Δημοκρατία ν. Γεώργιου Κυριακίδη, Αρ. Υπόθεσης: 1145/14, 12/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDAMM:2014:1 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Χρ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1145/14 Δημοκρατία v Γεώργιου Κυριακίδη Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 12 Νοεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κ. Μ. Πασιαρδή. Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Η. Χρίστου. Κατηγορούμενος: Παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος μετά από παραδοχή του στο αδίκημα της ανθρωποκτονίας, κατά παράβαση του άρθρου 205 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία 3) και σε εκείνο του εμπρησμού, κατά παράβαση του άρθρου 315(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία 2). Το κατηγορητήριο, όπως είχε αρχικώς καταχωρισθεί, περιελάμβανε - πέραν του εμπρησμού - και την κατηγορία του φόνου εκ προμελέτης, κατά παράβαση των άρθρων 203 και 204 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Η τελευταία αυτή κατηγορία αναστάληκε ωστόσο από την Κατηγορούσα Αρχή την 1.9.14 (και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στις 9.5.14), με επακόλουθο (ως εκ της απαλλαγής του κατηγορούμενου στο αδίκημα του φόνου εκ προμελέτης), να προστεθεί αυθημερόν η κατηγορία της ανθρωποκτονίας (βλ. κατηγορία 3), την οποία και ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε την ίδια μέρα. Σύμφωνα με τα γεγονότα που παρέθεσε η Κατηγορούσα Αρχή και έγιναν αποδεκτά από την Υπεράσπιση, στις 16.3.12 και περί ώρα 10:05πμ λήφθηκε πληροφορία από την Αστυνομία πως υπήρχε καπνός στο διαμέρισμα 102 στην οδό Γεώργιου Σεφέρη 9 στη Δερύνεια («το διαμέρισμα»), όπου κατοικούσε η Χριστίνα Καλαϊτσίδου (το θύμα) μαζί με τα ανήλικα παιδία της. Η Αστυνομία είχε ειδοποιηθεί από φίλες του θύματος που την αναζητούσαν από το πρωί της μέρας εκείνης λόγω προγραμματισμένου ραντεβού που είχαν μαζί αλλά και επειδή το θύμα δεν απαντούσε στις κλήσεις και στα μηνύματα τους. Στη σκηνή μετέβησαν αμέσως μέλη της Αστυνομικής Δύναμης ενώ ειδοποιήθηκε και η Πυροσβεστική Υπηρεσία. Ένας από τους πυροσβέστες ανέβηκε στο μπαλκόνι του διαμερίσματος με τη χρήση σκάλας και εισήλθε σε αυτό σπάζοντας κάποιο τζάμι. Ακολούθως, ο πυροσβέστης άνοιξε την πόρτα για να εισέλθουν στο διαμέρισμα και οι υπόλοιποι πυροσβέστες. Η κυρίως είσοδος του διαμερίσματος ήταν κλειστή και ακλείδωτη, με τα κλειδιά όμως να βρίσκονται επί της κλειδαριάς από τη μέσα πλευρά. Η σκηνή αποκλείστηκε αμέσως από την Αστυνομία χωρίς να εισέλθει σε αυτή οποιοδήποτε μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Στο διαμέρισμα δεν υπήρχαν σημεία διάρρηξης, όπως ούτε και στην κυρίως είσοδο ή σε οποιοδήποτε παράθυρο. Δεν υπήρχε ακαταστασία στο διαμέρισμα. Όλα ήταν συγυρισμένα και καθαρά. Ακολούθησαν έρευνες εντός του διαμερίσματος οπόταν και διαπιστώθηκε ότι όλες οι πόρτες εντός αυτού ήσαν ανοικτές, πλην ενός υπνοδωματίου του οποίου η πόρτα ήταν κλειστή. Πάνω στο κρεβάτι του συγκεκριμένου αυτού υπνοδωματίου εντοπίστηκε αναίσθητη η Χριστίνα Καλαϊτσίδου. Δεν έγινε χρήση υλικών κατάσβεσης, αφού δεν υπήρχε φωτιά. Στη σκηνή κλήθηκε νοσηλευτής ο οποίος διαπίστωσε ότι η Χριστίνα Καλαϊτσίδου ήταν νεκρή. Κλήθηκε η ιατροδικαστής Ελένη Αντωνίου για τη διενέργεια αυτοψίας. Η εν λόγω ιατροδικαστής απέκλεισε το ενδεχόμενο εγκληματικής ενέργειας. Με την ολοκλήρωση των εξετάσεων, η σορός του θύματος μεταφέρθηκε στο νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας όπου και διενεργήθηκε νεκροψία-νεκροτομή. Η ιατροδικαστής που τη διενήργησε κατέληξε πως αίτια θανάτου ήταν η ασφυξία της Χριστίνας Καλαϊτσίδου από μονοξείδιο του άνθρακα. Λήφθηκαν από τη θανούσα δυο φιαλίδια με αίμα τα οποία μεταφέρθηκαν στο Κρατικό Χημείο για εξέταση με σκοπό να διαπιστωθεί τυχόν ύπαρξη μονοξειδίου του άνθρακα. Η θανούσα είχε στο αίμα 2% ανθρακυλαιμοσφαιρίνη (μονοξείδιο του άνθρακα), ένδειξη που θεωρείται απολύτως φυσιολογική. Μετά το πέρας της νεκροψίας-νεκροτομής, η σορός του θύματος παραδόθηκε σε γραφείο κηδειών το οποίο και ανέλαβε την ταρίχευση και ετοιμασία της για μεταφορά στην Ελλάδα προς ενταφιασμό. Κατά την αρχική διερεύνηση της υπόθεσης από την Αστυνομία, είχε ληφθεί από τον κατηγορούμενο η κατάθεση-Τεκμήριο
- Εκεί, ο κατηγορούμενος είχε δηλώσει αρχικώς πως είδε την Χριστίνα Καλαϊτσίδου την προηγούμενη του θανάτου της (δηλαδή στις 15.3.12), όταν αυτός πήγε στο διαμέρισμα για να την βοηθήσει με το πλυντήριο που παρουσίαζε κάποιο πρόβλημα και αφού τσακώθηκαν μεταξύ τους, ο κατηγορούμενος αποχώρησε. Την επομένη (όπως ανέφερε ο κατηγορούμενος κατά την πρώτη του κατάθεση προς την Αστυνομία), πήγε στο διαμέρισμα το πρωί για να παραλάβει από εκεί κάποια χαρτιά που χρειαζόταν και ότι του είχε ανοίξει ο μεγάλος τους γιος με τον οποίο ακολούθως έφυγαν μαζί. Στη γραπτή κατάθεση-Τεκμήριο 4, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι μεταξύ του ιδίου και του θύματος υπήρχαν προβλήματα και προστριβές τα οποία οδήγησαν στη μεταξύ τους διάσταση το
- Παραδέχθηκε επίσης ότι διαρκούσης της διάστασης, παρακολουθούσε το θύμα και ότι σε μια περίπτωση εισήλθε εντός του διαμερίσματος με αντικλείδι. Όταν το θύμα αντέδρασε στην ενέργεια του αυτή, ο κατηγορούμενος ανέβηκε στην ταράτσα της πολυκατοικίας στην οποία βρισκόταν το διαμέρισμα και απειλούσε ότι θα αυτοκτονήσει. Η Χριστίνα Καλαϊτσίδου, για να μην παρακολουθεί τις κινήσεις της ο κατηγορούμενος, είχε σχεδόν πάντοτε τα παράθυρα και τις πόρτες του διαμερίσματος κλειστά και κλειδωμένα. Εξαιτίας της κατάληξης της ιατροδικαστού ότι το ενδεχόμενο εγκληματικής ενέργειας είχε αποκλειστεί, η υπόθεση εξετάστηκε από την Αστυνομία ως αφύσικος θάνατος. Τη σορό της Χριστίνας Καλαϊτσίδου ήρθε για να παραλάβει από την Κύπρο και συνοδεύσει στην Ελλάδα ο θείος της, Γεώργιος Καλαϊτσίδης. Στο πρόσωπο της Χριστίνας Καλαϊτσίδου υπήρχαν εμφανείς κακώσεις οι οποίες και φωτογραφήθηκαν από τον Γεώργιο Καλαϊτσίδη. Πριν από τη μεταφορά της σορού στην Ελλάδα έλαβε χώραν αποχαιρετισμός σε εκκλησία στη Δερύνεια όπου παρευρέθηκαν συγγενείς και φίλοι του θύματος αλλά και ο κατηγορούμενος. Στις 20.3.12 η σορός ενταφιάστηκε αφού στο μεταξύ είχε μεταφερθεί στην Ελλάδα. Όταν η οικογένεια του θύματος ενημερώθηκε για το ιατροδικαστικό πόρισμα στην Κύπρο, δεν έμεινε ικανοποιημένη αφού οι γονείς θεώρησαν πως ο θάνατος του παιδιού τους δεν είχε διερευνηθεί καταλλήλως. Λόγω των εμφανών κακώσεων στο πρόσωπο του θύματος, των γνωστών στην οικογένεια προβλημάτων που υπήρχαν μεταξύ του και του κατηγορούμενου αλλά και επειδή η Χριστίνα Καλαϊτσίδου είχε δηλώσει σε κάποιες περιπτώσεις προς τους συγγενείς της ότι φοβόταν τον κατηγορούμενο, ηγέρθηκαν υποψίες εναντίον του εξασφαλίστηκε από την οικογένεια Εισαγγελική Παραγγελία εκταφής της σορού. Η εκταφή έγινε τον Οκτώβριο 2012, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει νέα νεκροτομή επί της σορού στην παρουσία δύο ιατροδικαστών. Παραλλήλως, λήφθηκαν από τη σορό βιολογικά δείγματα τα οποία στάλθηκαν για εργαστηριακές εξετάσεις. Από τις νέες εξετάσεις, αποκλείστηκε ο θάνατος του θύματος να επήλθε λόγω εισπνοής μονοξειδίου του άνθρακα. Διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για ασφυκτικό βίαιο θάνατο που επήλθε μετά από πίεση του λαιμού του θύματος με τα χέρια του δράστη και ενώ ο τελευταίος βρισκόταν καθήμενος επί του θύματος. Οι κακώσεις στο πρόσωπο του θύματος ήσαν προθανάτιες τα δε εγκαύματα στο σώμα του μεταθανάτια. Με άλλα λόγια, όταν ξέσπασε η μικρής έκτασης πυρκαγιά στο δωμάτιο, το θύμα ήταν ήδη νεκρό. Από τις ιστοπαθολογικές εξετάσεις διαφάνηκε ότι στην περιοχή του λάρυγγα υπήρχαν αιμορραγικές διαποτίσεις. Λόγω των ευρημάτων, διατάχθηκε η εκ νέου διερεύνηση της υπόθεσης. Μεταξύ κατηγορούμενου και θύματος υπήρχαν προβλήματα τα οποία οδηγούσαν σε συχνούς και έντονους τσακωμούς. Ο κατηγορούμενος ήταν σωματικώς και ψυχολογικώς βίαιος προς το θύμα. Σε μια περίπτωση, το θύμα τον κατάγγειλε στην Αστυνομία για επίθεση και πρόκληση σε αυτήν πραγματικής σωματικής βλάβης όπως και ψυχικής βλάβης στα παιδία τους, αφού ο κατηγορούμενος την είχε κτυπήσει στην παρουσία τους. Η υπόθεση οδηγήθηκε στο Δικαστήριο και τελικώς αποσύρθηκε αφού το θύμα δεν επιθυμούσε να καταθέσει ενόρκως εναντίον του κατηγορούμενου. Ο τελευταίος απειλούσε συχνά πως θα αυτοκτονήσει είτε πίνοντας χάπια είτε ανεβαίνοντας στην ταράτσα της πολυκατοικίας του διαμερίσματος, με το θύμα να καλεί την Αστυνομία για βοήθεια λόγω και της ανησυχίας που προκαλούσε ο κατηγορούμενος. Σε μια περίπτωση, ο κατηγορούμενος κατανάλωσε ποσότητα χαπιών, με αποτέλεσμα να μεταφερθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Παραλιμνίου και να τύχει περίθαλψης. Ο κατηγορούμενος αν και βρισκόταν σε διάσταση με το θύμα πριν από το επίδικο περιστατικό, την ζήλευε και παρακολουθούσε συνεχώς τις κινήσεις της. Είχε μάλιστα εντοπιστεί να την παρακολουθεί και από κάποιο γείτονα της ο οποίος κατάγγειλε το γεγονός στην Αστυνομία ζητώντας όπως ενημερωθεί σχετικώς η Χριστίνα Καλαϊτσίδου. Ο κατηγορούμενος, εν αγνοία της τελευταίας, εισήλθε εντός του διαμερίσματος σε μια τουλάχιστο περίπτωση πριν από την επίδικη. Η Χριστίνα Καλαϊτσίδου ξαφνιάστηκε και φοβήθηκε, με αποτέλεσμα τις επόμενες μέρες να αλλάξει τις κλειδαριές του διαμερίσματος. Αυτό το περιστατικό συνέβη το Φεβρουάριο 2012, με το θύμα να προβαίνει σε καταγγελία προς την Αστυνομία, με αποτέλεσμα μέλη της τελευταίας να επισκεφθούν το διαμέρισμα της. Ο κατηγορούμενος ανέβηκε τότε και για ακόμη μια φορά στην ταράτσα της πολυκατοικίας απειλώντας ότι θα αυτοκτονήσει. Εκδόθηκε διάταγμα υποχρεωτικής του εξέτασης και η ψυχίατρος που τον εξέτασε στις 24.4.12 έκρινε πως δεν έχρηζε ψυχιατρικής φροντίδας. Εξαιτίας της συμπεριφοράς του, το θύμα είχε αναφέρει σε αρκετές περιπτώσεις προς φίλες και συγγενικά της πρόσωπα ότι φοβόταν τον κατηγορούμενο, ζητούσε δε συχνά από τις φίλες της να διανυκτερεύσουν μαζί της. Η Χριστίνα Καλαϊτσίδου επιθυμούσε να ταξιδεύσει στην Ελλάδα για να ανανεώσει τα διαβατήρια των παιδιών της και ενώ αρχικώς ο κατηγορούμενος ηρνείτο να συγκατατεθεί στο ταξίδι εν τέλει συμφώνησε και της παρέδωσε τα σχετικά έγγραφα. Η Χριστίνα Καλαϊτσίδου μια μέρα πριν από το θάνατο της προσπαθούσε να διευθετήσει τα του ταξιδιού και την αγορά των αεροπορικών εισιτηρίων. Η Αστυνομία ζήτησε και εξασφάλισε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου το οποίο και εκτελέστηκε στις 20.3.
