνία 15.10.2009 για την έκδοση της οποίας έδωσε την ίδια εξήγηση. Όλες τις επιταγές αυτές τις είχε εκδώσει για αγορά συγκεκριμένων διαμερισμάτων αλλά για κάποιους λόγους δεν τα κατάφεραν να χρηματοδοτηθούν και αναγκάστηκε να τις σταματήσει. Στη συνέχεια ανέφερε ότι είχε αγοράσει από την εν λόγω εταιρεία πάνω από δέκα διαμερίσματα επεξηγώντας στη συνέχεια ότι αν δεν υπήρχε η Famagusta, το σωματείο Ολυμπιακός του οποίου ήταν Γραμματέας και Αντιπρόεδρος, θα είχε κλείσει και ήταν η μόνη εταιρεία που τον είχε βοηθήσει οικονομικά. Κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι έτυχε μεγάλης οικονομικής βοήθειας από τους κατηγορούμενους αλλά και την Μαρία Αντωνίου και ότι αν για άλλους ο Κυπριανού είναι ο χειρότερος άνθρωπος μαζί του στάθηκε εντάξει. Τις πράξεις με 3 - 4 διαμερίσματα από τις οποίες αποκόμισε κέρδος €5.000-€10.000, τις είχαν κάμει πριν από τις επίδικες επιταγές κατά τα έτη 2008, 2009 και το
- Αρνήθηκε υποβολή ότι η μαρτυρία του είναι καθοδηγούμενη και αποσκοπεί στο να βοηθήσει τους κατηγορούμενους. Δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει οποιοδήποτε συμβόλαιο για τις αγορές των διαμερισμάτων στις οποίες προέβη αν και είχαν συνομολογήσει όπως ανέφερε τέτοια συμβόλαια. Για την αγορά των διαμερισμάτων από τους κατηγορούμενους διέθετε τόσο μετρητά όσο και αυτοκίνητα. Η κα Άννα Παπαμιχαήλ (Μ.Υ.3), ανέφερε ότι γνωρίζει τη Famagusta καθώς είχε ενοικιάσει το κατάστημα της από αυτή. Tο 2009 είχαν συνάψει ενοικιαστήριο έγγραφο το οποίο στη συνέχεια, το 2010, το μετέτρεψαν σε συμφωνία ενοικιαγοράς η οποία κατατέθηκε και στο κτηματολόγιο. Τις συμφωνίες τις είχε κάνει με την Μαρία Αντωνίου η οποία εκπροσωπούσε την εταιρεία. Κατέβαλλε τα ποσά που όφειλε σε κοπέλες του γραφείου της εν λόγω εταιρείας στο Παραλίμνι αλλά ερχόντουσαν και στη Λάρνακα για είσπραξη και πλήρωνε είτε σε μετρητά είτε με επιταγές. Κατά τις επισκέψεις της στα γραφεία της εταιρείας στο Παραλίμνι δεν αντιλήφθηκε οτιδήποτε το παράξενο ή κάτι το αρνητικό. Η ίδια όπως ανέφερε είχε να κάμει με την Μαρία Αντωνίου. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι γνώριζε και τον Κυπριανού, ο οποίος παρίστατο στις επαφές που είχε με την εταιρεία «ως παράγοντας» της, όπως τον χαρακτήρισε. Σε υποβολή ότι το 2010 ήταν ο Κυπριανού Διευθυντής της εταιρείας, ανέφερε ότι αυτή πιστεύει ότι ήταν η Μαρία Αντωνίου καθώς ήταν με αυτή που είχε να κάμει σε σχέση με τα ενοίκια του καταστήματος της. Σε άλλη ερώτηση ανέφερε επί λέξει: « Αν έπαιρνα τον κ. Κύπρο για να πληρώσω, αυτός με παρέπεμπε στην Μαρία Αντωνίου.» Ανέφερε ότι δεν είχε μαζί της τις συμφωνίες που είχε συνάψει και για τις οποίες προσήλθε για να καταθέσει. Παρόλο ότι όπως της υποβλήθηκε από τον Ιανουάριο του 2010 διευθυντής της Famagusta είναι ο Κυπριανού, επέμεινε ότι για την ίδια 90% ήταν η κα Μαρία Αντωνίου. Εξέφρασε τέλος την άποψη ότι ο Κυπριανού είναι εντάξει με τις συναλλαγές του. Ο επόμενος μάρτυρας για τον κατηγορούμενο 2 ήταν ο κ. Αθανάσιος Θεμιστοκλέους (Μ.Υ.4). Είναι πελεκάνος στο επάγγελμα και είχε ξεκινήσει συνεργασία με την Famagusta τον Οκτώβριο του
- Στη συνέχεια ανέφερε ότι εκτελούσε ξυλουργικές εργασίες για την Famagusta σε κάποιο από τα συγκροτήματα διαμερισμάτων της, στο Famagusta Garden 5 στη Δερύνεια. Τις ξυλουργικές εργασίες τις συμφωνούσε με τον Κυπριανού. Ανέφερε ότι στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας τους, είχε αγοράσει διαμερίσματα από αυτήν και τα έγγραφα τα έκανε με την Μαρία Αντωνίου αλλά πρόσθεσε ότι την τιμή την είχε συμφωνήσει με τον Κυπριανού. Παρόλο ότι το συμβόλαιο για το διαμέρισμα του ενός υπνοδωματίου δεν θυμόταν ποιοι το υπέγραψαν, εντούτοις θυμόταν ότι του το είχε δώσει ο Κυπριανού. Στη συνέχεια είχε συμφωνήσει στη μισή τιμή και ένα στούντιο στην ίδια πολυκατοικία και έκαμε τη σχετική συμφωνία με τον Κυπριανού. Αργότερα συμφώνησε με τους κατηγορούμενους όπως ανταλλάξει τα πιο πάνω διαμερίσματα με ένα μεγαλύτερο στο συγκρότημα που ανεγειρόταν στα οικόπεδα του Αζά. Το έγγραφο που υπογράφτηκε (τεκμ. 38), αργότερα σε συνάντηση του με τον Αζά παραδέχθηκε ότι το είχε υπογράψει ο ίδιος και δεν ήταν ένα από τα πλαστογραφημένα πωλητήρια. Σε απάντηση του κατά την αντεξέταση σε ποιόν πλήρωνε τα χρήματα για την αγορά των διαμερισμάτων, ανέφερε ότι μπορούσε να πλήρωνε την Μαρία Αντωνίου, στις κοπέλες του γραφείου και μια φορά στον Κυπριανού αλλά τα ¨γραφειακά¨ όπως ανέφερε τα έκανε με την Μαρία Αντωνίου. Σε σχέση με την προσωπική εμπλοκή τον Κυπριανού στις δοσοληψίες του αυτές, ανέφερε ότι επρόκειτο για εταιρεία. Ανέφερε τέλος, ότι τα ποσά τα συμφωνούσε με τον κατηγορούμενο 2 είτε αυτά επρόκειτο για τις ξυλουργικές εργασίες είτε για το διαμέρισμα. Ο κ. Μιχάλης Παράσχος (Μ.Υ. 5), υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση που είχε ετοιμάσει η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο
- Σε αυτή δηλώνει ότι είχαν αποφασίσει μαζί με συνιδιοκτήτρια του σε οικόπεδο στο Παραλίμνι να το αξιοποιήσουν με τη μέθοδο της αντιπαροχής. Μετά από σχετική έρευνα κατέληξαν σε συμφωνία στις 10.11.2003 με την Famagusta μετά που είχαν μιλήσει με την Μαρία Αντωνίου η οποία και υπέγραψε εκ μέρους της εταιρείας. Ο μάρτυς έκαμε αναφορά στις λεπτομέρειες της εν λόγω συμφωνίας και της οικοδομικής ανάπτυξης του εν λόγω οικοπέδου. Τόνισε σε κάθε σημείο ότι ήταν η Μαρία Αντωνίου η οποία, ως διευθύντρια της εταιρείας, είχε τον καθοριστικό ρόλο στην όλη συνεργασία τους μέχρι που αυτή εγκατέλειψε την εταιρεία αφήνοντας ενυπόθηκο χρέος για τρία από τα διαμερίσματα τα οποία είχε πωλήσει και είσπραξε το τίμημα τους η ίδια προσωπικά. Η Μαρία Αντωνίου άφησε ολόκληρο το εν λόγω συγκρότημα διαμερισμάτων υποθηκευμένο και εκτεθειμένο. Αποδίδει ακόμα στην Μαρία Αντωνίου μεταγενέστερη συμπεριφορά και πράξεις ενώ αυτή δεν ήταν διευθύντρια, που έγιναν πίσω από τον Κυπριανού. Ο Κυπριανού ισχυρίστηκε, δεν είχε οποιαδήποτε σχέση ή συμμετοχή με τις συμφωνίες τους καθώς η δουλειά του, όπως την προσδιόρισε, ήταν να ελέγχει τα εργοτάξια όπου και τον συναντούσε. Παραδέχθηκε ότι κάποτε τον συναντούσε και στο γραφείο. Κατά την αντεξέταση του επικαλέστηκε άγνοια σε ό,τι έχει σχέση με τη παρούσα υπόθεση και διευκρίνισε ότι όσα γνωρίζει αφορούν ένα άλλο κτιριακό συγκρότημα το Famagusta Garden
- Παραδέχθηκε ότι την ίδια δήλωση που υιοθέτησε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας είχε υιοθετήσει και στα πλαίσια άλλης υπόθεσης ενώπιον άλλου Δικαστηρίου σε άλλη υπόθεση που αντιμετώπιζαν οι κατηγορούμενοι. Παραδέχθηκε ότι όταν είχαν υπογράψει τη συμφωνία στην οποία αναφέρθηκε στη δήλωση του ήταν παρών ο Κυπριανού και μάλιστα έγινε τραπέζι όπου και γευμάτισαν όπου γνώρισε τον Κυπριανού. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του κατέληξε να διερωτάται για ποιο λόγο είχε προσέλθει να μαρτυρήσει στην παρούσα υπόθεση εφόσον ο ίδιος τα μόνα που γνώριζε ήταν όσα είχαν σχέση με την Famagusta Garden
- Τα όσα γνώριζε για τα οικονομικά της εταιρείας και αυτά της Μαρίας Αντωνίου, ανέφερε ότι τα γνώριζε από τη διαχειριστική επιτροπή του συγκροτήματος. Αρνήθηκε τέλος υποβολή ότι σκοπός της παρουσίας του ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν να βοηθήσει τον Κυπριανού. Η κα Στέλλα Αντωνίου (Μ.Υ.6), είναι υπάλληλος στην Τράπεζα Κύπρου, αναφέρθηκε σε δύο λογαριασμούς που τηρούνταν στην τράπεζα όπου εργαζόταν. Ο ένας ήταν στο όνομα της Famagusta που ήταν λογαριασμός ταμιευτηρίου και ο άλλος στο όνομα της εταιρείας Maria Cr. Antoniou Estates Ltd. Ανέφερε ότι και των δύο αυτών λογαριασμών κατά το 2008 διαχειρίστρια ήταν η Μαρία Αντωνίου. Δεν μπορούσε να απαντήσει αν συγκεκριμένο ποσό μεταφέρθηκε από τον ένα λογαριασμό στον άλλο. Η μάρτυς μπορούσε απλά να απαντήσει, όταν της υποδείχθηκαν οι επιταγές (τεκμ. 72, 74 και 78), ότι εκδότρια τους ήταν η Μαρία Αντωνίου και δικαιούχος ήταν ο κ Αδάμος Χ¨ Χριστοδούλου και ότι σύμφωνα με τα έντυπα τραπεζικής εντολής που επίσης της υποδείχθηκαν (τεκμ. 111, 112 και 113), τα ποσά των επιταγών κατατέθηκαν σε λογαριασμό του κ. Αδάμου Χ¨ Χριστοδούλου αλλά όπως διευκρίνισε κατά την αντεξέταση της, όπως φαίνεται και από τις σφραγίδες επί των επιταγών, αυτές επιστράφηκαν τελικά απλήρωτες. Ο Υπαστυνόμος κ. Κωνσταντίνος Πάμπου (Μ.Υ.7), είναι Σταθμάρχης στον Αστυνομικό Σταθμό Παραλιμνίου. Κλήθηκε για να καταθέσει τα σχετικά με καταγγελία που έγινε στην αστυνομία περί τα τέλη Μαρτίου 2014 από τον δικηγόρο κ. Κύπρο Ανδρέου για διάρρηξη και κλοπή στο γραφείο της Famagusta στο Παραλίμνι στη περιοχή Κάππαρη. Τα όσα ανέφερε ο μάρτυρας σε σχέση με την υπόθεση αυτή ήταν η γενική ενημέρωση του για την καταγγελία διάρρηξης και κλοπής που έγινε καθώς εξεταστής της υπόθεσης είναι άλλος αστυνομικός του σταθμού του. Η καταγγελία όπως ανέφερε ακόμα διερευνάται από την αστυνομία. Ο κ. Γιάννης Σολιάτης (Μ.Υ.8), είναι αρχιτέκτονας - πολιτικός μηχανικός. Είχε συνεργασία με την Famagusta από το 2002, η οποία αφορούσε την εκπόνηση μελετών και είχε επιβλέψει έργα της. Εξήγησε ότι δεν είχε οποιαδήποτε επαγγελματική ανάμιξη στο έργο με το όνομα Famagusta Gardens
- Παρόλα αυτά με οδηγίες του Κυπριανού επισκέφθηκε πρόσφατα το έργο αυτό με σκοπό να αποκομίσει κάποια άποψη σε σχέση με αυτό το κτιριακό συγκρότημα και ειδικότερα σε σχέση με το διαμέρισμα
- Ο μάρτυς ανέφερε ότι το έργο έχει ολοκληρωθεί ως σύνολο από αρχιτεκτονικής άποψης και συνάδει με την πολεοδομική άδεια και την άδεια οικοδομής. Από την άλλη όμως, εφόσον δεν είχε εισέλθει σε οποιοδήποτε από τα διαμερίσματα του συγκροτήματος, δεν μπορούσε να τοποθετηθεί θετικά στο κατά πόσο οποιοδήποτε από αυτά ήταν κατοικημένο ούτε και κατά πόσο στο εσωτερικό τους ήταν επίσης συμπληρωμένα με είδη υγιεινής, ξυλεία, ηλεκτρολογικά και υδραυλικά, επομένως δεν ήταν σε θέση να πει ούτε σε σχέση με το διαμέρισμα αριθμός 003 αν ήταν συμπληρωμένο ή όχι. ΟΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ (ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ): Εκ μέρους της κατηγορούμενης 1, η ευπαίδευτος συνήγορος της, εισηγήθηκε την αθώωση της καθότι δεν αποδείχθηκε ούτε η ένοχη διάνοια (mens rea) ούτε και το actus reus, καθ΄ότι, όπως ήταν η εισήγηση, η μοναδική διευθύντρια της κατά τους κρίσιμους χρόνους, η Μαρία Αντωνίου, δεν κατηγορήθηκε και ο κατηγορούμενος 2 κ. Κ. Κυπριανού σε καμιά περίπτωση δεν την εκπροσωπούσε νόμιμα εφόσον διορίστηκε ως διευθυντής της μόλις στις 29.01.
- Η μόνη που θα μπορούσε να διαφωτίσει το Δικαστήριο για την συμμετοχή της εταιρείας στη διάπραξη των αδικημάτων ήταν η Μαρία Αντωνίου η οποία ούτε κατηγορήθηκε ούτε και κλήθηκε ως μάρτυς. Η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να προσκομίσει μαρτυρία, και δεν το έχει κάνει, η οποία να αποδεικνύει ότι το νομικό πρόσωπο γνώριζε ή αποδέχθηκε ή συμμετείχε στις παράνομες ενέργειες οιουδήποτε φυσικού προσώπου που δεν την εκπροσωπούσε νόμιμα. Η επιλογή της Κατηγορούσας Αρχής να μην κατηγορήσει και να μην έχει ως συγκατηγορούμενη την διευθύντρια της εταιρείας, κατά την άποψη του είναι καθοριστική στην έκβαση της υπόθεσης και αφήνει μετέωρη τη θέση της, κάτι το οποίο το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να παραγνωρίσει και θα πρέπει να προχωρήσει και να την αθωώσει από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Η μαρτυρία δε που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή δεν είναι αξιόπιστη, οι μάρτυρες - παραπονούμενοι - Αζάς, Τσαγγαρίδης και Σωκράτους υπέπεσαν σε τέτοιας υφής αντιφάσεις που το δικαστήριο να μη μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία τους για να καταλήξει στην αλήθεια των γεγονότων και μάλιστα όταν αυτοί σύμφωνα με τη μαρτυρία τους κατέχουν περιουσία της οποίας η αξία είναι μεγαλύτερη από τα χρήματα που κατέβαλαν και θα έπρεπε να είναι σε κάθε περίπτωση ικανοποιημένοι από όσα συμφώνησαν κατά καιρούς με τους κατηγορούμενους. Η μαρτυρία τους σε κάθε περίπτωση δεν εμπλέκει την εταιρεία - κατηγορούμενη 1 στη διάπραξη των αδικημάτων. Ο κατηγορούμενος 2, στην αγόρευση του αναφέρθηκε και αυτός σε έκταση στη μαρτυρία που δόθηκε και στο πως ο ίδιος την αντιλήφθηκε. Κάκισε τη στάση της Κατηγορούσας Αρχής να μη κατηγορήσει την Μαρία Αντωνίου η οποία κατά τους ουσιώδεις χρόνους της παρούσας υπόθεσης ήταν η διευθύντρια της Famagusta. Ουσιαστικά ήταν αυτή που λάμβανε τις αποφάσεις και αυτή που στο τέλος εγκατέλειψε την εταιρεία καταχρώμενη μάλιστα και μεγάλο χρηματικό ποσό από λογαριασμούς της εταιρείας που διαχειριζόταν. Σε σχέση με τα παραπονούμενα πρόσωπα, εισηγήθηκε ότι αυτά δεν είπαν την αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου και θα πρέπει να κριθούν ως αναξιόπιστα πρόσωπα εφόσον θέλησαν να εκμεταλλευθούν την κατάσταση και να εκβιάζουν τους κατηγορούμενους με σκοπό να αποκομίσουν οικονομικό όφελος πέραν των όσων δικαιούνται. Έκαμε εκτενή και λεπτομερή αναφορά στις μεταξύ τους σχέσεις και συνδύασε πτυχές της μαρτυρίας τους - όπως βέβαια ο ίδιος την αντιλήφθηκε - για να καταδείξει την πιο πάνω θέση του, ότι δηλαδή ενώ αυτοί έχουν πλήρως εξασφαλιστεί, εντούτοις παρουσιάζονται ως παραπονούμενοι καθ΄ότι εξαπατήθηκαν από τους κατηγορούμενους. Εισηγήθηκε ότι ο ίδιος και οι μάρτυρες τους οποίους παρουσίασε θα πρέπει να κριθούν ότι είπαν την αλήθεια και να γίνει αποδεκτή η μαρτυρία τους με την οποία καταδεικνύεται ο ρόλος της Μαρίας Αντωνίου στις πράξεις ή παραλείψεις της κατηγορούμενης 1 και ειδικότερα με τον καταρτισμό των πωλητηρίων εγγράφων και την κατάθεση τους στο κτηματολόγιο. Η μη παρουσία ως μαρτύρων του πιστοποιούντα υπαλλήλου κ. Μ. Χαραλάμπους, ο οποίος πιστοποίησε την υπογραφή του κ. Κώστα Τσαγγαρίδη, ή των αγοραστών με βάσει τα πωλητήρια έγγραφα, που κατ΄ ισχυρισμό του κ. Αζά έχουν πλαστογραφηθεί, θα πρέπει να προκαλέσει αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου. Ζήτησε την αθώωση του καθ΄ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει ότι έχει διαπράξει οποιοδήποτε από τα αδικήματα που του αποδίδονται. Σε σχέση με την κατάθεση του στην αστυνομία αναφέρθηκε και εδώ στις συνθήκες κάτω από τις οποίες αναγκάστηκε να τη δώσει και εισηγήθηκε όπως μη ληφθεί υπόψη. Ανέδειξε ακόμα μια διάσταση της υπόθεσης εισηγούμενος ότι ο αριθμός των κατηγοριών που του προσήψαν στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, χωρίς αυτές να σχετίζονται μεταξύ τους, παραβιάζει το συνταγματικό του δικαίωμα να τύχει δίκαιης δίκης υπό την έννοια να μη παραπλανηθεί και να προετοιμάσει κατάλληλα την υπεράσπιση του. Ήταν η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε είναι αρκούντως ικανοποιητική και πειστική σε βαθμό που δεν αφήνει αμφιβολία περί της διάπραξης των αδικημάτων εκ μέρους των κατηγορούμενων προσώπων. Η μαρτυρία αντίθετα του κατηγορούμενου 2 και των μαρτύρων του, εισηγήθηκε πως πρέπει να κριθεί ως αναξιόπιστη και ότι εκτός από άσχετη ως επί το πλείστον, η μαρτυρία που δόθηκε από ορισμένους από αυτούς, δεν συνάδει με το σύνολο της υπόλοιπης προφορικής και έγγραφης μαρτυρίας. Κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει ένοχους τους κατηγορούμενους σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Σε άλλα κατάλληλα σημεία της απόφασης μου, όπου ασφαλώς κριθεί αναγκαίο, θα γίνει αναφορά και σε άλλα επιχειρήματα των συνηγόρων, χωρίς ασφαλώς να υπάρχει υποχρέωση απάντησης σε κάθε εγειρόμενο και επουσιώδες επιχείρημα (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. σελ. 490,495) ή ενασχόλησης με κάθε στοιχείο μαρτυρίας ή διαζευκτικής εκδοχής ή πιθανότητας που προβάλλεται και κρίνεται στην ολότητα της μαρτυρίας ως αντικειμενικώς απίθανο ή παράλογο (βλ. Τιμοθέου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 24/2012, ημερ. 23.10.2012). Σίγουρα θα πρέπει να αποφεύγεται η εξέταση πιθανοτήτων ή θεωριών ως προς τα συμβάντα, οι οποίες δεν θα μπορούσαν εύλογα να εξαχθούν από τη μαρτυρία, κάτι που δεν αποτελεί δικαστικό έργο (βλ. Αθηνής v. Δημοκρατίας,
(1990), 2 A.A.Δ. 41, 55, Ιωάννου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, 224). Σε κάθε περίπτωση θα τύχει αξιολόγησης καθετί στο οποίο αναφέρθηκαν ή επεσήμαναν ειδικά οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατά τις αγορεύσεις τους. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν για την Κατηγορούσα Αρχή αλλά και τον κατηγορούμενο 2 και τους μάρτυρες που αυτός παρουσίασε στην ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Παρακολούθησα τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό μνημονικό τους και γενικά τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα (βλ. C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου,
(1999)1 Α.Α.Δ. σελ. 1273, στις σελ. 1280-1281). Έχω περαιτέρω υπόψη τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, ότι δηλαδή: «Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία.» Έχω συγκρίνει και αντιπαραβάλει μεταξύ τους τη προφορική μαρτυρία, τις παραδοχές που έγιναν σε συσχετισμό με την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου υπό μορφή έγγραφης μαρτυρίας, έγγραφα τα οποία διεξήλθα μετά προσοχής. Όπως δε ορίζει η νομολογία μας: «Δεν θα πρέπει να αποδίδεται υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο ενδεχομένως να ενέχει κινδύνους (βλ. Νικολάου v. Παπαϊωάννου,
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1797, 1806), επειδή δεν είναι σπάνιο, κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. Χριστοφή v. Ζαχαριάδη,
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 401, 406), μα και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών χωρίς αναγκαστικά αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. Χρίστου v. Ηροδότου κ. ά.,
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 676, 685). Περαιτέρω, αξιολογώντας τη μαρτυρία, δεν περιορίστηκα μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (βλ. Rana κ.ά. v. Δημοκρατίας,
(2004)2 Α.Α.Δ. 489, 500), αλλά την αντιπαρέβαλα και διεύρυνα στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας είτε αυτή προερχόταν από την Κατηγορούσα Αρχή είτε από την Υπεράσπιση (βλ. Βασιλείου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημερ. 4.05.12 και Φώτσιου v. Ηροδότου,
(2010)1 (Β) Α.Α.Δ. 1172, 1175). Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και για την κατάληξη μου σε ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με τα επίδικα θέματα για τα οποία καλούμαι να επιλύσω. Στα πλαίσια ασφαλώς της αξιολόγησης μου θα λάβω υπόψη μου και όσα από τα γεγονότα έχουν γίνει κατά τη διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας παραδεκτά και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, άσχετα αν δεν τα αναφέρω ρητά στην απόφαση, εντάσσοντας τα όμως στο σύνολο της μαρτυρίας θεωρώντας τα ασφαλώς ως δεδομένα (βλ. Αντρέα κ. ά. v. Αστυνομίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 498, 501) και κρίνοντας τα ασφαλώς ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιο μαρτυρία (βλ. Χριστοδούλου άλλως Ρόπας κ. ά. v. Δημοκρατίας (Aρ. 2),
(2000)2 Α.Α.Δ. 628,640). Σε αυτά βέβαια θα αναφερθώ στη συνέχεια με πιο συγκεκριμένο τρόπο. Πέραν των πιο πάνω, σίγουρα δεν αναμένεται η μαρτυρία ενός μάρτυρα να συνάδει απολύτως με την μαρτυρία των υπόλοιπων μαρτύρων και ότι οι διαφορές στη μαρτυρία - ανάλογα βέβαια με το είδος και τη βαρύτητα που ο κάθε μάρτυρας προσδίδει στα γεγονότα στα οποία κάνει αναφορά - να είναι αναπόφευκτες ( βλ. Τυμπιώτης v. Δημοκρατίας,
(2004)2 Α.Α.Δ. σελ. 612, 629). Προχωρώ στη συνέχεια, έχοντας κατά νουν τις πιο πάνω αρχές αξιολόγησης, όπως και άλλες ασφαλώς, σε επιμέρους αξιολόγηση των μαρτύρων. Πριν όμως θα πρέπει να επισημάνω τα ακόλουθα ως μια γενική θεώρηση της αντίληψης που αποκόμισα καθ΄ όλη τη διάρκεια της παρέλασης των μαρτύρων από το εδώλιο του μάρτυρος: Α. Οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής μου δημιούργησαν πολύ καλή εντύπωση. Ήσαν θετικοί, απαντούσαν ευθέως και χωρίς περιστροφές και καθόλου δεν κλονίστηκαν οι θέσεις τις οποίες εξέφρασαν ως προς την γνώση τους για τα γεγονότα της υπόθεσης κατά την αντεξέταση τους. Η μαρτυρία τους, κρινόμενη στην ολότητα της αλλά και μεμονωμένα - ακόμα και στα σημεία στα οποία έδωσε ιδιαίτερη σημασία η Υπεράσπιση και αντεξετάστηκαν εκτεταμένα και επισταμένως - συνάδει πλήρως και με το περιεχόμενο της γραπτής και πραγματικής μαρτυρίας που αφορούσε όσα κατέθεταν. Ήταν λεπτομερής, συμπαγής και αταλάντευτη ως προς την ουσία των πραγμάτων που εξέφραζαν. Κάποιες μικροαντιφάσεις και μικροανακολουθίες ή θα έλεγα διαφοροποίηση ως προς την αντίληψη διαφόρων θεμάτων που μπορεί να παρατηρήθηκαν δεν επηρέασαν καθόλου τη θετικότητα της μαρτυρίας τους, κάτι εξάλλου που φανερώνει και την έλλειψη - ανάλογα με τη περίπτωση κάθε φορά - και απουσίας αθέμιτης προσυνεννόησης και προσχεδιασμού μεταξύ των μαρτύρων για το τι θα έλεγαν. Που ως προς το τελευταίο - παρεμβάλλω εδώ - παρατηρήθηκε έντονα στη μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 και των μαρτύρων που αυτός παρουσίασε, καλώντας τους να καταθέσουν για συγκεκριμένα γεγονότα και να εκφράσουν και άποψη και την δική τους αντίληψη γι΄αυτά. Β. Ο κατηγορούμενος 2 και όλοι οι μάρτυρες τους οποίους κάλεσε πλην της κας Στέλλας Αντωνίου (Μ.Υ.6) και του Υπαστυνόμου κ. Κωνσταντίνου Πάμπου (Μ.Υ.7), οι οποίοι κατέθεσαν τα όσα γνώριζαν ως εκ της επαγγελματικής θέσης τους, παρουσιάζοντας κατά την άποψη μου την πραγματική διάσταση των γεγονότων, μου προκάλεσαν αρνητική εντύπωση. Ο κατηγορούμενος προέβαλε ανυπόστατους ισχυρισμούς όπως αποδεικνύεται και από γραπτή και αδιάψευστη μαρτυρία, με απώτερο σκοπό να απεκδυθεί των προσωπικών του ευθυνών και κατέβαλε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να επιρρίψει στην Μαρία Αντωνίου με την οποία φαίνεται ότι βρίσκεται πλέον σε αντιπαράθεση. Ο ερασιτεχνισμός με τον οποίο ο ίδιος ομολόγησε ότι εργαζόταν η Famagusta με ευθύνη του, εφόσον ήταν αυτός που «δυναμικά» χειριζόταν της υποθέσεις της, όπως ισχυρίστηκε στη δήλωση του, αναμειγνύοντας και τη μητέρα του σε αυτές όταν ισχυρίστηκε ότι λάμβαναν τις αποφάσεις όλοι μαζί, η οποία όμως από καμιά μαρτυρία δεν προκύπτει ανάμιξη της στα της εταιρείας πλην της τυπικής εκ των πραγμάτων κατοχής του ½ των μετοχών της Famagusta για τον γνωστό λόγο της πτώχευσης του κ. Κυπριανού, οδήγησαν τα πράγματα εκεί που τα οδήγησαν με αναπόφευκτη συνέπεια τις δικαστικές διαδικασίες που ακολούθησαν μετά από καταγγελίες συναλλασσομένων με αυτή και ως εκ τούτου την παγοποίηση των λογαριασμών της και τις εκκρεμότητες με τις φορολογικές αρχές της Δημοκρατίας. Θα αναφερθώ όμως και σε άλλα σημεία της απόφασης μου σε συγκεκριμένα σημεία της μαρτυρίας, τα οποία αποδεικνύουν την αναξιοπιστία του. Από την άλλη, οι μάρτυρες τους οποίους παρουσίασε ήταν φανερά καθοδηγημένοι για το τι θα έλεγαν στο δικαστήριο, αν και σε μερικά σημεία δεν τα κατάφεραν στο βαθμό που ανέμενε ο κ. Κυπριανού γι΄αυτό και τους υπέβαλλε ερωτήσεις υπό τύπον αντεξέτασης. Δεν δίστασαν ακόμα και να παραποιήσουν την πραγματικότητα με σκοπό να βοηθήσουν τους κατηγορούμενους και ειδικότερα τον κ. Κυπριανού. Ακόμα και κατά την κυρίως εξέταση τους οι απαντήσεις τους χαρακτηρίζονταν από διστακτικότητα και με αισθητή την προσπάθεια που κατέβαλλαν για να προσαρμόσουν τα γεγονότα στο κατά πως συνέφερε στην προσπάθεια του κ. Κυπριανού, να αποποιηθεί δηλαδή των ευθυνών του και να επιρριφθεί η ευθύνη για τα κακώς έχοντα στην Μαρία Αντωνίου. Παράλληλα όμως και για να προωθήσει τα συμφέροντα του για όσα διαπράχθηκαν σε σχέση με τις συμφωνίες, δοσοληψίες και συναλλαγές που είχαν με τα παραπονούμενα πρόσωπα. Γ. Σε σχέση με τους αστυνομικούς μάρτυρες Λοχ. 1609 Πανίκκο Δρουσιώτη (Μ.Κ.2) και Αστ. 2686 Γιώργο Καούλλα (Μ.Κ.3), οι οποίοι ήταν οι εξεταστές της υπόθεσης και διεξήγαγαν το ανακριτικό έργο, κρίνω ότι απέδωσαν και μετέφεραν στο Δικαστήριο την πραγματικότητα όπως την αντιλήφθηκαν από τις διάφορες καταθέσεις και άλλο μαρτυρικό υλικό που έλαβαν κατά τη διερεύνηση των αδικημάτων και κατά αντικειμενικό τρόπο. Δεν παρατήρησα υπερβολές ούτε και διακατέχονταν από υπερβάλλοντα ζήλο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους σε σχέση με τη υπόθεση σε σημείο που θα απέδιδαν στους κατηγορούμενους ο,τιδήποτε το οποίο θα παράβλαπτε τα δικαιώματα τους (βλ. Fournaris and Another v. The Republic,
(1978)2 C.L.R. 28, 36). Προσέγγισα τη μαρτυρία τους με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας υπόψη παρατηρήσεις που αναφέρθηκαν στην Volettos v. The Republic,
(1961)CLR 169, 180 -182), προκειμένου να διακριβώσω αν όσα ανέφεραν, εξέφραζαν πιστώς και με ακρίβεια την πραγματικότητα και ουσιαστικά την εκ μέρους τους διερεύνηση της υπόθεσης και των καταγγελιών των παραπονούμενων προσώπων εναντίον των κατηγορούμενων ακριβοδίκαια. Δ. Σε σχέση ειδικότερα με τον Λοχ.837 Γεώργιο Χρυσάνθου (Μ.Κ.1), του οποίου η εμπειρογνωμοσύνη ως γραφολόγου δεν αμφισβητήθηκε και δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός, δέχομαι τη μαρτυρία του ότι προέρχεται από ειδικό εμπειρογνώμονα στον τομέα της γραφολογίας για τα εξειδικευμένα θέματα για τα οποία κατέθεσε. Ήταν λεπτομερής και συγκεκριμένος στις εκθέσεις τις οποίες ετοίμασε. Ανέπτυξε τις θέσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου με κατανοητό τρόπο και παρουσίασε με ευκρίνεια και με επιστημονικά τεκμηριωμένο τρόπο τη μέθοδο και τα γραφολογικά χαρακτηριστικά στα οποία στηρίχθηκε για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του και ενεργώντας σε πλήρη εναρμόνιση με τις επιταγές της νομολογίας, όπως αυτές διατυπώνονται σε πλείστες αποφάσεις (βλ. Παναγρίτη v. Χαραλάμπους, ΠΕ 320/08, ημερ. 15.03.12 και Αντωνίου v. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ.766 σελ. 785 - 787). Η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα με την οποία ο μάρτυς εργάστηκε και η μεθοδολογία την οποία ακολούθησε όπως με ενάργεια επεξήγησε στο Δικαστήριο και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε, σίγουρα αποτελούν σημαντικό στοιχείο στην αξιολόγηση του (βλ. Μιτσιγιώργη κ. ά. v. Αδελφών Γαλάζη (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1811, 1814). Συνοψίζοντας προκύπτει ότι το ακυρωτικό έγγραφο της συμφωνίας του Τσαγγαρίδη με την Famagusta (τεκμ. 3), δεν φέρει την υπογραφή του Τσαγγαρίδη ο οποίος φέρεται ότι το υπέγραψε, αλλά πρόκειται για προσπάθεια απομίμησης της υπογραφής του. Εδώ παρεμβάλλω την κριτική που άσκησε ο κ. Κυπριανού στη μέθοδο δειγματοληψίας που ακολούθησαν οι εξεταστές της υπόθεσης για να πλήξει τα ευρήματα του γραφολόγου. Δεν ευσταθεί για τον απλούστατο λόγο ότι ο μάρτυς δεν απέδωσε σ΄αυτόν την εν λόγω υπογραφή σε σχέση με τον Τσαγγαρίδη καθώς δεν εξέφρασε γνώμη ως προς τον καθορισμό του προσώπου που υπέγραψε. Σε σχέση δε με τις υπογραφές επί των πωλητηρίων εγγράφων (τεκμ. 7-13 και τεκμ. 16), αποφάνθηκε ότι δεν πρόκειται για γνήσιες υπογραφές του Αζά. Από την άλλη όμως δέχομαι τη μαρτυρία του ότι αυτές τις υπογραφές που φέρεται ότι ήταν ο Αζάς που τις έθεσε επί των εγγράφων αυτών, σύμφωνα με όσα εξήγησε ο μάρτυς και σε συνδυασμό με τη μαρτυρία των ανακριτών της υπόθεσης για τον τρόπο δειγματοληψίας, η οποία κατά τον κ. Χρυσάνθου δεν παρουσιάζει οτιδήποτε το μεμπτό ως προς τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, ότι έγιναν πράγματι από τον Κυπριανού. Αποδέχομαι επομένως τη μαρτυρία του η οποία προέρχεται από ειδικό γραφολόγο ως πειστική και επιστημονικά τεκμηριωμένη και τα όσα κατέγραψα πιο πάνω, παραθέτοντας τη μαρτυρία του, καθίστανται ευρήματα μου. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Λοχ. Πανίκκου Δρουσιώτη (Μ.Κ.2), σε σχέση με τη νομότυπη και σύμφωνα με τους κανονισμούς διακίνηση των πωλητηρίων εγγράφων των διαμερισμάτων και των δειγμάτων υπογραφής που λήφθηκαν. Δέχομαι επίσης τα όσα ανέφερε σε σχέση με τη σύλληψη του Κυπριανού, τη λήψη της «θεληματικής», όπως τη χαρακτήρισε, κατάθεσης από αυτόν και τη γραπτή κατηγορία που του εξέθεσε και την απάντηση που αυτός έδωσε. Η μαρτυρία του ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Δέχομαι τη μαρτυρία του Αστ. Γεώργιου Καούλλα (Μ.Κ.3) σε σχέση με τις καταγγελίες που έγιναν στο τμήμα της αστυνομίας στο οποίο υπηρετεί και τις ενέργειες στις οποίες προέβη με σκοπό την διαπίστωση διάπραξης αδικημάτων από τους κατηγορούμενους. Κρίνω ότι μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του ενήργησε κατά αντικειμενικό και δίκαιο τρόπο για τους κατηγορούμενους. Ο κ. Ανδρέας Αζάς (Μ.Κ.4), μου προκάλεσε θετική εντύπωση, κρίνω ότι επρόκειτο περί ειλικρινούς μάρτυρα και τα κίνητρα του δεν εμπεριείχαν στοιχεία εκδίκησης ή εμπάθειας στο πρόσωπο του κ. Κυπριανού, Ούτε κρίνω ότι διακατεχόταν από αλλότρια κίνητρα, όπως του απέδωσε ο κ. Κυπριανού, ότι τάχα επέμενε στην καταγγελία του κατά εκβιαστικό τρόπο με σκοπό να αποκομίσει οικονομικό όφελος από τους κατηγορούμενους. Ο κ. Κυπριανού στην δήλωση του (Έγγραφο 1), αλλά και στην εισήγηση του παρέθεσε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του Αζά και την αντέκρουσε προβάλλοντας τις δικές του θέσεις με σκοπό να πλήξει την αξιοπιστία του. Τις διεξήλθα με προσοχή και δεν βρήκα ότι αυτές ήταν πράγματι αντιφατικές ή ψευδείς. Ο Αζάς κατάθεσε με ειλικρίνεια ενώπιον του Δικαστηρίου. Ειλικρινείς ήταν και οι προσπάθειες που κατέβαλε για διευθέτηση της υπόθεσης. Η προσπάθεια του κ. Κυπριανού να πλήξει την αξιοπιστία του με όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ευοδώθηκε. Θα αναφερθώ στα εξής παραδείγματα χωρίς βέβαια να εξαντλείται το θέμα: (α) Ισχυρίστηκε ο κ. Κυπριανού στη δήλωση του (Έγγραφο 1 σελ. 2), ότι η γνωριμία του με τον Αζά δεν ανάγεται τουλάχιστον από τον Μάιο του 2004 αλλά από το
- Όμως η συμφωνία αντιπαροχής (τεκμ. 33) φέρει ημερομηνία 1.05.2004 ο δεν κ. Κυπριανού παραδέχεται στη δήλωση του ότι «ενεπλάκη ενεργά στην εταιρεία από το 2004.» Αν η γνωριμία τους δεν είχε αρχίσει τουλάχιστον από τον Μάιο του 2004 πως θα είχε προχωρήσει η αίτηση στην πολεοδομία η οποία κατατέθηκε την 4.01.2005 σύμφωνα με το τεκμ.
- Πότε είχαν προλάβει να ετοιμαστεί τα αρχιτεκτονικά σχέδια και οι σχετικές μελέτες; (β) Ισχυρίστηκε ότι ο Αζάς τους απέκρυψε ότι είχε υποθηκευμένα τα οικόπεδα του και ότι εκκρεμούσε διαδικασία αναγκαστικής πώλησης και πως αν το ήξεραν δεν θα συνομολογούσαν μαζί του τη συμφωνία αντιπαροχής των οικοπέδων του. Κατά την αντεξέταση του όμως παραδέχθηκε ότι ο Αζάς τους είχε πει ότι είχε μια ¨απλή¨ υποθήκη όπως ο κ. Κυπριανού την χαρακτήρισε, την οποία ο Αζάς, όπως είπε ενώπιον του δικαστηρίου προσδοκούσε να εξαλείψει πωλώντας ένα από τα διαμερίσματα που θα λάμβανε δυνάμει αυτής. Κατά συνέπεια και εδώ διαψεύδεται ο Κυπριανού. Προς εντυπωσιασμό μάλιστα αναφέρεται στον πληθυντικά όταν αναφέρεται «στα οικόπεδα» και όχι σε ένα από αυτά, όπως αποδείχθηκε με την μαρτυρία των κτηματολόγων. (γ) Από την άλλη τη διαδικασία αναγκαστικής πώλησης ήταν επόμενο ο Αζάς να την αγνοούσε εφόσον όταν είχε συνάψει την πιο πάνω συμφωνία αντιπαροχής την 1.05.2004, δεν είχε ακόμα κατατεθεί η αίτηση αυτή στο Κτηματολόγιο η οποία κατατέθηκε μόλις στις 11.07.2005 (τεκμ. 86). Επομένως, και ως προς αυτό το σημείο η μαρτυρία του Αζά ήταν αληθής σε αντίθεση με όσα ο Κυπριανού υποστήριξε. Δέχομαι τη μαρτυρία του Αζά στην ολότητα της. Παρόμοια με τον πιο πάνω μάρτυρα αντικρίζω και τη μαρτυρία των κ.κ. Τσαγγαρίδη και Σωκράτους (Μ.Κ.5 και 6), οι οποίοι παρά την έντονη και επίμονη αντεξέταση που υπέστησαν παρέμειναν σταθεροί στις βασικές τους θέσεις. Οι όποιες μικροδιαφορές αναδείχθηκαν σε σχέση με τα γεγονότα ανάγονται στην διαφορετική αντίληψη που είναι φυσικό να παρουσιάζεται από άνθρωπο σε άνθρωπο και όχι σε κάθε περίπτωση τέτοιας σημασίας που θα καθιστούσε τη μαρτυρία τους αναξιόπιστη. Επισημαίνω τις υπάρχουσες οικονομικές εκκρεμότητες της Famagusta και με τους τρεις παραπονούμενους, οι οποίες εξακολουθούν να εκκρεμούν. Τα όσα υποστήριξε ο κ. Κυπριανού περί ικανοποίησης τους με άλλες διευθετήσεις δεν συνάδουν με την υπάρχουσα μαρτυρία. Οι όποιες προσπάθειες έγιναν με τη σύναψη νέων συμφωνιών και στις τρεις περιπτώσεις δεν ευοδώθηκαν και παρέμειναν ανεκπλήρωτες. Ούτως ή άλλως, όπως θα εξηγήσω σε άλλο σημείο της απόφασης μου, και αν ακόμα επιτυγχανόταν αυτό, μικρή σημασία θα είχε ως προς την έκβαση της υπόθεσης. Οι προσπάθειες που κατέβαλαν οι κατηγορούμενοι, κυρίως μετά την προφυλάκιση του Κυπριανού, εκτός του ότι δεν απέδωσαν αποτελέσματα, κατέστησαν τις διαφορές πιο πολύπλοκες σε σημείο που όπως εξελισσόταν η μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και την έντονη και πολύωρη αντεξέταση τους η όλη εικόνα καθίστατο ακόμα πιο ζοφερή. Πρόκειται για γεγονότα σε κάθε περίπτωση άσχετα με τα επίδικα και άνευ σημασίας. Δεν μου διαφεύγει ότι ο Τσαγγαρίδης μετά από μια έντονη και επίμονη αντεξέταση τόσο του κ. Αναστάση Κουμή όσο και του κ. Κύπρου Ανδρέου, κουρασμένος καθώς ήταν και λόγω της ηλικίας του και επικαλούμενος τα προβλήματα υγείας του στα οποία έκανε αναφορά, ανέφερε κάποια στιγμή κατά την αντεξέταση του από τον κ. Κύπρο Ανδρέου πως δεν είχε παράπονο με την έννοια που του το έθεσε ο ευπαίδευτος συνήγορος, θέτοντας όμως ως προϋπόθεση να ικανοποιούντο οι απαιτήσεις του. Προς τούτο παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά: .. .. .. Ε. Μάλιστα. Τώρα ο άνθρωπος τούτος ο οποίος είναι ψεύτης, έτσι είπες. Α. Ποιος; Ε. Έτσι είπες, έχεις παράπονο. Δικαστήριο: Ο κύριος Κουμής; Μάρτυρας: Ο κύριος Κουμής μου είπεν ότι εν ψεύτης. Ε. Ο Κυπριανού. Α. Εν είπα ποτέ μου πως εν ψεύτης ο κύριος Κυπριανού. Ε. Αυτός ο άνθρωπος λέω τον οποίο έχεις παράπονο, ήρτεν να σου αναγνωρίσει ένα χρέος πριν 22 χρόνια και να σου πληρώσει τζαί να σου δώσει τζαί περιουσία. Α. Ναι Ε. Συμφωνούμε; Α. Ναι Ε. Ωραιότατα Α. Κύριε δικηγόρε για να καταλήγουμε σε κάτι, αυτή τη στιγμή δεν έχω παράπονο που τον κύριο Κυπριανού. Ε. Ωραιότατα τζαι να τελειώσουμε. Α. Να μου δώσει αυτά τα οποία μου χρωστά €5.000,00, τα αυτοκίνητα τα οποία είπεν ότι τα έδωσεν, εγώ λέω εδώρισεν μου τα, είπεν τη διαφορά με τις €93.000,00 αντί με τις €70.000,00 που αγόρασα το διαμέρισμα το δεύτερο. Καθαρά πράματα. .. .. .. Είναι φανερό από τα πιο πάνω, όσα προηγήθηκαν αλλά και όσα ακολούθησαν από τη μαρτυρία του ότι δεν είχε αποστεί καθ΄οιονδήποτε τρόπο από τις οικονομικές αξιώσεις του στις οποίες και επέμενε, τις οποίες είχε προσδιορίσει και σε προγενέστερο στάδιο της μαρτυρίας του. Και μια και ο λόγος στον Τσαγγαρίδη, θα αναφερθώ στο ζήτημα της ισχυριζόμενης διευθέτησης μαζί του και το ποσό που έλαβε ως προκαταβολή των €1.700,
- Ακόμα και σε αυτό το συγκεκριμένο θέμα υπάρχει διάσταση μεταξύ τους. Ο Τσαγγαρίδης ναι μεν παραδέχθηκε ότι έλαβε το ποσό αυτό αλλά σε σχέση με την ημερομηνία που φέρει η απόδειξη ισχυρίζεται ότι δεν ήταν αυτός που την ανέγραψε όπως φαίνεται στο φωτοαντίγραφο δηλαδή 11.08.08, καθώς δεν είναι γράμματα δικά του. Σημειώνω ότι στο πρωτότυπο της απόδειξης δεν φαίνεται καμιά ημερομηνία. Είναι και αυτό ένα από τα περίεργα της μαρτυρίας που προσφέρθηκε από τον κ. Κυπριανού, το πρωτότυπο δηλαδή μιας απόδειξης να μην έχει ημερομηνία και το φωτοαντίγραφο της να φέρει συγκεκριμένη ημερομηνία με γραφικό χαρακτήρα διαφορετικό από αυτόν του Τσαγγαρίδη. Το δε ζήτημα των δύο αυτοκινήτων μάρκας Audi που μεταβιβάστηκαν κστ΄ισχυρισμό στο όνομα του Τσαγγαρίδη, χωρίς αυτός να το γνωρίζει και χωρίς να επιθυμεί μια τέτοια διευθέτηση, όπως φαίνεται και από την ημερομηνία του τιμολογίου που ήταν η 24.09.2009 (τεκμ.57), ήταν και αυτό ασφαλώς μέρος των προσπαθειών που κατέβαλαν οι κατηγορούμενοι μετά που ο Τσαγγαρίδης αντιλήφθηκε την πλαστογραφία του ακυρωτικού εγγράφου. Ο ερασιτεχνικός τρόπος με τον οποίο παραδέχθηκε ο Κυπριανού ότι λειτουργούσε η Famagusta και εξακολουθούσε να λειτουργεί ακόμα και μετά την καταγγελία στην αστυνομία και από τους τρεις παραπονούμενους, περιέπλεξε τόσο τα πράγματα ώστε πλέον να καθίσταται δυσκολότερη η όποια προσπάθεια επίλυσης των διαφορών ενόψει και του καθεστώτος εκκαθάρισης στο οποίο περιήλθε η Famagusta. Θα επανέλθω όμως σε επιμέρους πτυχές της μαρτυρίας τους και σε άλλα σημεία της απόφασης μου στη συνέχεια. Ο κ. Αδάμος Χ¨ Χριστοδούλου (Μ.Κ.7), κρίνω ότι ήταν ειλικρινής μάρτυρας και τα όσα ανέφερε σε σχέση με την εμπλοκή του στη συναλλαγή του ζεύγους Σωκράτους με τους κατηγορούμενους τα αποδέχομαι χωρίς καμιά επιφύλαξη. Ο μάρτυς είχε μπουχτίσει, «κοινώς έσπασεν με» ήταν η ακριβής φράση που χρησιμοποίησε, για να καταδείξει την ασυνέπεια του Κυπριανού όταν του ζητούσε να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις και αντί τέτοιας συμπεριφοράς ένοιωθε να τον κοροϊδεύει. Σημειώνω την αντίληψη και αυτού του μάρτυρος, ενός έμπειρου κατά τα άλλα δικηγόρου, περί του ρόλου του κ. Κυπριανού στη Famagusta, ο οποίος δεν ήταν άλλος από την διεύθυνση και χειρισμό των υποθέσεων της, αντίληψη βέβαια που ήταν διάχυτη σε όλους όσους συνεργάστηκαν μαζί του κατά τους επίδικους χρόνους. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της. Οι κ.κ. Γιώργος Πετεινάρης (Μ.Κ.8) και Παναγιώτης Στυλιανού (Μ.Κ.9), έδωσαν τις αναγκαίες πληροφορίες από τα στοιχεία που είναι καταχωρημένα στα επίσημα βιβλία του κτηματολογίου σε σχέση με τα υπό αναφορά οικόπεδα και πωλητήρια έγγραφα και της εκκρεμούσας διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης του ενός από τα οικόπεδα και όλες τις σχετικές πράξεις που αφορούσαν τα δύο οικόπεδα που παραχωρήθηκαν δυνάμει της συμφωνίας αντιπαροχής, η οποία είχε συναφθεί μεταξύ του Αζά και της Famagusta. Αποδέχομαι τη μαρτυρία τους. Δέχομαι χωρίς καμιά επιφύλαξη τη μαρτυρία της κας Γκαλίνας Πιερή (Μ.Κ.10) και κας Έλενας Χ¨ Παρασκευά (Μ.Κ.11) ότι ανταποκρίνεται στην αλήθεια των όσων έζησαν, αντιλήφθηκαν και έπραξαν αλλά και στον ρόλο τους κατά τη διάρκεια της εργοδότησης τους από την Famagusta και τον ενεργό ρόλο που απέδωσαν στις δραστηριότητες της εταιρείας στον Κυπριανού τον οποίο ουσιαστικά θεωρούσαν «μάστρο» εργοδότη τους. Ήταν αυτός ο οποίος τις οποίες προσέλαβε στην εργασία τους και αυτός που τις πλήρωνε πάντοτε σε μετρητά. Ήταν δε αυτός το δεσμείν και το λύειν στην εταιρεία. Η ανάμιξη της Μαρίας Αντωνίου προκαλούσε ενίοτε την