← Κύπρος

Έφορο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν. Andri Georgiou (Coiffure) Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3606/2013, 2/2/2015

Έφορο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν. Andri Georgiou (Coiffure) Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3606/2013, 2/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3606/2013 Έφορο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας v.

  1. Andri Georgiou (Coiffure) Ltd τελούσα υπό εκκαθάριση, δια του εκκαθαριστή της περιουσίας της, Επίσημου Παραλήπτη
  2. Έλενα Κάζανου Ημερομηνία: 2 Φεβρουαρίου 2015 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Αθανασιάδου Για Κατηγορουμένη 2: κος Χ' Ιωάννου Ενδιάμεση Απόφαση Οι Κατηγορούμενες 1 και 2 αντιμετωπίζουν κατηγορίες για παραβάσεις των διατάξεων του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 μέχρι 2010 και των περί. Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Κανονισμών (Γενικοί) 2001 και 2002 (Κ.Δ.Π.314/2001 και Κ.Δ.Π. 51/2002) Η Κατηγορούμενη 1, δεν έχει εμφανιστεί στη διαδικασία και η υπόθεση ορίστηκε για απόδειξη ενώ για την Κατηγορούμενη 2 έχει καταχωρηθεί 'μη παραδοχή' στις κατηγορίες και η υπόθεση έχει οριστεί για ακρόαση. Ο συνήγορος της Κατηγορουμένης 2 ήγειρε προδικαστική ένσταση προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι το υπό κρίση κατηγορητήριο δεν μπορεί να προωθείται «καθότι δεν υπάρχει ο Έφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας» μετά την έναρξη της ισχύς του Περί Τμήματος Φορολογίας Νόμου 2014, Ν.70(Ι)/
  3. Η εκπρόσωπος της πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής είχε αντίθετη άποψη και δόθηκε ημερομηνία για αγορεύσεις επί του θέματος. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών ετοίμασαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους τις οποίες και υιοθέτησαν την ημέρα που η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση. Περιορίζομαι να παραθέσω πιο κάτω τις βασικότερες των εισηγήσεων των δύο πλευρών χωρίς ωστόσο τούτο να σημαίνει ότι παραγνωρίζεται παν ό,τι περιέχεται στις αγορεύσεις των. Οι τοποθετήσεις και οι εισηγήσεις των συνηγόρων της Κατηγορημένης 2 συνοψίζονται στα ακόλουθα: Μετά την έναρξη της ισχύς του Περί Τμήματος Φορολογίας Νόμου 2014 Ν.70(Ι)/2014 (από τούδε και στο εξής Ν.70(Ι)/2014 ) ο Έφορος ΦΠΑ δεν είναι υπεύθυνος για την εφαρμογή του Ν. 95(Ι)/
  4. Οι αρμοδιότητες και οι εξουσίες που απέρρεαν από τον εν λόγω Νόμο έχουν ανατεθεί στον Έφορο Φορολογίας. Εισηγείται ότι οι πρόνοιες του άρθρου 9 του Ν.70(Ι)/2014 τις οποίες παραθέτει αυτούσιες δεν συνεπάγονται ότι «..τα διαδικαστικά διαβήματα δεν πρέπει να ακολουθηθούν ως προνοούν οι δικαστικές διαδικασίες. Κάτι τέτοιο θα ήταν αντίθετο στο Σύνταγμα, αφού μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο έχει εξουσία να ρυθμίζει τη Δικαστική διαδικασία και δεν μπορεί ο Νομοθέτης να μπαίνει στην εξουσία άλλου σώματος» Υπήρξε θέση του ότι δυνάμει του Άρθρου 163 του Συντάγματος, εξουσία για έκδοση Διαδικαστικών Κανονισμών έχει μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο όπως και για οποιαδήποτε άλλα διαδικαστικά θέματα. Σύμφωνα με τους Criminal Procedure Rules μεταξύ άλλων, στον τύπο απαιτείται η αναγραφή του προσώπου υπό του οποίου καταχωρείται το κατηγορητήριο («κατηγορητήριο καταχωρηθέν από ...»). Η αναφορά αυτή αναφέρει δεν είναι τυπικής φύσης αλλά ουσιαστικής εφόσον δυνάμει των όσων επισημάνθηκαν στη Ttofinis v. Theocharides and another

(1983)2 CLR 363 δεν έχει οιοσδήποτε το δικαίωμα άσκησης ποινικής δίωξης (βλ. επίσης Αίπεια Λτδ v. Sirocco Estates Co Ltd και άλλων
(1997)2 Α.Α.Δ. 434). Είναι εισήγηση του ότι από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο κατήγορος πρέπει (α) να είναι υπαρκτό πρόσωπο, (β) «να έχει υποστεί βλάβη (ως θύμα) από την ισχυριζόμενη ενέργεια του κατηγορουμένου» αναφέροντας ότι «η ποινική διαδικασία αποσκοπεί στην καταδίκη και τιμωρία του κατηγορουμένου και όχι στην είσπραξη οιουδήποτε χρέους». Ο Έφορος ΦΠΑ δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, ούτε και έχει υποστεί ζημιά. Οι πρόνοιες του άρθρου 83 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 αφορούν μόνο στην τροποποίηση του κατηγορητηρίου ήτοι την έκθεση αδικήματος και τις λεπτομέρειες Δεν παρέχεται δυνατότητα τροποποίησης του ονόματος του Κατηγόρου στη βάση των άρθρων 83-85 του Κεφ.
  1. Εισηγείται ότι «νομοθετικά» δεν μπορεί να γίνει τροποποίηση καθότι θα καθίστατο ο νομοθέτης ρυθμιστής της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας για την οποία αποκλειστικά αρμόδιο είναι το Ανώτατο Δικαστήριο με βάση το Άρθρο 163 του Συντάγματος. Στο αντίλογο, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, με αναφορά στο προοίμιο και στο γράμμα του άρθρου 9 του Ν.70(Ι)/2014, εισηγείται ότι ο υπό αναφορά Νόμος διασφαλίζει τη συνέχεια των δικαστικών εκκρεμουσών διαδικασιών χωρίς να απαιτείται οιαδήποτε μάλιστα τροποποίηση του κατηγορητηρίου. Έχω με προσοχή μελετήσει του ισχυρισμούς και τις θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών στο σύνολο τους για σκοπούς κατάληξης στην παρούσα. Τα θέματα που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει είναι κατά πόσο χρήζει τροποποίησης ή και αντικατάστασης ο κατήγορος στην υπό κρίση υπόθεση και εφόσον διαπιστωθεί τέτοια ανάγκη κατά πόσο είναι δυνατόν να γίνει τούτο με βάση το ισχύον νομοθετικό και νομολογιακό καθεστώς και εν καταλήξη να κριθεί κατά πόσο υπό το φως των προνοιών του άρθρου 9 του Ν.70(Ι)/2014 μπορεί να συνεχίσει η διαδικασία της υπό τον ως άνω αριθμό υπόθεση. Δυνάμει του άρθρου 37 του Κεφ. 155, το κατηγορητήριο αποτελεί το μέσο έναρξης της ποινικής διαδικασία και θα πρέπει να περιέχεται σε καθορισμένο τύπο (βλ άρθρο 38). Ο τύπος τούτος έχει καθοριστεί από τον περί Ποινικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Διαδικαστικό Κανονισμό του
  2. Ο τύπος του Κατηγορητηρίου που προνοεί ο εν λόγω Κανονισμός, επιτάσσει όπως επί του εντύπου που περιλαμβάνεται το κατηγορητήριο να αναφέρεται το πρόσωπο που καταχωρεί και προωθεί την ποινική διαδικασία («κατηγορητήριο κατατεθέν υπό ..»). Αναζητώντας κατά πόσο η ανάγκη αναγραφής του ονόματος του Κατηγόρου επί του εντύπου του κατηγορητηρίου είναι ουσιαστικής ή τυπικής σημασίας, μελέτη της υπάρχουσας Νομολογίας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τούτο είναι ουσιαστικής σημασίας αφού ως ελέχθη και στην Ttofinis v. Theocharides and another
(1983)2 CLR 363: «Only victims of crime have this right. Unlike the Roman Law the common law never recognised actio popularis in any sphere of the law». Είναι κατά συνέπεια ουσιαστικής σημασίας να αναγράφεται το πρόσωπο που καταχωρεί την ποινική διαδικασία επί του εντύπου που περιέχεται το κατηγορητήριο κατά τρόπο ώστε μεταξύ άλλων να καθίσταται δυνατός και ο δικαστικός έλεγχος της νομιμοποίησης έγερσης και προώθησης της ποινικής από πρόσωπο το οποίο δεν νομιμοποιείται προς τούτο. Σε περίπτωση δε που δεν υπάρχει νομιμοποίηση η διαδικασία, καθίσταται άκυρη εξ υπαρχής (void ab initio) και τούτο εφόσον δεν αναγνωρίζεται στο ημεδαπό δίκαιο η δυνατότητα καταχώρησης actio popularis ούτε και στο ποινικό δίκαιο. Βεβαίως η υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά σε περίπτωση καταχώρησης ποινικής υπόθεσης από ιδιώτη κατά τρόπο ώστε να πρέπει να αναζητηθεί νομιμοποίηση σε προώθηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης στη βάση των λεχθέντων στην Ttofinis v. Theocharides and Another
(1983)2 C.L.R. 363 και σε αριθμό άλλων υποθέσεων (βλ. Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμος
(2002)2 ΑΑΔ 522, Κλεάνθης Δημοσθένους ν. Τύχωνα Τύχωνος, Ποιν. Εφ. Αρ. 153/2011, ημερ. 16.1.2013, 194/13 Παναγιώτου ν. Ευαγγέλου απόφαση ημερομηνίας 2/12/14). Η υπόθεση αφορά σε καταχώρηση υπό του Εφόρου Φ.Π.Α., υπαρκτού προσώπου-οργάνου κατά την καταχώρηση της υπόθεσης, κατηγορητηρίου εναντίον προσώπων για τις, σύμφωνα με τον ισχυρισμό (ως εκδηλώνεται στο κατηγορητήριο) του πρώτου, παραβάσεις των προνοιών του Περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμος του 2000 (95(I)/2000) και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών. Σε αναλογία με τα όσα ελέχθησαν στην υπόθεση Ιατρικές Υπηρεσίες ν. Μηνά,
(1991)2 Α.Α.Δ. 90 είναι προφανές ότι, ο σκοπός της δημιουργίας του Εφόρου Φ.Π.Α, η διάθρωση του τμήματος που ελέγχει, οι σκοποί του, η λειτουργία του αλλά και οι εξουσίες που του παρείχε ο Νόμος 95(Ι)/2000 (βλ. π.χ. Παράρτημα 10 άρθρα 6 7 και 8) καθιστούσαν τον Έφορο ΦΠΑ το κατεξοχήν αρμόδιο πρόσωπο-όργανο υπεύθυνο για την εφαρμογή και συμμόρφωση με τις διατάξεις του Νόμου 95(Ι)/2000. Άλλωστε, ο αμέσως ανωτέρω αναφερθέν Νόμος, στο ίδιο το Παράρτημα 10 αυτού, υπό την επικεφαλίδα «Ανάκτηση του Φ.Π.Α.», προβλέπει ότι πολιτικές διαδικασίες για είσπραξη χρέους προωθούνται επίσης από τον Έφορο ΦΠΑ. («οποιαδήποτε διαδικασία στο Δικαστήριο για είσπραξη του χρέους ασκείται στο όνομα του Εφόρου»). Το άρθρο 2 του ιδίου Νόμου καθορίζει ότι, "Έφορος" σημαίνει τον Έφορο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ο οποίος καθορίζεται στο άρθρο 4
(1). Απόρροια συνεπώς των πιο πάνω υπήρξε και η νομιμοποίηση του Εφόρου ΦΠΑ για την καταρχήν καταχώρηση και προώθηση της παρούσας ποινικής διαδικασίας. Είναι γεγονός ότι οι αρμοδιότητες, οι εξουσίες και τα καθήκοντα του Εφόρου ΦΠΑ ως απέρρεαν από το Ν.95(Ι)/2000 δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφος 13(β) του Ν.70(Ι)/2014 και της βασικής ερμηνευτικής αρχής ότι, lex posterior derogat legi priori έχουν «αρθεί» από τον Έφορο ΦΠΑ και ανατέθηκαν στον Έφορο Φορολογίας. Παραθέτω το σχετικό εδάφιο: «(β) Οι αρμοδιότητες, οι εξουσίες και τα καθήκοντα που χορηγούνται και επιβάλλονται, αντίστοιχα, από οποιοδήποτε νόμο, σχέδιο υπηρεσίας και κανονιστική διοικητική πράξη - (i) στο Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, και (ii) στον Έφορο Φόρου Εισοδήματος, και (iii) στον Έφορο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, και (iv) στο Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων σε ό,τι αφορά την Υπηρεσία Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, αίρονται από τα προαναφερόμενα πρόσωπα και ανατίθενται στον Έφορο Φορολογίας.» Κατά συνέπεια το πρόσωπο που νομιμοποιείται σήμερα να προωθεί την υπό κρίση υπόθεση είναι ο Έφορος Φορολογίας. Το άρθρο 83.-
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 παρέχει την ευχέρεια: «Όταν, σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης φαίνεται στο Δικαστήριο ότι το κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είναι ελαττωματικό, είτε ουσιαστικά είτε τυπικά, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει τέτοιο διάταγμα για τη μεταβολή του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο είτε με τροποποίηση του ή με υποκατάσταση του ή με προσθήκη σε αυτό νέας κατηγορίας ως το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο ώστε να ανταποκρίνεται στα περιστατικά της υπόθεσης.» Αναμφισβήτητα ως έχει διαμορφωθεί το πλαίσιο και από την μέχρι σήμερα Νομολογία επί του θέματος, το Δικαστήριο, διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να μεταβάλει ένα ελαττωματικό κατηγορητήριο, είτε τυπικά είτε ουσιαστικά, ακόμη και αυτεπάγγελτα (βλ. άρθρο 83 του Κεφ.155, