← Κύπρος

Λοΐζος Λοΐζου κ.α. ν. Κωνσταντίνου Λοϊζίδη, Αρ. Υποθέσεως: 20802/12, 9/2/2015

Λοΐζος Λοΐζου κ.α. ν. Κωνσταντίνου Λοϊζίδη, Αρ. Υποθέσεως: 20802/12, 9/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 20802/12

  1. Λοΐζος Λοΐζου
  2. Ιωάννα Σεργίδου ν. Κωνσταντίνου Λοϊζίδη Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 09 Φεβρουαρίου 2015 Εμφανίσεις: Για Παραπονούμενους: κος Ευσταθίου για να ακούσει απόφαση κος Νεοκλέους Για Κατηγορούμενο: κος Κορφιώτης για να ακούσει απόφαση κος Χαβιαράς Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή: Ο κατηγορούμενος κλήθηκε να αντιμετωπίσει δύο κατηγορίες. Η 1η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της απόσπασης χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση των άρθρων 297, 298 (Ι), 29, 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ως τούτο έχει τροποποιηθεί. Ειδικότερα ως αναφέρεται στις λεπτομέρειες αδικήματος, «ο Κατηγορούμενος περί τις 04/03/2009 στη Λευκωσία απέσπασε από τους παραπονούμενους το ποσό των €80.000.- παριστάνοντας ψευδώς ότι το πιο πάνω ποσό θα το χρησιμοποιούσε για την αγορά επ' ονόματι των παραπονούμενων μεριδίων ακίνητων ευρισκομένων στα Χανιά και Αθήνα, ενώ γνώριζε ότι αυτό δεν ήταν αληθές και/ή γνώριζε ότι δεν θα προέβαινε σε τέτοια αγορά.» Η 2η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της απάτης κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 20 35, 297 και 300 του Ποινικού Κώδικα αφού σύμφωνα πάντα με τις λεπτομέρειες αδικήματος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο με την πρώτη κατηγορία, «δια απάτης και με δόλο καταδολίευσε τους παραπονούμενους παρουσιάζοντας ψευδώς σε αυτούς ότι θα αγόραζε και ενέγραφε επ' ονόματι τους μερίδια ακινήτων ευρισκόμενα στα Χανιά και Αθήνα προκειμένου να αποδεχθεί την καταβολή προς αυτόν του ποσού των €80.000.-» Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης των Παραπονουμένων, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτοις όψεως υπόθεση. Δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω αυτούσιες και στο σύνολο τους τις θέσεις και εισηγήσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Κατηγορουμένου αφού τούτες εύκολα εντοπίζονται στην αγόρευση του την οποία είχε την ευγενή προνόηση να ετοιμάσει γραπτώς. Ειδικότερη αναφορά γίνεται κατωτέρω, όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο. Ό,τι περιορίζομαι να αναφέρω στο στάδιο αυτό, είναι ότι, υπήρξε εισήγηση του ότι δεν έχει αποδειχθεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης και των αδικημάτων ήτοι «δεν έχει αποκαλυφθεί ότι ο κατηγορούμενος απέκτησε από τους Παραπονούμενους οτιδήποτε που να μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής» απαραίτητο συστατικό στοιχείο ως ήταν οι εισήγηση του τόσο για το αδίκημα του άρθρου 298 όσο και για το αδίκημα του άρθρου 300 του Π.Κ. Άλλη εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορουμένου εστιάστηκε στο ότι δεν έχει υπάρξει «ίχνος μαρτυρίας που να καταδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος είχε ένοχη διάνοια κατά το χρονικό σημείο των ισχυριζόμενων παραστάσεων». Στον αντίποδα, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ο οποίος επίσης είχε την ευγενή καλοσύνη να ετοιμάσει την αγόρευση του γραπτώς εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ζήτησε από το Δικαστήριο να καλέσει τον Κατηγορούμενο σε απολογία. όψεως τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών. Υπήρξε ειδικότερα θέση του ότι : «(α) Απεδείχθη η ύπαρξη κινητού δυναμένου να κλαπεί, ήτοι χρημάτων (άρθρο 298, Κεφ. 154). (β) Έχει αποδειχθεί η ύπαρξη του συγκεκριμένου λογαριασμού. Ο λογαριασμός αυτός αποτελεί το προϊόν δανείου από το οποίο ποσό €80,000.-απέσπασε ο κατηγορούμενος από τους παραπονούμενους ενόψει των παραστάσεων του περί επενδύσεων. Είναι παντελώς αδιάφορο εάν ο κατηγορούμενος ήταν συνοφειλέτης στο δάνειο και παραπέμπει σχετικά στα άρθρα 255

(1)(γ) και 298 του Κεφ. 154.» Η έννοια της λέξης «property» είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει κάθε έμψυχο ή άψυχο, δυνάμενο να αποτελέσει το αντικείμενο κυριότητας. Περιουσία ανήκει όχι μόνο σε κάποιον που είναι απόλυτος ιδιοκτήτης της, αλλά και σε οποιονδήποτε έχει επ' αυτής συμφέρον ή εμπράγματο δικαίωμα. Έτσι, περιουσία, η οποία κατέχεται από κοινού, μπορεί να γίνει αντικείμενο κλοπής από ένα ή περισσότερους από τους συνιδιοκτήτες. Με παραπομπή σε αγγλικά συγγράμματα εισηγείται ότι «το συμφέρον στην περιουσία δεν είναι ανάγκη να είναι νομικό («legal»), αλλά μπορεί να είναι και συμφέρον που αναγνωρίζεται στο δίκαιο της επιείκειας («equitable»)». Οι θέσεις και οι εισηγήσεις των δύο πλευρών ως τούτες περιέχονται στις αγορεύσεις τους και ως διευκρινίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, έχουν τύχει μελέτης και εξέτασης στο σύνολο τους για σκοπούς κατάληξης στην παρούσα. Νομική Πτυχή εκ πρώτης όψεως» Θεωρώ σκόπιμο προτού υπεισέλθω στην εξέταση του κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση να αναφερθώ στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο συνόψισε εκείνες τις προϋποθέσεις, που όταν συντρέχουν σωρευτικά ή και διαζευκτικά δικαιολογούν την απαλλαγή κατηγορουμένου από αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Οι εν λόγω περιπτώσεις είναι οι ακόλουθες: (α) όπου δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Στην υπόθεση Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε απόσπασμα από το σύγγραμμα Criminal Procedure In Cyprus by Loizou & Pikis, διευκρινίστηκε ότι, στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει είναι εάν η ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία χρήζει απάντησης (the Court is required to decide whether there is enough to call for an answer). Ως λέχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(1992)2 ΑΑΔ 356, 363, το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά σε αντικειμενική θεώρηση τούτης. Λεπτομερής αξιολόγηση θα λάβει χώρα μόνο όταν παρουσιαστεί όλη η μαρτυρία στο στο τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται σε αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να έχει «αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα.» Επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, επισημάνθηκε ότι : «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση.[1] Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο με βάση την τεθείσα μαρτυρία και την συνάρτηση αυτής με τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών της υπόθεσης, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου. Μαρτυρία: Παραθέτω σε σύνοψη την μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την πλευρά των Παραπονουμένων προς απόδειξη της υπόθεσης καθ' ήν έκταση αφορά στην παρούσα διαδικασία. Για την απόδειξη της υπόθεσης, κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως μάρτυρες οι δύο παραπονούμενοι. Πρώτος μάρτυρας ήταν ο κος Λοΐζος Λοΐζου (Μ.Κ.1) και ως δεύτερη μάρτυρας παρουσιάστηκε η κα Ιωάννα Σεργίδου (Μ.Κ.2). Κατά τη διαδικασία, κατατέθηκαν επίσης τα ακόλουθα Τεκμήρια:
  1. Επιταγή υπ' αριθμό 03875861 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αγίου Δομετίου
  2. Φωτοαντίγραφο Ποινικού Εντύπου 9, Υπόθεση Αρ. 20801/10 του ΕΔ Λευκωσίας
  3. Προσχέδιο Συμφωνίας μεταξύ των παραποιουμένων και του κατηγορούμενου
  4. Συμφωνία ημερομηνίας 04/03/2009
  5. Έγγραφο Υποθήκης αρ. 663/2008 ημερομηνίας 04/03/2009
  6. Απόδειξη έκδοσης Συνεργατικού Δανείου με αριθμό 051131 του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λευκωσίας
  7. Κατάσταση Λογαριασμού όψεως του κατηγορουμένου υπ' αριθμό 2004129-3 ημερομηνίας 17/11/
  8. Ο Μ.Κ.1, κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωση («Έγγραφο Α»), σε αυτή καταγράφεται ότι γνώρισε τον κατηγορούμενο το 2007 στη Λευκωσία. Διατηρούσαν με αυτόν φιλικές σχέσεις οι οποίες εν καιρώ έγιναν στενότερες τις οποίες ο κατηγορούμενος εκμεταλλεύτηκε για να τον καταστρέψει οικονομικώς. Περί την Άνοιξη του 2008 εκμεταλλευόμενος ο Κατηγορούμενος τις φιλικές τους σχέσεις, πρότεινε στο παραπονούμενο να αγοράσουν από κοινού ένα πρακτορείο στοιχημάτων Ο.Π.Α.Π. με την επωνυμία «Ναυσικά» από τη ιδιοκτήτρια αυτού κα Ναυσικά Ευθυμίου, στον Άγιο Δομέτιο. Αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος πρότεινε τούτο στον ίδιο καταρχήν για να το μεταφέρει στη σύζυγο του «για την οποία, ήδη εγνώριζε (ο κατηγορούμενος) ότι ήταν ιδιοκτήτρια χωραφιού στον Καλοπαναγιώτη ότι θα μπορούσαμε να το εκμεταλλευθούμε το περιουσιακό αυτό στοιχείο για κοινές επιχειρήσεις». Παράλληλα τους διαβεβαίωσε ότι επειδή είχε διασυνδέσεις με τον ΟΠΑΠ θα προχωρούσε σε εξασφάλιση άδειας αλλαγής της ιδιοκτησίας του πρακτορείου. Σε μια συζήτηση που είχε ο ίδιος, η παραπονούμενη 2 σύζυγος του και ο κατηγορούμενος, ο τελευταίος και παρουσίασε έγγραφα που έφεραν το λογότυπο του ΟΠΑΠ και παρουσιάζονταν κέρδη του πρακτορείου της κας Ναυσικάς €11.000.- - €12.
  9. Παράλληλα τους πρότεινε να προχωρήσουν σε επενδύσεις σε στην Αθήνα και στην Κρήτη που γνώριζε «πρόσωπα και καταστάσεις» και είχε διασυνδέσεις. Είχε αναφέρει στον κατηγορούμενο ότι ο ίδιος ήταν λειτουργός μέσης εκπαίδευσης και η σύζυγος του ήταν «παντελώς άσχετη» με πρακτορεία και ακίνητα και ο κατηγορούμενος τον καθησύχασε λέγοντας του ότι μετά την αγορά του πρακτορείου και των ακινήτων θα προχωρούσαν στην «αδειοδότηση μέσω νομίμου οδού και του Υπουργείου Παιδείας» και ότι θα έγγραφαν εταιρεία ο ίδιος ο ΜΚ1 με τη σύζηγο του. Για τις επενδύσεις στην Ελλάδα ο κατηγορούμενος του διαβεβαίωσε ότι: Α) με την καταβολή του συνολικού ποσού των €570.000.- θα εγγραφόταν επ' ονόματι του ιδίου το ½ μερίδιο τριών ακινήτων στα Χανιά καθότι το άλλο ½ θα εγγραφόταν επ' ονόματι του κατηγορουμένου Β) με την καταβολή πρόσθετου ποσού €80.000.- θα εγγραφόταν επ' ονόματι των παραπονουμένων το ½ μερίδιο διώροφης οικίας στο Ψυχικό στην οδό Χρυσανθέμων. Το άλλο ½ θα εγγραφόταν επ' ονόματι του κατηγορουμένου με την καταβολή από μέρους του ομοίως €80.000.- Στη βάση των πιο πάνω παραστάσεων συμφωνήθηκε όπως ο ίδιος και η σύζυγος του από τη μία και ο κατηγορούμενος από την άλλη καταβάλουν, εξ ημισείας τα ποσά που απαιτούνταν για την αγορά των διαμερισμάτων στην Αθήνα και τα Χανιά όσο και για την αγορά του πρακτορείου. Τα ποσά όπως του τα ανέφερε ο ίδιος ο κατηγορούμενος ήταν: Α) Ποσό €165.000.-, προς τη κα Ναυσικά. €80.000 για την αγορά του πρακτορείου θα καταβαλλόταν από τον ίδιο και τη σύζυγο του και €85.000 θα καταβαλλόταν από τον κατηγορούμενο προς την πωλήτρια με 12 μηνιαίες δόσεις. Β) Ποσό €160.000 για την αγορά ακινήτου στο Ψυχικό. Θα κατέβαλλαν €80.000.- έκαστος. Γ) Θα κατέβαλλαν από κοινού €570.000 για την αγορά τριών διαμερισμάτων στα Χανιά. Θα κατέβαλλαν €185.000 έκαστος και το υπόλοιπο ποσό θα καταβαλλόταν από τις εισπράξεις και αποδόσεις στα Χανιά, στο ΠΡΟΠΟ και την ενοικίαση της οικίας στην Αθήνα. Ανέφεραν στον κατηγορούμενο ότι δεν είχαν το ποσό των €160.000 στη διάθεση τους και ο κατηγορούμενος τους πρότεινε να διευθετήσει δανειοδότηση της συζύγου του ΜΚ1 από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας με το οποίο συνεργαζόταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος, με υποθήκευση του ακινήτου της συζύγου του (παραπονούμενης 2). Του ανέφερε ότι θα ήταν καλύτερα να εμφανίζεται ο ίδιος ο κατηγορούμενος με τη δική του σύζυγο Γεωργία Λοιζίδου ως πρωτοφειλέτες για να καταστεί εφικτή η δανειοδότηση. Με την υποθήκευση αγροτικού τεμαχίου γης της συζύγου του στον Καλοπαναγιώτη, εξασφαλίστηκε δάνειο ύψους €160.000.-. το οποίο κατατέθηκε αμέσως σε λογαριασμό του κατηγορουμένου τον οποίο ο ίδιος «μας υπέδειξε» και συγκεκριμένα στον λογαριασμό υπ' αριθμό 7400182-7 με σκοπό να δοθούν «οι αρχικές €80.000.- στην κα Ναυσικά και τα υπόλοιπα για την αγορά του ακινήτου στο Ψυχικό». Υπήρξε θέση του ότι το δάνειο βαρύνει στην ουσία τον ίδιο και τη σύζυγο του ενώ ολόκληρο το ποσό των €160.000.-. κατέληξε στον κατηγορούμενο. Το ποσό αυτό κατατέθηκε στον πιο πάνω λογαριασμό καθότι ο κατηγορούμενος τους διαβεβαίωσε ότι θα κατέβαλλε απευθείας το ποσό στην κα Ναυσικά για την προκαταβολή αγοράς του πρακτορείου και ότι τις υπόλοιπες €80.000.-είχε ήδη διευθετήσει να τις καταβάλει για την αγορά του μεριδίου τους στην αγορά του σπιτιού στο Ψυχικό. Αναφορικά με τις υπόλοιπες «επενδύσεις» κατέβαλαν το συνολικό ποσό των €105.000.- προς τον κατηγορούμενο «δυνάμει επιταγών του ΣΤΕΛΜΕΚ» όπου διατηρούσε ο ίδιος λογαριασμό «και η πιο πάνω υπόθεση αποτελεί αντικείμενο διαφοράς αστικής φύσεως στην Ελλάδα». Ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε κανένα ποσό για την αγορά της οικίας στο Ψυχικό ενώ στην κα Ναυσικά ως η τελευταία του ανέφερε, πρότεινε €25.000.- ως προκαταβολή με παράλληλη μεταβίβαση του πρακτορείου επ' ονόματι του. «Η υπόθεση ναυάγησε». Αντεξεταζόμενος ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι εδώ και 5.5 χρόνια έχει memo και έρχεται επιδότης σπίτι του για να του πάρει την ακίνητη περιουσία μου. Δεν γνώριζε αν ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε διαπραγμάτευση. Από τις 4/03/2009 που υποθηκεύτηκε το χωράφι της συζύγου του και μπήκαν στον λογαριασμό του κυρίου Λοϊζίδη το ποσό των € 160.000 με συνοφειλέτες τον κατηγορούμενο, τη σύζυγο του και τον ίδιο. Μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου που του ανακοίνωσε ότι χάθηκε η δουλειά με το πρακτορείο «Ναυσικά» δεν είχε καμιά ενημέρωση. Απλά κάθε εβδομάδα τον έπαιρνε τηλέφωνο ή περνούσε από το σπίτι του για να ενημερωθεί πού βρισκόταν το θέμα «Ναυσικά», γιατί από τον Μάρτιο μέχρι τον Σεπτέμβριο 6 μήνες του έλεγε δικαιολογίες ότι έπρεπε να πάρει λευκό ποινικό μητρώο από την Αστυνομία, έπρεπε να κάνει κάποια μαθήματα στον ΟΠΑΠ, είχε κάποιες δικές του δουλειές που έπρεπε να τις τελειώσει και διάφορες άλλες δικαιολογίες. Αρχές Σεπτεμβρίου του ανακοίνωσε ότι χάθηκε η δουλειά, ενώ προηγουμένως σε τραπέζι στον Άγιο Δομέτιο παρευρισκόμενοι εγώ, ο κύριος Λοϊζίδης με τη σύζυγο του, η κυρία Ναυσικά με τον σύζυγο και τα δύο παιδιά της σύνολο 7 άτομα. Είχαν συμφωνήσει ότι θα της δοθούν προκαταβολή €80.000 μόλις παρθούν από την υποθήκευση του χωραφιού του Λοΐζου και τις άλλες €85.000 θα τις δώσει ο κατηγορούμενος σε 12 μηνιαίες δόσεις. Τίποτε άλλο δεν γνώριζε γι' αυτό το θέμα ούτε ότι βρισκόταν σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση τον ενημέρωσε. Τα χρήματα του δανείου σπαταλήθηκαν για προσωπικά και οικογενειακά θέματα του κατηγορούμενου. Στους 3 πρώτους μήνες απέσυρε ο κατηγορούμενος όλο το ποσό και τις €160.
  10. Μετά τους 3 μήνες είχαν εμβασθεί €48.000 από δάνειο που συνήψε η σύζυγος του προς το ΣΤΕΛΜΕΚ συνεργατικό ταμιευτήριο δυτικών μέσης εκπαίδευσης, όπου είναι ένας από τους εγγυητές του συγκεκριμένου δανείου και τους επόμενους 4-5 μήνες έχουν αποσυρθεί όλα τα λεφτά με αποτέλεσμα σήμερα να έχει €70 ο λογαριασμός. Σε υποβολή που του έγινε ότι ο κατηγορούμενος έκανε διαπραγματεύσεις για την αγορά του πρακτορείου ΟΠΑΠ που την κυρία Ναυσικά τις οποίες ήταν πλήρως ενήμερος. Ανέφερε ότι άκουσε από την κα Ναυσικά ότι έκανε διαβήματα ο κατηγορούμενος για να πάρει άδεια από τον ΟΠΑΠ, του είχαν δώσει προέγκριση. Σε άλλη υποβολή που του έγινε ότι ο λόγος που ναυάγησε η περίπτωση του πρακτορείου του ΟΠΑΠ ήταν γιατί άλλαξε γνώμη η πωλήτρια ανέφερε ότι ναυάγησε γιατί στη συμφωνία που είχαμε στο τραπέζι πριν να υποθηκευτεί το χωράφι της συζύγου μου η συμφωνία ήταν να της δοθούν προκαταβολή €80.
  11. Αντί αυτού ο κύριος Λοϊζίδης της πρότεινε να της δώσει €25.000 γι' αυτό χάλασε η συμφωνία. Σε ό,τι αφορά την επένδυση στα Χανιά ανέφερε ότι πήγε στα Χανιά για να δεί τα ακίνητα Εκεί συνάντησαν δύο πρόσωπα τους έδειξαν 3 ακίνητα, υπέγραψαν συμφωνία για 3 διαμερίσματα στην πόλη των Χανιών αξίας €570.
  12. Θα κατέβαλλε ο παραπονούμενος €190.000 και o κατηγορούμενος € 180.
  13. Για τις άλλες €200.000 θα έπαιρναν δάνειο από την τράπεζα. Σε υποβολή που του έγινε ότι το δάνειο των €160.000.- δεν είχε σχέση με τις επενδύσεις στα Χανιά συμφώνησε. Σε υποβολή που του έγινε κατά την αντεξέταση συμφώνησε με το συνήγορο του κατηγορουμένου ότι, το δάνειο δεν είχε σχέση με την επένδυση στα Χανιά. Ανέφερε επίσης ότι ουδέποτε πήγε στην Αθήνα ή είδε το σπίτι ενώ ο ίδιος ανέμενε να του φέρει ο κατηγορούμενος έγγραφα της κατοικίας στο Ψυχικό. Ο Κατηγορούμενος του πήρε έγγραφα ενός διαμερίσματος αξίας €15.000 με τρίτο συνιδιοκτήτη ο οποίος του είναι άγνωστος. Το «υποτιθέμενο» διαμέρισμα δεν γνωρίζει που βρίσκεται μόνο στα χαρτιά ενώ ανέφερε «δεν πήρα ούτε μία». Ανέφερε επίσης ότι δεν έχει καταβάλει καμιά δόση έναντι του δανείου στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο. Ερωτώμενος γιατί δεν πήγε στην Αθήνα να δεί το σπίτι όπως πήγε και στα Χανιά απάντησε ότι ο κατηγορούμενος πήγαινε συχνά γιατί τον διαβεβαίωνε πάντοτε ότι είχε αδελφό μεγαλοδικηγόρο με μεγάλο γραφείο στην Αθήνα. Αυτός του βρήκε τα ακίνητα σε τιμές ευκαιρίας και ότι είχε αποκτήσει πάρα πολλή περιουσία εκεί στην Αθήνα γνωρίζοντας ότι ο αδελφός του ήταν εκεί, ενώ στα Χανιά δεν είχε κανένα γι' αυτό πήγαν. Ο κατηγορούμενος του έδειξε δύο φωτογραφίες του ακινήτου στην Αθήνα. Η ΜΚ2 ανέφερε ότι είναι σύζυγος του 1ου παραπονούμενου αναφέρει ότι γνώρισε τον κατηγορούμενο του 2008 και είχαν φιλικές σχέσεις. Μετά από παρότρυνση του κατηγορουμένου προχώρησε στην υποθήκευση ακινήτου στον Καλοπαναγιώτη ώστε να εξασφαλιστεί δάνειο για ποσό €160.000.- στο οποίο Αιτητής ήταν ο ίδιος. Το ποσό αυτό το κατέθεσαν στο λογαριασμό του κατηγορούμενου όπως ο ίδιος υπέδειξε. Από το ποσό αυτό θα καταβαλλόταν €80.000.- για την αγορά πρακτορείου και άλλες €80.000 θα καταβάλλονταν για την αγορά ακινήτου στο Ψυχικό. Ο κατηγορούμενος τους ξεγέλασε εξασφαλίζοντας το ποσό των €160.000 μέσω του «κόλπου υποθήκευσης το οποίο κατασπατάλησε για δικούς του σκοπούς». Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος της έδειξε μία ή δύο φωτογραφίες του ακινήτου στο Ψυχικό. Κατ' αρχάς και παρά το ότι δεν έγινε σχετική προς τούτο εισήγηση, θα πρέπει να λεχθεί ότι έχοντας διεξέλθει το σύνολο του μαρτυρικού υλικού, δεν θεωρώ ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία την οποία το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αντιπαρέλθει επί οποιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολό της. Συνεπώς, καταλήγω ότι η μαρτυρία δεν είναι αντινομική. Συνεπώς, ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσον, κατά αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων, έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των υπό κρίση αδικημάτων. Το Άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
  14. Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Ό,τι προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, είναι τα ακόλουθα: Α. Η ύπαρξη ψευδούς παράστασης Β. Η απόκτηση περιουσίας (δυνάμενης να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής) ως αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης Γ. Η πρόθεση καταδολίευσης. Α. ΨΕΥΔΗΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ Ο όρος «ψευδής παράσταση» ερμηνεύεται από το Άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα ως εξής: «
  15. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Ψευδής παράσταση είναι η παρουσίαση γεγονότος λόγω ή έργω, που έλαβε χώρα στο παρελθόν ή λαμβάνει χώρα στο παρών σαν υφιστάμενο, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν υφίσταται. Για να εκληφθεί μια παράσταση ότι εμπίπτει εντός των πλαισίων του άρθρου 297 θα πρέπει ο προβάλλων την παράσταση όταν προέβαινε σε αυτή να έχει γνώση ότι η παράσταση είναι όντως ψευδής ή να μην πίστευε το αληθές της. Είναι δε αρκετό είναι να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενους προκάλεσε στο μυαλό του θύματος μια ψεύτικη προσδοκία[2]. Το βάρος απόδειξης των ψευδών παραστάσεων, βρίσκεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής, η οποία θα πρέπει να τις αποδείξει όπως τις επικαλείται στο κατηγορητήριο. Ό,τι άλλο είναι ουσιαστικό να αναφερθεί για τους σκοπούς της παρούσας είναι ότι απλή παράβαση σύμβασης, παρά τις υποσχέσεις του κατηγορουμένου για εκπλήρωση των συμφωνηθέντων, δεν αποτελεί ψευδή παράσταση εντός της εννοίας του Άρθρου 297 του Ποινικού Κώδικα. Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861, τονίστηκε ότι το ψευδές της παράστασης, όπως και η πρόθεση καταδολίευσης για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος, ανάγεται στην εξ αρχής πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίνει και όχι στην εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του: «Όμως η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδός της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιστάσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch.D. 459, 483), «The state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion». Το ψευδώς περιστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά τον χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη.[3]» Στην υπό κρίση υπόθεση θεωρώ ότι δεν έχει καταδειχθεί ποια ήταν η ψευδής παράσταση που έγινε προς τους παραπονούμενους. Αναφέρθηκε από τον μάρτυρα ότι, ποσό των €80.000.- θα καταβαλλόταν για την αγορά του πρακτορείου και σε ό,τι αφορά την υπόθεση αυτή (καθ' ήν έκταση καλύπτεται από το κατηγορητήριο) οι υπόλοιπες €80.000.-, θα καταβάλλονταν για την αγορά οικίας στην Ελλάδα. Καμιά μαρτυρία δεν προσφέρθηκε ωστόσο ότι π.χ. δεν υφίστατο προς πώληση κατοικία στην Ελλάδα ή έστω ποια ήταν η ψευδής παράσταση που έγινε σε σχέση με την συνδιαλλαγή των παραπονουμένων με τον κατηγορούμενο για την κοινή επένδυση για αγορά της οικίας στην Αθήνα. Θεωρώ ότι δεν έχει καταδειχθεί και ούτε έχει υποστηριχθεί με μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος παρουσίαζε γεγονός που υφίστατο κατά τη στιγμή που γίνονταν οι παραστάσεις και γνώριζε αυτό ως ψευδές ή πίστευε αυτό το γεγονός ως μη αληθές. Μη απόδειξη του συστατικού αυτού στοιχείου έστω στο βαθμό που είναι αρκετός για το στάδιο του εκ πρώτη όψεως και κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θεωρώ ότι θα μετέθετε το βάρος απόδειξης. Β. Απόκτηση περιουσίας ως αποτέλεσμα ψευδούς παράστασης Ως αναφέρεται και ανωτέρω η περιουσία που αποσπάται θα πρέπει να είναι τέτοια που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή αποτελεί αντικείμενο κλοπής, Το τι μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής τυγχάνει καθορισμού στο Άρθρο 255
(3)ΠΚ το οποίο προνοεί ότι: "255
(3)
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο». Ενώ ως ιδιοκτήτης λογίζεται και ο ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής. Με βάση τα πιο πάνω δεν θεωρώ ότι ο κατηγορούμενος θα μπορούσε να βρεθεί ένοχος δυνάμει των προνοιών του άρθρου 298 σ' ό,τι αφορά περιουσία της παραπονουμένης 2 και τούτο διότι το δικαίωμα της να εναποθέτει εμπράγματο βάρος σε ακίνητη ιδιοκτησία της δεν μπορεί επουδενί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής σύμφωνα με την ερμηνεία του άρθρου 255 του Κεφ.
  1. Επί του δικαιώματος υποθήκευσης ακινήτου δεν μπορεί να «αποκτά κατοχή» κάποιος ούτε και να «αποκομίζεται» τούτο εν τη εννοία του άρθρου 255 1(β) δηλ. να μετακινείται από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχεται αφού δεν νοείται φυσική κατοχή επί του δικαιώματος τούτου. Άλλωστε εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι εντός της εννοίας «πράγμα» υπάγονται κινητά. Το κατηγορητήριο στις «λεπτομέρειες αδικήματος» αυτού κάνει αναφορά σε απόσπαση χρηματικού ποσού ύψους €80.000.- από τους παραπονούμενους. Ωστόσο το ποσό που κατ' ισχυρισμό των παραπονούμενων αποσπάστηκε, φαίνεται, σύμφωνα με τη μαρτυρία, να επιτελέστηκε με απόσυρση χρημάτων από τον κοινό λογαριασμό του κατηγορούμενου, της συζύγου αυτού και του παραπονούμενου με τη μεταφορά ποσού €158.108,86 σε λογαριασμό όψεως του κατηγορουμένου υπ αριθμό 204129-3 στις 05/03/
  2. Ως έχει λεχθεί επίσης στην υπόθεση ΜΥΡΤΩ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ κ.α. ν. ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ κ.α., Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 551/2013, 553/2013 κ.α., 7/6/2013 (υπό τον υπότιτλο «Νομική Πτυχή) οι καταθέσεις σε Τράπεζα αποτελούν «δικαίωμα σε περιουσία». Στην υπό κρίση υπόθεση στο Τεκμήριο 6 φαίνεται ότι τα χρήματα του δανείου μεταφέρθηκα στον λογαριασμό 7400182-7 επ' ονόματι και των τριών ανωτέρω αναφερομένων προσώπων. Η υπόσταση αυτή των χρημάτων που υπήρξε θέση των παραπονούμενων με βάση τη μαρτυρία αποδείχτηκε ότι αποσπάστηκε δεν θεωρώ ότι μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής αφού δεν αποτελεί «περιουσία» αλλά «δικαίωμα σε περιουσία» κατά τρόπο ώστε να μην είναι δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής της εννοίας του άρθρου 255 του Κεφ.
  3. Αλλά, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι, αποτελεί αντικείμενο εντός της εννοίας του άρθρου 255 του Κεφ. 154, θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι τέτοια «απόκτηση περιουσίας» έγινε στις 05/03/2009 (από τη συνδυασμένη ανάγνωση των Τεκμηρίων 6 και 7) είναι αναγκαίο να αποδειχθεί ότι η περιουσία που αναφέρεται στο κατηγορητήριο αποκτήθηκε σαν αποτέλεσμα της ισχυριζόμενης ψευδούς παράστασης. Δηλαδή, θα πρέπει η μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι, η ψευδής παράσταση, επέδρασε στο μυαλό του εξαπατηθέντος και ότι ήταν αυτή που τον ώθησε είτε πλήρως είτε μερικώς να αποξενωθεί την περιουσία του. Καμιά μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί όμως ως ανέφερα και ανωτέρω που να καταδεικνύει ότι υπήρξε ψευδής παράσταση αναφορικά με το ακίνητο στην Αθήνα που να επέδρασε στο μυαλό του παραπονούμενου. Σε ό,τι αφορά τα ακίνητα στα Χανιά οι συνδιαλλαγές προχώρησαν και αποτελούν ως ανέφερε ο ΜΚ1 αντικείμενο άλλων δικαστικών διαδικασιών. Κατά συνέπεια ακόμα και αν ήθελε διαταχθεί τροποποίηση του Κατηγορητηρίου επουδενί δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι έχει αποδειχθεί αυτό το συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Γ. Πρόθεση καταδολίευσης Η πρόθεση καταδολίευσης κατά κανόνα τεκμαίρεται μέσα από τα γεγονότα της κρινόμενης υπόθεσης. Η πρόθεση δεν είναι πάντοτε δεκτική θετικής και άμεσης μαρτυρίας, αλλά ανευρίσκεται συνήθως ως εξυπακουόμενο γεγονός από τα γεγονότα της υπόθεσης. Σε περίπτωση όπου λαμβάνονται χρήματα με παραστάσεις που εκ πρώτης όψεως είναι ψευδής, τότε η πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται εκ πρώτης όψεως . Βλ. R. v. Hammerson, 10 Cr. App. R. 121). Από τις λεπτομέρειες τις πρώτης κατηγορίας δεν καθίσταται σαφές ποια υπήρξε η ψευδής παράσταση. Ό,τι μπορεί να συναχθεί είναι η αναφορά του κατηγορούμενου προς τους παραπονούμενους ότι θα επένδυαν μαζί σε ακίνητο στην Αθήνα. Δεν έχει όμως αναφερθεί ότι δεν υπήρξε ακίνητο στην Αθήνα ή ότι δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση για προώθηση διαδικασίας αγοράς συγκεκριμένου ακινήτου στην Αθήνα. Στην υπόθεση Ευθυμίου (ανωτέρω), το ότι η παράσταση ήταν ψευδής και ότι υπήρχε πρόθεση καταδολίευσης φέρει η κατηγορούσα αρχή ιδιαίτερα σε περιπτώσεις μη εκπλήρωσης συμβατικών υποχρεώσεων. Θα πρέπει δε να καταδειχθεί η εξ αρχής πρόθεση του κατηγορουμένου να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίνει. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει υπάρξει θεωρώ μαρτυρία επί τούτου έστω στο βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο, κατά τρόπο ώστε κλήση του κατηγορουμένου σε απολογία να μετέθετε το βάρος απόδειξης. Συνεπώς, η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής δεν έχει αποδείξει, έστω στο βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο της δίκης, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της ψευδούς παράστασης του άρθρου 298 του Κεφ.154 και της πρόθεσης καταδολίευσης. Β. ΑΠΑΤΗ Το αδίκημα της Απάτης, το οποίο αφορά στη 2η κατηγορία, διέπεται από το άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο αναφέρει τα εξής: "Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων." Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: Α (α) Κάποιος χρησιμοποιώντας δόλιο τέχνασμα ή επινόημα και (β) αποκτά πράγμα που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή Β (γ) υποκινεί άλλο πρόσωπο και (δ) παραδίδει σε άλλο πρόσωπο (ε) χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από αυτό που θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη που θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιούσε τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα. Εδώ μας αφορά η πρώτη περίπτωση. Σε ότι αφορά το συστατικό στοιχείο υπό (β) θεωρώ ότι αυτό δεν έχει αποδειχθεί αφού θεωρώ ότι ισχύουν τα όσα ανωτέρω αναφέρω για την απόκτηση περιουσία με ψευδής παραστάσεις. Ό,τι κατ' ισχυρισμό αποσπάστηκε ή αφέθηκε να εννοηθεί ότι αποσπάστηκε θεωρώ ότι εμπίπτει στην έννοια του αντικειμένου δυνάμενου να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Καθόλα συναφή με τα όσα αναφέρονται ανωτέρω για την απόδειξη γνώσης αναφορικά με την ψευδή παράσταση ή και το ποια υπήρξε η ψευδής παράσταση είναι και για τους σκοπούς εξέτασης απόδειξης του υπό κρίση αδικημάτων της «απάτης». Δεν θεωρώ ότι υπήρξε μαρτυρία αναφορικά με το ποιό ήταν το δόλιο τέχνασμα του κατηγορουμένου ή αναφορικά με την ύπαρξη γνώσης αδυναμίας εκπλήρωσης της συνδιαλλαγής για αγορά του ακινήτου στην Αθήνα ή ότι τούτο απετέλεσε μέρος του δόλιου σχεδίου του κατηγορουμένου για να αποσπάσει προς όφελος του χρηματικό ποσό. Η γενική κα αόριστη αναφορά σε κάποια γεγονότα από τα οποία απουσιάζει συγκεκριμενοποίηση πρόθεσης εξαπάτησης στη ή και ακόμα σε τι συνίστατο ακριβώς η εξαπάτησης δεν θεωρώ ότι είναι αμελητέα σε τέτοιο βαθμό ή η μαρτυρία που παρουσιάστηκε ήταν επαρκής εξ αντικειμένου κρινόμενη ώστε να δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως ενοχής. (βλέπε Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ). Κατά συνέπεια αντικρίζοντας αντικειμενικά την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, έχοντας κατά νου τις αρχές που διέπουν την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και την πτυχή των νομικών θεμάτων που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου αναφορικά με οιανδήποτε των κατηγοριών που αντιμετωπίζει και συνεπώς αθωώνεται και απαλλάσσεται. Θα ακούσω τους συνηγόρους επί του θέματος των εξόδων. (Υπ.) ...................................... Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, σελ. 365-366: [2] Blackstone's Criminal Practice 2000, παρά. 5.6, σελ. 328 [3] Σελ. 866 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.