← Κύπρος

easyGroup Holdings Limited ν. Γιάννη Σήφη Βαρδινογιάννη κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 18344/13, 27/2/2015

easyGroup Holdings Limited ν. Γιάννη Σήφη Βαρδινογιάννη κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 18344/13, 27/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Αρ.Υπόθεσης: 18344/13 Μεταξύ easyGroup Holdings Limited -ν-

  1. Γιάννη Σήφη Βαρδινογιάννη
  2. Παύλου Παπαδόπουλου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 27 Φεβρουαρίου 2015 Για Αιτητές - Παραπονούμενους: κ Μελάς Για Καθ' ού η Αίτηση: Κατηγορούμενο 1: καμιά εμφάνιση Κατηγορούμενος 1: Απών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΗΝ ΜΟΝΟΜΕΡΉ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 21/01/15 ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΓΙΑ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΤΗ ΕΠΊΔΟΣΗ ΤΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΗΡΊΟΥ Εισαγωγή: Με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται η έκδοση διατάγματος για υποκατάσταση επίδοση του κατηγορητηρίου δυνάμει των προνοιών του άρθρου 46 του Κεφ.
  3. Ειδικότερα η πλευρά των Κατηγόρων επικαλούμενη τις πρόνοιες του αμέσως ανωτέρω αναφερθέντος άρθρου επιδιώκει την έκδοση διατάγματος ως ακολούθως: «Άδεια του Σεβαστού Δικαστηρίου και /ή Διάταγμα που να επιτρέπει την επίδοση του κατηγορητηρίου της παρούσας Υπόθεσης στην οδό Ιφιγενείας 17 στον Στρόβολο, όπου βρίσκονται οι εγκαταστάσεις του δικηγορικού γραφείου Λουκής Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ που είναι οι δικηγόροι του κατηγορουμένου 1, και/ή διά της επίδοσης του στον κον Λουκή Παπαφιλίππου και/ή στον Χριστόφορο Θεοδώρου σε οποιοδήποτε τόπο και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο που θα κρίνει κατάλληλο το Δικαστήριο». Το αίτημα των παραπονουμένων υπεβλήθη με γραπτή αίτηση. Νομική της βάση απετέλεσε το άρθρο 46 του Κεφ. 155 ενώ στηρίζεται επίσης «επί ης Πρακτικής και των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου». Γεγονότα προς υποστήριξη του αιτήματος παρουσιάστηκαν με την ένορκη δήλωση της κας Λώριας Χατζηξενοφώντος, ημερομηνίας 20/01/
  4. Ιστορικό: Δυνάμει του περιεχομένου του κατηγορητήριου αμφότεροι οι κατηγορούμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με δύο κατηγορίες. Η μεν πρώτη κατηγορία αφορά στο αδίκημα της συνομωσίας προς καταδολίευση κατά παράβαση των άρθρων 302, 20 και 26 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 η δε δεύτερη, αφορά στο αδίκημα της απάτης κατά παράβαση των άρθρων 300, 20 και 26 του Κεφ.
  5. Ως διαπιστώνεται και από το έντυπο 'Τύπος 7' στο οποίο διατυπώνονται οι κατηγορίες, ο Κατηγορούμενος 1 είναι εξ Ελλάδος. Έχει επιχειρηθεί επανειλημμένα στο παρελθόν να γίνει επίδοση του κατηγορητηρίου προς αυτόν στην Ελλάδα, χωρίς ωστόσο επιτυχή κατάληξη. Αναδρομή στα πρακτικά του Δικαστήριου καταμαρτυρά τούτο. Ας σημειωθεί περαιτέρω ότι έχουν ήδη εκδοθεί 2 ενδιάμεσες αποφάσεις επί προτεινόμενων επιδόσεων των οποίων η κατάληξη ήταν ότι, δεν υπήρχε νομικά έγκυρη επίδοση. Ειδικότερα: Όταν στις 24/09/13 η υπόθεση ορίστηκε πρώτη φορά από το Πρωτοκολλητείο, ο Κατηγορούμενος 2 εμφανίστηκε στη διαδικασία και απάντησε μη παραδοχή στις κατηγορίες. Ο Κατηγορούμενος 1 δεν εμφανίστηκε. Εμφανίστηκαν ωστόσο οι συνήγοροι αυτού, οι οποίοι και προέβαλαν ένσταση στην κατάθεση των εγγράφων που οι συνήγοροι των Κατηγόρων ήταν προτεθειμένοι να καταχωρήσουν για να αποδειχθεί η επίδοση, για λόγους που άπτονταν στη διαδικασία παρουσίασης των εγγράφων ενώπιον του Δικαστηρίου. Ήγειραν επίσης ένσταση και αγόρευσαν προς υποστήριξη της ενστάσεως τους, αναφορικά με την νομιμότητα και εγκυρότητα της ισχυριζόμενης επίδοσης. Το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση τότε) με απόφαση του ημερομηνίας 09/10/13, κατέληξε ότι δεν είχε ενώπιον του νομικά έγκυρη επίδοση. Στις 25/09/14 ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση είχε οριστεί για επίδοση, εμφανίστηκε και πάλι συνήγορος για τον κατηγορούμενο
  6. Αμφισβητήθηκε και πάλι η εγκυρότητα της εισηγούμενης από μέρους των κατηγόρων επίδοσης του κατηγορητηρίου. Δόθηκε ημερομηνία για αγορεύσεις και στις 19/12/14 με απόφαση ιδίας ημερομηνίας κρίθηκε ότι δεν έχει καταδειχθεί ύπαρξη έγκυρης επίδοσης. Ενόψει της φύσης του αιτήματος και της επίκλησης εκ μέρους των κατηγόρων αδυναμίας επίδοσης με οιονδήποτε άλλο τρόπο, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το απόσπασμα της κατάληξης της απόφασης ημερομηνίας 19/12/14 στην οποία εμπεριέχεται απόσταμα του σκεπτικού της απόφασης ημερομηνίας 24/09/13: «Σε ό,τι αφορά την εφαρμογή των προνοιών του Ν.55/1984 στη βάση των γεγονότων που πλαισιώνουν την υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο τούτο, έχει, υπό άλλη σύνθεση, αποφασίσει επί του σημείου τούτου. Ειδικότερα, το Δικαστήριο αφού προέβη σε ερμηνεία του άρθρου 1 της Σύμβασης και με δεδομένο ότι η παραπονούμενη εταιρεία έχει έδρα το Μονακό κατέληξε ότι η εν λόγω σύμβαση δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση υπόθεση. Το σημείο αυτό σχολιάζεται στις σελ 6 - 8 της απόφασης ενώ στη σελίδα 8 της απόφασης αναφέρεται ως ακολούθως: «Έχοντας εξετάσει με προσοχή τις πρόνοιες του άρθρου 1 της Σύμβασης και υπό το φως των επιχειρημάτων και θέσεων των ευπαιδεύτων δικηγόρων των δύο πλευρών και έχοντας κατά νου τα προαναφερόμενα σε ότι αφορά την Παραπονούμενη εταιρεία, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η Παραπονούμενη εταιρεία δεν είναι νομικό πρόσωπο που καλύπτεται από τις πρόνοιες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 της Σύμβασης που κυρώθηκε με τον Κυρωτικό Νόμο 55/84 και συνακόλουθα οι διατάξεις της Σύμβασης, δεν έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Η παράγραφος 3 του άρθρου 1 της Σύμβασης, κατά την άποψη μου, προσδιορίζει σαφέστατα ότι τα πρόσωπα τα οποία επωφελούνται των θεμάτων που ρυθμίζονται από την εν λόγω Σύμβαση, είναι αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και 2 του ίδιου άρθρου. Δεδομένου ότι η Παραπονούμενη εταιρεία δεν καλύπτεται από τις πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου, για τους λόγους που προανέφερα, έπεται ότι οι πρόνοιες της διμερούς Σύμβασης Νομικής Συνεργασίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας σε θέματα Αστικού, Οικογενειακού, Εμπορικού και Ποινικού Δικαίου, η οποία ρυθμίζει την δικαστική αρωγή (βλέπε, άρθρο 2 της Σύμβασης), η οποία περιλαμβάνει τη διαβίβαση και την επίδοση εγγράφων, καθώς και τη διεξαγωγή αποδείξεων (βλέπε, άρθρο 4 της Σύμβασης), καθιστά την επίδοση στον Κατηγορούμενο 1 άκυρη.» Κατά συνέπεια και με δεδομένα τα κριθέντα στην απόφαση ημερομηνίας 09/10/14 επί του ζητήματος εφαρμογής του Ν. 55/1984 στην υπό κρίση υπόθεση υπάρχει θεωρώ δεδικασμένο, το θέμα τούτο έχει κριθεί. Ούτε ο περί της Σύµβασης καταρτιζοµένης από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 34 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, για την Αµοιβαία ∆ικαστική Συνδροµή επί Ποινικών Υποθέσεων µεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Πρωτοκόλλου της (Κυρωτικός) Νόµος, Ν. 25(ΙΙΙ)/2004, μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Καμιά μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί αναφορικά με την έγκριση από την Ελλάδα της Σύμβασης αυτής. Η Νομολογία ωστόσο έχει καθορίσει ότι τα «κυπριακά δικαστήρια εκλαμβάνουν το ξένο νόμο ως απλό πραγματικό γεγονός.» το οποίο θα πρέπει να αποδεικνύεται (βλ. Royal Bank of Scotland P.L.C. v. Geodrill Co Ltd κ.ά.

(1993)1 Α.Α.Δ. 753). μέσο γνώσης του αλλοδαπού δικαίου είναι βασικά οι γνώμες των νομομαθών. Άλλωστε, η Σύμβαση της 29ης Μαΐου 2000 για την Αμοιβαία Δικαστική Συνδρομή επί Ποινικών Υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που Υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο στις 30 Νοεμβρίου 2000 αν και υπεγράφη από όλες τις χώρες μελή ως και το προοίμιο αυτής αναφέρει, της Ευρωπαϊκή Ένωσης της Ελλάδας περιλαμβανομένης, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 27 αυτής, η σύμβαση αρχίζει να ισχύει 90 ημέρες μετά την ολοκλήρωση των αναγκαίων διαδικασιών για την έγκριση της σύμβασης από το όγδοο κράτος το οποίο ήταν μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 29 Μαΐου 2000 όταν εκδόθηκε από το Συμβούλιο η πράξη για την κατάρτιση της σύμβασης. Η σύμβαση θα ισχύει για τα οκτώ αυτά κράτη μέλη και θα εφαρμοστεί στα υπόλοιπα κράτη μέλη 90 ημέρες μετά την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών τους. Αναφορικά με την επίκληση της Σύμβασης Σέγκεν δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων του κατηγορουμένου καθ' ήν έκταση εισηγείται ότι δεν εφαρμόζεται στην Κύπρο. Δυνάμει δε του άρθρου 2
(2)της Σύμβαση της 29ης Μαΐου 2000 για την Αμοιβαία Δικαστική Συνδρομή επί Ποινικών Υποθέσεων καταργούνται οι διατάξεις του άρθρου 49 στοιχείο α) και των άρθρων 52, 53 και 73 της Σύµβασης εφαρμογής της Συµφωνίας του Σένγκεν. Η Σύμβαση ως επίσης και το άρθρο 2
(2)αυτής υιοθετήθηκε αυτούσια με τη ψήφιση του Ν. 25(ΙΙΙ)/
  1. Σημειώνεται δε ότι, η Κύπρος αν και υιοθέτησε το κεκτημένο της Συνθήκης Σέγκεν με τη σύμβαση προσχώρησης, δεν υπήρξε ποτέ πλήρες μέλος αυτής. Η επίκληση του περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέµατα Νόµου Ν.23(I)/2001 Το πεδίο εφαρμογής του Νόμου αυτού καθορίζεται από το άρθρο
  2. Το άρθρο αυτό καθορίζει μεταξύ άλλων ότι «Οι διατάξεις του Νόµου αυτού εφαρµόζονται σε ότι αφορά αιτήµατα από ή προς — (α) Όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης» κατά συνέπεια και της Ελλάδας. Επίδοση εγγράφων «διαδικασίας» της Δημοκρατίας σε ξένη χώρα λαμβάνει χώρα σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 4
(1)του Νόμου. Σημειώνεται ότι το άρθρο 2 του Νόμου καθορίζει ότι η έννοια του όρου "διαδικασία" περιλαμβάνει ποινική διαδικασία και παραπέμπει στον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο. Στην έννοια της «ποινικής διαδικασίας» το άρθρο 2 του Κεφ. 155 εντάσσει οποιαδήποτε διαδικασία που εγείρεται ενώπιον Δικαστηρίου εναντίον οποιουδήποτε προσώπου προς τιμωρία του για ποινικό αδίκημα που διαπράχθηκε κατά παράβαση οποιουδήποτε νομοθετήματος. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και έχοντας μελετήσει με προσοχή τον εν λόγω Νόμο, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε που θα απέτρεπε την εφαρμογή των προνοιών αυτού στην υπό κρίση υπόθεση. Η απουσία ρητής προδιαγραφής διαδικασίας επίδοσης καθιστά τον Νόμο αυτό καθ' ήν έκταση αφορά το άρθρο 4.-
(1)νόμο πλαίσιο αφού αφήνει η επίδοση να γίνει σύμφωνα με «διευθετήσεις» που έχουν γίνει από την αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας. Ό,τι ωστόσο το Δικαστήριο υποχρεούται να πράξει είναι να ελέγξει αν υπήρξε έγκυρη επίδοση του κατηγορητηρίου στον κατηγορούμενο κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση των συνταγματικώς κατοχυρωμένων δικαιώματων αυτού. Η ασφαλιστική δικλείδα που τίθεται στο Κεφ. 155 προς τούτο είναι η ρητή απαίτηση του άρθρου 45
(2)όπως «Η επίδοση κάθε κλήσης αποδεικνύεται είτε προφορικά από το πρόσωπο που επέδωσε αυτή είτε με ένορκη δήλωση αυτού». Κατά αντιστοιχία θεωρώ ότι θα έπρεπε να έχει υπάρξει τουλάχιστον μαρτυρία αναφορικά με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε και τις διευθετήσεις που έγιναν από την Αρμόδια Αρχή. Κατά συνέπεια η επίδοση θα ελεγχθεί μόνο εφόσον παρουσιαστεί μαρτυρία προς την διαδικασία που ακολουθήθηκε. Τέτοια μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί κατά τρόπο ώστε να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή η εισήγηση των ευπαιδευτών συνηγόρων των παραπονούμενων ότι υπάρχει έγκυρη επίδοση. .. Κατά συνέπεια και για τους λόγους που προσπάθησα ανωτέρω να εξηγήσω καταλήγω ότι δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη έγκυρης επίδοσης.» Νομική Πτυχή: Το Άρθρο 3 του 30 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα εκάστου προσώπου να πληροφορηθεί τους λόγους, για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του δικαστηρίου ενώ το Άρθρο 12 στην παράγραφο 5 αυτού κατοχυρώνει τα ελάχιστα δικαιώματα του κατηγορούμενου για αδίκημα προσώπου, μεταξύ αυτών και το δικαίωμα του κατηγορουμένου να πληροφορηθεί σε καταληπτή υπ' αυτού γλώσσα αμέσως και λεπτομερώς την φύση και τους λόγους της εις αυτόν αποδιδομένης κατηγορίας. Το άρθρο 46 του Κεφ. 155, προνοεί τον τρόπο επίδοσης του κατηγορητηρίου υπαγορεύοντας τα ακόλουθα: «46.-
(1)Κάθε κλήση δύναται να επιδοθεί οπουδήποτε στη Δημοκρατία από αστυνομικό ή λειτουργό του Δικαστηρίου από το οποίο αυτή εκδίδεται ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο όπως το Δικαστήριο δύναται να διατάξει και- (α) αν ο κατηγορούμενος είναι άτομο, η κλήση επιδίδεται είτε με παράδοση στον ίδιο προσωπικά ή αφήνεται σε κάποιο ενήλικο πρόσωπο που ζει με αυτό ή σε υπεύθυνο του τόπου όπου αυτό διαμένει ή του τόπου εργασίας ή ασχολίας αυτού ..» Το άρθρο αυτό έχει σχετικά προσφάτως τροποποιηθεί με τον Νόμο 42(I)/2014 ο οποίος δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 04/04/14 με την προσθήκη σε αυτό της ακόλουθης παραγράφου: «(1Α) Αν ήθελε να φανεί στο Δικαστήριο ότι για οποιοδήποτε λόγο είναι αδύνατο να γίνει επίδοση σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου, το Δικαστήριο δύναται κατόπιν προφορικού αιτήματος της κατηγορούσας αρχής να διατάξει επίδοση με άλλο τρόπο που θα θεωρήσει δίκαιο.» Στηριζόμενοι ουσιαστικά στην πιο πάνω αναφερόμενη τροποποίηση του άρθρου 46 του Κεφ. 155, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγόρων προωθούν το αίτημα τους. Το άρθρο 46 ωστόσο του Κεφ. 155, αναφέρεται σε επίδοση εντός της Δημοκρατίας[1]. Ό,τι εξ αντιδιαστολής θεωρώ συνάγεται από τη διατύπωση: «Κάθε κλήση δύναται να επιδοθεί οπουδήποτε στη Δημοκρατία», είναι ότι, δεν είναι επιτρεπτή η επίδοση κλήσης εκτός της Δημοκρατίας τουλάχιστον δυνάμει των προνοιών του άρθρου αυτού. Γεγονός είναι ότι η Κυπριακή Δημοκρατία έχει προσχωρήσει σε συμβάσεις ή και έχει συνάψει συμφωνίες διεθνείς τις οποίες και έχει ενσωμάτωσει στο εσωτερικό δίκαιο δια Νόμου, κατ' επίκληση των οποίων καθίσταται δυνατή η επίδοση κατηγορητηρίου εκτός της Δημοκρατίας με τον τρόπο βεβαίως που οι ίδιες καθορίζουν. Διευρυμένη ερμηνεία του άρθρου 46.1Α ώστε να περιλαμβάνει και τις περιπτώσεις υπηκόων άλλων κρατών που δεν διαμένουν μόνιμα και δεν βρίσκονται κατά τη στιγμή της επίδοσης στο έδαφος της Δημοκρατίας θεωρώ ότι δεν χωρεί. Κάτι τέτοιο εξάλλου θα καταστρατηγούσε τις πρόνοιες διεθνών συμβάσεων που η Δημοκρατία έχει συνάψει. Ό,τι οι διακρατικές συμφωνίες αναφερόμενες σε παροχή κυρίως συνδρομής σε θέματα Ποινικού Δικαίου θεωρώ συνιστούν είναι, αμοιβαία συγκεκριμένη, ειδική εκχώρηση αυτής της επί προσώπων «εδαφικής τους κυριαρχίας» (territorial sovereignty)[2], της οποίας ο σεβασμός αποτελεί μια από τις θεμελιώδεις βάσεις των Διεθνών Σχέσεων, κατά τη χρονική στιγμή διεξαγωγής διαδικασίας επίδοσης. Αντίστοιχα, με την ενεργοποίηση προνοιών διεθνών συνθηκών από συμβαλλόμενο κράτος, ό,τι αυτό αποκτά είναι παρέκταση ουσιαστικά της δικαιοδοσίας του. Υπαγωγή Γεγονότων της υπό κρίση υπόθεσης στις πιο πάνω αρχές: Σύμφωνα με τον τίτλο του εντύπου «Τύπος 7», ο Κατηγορούμενος 1 είναι εξ Ελλάδος, όλες οι προηγούμενες προσπάθειες επίδοσης έγιναν στην Ελλάδα. Ενώ ως και η επιστολή των συνηγόρων των κατηγόρων ημ. 24/07/13 προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης αναφέρει, ο κατηγορούμενος 1 είναι «ελληνικής εθνικότητας» και δίνονται δύο διευθύνσεις για σκοπούς επίδοσης, στο Ψυχικό και στον Πειραιά[3]. Έχω με προσοχή μελετήσει την αίτηση και την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει αυτή. Παρά το γεγονός ότι εν πρώτοις φαίνεται ότι η αίτηση αποσκοπεί σε επίδοση εντός της Δημοκρατίας, ό,τι στην ουσία επιδιώκεται επίδοση κατηγορητηρίου εκτός της εδαφικής κυριαρχίας της κυπριακής Δημοκρατίας με υποκατάστατη επίδοση εντός της Δημοκρατίας, κατά παρέκταση της δικαιοδοσίας της. Δεν θεωρώ όμως ότι κάτι τέτοιο είναι επιτρεπτό δυνάμει των προνοιών του άρθρου 461Α. Το άρθρο αυτό αναφέρεται στις περιπτώσεις που επιδιώκεται επίδοση εντός της Δημοκρατίας (κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα) υπόθεση. Με τη κατάληξη αυτή, αναπόδραστα καταλήγω και στο συμπέρασμα ότι το Δικαστήριο τούτο δεν κέκτηται εξουσίας έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος εν τη απουσία ειδικής ρητής νομοθετικής πρόνοιας. Σε περίπτωση ωστόσο που ήθελε κριθεί ότι η πιο πάνω κατάληξη μου είναι λανθασμένη και ότι παρέχεται στο Δικαστήριο εξουσία προς έκδοση Διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, για σκοπούς πληρότητας, αναφέρω ότι με βάση την ενώπιον μου προσαχθείσα μαρτυρία και ειδικότερα το περιεχόμενο της παραγράφου 9 της Ενόρκου Δηλώσεως της ομνύουσας, θα ενέκρινα την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση δια της επιδόσεως αυτού σωρευτικά και στα τρία πρόσωπα που αναφέρονται στο αιτητικό υπό Α. Κατάληξη: Εν τη απουσία επίκλησης από την πλευρά των παραπονούμενων οιασδήποτε ειδικότερης πρόνοιας, ρύθμισης, Σύμβασης ή άλλως πως, θεωρώ ότι δεν παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο τούτο να εγκρίνει τα αιτούμενα διατάγματα. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται. (Υπ.) ................................................... Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Αναζητώντας την έννοια του όρου «Δημοκρατίας» στο Περί Ερμηνείας Νόμο Κεφ. 1 τούτη εντοπίζεται στο άρθρο 2 αυτού το οποίο και καθορίζει ότι: "Δημοκρατία" σημαίνει τη Δημοκρατία της Κύπρου, και συμπεριλαμβάνει τα χωρικά της ύδατα, και όλες τις νήσους ή νησίδες μέσα στα χωρικά αυτά ύδατα. [2] Βλ Ε. Ρούκουνα, «Διεθνές Δίκαιο» Τόμος ΙΙ, Εκδόσεις Σάκουλα 1982 σελ. 2 «Ανεξάρτητα από τη γεωγραφική διαμόρφωση, η εδαφική κυριαρχία εκδηλώνεται ενιαία, ως η απόλυτη, πλήρης και αποκλειστική εξουσία του κράτους να ελέγχει χάρη στην εσωτερική έννομη τάξη, τα πρόσωπα και τα πράγματα που βρίσκονται στην εδαφική του περιοχή» [3] Βλ. Γεωργίου Kύπρος ν. Oργανισμού Xρηματοδοτήσεως Tραπέζης Kύπρου Λτδ (Aρ. 2),
(1999)1 Α.Α.Δ. 1938 όπου κρίθηκε ότι το Δικαστήριο μπορούσε να αντλήσει πληροφορίες και άλλα στοιχεία από έγγραφα που αποτελούσαν μέρος του φακέλου . cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.