- Την ίδια μέρα στο Αρχηγείο Αστυνομίας, ο κατηγορούμενος προέβη στη θεληματική κατάθεση-Τεκμήριο
- Στις 16.3.12, ο κατηγορούμενος εισήλθε στο διαμέρισμα. Εκείνη την ώρα το θύμα απουσίαζε. Άνοιξε στον κατηγορούμενο ο μεγαλύτερος τους γιος. Αφού το παιδί έφυγε για το σχολείο, ο κατηγορούμενος παρέμεινε εντός του διαμερίσματος αναμένοντας το θύμα. Όταν το θύμα επέστρεψε, βρήκε τον κατηγορούμενο εντός του διαμερίσματος. Αυτός άρπαξε την Χριστίνα Καλαϊτσίδου και την μετέφερε στο υπνοδωμάτιο στο οποίο βρέθηκε νεκρή. Αφού προηγήθηκε μεταξύ τους έντονη συζήτηση (και ενώ το θύμα προέβαλε αντίσταση), ο κατηγορούμενος την κτύπησε στο πρόσωπο. Ακολούθως (βάζοντας τα χέρια του στο λαιμό της), την στραγγάλισε, με αποτέλεσμα να προκαλέσει το θάνατο της. Στη συνέχεια, έβαλε φωτιά σε διάφορα σημεία στο σκέπασμα που βρισκόταν πάνω στο κρεβάτι όπου βρέθηκε το θύμα και αποχώρησε. Σε έρευνα που διεξήχθη στο διαμέρισμα του κατηγορούμενου εντοπίστηκαν και παρελήφθησαν δυο κινητά τηλέφωνα, το ένα μάρκας Nokia (το οποίο άνηκε στο θύμα) και το άλλο μάρκας Samsung που ανήκει στον ίδιο (βλ. Τεκμήρια 5 και 6). Τα τεκμήρια αυτά εξετάστηκαν επιστημονικώς και διαπιστώθηκε πως ο κατηγορούμενος, μετά το έγκλημα απέστειλε μήνυμα προς την Χριστίνα Καλαϊτσίδου ζητώντας της να του απαντήσει (βλ. Τεκμήριο 7). Ο δικηγόρος του κατηγορούμενου κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής - και εφοδιάζοντας το Δικαστήριο με σχετικό γραπτό κείμενο το οποίο βοήθησε στην καλύτερη κατανόηση των προβαλλόμενων θέσεων - αναφέρθηκε στις αρχές που διέπουν την επιβολή και επιμέτρηση της ποινής, παραπέμποντας ταυτοχρόνως και σε σχετική νομολογία. Υπενθύμισε ο κ. Χρίστου - και πολύ σωστά - πως το δικαστικό καθήκον για εξατομίκευση της τιμωρίας υφίσταται σε όλες τις περιπτώσεις (όπως η παρούσα), όπου το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια επιλογής του ύψους και είδους της υπό επιβολή τιμωρίας. Αναφέρθηκε επίσης ο συνήγορος σε διάφορα ελαφρυντικά στοιχεία και προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου που δικαιολογούν, κατά την άποψη του, επιεική μεταχείριση του πελάτη του. Υπέδειξε πως ο κατηγορούμενος «... έδρασε κάτω από ζηλοτυπικό παραλήρημα και έχοντας ιδιαίτερα μειωμένο έλεγχο των πράξεων του τη δεδομένη στιγμή». Με παραπομπή στις ψυχολογικές εκθέσεις - Έγγραφα Β1 και Β2, ο κ. Χρίστου επεκτάθηκε σε διάφορα σημαντικά θέματα που αφορούν στο ψυχολογικό ιστορικό του κατηγορούμενου, όπως στη φτωχή παρουσία του στο σχολείο, στις επανειλημμένες και ανεπιτυχείς προσπάθειες του για ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας, στην εκδήλωση αυτοκαταστροφικών πράξεων από πολύ μικρής ηλικίας όπως και στη συχνή εμπλοκή του σε καβγάδες για ασήμαντα θέματα. Όλα αυτά τα ζητήματα (μαζί με κάποια άλλα που ρητώς αναφέρονται στις υπό αναφορά εκθέσεις), κατατάσσουν διαγνωστικώς τον κατηγορούμενο στην κατηγορία των ατόμων με αντικοινωνική διαταραχή της προσωπικότητας «. με έντονα τα αυτό/έτερο καταστροφικά στοιχεία παρουσιάζει ζηλοτυπικό παραλήρημα που έχει διαμορφώσει ενάντια στην πρώην σύζυγο του». Το έγκλημα που διέπραξε ο κατηγορούμενος, τόνισε ο συνήγορος (με παραπομπή στις υπό αναφορά εκθέσεις), ήταν το αποτέλεσμα του ζηλοτυπικού αυτού παραληρήματος και για το οποίο ο κατηγορούμενος χρήζει ψυχοθεραπευτικής παρέμβασης, με τον τελευταίο να δηλώνει ετοιμότητα για συνεργασία με το Τμήμα Ψυχικής Υγείας. Στην προκειμένη περίπτωση ο έλεγχος που είχε ο κατηγορούμενος στις πράξεις του ήταν μειωμένος ως εκ της παθογένειας που τον χαρακτηρίζει και η οποία δεν του επέτρεψε να αποστεί από όσα παρανόμως έπραξε επιφέροντας το θάνατο στο θύμα. Ο ίδιος θεωρεί το έγκλημα που διέπραξε, ως μια φυσιολογική εξέλιξη της δύσκολης σχέσης που είχε με το θύμα και της παρορμητικής αντίδρασης που τούτος εξεδήλωσε έχοντας προηγουμένως προκληθεί από την Χριστίνα Καλαϊτσίδου. Το έγκλημα του κατηγορούμενου, υπογράμμισε ο κ. Χρίστου, ήταν έγκλημα πάθους και απόρροια της απώλειας του αυτοελέγχου του κατηγορούμενου. Το αλκοόλ που είχε καταναλώσει ο τελευταίος πριν από το έγκλημα, έστω και αν ήταν «. απειροελάχιστο μικρό ποσοστό .» (μια μπύρα), ενδεχομένως να συνέδραμε και αυτό στη μείωση του αυτοελέγχου του. Ο συνήγορος προέταξε επίσης την κακή οικονομική κατάσταση του κατηγορούμενου και την επίδραση που τούτη είχε στην όλη του συμπεριφορά και που δεν ήταν ασύνδετη και την επιθετική συμπεριφορά που επεδείκνυε προς το θύμα. Όλα τούτα, είπε ο κ. Χρίστου, οδήγησαν σε κάποια στιγμή σε ρήξη της σχέσης του ανδρογύνου και εν τέλει στη διάσταση του. Το τέλος της σχέσης (και η επελθούσα διάσταση) αποφασίστηκε από την Χριστίνα Καλαϊτσίδου. Η απόφαση της αυτή επέτεινε τη ψυχολογική διαταραχή του κατηγορούμενου και τη ζηλοτυπία του έναντι του θύματος. Από τη στιγμή της διάστασης, ο κατηγορούμενος προέβη σε απέλπιδες προσπάθειες επανένωσης του με την Χριστίνα Καλαϊτσίδου, η τελευταία ωστόσο αρνιόταν επίμονα κάτι τέτοιο. Κατά τον επίδικο χρόνο, δήλωσε ο κ. Χρίστου, το θύμα ήταν άρρωστο πάσχοντας από βρογχοπνευμονία. Ο κατηγορούμενος κατόπιν επιθυμίας και του θύματος επισκεπτόταν το διαμέρισμα και βοηθούσε σε διάφορες εργασίες. Την προηγουμένη του εγκλήματος, προηγήθηκε έντονος καβγάς μεταξύ τους. Την επομένη το πρωί, ο κατηγορούμενος μετέβη στο διαμέρισμα, όχι μόνο για τους λόγους που ανέφερε η Κατηγορούσα Αρχή κατά την παράθεση των γεγονότων αλλά και για να μεταπείσει το θύμα «. να γυρίσει πίσω». Αναμένοντας την Χριστίνα Καλαϊτσίδου να έρθει στο διαμέρισμα, ο κατηγορούμενος κατανάλωσε την μπύρα που προανάφερε η Κατηγορούσα Αρχή κατά την παρουσίαση των γεγονότων. Όταν το θύμα επέστρεψε στο διαμέρισμα και βρήκε εκεί τον κατηγορούμενο, αυτός απολογήθηκε για τις πράξεις του και ζήτησε από την Χριστίνα Καλαϊτσίδου να επανασυνδεθούν. Αυτή αντέδρασε έντονα, αρνούμενη επιμόνως την παράκληση. Επακολούθησε εντονότατη συζήτηση με αποτέλεσμα οι δυο τους να ανταλλάξουν σκληρά λόγια τα οποία ο κατηγορούμενος λόγω και του άρρωστου ψυχισμού του, εξέλαβε ως πρόκληση (ενώ τέτοια πρόκληση δεν υπήρξε, όπως τόνισε ο δικηγόρος, με τον «. τρόπο που την αναγνωρίζει η νομολογία μας»), με αποτέλεσμα να πυροδοτηθεί και η ήδη περιγραφείσα αντίδραση του, με όλα τα παρεπόμενα για το θύμα. Μετά τη θανάτωση της Χριστίνας Καλαϊτσίδου (χωρίς τη χρήση οποιουδήποτε όπλου ή αντικειμένου), δεικτικού του γεγονότος αυτού (ως υποστήριξε ο συνήγορος) της απουσίας προγραμματισμού και προσχεδιασμού, ο κατηγορούμενος σαστισμένος και φοβισμένος, αναλογιζόμενος την τύχη που θα είχαν τα παιδιά του εάν οδηγείτο στη φυλακή για το έγκλημα που διέπραξε, αποφάσισε να «. βάλει φωτιά και να φύγει και ουσιαστικά να προσπαθήσει να καλύψει τα ίχνη του και μετέπειτα». Πέραν όλων αυτών ο κ. Χρίστου εισηγήθηκε επίσης ως μετριαστικά στοιχεία την καθυστέρηση στη διακρίβωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου λόγω παραλείψεων της Δημοκρατίας, το λευκό του ποινικό μητρώο, την μεταμέλεια, την απολογία του προς την οικογένεια του θύματος και στα παιδιά του, την παραδοχή και συνεργασία του με τις αστυνομικές αρχές, την ηλικία του και τις επιπτώσεις της καταδίκης και ποινής του στον ίδιο και στην οικογένεια του. Προτού προχωρήσουμε στην ανάλυση των πραγμάτων από ποινολογικής απόψεως, θα αναφερθούμε στο περιεχόμενο της Έκθεσης Κοινωνικής Έρευνας που ετοιμάστηκε για τον κατηγορούμενο και το οποίο ο κ. Χρίστου υιοθέτησε και επεξέτεινε στα πλαίσια της αγόρευσης του. Αναφέρεται λοιπόν στην υπό αναφορά Έκθεση - και δεχόμαστε όλα όσα καταγράφονται εκεί ως γεγονός - ότι ο κατηγορούμενος γεννήθηκε στις 3.12.81, μεγαλώνοντας στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Οι γονείς του κατάγονται από το Καζακστάν. Ο πατέρας του απεβίωσε το Φεβρουάριο 2009 λόγω καρδιακών προβλημάτων ενώ η μητέρα του (σήμερα ηλικίας 54 ετών), διαμένει στην Ελλάδα. Είναι ο δεύτερος στη σειρά από τα τρία παιδιά της οικογένειας. Η αδελφή του, ηλικίας 34 ετών, είναι έγγαμη μητέρα δύο παιδιών διαμένοντας μονίμως στην Ελλάδα, ενώ ο μικρότερος του αδελφός, ηλικίας 28 ετών, είναι άγαμος και εργάζεται σε καφετερία διαμένοντας με την μητέρα του. Ο κατηγορούμενος εγκαταστάθηκε με την οικογένεια του στην Ελλάδα σε ηλικία 7 ετών στα πλαίσια των προσπαθειών της οικογένειας για εξεύρεση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης. Παρέμειναν στη Θεσσαλονίκη για ένα χρόνο και στη συνέχεια μετέβησαν στα Σκύδρα, πλησίον της Έδεσσας. Ο πατέρας του ασχολήθηκε αρχικώς με τη γεωργία και στη συνέχεια με τη λειτουργία περιπτέρου και ταβέρνας. Η μητέρα προσλήφθηκε ως εργάτρια σε εργοστάσιο εκτροφής σαλιγκαριών στο οποίο εξακολουθεί να απασχολείται μέχρι και σήμερα. Ο κατηγορούμενος φοίτησε μέχρι την Α΄ Τάξη Γυμνασίου, διακόπτοντας τη φοίτηση του λόγω χαμηλής επίδοσης και έλλειψης ενδιαφέροντος. Έκτοτε απασχολήθηκε σε διάφορες εργασίες όπως στο περίπτερο του πατέρα του, σε πλυντήριο αυτοκινήτων και σε εργοστάσιο, με σκοπό να καλύπτει τις προσωπικές του ανάγκες. Κατατάγηκε στον Ελληνικό στρατό, όμως δεν ολοκλήρωσε τη θητεία του λόγω ψυχολογικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Παρεμβάλλουμε πως αυτό το τελευταίο γεγονός (περί μη συμπλήρωσης της στρατιωτικής θητείας), ανέκυψε μετά από διευκρίνιση του κ. Χρίστου - την οποία και δεχόμαστε - μια και στην Έκθεση Κοινωνικής Έρευνας δηλώνεται πως ο κατηγορούμενος είχε ολοκληρώσει την εν λόγω στρατιωτική θητεία. Επανερχόμαστε στο περιεχόμενο της Έκθεσης Κοινωνικής Έρευνας για να πούμε ότι το 2002 ο κατηγορούμενος παντρεύτηκε με την Χριστίνα Καλαϊτσίδου, η οποία καταγόταν από τη Γεωργία. Μετά από ένα χρόνο γάμου, το ζεύγος αποφάσισε να έλθει στην Κύπρο για σκοπούς εργασίας. Αρχικώς εγκαταστάθηκαν στη Λευκωσία, με τον κατηγορούμενο να εργάζεται ως οικοδόμος σε εργοληπτική εταιρεία. Μετά, εγκαταστάθηκαν στη Δερύνεια, με τον κατηγορούμενο να συνεχίζει να εργάζεται στις οικοδομές για ακόμη τέσσερα χρόνια περίπου και ακολούθως στα σίδερα για ενάμιση χρόνο. Το 2008 σύναψε επαγγελματικό δάνειο με σκοπό να εργαστεί ως αυτοεργοδοτούμενος οικοδόμος και να αναλαμβάνει υπεργολαβίες. Εργάστηκε τοιουτοτρόπως για ένα έτος και λόγω του ότι δεν αποκόμισε τα απαιτούμενα κέρδη διέκοψε και απασχολήθηκε για μερικούς μήνες με τα σίδερα. Τα τελευταία χρόνια ήταν άνεργος αν και περιστασιακά εργαζόταν σε διάφορους χώρους. Από το γάμο του με το θύμα απέκτησαν τρία παιδιά ηλικίας σήμερα 6, 8 και 11 ετών τα οποία διαμένουν με τη μητρική γιαγιά και παππού στη Δερύνεια. Πριν από δύο περίπου χρόνια ο κατηγορούμενος δημιούργησε σχέση με κοπέλα (ηλικίας 28 ετών σήμερα), η οποία κατάγεται από τη Λάρνακα και που προέρχεται από διαλυμένη οικογένεια, έχοντας τρία ανήλικα παιδιά τα οποία απέκτησε εκτός γάμου. Αξιολογήσαμε κάθε τι που τέθηκε ενώπιον μας από τον δικηγόρο του κατηγορούμενου, λαμβάνοντας ασφαλώς υπόψη όχι μόνο το περιεχόμενο της Έκθεσης Κοινωνικής Έρευνας αλλά και τα όσα ο κ. Χρίστου υπέδειξε συζητώντας τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις και συνθήκες του πελάτη του, ασχέτως εάν κάποια από αυτά δεν αναφέρονται ρητώς στο σκεπτικό μας. Αναμφιβόλως - και ευλόγως είναι που το αναγνώρισε αυτό και ο κ. Χρίστου - το αδίκημα της ανθρωποκτονίας αποτελεί ένα ιδιαίτερα σοβαρό έγκλημα όχι μόνο λόγω της ανώτατης προβλεπόμενης ποινής της διά βίου φυλάκισης αλλά και της φύσης τής συμπεριφοράς που τούτο προσδιορίζει, αφού παραδεκτώς η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το πολυτιμότερο των αγαθών, τυγχάνοντας πρωταρχικής προστασίας από ευνομούμενες κοινωνίες όπως η Κυπριακή Δημοκρατία. Αυτή η σοβαρότητα, με την άκρως ανησυχητική συχνότητα διάπραξης του αδικήματος αυτού αλλά και άλλων όμοιων εγκλημάτων - και η διαπίστωση μας αυτή προκύπτει από το μεγάλο συγκριτικώς αριθμό παρόμοιων εγκλημάτων καθώς εξάγεται από τη σχετική νομολογία και την επιτρεπτή ως ζήτημα αρχής δυνατότητα άντλησης από εμάς σχετικής δικαστικής γνώσης για το ζήτημα της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων με αναφορά και στον αριθμό παρομοίων υποθέσεων που καταχωρίζονται στα δικαστήρια της χώρας μας αλλά και τίθενται ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας/Αμμοχώστου, οδηγούμενες είτε σε παραδοχή είτε σε καταδίκη (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Γρηγορίου και Άλλου ν Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 688, 691-692) - σε συνδυασμό με την κοινωνική απαξία που χαρακτηρίζει το κακούργημα της ανθρωποκτονίας, καλεί αναντιρρήτως στην επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Αδιαμφισβητήτως, ως σοβαρό, κατατάσσεται και το κακούργημα του εμπρησμού δεδομένης της ανώτατης προβλεπόμενης ποινής της δεκατετραετούς φυλάκισης αλλά και της φύσης του καθώς και της συχνότητας διάπραξης του. Βεβαίως, το δικαστικό καθήκον εξατομίκευσης της ποινής - επί του οποίου μάλιστα υπενθυμίζουμε πως επεκτάθηκε ο κ. Χρίστου - ουδόλως μειώνεται ή ατονεί και τούτο βάσει της πάγιας και εμπεδωμένης αρχής ότι ακόμη και στα σοβαρότερα των αδικημάτων στα οποία δεν προβλέπεται η επιβολή αναγκαστικής ποινής, το δικαστήριο καθηκόντως και προσηκόντως είναι που οφείλει - και έτσι πράξαμε και εμείς - να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον καθένα κατηγορούμενο αναλόγως των περιστάσεων του. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής πρέπει να υπερακοντίζει και το έτερο δικαστικό καθήκον επιβολής της αρμόζουσας ποινής που η νομοθεσία προβλέπει και η νομολογία καθορίζει εντός των ευρύτερων και επιτρεπτών πλαισίων που ωσαύτως προσδιορίζονται. Επιβάλλεται επομένως προσεκτική και μικροσκοπική στάθμιση των πραγμάτων σε κάθε περίπτωση και τούτο έγινε και εδώ. Σε σχέση με τη νομολογία στην οποία μας παρέπεμψε ο κ. Χρίστου - και την οποία μελετήσαμε πολύ προσεκτικά, όπως και άλλη ασφαλώς - οφείλουμε να σημειώσουμε ότι καμιά από τις προβληθείσες αυθεντίες δεν θα μπορούσε εν προκειμένω να χαρακτηριστεί ως πανομοιότυπη ή έστω παρόμοια με την παρούσα, αφού η κάθε μια από τούτες διακρίνεται (σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό) επί ουσιαστικών πτυχών όπως στο ζήτημα της ύπαρξης ή όχι παραδοχής, στην έκταση και εμβέλεια των προσωπικών και οικογενειακών περιστάσεων του εκάστοτε κατηγορούμενου, στις εν γένει συνθήκες διάπραξης του αφορούντος εγκλήματος, στη σοβαρότητα των όποιων υπαρχόντων ψυχολογικών και άλλων συναφών προβλημάτων του δράστη και στην αναγκαιότητα αποτρεπτικής αντιμετώπισης του ένεκεν έξαρσης ή επίτασης στη διάπραξή των επίδικων αδικημάτων. Παραμένοντας στα περί της χρησιμότητας του δικαστικού προηγούμενου και αντί άλλων σχολίων - παραπέμπουμε στη Μιχαήλ ν Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123, 130-131, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο, διά του Νικήτα Δ., σημείωσε τα ακόλουθα σχετικά με το τι εδώ ενδιαφέρει και που ασφαλώς υιοθετούμε με κάθε ταπεινότητα: «Οι προηγούμενες υποθέσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση. Ο λόγος γι αυτό είναι ότι, παρόλο που μπορεί να παρουσιάζουν ένα ή περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά εντούτοις, συχνά, δεν υπάρχει η ταυτοσημία στο βαθμό που θα ήταν σωστό να προοιωνίζεται η ίδια ποινή για κατοπινές υποθέσεις. Η μεγαλύτερη ίσως χρησιμότητα του δικαστικού προηγούμενου στον τομέα αυτό έγκειται στον εντοπισμό των περιστάσεων που θεωρήθηκαν ως ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές. Στη Βρετανία επικράτησε η πρακτική να παρέχονται από καιρού εις καιρόν κατευθυντήριες γραμμές σε συμπυκνωμένη μορφή σχετικά με τη φύση και το εύρος των ποινών. Τα σεξουαλικά αδικήματα δεν αποτελούν εξαίρεση: βλ. π.χ. R. ν. Billam [1986] 1 All E.R. 985. Όντως, όπου διαφαίνεται η τάση, πάνω σε στέρεες βάσεις, μπορεί να διαμορφωθεί ένα είδος ταρίφας. Όμως δεν μπορεί να οδηγεί σε αποστέωση της εξουσίας του δικαστηρίου μπροστά στη ζωντανή πραγματικότητα που εμφανίζει κάθε υπόθεση με τις ιδιαιτερότητες της. Αυτό δεν σημαίνει ότι δε θα ισχύσει η διατίμηση, όπου υπάρχουν ουσιαστικές ομοιότητες. Χρειάζεται όμως προσοχή γιατί, παρόλο που τα ανθρώπινα επαναλαμβάνονται, είναι ανιχνεύσιμες διαφορές και λεπτομέρειες που προσδίδουν στο προηγούμενο άλλη, διαφοροποιημένη, διάσταση. Τα λέγουμε αυτά όχι για να μειώσουμε την μεγάλη προσπάθεια του συνηγόρου, να μας ενημερώσει για κάθε τι σχετικό, αλλά για να θέσουμε τις παραμέτρους της χρήσιμης καταφυγής στο προηγούμενο». Προσμετρούμε προς όφελος του κατηγορούμενου το λευκό του ποινικό μητρώο, την ηλικία του (είναι 33 ετών), τις οικογενειακές και προσωπικές του περιστάσεις, τα οικονομικά του προβλήματα και τη διασύνδεση τους με την εν γένει συμπεριφορά που ο κατηγορούμενος επεδείκνυε έναντι του θύματος, τα ψυχολογικά του προβλήματα και το ρόλο που διαδραμάτισαν στη διάπραξη των επίδικων εγκλημάτων, τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, την πρόκληση που ο κατηγορούμενος εξέλαβε ως υπάρχουσα λόγω της έντονης συζήτησης που έλαβε χώραν με το θύμα λίγο πριν από το δυστυχές και μοιραίο για την Χριστίνα Καλαϊτσίδου περιστατικό αλλά και την επενέργεια που είχε η υποκειμενική αυτή αντίληψη του κατηγορούμενου στην εκδήλωση της συμπεριφοράς του, δοσμένων των ψυχολογικών του διαταραχών, τις επιπτώσεις της καταδίκης και ποινής του στον ίδιο και στην οικογένεια του και ιδιαίτερα στα τρία ανήλικα παιδιά του (τα οποία τόσο πολύ αγαπά), αλλά και στον υφιστάμενο δεσμό/αρραβώνα του, την άμεση του παραδοχή στο αδίκημα της ανθρωποκτονίας (μετά την τροποποίηση του κατηγορητηρίου), την παραδοχή του στο αδίκημα του εμπρησμού (την οποία συναρτούμε σε κάποιο βαθμό με την αρχική απάντηση του κατηγορούμενου στο αδίκημα του φόνου εκ προμελέτης), την (έστω και καθυστερημένη) μεταμέλεια, απολογία, ομολογία και συνεργασία του με τις αστυνομικές και ανακριτικές αρχές (γεγονός που συνέτεινε στην εξιχνίαση των εγκλημάτων), τη συναισθηματική φόρτιση, ένταση και απώλεια του αυτοελέγχου που επέδειξε κατά τους κρίσιμους χρόνους αμφότερων των αδικημάτων και το ότι είχε καταναλώσει λίγο προηγουμένως απειροελάχιστη ποσότητα αλκοόλ, κάτι που ίσως να επέτεινε την απώλεια του αυτοελέγχου που επέδειξε κατά τις κρίσιμες στιγμές. Υπάρχει όμως και η άλλη διάσταση του πράγματος. Ο κατηγορούμενος σκότωσε το θύμα, την μητέρα των παιδιών του, αφαιρώντας της το δικαίωμα να ζήσει τη ζωή της ελεύθερη και απεγκλωβισμένη από τον ασφυκτικό κλοιό της απαράδεκτης και επιθετικής του συμπεριφοράς απολαμβάνοντας δικαιωματικώς τα παιδιά της αλλά και τα τόσα άλλα αγαθά και χαρές που η ζωή δίνει απλόχερα στους ανθρώπους. Αποστέρησε επίσης τα παιδιά του από την καταλυτική παρουσία της μητέρας τους που τόσο πολύ τα αγαπούσε. Η αντιμετώπιση του κατηγορούμενου από την Χριστίνα Καλαϊτσίδου υπήρξε καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους αποφασιστική, σταθερή και θαρραλέα (σε βαθμό μάλιστα που εκλαμβανόταν ως σκληρή από τον κατηγορούμενο), με συνειδητή την επιλογή της να αποτμηθεί άπαξ διά παντός από αυτόν, όχι μόνο για να προστατευθεί η ίδια αλλά και τα παιδιά της, μπροστά στα οποία ο κατηγορούμενος ενεργούσε καμιά φορά με τρόπο απαράδεκτο και παράνομο στα πλαίσια των καβγάδων του με το θύμα. Ο κατηγορούμενος συμπεριφερόταν εγωιστικά προς την Χριστίνα Καλαϊτσίδου, επιλέγοντας να μη σέβεται την απόφαση της για τελειωτικό χωρισμό, επιλογή του θύματος που έγινε για πάρα πολύ καλούς λόγους όπως ακούσαμε και που αφορούσαν στη συνεχή βίαιη και επιθετική συμπεριφορά του έναντι της Χριστίνας Καλαϊτσίδου στην οποία μάλιστα προξενούσε φόβο και ανασφάλεια λόγω της φύσης, έντασης και συχνότητας των αδικαιολόγητων και ενίοτε παράνομων επεμβάσεων του στην ιδιωτική της ζωή. Η Χριστίνα Καλαϊτσίδου δεν έδωσε απολύτως κανένα εύλογο λόγο ή έρεισμα στον κατηγορούμενο να συμπεριφέρεται ζηλότυπα έναντι της, πόσω δε μάλλον τις κρίσιμες στιγμές πριν από τον στραγγαλισμό της από αυτόν. Ό,τι είναι που διαμείφθηκε μεταξύ των δύο λίγο πριν από τη θανάτωση του θύματος, με κανένα τρόπο δεν δικαιολογούσε τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Καθόλου δεν μειώνουμε με αυτά που λέμε τα όσα ακούσαμε περί των ψυχολογικών προβλημάτων και της ψυχοσύνθεσης του κατηγορούμενου. Ούτε και υποβαθμίζουμε τις συνθήκες απώλειας του αυτοελέγχου του, ως περιγράφθηκαν και αναπτύχθηκαν κατά την αγόρευση του κ. Χρίστου. Απεναντίας, κατανοούμε τις συνθήκες αυτές ως αιτιολογία (και στο βαθμό που τούτο είναι κατά νόμο και ηθική επιτρεπτό), παρότι δεν θα μπορούσαμε ποτέ να επικροτήσουμε τα όσα αδιανόητα διέπραξε ο κατηγορούμενος κατά τους κρίσιμους χρόνους προτάσσοντας τις συνθήκες αυτές ως δικαιολογία για τις πράξεις του. Ο κατηγορούμενος ήξερε πολύ καλά κατά τον κρίσιμο χρόνο του στραγγαλισμού τι είναι που έπραττε («. γνώριζε τι κάμνει, αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει τον εαυτό του .»), όπως χαρακτηριστικά είπε ο συνήγορος κατά την αγόρευση. Όφειλε όμως να σταματούσε. Όφειλε να αποτραβηχτεί ως εκ της εικόνας που έβλεπε μπροστά του καθώς έσφιγγε το λαιμό της Χριστίνας Καλαϊτσίδου, της συζύγου που τόσο πολύ αγαπούσε, μετά μάλιστα που την είχε κτυπήσει όταν του αντιστάθηκε. Μπορεί ο κατηγορούμενος να μη λειτούργησε προγραμματισμένα και σχεδιασμένα στραγγαλίζοντας την Χριστίνα Καλαϊτσίδου - και τούτο το σημειώνουμε προς όφελος του εντάσσοντας το στις ευρύτερες παραμέτρους διαβάθμισης της σοβαρότητας του εγκλήματος - εντούτοις καθόλου δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε ότι ο κατηγορούμενος εξασφάλισε είσοδο στο διαμέρισμα χρησιμοποιώντας προς τούτο ως όχημα το αθώο παιδί του, μια μέρα μάλιστα μετά που αυτός είχε έλθει (για ακόμη μια φορά) σε ρήξη με το θύμα. Αντί να απομακρυνθεί, έστω για λίγο καιρό μετά τον τελευταίο καβγά, ο κατηγορούμενος επέμενε να προσεγγίζει την Χριστίνα Καλαϊτσίδου παρά τις περί του αντιθέτου προτροπές της. Έπρεπε κατ' ακολουθίαν, ο κατηγορούμενος να ζύγιαζε τα πράγματα με μεγαλύτερη σύνεση στις 16.3.12 αφού καλώς είναι που γνώριζε τις λεπτές ισορροπίες που υπήρχαν κατά τους κρίσιμους χρόνους στη σχέση του με την Χριστίνα Καλαϊτσίδου, όπως ομοίως ήξερε περί της άτεγκτης στάσης της τελευταίας στις προσπάθειες του να την μεταπείσει ώστε να δώσει ακόμη μια ευκαιρία στο γάμο τους. Στη στάθμιση αυτή, ο κατηγορούμενος έπρεπε να λάμβανε υπόψη και το ζηλότυπο χαρακτήρα του - κάτι που αναγνώριζε και παραδεχόταν ως γεγονός - και ότι ενδεχομένως τούτη η κατάσταση του μπορούσε να οδηγήσει και πάλι τα πράγματα σε εκτράχυνση. Δεν είχε ξεχάσει και δεν μπορούσε να είχε ξεχάσει ο κατηγορούμενος (μάλιστα ο συνήγορος του το προέταξε αυτό ως αποδεικτικό της παράφορης του ζήλιας), ότι δύο περίπου εβδομάδες πριν από το θανατικό, δηλαδή την 1.3.12, ο κατηγορούμενος είχε αποστείλει μήνυμα με το κινητό του τηλέφωνο προς το θύμα γράφοντας «συγνώμη για όλα Χριστίνα σε εκλιπαρώ ξέρω ότι ήταν όλα λάθος από την πλευρά μου και ξέρεις ότι σε αγάπησα και σε αγαπάω ακόμα, αυτή η κολοζήλια». Δεν μπορούμε περιπλέον, να μην αποτιμήσουμε δεόντως και το γεγονός ότι κατά τον στραγγαλισμό της από τον κατηγορούμενο, η Χριστίνα Καλαϊτσίδου ήταν άρρωστη, εξασθενημένη και «. σε μια άσχημη σωματική κατάσταση .» (όπως δήλωσε ο δικηγόρος στην αγόρευση του), κατάσταση που ασφαλώς και γνώριζε ο κατηγορούμενος αφού «. κατόπιν επιθυμίας και του θύματος, επισκεπτόταν το σπίτι και την βοηθούσε.», όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο κ. Χρίστου. Συνεπώς, η Χριστίνα Καλαϊτσίδου βρισκόταν κατά το επεισόδιο του στραγγαλισμού, σε μειονεκτική θέση αντίδρασης ή επαρκούς αντίδρασης ένεκα της μειωμένης εκ των πραγμάτων και κατά λογική συνέπεια δυνατότητας της να αντισταθεί «. στη μανία του .» κατηγορούμενου (η περιγραφή είναι του δικηγόρου Υπεράσπισης). Ουδόλως θα μπορούσε επίσης να περιθωριοποιηθεί ως αξιολογήσιμη στο πλαίσιο που εδώ απασχολεί, η συμπεριφορά του κατηγορούμενου αμέσως μετά τον στραγγαλισμό. Ο κατηγορούμενος επέλεξε να θέσει φωτιά στο κρεβάτι επί του οποίου άφησε να κείται η σορός τής Χριστίνας Καλαϊτσίδου. Η πράξη του αυτή αποδόθηκε από τον κ. Χρίστου στον πανικό που κυρίευσε τον κατηγορούμενο. Το σημειώσαμε και τούτο και το υπολογίσαμε πρεπόντως. Κατά την εκτίμηση όμως αυτή, δεν διέλαθε την προσοχή μας πως ο κατηγορούμενος ενήργησε ταυτοχρόνως και με καταφανή υστεροβουλία (παρόλο τον πανικό του), με σκοπό να αποφύγει (κατά τα λογικώς συναγόμενα από τα όσα ανέφερε ο συνήγορος κατά την αγόρευση του), τη δημιουργία περιστάσεων και συνθηκών που θα μπορούσαν να συνδράμουν σε εντοπισμό του και εμπλοκή του σε αυτά που διέπραξε, με όλα ασφαλώς τα παρεπόμενα όχι μόνο στα παιδιά του (για τα οποία είχε πολύ μεγάλη έγνοια και ασφαλώς όχι αδίκως), αλλά και στον ίδιο. Ο κ. Χρίστου πρότεινε πως θα πρέπει να πιστώσουμε τον κατηγορούμενο με το ελαφρυντικό της καθυστέρησης στη διακρίβωση της ποινικής του ευθύνης. Επεξέτεινε τις σκέψεις του ο συνήγορος στη βάση ότι (κατά την άποψη του), οι διωκτικές αρχές σε καμιά περίπτωση «. δεν έκαναν το καθήκον τους», αποτυχούσες (για διάφορους λόγους που εξήγησε), να εντοπίσουν, ως είπε, τα αίτια του εγκλήματος και το δράστη. Μολονότι - και τούτο το επιμετρούμε υπέρ του κατηγορούμενου - στο χρόνο που παρέλευσε από τη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα, ο κατηγορούμενος άρχισε μια νέα ζωή με μια νεαρή κοπέλα, η συμπεριφορά που επέδειξε με το να παρασιωπήσει την ειδεχθή εμπλοκή του στη θανάτωση του θύματος (παρευρέθηκε και στην κηδεία) - κρυπτόμενος πίσω από τα υποτιθέμενα ανακριτικά κενά και παραλείψεις - δείχνουν ένα άτομο εγωιστικό, κινούμενο στα όρια της θρασυδειλίας, που προσπαθούσε να ξεφύγει από το ανοσιούργημα που αντιλαμβανόταν ότι διέπραξε, χωρίς ίχνος αισθαντικότητας για το έρεβος στο οποίο βύθισε τους γονείς, τα παιδιά της Χριστίνας Καλαϊτσίδου (που ήταν και δικά του παιδιά) και όσους πραγματικά την αγαπούσαν. Ο κατηγορούμενος παρακολουθούσε απαθής και επί διετία σχεδόν τις απεγνωσμένες προσπάθειες των γονιών, φίλων και συγγενών του θύματος να αντιταχθούν στην πλασματική αλήθεια των πραγμάτων επιζητώντας δικαίωση και αποκάλυψη της πραγματικής αλήθειας για ό,τι είναι που συνέβη στις 16.3.12 στο διαμέρισμα της Χριστίνας Καλαϊτσίδου. Οι συνθήκες πανικού που ο κατηγορούμενος περιέγραψε, είχαν εκλείψει από καιρό. Παρέμεινε, οπωσδήποτε, η ανησυχία του κατηγορούμενου για την τύχη των παιδιών του σε περίπτωση που συλλαμβανόταν για τα εγκλήματα που διέπραξε. Όμως, όσο και αν κανείς θα μπορούσε (κατά μια οξύμωρη λογική και ηθική στρέβλωση), να κατανοήσει τις ανησυχίες αυτές του κατηγορούμενου, δεν θα μπορούσε ποτέ να τις υιοθετήσει ως εύλογες και αποδεκτές. Ποτέ δεν ακούσαμε από τον δικηγόρο του κατηγορούμενου - στην εκτενή του αγόρευση και κατ' επέκτασιν από τον ίδιο τον τελευταίο - οτιδήποτε που να παραπέμπει σε συνειδησιακή πάλη, τύψεις, μετάνιωμα και συντριβή του τελευταίου στα δύο τόσα χρόνια που πέρασαν από τη μέρα του θανατικού μέχρι τη σύλληψη του από τις ανακριτικές αρχές. Ζούσε κανονικά τη ζωή του ο κατηγορούμενος - σύναψε μάλιστα δεσμό και αρραβωνιάστηκε με νεαρή κοπέλα - βλέποντας και ακούγοντας γύρω του όλα όσα είναι που τεκταίνονταν από τη στιγμή που αφαίρεσε τη ζωή με τα ίδια του τα χέρια από την Χριστίνα Καλαϊτσίδου, χωρίς να αρθρώνει λόγο μετάνοιας. Το μόνο που αναφέρθηκε στην αγόρευση για μετριασμό της ποινής εν σχέσει με τη συζητούμενη χρονική περίοδο είναι πως «. παρόλο που παρέμεινε ελεύθερος μετά την διάπραξη του αδικήματος για περισσότερο από 2 χρόνια εν τούτοις δεν διέπραξε άλλο αδίκημα που να δεικνύει ότι είναι επικίνδυνος για το κοινωνικό σύνολο». Ποσώς παραβλέπουμε με όσα τώρα αποτυπώνουμε ότι - εκ των υστέρων βεβαίως - ο κατηγορούμενος (και ορθώς), εξέφρασε ενώπιον μας την απολογία του στα τρία ανήλικα παιδιά του και στην οικογένεια του θύματος, ευχόμενος να μπορούσε να πάρει την πράξη του «. πίσω, μακάρι να μπορούσα να φέρω την Χριστίνα πίσω και ας πέθαινα». Τούτη η τοποθέτηση του κατηγορούμενου δεν μετριάζει αυτό που προείπαμε περί του μεσολαβήσαντα χρόνου μέχρι της συλλήψεως του κατηγορούμενου ούτε και ασφαλώς θα ήμασταν διατεθειμένοι να θεωρήσουμε ως αυτονόητο πως η σχετική αναφορά έχει αναδρομική ισχύ. Αν αυτή ήταν η πρόθεση, θα έπρεπε εναργώς να προταχθεί. Το έγκλημα του κατηγορούμενου ήταν στυγερό. Αυτή η διαπίστωση (πέραν από δική μας) αποτελεί και διαπίστωση του δικηγόρου τού κατηγορούμενου ο οποίος χρησιμοποίησε τον όρο στην αγόρευση του όταν δήλωνε τον αποτροπιασμό του για τον θύτη «. που διέπραξε αυτό το στυγερό έγκλημα .». Ερχόμαστε τώρα στη τελική εισήγηση του κ. Χρίστου ότι θα πρέπει να κρίνουμε «. τον κατηγορούμενο με κάθε δυνατή επιείκεια υπό τις περιστάσεις». Κατά συνέπεια, αυτό που τώρα προέχει είναι η απόφανση κατά πόσο η ποινή που θα επιβάλουμε θα αντανακλά, ως αναμένεται, τη σοβαρότητα των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από τον κατηγορούμενο, δίχως η ποινή αυτή να είναι επιτρεπτό να αφίσταται από το μέτρο της τιμωρίας που διαγράφει η νομολογία για όμοιας ή παρόμοιας φύσης εγκλήματα. Η φόρτιση υπό την οποία λειτούργησε ο κατηγορούμενος (με όλες τις συναφείς εκφάνσεις και καταβολές της) - και αναφερόμαστε επαναληπτικώς στην πτυχή αυτή αφού τούτη είναι που αποτέλεσε το δόρυ των εισηγήσεων του κ. Χρίστου (και χωρίς ασφαλώς να παραβλέπουμε τις υπόλοιπες) - αν και μετριάζει σε ένα βαθμό τη σοβαρότητα της εγκληματικής συμπεριφοράς που επέδειξε ο δράστης δεν θα ήταν ποτέ αποδεκτό να οδηγήσει εδώ (υπό τις περιστάσεις και όσων αναλύσαμε), σε αναντιστοιχία μεταξύ της ποινής που θα επιβληθεί και των αφορούντων αδικημάτων στα πλαίσια των νομολογιακών αρχών και στοχεύσεων που προαναφέραμε. Καταλήγουμε ότι στην προκειμένη περίπτωση - και αντικειμενικώς ιδωμένων των πραγμάτων - η μοναδική ενδεικνυόμενη ποινή για τον κατηγορούμενο είναι αφεύκτως αυτή της φυλάκισης του στην κάθε μια κατηγορία που αντιμετωπίζει. Εννοείται (δοθείσας της κατάληξης μας αυτής), πως αποκλίνουμε από την εισήγηση του κ. Χρίστου ότι συντρέχουν λόγοι για μη επιβολή ποινής στην κατηγορία του εμπρησμού (βλ. κατηγορία 2), αφού το υπό αναφορά αδίκημα είναι παντελώς ξεχωριστό από εκείνο της ανθρωποκτονίας, ασχέτως εάν τα γεγονότα που περιστοιχίζουν και συνθέτουν τις δύο αυτές κατηγορίες διασυνδέονται μεταξύ τους στο βαθμό και έκταση που έχουμε ως άνω αποτυπώσει. Επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές φυλάκισης: Στην κατηγορία 2 (εμπρησμός), ποινή φυλάκισης 5 ετών. Στην κατηγορία 3 (ανθρωποκτονία), ποινή φυλάκισης 20 ετών. Οι ποινές να συντρέχουν. Ο χρόνος που ο κατηγορούμενος τέλεσε σε προφυλάκιση στην παρούσα υπόθεση (δηλαδή από την 21.3.14), να συνυπολογιστεί βάσει του άρθρου 117
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Τα έξοδα ύψους €500, να καταβληθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.)................ Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. (Υπ.)................ Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. (Υπ.)................ Χρ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο