ΣΠΕ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ - ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΛΤΔ ν. ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Υπόθεση αρ.: 9364/2014, 9/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν.ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 9364/2014 ΣΠΕ ΛΑΚΑΤΑΜΙΑΣ - ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΛΤΔ και ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Κατηγορουμένης 09 Φεβρουαρίου, 2015 Για Παραπονουμένους: κος Γεωργίου για κ.κ. Καλλής & Καλλης Δ.Ε.Π.Ε. Για Κατηγορούμενη: Καμία Εμφάνιση Κατηγορουμένη: Απούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη κλήθηκε να αντιμετωπίσει 14 κατηγορίες ως τούτες εμφαίνονται επί του κατηγορητηρίου για το αδίκημα της καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)(γ), 3
(2), 4
(2)και
(3)του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 (Ν.60(Ι)/2008) και των άρθρων 2 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6. Ειδικότερα, η Κατηγορούμενη, κατηγορείτο ότι, ενώ ήταν εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλετιδα χρέους δυνάμει απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημ. 14/01/2008, στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης Αρ. 58/2007 (για την εγγραφή διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 16/05/2006) για το ποσό των €2.057,40 πλέον τόκους και έξοδα, παρέλειψε να καταβάλει προς τους εκ Δικαστικής αποφάσεως πιστωτές μεταξύ των ημερομηνιών 01/03/13 μέχρι και την 01/04/14, το ποσό των δόσεων ύψους €50.- μηνιαίως που είχε διαταχθεί να καταβάλλει δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 15/06/12, την 1η ημέρα εκάστου μηνός από 01/08/12 και ακολούθως την πρώτη ημέρα εκάστου επομένου μηνός μέχρι εξοφλήσεως. Το κατηγορητήριο επεδόθη στην Κατηγορουμένη στις 14/10/14 ωστόσο η τελευταία παρέλειψε να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου στις 17/11/14 που ήταν ορισμένη η υπόθεση. Εν συνεχεία η υπόθεση ορίστηκε για απόδειξη. Στις 25/11/14 οι συνήγοροι των παραπονουμένων εμφανίστηκαν και προσκόμισαν έγγραφη μαρτυρία προς απόδειξη της υπόθεσης τους ήτοι Ένορκη Δήλωση του Χρυσοβαλάντη Κασιώνη. Πέραν των όσων αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης, ο ομνύων, στην παράγραφο 9 της Ένορκης Δήλωσης του, ζητεί εκ μέρους των παραπονουμένων όπως εκδοθεί εναντίον της κατηγορουμένης «διάταγμα είσπραξης των οφειλομένων δόσεων του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους ως χρηματικής ποινής σύμφωνα με τις διατάξεις του Ποινικής Δικονομίας Νόμου και του άρθρου 4
(3)του Περί Καταδολίευσης Πιστωτών Νόμου του 2008 (60(Ι)/2008) πλέον έξοδα πλέον ΦΠΑ επί των εξόδων». Με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη και έγινε αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη, κρίθηκε ότι είχαν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και ότι είχαν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας οι κατηγορίες εναντίον της Κατηγορουμένης. Κατά συνέπεια, η Κατηγορούμενη, κρίθηκε ένοχη σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Μετά την κατάληξη τούτη και πριν την επιβολή ποινής, ο ευπαίδευτος συνήγορος των παραπονουμένων στηριζόμενος στο άρθρο 4
(3)του Ν.60(Ι)/2008 με προφορικό αίτημα του ζήτησε την έκδοση διατάγματος εναντίον της κατηγορουμένης για το ποσό των €700.- που αντιστοιχεί στις οφειλόμενες δόσεις των μηνών από 01/03/13 μέχρι και την 01/04/14. . Έχοντας κατά νου αυτό καθ' αυτό το γράμμα και πνεύμα του Νόμου και τα λεχθέντα στην υπόθεση Ποινική Έφεση αρ. 25/2012 Αμβρόσιος Μιχαήλ Προδρόμου ν, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερ. 20.02.2014, κλήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος των παραπονουμένων να αγορεύσει προς υποστήριξη του προφορικού αιτήματος του για έκδοση διατάγματος εν τη απουσία της κατηγορουμένης. Παν ό,τι ελέχθη από τον συνήγορο των παραπονουμένων έχει σημειωθεί στα πρακτικά. Οι θέσεις και οι εισηγήσεις του έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους για σκοπούς κατάληξης στην παρούσα. Επιγραμματικά αναφέρω στο σημείο αυτό ότι, βασικότερη των εισηγήσεων του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπήρξε η θέση ότι, στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας «οι αιτήσεις» υποβάλλονται προφορικά σε αντίθεση με τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς δυνάμει των οποίων (Δ.48) ρητά ορίζεται ότι οι αιτήσεις υποβάλλονται γραπτώς. Θεωρώ σκόπιμο προτού υπεισέλθω στην ουσία του θέματος με το οποίο καταπιάνεται η παρούσα, να αναφερθώ στις υποθέσεις Αριστοδήμου ν. Κ.Ο.Τ.
(2007)2 Α.Α.Δ. ως επίσης και στην υπόθεση Απόστολος Ποταμός ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Ποινική Έφεση Αρ. 197/2010, 27 Μαρτίου 2012 οι οποίες καταπιάνονται με το άρθρο 89
(1)
(3)του Κεφ. 155 και το δικαίωμα παρουσίας του κατηγορουμένου σε συνοπτική διαδικασία Ως επισημάνθηκε στην υπόθεση ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Ποινική Έφεση Αρ. 197/2010, 27 Μαρτίου 2012 «Είναι καλά νομολογημένη αρχή ότι κατηγορούμενος σε ποινική υπόθεση έχει δικαίωμα να είναι παρών κατά τη δίκη του και να ακούεται, γι' αυτό, άλλωστε, κλητεύεται. Σε περιπτώσεις συνοπτικής δίκης, το ζήτημα της παρουσίας ή μη κατηγορουμένου διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 89
(1)[3] του Νόμου. Κατά πόσο το πρωτόδικο δικαστήριο θα προχωρήσει στην απουσία κατηγορουμένου να ακούσει την υπόθεση και να επιβάλει ποινή ή να εκδώσει ένταλμα σύλληψης για να είναι αυτός παρών, επαφίεται στη διακριτική του εξουσία, η οποία ασκείται δικαστικά. Κατά την άσκησή της, λαμβάνονται υπόψη διάφοροι παράγοντες, όπως η φύση και η σοβαρότητα των κατηγοριών, κατά πόσο αυτές ενέχουν το στίγμα της ανεντιμότητας, το είδος και το ύψος της ποινής που επιβάλλεται για τέτοιου είδους κατηγορίες, εάν ο κατηγορούμενος βαρύνεται ή όχι με προηγούμενες καταδίκες - (βλ. Niazi Ahmed v. Police 19 C.L.R. 127· Michael and Others v. Police
(1987)2 C.L.R. 78 και Αριστοδήμου ν. Κ.Ο.Τ.
(2007)2 Α.Α.Δ. 193) - κατά πόσο αυτός έχει παραιτηθεί οικειοθελώς του δικαιώματος να είναι παρών, ή καίτοι απών, εκπροσωπείται από συνήγορο και δηλώνει ότι επιθυμεί να είναι παρών.» Στην υπόθεση Αριστοδήμου ν. Κ.Ο.Τ.
(2007)2 Α.Α.Δ. 193 το θέμα της προώθησης υπόθεσης εν τη απουσία του κατηγορουμένου και δη όταν πρόκειται να ζητηθεί η έκδοση διατάγματος δυνάμει προνοιών Νόμου, τέθηκε ως ακολούθως: «Η ουσία της πιο πάνω υπόθεσης είναι ότι, παρόλο που το όλο θέμα αν θα προχωρήσει δηλαδή το πρωτόδικο δικαστήριο να ακούσει την υπόθεση και επιβάλει ποινή στην απουσία του κατηγορουμένου ή αν θα εκδώσει ένταλμα σύλληψης για να είναι αυτός παρών, είναι στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, σε υποθέσεις που ενέχουν το στοιχείο της ανεντιμότητας (dishonesty) και η ποινή είναι φυλάκιση, είναι ορθό όπως το δικαστήριο εκδίδει ένταλμα σύλληψης για να είναι παρών ο κατηγορούμενος.» Στην Αριστοδήμου (ανωτέρω) εφεσιβλήθηκε η ποινή και το διάταγμα που εξεδόθη εν τη απουσία του κατηγορουμένου. Εξετάζοντας το Εφετείο, κατά πόσο το Δικαστήριο έπρεπε να εκδώσει ένταλμα σύλληψης για να είναι παρών ο εφεσείων και να ακουστεί στο θέμα της ποινής, ιδιαίτερα στην έκταση που θα εκδιδόταν διάταγμα τερματισμού της λειτουργίας του κέντρου, ποινή που χαρακτηρίστηκε ως «δραστικής μορφής», με αναφορά στη Michael and Others v. Police
(1987)2 C.L.R. 78, κατέληξε ότι, σε περιπτώσεις «που εκτός από χρηματική ποινή το δικαστήριο σκοπεύει να εκδώσει και κάποιο διάταγμα εναντίον ενός κατηγορουμένου, όπως για παράδειγμα διάταγμα κατεδάφισης μιας οικοδομής ή τερματισμού λειτουργίας ενός κέντρου αναψυχής, η απονομή της δικαιοσύνης επιτυγχάνεται καλύτερα με το να είναι ο κατηγορούμενος παρών και να ακούεται επί του θέματος». Επανερχόμενοι στα γεγονότα που αφορούν στην υπό κρίση υπόθεση και τη σχετική Νομοθετική πρόνοια για έκδοση διατάγματος καταβολής των οφειλομένων δόσεων, στο άρθρο 4
(3)N.60(I)/2008 προνοούνται τα ακόλουθα: «
(3)Το δικαστήριο σε περίπτωση καταδίκης δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 3, εκδίδει, εφόσον υποβληθεί αίτηση προς τούτο, διάταγμα είσπραξης των οφειλομένων δόσεων του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, ως χρηματικής ποινής, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ή οιουδήποτε άλλου νόμου καταργούντος ή τροποποιούντος τούτο. Το δικαστήριο κατά την έκδοση του εν λόγω διατάγματος δύναται να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσής του για περίοδο μέχρι έξι μήνες» Ό,τι προκύπτει από το γράμμα του πιο πάνω άρθρου είναι ότι, «αίτηση» για έκδοση διατάγματος υποβάλλεται μόνο εφόσον και αφού «καταδικαστεί» ο κατηγορούμενος ενώ σαφώς και ρητώς προβλέπεται ότι θα πρέπει να υποβληθεί «αίτηση» προς έκδοση διατάγματος. Πέραν των αρχών που καθιερώνουν οι ανωτέρω αναφερόμενες υποθέσεις, ειδικότερη αναφορά στο υπό κρίση άρθρο εντοπίζεται στην απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 25/2012 Αμβρόσιος Μιχαήλ Προδρόμου ν, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερ. 20.02.2014. Στην υπόθεση αυτή, ως προκύπτει από το κείμενο της, εξεδόθη πρωτόδικα διάταγμα είσπραξης των οφειλόμενων δόσεων συμποσούμενο σε €18.794,62, δυνάμει του άρθρου 4
(3)του Νόμου. Υπήρξε θέση του εφεσείοντα, ότι κακώς το Δικαστήριο εξέδωσε το εν λόγω διάταγμα διότι τούτο δεν εκδίδεται αυτεπαγγέλτως ή υποχρεωτικώς παρά μόνο κατόπιν αιτήσεως, και αίτηση δεν είχε υποβληθεί. Το Δικαστήριο ανατρέχοντας στο άρθρο αυτό διατύπωσε τα ακόλουθα: «Δεν υπάρχει τρόπος να υπερβούμε την σαφή πρόνοια του νόμου με την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για την εφεσίβλητη ότι το Δικαστήριο εν πάση περιπτώσει έχει δικαίωμα αυτεπαγγέλτως να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Εδώ το θέμα ρυθμίζεται ρητώς και σαφώς διά νόμου και οι πρόνοιες του νόμου πρέπει να τηρηθούν. Εφόσον δεν είχε υπάρξει αίτηση προς είσπραξη των οφειλομένων δόσεων ως χρηματικής ποινής, το Δικαστήριο δεν είχε δικαίωμα να εκδώσει το διάταγμα.» Ως το Δικαστήριο εμφαντικά αναφέρει: «Δεν είναι τυπικής φύσεως η πρόνοια αυτή αλλά ουσιαστική, εφόσον η αίτηση, η οποία μπορεί να υποβληθεί θα κριθεί αναλόγως των συνθηκών οι οποίες θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και αφορούν όχι μόνο την επιλογή της υποβολής αίτησης αλλά και την κρίση του Δικαστηρίου επί αυτής. Περαιτέρω, προκύπτει θέμα ενδεχόμενης ένστασης του καταδικασθέντος ώστε το Δικαστήριο να πρέπει να ασκήσει δικαστική κρίση. Πέραν τούτου, και λαμβανομένων υπόψη όλων των παραμέτρων που πρέπει να σταθμισθούν, υπάρχει και το θέμα της ενδεχόμενης αναστολής εκτελέσεως που προβλέπεται στο νόμο. Όλα αυτά μπορούν να εξετασθούν μόνο εφόσον υποβληθεί αίτηση.» (η έμφαση και οι υπογραμμίσεις για τους σκοπούς της παρούσας) Το Δικαστήριο με αυτή την τοποθέτηση παραμέρισε το διάταγμα για είσπραξης των οφειλομένων δόσεων υπό μορφή χρηματικής ποινής. Αυτό που θεωρώ ότι αβίαστα προκύπτει από τα λεχθέντα στην Αμβρόσιος Μιχαήλ Προδρόμου (ανωτέρω) είναι μόνο κατόπιν υποβολής αίτησης το Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδώσει διάταγμα δυνάμει των προνοιών του άρθρου 4
(3)του Νόμου. Ενώ ό,τι σε κάθε περίπτωση συνάγεται είναι ότι το Δικαστήριο πρέπει να ασκεί Δικαστική κρίση προς έκδοση ή μη του αιτούμενου διατάγματος («.θα κριθεί αναλόγως των συνθηκών οι οποίες θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και αφορούν όχι μόνο την επιλογή της υποβολής αίτησης αλλά και την κρίση του Δικαστηρίου επί αυτής.»). Για να ασκηθεί ωστόσο δικαστική κρίση θα πρέπει το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του γεγονότα και «συνθήκες». Γεγονότα για σκοπούς έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, δεν έχουν τεθεί στην υπό κρίση υπόθεση αφού ο μόνος τρόπος να τεθούν θα ήταν με γραπτή αίτηση ιδιαίτερα εν τη απουσία της κατηγορουμένης. Κατά συνέπεια και λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των όσων ανωτέρω αναφέρονται θεωρώ ότι η αίτηση δυνάμει των προνοιών του άρθρου 4
(3)του Νόμου θα πρέπει να είναι γραπτή. Άλλωστε ο κατηγορούμενος θα πρέπει να λαμβάνει γνώση της αίτησης αφού σαφώς στην εν λόγω απόφαση αναφέρεται ότι, «προκύπτει θέμα ενδεχόμενης ένστασης του καταδικασθέντος ώστε το Δικαστήριο να πρέπει να ασκήσει δικαστική κρίση» ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει και το ενδεχόμενο αναστολής εκτέλεσης ενός δραστικού κατά τα άλλα διατάγματος που αφορά την είσπραξη οφειλομένου ποσού ως χρηματικής ποινής. Δεν μπορώ να συμμεριστώ την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των παραπονουμένων ότι η κατηγορούμενη παραιτήθηκε του δικαιώματος της. Παραίτηση από δικαίωμα μπορεί να χωρέσει μόνο όταν το δικαίωμα έχει γεννηθεί ή υφίσταται. Με την κλήση η κατηγορημένη, κλήθηκε να αντικρούσει τις κατηγορίες που της προσάπτονταν. Δεν το έπραξε παραιτήθηκε του δικαιώματος της τούτου. Το δικαίωμα της ωστόσο να ενστεί σε αίτηση για έκδοση διατάγματος είσπραξης των οφειλομένων δόσεων δεν υπήρχε αφού δεν υπήρχε καν καταδίκη τη στιγμή που της επεδόθει η κλήση για να μπορεί να προωθηθεί αίτηση για έκδοση διατάγματος καταβολής των οφειλομένων δόσεων. Ως εκ των ανωτέρω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, το αίτημα για έκδοση διατάγματος δυνάμει των προνοιών του άρθρου 4
(3)του Ν.60(Ι)/2008 κρίνω ότι δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Επιβάλλεται, στην Κατηγορούμενη ποινή προστίμου ύψους €140.- επί του συνόλου του κατηγορητηρίου ενώ επιδικάζονται περεταίρω υπέρ των παραπονουμένων και εναντίον της κατηγορουμένης €180,71 δικηγορικά έξοδα πλέον ΦΠΑ πλέον €13 έξοδα επίδοσης. (Υπ.) .............................................. Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο