Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ιωάννης Χριστοδούλου, Αρ. Υπόθεσης: 14847/13, 20/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 14847/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Ιωάννης Χριστοδούλου Κατηγορούμενος ----------------------- Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Χ' Κωνσταντή Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Μάτσας Κατηγορούμενος παρών. ------------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στον κατηγορούμενο αποδίδονται τα αδικήματα της κλοπής και της κακόβουλης ζημιάς κατά παράβαση άρθρων του Ποινικού Κώδικα. Ειδικότερα, ως οι λεπτομέρειες αδικημάτων αναγράφονται στο κατηγορητήριο που έχει καταχωρηθεί στις 19.7.13, στον κατηγορούμενο αποδίδεται ότι μεταξύ 25.1.13 και 2.2.13 στην Κοράκου της επαρχίας Λευκωσίας έκλεψε ένα τροχόσπιτο μαζί με τα αποχετευτικά φρεάτια συνολικής αξίας €4.325 περιουσία του Μιχάλη Θεοδούλου από την Λάρνακα, κατηγορία αρ. 1 και ότι μεταξύ των ιδίων ημερομηνιών εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά ύψους €1.800 στο ίδιο τροχόσπιτο, κατηγορία αρ.
- Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε ενοχή. Εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής δόθηκε μαρτυρία από τέσσερεις μάρτυρες κατηγορίας. Πρόκειται για την Γ/Αστ. 3293 Σ. Αντρέου εξεταστή της υπόθεσης, τον Αστ. 3314 Μ. Γεωργίου, τον παραπονούμενο Μιχάλη Θεοδούλου και τον Ανδρέα Κυριάκου. Κατατέθηκαν επίσης διάφορα τεκμήρια. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου υπέβαλε στο Δικαστήριο ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και ζήτησε από το Δικαστήριο να τον αθωώσει και να τον απαλλάξει από αυτό το στάδιο. Ήταν η θέση του κ. Μάτσα ότι η απαλλαγή και αθώωση του κατηγορούμενου δικαιολογείται και για τους δύο λόγους που η νομολογία αναγνωρίζει, αφού, κατά την εισήγηση του, δεν έχουν στοιχειοθετηθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και επίσης η μαρτυρία του παραπονούμενου, που είναι και ο ουσιαστικότερος μάρτυρας της Κατηγορούσας Αρχής, είναι τόσο αντινομική και στερείται πειστικότητας που το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχτεί σε αυτή και να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία. Αντίθετη ήταν η θέση της κας Χ' Κωνσταντή η οποία εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου αφού όλα τα συστατικά στοιχεία και των δύο κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος έχουν αποδειχτεί και διαφώνησε με την θέση του κ. Μάτσα ότι η μαρτυρία του παραπονούμενου είναι τόσο αντινομική που το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχτεί σε αυτήν και ζήτησε από το Δικαστήριο να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία. Αντικείμενο της παρούσας απόφασης είναι η εισήγηση του κ. Μάτσα ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου σε καμιά από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα γεγονότα που πλαισιώνουν την παρούσα υπόθεση είναι λίγο πολύ παραδεχτά. Ο κατηγορούμενος είχε πωλήσει στον παραπονούμενο Μιχάλη Θεοδούλου ένα τροχόσπιτο το οποίο μάλιστα του εγκατέστησε στο χωράφι του αφού προέβηκε σε διάφορες χωματουργικές και άλλες εργασίες. Η τιμή πώλησης του τροχόσπιτου και η αξία των εργασιών που έγιναν για την εγκατάσταση του αποτελούν αμφισβητούμενα γεγονότα αφού υπάρχουν περί τούτων διαφορετικές εκδοχές. Ο παραπονούμενος κατάγγειλε κλοπή του τροχοσπίτου και των αποχετευτικών φρεατίων στις 2.2.13 και εξέφρασε υπόνοιες εναντίον του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση ανέφερε ότι ο παραπονούμενος του χρωστούσε χρήματα για το τροχόσπιτο και για τις εργασίες εγκατάστασης του και αφού υπήρξαν επανειλημμένες προσπάθειες διευθέτησης του ποσού χωρίς επιτυχία, ο ίδιος ο παραπονούμενος του πρότεινε να πάει να πάρει το τροχόσπιτο και έτσι να εξοφλήσουν, και ότι ενεργώντας προς αυτή την κατεύθυνση, πήγε στο χωράφι του παραπονούμενου αφαίρεσε τις αποχετευτικές εγκαταστάσεις του τροχοσπίτου και ρυμούλκησε το τροχόσπιτο για να το πάρει στην οικία του. Κατά την μεταφορά του τροχόσπιτου έσπασε ο ένας του τροχός και επειδή δεν μπορούσε να το μεταφέρει στην οικία του το άφησε σε σημείο του δρόμου όπου και ανευρέθηκε. Η Μ.Κ.1 Γ/Αστ. Σ. Αντρέου ανέφερε ότι στις 2.2.13 οδήγησε τον παραπονούμενο στην τοποθεσία όπου βρισκόταν σταθμευμένο ένα τροχόσπιτο μετά από καταγγελία που έλαβε για την κλοπή του και στην παρουσία της ο παραπονούμενος αναγνώρισε το συγκεκριμένο τροχόσπιτο ως το δικό του και αφού το άνοιξε με το κλειδί που κρατούσε ανέφερε ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε παραβίαση σε αυτό. Από τον έλεγχο που έκανε ο παραπονούμενος διαπίστωσε κάποιες ζημιές. Ανέφερε επίσης ότι έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην οποία της ανέφερε τους ισχυρισμούς του και ότι μετά από γραπτή συγκατάθεση του διενήργησε έρευνα στην οικία και στα υποστατικά του όπου ο κατηγορούμενος της παρέδωσε διάφορα αντικείμενα τα οποία της ανάφερε ότι ήταν εξαρτήματα που τοποθέτησε ο ίδιος στο τροχόσπιτο για να το εγκαταστήσει στο χωράφι του παραπονούμενου τα οποία ήταν απλήρωτα όπως επίσης και ένα τραβηκτήρα, το ριμ του τροχού του τροχόσπιτου και άλλα δύο κομμάτια ριμς τα οποία όπως της ανέφερε ήταν του τροχού του τροχοσπίτου. Κατά την αντεξέταση της δέχτηκε ότι ο κατηγορούμενος της είχε αναφέρει ότι ο παραπονούμενος δεν είχε εξοφλήσει ούτε την αξία του τροχόσπιτου αλλά ούτε και τις εργασίες για την εγκατάσταση του, συμφώνησε επίσης ότι ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι πήρε ο ίδιος το τροχόσπιτο ισχυριζόμενος ότι το έπραξε τούτο αφού ο ίδιος ο παραπονούμενος του είχε προτείνει να το πάρει για να εξοφλήσουν την τιμή αγοράς αλλά και την εγκατάσταση του στο χωράφι του και επίσης συμφώνησε ότι ο παραπονούμενος της έδωσε διάφορα τιμολόγια για τις εργασίες που έκαμε στο χωράφι του παραπονούμενου και για την εγκατάσταση του τροχόσπιτου. Θέση της ήταν ότι το τροχόσπιτο δεν ήταν κρυμμένο αντίθετα βρισκόταν σε εμφανές σημείο, ορατό από τον κύριο δρόμο, και συμφώνησε επίσης με την θέση ότι εάν ο κατηγορούμενος είναι ιδιοκτήτης του τροχόσπιτου τότε δεν τίθεται ούτε θέμα κλοπής αλλά ούτε και κακόβουλης ζημιάς. Ισχυρίστηκε όμως ότι και τα δύο αδικήματα έχουν γίνει από τον κατηγορούμενο γιατί πήγε και πήρε το τροχόσπιτο χωρίς να ενημερώσει τον παραπονούμενο για αυτό. Ο Μ.Κ.3 Αστ. 3314 Μ. Γεωργίου ανέφερε ότι ήταν καθήκον στον Αστυνομικό Σταθμό Ευρύχου όταν ο παραπονούμενος Μ. Θεοδούλου στις 2.2.13 και ώρα 14.30 του κατάγγειλε ότι μεταξύ 25.1.13 και 2.2.13 άγνωστος έκλεψε το τροχόσπιτο του από το χωράφι του στην Κοράκου. Ο ίδιος με τον Μιχάλη Θεοδούλου μετέβηκαν στο χωράφι όπου διαπίστωσε, στην αντεξέταση του ανέφερε ότι οι διαπιστώσεις και οι εξετάσεις του προέκυψαν αποκλειστικά και μόνο από τα λεγόμενα του παραπονούμενου, ότι άγνωστοι έκλεψαν από το χωράφι του Θεοδούλου που δεν είναι πλήρως περιφραγμένο ένα τροχόσπιτο και αφαίρεσαν και έκλεψαν τα αποχετευτικά φρεάτια που βρίσκονταν σε λάκκο εντός του χωραφιού και ότι προκλήθηκε κακόβουλη ζημιά σε σωλήνες αποχέτευσης εντός του χωραφιού. Ούτε το τροχόσπιτο είδε, ούτε οτιδήποτε από τα κλαπέντα. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε ότι στηρίχτηκε αποκλειστικά στην καταγγελία του παραπονούμενου για όλα όσα έχει αναφέρει και ρωτήθηκε κατά πόσον ο παραπονούμενος του είπε ότι είχε ο ίδιος εισηγηθεί στον κατηγορούμενο που του χρωστούσε χρήματα να πάρει το τροχόσπιτο ή να το πωλήσει σε τρίτο πρόσωπο και να του δώσει τα χρήματα, για να απαντήσει αρνητικά. Ο Μ.Κ.2 Μιχάλης Θεοδούλου είναι ο παραπονούμενος και ο κυριότερος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή. Υιοθέτησε τις τρεις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία στις 2.213, 4.2.13 και 15.2.
- Σύμφωνα με αυτές συμφώνησε προφορικά με τον κατηγορούμενο να αγοράσει από αυτόν ένα τροχόσπιτο για την συνολική τιμή των €5.500 που περιελάμβανε την μεταφορά και εγκατάσταση του τροχοσπίτου στο χωράφι του. Ήταν η θέση του ότι την ίδια μέρα έδωσε στον κατηγορούμενο σε μετρητά το ποσό των €5.500 χωρίς όμως ο κατηγορούμενος να του δώσει απόδειξη. Ο κατηγορούμενος τοποθέτησε το τροχόσπιτο στο χωράφι του ένα μήνα μετά και άρχισε να του ζητά επίμονα άλλες €5.
- Ο ίδιος αρνήθηκε να του δώσω άλλο ποσό και του ζητούσε την απόδειξη εξόφλησης. Όλα αυτά έλαβαν χώρα μεταξύ Ιουλίου του 2012 και Σεπτεμβρίου του 2012, μέχρι τότε ο κατηγορούμενος τον ενοχλούσε συνεχώς. Μετά σταμάτησε. Τελευταία φορά που είχε δει το τροχόσπιτο του ήταν στις 25.1.13 όπου πήρε κάποιο πρόσωπο για να το δει γιατί ενδιαφερόταν να το αγοράσει. Την 1.2.13 ο κατηγορούμενος τον απείλησε τηλεφωνικά ότι θα τον σκοτώσει αν δεν του δώσει τα λεφτά του κάτι που ο ίδιος κατήγγειλε στον Αστυνομικό Σταθμό Αθηαίνου. Στις 2.2.13 τηλεφώνησε στην αρραβωνιαστικιά του ο ξάδερφος της Αντρέας Κυριάκου και της είπε ότι το τροχόσπιτο δεν είναι στο χωράφι. Ο ίδιος κατάλαβε ότι το έκλεψε ο κατηγορούμενος και πήγε και κατάγγειλε την υπόθεση στον Αστυνομικό Σταθμό Ευρύχου και μαζί με τον Αστυνομικό πήγαν στο χωράφι του στην Κοράκου. Το τροχόσπιτο του βρέθηκε παρά τον κύριο δρόμο Ατσά-Καλοπαναγιώτη, δεν ήταν παραβιασμένο αλλά υπήρχαν ζημιές στο εξωτερικό του μέρος. Στη δεύτερη κατάθεση του ημερ. 4.2.13 ανέφερε ότι επειδή υπήρχε έντονη και συνεχής ενόχληση από τον κατηγορούμενο στον ίδιο για το κατ' ισχυρισμόν υπόλοιπο, ο ίδιος με την αρραβωνιαστικιά του τον Σεπτέμβρη του 2012 πήγαν στο σπίτι του κατηγορούμενου για να συζητήσουν να του δώσει ένα ποσό για να μην τον ξαναενοχλεί. Μετά από διάφορες έντονες συζητήσεις και τιμολόγια που του έδειξε ο κατηγορούμενος, ο ίδιος του είπε ότι είναι διατεθειμένος να του δώσει ακόμα €2.000 σε δύο δόσεις για να λήξει η υπόθεση και να μην τον ενοχλεί. Του έδωσε τα €1.100 σε μετρητά παρουσία στης αρραβωνιαστικιάς του και πάλι χωρίς απόδειξη και του είπε ότι δεν θα του δώσει άλλα λεφτά και αν θέλει να τον πάρει Δικαστήριο. Ο κατηγορούμενος συνέχισε να τον ενοχλεί τηλεφωνικώς και σε μια από τις τελευταίες τους επικοινωνίες ο ίδιος είπε στον κατηγορούμενο αν θέλει να βρεθούν μαζί στο χωράφι του στην Κοράκου και να πάρει το τροχόσπιτο για να ξοφλήσουν. Εκείνος του είπε «είναι δικό σου, το πλήρωσες εγώ δεν το θέλω, θέλω τα λεφτά μου.» Μετά που ο κατηγορούμενος δεν συμφωνούσε να πάρει το τροχόσπιτο, ο ίδιος ζήτησε από τον ξάδερφο της γυναίκας του Αντρέα Κυριάκου να του βρει αγοραστή για το τροχόσπιτο για να δώσει ακολούθως ο ίδιος τα λεφτά στον κατηγορούμενο και να ησυχάσει. Βρέθηκε αγοραστής για το ποσό των €5.000 μέσω του Αντρέα Κυριάκου και θα πήγαινε μαζί του στο σπίτι του κατηγορούμενου για να του τις δώσει. Ο κατηγορούμενος ζητούσε €7.000 όμως, δεν έγινε η πράξη και ο κατηγορούμενος συνέχισε να του ζητά χρήματα. Στην τρίτη του κατάθεση 15.2.13 αναφέρει ότι οι ζημιές του τροχόσπιτου είναι €1.500 και €300 οι ζημιές στο χωράφι για τις οποίες παράπονο. Κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος δεν του έδωσε αποδείξεις για κανένα από τα ποσά που ο ίδιος του έδωσε σε μετρητά ούτε τιμολόγια είτε για την αξία του τροχόσπιτου είτε για τα υλικά και τις εργασίες εγκατάστασης για να αλλάξει σιγά σιγά θέση από την απόλυτη άρνηση στο ότι δεν είναι σίγουρος για τα ποσά και ότι του δόθηκαν κάποιες αποδείξεις και τιμολόγια αλλά κατά την θέση του δεν ήταν ικανοποιητικές. Του υπεβλήθη ότι ουδέποτε εξόφλησε τον κατηγορούμενο και ουδέποτε του έδωσε σε μετρητά οποιοδήποτε ποσό χωρίς να του δοθεί απόδειξη και άλλαξε δυο, τρεις φορές την εκδοχή του για το ποσό που τελικά συμφώνησαν για το τροχόσπιτο και τα ποσά σε μετρητά που κατ' ισχυρισμό έδωσε στον κατηγορούμενο χωρίς απόδειξη. Κατά την αντεξέταση του, του έγινε υποβολή ότι ο ίδιος πρότεινε στον κατηγορούμενο μετά που δεν είχε λεφτά να τον εξοφλήσει να πάρει το τροχόσπιτο και να εξοφλήσουν και απάντησε ότι για να ησυχάσει από τις απειλές του κατηγορούμενου, επειδή ήθελε να βγάλει λεφτά από τον ίδιο περισσότερα από εκείνα που συμφώνησαν επειδή τον είδε να κυκλοφορά με ένα Range Rover και νόμιζε ότι έχει πολλά χρήματα, του είπε ότι ήταν διατεθειμένος να πωλήσει το τροχόσπιτο σε τρίτο πρόσωπο και να του έδινε κάποια χρήματα και ότι όντως του πρότεινε να πάει να πάρει το τροχόσπιτο όχι όμως μόνος του γιατί είχε προσωπικά αντικείμενα στο τροχόσπιτο και για πρώτη φορά στο στάδιο της αντεξέτασης ανέφερε ότι προκλήθηκαν και ζημιές στα προσωπικά του αντικείμενα. Άλλαξε επίσης την θέση του ότι ήταν €5.500 μετρητά που έδωσε στον κατηγορούμενο την ημέρα της αγοράς, σε €4.
- Ο τελευταίος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή, Μ.Κ.4 ήταν ο Αντρέας Κυριάκου, του οποίου η σύζυγος είναι ξαδέρφη της Χριστοθέας Νεοφύτου, τότε αρραβωνιαστικιάς του παραπονούμενου. Είπε ότι τον Σεπτέμβριο του 2012 πληροφορήθηκε από τον Μιχάλη Θεοδούλου ότι πωλεί το τροχόσπιτο του και του είπε αν βρει αγοραστή να του πει. Κατά τον Οκτώβριο του 2012 ο ίδιος βρήκε ένα αγοραστή τον οποίο πήρε και είδε το τροχόσπιτο και μετά ο προτιθέμενος αγοραστής επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Μιχάλη Θεοδούλου ο οποίος τον παρέπεμψε όπως διευθετήσει την αξία του τροχοσπίτου με τον Γιάννη Χριστοδούλου που του είχε πωλήσει αρχικά το τροχόσπιτο. Ο ίδιος με τον αγοραστή συναντήθηκαν με τον κατηγορούμενο αλλά δεν τα βρήκαν στην τιμή. Ήταν ο ίδιος που στις 2.2.13 αντιλήφθηκε ότι το τροχόσπιτο έλειπε από το χωράφι του Μιχάλη Θεοδούλου όπου το έβλεπε κάθε μέρα και ενημέρωσε σχετικά την Χριστοθέα Νεοφύτου. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ο πωλητής του τροχόσπιτου, δηλαδή ο Μιχάλης Θεοδούλου ήταν συγχισμένος αναφορικά με την τιμή που ζητούσε για το τροχόσπιτο, είχε διαφορές με τον κατηγορούμενο και δεν τους έλεγε ακριβώς «τα νούμερα». Το ποσό που όφειλε ο παραπονούμενος στον κατηγορούμενο ήταν πολύ μεγαλύτερο από αυτό που προσέφερε ο τρίτος αγοραστής που βρήκε ο ίδιος, κάποιος Κουκουλλής, και δεν ήρθαν σε συμφωνία. Ο μάρτυρας συμφώνησε επίσης με την υποβολή ότι ο παραπονούμενος του είχε πει ότι αν δεν αγόραζε ο Κουκουλλής το τροχόσπιτο τότε θα το επέστρεφε στον κατηγορούμενο για να εξοφλήσουν. Αυτή είναι η μαρτυρία που προσφέρθηκε στο Δικαστήριο. Σημειώνω ότι κατατέθηκαν ως τεκμήρια οι καταθέσεις όλων των μαρτύρων κατηγορίας, η ανακριτική κατάθεση του κατηγορούμενου, η γραπτή του κατηγορία με την απάντηση «ότι έχω να πω φαίνεται στην κατάθεση που έδωσα», δύο μπλοκ φωτογραφιών που απεικονίζουν την τοποθεσία που βρισκόταν το τροχόσπιτο, το ίδιο το τροχόσπιτο και τα διάφορα εξαρτήματα του όπως και αριθμός τιμολογίων και αποδείξεων για διάφορα υλικά και εργασίες σε σχέση με την εγκατάσταση του τροχόσπιτου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την άρνηση των κατηγοριών ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα το οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6739 και 6740, ημερ. 27.3.2000). Αποτελεί νομική αρχή ότι έργο της Κατηγορούσας Αρχής είναι να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν αυτές είναι. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, Σωτηριάδης ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρος Σπύρου Ποιν. Εφέσεις 7018 και 7093 ημερ. 26.3.2002. Περαιτέρω στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αντρέας Ευριπίδου Ποιν. Εφεση 7102, ημερ. 7.6.2002 αναφέρθηκαν τα εξής: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου εγείρει δεν θα ήταν δυνατό να καταδικαστεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσα Αρχής.» Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου, Π.Ε. 7107, ημερ. 13.2.2002). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοΐζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Όπως αναφέρθηκε και στην γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133: «Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου». Το κριτήριο, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όταν όλη η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση να απαντηθεί (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω)). (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Νίκου Π. Κλεάνθους Π.Ε. 6619, ημερ. 21.6.1999, Azinas v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9, Shaban Bin Houssein v. Chong Fukkan
(1969)3 All E.R. 1626). Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της και επάρκεια της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στα στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν». Το Δικαστήριο λοιπόν για να αποφασίσει το ζήτημα, θα πρέπει να εξετάσει με προσοχή την προσκομισθείσα εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής μαρτυρία, χωρίς βέβαια να προχωρήσει σε αξιολόγηση της. Όπως έχω ήδη αναφέρει, θέση του κ. Μάτσα ήταν ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να απαλλαγεί και να αθωωθεί σε σχέση και με τις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει και για τους δύο λόγους που η νομολογία προνοεί, δηλαδή αντιφατικότητα μαρτυρίας και μη απόδειξη συστατικών στοιχείων των αδικημάτων. Ξεκινώντας από το αδίκημα της «κλοπής» αναφέρω ότι αυτό διέπεται από το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως έχει τροποποιηθεί το οποίο αναφέρει τα εξής: "
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή— (
- i)με τέχνασμα- (
- ii)με εκφοβισμό- (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο- (
- iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα- (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς- (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο." Συνεπώς από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι ότι α) ο κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή περιουσίας, β) αυτό έγινε χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, γ) ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με δόλιο τρόπο, δ) ο κατηγορούμενος ενήργησε χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη ε)ότι η περιουσία είναι τέτοια που μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και στ) ότι ο κατηγορούμενος είχε κατά το χρόνο της απόκτησης κατοχή την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη μόνιμα. Με βάση τη νομολογία και παραπέμπω σχετικά σε απόσπασμα από τις Ποινικές Εφέσεις 238/07 και 239/07 Αντρονίκου ν. Δημοκρατίας 15.7.2008, στις οποίες έγινε αναθεώρηση της νομολογίας, για το αδίκημα της κλοπής έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: «Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοια της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Στην υπόθεση Ζησιμίδη αναφέρθηκε και η υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 C.L.R. 174, όπου στη σελίδα 188 έγινε αναφορά και επεξήγηση της έννοιας «fraudulently» και όπου επίσης σημειώνεται η διαφορά ως προς την πρόθεση με το Larceny Act. Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη «fraudulently» δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Στην υπόθεση Ζησιμίδης επίσης αναφέρθηκε η προγενέστερη Αγγλική υπόθεση R. v. Feely [1973] 1 All ER 341. Η λέξη «fraudulently» είχε ήδη αντικατασταθεί στο Theft Act της Αγγλίας με τη λέξη «dishonestly» και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας στις σελ. 82-85, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το «fraudulently» όπως είχε αποφασίσει και η Πλατρίτης, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, 26, όπου επίσης διαπιστώθηκε η μη άμεση αντιστοιχία του Κεφ. 154, ως προς το Larceny Act και μετέπειτα το Theft Act.» Σημειώνω ότι επίσης με βάση το άρθρο 8 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 «Ποινικό αδίκημα εναντίον της περιουσίας δεν καταλογίζεται σε εκείνο που το έπραξε αν η πράξη ή παράλειψη που συνιστούσε αυτό, διαπράχτηκε κατά την άσκηση ειλικρινής αξίωσης δικαιώματος και χωρίς πρόθεση καταδολίευσης.» Σημειώνω επίσης ότι για σκοπούς του αδικήματος της κλοπής είναι αρκετό να αποδειχτεί ότι το αντικείμενο βρισκόταν στην κατοχή του παραπονούμενου ανεξάρτητα από το ποιος νομικά ήταν ο ιδιοκτήτης, εδώ σίγουρα ήταν στην κατοχή του παραπονούμενου εφόσον είχε εγκατασταθεί στο χωράφι του και επίσης ότι ο όρος «κατοχή» όπως ερμηνεύεται από το ίδιο άρθρο 255, προκειμένου περί αντικειμένου που βρίσκεται τοποθετημένο σε ακίνητη περιουσία, σημαίνει την απόσπαση του από αυτή. Έχω την άποψη ότι με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία όπως έχει ανωτέρω αναφερθεί, τίποτε δεν καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, «δολίως» και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη. Αντίθετα η μαρτυρία που υπάρχει και στο σημείο αυτό αναφέρω ότι είναι κοινή συνισταμένη, είναι ότι είναι ο ίδιος ο παραπονούμενος που πρότεινε στον κατηγορούμενο να πάρει το τροχόσπιτο για να εξοφλήσουν τον μεταξύ τους σε εκκρεμότητα λογαριασμό τον οποίο ο παραπονούμενος δεν είχε εξοφλήσει. Δεν έχει σημασία για σκοπούς της παρούσας ποινικής υπόθεσης, το τι εννοούσε ο παραπονούμενος όταν ανάφερε στον κατηγορούμενο να πάει να πάρει το τροχόσπιτο και να εξοφλήσουν και πως το αντιλήφθηκε ο κατηγορούμενος. Κατά την άποψη μου από τη στιγμή που υπάρχει αυτή η κοινή θέση την οποία επαναλαμβάνω ότι ο κατηγορούμενος ανέφερε αμέσως στην ανακριτική του κατάθεση ενώ ο παραπονούμενος σε καμία από τις τρεις καταθέσεις του δεν την αναφέρει αλλά την παραδέχτηκε στο Δικαστήριο στο στάδιο της αντεξέτασης του. Η θέση αυτή ενισχύθηκε και από τον Μ.Κ.4, ο οποίος ήταν πρόσωπο συγγενής του παραπονούμενου προς τον οποίο ο παραπονούμενος είχε πει αυτό το γεγονός, δεν μπορεί να αποδειχθεί το αδίκημα της κλοπής που αποδίδεται στον κατηγορούμενο αφού δεν αποδεικνύονται τα συστατικά του αδικήματος «χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη», «δολίως» και «χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη». Ενόψει των ανωτέρω είναι η θέση μου ότι τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι τα βασικά συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής δεν έχουν αποδειχτεί και συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η κατηγορία που αντιμετωπίζει. Σε ότι αφορά την κατηγορία αρ. 2, δηλαδή κακόβουλη ζημιά με βάση το άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα για να αποδειχτεί το αδίκημα αυτό πρέπει να αποδειχτεί ότι κάποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία. Το ίδιο το άρθρο, προβλέπει ότι οι διατάξεις του άρθρου 8 του Ποινικού Κώδικα στις οποίες έγινε αφορά πιο πάνω, εφαρμόζονται σε ποινική δίωξη που ασκείται δυνάμει αυτού του άρθρου νοουμένου ότι αποδεικνύεται από τον κατηγορούμενο ότι η ισχυριζόμενη άσκηση ειλικρινούς αξίωσης δικαιώματος ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις. Στην παρούσα περίπτωση, ως εκ των ανωτέρω δεν έχει κατά την γνώμη μου αποδειχτεί η εσκεμμένη και παράνομη πρόκληση ζημιάς σε περιουσίας από τον κατηγορούμενο. Η ζημιά όπως και ο παραπονούμενος την έχει εξηγήσει προκλήθηκε από την αφαίρεση και/ή την απόσπαση του τροχόσπιτου από το χωράφι που ήταν τοποθετημένο, κάτι το οποίο ήταν αναγκαίο κατά την μεταφορά του. Σημειώνω την θέση μου ότι ο κατηγορούμενος είχε και λειτουργούσε υπό την πεποίθηση ότι ο ίδιος ο παραπονούμενος του είχε πει να πάει και να πάρει το τροχόσπιτο και όχι να του το παραδώσει ο ίδιος. Η ζημιά που προέκυψε στον τροχό του τροχόσπιτου κατά την μεταφορά του από τον κατηγορούμενο, όπως ο ίδιος ο κατηγορούμενος ανέφερε, προέκυψε καθώς το μετέφερε εξ ου και αναγκάστηκε να το αφήσει στο σημείο του δρόμου όπου τελικά εντοπίστηκε. Επομένως δεν έχει τεθεί τίποτε ενώπιον μου που να δεικνύει εσκεμμένη και παράνομη πρόκληση ζημιάς από τον κατηγορούμενο. Είναι συναφώς η θέση μου ότι ούτε και για αυτή τη κατηγορία, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος στο οποίο αναφέρεται, δεν έχουν αποδειχτεί και συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και από την δεύτερη κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αν και αποτελεί πλεονασμό στο σημείο αυτό, αναφέρω ότι συμφωνώ και με την δεύτερη εισήγηση του κ. Μάτσα ότι δηλαδή η μαρτυρία που έχει δοθεί από τον παραπονούμενο ήταν τόσο αντινομική που το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να στηριχτεί σε αυτή και να καλέσει τον κατηγορούμενο σε απολογία. Ως ενδεικτικά παραδείγματα αντιφατικότητας αναφέρω ότι υπήρξε ουσιαστική μεταβολή των θέσεων του παραπονούμενου για την τιμή που είχε συμφωνηθεί για την αγορά του τροχόσπιτου, την αξία των εργασιών για εγκατάσταση του, την αρχική του θέση ότι ουδέποτε του δόθηκαν τιμολόγια και ή αποδείξεις ενώ τελικά παραδέχτηκε ότι ο κατηγορούμενος του παρέδωσε τέτοια έγγραφα αλλά δεν τα θεώρησε ικανοποιητικά, τα ποσά των χρημάτων που κατά τους ισχυρισμούς του ο παραπονούμενος έδωσε στον κατηγορούμενο σε μετρητά χωρίς να λάβει απόδειξη σε δύο περιπτώσεις, το γεγονός ότι έδωσε διαφορετικές εκδοχές για το θέμα των χρημάτων που τυχόν θα έπαιρνε από το τρίτο πρόσωπο-αγοραστή του τροχοσπίτου αν βρισκόταν τελικά αγοραστής για το τροχόσπιτο και καίρια το γεγονός ότι ενώ έδωσε τρεις καταθέσεις στην Αστυνομία σε καμιά από τις τρεις δεν ανέφερε ότι είχε προτείνει στον κατηγορούμενο να πάει να πάρει το τροχόσπιτο και να εξοφλήσουν έστω και με κάποιες προϋποθέσεις. Αντίθετα η μαρτυρία αυτή προέκυψε εξολοκλήρου στο Δικαστήριο. Σημειώνω επίσης ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.4 ουσιαστικά ενίσχυσε την αντιφατικότητα της μαρτυρίας του παραπονούμενου αφού ο ίδιος ο Μ.Κ.4 ανέφερε ότι ο παραπονούμενος δεν ήξερε τι ήθελε και άλλαζε συνεχώς τις θέσεις του αναφορικά με τα ποσά που χρωστούσε στον κατηγορούμενο, είπε χαρακτηριστικά ότι ήταν συγχυσμένος και δεν έλεγε τα ακριβή ποσά που όφειλε στον κατηγορούμενο, ανέφερε επίσης σε αντίθεση με την μαρτυρία του παραπονούμενου ότι ο ίδιος ο παραπονούμενος παρέπεμψε τον ίδιο και το τρίτο πρόσωπο που ο ίδιος είχε εξεύρει ως αγοραστή στον κατηγορούμενο για να συμφωνήσουν την τιμή του τροχόσπιτου και καίρια και καθοριστικά επιβεβαίωσε ότι ο ίδιος ότι ο παραπονούμενος πρότεινε στον κατηγορούμενο να πάρει το τροχόσπιτο και να εξοφλήσουν. Εν όψει των ανωτέρω ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και από τις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .................. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο