Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Θάλεια ΧΑΤΖΙΗΣΤΥΛΛΗ, Αρ. Υπόθεσης: 31893/12, 29/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 31893/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Θάλεια ΧΑΤΖΙΗΣΤΥΛΛΗ Κατηγορουμένης ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29 Ιανουαρίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Ναθαναήλ Για την Κατηγορούμενη: κ. Ε. Χειμώνας Κατηγορούμενη παρούσα. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην κατηγορούμενη αποδίδονται τρεις κατηγορίες, αυτές της ανησυχίας, κοινής επίθεσης και της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό την διάπραξη ποινικού αδικήματος. Ειδικότερα αποδίδεται σε αυτή ότι στις 27.8.12 σε δημόσιο χώρο δηλαδή σε εστιατόριο στη οδό Χρυσάνθου Μυλωνά χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε θόρυβο και ταραχή με τέτοιο τρόπο που ενδέχετο να προκαλέσει διασάλευση της ειρήνης, ότι παράνομα επιτέθηκε εναντίον της ΚωνσταΚωνσταντίας Μαυρομμάτη Παντίσκου και ότι εισήλθε νόμιμα εντός του εστιατορίου αλλά παρέμεινε εκεί με σκοπό να ενοχλήσει. Η κατηγορούμενη δεν παραδέχτηκε ενοχή και προς απόδειξη της υπόθεσης της η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε τέσσερεις μάρτυρες κατηγορίας και συγκεκριμένα, τον εξεταστή της υπόθεσης Αστυφύλακα 2483 Σ. Πιερή (Μ.Κ.1), τους παραπονούμενους Κωνσταντία Παντίσκου (Μ.Κ.2) και Θωμά Παντίσκο (Μ.Κ.3) και τον Άγγελο Χριστοφή (Μ.Κ.4). Κατά την ακροαματική διαδικασία πέραν της προφορικής μαρτυρίας των εν λόγω μαρτύρων κατατέθηκε στο Δικαστήριο αριθμός τεκμηρίων. Ο Μ.Κ.1 εξεταστής της υπόθεσης δεν ήταν παρών στο επεισόδιο, η κατάθεση του στο Δικαστήριο περιορίστηκε στις ενέργειες του ως εξεταστής της υπόθεσης. Κατέγραψε το παράπονο της Μ.Κ.2 προς την οποία έδωσε ιατρικό έντυπο για να επισκεφθεί τις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας για εξέταση, μετέπειτα έλαβε τα γραπτά παράπονα-καταθέσεις των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 εναντίον της κατηγορούμενης, στις 23.9.12 κατηγόρησε την κατηγορούμενη και στις 24.9.12 κατηγόρησε τον Μ.Κ.3 μετά από παράπονο που υπέβαλε εναντίον του η κατηγορουμένη. Του υπεβλήθη έντονα ότι σε ημερομηνία μεταγενέστερη της ημερομηνίας που έδωσε κατάθεση η κατηγορούμενη προσπάθησε πολλές φορές να πείσει την κατηγορούμενη να αποσύρει το παράπονο που η ίδια υπέβαλε εναντίον του Μ.Κ.3 Θωμά Παντίσκου το οποίο σημειώνω αποτέλεσε αντικείμενο άλλης δικαστικής διαδικασίας και ειδικότερα ότι προσπαθούσε να πείσει την εδώ κατηγορουμένη να διευθετηθεί η υπόθεση στην οποία η ίδια ήταν παραπονούμενη αλλά και η παρούσα υπόθεση στην οποία είναι κατηγορούμενη με την διαγραφή οποιασδήποτε οικονομικής εκκρεμότητας που τυχόν υπήρχε από πλευράς των Κωνσταντίας και Θωμά Παντίσκου προς τον πατέρα της κατηγορούμενης και την απόσυρση των ποινικών υποθέσεων, θέσεις με τις οποίες δεν συμφώνησε ο μάρτυρας και είπε ότι μπορεί να συζητήθηκε το θέμα συνολικής διευθέτησης όλων των διαφορών των εμπλεκομένων αλλά αρνήθηκε ότι προσπάθησε ο ίδιος να συμβάλλει προς οποιαδήποτε κατεύθυνση ή να πάρει το μέρος οποιασδήποτε από τις δύο πλευρές. Η Μ.Κ.2, η ουσιαστική παραπονούμενη της παρούσας υπόθεσης έδωσε την εκδοχή της για το πως εξελίχθηκε το επεισόδιο για το οποίο υπέβαλε στην Αστυνομία καταγγελία-παράπονο εναντίον της κατηγορουμένης. Συγκεκριμένα ήταν η θέση της ότι στις 27.8.12 η ίδια εργαζόταν στο περίπτερο που διατηρεί ο σύζυγος της στην οδό Χρυσάνθου Μυλωνά 1 στην Έγκωμη. Ο σύζυγος της βρισκόταν στο μέσα μέρος του περιπτέρου που είναι το εστιατόριο και η κουζίνα. Περί ώρα 9.00 το βράδυ μία άγνωστη γυναίκα την οποία αναγνώρισε ως την κατηγορουμένη μπήκε στο περίπτερο, πήγε στο ταμείο που η ίδια βρισκόταν και της ανέφερε με έντονο ύφος ότι είναι η κόρη του ιδιοκτήτη του κέντρου Καραπατέας και ζητούσε πληρωμή για το υπόλοιπο που χρωστούν από το γάμο της, απαιτούσε να της δώσουν τα χρήματα αναφέροντας ότι διαφορετικά δεν ξέρουν με ποιο έχουν να κάμουν. Ο τρόπος της ήταν έντονος, φώναζε και προκαλούσε ανησυχία στο μαγαζί. Η ίδια κάλεσε τον σύζυγο της όπου συνομίλησε μαζί της και της είπε να φύγει, ο σύζυγος της μπήκε στο μαγειρείο, τον ακολούθησε η κατηγορούμενη χωρίς να έχει την συγκατάθεση τους να βρίσκεται εκεί και η ίδια ακολούθησε την κατηγορούμενη και της είπε να φύγει εφόσον η ισχυριζόμενη εκκρεμότητα μεταξύ τους βρίσκεται στους δικηγόρους. Τότε η κατηγορούμενη χρησιμοποιώντας το δεξί χέρι της έσπρωξε την παραπονούμενη στο στήθος η οποία μετακινήθηκε προς τα πίσω και παραλίγο να πέσει στο έδαφος. Επειδή ήταν έγκυος και φοβήθηκε για την υγεία του μωρού ταράχτηκε και κάθισε σε μια καρέκλα για να ηρεμίσει. Η κατηγορούμενη πήγε πιο μέσα και μιλούσε με τον σύζυγο της ο οποίος επίσης την κάλεσε να φύγει, αρνήθηκε και συνέχισε να φωνάζει και να απειλεί. Μετά από 20 περίπου λεπτά έφυγε και η ίδια με τον σύζυγο της πήγαν πρώτα στην Αστυνομία και ακολούθως στο Νοσοκομείο. Αρνήθηκε ότι είχε η ίδια και ή ο σύζυγος της αφήσει οποιαδήποτε οικονομική εκκρεμότητα στο Κέντρο Καραπατέας όπου τέλεσαν την δεξίωση του γάμου τους όπως και τις υποβολές ότι η κατηγορούμενη μετέβηκε την επίδικη μέρα στο περίπτερο μετά από συνεννόηση με τον σύζυγο της για να πάρει το υπόλοιπο που της χρωστούσαν, ότι ήταν ήρεμη και ευγενική και ότι ήταν η ίδια που ζήτησε να μιλήσουν ιδιαιτέρως επειδή υπήρχε κόσμος στο μαγαζί. Αρνήθηκε επίσης τις υποβολές ότι ο σύζυγος της, της φώναζε και την απειλούσε όπως και τις υποβολές ότι ουδέποτε η κατηγορούμενη την ακούμπησε ή την κτύπησε και ότι όλα αυτά αποτελούσαν κατασκεύασμα και δικαιολογία της ίδιας και του συζύγου της για να αποφύγουν την οικονομική τους εκκρεμότητα προς τον πατέρα της κατηγορούμενης. Ο Μ.Κ.3 Θωμά Παντίσκος είναι ο σύζυγος της Μ.Κ.
- Θέση του είναι 28.7.11 περί ώρα 9.00 το βράδυ ενώ ο ίδιος βρισκόταν στην κουζίνα του εστιατορίου τους και η σύζυγος του στο περίπτερο του φώναξε η σύζυγος του ότι έχει κάποιο πρόβλημα με κάποιο άτομο, πήγε κοντά και είδε μια κοπέλα την οποία αναγνώρισε ως την κατηγορουμένη η οποία φώναζε και απειλούσε και ζητούσε χρήματα που χρωστούσαν δήθεν στο κέντρο Καραπατέας. Ο ίδιος της είπε ότι δεν χρωστούν σε κανένα και της ζήτησε να φύγει και πήγε πίσω στην δουλειά του γιατί είχε πολύ κόσμο στο μαγαζί. Μετά από λίγο του φώναξε ξανά η σύζυγος του και του είπε ότι η κατηγορούμενη την έσπρωξε. Τότε ο ίδιος με αυστηρό ύφος είπε στην κατηγορούμενη να φύγει η οποία πήγε στην είσοδο του μαγαζιού συνέχισε να φωνάζει και να απειλεί ότι θα στείλουν κάποιο να του κάψουν το μαγαζί και έφυγε μετά από 20 περίπου λεπτά. Ο ίδιος τηλεφώνησε αμέσως στο Γιώργο Καραπατέα του εξήγησε τι έγινε και ο Καραπατέας του είπε ότι πιθανόν να ήταν η κόρη του και ότι αν έκαμε έτσι πράγμα, είναι πελλή. Κατά την αντεξέταση του αρνήθηκε ότι η κατηγορουμένη ήταν ευγενική, ότι ο ίδιος γνώριζε ότι η κατηγορούμενη θα πήγαινε γιατί είχε προς τούτο συνεννοηθεί με τον πατέρα της, επέμενε ότι η κατηγορούμενη φώναζε και απειλούσε και ισχυρίστηκε ότι στην αρχή την παρακάλεσε ευγενικά να φύγει μετά όμως που έγινε και το επεισόδιο που έσπρωξε την σύζυγο του της είπε αυστηρά και επιτακτικά να φύγει. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ψιθύρισε στο αυτί της κατηγορούμενης την φράση «Εσένα που εν σε κόψω έξω εν να σε γαμήσω θέλεις εν θέλεις» και ανέφερε ότι σε σχέση με την κατηγορία αυτή αθωώθηκε από το Δικαστήριο. Θέση του ήταν ότι ουδέποτε ο ίδιος άγγιξε την κατηγορούμενη ή ήταν απειλητικός προς εκείνη αντίθετα ήταν η ίδια που είχε απειλητικές και άγριες διαθέσεις. Επιβεβαίωσε τα όσα ισχυρίστηκαν ότι του ανέφερε ο πατέρας της κατηγορουμένης στο τηλέφωνο και ήταν η θέση του ότι ούτε ο ίδιος ούτε η σύζυγος του συνεννοήθηκαν με τον Άγγελο Χριστοφή για να ενισχύσει την υπόθεση τους. Ο Μ.Κ.4 Άγγελος Χριστοφή είναι πελάτης τόσο του περιπτέρου όσο και του εστιατορίου που διατηρεί το ζεύγος Παντίσκου. Την επίδικη μέρα καθόταν σε ένα τραπέζι και έτρωγε οπόταν γύρω στις 9.00 βράδυ είδε μια κοπέλα που αναγνώρισε ως την κατηγορουμένη να πλησιάζει το ταμείο να μιλά με την Κωνσταντία Παντίσκου και σε κάποια φάση την άκουσε να φωνάζει δυνατά στην Κωνσταντία και τον Θωμά ότι της χρωστούν χρήματα και να της τα δώσουν. Ο Θωμάς και η Κωνσταντία της είπαν επανειλημμένα να φύγει όμως εκείνη δεν έφευγε και συνέχιζε να φωνάζει. Σε κάποια στιγμή είδε τον Θωμά να πηγαίνει στην κουζίνα, την κατηγορούμενη να τον ακολουθά και από πίσω την Κωνσταντία προσπαθώντας να την σταματήσει. Είδε τότε την κατηγορούμενη να γυρίζει προς το μέρος της Κωνσταντίας και με το δεξί της χέρι να την σπρώχνει προς τα πίσω και παραλίγο η Κωνσταντία να πέσει στο έδαφος. Τότε ήρθε ο Θωμάς και είπε στην κοπέλα να φύγει η οποία εξακολουθούσε να φωνάζει και να απειλεί. Διευκρίνισε επίσης ότι την κατηγορούμενη δεν την είχε δει ποτέ προηγουμένως, το ζεύγος Παντίσκου τους γνωρίζει αφού είναι πελάτης τους εδώ και αρκετά χρόνια και για να δώσει κατάθεση στην Αστυνομία πέρασε αρκετός καιρός από το επεισόδιο συγκεκριμένα η κατάθεση του έχει ημερ. 1.10.12 γιατί τότε ευκαιρούσε να πάει στην Αστυνομία. Κατά την αντεξέταση του αρνήθηκε ότι συνεννοήθηκε με τους παραπονούμενους γι' αυτό και μεσολάβησε μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι την ημερομηνία της κατάθεσης του και απόδωσε την καθυστέρηση αυτή στις πολλές δουλειές που είχε, αρνήθηκε ότι έχει ιδιαίτερα φιλικές σχέσεις με τους παραπονούμενους γι' αυτό και συνεννοήθηκαν για το τι θα πουν και είπε ότι για να δώσει μαρτυρία για την παρούσα υπόθεση έλαβε κλήση από το Δικαστήριο και ο λόγος που δίδει την μαρτυρία του δεν είναι άλλος από το ότι δεν του άρεσε η συμπεριφορά της κατηγορούμενης ειδικά προς μια έγκυο γυναίκα. Σε ότι αφορά το επίδικο επεισόδιο επέμενε σε όσα ανέφερε κατά την κυρίως του εξέταση και την κατάθεση του αρνούμενος τις περί αντιθέτου υποβολές. Η κατηγορούμενη μετά που κλήθηκε σε απολογία με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 29.11.14 έδωσε ένορκη μαρτυρία, σε αυτή υιοθετεί τα όσα έχει αναφέρει στην κατάθεση της και κυρίως ότι ο εξεταστής της υπόθεσης Στέλιος Πιερής προσπάθησε έντονα να την πείσει να διαγράψει την οικονομική οφειλή των παραπονούμενων με αντάλλαγμα την απόσυρση των ποινικών υποθέσεων. Επέμενε ότι οι παραπονούμενοι άφησαν υπόλοιπο όταν τέλεσαν τον γάμο τους στο κέντρο του πατέρα της, ότι εκείνη την ημέρα η ώρα 7.00 μ.μ. και όχι 9.00 μ.μ. πήγε στο κέντρο μετά από συνεννόηση του πατέρα της με τον παραπονούμενο για να πάρει το υπόλοιπο των χρημάτων τους. Ήταν ευγενική όπως της επιτρέπει η ανατροφή της τονίζοντας ότι είναι δικηγόρος, γνωρίζει τους νόμους και τους κανονισμούς και εκτός του ότι η ανατροφή της δεν της επιτρέπει τέτοια συμπεριφορά ουδέποτε θα φώναζε ή απειλούσε σε ξένη περιουσία. Επέμενε μάλιστα ότι η ίδια από διακριτικότητα πρότεινε στο Θωμά Παντίσκο να συνομιλήσουν σε ιδιαίτερο μέρος για να μην τους ακούει ο κόσμος που ήταν παρών και ήταν αρκετά άτομα παρόντες. Αρνήθηκε ότι υπήρξε ερειστική ή απειλητική και ότι σε οποιοδήποτε χρονικό διάστημα επιτέθηκε στην παραπονούμενη Κωνσταντία Παντίστκου, αντίθετα ήταν η θέση της ότι ήταν η ίδια που δέχτηκε απειλές και από τους δύο παραπονούμενους και μάλιστα ο Θωμάς Παντίσκος της είπε στο αυτί την φράση που αναφέρεται πιο πάνω. Θέση της ήταν ότι ο Θωμάς Παντίσκος άσκησε και βία εναντίον της αφού την άρπαξε βίαια από το μπράτσο και την έσπρωξε στο δρόμο. Είπε ότι μόλις έφυγε από το περίπτερο τηλεφώνησε αμέσως του πατέρα της πολύ ταραγμένη, του είπε ότι θέλει να πάει στην Αστυνομία αυτός όμως της είπε να πάει σπίτι και να ηρεμίσει. Έτσι και έκαμε, ο πατέρας της δεν ήταν σπίτι η ίδια έπεσε να κοιμηθεί και την ξύπνησε ο πατέρας της μετά τα μεσάνυχτα και της ανάφερε ότι πριν του τηλεφώνησαν από τον Αστυνομικό Σταθμό του Αγίου Δομετίου ότι είχε καταγγελία εναντίον της ότι κτύπησε την Κωνσταντία Παντίσκου. Δεν πίστευε στα αυτιά της ότι έγινε αυτό. Να βρεθεί δηλαδή από παραπονούμενη, κατηγορούμενη. Επίσης ανέφερε ότι ο πατέρας της, της είπε ότι μόλις έφυγε από τα μαγαζί του Θ. Παντίσκου ότι αυτός του τηλεφώνησε και του είπε «ήρθε που' δαμέ η κόρη σου η σκατοπουτάνα» και άλλες υβρισίες που δεν θυμόταν. Ανέφερε επίσης στο Δικαστήριο ότι ο Άγγελος Χριστοφή είναι πολύ καλός φίλος του ζεύγους Παντίσκου και ότι βρήκε η ίδια φωτογραφία στο facebook ότι είναι μαζί κρατώντας μανιτάρια πράγμα που καταδεικνύει την πολύ στενή σχέση που έχουν. Αντεξεταζόμενη επέμενε στην εκδοχή της αναφέροντας ότι τίποτε από αυτά που αναφέρει το ζεύγος Παντίσκου δεν ισχύει, επέμενε ότι η ίδια είναι παραπονούμενη και θύμα και όχι κατηγορούμενη και επικαλέστηκε επανειλημμένα τον καλό της χαρακτήρα, την σωστή της ανατροφή και την νομική της κατάρτιση που δεν της επιτρέπουν αυτή την συμπεριφορά. Κατέστη σαφές κατά την διαδικασία ότι μεταξύ των διαδίκων εκκρεμούσε και άλλη υπόθεση στην οποία η εδώ κατηγορούμενη είναι παραπονούμενη και ο Μ.Κ.3 Θωμάς Παντίσκος κατηγορούμενος και πάλι σε σχέση με το ίδιο επεισόδιο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας: Η Νομολογία έχει καθορίσει διάφορες παραμέτρους σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.
- Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενα του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Λαμβάνονται επίσης υπόψη, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων στα όσα αναφέρει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο. Η ειλικρίνεια ενός μάρτυρα κρίνεται από τη θετικότητα, την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό του. σχετικές είναι οι αποφάσεις C & Α Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Β Α.Α.Δ. 1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη, Π.Ε. 10825, ημερ. 26.3.2002 και Δημήτρης Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 75/2005, ημερ. 26.1.
- Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες στο Δικαστήριο ενώ έδιδαν την μαρτυρία τους και παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους έχουν τεθεί όπως επίσης και την όλη στάση τους στη διαδικασία. Θεωρώ ότι η αξιολόγηση τους δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα. O M.K.1 δεν ήταν παρών στο επεισόδιο. Από την μαρτυρία του κρατώ μόνο τις ενέργειες που έκανε για την εξέταση της παρούσας υπόθεσης και ειδικά την ημερομηνία και ώρα που προσήλθαν στο Σταθμό και υπέβαλαν παράπονο εναντίον της κατηγορουμένης το ζεύγος Παντίσκου και συγκεκριμένα 27.8.12 περί ώρα 22.
- Όλα τα υπόλοιπα θέματα για τα οποία κυρίως αντεξετάστηκε ο Μ.Κ.1 δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση γι' αυτό και δεν θα τα λάβω υπόψη μου. Σε ότι αφορά τον Μ.Κ.4 θεωρώ ότι όντως μεταξύ του και των παραπονούμενων υπάρχει σχέση πέραν από πελάτης του περιπτέρου και του εστιατορίου που διαθέτουν η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί φιλική. Είναι όμως η θέση μου λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο ο εν λόγω μάρτυρας στάθηκε στο εδώλιο του μάρτυρα και απάντησε κυρίως τις ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης ότι δεν υπάρχει κάτι που να με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο εν λόγω μάρτυρας ήρθε να μαρτυρήσει στο Δικαστήριο μετά από συνεννόηση με το ζεύγος Παντίσκου και αποκλειστικά για να τους βοηθήσει. Δεν διαλανθάνει της προσοχής μου ότι ο μάρτυρας αυτός ήρθε στο Δικαστήριο μαζί με την παραπονούμενη Κωνσταντία Παντίσκου την ημέρα που θα έδιδε την μαρτυρία του και επί τούτου υπάρχει σχετική καταχώρηση στα πρακτικά, όπως και το γεγονός ότι μιλούσε με τους παραπονούμενους καθόλο το χρονικό διάστημα που ήταν εκκρεμούσα η υπόθεση. Ο τρόπος όμως με τον οποίο περιέγραψε τα όσα ο ίδιος βίωσε την συγκεκριμένη ημέρα ήταν τέτοιος που θεωρώ ότι η μαρτυρία του στο σημείο αυτό είναι αντικειμενική και αληθινή, δεν κατέφυγε σε καμιά υπερβολή, η περιγραφή του επεισοδίου που είδε ήταν με πολύ λιτά λόγια χωρίς καμιά προσπάθεια να μεγεθύνει τα γεγονότα που έζησε και θεωρώ την απάντηση του ότι ο λόγος που τελικά αποφάσισε να πάει στην Αστυνομία και να δώσει κατάθεση και να θέσει και τον εαυτό του μάρτυρα στην παρούσα διαδικασία ήταν, επειδή όπως ο ίδιος επί λέξει ανέφερε στο Δικαστήριο, «δεν μου άρεσε το συμβάν που η κατηγορούμενη έσπρωξε την έγκυο γυναίκα» και την θέση του ότι δήλωσε από την πρώτη στιγμή ότι ήταν διατεθειμένος να παρουσιαστεί ως μάρτυρας στο Δικαστήριο. Δέχομαι την μαρτυρία του που αφορά την σκηνή του επεισοδίου ως αντικειμενική και ορθή γεγονός που έχει ιδιαίτερη σημασία για την υπόθεση αφού ο εν λόγω μάρτυρας ήταν ανεξάρτητος και αυτόπτης μάρτυρας. Σε ότι αφορά την Μ.Κ.2 και παραπονούμενη Κωνσταντία Παντίσκου, παρατηρώ κάποιες μικρές αντιφάσεις στην μαρτυρία της αναφορικά με κατά πόσο κατηγορούμενη είχε πει εξ αρχής ότι ήταν η κόρη του Καραπατέα που είχε το κέντρο που έκαναν τον γάμο τους ή διαχειρίστρια του εν λόγω κέντρου και την μικρή μεταβολή στη θέση της ότι όταν ήλθε η κατηγορούμενη αρχικά στο περίπτερο δεν ήταν έντονη η συμπεριφορά της αλλά πολύ σύντομα μετά έχασε την ψυχραιμία της και άρχισε να παρεκτρέπεται και να φωνάζει και να απειλεί. Θεωρώ ότι αυτές οι αντιφάσεις δεν είναι τέτοιας υφής που να επηρεάζουν την ουσιαστική της μαρτυρία σε σχέση με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη. Η παραπονούμενη περιέγραψε πολύ απλά την συμπεριφορά της κατηγορουμένης την εν λόγω ημερομηνία, δεν προσπάθησε καθόλου να μεγαλοποιήσει τα πράγματα και ειδικά την επίθεση που δέχτηκε από αυτή η οποία ήταν σπρώξιμο με το δεξί της χέρι με αποτέλεσμα να παραπατήσει και παραλίγο να πέσει προς τα πίσω. Η θέση της ήταν σταθερή καθόλη την αντεξέταση της τόσο για τον τρόπο της επίθεσης, για την συμπεριφορά της κατηγορούμενης και δέχομαι την μαρτυρία της ως αληθινή. Σε ότι αφορά τον Μ.Κ.3 Θωμά Παντίσκο επίσης έχω γι' αυτόν θετική εντύπωση. Δέχομαι ότι βρισκόταν στα σημεία του περιπτέρου που έχει αναφέρει στις διάφορες στιγμές που εξελισσόταν το επεισόδιο, δεν ήταν παρών όταν η κατηγορούμενη έσπρωξε την σύζυγο του αλλά δέχομαι τα όσα έχει αναφέρει σε σχέση με την συμπεριφορά της κατηγορούμενης, δηλαδή φωνές και απειλές αλλά δεν δέχομαι ότι ψιθύρισε στο αυτί της κατηγορούμενης την φράση που η ίδια ισχυρίστηκε. Είναι η θέση μου όπως παρουσιάστηκε ο εν λόγω μάρτυρας στο Δικαστήριο ότι δεν είναι άτομο που θα κατέφευγε σε αυτού του είδους την συμπεριφορά και μάλιστα μπροστά στην έγκυο γυναίκα του με την οποία είχε πρόσφατα νυμφευθεί. Σημειώνω επίσης ότι η μαρτυρία των Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 ήταν σε κοινά πλαίσια στην ίδια γραμμή χωρίς βέβαια οποιαδήποτε προσπάθεια κατασκευής της ή ενορχήστρωσης της. Δεν έχω εντοπίσει διαφορές μεταξύ της μαρτυρίας τους πράγμα που με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία τους είναι αληθινή και ο καθένας από αυτούς έχει πει στο Δικαστήριο τα όσα έχει βιώσει. Σε αντίθεση με τους μάρτυρες κατηγορίας η αξιολόγηση της κατηγορούμενης είναι αρνητική. Δεν μου έχει κάνει καθόλου καλή εντύπωση στο εδώλιο. Επιτηδευμένα προσπαθούσε να επικαλεστεί την ανατροφή της και τις σπουδές της στα νομικά ως ένδειξη του καλού της χαρακτήρα και του ότι δεν συνηθίζει αυτές τις συμπεριφορές που της καταλογίζονται. Ήταν ολοφάνερο όμως ότι προσπαθούσε έντονα να παρουσιάσει αυτή την εικόνα στο Δικαστήριο και οι κινήσεις της στο εδώλιο και ο τρόπος με τον οποίο απαντούσε κυρίως τις ερωτήσεις της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής κατέδειχναν την έντονη προσπάθεια που κατέβαλε για να παραμείνει ήρεμη και μειλίχια. Ένα από τα πολλά σημεία της μαρτυρίας της που με οδηγεί στην απόρριψη της θέσης της είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της δέχτηκε από τον Θ. Παντίσκο μία απειλή-ύβρη πολύ άσχημη, για την οποία όπως η ίδια δήλωσε έπαθε σοκ γιατί πρώτη φορά της συνέβαινε κάτι τέτοιο, τηλεφώνησε είπε μόλις έφυγε από το περίπτερο στον πατέρα της και του ανέφερε το γεγονός αυτό και ότι δήθεν ήθελε να πάει στην Αστυνομία. Ο πατέρας της την συμβούλευσε να πάει στο σπίτι να ηρεμίσει και να μιλήσουν, ο πατέρας της δεν ήταν σπίτι, έπεσε να κοιμηθεί και την ξύπνησε μετά τα μεσάνυχτα για να της πει ότι είχε εναντίον της καταγγελία από τους παραπονούμενους. Θεωρώ ότι αν όντως δεχόταν την απειλή που ανέφερε και με τον τρόπο που ανέφερε θα έσπευδε αμέσως να καταγγείλει την υπόθεση στην Αστυνομία αφού όπως ισχυρίστηκε είναι πολύ καλή γνώστης του δικαίου και θα προσέφευγε στην Αστυνομία για να βρει το δίκαιο της. Σημειώνω επίσης το εξής: Η θέση της ήταν ότι πήγε η ίδια να εισπράξει τα χρήματα που όφειλαν οι παραπονούμενοι γιατί ο πατέρας της ήταν άρρωστος και δεν μπορούσε να πάει και μάλιστα όπως ήταν η αντεξέταση προς τον Θ. Παντίσκο ο πατέρας της ήταν στο κρεβάτι και δεν μπορούσε να πάει. Προκύπτει ότι η δική της θέση ότι ο πατέρας της μετά το επίδικο επεισόδιο δεν βρισκόταν στο σπίτι εξ ου και η ίδια έπεσε να κοιμηθεί και δεν κατάγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία. Δεν μπορούν και οι δύο εκδοχές να είναι αληθές. Επίσης δεν δέχομαι την θέση της ότι η ώρα που πήγε στο υποστατικό των παραπονούμενων ήταν η ώρα 7.00 αλλά η ώρα 9.00 όπως οι παραπονούμενοι ανέφεραν και προς τούτο υπάρχει και η μαρτυρία του Μ.Κ.1 για την ώρα που προσήλθαν στο Σταθμό και έλαβαν έντυπο για ιατρική εξέταση. Σημειώνω σ' αυτό το σημείο ότι δεν ενδιαφέρουν το παρόν Δικαστήριο οι διαφορές των παραπονούμενων με την οικογένεια Καραπατέα για το θέμα της οφειλής ή μη χρημάτων για την δεξίωση του γάμου τους. Επομένως η θέση της κατηγορουμένης απορρίπτεται ενώ αποδέχομαι την μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας όπως έχω αναφέρει πιο πάνω. Εξετάζοντας την νομική πτυχή της υπόθεσης τώρα υιοθετώ πρώτα απ' όλα όσα έχω αναφέρει στην ενδιάμεση απόφαση μου ημερ. 19.11.2014 σε σχέση με το κατά πόσον το εστιατόριο-περίπτερο των παραπονούμενων αποτελεί δημόσιο χώρο. Εκ του περισσού αναφέρω ότι αποτελεί κοινό έδαφος ότι την δεδομένη στιγμή εξέλιξης του επεισοδίου υπήρχε αρκετός κόσμος στο εστιατόριο, γεγονός που ενδυναμώνει και τα όσα έχω αναφέρει σε σχέση με τον δημόσιο χώρο. Ερχόμενη τώρα στα συγκεκριμένα αδικήματα που η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει αναφέρω τα ακόλουθα: Σε σχέση με το αδίκημα της ανησυχίας αφού έχω καταλήξει ότι το εστιατόριο ήταν δημόσιος χώρος και αφού έχω αποδεχτεί ότι υπήρχε αρκετός κόσμος εντός αυτού η αποδοχή της μαρτυρίας των Μ.Κ.2, 3 και 4 για την συμπεριφορά της κατηγορούμενης και το γεγονός ότι φώναζε και απειλούσε απρόκλητα καταδεικνύει ότι η 1η κατηγορία έχει αποδειχθεί και η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη σε σχέση με αυτή. Σε ότι αφορά την 2η κατηγορία αυτή της επίθεσης έχω δεχτεί την θέση των Μ.Κ.2 και του Μ.Κ.3 ότι η κατηγορούμενη έσπρωξε με το δεξί της χέρι την Κωνσταντία Παντίσκου στο στήθος η οποία μετακινήθηκε προς τα πίσω και παραλίγο να πέσει στο έδαφος Σε ότι αφορά το αδίκημα της κοινής επίθεσης, το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα αναφέρει τα εξής: «Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly), να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Στην απόφαση Δήμος Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 αναφέρθηκαν τα εξής: «Το Άρθρο 242 του Νόμου δε συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα - παρανόμως - (unlawfully). Όπως προκύπτει από την Νομολογία, για στοιχειοθέτηση του νοητικού στοιχείου (mens rea) του αδικήματος αρκεί και η αδιαφορία, ήτοι όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στην ενέργεια, επιδεικνύοντας έτσι αδιαφορία για τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του. Το αδίκημα της επίθεσης μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος ή η κατηγορούμενη να αγγίξει το άλλο πρόσωπο. Πρέπει όμως να υπάρξει κάποια εχθρική πράξη για να στοιχειοθετηθεί η επίθεση, μια απειλή, ή μια κίνηση που μπορεί να εκληφθεί ως απειλή (βλ. Fagan ν Metropolitan Police Commisioner
(1968)3 All E.R. 442). Εν όψει των πιο πάνω θεωρώ ότι η ενέργεια της κατηγορουμένης να σπρώξει με το δεξί της χέρι την Κωνσταντία Παντίστκου στο στήθος αποτελεί επίθεση και έτσι είναι η θέση μου ότι και η 2η κατηγορία έχει αποδειχθεί και η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη σε σχέση με αυτή. Σε ότι αφορά την 3η κατηγορία σημειώνω ότι οι λεπτομέρειες αδικήματος καταδεικνύουν ότι η κατηγορία που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη είναι ότι εισήλθε νόμιμα εντός του εστιατορίου αλλά παρέμεινε εκεί με σκοπό να ενοχλήσει. To αδίκημα της παράνομης εισόδου βασίζεται στο άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προνοεί ότι: «
- Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή όποιος αφού εισέλθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δυο χρόνων». Από το λεκτικό του υπό αναφορά άρθρου σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας 3 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
- Η παράνομη είσοδος ή παραμονή του κατηγορούμενου σε περιουσία.
- Η περιουσία αυτή να βρίσκεται στην κατοχή άλλου.
- Η είσοδος να έγινε με σκοπό την όχληση του κατόχου της περιουσίας. Σημειώνεται δε σύμφωνα και με τη νομολογία ότι το πιο πάνω άρθρο δεν προστατεύει μόνο τον ιδιοκτήτη αλλά και τον κάτοχο περιουσίας. Στην υπόθεση Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 354 αναφέρθηκαν τα εξής: «Τα αποσπάσματα της μαρτυρίας, στα οποία ο συνήγορος μας παρέπεμψε, με σκοπό να καταδείξει το εσφαλμένο της απόρριψης της θέσης του εφεσείοντα - ότι η ιδιοκτησία του ανοικτού χώρου τελούσε υπό αμφισβήτηση - όπως υποδείξαμε και κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, δεν επιδρούν και ούτε επηρεάζουν, δεδομένου ότι το Άρθρο 280 του ΚΕΦ. 154 δεν προστατεύει τον ιδιοκτήτη αλλά τον κάτοχο της περιουσίας και το ότι οι παραπονούμενοι ήταν κάτοχοι δεν αμφισβητήθηκε». Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κεφ. 154 «κατοχή» σημαίνει: «(α) «να κατέχει» ή «να έχει στην κατοχή» περιλαμβάνει όχι μόνο το να έχει στη δική του προσωπική κατοχή, αλλ' επίσης και το να έχει σε γνώση του ότι είναι στην πραγματική κατοχή ή τη φύλαξη οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή να το φυλάγει σε οποιοδήποτε χώρο (είτε αυτός ανήκει στον ίδιο ή κατέχεται από αυτό είτε όχι) για χρήση ή όφελος του ίδιου ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου (β) σε περισσότερα από ένα πρόσωπα, αν ένας ή περισσότερα από αυτά έχουν κάποιο πράγμα υπό τη φύλαξη ή στην κατοχή τους σε γνώση και με τη συγκατάθεση των υπολοίπων, το πράγμα αυτό θεωρείται ότι βρίσκεται υπό τη φύλαξη και την κατοχή καθενός και όλων αυτών των προσώπων». Ο σκοπός ή η πρόθεση διάπραξης του ποινικού αδικήματος ή της όχλησης δεν είναι πάντοτε δεκτικά θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενα αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει. Στην υπόθεση Ανθία ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 404 τα γεγονότα της οποίας διαφέρουν κατά πολύ από αυτά της παρούσας όπου ο εφεσείοντας κρίθηκε ένοχος, κατόπιν τροποποίησης του κατηγορητηρίου με την προσθήκη 2ης κατηγορίας για είσοδο σε περιουσία κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα και αθωώθηκε και απαλλάγηκε στην κατηγορία της διάρρηξης κατά τη διάρκεια της νύκτας λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.......... η πρόθεση μπορεί να συναχθεί ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν είναι αρκετό ότι το συμπέρασμα για ύπαρξη πρόθεσης είναι εύλογο, πρέπει να είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα το οποίο μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα. Το βάρος αποδείξεως της πρόθεσης το φέρει η κατηγορούσα αρχή σε όλα τα στάδια της δίκης.......Η πρόθεση δεν μπορεί να αποδειχθεί με θετική άμεση απόδειξη. Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του.» Από τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης αποφασίστηκε ότι η πρόθεση ενόχλησης ήταν αυτονόητη και αυταπόδεικτη και αποτελούσε φυσική συνέπεια της παράνομης εισόδου. Το Κακουργιοδικείο μάλιστα δικαιολογώντας την προσθήκη της 2ης κατηγορίας όπως πιο πάνω ανέφερε τα ακόλουθα: «Ο κατηγορούμενος ανεξάρτητα από το συγκεκριμένο σκοπό της εισόδου του στο διαμέρισμα προέβη σε ενέργειες εν γνώσει του ότι η φυσική τους συνέπεια θα ήταν η ενόχληση του κατόχου του διαμερίσματος. Γνώριζε ότι στο διαμέρισμα κατοικούσαν κάποια πρόσωπα αλλά αποδέχθηκε όπως εισέλθει και ερευνήσει το διαμέρισμα. Το ότι τελικώς ο αποδέκτης της ενόχλησης είναι πρόσωπο άλλο αυτού που ανέμενε είναι άσχετο. Πιστεύουμε και είναι το εύρημα μας ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να ενοχλήσει μέσα στην έννοια του άρθρου 280 του ΚΕΦ. 154. ....................................... Η γραμμή της υπεράσπισης ήταν από την αρχή μέχρι τέλους ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στο διαμέρισμα του παραπονουμένου. Σε πολλά σημεία της μαρτυρίας του ο κατηγορούμενος ο ίδιος μίλησε για αδίκημα που διέπραξε εννοώντας την παράνομη είσοδο του στο διαμέρισμα του παραπονουμένου.» Στην υπόθεση Δημητριάδης «Ρώτας» ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 203 λέχθηκαν επίσης τα ακόλουθα: «Οι αρχές που διέπουν το θέμα της παράνομης εισόδου με σκοπό την ενόχληση του κατόχου περιουσίας έχουν εξεταστεί, μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Lambides v. The Police
(1967)2 CLR 142, στην οποία λέχθηκε ότι εκεί που ο πραγματικός ή κύριος σκοπός της εισόδου ενός είναι να διαπραχθεί ένα αδίκημα ή να εκφοβίσει, εξυβρίσει, ή ενοχλήσει τον κάτοχο και όταν η διεκδίκηση δικαιώματος είναι απλώς ένας μανδύας για να συγκαλείψει τον πραγματικό σκοπό του το αδίκημα της παράνομης εισόδου έχει διαπραχθεί Είναι δεδομένο από την μαρτυρία που έχω αποδεχτεί ότι ζητήθηκε επανειλημμένα από την κατηγορούμενη να φύγει από το εστιατόριο και από τον Θωμά Παντίσκο και από την σύζυγο του. Η ίδια παρέμεινε στο υποστατικό και συνέχιζε να φωνάζει και να απειλεί και μάλιστα μετά που διέπραξε το αδίκημα της επίθεσης επίσης παρουσία κόσμου στο εστιατόριο. Θεωρώ ότι και η 3η κατηγορία έχει αποδειχθεί και η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη και σε αυτή την κατηγορία. (Υπ.) .................. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο