← Κύπρος

Διευθυντή Τμήματος Δασών Υπουργείου Γεωργίας ν. Ναυσικάς Γαβριηλίδου, Αρ. Υποθέσεως: 28894/12, 22/1/2015

Διευθυντή Τμήματος Δασών Υπουργείου Γεωργίας ν. Ναυσικάς Γαβριηλίδου, Αρ. Υποθέσεως: 28894/12, 22/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 28894/12 Διευθυντή Τμήματος Δασών Υπουργείου Γεωργίας ν. Ναυσικάς Γαβριηλίδου Κατηγορουμένης Ημερομηνία: 22/01/15 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κος Πλαστήρας Για την κατηγορουμένη: κος Κρίστης Κατηγορουμένη: Παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η Κατηγορούμενη αντιμετωπίζει μια κατηγορία, για «παράνομη διακίνηση ή και συνοδεία σκύλων μέσα στο Εθνικό Δασικό Πάρκο Αθαλάσσας κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 , 4, 15, 22, 36, 43, 55, 66 και 67

(2)του Περί Δασών Νόμου Ν. 25(Ι)/12καθώς και των άρθρων 2 (στ), 3 και 8 των Περί Δασών Οδηγιών Κ.Δ.Π.32/95». Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος η κατηγορουμένη περί την 04/03/12 «παράνομα και χωρίς την άδεια του Διευθυντή του Τμήματος Δασών διακινούσε και συνόδευε δύο
(2)σκύλους σε απαγορευμένη περιοχή εντός του Εθνικού Πάρκου Αθαλάσσας, ήτοι στη νοτιοδυτική είσοδο και πλευρά του εν λόγω πάρκου». Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορουμένης εισηγήθηκε μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω αυτούσιες τις θέσεις και εισηγήσεις του συνηγόρου αφού τούτες εύκολα εντοπίζονται στην αγόρευση του την οποία είχε την ευγενή προνόηση να ετοιμάσει και γραπτώς. Ειδικότερη αναφορά θα γίνεται όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο για τους σκοπούς της παρούσας. Ό,τι περιορίζομαι να αναφέρω στο στάδιο αυτό είναι ότι, δεν υπήρξε εισήγηση ότι η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Οι εισηγήσεις, άπτονται αυτών καθαυτών των νομοθετημάτων δυνάμει των οποίων διώκεται η Κατηγορουμένη ως επίσης και στο ότι, στην ερμηνεία του όρου «ζώα» ως τούτη διατυπώνεται στο άρθρο 2 του Ν. 25(Ι)/12 δεν εμπίπτει ο σκύλος κατά τρόπο ώστε να μην έχει αποδειχθεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος του άρθρου 36 του Ν. 25(Ι)/12. Στον αντίποδα, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ο οποίος επίσης είχε την ευγενή καλοσύνη να ετοιμάσει την αγόρευση του γραπτώς εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως η υπόθεση και κάλεσε το Δικαστήριο να καλέσει την Κατηγορουμένη να προβάλει την Υπεράσπισης της. Οι θέσεις και οι εισηγήσεις των δύο πλευρών έχουν τύχει μελέτης και εξέτασης στο σύνολο τους για σκοπούς κατάληξης στην παρούσα. Θεωρώ σκόπιμο προτού προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση να αναφερθώ στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο συνόψισε εκείνες τις προϋποθέσεις, που όταν συντρέχουν σωρευτικά ή και διαζευκτικά δικαιολογούν την απαλλαγή κατηγορουμένου από αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Οι εν λόγω περιπτώσεις είναι οι ακόλουθες: (α) όπου δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Στην υπόθεση Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε απόσπασμα από το σύγγραμμα Criminal Procedure In Cyprus by Loizou & Pikis διευκρινίστηκε ότι στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει είναι εάν η ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία χρήζει απάντησης (the Court is required to decide whether there is enough to call for an answer). Ως λέχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(1992)2 ΑΑΔ 356, 363, το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά σε αντικειμενική θεώρηση τούτης. Λεπτομερής αξιολόγηση θα λάβει χώρα μόνο όταν παρουσιαστεί όλη η μαρτυρία στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Η απόφαση του περιορίζεται σε αντικειμενική θεώρηση της απόφασης. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να έχει «αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα.» Επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, στην οποία με παρέπεμψε και ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής επισημάνθηκε ότι : "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο με βάση την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία και την συνάρτηση αυτής με τα συστατικά στοιχεία της κατηγορίας, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης ως επίσης και τους υπόλοιπους ισχυρισμούς και εισηγήσεις της Υπεράσπισης. Παραθέτω σε σύνοψη την μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής προς απόδειξη της υπόθεσης καθ' ήν έκταση αφορά στην παρούσα διαδικασία. Δεν αναφέρομαι στα όσα αναφέρθησαν κατά την αντεξέταση αρκούμαι μόνο να αναφέρω ότι δεν διαπιστώνω να έχουν υπάρξει στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε 'θεμελιακές αντιφάσεις' ή 'είναι η μαρτυρία καταφανώς αναξιόπιστη' σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη της κατηγορουμένης. Ως Μ.Κ.1 παρουσιάστηκε ο Στέλιος Ιωάννου, λειτουργός στο τμήμα δασών, υπεύθυνος για το Εθνικό Πάρκο Αθαλάσσας και Παιδαγωγικής Ακαδημίας Κύπρου. Αναφερόμενος στα γεγονότα που αφορούν στην υπό κρίση υπόθεση ανέφερε ότι, στις 05/03/12 που πήγε δουλειά το πρωί είδε την αναφορά του παρκοφύλακα για τις 04/03/12 η οποία ανέφερε ότι, η Κατηγορούμενη στις 04/03/12 διακινούσε δύο σκύλους στο Εθνικό Πάρκο Αθαλάσσας στη νοτιοδυτική είσοδο του πάρκου. Στις 14/03 εξέδωσε 'εξώδικο συμβιβασμό' αντίγραφο του οποίου κατέθεσε ότι Τεκμήριο
  1. Δια τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε με την κατηγορουμένη, την ενημέρωσε για το εξώδικο. Η Κατηγορούμενη ζήτησε αντίγραφο του εξωδίκου συμβιβασμού ωστόσο δεν της έδωσε και της είπε ότι για να της δώσει αντίγραφο θα έπρεπε να πληρώσει πρώτα. Επικοινώνησε ακόμα δύο τρείς φορές με την Κατηγορούμενη ωστόσο η ίδια ηρνείτο να πληρώσει το πρόστιμο. Ζήτησε να τις σταλούν οι Κανονισμοί του Εθνικού Πάρκου Αθαλάσσας και της εστάλησαν. Ο Μ.Κ.2, Κυριάκος Ιωάννου, δήλωσε ότι είναι ειδικός Αστυφύλακας, Παρκοφύλακας του Εθνικού Πάρκου Αθαλάσσας από το 1992 περίπου. Στις 04/03/12 ενώ εκτελούσε περιπολία στη Νοτιοδυτική πλευρά/είσοδο του εν λόγω πάρκου όπου η διακίνηση και η συνοδεία σκύλων απαγορεύεται, κατέφθασε ιδιωτικό όχημα στο χώρο στάθμευσης της Νοτιοδυτικής εισόδου του Πάρκου το οποίο είχε μέσα δύο σκύλους, ένα άντρα και μια γυναίκα. Η γυναίκα ήταν η Κατηγορούμενη. Την προσέγγισε και της ζήτησε να μην βγάλει τους σκύλους από το όχημα γιατί με βάση το Νόμο και τους Κανονισμούς οποιαδήποτε συνοδεία και διακίνηση σκύλων στο πάρκο και ειδικότερα στο συγκεκριμένο χώρο απαγορευόταν κατά τον επίδικο χρόνο. Η κατηγορούμενη κατέβασε από το αυτοκίνητο τους δύο σκύλους διέσχισαν μαζί το χώρο στάθμευσης και κατευθύνθηκε προς το περίπτερο της Νοτιοδυτικής εισόδου του Πάρκου και προς το χώρο με τα παιχνίδια, σε χώρους δηλαδή που απαγορευόταν η διακίνηση σκύλων. Επέδειξε σε χάρτη (τεκμήριο 3) το σημείο που εντόπισε την Κατηγορούμενη και ερωτώμενος απάντησε ότι είναι σε όλη την περιοχή που απαγορευόταν η διέλευση και η διακίνηση σκύλων το
  2. Έλαβε τα στοιχεία της κατηγορουμένης και εξ όσων πληροφορήθηκε εξεδόθη «εξωδίκως συμβιβασμός» με την έκδοση εξωδίκου, το οποίο μέχρι και την καταχώρηση της υπόθεσης δεν έχει πληρωθεί. Το άρθρο 36 του Ν.25(Ι)/12 υπό τον τίτλο «Αδικήματα που σχετίζονται με την παράνομη είσοδο ζώων» επιτάσσει τα ακόλουθα: «
  3. Οποιοδήποτε πρόσωπο, που δεν είναι εξουσιοδοτημένο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών και που ενεργεί χωρίς άδεια που εκδόθηκε από τον Διευθυντή, το οποίο επιτρέπει την παράνομη είσοδο ζώων ή τη βόσκηση τους ή παραλείπει να παρεμποδίσει την παράνομη είσοδο ή τη βόσκηση ζώων σε κρατικό δάσος, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα
(1)έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000,00) ή και στις δύο
(2)αυτές ποινές». Δυνάμει του άρθρου 2 του ιδίου Νόμου, στην έννοια του όρου «ζώα» για τους σκοπούς του Νόμου, εμπίπτουν τα ακόλουθα ζώα «αίγες, πρόβατα, βοοειδή, άλογα, όνοι, ημίονοι, χοίροι και τα νεογνά αυτών». Ως εισηγείται και η πλευρά της Κατηγορουμένης διαπιστώνεται ότι εντός της εννοίας του όρου 'ζώο' για τους σκοπούς του Ν.25(Ι)/2012 δεν εμπίπτει ο σκύλος. Σε όλη τη μαρτυρία ωστόσο που προσκομίστηκε από την πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής, γινόταν αναφορά σε σκύλους. Με βάση την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας θα δεχόμουν ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που προνοεί το άρθρο 36 πλην του συστατικού στοιχείου του «ζώου» και αφού ως αναφέρεται και αμέσως ανωτέρω τούτο δεν περιλαμβάνει σύμφωνα με τις ερμηνευτικές πρόνοιες του άρθρου 2 τον σκύλο. Ό,τι περαιτέρω σημειώνεται σε σχέση με τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 36 του Ν.25(Ι)/12 είναι ότι ο εν λόγω Νόμος δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως Παρ. (Ι)Ι Αρ. 4325 στις 30/03/12 ήτοι σε ημερομηνία μεταγενέστερης της κατ' ισχυρισμό της Κατηγορούσας Αρχής διάπραξης των αδικημάτων η οποία καθορίζεται ως η 4/03/
  1. Επίσης, όλη η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή αναφέρεται στην ημερομηνία 04/03/
  2. Η υπό κρίση υπόθεση είναι βεβαίως ποινική και αποτελεί βασική συνταγματική επιταγή (βλ. Άρθρο 12 Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως διά την προάσπισαν των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ)) ότι: «Ουδείς κηρύσσεται ένοχος οιουδήποτε αδικήματος λόγω πράξεως ή παραλείψεως μη συνιστώσας αδίκημα σύμφωνος τω νόμω τω ισχύοντι κατά τον χρόνον της τελέσεως αυτής.» Άλλωστε, κανένα αδίκημα καμιά ποινή χωρίς Νόμο (nullum crimen, nulla poena sine lege). Ο κάθε ένας τεκμαίρεται ότι έχει γνώση του Νόμου. Για μπορεί ωστόσο να αποκτά γνώση θα πρέπει η Νομοθετική Πράξη να δημοσιεύεται και ιδιαίτερα όταν η ίδια η Νομοθεσία ποινικοποιεί συμπεριφορές και προνοεί κυρώσεις. Το άρθρο 7 του Κεφ. 1 σε συμφωνία με το Άρθρο 83 του Συντάγματος προνοεί ότι, κάθε Νόμος εκτός αν προβλέπεται σε αυτόν διαφορετικά, θα ισχύει και θα τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία της δημοσίευσης και θα είναι δικαστικά γνωστός (judicially noticed). Κατά συνέπεια κατά την ημερομηνία της κατ' ισχυρισμό διάπραξης του αδικήματος δεν υπήρχε σε ισχύ ο Νόμος 25(Ι)/12 κατά τρόπο ώστε η Κατηγορουμένη δεν μπορεί να βρεθεί ένοχη για τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 36 του εν λόγω Νόμου και αυτό αφού, όλη η μαρτυρία και τα γεγονότα ως παρουσιάστηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή διαδραματίστηκαν την 04/03/
  3. Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό για σκοπούς πληρότητας και σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι η αναφορά στο Ν.25(Ι)/12 ανάγεται σε ελάττωμα του κατηγορητήριου ότι σ' ό,τι αφορά το παραπλήσιο αδίκημα που προνοείται στο Ν.14/1967 που φαίνεται να ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο και πάλι το άρθρο 2 προσδίδει στον όρο «ζώα» την ακόλουθη ερμηνεία: "ζώα" «περιλαμβάvει ταύρoυς, αγελάδας, καμήλoυς, όvoυς, αίγας, άλoγα, ημιόvoυς, βooειδή, χoίρoυς, πρόβατα και τα vεoγvά αυτώv».· Σ' ό,τι αφορά την εισήγηση του εκπαιδεύου συνηγόρου της Κατηγορουμένης ότι οι πρόνοιες της οδηγίας 2 (π) και (στ) που περιέχονται στην Κ.Δ.Π. έχουν εκδοθεί καθ' υπέρβαση εξουσιοδότησης (ultra vires) έχοντας υπόψη ότι τούτο στη βάση των όσων αναφέρθησαν στην υπόθεση IN THE MATTER OF ARTICLE 144 OF THE CONSTITUTION, AND IN THE MATTER OF A REFERENCE BY THE DISTRICT COURT OF NICOSIA, IN CRIMINAL CASE No. 6806/60, THE MAYOR ETC. OF NICOSIA and THE CYPRUS OIL INDUSTRIES LTD. OF AY. GEORGHIOS, KYRENIA Case No. 13/61[i] απόφαση ημερομηνίας 24/11/1961 (βλ. επίσης Ξυδιάς άλλος ν. Αστυνομίας,
(1993)2 Α.Α.Δ. 174) εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου τούτου σημειώνονται τα ακόλουθα: Το Άρθρο 54(ζ) του Συντάγματος προνοεί ότι το Υπουργικό Συμβούλιο ασκεί εκτελεστική εξουσία η οποία, περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και την έκδοση «κανονιστικών και εκτελεστικών των νόμων διαταγμάτων, ως οι νόμοι ορίζουσιν». Οι αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της κανονιστικής εξουσίας προβλέπονται στο άρθρο 60
(1)του περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου Ν. 158(Ι)/1999 το οποίο προνοεί τα εξής: «60.-
(1)Είναι ανίσχυρη κανονιστική πράξη η οποία εκδόθηκε χωρίς να παρέχεται εξουσία προς αυτό από νόμο ή εξέρχεται των ορίων της εξουσιοδότησης που δόθηκε με νόμο ή αντιβαίνει προς οποιαδήποτε διάταξη του εξουσιοδοτούντος νόμου ή εκδόθηκε χωρίς να τηρηθεί ο αναγκαίος για την έγκυρη έκδοσή της τύπος.» Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζεται αν ένας Κανονισμός είναι έξω από την εξουσιοδότηση την οποία παρέχει ο Νόμος με βάση τον οποίο εκδόθηκε αναφέρονται σε έκταση αναλυτικά στις υποθέσεις Marangos v. Municipal Committee of Famagusta
(1970)3 C.L.R. 7, Spyrou v. The Republic
(1973)3 C.L.R. 627. Στην σχετικά πιο πρόσφατη απόφαση Partastampo Shipping and Fishing Ltd ν. Κυπριακής Δημοκρατίας και Άλλου,
(2011)3 Α.Α.Δ. 370 το ζήτημα καθορίστηκε ως ακολούθως: "Tο αν μία κανονιστική πράξη θεωρείται ότι εκδόθηκε καθ΄ υπέρβαση της εξουσίας που έχει δοθεί από τον εξουσιοδοτούντα νόμο, ότι δηλαδή είναι ultra vires, είναι θέμα που εξαρτάται από την ερμηνεία του σχετικού νόμου σε κάθε περίπτωση, αφού ληφθεί υπόψη το σύνολο των προνοιών του και το νομοθετικό καθεστώς που υφίστατο κατά το χρόνο της θέσπισής του." Με αναφορά στην υπόθεση Σάββα ν. Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 98, όπου γίνεται εκτεταμένη ανάλυση του θέματος, υιοθετήθηκαν ως καθορίστηκαν σε εκείνη την υπόθεση τα πλαίσια έκδοσης κανονισμών με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη : «(α) Οι Κανονισμοί πρέπει να είναι απαραίτητοι για την εφαρμογή των σκοπών του Νόμου, και (β) πρέπει να συνάδουν με τις πρόνοιες του Νόμου.» Στην υπό κρίση υπόθεση, δυνάμει του άρθρου 14
(1)(ζ) του περί Δασών Νόμος του 1967 (14/1967) ως τούτο έχει τροποποιηθεί δυνάμει του Ν 34(I)/2005 « 1) Τo Υπoυργικόv Συμβoύλιov δύvαται εκάστoτε vα εκδίδη Καvovισμoύς δι' άπαvτας ή τιvας τωv ακoλoύθωv σκoπώv, ήτoι- ............ (ζ) την κατάταξη σε κατηγορίες των Κύριων Κρατικών Δασών ή οποιουδήποτε μέρους τους, και τους σκοπούς για τους οποίους αυτά μπορούν να χρησιμοποιούνται, καθώς και τη ρύθμιση του τρόπου προστασίας και διαχείρισής τους με την έκδοση οδηγιών από το Διευθυντή μετά από έγκριση του Υπουργού ........ (ιδ) τηv απαγόρευσιv oιασδήπoτε πράξεως δυvαμέvης vα πρoκαλέση βλάβηv εις oιovδήπoτε δασικόv πρoϊόv εις oιovδήπoτε Κύριov ή Δευτερεύov Κρατικόv Δάσoς˙ ........ (κδ) τηv καλλιτέραv εv γέvει εκπλήρωσιv τωv σκoπώv τoυ παρόvτoς Νόμoυ.
(2)Οι δυvάμει τoυ παρόvτoς Νόμoυ γεvόμεvoι Καvovισμoί δύvαvται vα πρovoώσι τηv επιβoλήv πoιvώv διά πάσαv παράβασιv αυτώv·αι τoιαύται πoιvαί είvαι φυλάκισις διά διάστημα μη υπερβαίvov τo εv έτoς ή χρηματική πoιvή μη υπερβαίvoυσα τας £1000 ή αμφότεραι αι τoιαύται πoιvαί.
(3)Καvovισμoί γεvόμεvoι επί τη βάσει τoυ παρόvτoς άρθρoυ κατατίθεvται εις τηv Βoυλήv τωv Αvτιπρoσώπωv. Εάv μετά πάρoδov είκoσι και μιας ημερώv από της τoιαύτης καταθέσεως η Βoυλή τωv Αvτιπρoσώπωv δι' απoφάσεως αυτής δεv τρoπoπoιήση ή ακυρώση τoυς oύτω κατατεθέvτας Καvovισμoύς εv όλω ή εv μέρει, τότε oύτoι αμέσως μετά τηv πάρoδov της ως άvω πρoθεσμίας δημoσιεύovται εv τη επισήμω εφημερίδι της Δημoκρατίας και τίθεvται εv ισχύϊ από της τoιαύτης δημoσιεύσεως. Εv περιπτώσει τρoπoπoιήσεως τoύτωv εv όλω ή εv μέρει υπό της Βoυλής τωv Αvτιπρoσώπωv oύτoι δημoσιεύovται εv τη επισήμω εφημερίδι της Δημoκρατίας ως ήθελov oύτω τρoπoπoιηθή υπ' αυτής και τίθεvται εv ισχύϊ από της τoιαύτης δημoσιεύσεως». Ανάγνωση της ολότητας του περιεχομένου του Νόμου δεικνύει ότι σκοπός του Νομοθετήματος τούτου, είναι μεταξύ άλλων η ρύθμιση της διαχείρισης και προστασίας των δασών και των δασικών προϊόντων. Προβλέπει μεταξύ άλλων, την ανάγκη για απαγόρευση οιασδήποτε πράξεως δυναμένης vα προκαλέσει βλάβη εις oιovδήπoτε δασικό προϊόν εις oιovδήπoτε κύριο ή δευτερεύον κρατικό δάσος και εξουσιοδοτεί προς τούτο το Υπουργικό Συμβούλιο να εκδίδει κανονισμούς και σε περίπτωση παραβίασης των να συνίσταται ποινικό αδίκημα. Ό,τι προκύπτει σαφώς θεωρώ, είναι η διαπίστωση ότι, μεταξύ των σκοπών του Νόμου είναι η ρύθμιση της χρήσης των δασών, του τρόπου προστασίας αλλά και η διαχείρισής τους. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με τις θέσεις ωστόσο του συνηγόρου της Κατηγορουμένης ως τούτες περιέχονται στη σελ. 4 της αγόρευσης ότι δηλαδή οι πρόνοιες που περιλαμβάνονται στην Κ.Δ.Π 32/95 είναι ultra vires καθότι είναι εκτός των σκοπών του Νόμου και δεν περιέχονται στο άρθρο 14 του Ν. 14/1967 ως τούτος τροποποιήθηκε και δυνάμει του οποίου εκδόθηκαν. Η εξουσιοδοτική πρόνοια του Νόμου 14/1967 ως έχει διαμορφωθεί με τον Ν.34(I)/2005 και ειδικότερα η πρόνοια του άρθρου 14
(1)(ζ) θα έδιδε θεωρώ εξουσία ρύθμισης θεμάτων που αφορούν στη χρήση των δασών, τους σκοπούς για τα οποία τα δάση μπορούν να χρησιμοποιούνται. ως επίσης και τη ρύθμιση του τρόπου προστασίας και διαχείρισής τους. Τονίζω τον παρελθοντικό χρόνο αφού θεωρώντας, καθόλα παρεμφερή με τα θέματα που ήγειρε ο συνήγορος της Κατηγορουμένης σχετικά με το ζήτημα της υπεξουσιοδότησης στη σελ. 7 των αγορεύσεων του, θα αναπτύξω τα ακόλουθα σχετικά με τούτο. Οι οδηγίες για την παραβίαση των οποίων η Κατηγορούμενη κατηγορείται δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 10/02/1995 στο Παράρτημα ΙΙΙ(Ι) Αρ. 2953 σελ 111 Κ.Δ.Π. 32/1995. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο τίτλο αυτών εξεδόθησαν δυνάμει του Κανονισμού 6 των Περί Δασών Κανονισμών του 1967 μέχρι 1993 που αφορούν στο Εθνικό Πάρκο Αθαλλάσας. Με βάση τις πρόνοιες του Νόμου ως ίσχυαν τότε δεν υπήρχε ρητή πρόνοια για υπεξουσιοδότηση. Το άρθρο 14 και ιδιαίτερα η υποπαράγραφος (ζ) διάβαζε ως ακολούθως: «14.-
(1)Τo Υπoυργικόv Συμβoύλιov δύvαται εκάστoτε vα εκδίδη Καvovισμoύς δι' άπαvτας ή τιvας τωv ακoλoύθωv σκoπώv, ήτoι ... (ζ) τηv εις κατηγoρίας κατάταξιv τωv Κυρίωv Κρατικώv Δασώv ή oιoυδήπoτε μέρoυς αυτώv, και τoυς σκoπoύς δι' oυς ταύτα δύvαvται vα χρησιμoπoιώvται, ως και τηv ρύθμισιv τoυ τρόπoυ πρoστασίας και διαχειρίσεως αυτώv»˙ Στην υπόθεση Κλείτου Κλεοβούλου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας διά του Υπουργού Εσωτερικών, Υπόθεση αρ. 204/01, 6 Απριλίου, 2001 λέχθηκε ότι: «Η εξουσία του Υπουργικού Συμβουλίου να θεσπίζει κανονιστικές διατάξεις πηγάζει από το άρθρ. 54(ζ) του Συντάγματος. Το άρθρ. 20 του νόμου παρέχει ρητή εξουσία στο όργανο αυτό να εκδίδει κανονισμούς προς ρύθμιση των θεμάτων που απαριθμεί η πρόνοια. Συνήθως η εξουσιοδότηση αυτή συνοδεύεται και με πρόνοια να κατατίθενται οι κανονισμοί στη Βουλή για έγκριση προτού τεθούν σε ισχύ και με την επιφύλαξη εξουσίας της Βουλής να παρέχει ή όχι την έγκριση της ή ακόμη να προβαίνει σε τροποποιήσεις. Ένα παράδειγμα αποτελεί το άρθρ. 87
(4)του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου (αρ. 1/90). Στην παρούσα περίπτωση δε φαίνεται να υπάρχει αυτής της φύσεως η πρόνοια. Πέραν τούτου είναι ανεπίτρεπτη η υπεξουσιοδότηση από το Υπουργικό προς όφελος άλλου οργάνου, εδώ του Υπουργού. Η εγκύκλιος, στην παρούσα περίπτωση, δε συσχετίζεται με την άσκηση οποιωνδήποτε εξουσιών των λειτουργών του Τμήματος που προβλέπονται είτε από το νόμο είτε από τους κανονισμούς. Δε φαίνεται το έγγραφο που έχω ενώπιον μου να παρέχει ερμηνευτικές κατευθύνσεις στο προσωπικό του Τμήματος ως προς την εκτέλεση των καθηκόντων τους, που τους ανέθεσε ο νόμος. Δεν είναι τέτοιας φύσεως. Ούτε είναι δυνατό με το μηχανισμό των οδηγιών να προβλέπεται αναρμόδια και χωρίς νόμιμη εξουσιοδότηση η επιβολή κυρώσεων. Αυτό είναι αρμοδιότητα του Υπουργικού Συμβουλίου εφόσον θεσπισθεί κανονισμός ο οποίος κείται εντός των ορίων της εξουσιοδότησης του άρθρ. 20.» Στην παράγραφο 58 του συγγράμματος Ε.Π. Σπηλιωτόπουλου «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου» 11η έκδοση, αναφέρεται ότι : «Η παροχή υπεξουσιοδότησης, δηλαδή, η ανάθεση από το εξουσιοδοτούμενο όργανο σε άλλο διοικητικό όργανο να ασκήσει την Κανονσιτική αρμοδιότητα που του έχει χορηγηθεί με νομοθετική εξουσιοδότηση, απαγορεύεται (Σ.Ε.2583/1968, 3463/1998), εκτός εάν επιτρέπεται με ειδική διάταξη του εξουσιοδοτικού Νόμου». Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει επίσης στο σύγγραμμα Ν. Χαραλάμπους «Η Δράση και ο Έλεγχος της Δημόσιας Διοίκησης» σελ 176-177, όπου αναφέρεται ότι το Υπουργικό Συμβούλιο δεν μπορεί, εξουσιοδότηση που πήρε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων για έκδοση Κανονιστικών Πράξεων Νομοθετικού περιεχομένου να τη μεταβιβάσει περαιτέρω σε άλλο όργανο, εκτός αν σιωπηρά ή ρητά ο Νόμος παρέχει τέτοια εξουσιοδότηση. Κατά συνέπεια διαφαίνεται ότι έχει μεταβιβαστεί στην παρούσα περίπτωση από το Υπουργικό Συμβούλιο η εξουσιοδότησή που έλαβε από τη Βουλή, στον «Διευθυντή» ο οποίος σύμφωνα με τον Κανονισμό 6 των Περί Δασών Κανονισμών του 1967, τη έγκριση του Υπουργού εκδίδει Κανονισμούς για τα θέματα που αναφέρονται στον ίδιο Κανονισμό 6, χωρίς να υπάρχει νομοθετική πρόνοια ή υπόνοια προς τούτο. Κατά συνέπεια φαίνεται ότι ο ισχυρισμός του συνηγόρου της Υπεράσπισης ευσταθεί. Η Κ.Δ.Π. εκδόθηκε και δημοσιεύτηκε κατά παράβαση της αρχής «delegatus non potest delegare" και καθ' υπέβαση εξουσίας (ultra vires) κατά τρόπο ώστε να μην μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση οι πρόνοιες των Οδηγών 2(π) και 3 που περιέχονται σε αυτή . Σε περίπτωση που η πιο πάνω κατάληξη μου είναι λανθασμένη και σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι παράγει έννομα αποτελέσματα η Κ.Δ.Π 32/95 για σκοπούς πληρότητας αναφέρω ότι με βάση την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία σε ό,τι αφορά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που εμπεριέχονται στην Οδηγία 3 της Κ.Δ.Π.32/95 θα θεωρούσα ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Δεν θεωρώ το ίδιο για τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που περιέχονται στην Οδηγία 2(π) της Κ.Δ.Π32/95 αφού θεωρώ ότι στην έννοια «ζώο» θα πρέπει να δοθεί ερμηνεία που δίνεται στο Νόμο ως τούτη αναπτύχθηκε ανωτέρω και στην οποία δεν περιέχεται ο σκύλος. Ενόψει όλων των ανωτέρω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, διαπιστώνω ότι: η κατηγορούσα αρχή απέτυχε στην απόδειξη συστατικού στοιχείου του αδικήματος αναφορικά με το άρθρο 36 του Ν.25(Ι)/12 και της οδηγίας 2(π) της Κ.Δ.Π.32/95, ότι η Κατηγορούμενη δεν μπορεί να εξευρεθεί ένοχη στη βάση των προνοιών του Ν.25
(1)/12, καθώς επίσης δεν θεωρώ ότι μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Κ.Δ.Π 32/95. Κατά συνέπεια αντικρίζοντας την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, έχοντας κατά νου τις αρχές που διέπουν την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και την πτυχή των νομικών θεμάτων που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης ενώ καταλήγω επίσης ότι δεν αποκαλύπτεται αδίκημα στο οποίο θα ήταν δυνατόν να βρεθεί ένοχη κατηγορουμένη, κατά συνέπεια αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετώπιζε. (Υπ.) ............................... Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [i] "With regard to the submission made by counsel for the above-mentioned Company that the provisions of paragraph
(2)of regulation 3 of the Sale of Food and Drugs Regulations are ultra vires the provisions of CAP 261 under which they are made, as this matter, in this case, is within the jurisdiction of the District Court hearing the criminal case in question, this Court does not propose dealing with it.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.