Δημοκρατία ν. Ανδρέα Κότσαπα κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 27891/14, 20/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2015:1 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 27891/14 Δημοκρατία - v -
- Ανδρέα Κότσαπα
- Νίκου Μελιφρονίδη
- Ανδρέα Στυλιανού Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 20 Ιανουαρίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χατζηαθανασίου για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Σ. Αγγελίδης και κ. Λ. Κάρνος Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Σ. Αργυρού Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Π. Παυλίδης Κατηγορούμενοι παρόντες --------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ΔΙΚΗΣ ΕΝΤΟΣ ΔΙΚΗΣ) Κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του Μ.Κ.1 Αστ. 2554 Χ. Μιχαήλ, η Κατηγορούσα Αρχή επιχείρησε να καταθέσει ως τεκμήριο ένα φυτό κάνναβης. Το εγχείρημα αυτό προσέκρουσε στην ένσταση της Υπεράσπισης. Το πιο πάνω αναφερόμενο φυτό κάνναβης εξασφαλίστηκε από την Αστυνομία στα πλαίσια εκτέλεσης εντάλματος έρευνας. Συγκεκριμένα στις 4.9.14 η Αστυνομία, ενεργώντας στη βάση σχετικής πληροφορίας για απόκρυψη ναρκωτικών σε συγκεκριμένο τεμάχιο, αιτήθηκε την έκδοση εντάλματος έρευνας. Δικαστής εξέδωσε το ένταλμα και εξουσιοδότησε έρευνα οικίας και υποστατικών στην οδό Θεόφιλου Γεωργιάδη στη Βιομηχανική Περιοχή Λακατάμειας. Η ένορκη δήλωση που συνόδευε την Αίτηση και το εκδοθέν ένταλμα έρευνας έχουν κατατεθεί ενώπιον μας ως Τεκμήρια Γ και Δ αντίστοιχα στην παρούσα ενδιάμεση διαδικασία. Ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι το πιο πάνω αντικείμενο δεν μπορεί να γίνει δεκτό ως μαρτυρία καθότι η λήψη του ήταν αποτέλεσμα παράνομων και αντισυνταγματικών ενεργειών της Αστυνομίας. Οι βασικοί λόγοι ένστασης αποκρυσταλλώνονται στις ακόλουθες θέσεις: (α) Το φυτό παρελήφθη μετά από εκτέλεση εντάλματος το οποίο δεν εξουσιοδοτούσε την έρευνα στον χώρο στον οποίο εντοπίστηκε, αλλά σε άλλο χώρο και τούτο διότι το εκτελεσθέν ένταλμα παρείχε εξουσιοδότηση για διεξαγωγή έρευνας σε οικία και υποστατικά επί της οδού Θεόφιλου Γεωργιάδη ενώ ο ερευνηθείς χώρος, δηλαδή το τεμάχιο 247, ευρίσκεται στην οδό Βιοτεχνίας
- (β) Κάτοχος του τεμαχίου 247 και του ευρισκόμενου εντός αυτού τροχόσπιτου ήταν η εταιρεία KS Transport Ltd σχετιζόμενη με τον Κατηγορούμενο
- Το τροχόσπιτο χρησιμοποιείτο ως οικία από τον Κατηγορούμενο 2, αλλά και ο Κατηγορούμενος 1 διέμενε εντός αυτού κατά τακτά διαστήματα, ενώ στο τεμάχιο ο τελευταίος διατηρεί στόλο φορτηγών και άλλη κινητή περιουσία για τις ανάγκες της εργασίας του. Ως εκ τούτου η ενέργεια της Αστυνομίας να εκτελέσει το ένταλμα σε άλλη διεύθυνση και χωρίς να είχε εξουσιοδότηση για το συγκεκριμένο τεμάχιο 247 παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα κατοχυρωμένα από τα Άρθρα 15, 16 και 30.2 του Συντάγματος και συνεπώς οποιαδήποτε ληφθείσα μαρτυρία θα πρέπει να αποκλειστεί από τη δίκη. (γ) Ο κ. Παυλίδης διευκρίνισε ότι ένεκα της παραβίασης, ως ανωτέρω, συνταγματικών δικαιωμάτων των Κατηγορουμένων 1 και 2 προκύπτει για τον δικό του πελάτη, Κατηγορούμενο 3, παραβίαση των αρχών της δίκαιης δίκης που κατοχυρώνουν τα άρθρα 30.2 και 35 του Συντάγματος. Το Δικαστήριο, αφού άκουσε και τις δύο πλευρές και λαμβάνοντας υπόψη ότι εγέρθηκε ζήτημα νομιμότητας στη λήψη της συγκεκριμένης μαρτυρίας στη βάση ενός πραγματικού υποβάθρου που είναι αμφισβητούμενο, διέταξε όπως διενεργηθεί Δίκη εντός Δίκης προκειμένου να διαπιστωθούν οι συνθήκες λήψης του πιο πάνω αντικειμένου για να μπορεί να αποφασιστεί κατά πόσο το εν λόγω αντικείμενο θα γίνει αποδεκτό ως μαρτυρία. Μαρτυρία Κατά τη διάρκεια της Δίκης εντός Δίκης κατέθεσαν εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής 6 συνολικά μάρτυρες ως ακολούθως: · Υπ/μος Μάριος Παπαευριβιάδους (Μ.Κ.1) · Αστ. 3867 Σώζος Σώζου (Μ.Κ.2) · Παντελίτσα Κουλλουπά (Μ.Κ.3) · Σάββας Σάββα (Μ.Κ.4) · Γιώργος Ματθαιόπουλος (Μ.Κ.5) · Άννα Χαραλάμπους (Μ.Κ.6) Μαρτυρία προσφέρθηκε και από μέρους τόσο της Υπεράσπισης του Κατηγορουμένου 1 όσο και της Υπεράσπισης του Κατηγορουμένου
- Συγκεκριμένα κατέθεσε ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 1 και εκ μέρους του Κατηγορουμένου 2 κατέθεσε ο Μάριος Παρασκευά. Από πλευράς της Υπεράσπισης του Κατηγορουμένου 3 δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Προχωρούμε στη συνέχεια να συνοψίσουμε την προσαχθείσα μαρτυρία. Στις 4.9.14 γύρω στις 11:00 το πρωί ο Μ.Κ.1, ο οποίος ήταν τότε υπεύθυνος του Τμήματος Επιχειρήσεων της ΥΚΑΝ Αρχηγείου, κατόπιν πληροφόρησης που έλαβε από τη Διοίκηση, ήλθε σε επαφή με συγκεκριμένο πληροφοριοδότη. Αυτός τον οδήγησε στη Λακατάμεια σε περιοχή την οποία αποκάλεσε Βιομηχανική Περιοχή Λακατάμειας, όπου του υπέδειξε ένα τεμάχιο στο οποίο υπήρχαν μέσα υποστατικά, αποθήκες και τροχόσπιτο, πληροφορώντας τον ότι νωρίτερα το πρωί, γύρω στις 06:00, ευρισκόμενος στην περιοχή είχε δει δύο άτομα να ξεφορτώνουν από ένα φορτηγό φυτά κάνναβης και να τα τοποθετούν στο συγκεκριμένο τεμάχιο. Κατόπιν αυτής της πληροφόρησης της οποίας έτυχε ο Μ.Κ.1 προέβη σε σχετική κατόπτευση της περιοχής προσπαθώντας να διαπιστώσει την οδό του εν λόγω τεμαχίου. Μέσα στα πλαίσια αυτά σταμάτησε σε μία αποθήκη (Τεκμήριο Β, φωτ. 5 και 6) η οποία ευρίσκετο λίγο πριν τα αναφερόμενα υποστατικά και ρωτώντας έναν εργαζόμενο έμαθε ότι η οδός εκεί ήταν Θεόφιλου Γεωργιάδη. Ακολούθως ο Μ.Κ.1 ενημέρωσε τη Διοίκηση, οπότε έλαβε οδηγίες όπως μεταβεί στο Κλιμάκιο της ΥΚΑΝ Λευκωσίας για να δώσει τη σχετική πληροφορία που είχε και να προχωρήσει το Κλιμάκιο με αίτημα για έκδοση εντάλματος έρευνας. Ταυτόχρονα ενημερώθηκε το Τμήμα του Μ.Κ.1 το οποίο ανέλαβε να καλύπτει περιμετρικά το συγκεκριμένο τεμάχιο. Αργότερα ο Μ.Κ.1 μετέβη εκ νέου στη συγκεκριμένη περιοχή, αυτή τη φορά συνοδευόμενος από τον Μ.Κ.2, στον οποίο υπέδειξε το τεμάχιο με τα υποστατικά και το τροχόσπιτο. Εισερχόμενοι στον δρόμο που οδηγούσε στο εν λόγω τεμάχιο ο Μ.Κ.2 διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε πινακίδα με την ονομασία του δρόμου. Στον δρόμο αυτό ακριβώς πριν το επίδικο τεμάχιο υπήρχε φάρμα και πριν απ΄ αυτή μία οικία. Επειδή ο Μ.Κ.2 δεν εντόπισε οποιοδήποτε άτομο εντός της φάρμας, ρώτησε μία κύρια η οποία βρισκόταν έξω από την οικία αναφορικά με τη διεύθυνση της και πληροφορήθηκε από αυτή ότι ήταν η οδός Θεοφίλου Γεωργιάδη
- Έχοντας λοιπόν εξακριβώσει τη διεύθυνση έφυγαν και οι δύο τους από την περιοχή. Ο Μ.Κ.2 μετέβη στο κλιμάκιο της ΥΚΑΝ όπου ετοίμασε τον όρκο και προχώρησε σε υποβολή αιτήματος προς το Δικαστήριο για έκδοση εντάλματος έρευνας. Εξήγησε δε ότι στον όρκο που ετοίμασε, λόγω της ανυπαρξίας αριθμού στο συγκεκριμένο τεμάχιο, έκρινε σκόπιμο για σκοπούς προσδιορισμού του στον Δικαστή να αναφέρει ότι υπήρχε εντός αυτού τροχόσπιτο. Ενώπιον μας πρόσθεσε ότι στα άλλα τεμάχια που υπήρχαν στον συγκεκριμένο δρόμο αλλά και στον παράλληλο δεν υπήρχε τεμάχιο με τροχόσπιτο. Όπως το έθεσε, το μόνο μέρος όπου υπήρχε τροχόσπιτο ήταν το επίδικο τεμάχιο. Διατύπωσε δε τη θέση ότι δεν υπήρχε ενδεχόμενο να ερευνηθεί οποιοδήποτε άλλο τεμάχιο αφού το συγκεκριμένο τεμάχιο είχε υποδειχθεί στον Μ.Κ.1 ο οποίος στη συνέχεια το υπέδειξε στον ίδιο (Μ.Κ.2) και ο οποίος Μ.Κ.1 ήταν παρών στην έρευνα που διενεργήθηκε κατόπιν. Πριν την έκδοση του εντάλματος έρευνας και τη μετάβαση της Αστυνομίας για έρευνα στο επίδικο τεμάχιο δεν γνώριζε ο Μ.Κ.2 ότι ο δρόμος που φαίνεται στη φωτογραφία 1 του Τεκμηρίου Β με στροφή στα αριστερά ονομάζεται Θεόφιλου Γεωργιάδη. Για την Αστυνομία, με βάση την πληροφόρηση της οποίας έτυχαν, η οδός Θεόφιλου Γεωργιάδη ήταν η οδός που φαίνεται στα δεξιά. Εξήγησε ότι ο χωματόδρομος, ο οποίος περνά μπροστά από το επίδικο υποστατικό και στον οποίο οδήγησε ο Μ.Κ.2, καταλήγει στην οδό που εκ των υστέρων έμαθε ότι είναι η νυν οδός Θεόφιλου Γεωργιάδη. Σημείωσε δε αυτή τη διαδρομή με χρώμα πορτοκαλί σε χάρτη που του υπεδείχθη (Τεκμήριο Λ). Όσον αφορά τη διαδρομή που ακολουθούσε για να φτάσει στο επίδικο υποστατικό αυτή την προσδιόρισε με κίτρινο χρώμα στο Τεκμήριο Λ. Ο Μ.Κ.2 αρνήθηκε την υποβολή που τού ετέθη από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 3 ότι στα 100μ με 150μ πριν την συμβολή του χωματόδρομου αυτού με τη νυν Θεόφιλου Γεωργιάδη, υπήρχε, τότε που ο Μ.Κ.2 έκανε τη σχετική διαδρομή, τροχόσπιτο. Ο Μ.Κ.2 ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι από έρευνα που έκανε στο ηλεκτρονικό σύστημα της Αστυνομίας διαπίστωσε ότι ο Κατηγορούμενος 2 είχε δύο οχήματα εγγεγραμμένα στο όνομά του και η διεύθυνση του Κατηγορουμένου 2 στο σύστημα καταγράφετο ως Θεόφιλου Γεωργιάδη Βιοτεχνική Λακατάμειας. Παρουσίασε σχετική εκτύπωση για το ένα από αυτά ως Τεκμήριο Μ, το οποίο αφορά το όχημα MV
- Η Μ.Κ.3 διαμένει στην οικία με αριθμό 16 και είναι το άτομο που είχε ερωτηθεί από τον Μ.Κ.2 αναφορικά με τη διεύθυνση της οικίας της και τον είχε πληροφορήσει ότι ήταν η οδός Θεόφιλου Γεωργιάδη. Από τη Μ.Κ.3 είχε εξασφαλιστεί σχετική κατάθεση μετά την έκδοση του επίδικου εντάλματος έρευνας, όταν ηγέρθη θέμα αναφορικά με τη διεύθυνση του επίδικου υποστατικού. Πρόκειται για το Τεκμήριο Η. Στα πλαίσια αυτά η Μ.Κ.3 παρέδωσε στην Αστυνομία λογαριασμούς που είχε για την υδατοπρομήθεια από τον Δήμο Λακατάμειας (Τεκμήριο Θ), για το ρεύμα (Τεκμήριο Ι) και για το τηλέφωνο (Τεκμήριο Κ). Οι λογαριασμοί αφορούν την οικία της Μ.Κ.3 και συγκεκριμένα χρεώσεις για υπηρεσίες των ετών 2013-
- Όλοι οι λογαριασμοί αναφέρουν ως διεύθυνση την οδό Θεόφιλου Γεωργιάδη, αλλά το Τεκμήριο Θ χωρίς αριθμό, το Τεκμήριο Ι με αριθμό 16Α και το Τεκμήριο Κ με αριθμό
- Η Μ.Κ.3 ανέφερε ακόμη ότι δεν έχει ενημερωθεί οποτεδήποτε ότι η διεύθυνση της άλλαξε. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο Σάββας Σάββα ο οποίος εργάζεται στο Ταχυδρομείο Λακατάμειας ως διανομέας με τομέα διανομής τη Βιοτεχνική Ζώνη Λακατάμειας. Σε αυτό τον τομέα παραδίδει αλληλογραφία τα τελευταία 4 χρόνια. Κλήθηκε και αναγνώρισε στον χάρτη, Τεκμήριο Λ, τα υποστατικά στην οδό Θεόφιλου Γεωργιάδη 14 και
- Ο Μ.Κ.4 προσδιόρισε την εν λόγω οδό με μπλε οριζόντια γραμμή στον εν λόγω χάρτη. Στον αριθμό 14 βρίσκεται η αποθήκη της εταιρείας Georghiou Hand Tools, ενώ στον αριθμό 16 η οικία της Μ.Κ.
- Στην ίδια οδό λειτούργησαν το 2014 δύο υποστατικά και η αλληλογραφία που παραδίδει γι' αυτά είναι στη διεύθυνση Βιοτεχνίας 1 για το πρώτο (Τεκμήριο Β, φωτ. 1), ενώ για το δεύτερο (Τεκμήριο Β, φωτ. 2), που είναι πάλι η οδός Βιοτεχνίας, δεν θυμάται τον αριθμό. Μετά από το δεύτερο υποστατικό συνεχίζεται ο δρόμος με υποστατικά που έχουν ως διεύθυνση την οδό Θεόφιλου Γεωργιάδη όπου βρίσκονται και τα υποστατικά που αναφέρθηκαν ανωτέρω στους αριθμούς 14 και
- Δεν έχει ενημερωθεί οποτεδήποτε κατά πόσο άλλαξε η ονομασία του δρόμου. Ως Ταχυδρομείο γνωρίζουν τον δρόμο αυτό ως έχοντα την ονομασία Θεόφιλου Γεωργιάδη. Τελευταίως τους ενημέρωσαν ότι το υποστατικό που φαίνεται στη φωτογραφία 1 του Τεκμηρίου Β έχει διεύθυνση αλληλογραφίας την οδό Βιοτεχνίας 1, ενώ το δεύτερο υποστατικό που βρίσκεται στα δεξιά στη φωτογραφία 2 του Τεκμηρίου Β με την ονομασία Σιαλή έχει ως διεύθυνση αλληλογραφίας την οδό Βιοτεχνίας. Δηλαδή στον ίδιο δρόμο ο Μ.Κ.4 παραδίδει αλληλογραφία η οποία αναφέρεται σε δύο οδούς, ήτοι αφενός αυτή της οδού Βιοτεχνίας 1 και ένα άλλο αριθμό που δεν θυμάται και αφετέρου αυτή της οδού Θεόφιλου Γεωργιάδη στους αριθμούς 14 και
- Ο ίδιος δεν γνώριζε αν είχε αλλάξει η διεύθυνση στον δρόμο αυτό από το 2007 και αν είχε μετονομαστεί σε οδό Βιοτεχνίας. Κανείς δεν τους ενημέρωσε για κάτι τέτοιο. Ο Μ.Κ.5 εργάζεται στην Επαρχιακή Διοίκηση ως Προϊστάμενος του Κλάδου Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Το επίδικο τεμάχιο 247 βρίσκεται στα διοικητικά όρια της Λακατάμειας σε Βιοτεχνική Ζώνη. Είναι τουρκοκυπριακό κτήμα και τελεί υπό την κηδεμονία του Υπουργείου Εσωτερικών. Μέχρι το 2003 ήταν εκμισθωμένο σε δικαιούχο εκτοπισθέντα για κτηνοτροφικούς σκοπούς. Έκτοτε και λόγω και της αλλαγής της πολεοδομικής ζώνης - από κτηνοτροφική σε βιοτεχνική - το κτήμα παραμένει απαραχώρητο, ενώ δεν είναι γνωστή στην Υπηρεσία η οποιαδήποτε παράνομη κατοχή του. Οποιαδήποτε δε υποστατικά έχουν ανεγερθεί εντός του τεμαχίου είναι χωρίς τη συγκατάθεση του Κηδεμόνα και, κατ' επέκταση, παράνομα. Από το 2003 το επίδικο τεμάχιο θεωρείται ως ελεύθερο κατοχής και δεν ήταν παραχωρημένο σε δικαιούχο. Εξήγησε δε ο Μ.Κ.5 τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί σε περίπτωση που κάποιος επιθυμεί να χρησιμοποιήσει νόμιμα το εν λόγω τεμάχιο. Ως Μ.Κ.6 κατέθεσε η Άννα Χαραλάμπους η οποία εργάζεται ως Τεχνικός Επιθεωρητής στις Τεχνικές Υπηρεσίες του Δήμου Λακατάμειας. Εντός των αρμοδιοτήτων της εμπίπτει και η ονομασία των οδών καθώς και η αρίθμηση των κτιρίων σε μία οδό. Όσον αφορά το τεμάχιο 247 αυτό ευρίσκεται εντός των ορίων της Βιοτεχνικής Ζώνης Λακατάμειας. Μπροστά από το συγκεκριμένο τεμάχιο περνά χωματόδρομος ο οποίος δεν είναι εγγεγραμμένος ως δημόσιος δρόμος στο παρόν στάδιο. Γραμμένος ως δημόσιος δρόμος είναι μέχρι το τεμάχιο 139, δηλαδή λίγο πριν το 247 και η ονομασία της οδού η οποία δόθηκε στις 26.10.07, είναι Βιοτεχνίας. Προηγουμένως τα υποστατικά που είναι κτισμένα στο συγκεκριμένο τμήμα του δρόμου είχαν ως διεύθυνση αλληλογραφίας την οδό Θεόφιλου Γεωργιάδη την οποία και χρησιμοποιούν μέχρι σήμερα. Πρόκειται για τα υποστατικά με τους αριθμούς 14 και
- Αλλά και όσον αφορά το επίδικο τεμάχιο 247 αν οποιοσδήποτε αποτείνετο στο Δημαρχείο για διεύθυνση πριν τον Οκτώβριο του 2007 θα του δίδετο η οδός Θεόφιλου Γεωργιάδη. Αν, όμως, κάποιος σήμερα αποταθεί για διεύθυνση - για το ίδιο τεμάχιο - θα του δοθεί η οδός Βιοτεχνίας. Ο χωματόδρομος που περνά μπροστά από το τεμάχιο 247 καταλήγει και συνδέεται με την νυν οδό Θεόφιλου Γεωργιάδη, περίπου στο μέσο της και συγκεκριμένα σε σημείο που αν ζητείτο αριθμός από κάποιον ενδιαφερόμενο θα δίδετο ο αριθμός 34 από αρμόδιο λειτουργό του Δήμου. Τα υποστατικά που μέχρι σήμερα χρησιμοποιούν τη Θεόφιλου Γεωργιάδη - και αναφέρθηκαν ανωτέρω - εκ παραδρομής δεν ενημερώθηκαν από κάποιον αρμόδιο για την αλλαγή της διεύθυνσης και είναι γι' αυτόν τον λόγο που εξακολουθούν να χρησιμοποιούν ως διεύθυνση αλληλογραφίας την οδό Θεόφιλου Γεωργιάδη. Η Μ.Κ.6 κατέθεσε στα πλαίσια της μαρτυρίας της δύο τοπογραφικά σχέδια. Το ένα είναι το παλιό τοπογραφικό σχέδιο που δείχνει την παλαιά οδό Θεόφιλου Γεωργιάδη. Πρόκειται για το Τεκμήριο Ν στο οποίο η μάρτυρας σημείωσε με πράσινο χρώμα την παλαιά οδό Θεόφιλου Γεωργιάδη μέχρι τον αριθμό 16 εξηγώντας ότι ως εγγεγραμμένος δημόσιος δρόμος φτάνει μέχρι το τεμάχιο 139, δηλαδή λίγο μετά τον αριθμό
- Στο πρόσφατο τοπογραφικό σχέδιο που, επίσης, κατέθεσε - Τεκμήριο Ξ - η μάρτυρας σημείωσε πάλι με πράσινο χρώμα την οδό Βιοτεχνίας η οποία φτάνει επίσης μέχρι το τεμάχιο
- Όπως εξήγησε η Μ.Κ.6, η Θεόφιλου Γεωργιάδη ξεκινά από τη Λεωφόρο Τσερίου και αρχικά αντί προς τα αριστερά συνέχιζε και πήγαινε στον δρόμο ευθεία που φαίνεται στη φωτογραφία 1 του Τεκμηρίου Β και φτάνει μέχρι τα ντεπόζιτα στο τεμάχιο 139, ενώ αργότερα αυτό το μέρος μετονομάστηκε σε οδό Βιοτεχνίας. Ως Θεόφιλου Γεωργιάδη καθορίστηκε ο άλλος δρόμος που στρίβει στ' αριστερά όπως φαίνεται στην ίδια φωτογραφία (φωτ. 1 του Τεκμηρίου Β). Στον δρόμο που φαίνεται (νυν Βιοτεχνίας) και υπέδειξε η μάρτυρας στη φωτογραφία 1 του Τεκμηρίου Β και ο οποίος φτάνει μέχρι το επίδικο τεμάχιο δεν υπάρχει οποιαδήποτε πινακίδα με αναγραφή της διεύθυνσης της οδού. Ούτε σε σχέση με την προηγούμενη ονομασία, ούτε σε σχέση με την καινούργια. Η Μ.Κ.6 ανέφερε, επίσης, ότι έλαβε γνώση για βεβαίωση που δόθηκε (στις 17.10.14) από τη συνάδελφο της Μαρία Ζωδιάτη για τη σημερινή διεύθυνση του τεμαχίου 247 και η οποία αναφερόταν στην οδό Βιοτεχνίας. Ο λόγος που δόθηκε αυτή η βεβαίωση, όπως πληροφορήθηκε η Μ.Κ.6, ήταν γιατί το πρόσωπο που είχε αποταθεί στη συνάδελφό της είχε αναφέρει ότι τη χρειαζόταν για να αποταθεί να πάρει το τεμάχιο από την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Αντεξεταζόμενη η Μ.Κ.6 διευκρίνισε ότι από τον Οκτώβριο του 2007 ο Δήμος Λακατάμειας άλλαξε το όνομα της οδού μπροστά από το επίδικο τεμάχιο σε Βιοτεχνίας, αν και δεν είχαν δώσει συγκεκριμένο αριθμό. Ωστόσο, αν ζητείτο τότε αριθμός, αναλόγως των περιστάσεων της τότε εποχής, θα δινόταν και ανάλογος αριθμός. Όσον αφορά τα υποστατικά που ακόμη και σήμερα στην αλληλογραφία τους χρησιμοποιούν την Θεόφιλου Γεωργιάδη 14 και 16, η Μ.Κ.6 ανέφερε ότι αν μετά την αλλαγή ζητούσαν να πάρουν αριθμό για τη νέα διεύθυνσή τους θα τους δινόταν ο αριθμός που είχαν και πριν. Το ίδιο θα συνέβαινε και σε περίπτωση που δεν ζητούσαν αριθμό. Δηλαδή, ο αριθμός που είχαν θα ίσχυε και με τη νέα διεύθυνση, δηλ. τη Βιοτεχνίας. Ξεκαθάρισε εκ νέου ότι αν κάποιος τη ρωτούσε τον Σεπτέμβριο του 2014 για την οδό του τεμαχίου 247 αυτή θα τον ενημέρωνε ότι ήταν η οδός Βιοτεχνίας αρ.
- Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, μαρτυρία προσφέρθηκε και από πλευράς Υπεράσπισης. Ο Κατηγορούμενος 1 βασικά αναφέρθηκε στη σχέση του με το τεμάχιο
- Εξήγησε ότι αφού το εντόπισε κατά την περίοδο 2004-2005 και πληροφορήθηκε ότι ήταν Τουρκοκυπριακό, τοποθέτησε χώματα, άμμους, τσιακίλια και διάφορα πράγματα. Προηγήθηκε το ίσιωμα του τεμαχίου γιατί είχε υψομετρική διαφορά. Αρχικά το είχε ως ανοικτή αποθήκη. Το 2006 τοποθέτησε και ορισμένα υποστατικά για να φυλάττει τα εξαρτήματα των φορτηγών του. Είχε κάποιες επαφές με τον Δήμο Λακατάμειας αλλά λόγω αμέλειας δικής του καθώς και έλλειψης οποιασδήποτε όχλησης από μέρους του Δήμου Λακατάμειας δεν υπέβαλε οποιαδήποτε «χαρτιά» για να μπορέσει να το εξασφαλίσει. Δεν έλαβε ποτέ οποιαδήποτε επιστολή είτε από το Δημαρχείο Λακατάμειας, είτε από την Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Περιουσιών για να απομακρυνθεί. Στο συγκεκριμένο τεμάχιο ο Κατηγορούμενος 1 διατηρεί και τροχόσπιτο στο οποίο διαμένει κάποιες φορές, ενώ σ΄ αυτό διαμένει μόνιμα ο φίλος του, Κατηγορούμενος
- Δεν μπορούσε να θυμηθεί τη διεύθυνση του τεμαχίου παρότι, όπως ισχυρίστηκε, έτυχε και τη σημείωσε παλαιότερα για τους σκοπούς των εγγράφων που θα υπέβαλλε στον Δήμο και παρότι την άκουσε πολλές φορές στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας. Από πλευράς της Υπεράσπισης του Κατηγορουμένου 2 κατέθεσε ο Μάριος Παρασκευάς ο οποίος εργάζεται στα κεντρικά γραφεία του Τμήματος Οδικών Μεταφορών (εφεξής ΤΟΜ). Στα πλαίσια των καθηκόντων του έχει πρόσβαση στο αρχείο του ΤΟΜ. Βασικά για το όχημα MV 546 κατέθεσε ως Τεκμήριο Ο σχετικό έντυπο από το ΤΟΜ όπου καταγράφονται στοιχεία του εν λόγω οχήματος. Σε αυτό αναφέρεται ως ιδιοκτήτης του οχήματος ο Κατηγορούμενος 2, Νίκος Μελιφρονίδης, με διεύθυνση την οδό Στασίνου 9, Τσέρι. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι η διεύθυνση δηλώνεται από τον ιδιοκτήτη, ο οποίος έχει και την ευθύνη να δηλώσει τυχόν αλλαγή της. Το σύστημα του ΤΟΜ το βλέπει η Αστυνομία, όχι «on-line» αλλά με λίγες μέρες καθυστέρηση. Η Αστυνομία μπορεί να δει ό,τι βλέπει και το ΤΟΜ, δηλ. όλα τα στοιχεία που αφορούν το συγκεκριμένο όχημα. Ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να αναγνωρίσει το Τεκμήριο Μ γιατί πρώτη φορά το έβλεπε. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο το σύστημα της Αστυνομίας είναι συνδεδεμένο και με άλλα Τμήματα για σκοπούς εξασφάλισης της διεύθυνσης που αναφέρεται στο Τεκμήριο Μ. Δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσο η διεύθυνση Θεόφιλου Γεωργιάδη, Βιοτεχνική Λακατάμειας μπορούσε να είχε προκύψει από τοποθέτηση διεύθυνσης μέσω μιας άλλης εφαρμογής στο κεντρικό σύστημα της Αστυνομίας. Μετά την ολοκλήρωση της προσκόμισης της μαρτυρίας αμφότερες οι διάδικες πλευρές αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους, στις οποίες θα γίνει αναφορά κατωτέρω εάν και όπου κρίνεται αναγκαίο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Διαπιστώσεις Με δεδομένη την ένσταση που προβλήθηκε από την Υπεράσπιση στην προκειμένη υπόθεση αποτελεί υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει θετικά και πέραν από κάθε λογική αμφιβολία ότι το ανερευθέν φυτό δεν λήφθηκε ή εξασφαλίστηκε κατά παράβαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών που διασφαλίζονται από το Σύνταγμα και ειδικότερα των Άρθρων που έχουν εξειδικευθεί ανωτέρω ή ακόμη ότι δεν πρόκειται για μαρτυρία που λήφθηκε κατόπιν παράνομης ή επιλήψιμης ενέργειας ή παράλειψης της Αστυνομίας. Αναπόφευκτα η απόδειξη του τρόπου εξασφάλισης της υπό ένσταση μαρτυρίας, προϋποθέτει τη διατύπωση ευρημάτων. Η αξιολόγηση μαρτυρίας σε μια Δίκη εντός Δίκης πρέπει να περιορίζεται σε όσο το δυνατό στενότερα πλαίσια και να γίνεται μόνο στον βαθμό που κρίνεται απολύτως απαραίτητο για να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα της Δίκης εντός Δίκης. Είναι πάγια νομολογημένο ότι κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας πρέπει να διατηρείται ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων και ιδιαίτερα του κατηγορουμένου. Δεν πρέπει να εξάγονται συμπεράσματα που δυνατόν να επηρεάσουν τον κατηγορούμενο στην υπεράσπισή του, όπως για παράδειγμα, γενικά συμπεράσματα αξιοπιστίας του. Είναι λοιπόν μέσα σε αυτά τα πλαίσια που θα προσεγγίσουμε την προσαχθείσα μαρτυρία και θα διατυπώσουμε τα απολύτως απαραίτητα ευρήματα μας στον βαθμό που αυτά είναι αρκετά για να καλύψουν τους περιορισμένους σκοπούς της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας. Σε ό,τι αφορά τη μαρτυρία των αστυνομικών μαρτύρων Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 αφού την εξετάσαμε με προσοχή λέμε ότι κατέθεσαν με σαφήνεια και θετικότητα αναφορικά με το σύνολο των ενεργειών τους. Δεν έχουν, εξάλλου, αμφισβητηθεί ούτε οι ενέργειες του Μ.Κ.1 ούτε και εκείνες του Μ.Κ.
- Σαφής και θετική υπήρξε η μαρτυρία που προσφέρθηκε από τον Μ.Κ.2 και αναφορικά με τις ενέργειές του για το ζήτημα που προέκυψε σε σχέση με τη διεύθυνση του επίδικου τεμαχίου, αντικείμενο του εκδοθέντος εντάλματος έρευνας. Δεχόμαστε ότι ο Μ.Κ.2 ερεύνησε την περιοχή που καλύπτει το μήκος της παλαιάς οδού Θεόφιλου Γεωργιάδη δηλαδή από τα σημεία που ξεκινά ο δρόμος εντός του οποίου βρίσκονται τα υποστατικά με αριθμούς 14 και 16, προχωρά στο επίδικο τεμάχιο και συνεχίζει μέχρι τη σύνδεση του με τον κύριο δρόμο, καθώς και ότι ακολούθως οδήγησε κατά μήκος ολόκληρης της νυν Θεόφιλου Γεωργιάδη. Όσον αφορά τις υπόνοιες που αφέθηκαν για ύπαρξη άλλου τροχόσπιτου στην ευρύτερη περιοχή του τεμαχίου, μόνον η πλευρά του Κατηγορουμένου 3 συγκεκριμενοποίησε τη θέση της, υποβάλλοντας ότι εντός τεμαχίου που βρίσκεται 100-150 μ. από τη συμβολή του χωματόδρομου με τη νυν οδό Θεόφιλου Γεωργιάδη και στο οποίο υπάρχουν μεγάλοι κάδοι (skip) απορριμμάτων υπήρχε επίσης τροχόσπιτο. Ο Μ.Κ.2 ήταν και σε αυτό σαφής λέγοντας ότι κατά τον χρόνο που οδήγησαν και έκαναν την πιο πάνω διαδρομή δεν εντοπίστηκε άλλο τροχόσπιτο στην περιοχή, κάτι το οποίο αποτελεί εύρημα μας στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Την ίδια άποψη σχηματίσαμε και σε σχέση με τη μαρτυρία των Μ.Κ.3, Μ.Κ.4 και Μ.Κ.
- Οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως κατέθεσαν όλοι για επιμέρους θέματα, τα οποία ενέπιπταν στη σφαίρα προσωπικής τους γνώσης και για τα οποία δεν υπήρξε αμφισβήτηση. Ειδικά όσον αφορά τον Μ.Κ.5 του οποίου και αυτού η μαρτυρία ήταν θετική, σημειώνουμε ότι αφορούσε το καθεστώς του επίδικου τεμαχίου γεγονός το οποίο αποτελεί, όπως προέκυψε και από τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου 1, κοινό τόπο. Απόλυτα σαφής και κατατοπιστική και μη αμφισβητηθείσα ήταν και η μαρτυρία της Μ.Κ.6 η οποία και έδωσε κάθε σχετική πληροφόρηση για τη σημερινή διεύθυνση του επιδίκου ακινήτου σύμφωνα με τον Δήμο στον οποίο υπηρετεί αλλά και για τη διεύθυνση που ίσχυε προηγουμένως καθορίζοντας το σχετικό χρονικό πλαίσιο. Πλήρως επεξηγηματική ήταν και για το γεγονός ότι, ενώ είχε μεσολαβήσει μετονομασία του δρόμου που αφορούσε στο επίδικο τεμάχιο, εντούτοις εξακολουθούσε από κάποια υποστατικά που ευρίσκοντο στον εν λόγω δρόμο, καθώς και από υπηρεσίες του Δήμου να χρησιμοποιείται η προηγούμενη διεύθυνση. Στο σημείο αυτό κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε ότι δεν συμφωνούμε με τη θέση της κας Χατζηαθανασίου ότι η Μ.Κ.6 δήλωσε στο Δικαστήριο ότι ο Δήμος είχε ενημερώσει τις Ταχυδρομικές Υπηρεσίες αναφορικά με τη μετονομασία της οδού από Γεωργιάδη σε Βιοτεχνίας. Μία ανάγνωση του συγκεκριμένου αποσπάσματος της μαρτυρίας της Μ.Κ.6 καταδεικνύει χωρίς δυσκολία ότι η μάρτυρας αναφέρθηκε γενικά στην τακτική που ακολουθείται από τον Δήμο σε τέτοιες περιπτώσεις χωρίς όμως να αναφέρει ότι αυτό έγινε στην προκειμένη περίπτωση, παρά μόνο περιορίστηκε στο να πει ότι εκ παραδρομής ο Δήμος δεν ενημέρωσε τους κατοίκους της περιοχής. Μάλιστα, αυτό συνάδει και με την αναφορά του Μ.Κ.4 ότι αυτός δεν έτυχε ενημέρωσης για την οποιαδήποτε μετονομασία της οδού Γεωργιάδη παρά μόνο πρόσφατα ενημερώθηκαν ως Ταχυδρομείο από τον Δήμο ότι τα δύο νέα υποστατικά έχουν διεύθυνση αλληλογραφίας την οδό Βιοτεχνίας. Η μαρτυρία του Κατηγορουμένου 1 περιστράφηκε βασικά γύρω από τις συνθήκες ανάληψης κατοχής του επίδικου τεμαχίου και του καθεστώτος αυτής. Η μαρτυρία του ήταν σαφής επί τούτων και μάλιστα το ουσιαστικό μέρος αυτής αποτέλεσε κοινό έδαφος και από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής. Επομένως δεχόμαστε τη θέση του ότι κατέχει παράνομα το επίδικο τεμάχιο και ότι τόσο ο Κατηγορούμενος 2 όσο και ο ίδιος (περιοδικά) διαμένουν στο τροχόσπιτο. Αυτή τη θέση άλλωστε υποστήριξε και ο συνήγορος του κατά την αγόρευση του. Στο πλαίσιο αυτό δεν έχουμε λόγο να αμφισβητήσουμε και τη θέση στην οποία ο Κατηγορούμενος 1 επέμενε, ότι ο Δήμος γνώριζε από παλιά για την κατοχή του επίδικου τεμαχίου, καθώς και ότι αυτή δεν ήταν νόμιμη. Ο Κατηγορούμενος 1 δεν διαφώτισε το Δικαστήριο αναφορικά με τη διεύθυνση του επίδικου τεμαχίου και δεν μας έχει πείσει ότι κάποια στιγμή ήταν εις γνώση του και ότι απλώς δεν ήταν σε θέση να τη θυμηθεί. Αναφερόμενος στις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε τη διεύθυνση του επίδικου τεμαχίου, ανέφερε ότι έμαθε τη διεύθυνση επειδή ήθελε να προχωρήσει στη νομιμοποίηση της κατοχής, τη σημείωσε σε ένα χαρτί και παρόλο που την άκουσε «50 φορές» και «100 φορές μέσα στη δίκη» δεν τη συγκράτησε και δεν μπορούσε να τη μεταφέρει στο Δικαστήριο. Κατά την αντεξέταση του επανέλαβε ότι άκουσε τη διεύθυνση 100 φορές στο Δικαστήριο αλλά δεν μπόρεσε να τη συγκρατήσει και δήλωσε ότι νομίζει ότι πήρε διεύθυνση από τον Δήμο πριν ένα χρόνο, χωρίς να τη θυμάται. Περαιτέρω εξέφρασε άγνοια για το ότι η αδελφή του είχε πρόσφατα αποταθεί στον Δήμο για τον σκοπό αυτό. Η τοποθέτηση του Κατηγορουμένου 1 αναφορικά με το θέμα γνώσης της διεύθυνσης του επίδικου τεμαχίου ήταν ασαφής, γενική και αόριστη. Πέραν της αδυναμίας του να θυμηθεί αυτήν και να τη δηλώσει στο Δικαστήριο, η αναφορά του στο ότι άκουσε τη διεύθυνση πάμπολλες φορές στο Δικαστήριο αλλά εξακολουθούσε να μην μπορεί να τη θυμηθεί αποδεικνύει απλώς την επιτηδευμένη προσπάθεια εκ μέρους του να μας παραπέμψει στη μετονομασθείσα διεύθυνση. Συνεπώς η όλη του στάση επί του θέματος δεν μας ικανοποιεί για την αλήθεια των όσων ανέφερε γι΄ αυτό. Η μαρτυρία του Μ.Υ.1 εκ μέρους του Κατηγορουμένου 2 ήταν τυπική και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Δεχόμαστε ότι το Τεκμήριο Ο είναι το έντυπο που δείχνει τα στοιχεία που βρίσκονται καταχωρημένα στα αρχεία του ΤΟΜ και ότι η αναγραφόμενη διεύθυνση δηλώνεται από τον ιδιοκτήτη του οχήματος. Σε αυτά η Αστυνομία έχει πρόσβαση χωρίς δυνατότητα παρέμβασης. Εν όψει της αδυναμίας του μάρτυρος αυτού να αναγνωρίσει το Τεκμήριο Μ και να γνωρίζει κατά πόσο η Αστυνομία έχει πρόσβαση σε συστήματα άλλων Τμημάτων για τον σκοπό εξακρίβωσης της διεύθυνσης κάποιου ατόμου, δεχόμαστε με βάση τη μαρτυρία του Μ.Κ.2 ότι το Τεκμήριο Μ αποτελεί έγγραφο το οποίο τυπώθηκε από το σύστημα της Αστυνομίας. Θεωρούμε όμως κατάλληλο το σημείο αυτό να παρατηρήσουμε πως από τη σύγκριση των Τεκμηρίων Μ και Ο είναι προφανές ότι: - στο πεδίο «Στοιχεία Οχήματος» η Αστυνομία για σκοπούς του δικού της συστήματος χρησιμοποιεί μόνο μέρος των πληροφοριών που εξασφάλισε από το ΤΟΜ για το όχημα MV 546 (19 από τις 36 πληροφορίες). - στο πεδίο «Στοιχεία Ιδιοκτήτη Οχήματος» η Αστυνομία πέραν από κάποια βασικά στοιχεία καταγράφει και δικές της πληροφορίες οι οποίες είτε δεν συμπεριλαμβάνονται καθόλου στα στοιχεία του ΤΟΜ, είτε δεν ταυτίζονται ως προς το περιεχόμενο τους με τα στοιχεία του ΤΟΜ. - η αναγραφόμενη στο έντυπο της Αστυνομίας, Τεκμήριο Μ, διεύθυνση του Κατηγορουμένου 2, ήτοι «Θεόφιλου Γεωργιάδη Βιοτεχνική Λακατάμειας» είναι πληροφορία η οποία δεν ταυτίζεται με την αντίστοιχη πληροφορία στο έντυπο του ΤΟΜ, Τεκμήριο Ο. Υπό κάποιες προϋποθέσεις η διεύθυνση αυτή θα μπορούσε να ανταποκρίνεται στην πραγματική διεύθυνση του Κατηγορουμένου 2 δεδομένου ότι αυτός όντως διέμενε σε τροχόσπιτο στην παλαιά οδό Γεωργιάδη. Πλην όμως παρατηρούμε ότι δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία για την προέλευση αυτής της πληροφορίας και κυρίως για το πότε, πώς και από ποιον εισήχθη στο σύστημα της Αστυνομίας. Αδυνατούμε λοιπόν να εξαγάγουμε συμπέρασμα είτε ότι δηλώθηκε από τον Κατηγορούμενο 2 είτε - αν δηλώθηκε από άλλον - για το πότε, πώς και από ποιον. Το μόνο που μπορεί να λεχθεί είναι πως υπήρχε στο σύστημα όταν εκτυπώθηκε το Τεκμήριο Μ, δηλαδή στις 21.11.
- Όπως ήδη προέκυψε από την αξιολόγηση που έγινε στην προσαχθείσα μαρτυρία τα γεγονότα που αποτελούν το βασικό πλαίσιο επί του οποίου επιχειρηματολόγησαν οι δύο διάδικες πλευρές αφενός μεν δεν είναι αμφισβητούμενα και αφετέρου πως σε πολύ λίγα και μάλλον επουσιώδη ζητήματα υπήρξαν τελικά διαφορετικές θέσεις για τα οποία προηγήθηκε αξιολόγηση μας. Συνολικά προκύπτει ότι: Tα γεγονότα που σχετίζονται με την έρευνα και τις ενέργειες των μελών της Αστυνομίας είναι ως τα έχουν περιγράψει οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.
- · Τα υποστατικά και το τροχόσπιτο στα οποία διενεργήθηκε έρευνα από την Αστυνομία ευρίσκονται στο τεμάχιο 247 Φ/Σ.30/21.Ε.
- Το τεμάχιο 247 ευρίσκεται εντός των διοικητικών ορίων Λακατάμειας και συγκεκριμένα στη Βιοτεχνική Ζώνη. Είναι τουρκοκυπριακή περιουσία και μέχρι το 2003 ήταν εκμισθωμένο σε δικαιούχο εκτοπισθέντα. · Περί το 2004 - 2005 εισήλθε στο τεμάχιο και έλαβε κατοχή του ο Κατηγορούμενος 1, χωρίς προηγουμένως να είχε εξασφαλίσει οποιαδήποτε έγκριση από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, δηλαδή παράνομα. Το ισοπέδωσε, ανήγειρε υποστατικά και τοποθέτησε σ' αυτό φορτηγά και το τροχόσπιτο. · Το εν λόγω τεμάχιο 247 ευρίσκεται σε χωμάτινο δρόμο στην προέκταση ασφάλτινης οδού η οποία οδός μέχρι τις 26.10.07 επίσημα έφερε το όνομα οδός Θεόφιλου Γεωργιάδη, οπότε με απόφαση αρμοδίων του Δήμου Λακατάμειας μετονομάστηκε σε οδό Βιοτεχνίας. Βασικά, όπως έχει προκύψει και από τη Μ.Κ.6, η παλαιά οδός Γεωργιάδη ξεκινούσε από άλλη βασικά Λεωφόρο και φθάνοντας στο δίστρατο που φαίνεται στη φωτ. 1 του Τεκμηρίου Β συνέχιζε ευθεία καλύπτοντας και τον χωματόδρομο. Το 2007 μετονομάστηκε σε Βιοτεχνίας το τμήμα της παλαιάς οδού Γεωργιάδη που ξεκινά από το δίστρατο και η νυν Γεωργιάδη συνεχίζει πλέον προς τα αριστερά διαπερνώντας περιοχή που δεν έχει ακόμα αναπτυχθεί και φθάνοντας σε κατοικημένη περιοχή μετά από αρκετή απόσταση. · Η προέκταση της παλαιάς οδού Γεωργιάδη, δηλαδή ο χωματόδρομος, κατευθύνεται αριστερά και περνώντας από το επίδικο τεμάχιο καταλήγει στη νυν οδό Γεωργιάδη αποτελώντας έτσι τη βάση ενός νοητού ισοσκελούς περίπου τριγώνου του οποίου η μία πλευρά είναι βασικά το ασφάλτινο τμήμα της παλαιάς οδού Γεωργιάδη και η άλλη είναι το μέρος της νυν οδού Γεωργιάδη στο οποίο, σύμφωνα με τη Μ.Κ.6, θα αντιστοιχούν οι αριθμοί 14 έως 34 της μη κατοικημένης περιοχής, εάν και όταν ζητηθούν και δοθούν από την αρμόδια υπηρεσία του Δήμου, δηλαδή μετά την οικιστική ανάπτυξη των εν λόγω τεμαχίων. · Παρά την αλλαγή αυτή, οι κάτοχοι των υποστατικών στους αριθμούς 14 και 16, οι αρμόδιες υπηρεσίες και ο ταχυδρόμος Λακατάμειας δεν είχαν ενημερωθεί πριν τις 4.9.14 για τη μετονομασία της οδού. Εξ ου και: § Όταν οι Μ.Κ.1 και 2 ζήτησαν πληροφορίες έμαθαν από εργαζόμενο στον αριθμό 14 και από κάτοχο του υποστατικού στον αριθμό 16 (Μ.Κ.3) ότι η οδός αυτή ήταν Θεόφιλου Γεωργιάδη. § Μέχρι και το 2014 ακόμα οι λογαριασμοί τηλεφώνου, ρεύματος και υδατοπρομήθειας της οικογένειας Κουλλουπά αποστέλλοντο στη διεύθυνση Θεόφιλου Γεωργιάδη 16 (Τεκμήρια Ι, Κ) ή ανέφεραν ως διεύθυνση της οικίας την οδό Θεόφιλου Γεωργιάδη χωρίς αρίθμηση (Τεκμήριο Θ). § Ο ταχυδρόμος (Μ.Κ.4) μέχρι σήμερα παραδίδει στην ίδια οδό αλληλογραφία που φέρει διεύθυνση Θεόφιλου Γεωργιάδη, παρότι στην αρχή της οδού λειτούργησαν το 2014 δύο υποστατικά που παραλαμβάνουν αλληλογραφία με διεύθυνση την οδό Βιοτεχνίας. § Οι Ταχυδρομικές Υπηρεσίες δεν ενημερώθηκαν για τη μετονομασία, παρά μόνον πρόσφατα ότι τα δύο προαναφερόμενα υποστατικά στην αρχή της οδού φέρουν διεύθυνση αλληλογραφίας την οδό Βιοτεχνίας. · Στον εν λόγω δρόμο ουδέποτε υπήρχε πινακίδα αναγραφής της οδού είτε πριν είτε μετά τη μετονομασία της. · Ο Δήμος είναι υπεύθυνος για την ονομασία, μετονομασία και αριθμοδότηση των οδών. Η αριθμοδότηση κάθε συγκεκριμένου τεμαχίου γίνεται μόνον αφού ο κάτοχος αυτού αποταθεί στον Δήμο για κάτι τέτοιο. · Η παλαιά Θεόφιλου Γεωργιάδη, ως εγγεγραμμένος δημόσιος δρόμος, φθάνει μέχρι το τεμάχιο 139, που είναι μία μάντρα η οποία βρίσκεται ακριβώς μεταξύ της οικίας Κουλλουπά αρ. 16 και του τεμαχίου 247, και η οποία δεν φέρει αριθμό και αλληλογραφεί άνευ αριθμού. · Το επίδικο τεμάχιο τροφοδοτείτο με ρεύμα και νερό από την προαναφερθείσα γειτονική μάντρα. Αυτό δεν έφερε ούτε είχε λάβει αριθμό μέχρι και τις 17.10.14 όταν, κατόπιν σχετικού αιτήματος της αδελφής του Κατηγορουμένου 1, ο Δήμος έδωσε πλέον τη νέα διεύθυνση Βιοτεχνίας και τον αριθμό
- · Στη νυν Θεόφιλου Γεωργιάδη δεν υπάρχει κτισμένο οποιοδήποτε υποστατικό παρά μόνο ένα στο οποίο δόθηκε ο αριθμός 60 και το οποίο βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση, πιο νοτιοανατολικά από το σημείο στο οποίο καταλήγει ο χωματόδρομος της παλαιάς οδού Γεωργιάδη. Δηλαδή ο αριθμός 60 ευρίσκεται στην προέκταση της νυν Γεωργιάδη πέραν του νοητού τριγώνου. · Στην παλαιά και νυν οδό Θεόφιλου Γεωργιάδη καθώς και τη γύρω περιοχή δεν εντοπίστηκε άλλο υποστατικό εντός του οποίου να υπάρχει τροχόσπιτο. Νομική Πτυχή Στην Κύπρο δεν υπάρχει, ενόψει των διατάξεων των Άρθρων 34 και 35 του Συντάγματος, δυνατότητα έγκρισης και προσαγωγής ως αποδεικτικού μέσου μαρτυρίας που λήφθηκε κατά παράβαση δικαιωμάτων και ελευθεριών που κατοχυρώνει το Σύνταγμα, για οποιονδήποτε σκοπό ή κάτω από οποιοδήποτε πρόσχημα. Είναι θεμελιώδης αρχή ότι μαρτυρία η οποία λαμβάνεται ή εξασφαλίζεται με τρόπο παράνομο και η οποία παρανομία παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα κατηγορουμένου όπως αυτά κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Πρόκειται για μαρτυρία παρανόμως ληφθείσα η οποία αυτομάτως αποκλείεται και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.[1] Όπως συναφώς τονίσθηκε στην υπόθεση Αστυνομία v. Γιάλλουρου
(1992)2 Α.Α.Δ. 147: ''Ο αποκλεισμός μαρτυρίας η οποία λαμβάνεται κατά παράβαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ανθρώπου (εκτός όπου η παρέκκλιση εξουσιοδοτείται με νόμο για τους σκοπούς που καθορίζει το Σύνταγμα) είναι απόλυτος και δεν επιδέχεται κανένα συμβιβασμό ή εξαίρεση''. Ειδικά όσον αφορά την έρευνα κατοικίας το Άρθρο 16 του Συντάγματος προνοεί πως δεν επιτρέπεται, εκτός όταν και όπως ο Νόμος ορίζει και τούτο κατόπιν δικαστικού εντάλματος έρευνας δεόντως αιτιολογημένου. Όσον αφορά την έρευνα άλλων χώρων - και υπό την επιφύλαξη των προνοιών του Άρθρου 25 του Κεφ. 155, για το οποίο γίνεται ειδικότερη αναφορά κατωτέρω - απαιτείται επίσης η έκδοση σχετικού εντάλματος από Δικαστή, βάσει του Άρθρου 27 του Κεφ. 155. Όπως έχει τονιστεί στη σχετικά πρόσφατη απόφαση Αναφορικά με Αίτηση του Έκτωρα Μακρίδη, Πολ. Αίτ. 194/12, ημερ. 20.12.12: «Η παραχώρηση εντός εντάλματος έρευνας συνιστά δικαστική απόφανση και κατά συνέπεια η δικαστική κρίση μορφώνεται στη βάση της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται του αιτήματος.» Στην παρούσα περίπτωση με βάση το σύνολο της μαρτυρίας και τις σχετικές αρχές προκύπτουν καταρχάς τα ακόλουθα: (i) Δεν πρόκειται για περίπτωση όπου η Αστυνομία επιχείρησε να εισέλθει στο τεμάχιο για έρευνα στη βάση του Άρθρου 25
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, δηλαδή επί τη βάσει της εξουσίας για έρευνα οποιουδήποτε τόπου όταν αστυνομικός έχει λόγο να πιστεύει ότι διαπράττεται εντός αυτού αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση πέραν των 2 ετών. Είναι προφανές ότι, συνεκτιμώντας την όλη κατάσταση και βασικά λόγω της ύπαρξης τροχόσπιτου εντός του περιφραγμένου τεμαχίου, σε συνδυασμό με τη σχετική συνταγματική πρόνοια, ούτε ο Μ.Κ.1, αλλά ούτε και ο Μ.Κ.2 επικαλέστηκαν το πιο πάνω εδάφιο και ούτε επιχείρησαν να διενεργήσουν έρευνα χωρίς ένταλμα. Αντιθέτως επέλεξαν να θέσουν τον χώρο υπό παρακολούθηση και στο ενδιάμεσο να αποταθούν σε Δικαστή για την εξασφάλιση σχετικού εντάλματος έρευνας. Συνεπώς αναμφίβολα η ύπαρξη τροχόσπιτου διαδραμάτισε καταλυτική επίδραση στην απόφαση τους να αποταθούν για ένταλμα. (ii) Όσον αφορά την εισήγηση της κας Χατζηαθανασίου, ότι η έρευνα των επαγγελματικών υποστατικών καλύπτεται από το Άρθρο 25
(1)(β), υπό την έννοια δηλαδή ότι ούτως ή άλλως είχαν την εξουσία να τα ερευνήσουν και χωρίς την ύπαρξη εντάλματος, θα πρέπει να παρατηρήσουμε πως μέσα από την υφιστάμενη νομολογία[2] διαφαίνεται ότι στις περιπτώσεις που εγκρίθηκε έρευνα βάσει του Άρθρου 25 χωρίς ένταλμα, τούτο έγινε στη βάση εύλογης υποψίας. Στην παρούσα όμως έγινε λόγος για ύπαρξη μέχρι εκείνη τη στιγμή μόνο πληροφορίας η οποία σαφώς δεν εξισούται με εύλογη υποψία και τούτον κατ΄ αναλογίαν των όσων έχουν αποφασιστεί στην υπόθεση Ιωάννου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 495, ότι απλή πληροφορία χωρίς μαρτυρία στα χέρια της Αστυνομίας δεν συνιστά εύλογη υπόνοια, ακόμη και εάν δημιουργείται καλόπιστη υπόνοια βάσει αυτής (της πληροφορίας). (iii) Ο κ. Αγγελίδης επικαλέστηκε το δικαίωμα οποιουδήποτε προσώπου, του οποίου ερευνάται η περιουσία, να γνωρίζει πρώτον αν υπάρχει σχετικό δικαστικό ένταλμα και δεύτερον κατά πόσο σε αυτό περιλαμβάνεται περιγραφή της περιουσίας του. Κανένας δεν αμφισβητεί το δικαίωμα αυτό. Όμως η παρούσα θα πρέπει να διακριθεί από τις αναφερθείσες (αγγλικές) υποθέσεις Redknapp[3] και Bhatti[4]. Σ' εκείνες τις υποθέσεις διαπιστώθηκαν παραβάσεις νομοθεσίας (Άρθρο (16
(5)του PACE) η οποία - όπως και ο ίδιος ο κ. Αγγελίδης αναγνώρισε - επιβάλλει την υποχρέωση στις αστυνομικές αρχές να εφοδιάζουν το ερευνώμενο πρόσωπο με αντίγραφο του εντάλματος έρευνας που έχουν στην κατοχή τους. Στην παρούσα περίπτωση οι αστυνομικές αρχές παρακολουθώντας τον χώρο ανέμεναν την εμφάνιση οποιουδήποτε προσώπου στο τεμάχιο και πράγματι αυτό έγινε το απόγευμα της ίδιας ημέρας, οπότε και εισήλθαν έχοντας στην κατοχή τους το επίδικο ένταλμα έρευνας. Πλην όμως δεν έχει δοθεί μαρτυρία ότι κατά την εκτέλεση του εντάλματος ο Κατηγορούμενος 2 έθεσε ζήτημα να δει το ένταλμα ή να λάβει αντίγραφο του, χωρίς να ικανοποιηθεί. Προφανώς δε γι' αυτό τον λόγο και δεν τέθηκε τέτοιο ζήτημα ούτε κατά την έγερση της ένστασης από οποιονδήποτε των συνηγόρων. (iv) Στο στάδιο της ένστασης η Υπεράσπιση και των τριών Κατηγορουμένων δεν έθεσε οποιοδήποτε ζήτημα που να άπτεται της νομιμότητας του εκδοθέντος εντάλματος έρευνας αλλά, επαναλαμβάνουμε, μόνο για τη νομιμότητα της λήψης του φυτού κάνναβης που επιχείρησε η Κατηγορούσα Αρχή να καταθέσει στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο δυνάμει του εν λόγω εντάλματος έρευνας. Παρά ταύτα και παρά τη βασική τους θέση πρέπει να σημειωθεί ότι πάρα πολλές από τις εκφρασθείσες θέσεις των συνηγόρων Υπεράσπισης στις αγορεύσεις τους αφορούν την ίδια την απόφαση έκδοσης του εντάλματος και το περιεχόμενό του, δηλαδή ουσιαστικά τη νομιμότητα του, η οποία όμως μπορούσε να ελεγχθεί μόνο με προνομιακό ένταλμα certiorari[5]. Τέτοια θέματα συνιστούν οι εισηγήσεις ότι: · Δεν υπήρχε η ορθή εξουσιοδότηση · Χρειάζεται αυστηρή προσέγγιση κατά την έκδοση εντάλματος έρευνας · Τα Δικαστήρια υποχρεούνται να ελέγχουν αυστηρά τις περιπτώσεις επέμβασης στην ιδιωτική ζωή · Αναμένεται από τις ανακριτικές αρχές και τα Δικαστήρια να προσεγγίζουν με σοβαρότητα το θέμα έκδοσης ενταλμάτων έρευνας · Υπάρχει ανάγκη για ακρίβεια και εξειδίκευση ως προς τους όρους ή το περιεχόμενο εντάλματος · Τα όρια της εξουσίας που παρέχεται θα πρέπει να περιγράφονται με σαφήνεια και ακρίβεια στο ίδιο το κείμενο του εντάλματος · Υφίσταται υποχρέωση για σαφή και επακριβή προσδιορισμό στο ένταλμα έρευνας του χώρου του οποίου εξουσιοδοτείται η έρευνα. Στα πλαίσια αυτά προβλήθηκε και η θέση ότι το επίδικο ένταλμα έρευνας δεν περιείχε περιγραφή ικανή ώστε να προσδιορίσει την ακριβή τοποθεσία. Όπως συγκεκριμένα το ζήτημα έχει τεθεί από τον κ. Αργυρού «στην περίπτωσή μας δεν αναφέρεται σε ποιο σημείο, αριθμό ή κάτι συγκεκριμένο που να αποσαφηνίζει το υποστατικό/οικία στο οποίο θα γινόταν η έρευνα. Με λίγα λόγια οι επί καθήκοντι αστυνομικοί θα μπορούσαν με το εν λόγω ένταλμα έρευνας να ερευνήσουν οποιοδήποτε υποστατικό ή οικία επί της οδού Θεοφίλου Γεωργιάδη πέρα από το λανθασμένο της ονομασίας της οδού.». Μέσα από τη νομολογία μας είναι προφανές πως όλα τα πιο πάνω ζητήματα, καθώς και οποιοδήποτε άλλο αφορά στη δικαστική κρίση του αρμόδιου Δικαστή ο οποίος εξέδωσε το επίδικο ένταλμα δεν μπορούν να εξεταστούν, αναθεωρηθούν και πολύ περισσότερο ακυρωθούν από άλλο Δικαστήριο πλην του Ανωτάτου στα πλαίσια προνομιακού εντάλματος. Για να καταστεί πιο σαφές τονίζουμε ότι το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να ελέγξει το ένταλμα από πλευράς νομιμότητας και να εκφέρει άποψη για το κατά πόσον εκδόθηκε ορθώς ή όχι ή κατά πόσο περιέχει τα απαραίτητα στοιχεία ή όχι. Έχοντας δε κατά νουν ότι το εκδοθέν από το Δικαστήριο ένταλμα έρευνας δεν έχει προσβληθεί μέσω αίτησης για έκδοση εντάλματος certiorari αυτό θεωρείται νόμιμο και έγκυρο. Όπως λέχθηκε στην Al-Hamad ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117: «Η ύπαρξη των προϋποθέσεων για την έκδοση ενός εντάλματος έρευνας συμπεριλαμβανομένης και της ποιότητας της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστή μπορεί να ελεχθεί μόνο στα πλαίσια διαδικασίας για τον έλεγχο της εγκυρότητας του δικαστικού εντάλματος.» Οι πιο πάνω επισημάνσεις μας και το πλαίσιο εξέτασης του υπό κρίση θέματος σαφώς θέτουν εκτός συζήτησης όλα όσα έχουν αναφερθεί από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των Κατηγορουμένων αναφορικά με τα προαπαιτούμενα για έκδοση ενός εντάλματος έρευνας και τη σχετική με το θέμα αυτό νομολογία τόσο κυπριακή όσο και ξένη, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατόν να ελεχθούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Από την άλλη πλευρά όμως, η διαπίστωση ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία ελέγχου της νομιμότητας του εντάλματος δεν σημαίνει και ότι δεν υπάρχει εξουσία μελέτης του εντάλματος, ερμηνείας των όρων και της εξουσιοδότησης που παρέχει, σε όποιο βαθμό βεβαίως αυτό καθίσταται αναγκαίο, με σκοπό να κριθεί αν τελικά όντως περιγράφει άλλο διαφορετικό από τον ερευνηθέντα χώρο ή αν περιέχει απλώς κακή ή λανθασμένη περιγραφή (misdescription) του ορθού χώρου ή τέλος αν δεν ισχύει οτιδήποτε από αυτά. Όπως συνάγεται και από την υπόθεση Norster ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 186/12 κ.α., ημερ. 16.12.13, μια τέτοια διεργασία είναι επιτρεπτή και γίνεται, όχι με την προοπτική ακύρωσης του εντάλματος, αλλά αντιθέτως εκλαμβάνοντας το ένταλμα ως έγκυρο και νόμιμο, σε μια προσπάθεια ερμηνείας και δικαστικής κρίσης επί της εμβέλειας των όρων του ίδιου του εντάλματος με απώτερο στόχο την απόφανση περί της κάλυψης ή όχι της διενεργηθείσας έρευνας από δικαστική απόφαση. Εκείνο που επιτρέπεται λοιπόν και το οποίο θα πράξει το παρόν Δικαστήριο είναι να εξετάσει κατά πόσον η επίδικη έρευνα διεξήχθη στη βάση δικαστικού εντάλματος το οποίο εξουσιοδοτούσε την είσοδο και έρευνα στο επίδικο τεμάχιο βάσει του Συντάγματος και του Νόμου. (v) Αποτέλεσε κοινό τόπο ότι το ακίνητο στο οποίο διενεργήθηκε η επίδικη έρευνα από την Αστυνομία αποτελεί τουρκοκυπριακή περιουσία στην οποία ο Κατηγορούμενος 1, χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση οποιασδήποτε έγκρισης από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, εισήλθε και έλαβε κατοχή και στη συνέχεια, αφού ισοπέδωσε το ακίνητο ανήγειρε υποστατικά και τοποθέτησε σ' αυτό φορτηγά και ένα τροχόσπιτο. Προέκυψε δε από τη μη αμφισβητηθείσα μαρτυρία που προσκομίσθηκε από την πλευρά του Κατηγορουμένου 1 ότι στο εν λόγω τροχόσπιτο ο Κατηγορούμενος 1 διαμένει κάποιες φορές, ενώ ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος είναι φίλος του, διαμένει σ΄ αυτό μόνιμα. H εισήγηση της κας Χατζηαθανασίου ότι λόγω της παράνομης κατοχής και χρήσης του τεμαχίου δεν είναι δυνατό να γίνεται επίκληση της συνταγματικής προστασίας του απαραβιάστου της κατοικίας άπτεται του θέματος της τυπικής ισχύος των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Είναι δε γνωστή η αρχή ότι έχουν αυξημένη τυπική ισχύ και δεν είναι δυνατό να καταργηθούν από νόμο ή κανονισμό ή άλλη διοικητική απόφαση, αλλά οριοθετούν το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου υποχρεούνται να δρουν όλα τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας διότι ακριβώς θέτουν τους βασικούς κανόνες όλως των τομέων του δικαίου μεταξύ των οποίων και του αστικού και του ποινικού. Η εισήγηση της κας Χατζηαθανασίου ουσιαστικά ισοδυναμεί με αποδοχή της θέσης ότι οποτεδήποτε διαπιστώνεται είτε αστικά (π.χ. μισθωτής με ληγμένη σύμβαση) είτε ποινικά (π.χ. κάτοχος χωρίς τελική έγκριση) ότι κάποιος πολίτης κατέχει παράνομα κάποιαν κατοικία τότε η κατοικία του δεν είναι απαραβίαστη και η Αστυνομία δύναται όποτε επιθυμεί, χωρίς ένταλμα, να διεξάγει έρευνα. Πρόκειται για θέση η οποία δεν βρίσκει έρεισμα στους βασικούς κανόνες του συνταγματικού δικαίου και δεν την αποδεχόμαστε, λαμβάνοντας υπ΄ όψιν ότι το Σύνταγμα προστατεύει γενικά την κατοικία χωρίς περαιτέρω προϋποθέσεις. Σε συμφωνία με τα όσα εισηγήθηκαν οι συνήγοροι του Κατηγορουμένου 1 λέμε ότι η παράνομη κατοχή και χρήση του τεμαχίου από τον Κατηγορούμενο 1 δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Εκείνο που έχει σημασία είναι η κατοχή και χρήση του εν λόγω τεμαχίου τόσο από τον Κατηγορούμενο 1 όσο και από τον Κατηγορούμενο 2 και ως κατοικίας. Ενόψει λοιπόν αυτής της κατοχής και χρήσης του επίδικου τεμαχίου από τους Κατηγορούμενους 1 και 2 αυτοί νομιμοποιούνταν, ένεκα της διενεργηθείσας από την Αστυνομία έρευνας στο τεμάχιο, να επικαλεστούν ενώπιον μας παραβίαση συνταγματικών τους δικαιωμάτων που αφορούν στην απόλαυση της ιδιωτικής τους ζωής και το απαραβίαστο της οικίας. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω κρίνουμε σκόπιμο να θέσουμε στο παρόν στάδιο το ορθό πλαίσιο εξέτασης που συνιστά το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Η βασική θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι ενώ το υπό εξέταση ένταλμα έρευνας εξουσιοδοτούσε τη διεξαγωγή έρευνας στην οδό Θεόφιλου Γεωργιάδη, η έρευνα διεξήχθη στην οδό Βιοτεχνίας 28, δηλαδή σε άλλη και όχι στην αναγραφόμενη στο ένταλμα διεύθυνση. Με δεδομένη τη διεύθυνση που αναγράφεται στο υπό αναφορά ένταλμα έρευνας, το βασικό ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι κατά πόσον η έρευνα που διενεργήθη στον χώρο αυτό και στα υποστατικά που ευρίσκοντο εντός αυτού καλύπτετο από το εκδοθέν ένταλμα έρευνας το οποίο εξουσιοδοτούσε έρευνα «στην οικία και υποστατικά που διαμένει άγνωστο πρόσωπο στην οδό Θεόφιλου Γεωργιάδη στη Βιομηχανική περιοχή Λακατάμιας». Συναφές με το βασικό ερώτημα που χρήζει απάντησης στην προκειμένη περίπτωση είναι και το κατά πόσο το υπό εξέταση ένταλμα έρευνας εξουσιοδοτούσε έρευνα σε εντελώς διαφορετικό χώρο από εκείνο στον οποίο η Αστυνομία διενήργησε την έρευνα της. Είναι αυτονόητο ότι εάν ένα ένταλμα εξουσιοδοτεί τη διενέργεια έρευνας στην «Α» διεύθυνση, τότε η διενέργεια έρευνας στη «Β» διεύθυνση δεν καλύπτεται από την εξουσιοδότηση που παρέχει το ένταλμα έρευνας με άμεση συνέπεια η μαρτυρία που προήλθε από τέτοια έρευνα να είναι παρανόμως ληφθείσα και να μην μπορεί, επομένως, να γίνει δεκτή ενώπιον του Δικαστηρίου. Το κατά πόσο εγείρεται στην προκειμένη περίπτωση ζήτημα «λανθασμένης διεύθυνσης» υπό την έννοια που έχει αναλυθεί σε σχετική νομολογία θα εξεταστεί υπό το φως των σχετικών γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Στο κατάλληλο στάδιο θα αναφερθούμε συγκεκριμένα σε σχετικές επί του θέματος αποφάσεις. Στο σημείο αυτό θα ήταν πιστεύουμε χρήσιμο να επισημάνουμε ότι πλείστες των αποφάσεων της Καναδικής Νομολογίας στις οποίες έγινε αναφορά, κυρίως από πλευράς των συνηγόρων του Κατηγορουμένου 1, αφορούσαν ξεκάθαρα περιπτώσεις όπου η έρευνα της Αστυνομίας είχε διενεργηθεί σε διεύθυνση άλλη απ΄ εκείνη την οποία εξουσιοδοτούσε το εκδοθέν ένταλμα έρευνας υπό την έννοια - και το υπογραμμίζουμε αυτό - ότι αφορούσε εντελώς διαφορετικό χώρο ή τόπο. Τέτοια λοιπόν ήταν η περίπτωση στην υπόθεση R. v. Suetta
(1984)Can LII 187 (SKQB) όπου ενώ το ένταλμα έρευνας εξουσιοδοτούσε τη διενέργεια έρευνας στη διεύθυνση «466-7th Street East, Prince Albert» - η οποία ήταν η διεύθυνση που είχε προηγουμένως ο Κατηγορούμενος - η έρευνα διενεργήθηκε στη διεύθυνση «705-5th Street East, Prince Albert» (η οποία ήταν η ορθή διεύθυνση του Κατηγορουμένου). Επρόκειτο σαφώς για διενέργεια έρευνας σε τόπο διαφορετικό από εκείνο που καθόριζε το ένταλμα έρευνας. Παρομοίως στην υπόθεση R. Adams
(2004)Can LII 12093 ενώ το ένταλμα έρευνας εξεδόθη για διενέργεια έρευνας στην οδό «1 Pearl Place, Reidville, Newfoundland and Labrador», η Αστυνομία εκτέλεσε το ένταλμα στην οδό «1 Pearl Lane Reidville », η οποία αφορούσε και πάλι διαφορετικό τόπο από εκείνο για τον οποίο υπήρχε η εξουσιοδότηση. Το ίδιο συνέβη και στην υπόθεση R. v. Silvestrone
(1991)Can LII 5759 (BC CA) όπου το εκδοθέν ένταλμα έρευνας εξουσιοδοτούσε έρευνα στην οικία που ευρίσκετο στη διεύθυνση «217 East 21st Avenue» και η Αστυνομία ερεύνησε την οικία στην οδό «215 East 21st Avenue». Επρόκειτο και εδώ για διενέργεια έρευνας σε διαφορετικό τόπο. Τέτοια περίπτωση ήταν επίσης και εκείνη η οποία αναφέρεται στην υπόθεση R v. Liug
(2009)BCCA 70 όπου ενώ το ένταλμα έρευνας εξουσιοδοτούσε τη διεξαγωγή έρευνας περιουσίας του Κατηγορουμένου η οποία ευρισκόταν σε συγκεκριμένη διεύθυνση - «164 1st Avenue Christina Lake, British Columbia» - η έρευνα διεξήχθη σε τεμάχιο κρατικής γης που γειτνίαζε ή εφάπτετο με την περιουσία του Κατηγορουμένου, ήτοι σε άλλο χώρο από εκείνον που ορίζετο στο ένταλμα έρευνας. Όσον αφορά την Κυπριακή υπόθεση Norster (ανωτέρω) θα πρέπει να παρατηρήσουμε εν πρώτοις ότι αυτή στην πραγματικότητα δεν κρίθηκε επί του θέματος του εντάλματος και τα λεχθέντα γι' αυτό το ζήτημα δεν αποτελούν τη ratio της απόφασης. Μάλιστα το Εφετείο έκρινε πως δεν ήταν αναγκαίο να εξετάσει το θέμα αυτό, πλην όμως per curiam προχώρησε να εκφράσει κάποιες απόψεις για το πώς θα έβλεπε το θέμα για σκοπούς του ενδεχομένου επανεκδίκασης για κάποιες κατηγορίες. Παρά ταύτα τα όσα έχουν λεχθεί είναι υποβοηθητικά στην εξέταση της υπό κρίσιν περίπτωσης. Στην υπόθεση Norster το ένταλμα έρευνας αναφερόταν, «στην οικία και υποστατικά του Ζαχαρία Καλλή στην οδό Ραφαήλ Σάντη 47 Τσιακκιλερό καθώς επίσης και σε γκαράζ που βρίσκεται απέναντι από την οικία του σε ανοικτό χώρο». Στην πραγματικότητα το εν λόγω γκαράζ δεν ευρισκόταν απέναντι από την αναφερόμενη οικία αλλά δίπλα από αυτή και μάλιστα σε διαφορετική διεύθυνση, ήτοι στην οδό Γιαλούσας και όχι στην οδό Ραφαήλ Σάντη. Στην απέναντι πλευρά της οικίας ευρίσκονταν οικίες άλλων ατόμων. Βασικά η οικία είχε πρόσοψη στην οδό Σάντη και στα αριστερά της (οικίας) εφάπτετο πεζόδρομος που άρχιζε από την οδό Σάντη και προχωρούσε προς την οδό Γιαλούσας στην κατάληξη του οποίου ευρίσκετο το γκαράζ, δηλαδή επί της οδού Γιαλούσας στο ύψος της κουζίνας της οικίας Καλλή. Το διαφοροποιητικό και ιδιαιτέρως σημαντικό στοιχείο είναι λοιπόν πως στη Norster το ίδιο το Κακουργιοδικείο έχοντας ενώπιον του τη μαρτυρία και προβαίνοντας στην επιτρεπτή προαναφερθείσα διεργασία κατέληξε σε εύρημα ότι ο όρος «απέναντι» που χρησιμοποιήθηκε στο ένταλμα ήταν ατυχής και λανθασμένος καθότι, η περιγραφή του χώρου κατεδείκνυε ότι το γκαράζ δεν ήταν απέναντι από την οικία Καλλή, αλλά δίπλα απ΄ αυτήν, ενώ ο όρος «απέναντι», παρέπεμπε στην απέναντι πλευρά της οδού Σάντη όπου όμως ευρίσκοντο οικίες άλλων ατόμων. Ήταν ακριβώς στη βάση αυτού του υποβάθρου που το Ανώτατο Δικαστήριο εξέφρασε την άποψη ότι, με δεδομένη τη διαπίστωση του Κακουργιοδικείου ότι το εν λόγω γκαράζ δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι βρίσκεται απέναντι από την οικία Καλλή, θα έβλεπε δύσκολη την παράλληλη κατάληξη ότι η έρευνα ήταν στα πλαίσια του εντάλματος. Όπως τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Και στην προκείμενη περίπτωση, μπορεί να μην είχε άλλο γκαράζ υπ΄ όψη της η Αστυνομία παρά το ίδιο το εν λόγω γκαράζ, όμως η περιγραφή του στο ένταλμα ήταν περιγραφή άλλου γκαράζ, αφού μάλιστα αυτό ευρίσκετο στην οδό Γιαλούσας και όχι στην οδό Ραφαήλ Σάντη στην οποία το ένταλμα ανεφέρετο ως την οδό στην οποία ευρίσκετο η οικία του Καλλή και «απέναντι» από την οποία, προφανώς στην ίδια οδό, ευρίσκετο το γκαράζ στο οποίο ανεφέρετο το ένταλμα. Να υπομνήσουμε τη διαπίστωση του Κακουργιοδικείου ότι: «Ο όρος «απέναντι» από μόνος του παραπέμπει στην απέναντι πλευρά της Ραφαήλ Σάντη όπου βρίσκονται οικίες άλλων ατόμων. Δεν υιοθετούμε τον ισχυρισμό της Κατηγορούσας Αρχής ότι το γκαράζ μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκεται απέναντι από την οικία αφού βρίσκεται απέναντι από την κουζίνα της.» Παρατηρούμε λοιπόν ότι και σ΄ εκείνη την περίπτωση η Αστυνομία έλαβε εξουσιοδότηση για έρευνα απέναντι από οικία ενώ η έρευνα έγινε δίπλα από οικία, άρα σε διαφορετικό χώρο από αυτόν που είχε εγκρίνει ο εκδώσας το ένταλμα Δικαστής. Μάλιστα το Ανώτατο, αναφερόμενο στο γεγονός ότι το Κακουργιοδικείο είχε θεωρήσει ότι η λανθασμένη περιγραφή δεν είχε δημιουργήσει παραπλάνηση αφού υπήρχαν άλλα στοιχεία στον όρκο και στο ένταλμα που προσδιόριζαν επαρκώς το εν λόγω γκαράζ και συγκεκριμένα ότι αυτό ανήκε και χρησιμοποιείτο από τον Καλλή και την οικογένεια του, επεσήμανε ότι κάτι τέτοιο, αν και αναφερόταν στον όρκο, δεν αναφερόταν στο ίδιο το ένταλμα. Σημειώνουμε ότι στη Norster έγινε αναφορά στην αγγλική υπόθεση R. v. Atkinson
(1976)Crim. L.R.
- Εκεί ο Εφεσείων κατοικούσε στο διαμέρισμα 30 το οποίο, όμως, δεν έφερε αριθμό και η Αστυνομία υπέθεσε ότι ήταν το διαμέρισμα 45 εφόσον ήταν δίπλα από το διαμέρισμα
- Το ένταλμα ακολούθως εξεδόθη για το διαμέρισμα
- Το Εφετείο έκρινε ότι το ένταλμα αναφερόμενο στο διαμέρισμα 45 δεν μπορούσε να εκάλυπτε το διαμέρισμα 30, παρατηρώντας ότι δεν επρόκειτο για λανθασμένη ή κακή περιγραφή αλλά για περιγραφή άλλου χώρου. Και τούτο παρά το γεγονός ότι η Αστυνομία εννοούσε το ένταλμα ως προς τον συγκεκριμένο χώρο που είχε υπ΄ όψιν της ότι κατοικούσε ο Εφεσείων. Αυτό έγινε επειδή η περιγραφή του χώρου στο ένταλμα ήταν περιγραφή άλλου χώρου και όχι λανθασμένη ή κακή περιγραφή. Οι συνήγοροι Υπεράσπισης εισηγούνται βασικά ότι κάτι ανάλογο με τη Norster συνέβη και στην παρούσα περίπτωση, επειδή ο Δικαστής ενέκρινε έρευνα στην οδό Γεωργιάδη και η Αστυνομία ερεύνησε στην οδό Βιοτεχνίας. Είναι προφανές δηλαδή ότι οι συνήγοροι ισχυρίζονται ότι στο ένταλμα αναγράφεται άλλη οδός από αυτήν στην οποίαν διεξήχθη η έρευνα. Συνεπώς όσον αφορά το ερώτημα που μας απασχολεί στην παρούσα υπόθεση λέμε ότι η εξέταση του κατά πόσο η διεύθυνση Θεόφιλου Γεωργιάδη που αναγράφετο στο εκδοθέν ένταλμα έρευνας εντάσσεται στην κατηγορία της λανθασμένης διεύθυνσης υπό την έννοια ότι αφορά άλλο χώρο και τόπο από τη διεύθυνση Βιοτεχνίας θα πρέπει να γίνει υπό το φως των σχετικών γεγονότων και δεδομένων που περιβάλλουν την υπό κρίση περίπτωση. Με άλλα λόγια δεν είναι αρκετό να καταδειχθεί μόνο η ύπαρξη διαφοράς στο όνομα της διεύθυνσης που αναφερόταν στο εκδοθέν ένταλμα έρευνας με εκείνο της διεύθυνσης στην οποία το εν λόγω ένταλμα εκτελέστηκε. Το κριτήριο είναι ουσιαστικό και συναρτάται με τα σχετικά της περίπτωσης γεγονότα. Αυτό δε, θα πρέπει να τύχει εφαρμογής επί των αδιαμφισβήτητων γεγονότων της υπόθεσης που αφορούν τη μετονομασία της οδού Θεόφιλου Γεωργιάδη σε Βιοτεχνίας αλλά και της εξακολούθησης της χρήσης της παλαιάς ονομασίας (Θεόφιλου Γεωργιάδη) τόσο από ενοίκους των οποίων τα υποστατικά ήταν στην εν λόγω οδό όσο και από τις αρμόδιες αρχές και συγκεκριμένα τις ταχυδρομικές υπηρεσίες σε ό,τι αφορά την παράδοση της αλληλογραφίας αλλά και του ιδίου του Δήμου Λακατάμειας ο οποίος εξακολούθησε να αποστέλλει λογαριασμό υδατοπρομήθειας με αναγραφόμενη διεύθυνση την οδό Θεόφιλου Γεωργιάδη. Και τούτο ένεκα της παράλειψης του αρμοδίου Δήμου να προβεί στην ενημέρωση όλων των ενδιαφερομένων αναφορικά με αυτήν τη μετονομασία. Στο τέλος της ημέρας εκείνο που πρέπει να απαντηθεί είναι το κατά πόσο, υπό τις ιδιάζουσες περιστάσεις της παρούσας περίπτωσης, όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω, η διεύθυνση του δρόμου που περνούσε από το επίδικο ακίνητο θεωρείτο στην πράξη και για σκοπούς αλληλογραφίας, ανεξαρτήτως της επίσημης μετονομασίας που έγινε στο μεταξύ, ότι ήταν η Θεόφιλου Γεωργιάδη. Αν η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι καταφατική τότε ουδεμία σημασία θα έχει το γεγονός της μετονομασίας της οδού αυτής σε Βιοτεχνίας και, κατ' επέκταση, η εξουσιοδότηση που παρείχε το εκδοθέν ένταλμα έρευνας για έρευνα στην οδό Θεόφιλου Γεωργιάδη θα πρέπει να κριθεί ότι κάλυπτε τον χώρο όπου έγινε η σχετική έρευνα στο επίδικο ακίνητο έστω και αν αυτό, επισήμως για τους σκοπούς των αρχείων του Δήμου Λακατάμειας, είχε πλέον νέα διεύθυνση. Στην ουσία εκείνο το οποίο προέκυψε ήταν ότι λειτουργοί του Δήμου Λακατάμειας τον Οκτώβριο του 2007 προέβησαν σε μετονομασία της παλαιάς οδού Θεόφιλου Γεωργιάδη στο τμήμα εκείνο του δρόμου που, μεταξύ άλλων, περνούσε και από το επίδικο τεμάχιο χωρίς όμως παράλληλα ή έστω αργότερα να ενημερώσουν οποιονδήποτε. Ουσιαστικά λοιπόν λήφθηκε κάποια εσωτερική απόφαση από λειτουργό ή υπηρεσία του Δήμου για μετονομασία της οδού, χωρίς όμως αυτή να κοινοποιηθεί δεόντως προς οποιονδήποτε, είτε αυτός ήταν άλλη υπηρεσία είτε ήταν ένοικος της περιοχής (εκτός από τους δύο στην αρχή της οδού οι οποίοι άρχισαν να αλληλογραφούν κατά το 2014). Εξαιτίας αυτής της παράλειψης είναι προφανές πως η αποκαλούμενη «αλλαγή» κατ΄ ακρίβειαν δεν υλοποιήθηκε εν τοις πράγμασι αλλά μόνον τύποις. Δεν θα ήταν υπερβολή να λεχθεί ότι την αλλαγή και μετονομασία αυτή τελικά τη γνώριζαν κατά τον επίδικο χρόνο (4.9.14) μόνον κάποιος ή κάποιοι λειτουργοί του Δήμου και κανένας άλλος, εξ όσων έχει προκύψει από τη μαρτυρία. Οι δε κάτοχοι των υποστατικών στην αρχή της παλαιάς οδού Γεωργιάδη έλαβαν ως διεύθυνση την οδό Βιοτεχνίας πολύ αργότερα από το 2007 όταν ανεγέρθηκαν και άρχισαν να λειτουργούν, δηλαδή κατά το
- Αυτό στην πραγματικότητα είχε ως αποτέλεσμα μόνο ένα μικρό κομμάτι της οδού (το αρχικό) να λειτουργεί ως Βιοτεχνίας από το 2014, ενώ το υπόλοιπο, δηλαδή το μεγαλύτερο τμήμα της, μέχρι και τις 4.9.14 ως Γεωργιάδη. Πολύ σημαντικό κατά την άποψή μας και επιβεβαιωτικό των πιο πάνω είναι το ότι ο αριθμός για το επίδικο τεμάχιο δόθηκε μόνο μέσα στα πλαίσια της αίτησης από την αδελφή για εξασφάλιση της διεύθυνσης. Ήταν σαφής η μαρτυρία που προήλθε από τη Μ.Κ.6 ότι από τον Οκτώβριο του 2007 και παρά την απόφαση αλλαγής, ήτοι τη μετονομασία της οδού, αριθμός δεν είχε δοθεί κατ' εκείνο το στάδιο. Θέμα καθορισμού αριθμού θα τίθετο αν και εφόσον εζητείτο και αυτό θα γινόταν αναλόγως των περιστάσεων, δηλαδή λαμβανομένης υπόψιν και της ανάπτυξης που θα είχε γίνει στην περιοχή. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων και περιστάσεων της υπό εξέταση περίπτωσης φρονούμε ότι αυτή δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις που η νομολογία ταξινομεί ή χαρακτηρίζει ως περιπτώσεις λανθασμένης διεύθυνσης υπό την έννοια διαφορετικού χώρου. Θεωρούμε ότι η παράθεση των μη αμφισβητουμένων γεγονότων έχει καταστήσει σαφές ότι δεν υπήρξε θέμα διαφορετικής ή λανθασμένης διεύθυνσης στην οποία διενεργήθηκε η έρευνα σε σχέση με εκείνη που εξουσιοδοτούσε το ένταλμα έρευνας αλλά επρόκειτο για απλή μετονομασία του ιδίου δρόμου που περνούσε από το επίδικο τεμάχιο. Και είναι πιστεύουμε σημαντικό να επισημάνουμε ότι η νέα διεύθυνση του δρόμου, η Βιοτεχνίας, βασικά ήρθε στην επιφάνεια για πρώτη φορά και δόθηκε μάλιστα και σχετική βεβαίωση από τον Δήμο Λακατάμειας όταν τον Οκτώβριο του 2014 αποτάθηκε κάποια κα Στάλω εκ μέρους του Κατηγορουμένου 1 για τον σκοπό αυτό και ζήτησε ειδικά την εξασφάλιση τέτοιας βεβαίωσης αναφορικά με τη διεύθυνση του επίδικου τεμαχίου. Τα όσα αναφέρθηκαν στην παρούσα υπόθεση αναφορικά με το ότι η Αστυνομία γνώριζε τον ακριβή χώρο όπου θα διενεργείτο η έρευνα και ότι το ένταλμα έτυχε εκτέλεσης από πρόσωπο το οποίο είχε αποταθεί υποβάλλοντας σχετική ένορκη δήλωση για την έκδοση του και το οποίο γνώριζε τον χώρο της σκοπούμενης έρευνας, δεν νομίζουμε ότι έχουν οποιαδήποτε σημασία εφόσον η κατάληξη μας είναι ότι στην προκειμένη περίπτωση το ένταλμα έρευνας εξουσιοδοτούσε έρευνα στον χώρο στον οποίο πράγματι η Αστυνομία διενήργησε την έρευνα της. Αυτά τα δεδομένα ενδεχομένως να είχαν σημασία και θα έπρεπε να συνεκτιμηθούν αν υπήρχε θέμα λανθασμένης διεύθυνσης στο ένταλμα, υπό την έννοια άλλου χώρου. Όπως έχει ήδη σημειωθεί πιο πριν στη Norster (ανωτέρω) έχει υποστηριχθεί ότι εκεί όπου το ένταλμα έρευνας περιγράφει ένα χώρο διαφορετικό απ΄ εκείνο που έχει ερευνηθεί ουδεμία σημασία έχει το τι είχε υπ' όψιν της η Αστυνομία και αν εννοούσε το εν λόγω ένταλμα έρευνας ως προς τον συγκεκριμένο χώρο που ερευνήθηκε. Με άλλα λόγια το ότι δεν υπήρχε ενδεχόμενο παραπλάνησης της Αστυνομίας από το γεγονός της αναγραφής στο ένταλμα έρευνας ενός διαφορετικού - απ' εκείνο που ερευνήθηκε - χώρου, δεν οδηγεί στην κατάληξη ότι η διενεργηθείσα έρευνα καλύπτετο από το εν λόγω ένταλμα έρευνας. Θα μπορούσε όμως στο σημείο αυτό να γίνει ειρήσθω εν παρόδω αναφορά στη διαφορετική επί του πιο πάνω θέματος προσέγγιση που εντοπίζεται σε σχετική Αμερικανική νομολογία[6] όπου σε περιπτώσεις αναγραφής στο ένταλμα έρευνας λανθασμένης διεύθυνσης το Δικαστήριο εξετάζει μέσα στα πλαίσια του λεγόμενου «sufficiency test» κατά πόσο υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης υπήρχε λογική πιθανότητα να ερευνηθεί άλλος χώρος. Στα πλαίσια δε εξέτασης αυτού του ενδεχομένου λαμβάνονται υπ' όψιν διάφοροι παράγοντες όπως, μεταξύ άλλων, το κατά πόσο υπήρχε παρακολούθηση του χώρου πριν αυτός ερευνηθεί ή αν το ένταλμα έρευνας εκτελέσθηκε από πρόσωπο το οποίο συμμετείχε στην αίτηση για την έκδοση του και ο οποίος γνώριζε προσωπικά το χώρο στον οποίο σκοπείτο η διενέργεια έρευνας. Κατ' ακολουθίαν όλων των πιο πάνω κρίνουμε ότι υπήρχε εξουσιοδότηση για την έρευνα του επίδικου τεμαχίου στη βάση του εκδοθέντος εντάλματος έρευνας. Ως εκ τούτου η ένσταση της Υπεράσπισης απορρίπτεται και επιτρέπεται η παρουσίαση του φυτού κάνναβης ως Τεκμηρίου. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ C:my documents/assize/endiames apofasis [1] Δέστε Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186, 216, Δημοκρατίας ν. Κυπριανίδη
(1994)2 Α.Α.Δ. 37, 47, Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R. 33, 36, Al-Hamad ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, 128, Merthodja ν. Police
(1987)2 C.L.R. 277, Γιαννίδης v. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 143. [2] Δέστε Tinker Paul Michael v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2006)2 Α.Α.Δ. 411. [3] Δέστε R (Redknapp) v. Commissioner of the City of London Police
(2008)EWHC 1177 (Admin). [4] Δέστε Bhatti v. Commissioner of Police of the Metropolis
(2010)EWHC 522 (Admin). [5] Βλέπε Σιακαλλής (Αρ. 1)
(2001)1 Α.Α.Δ. 282, Χαμάλη ν. Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου
(2010)2 Α.Α.Δ. 329. [6] Δέστε US v. Turner No.85-5025 770 F.2d 1508 (9th Circuit, 1985) και US v. Burke No. 85-8515 784 F.2d 1090 (11th Circuit, 1986). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο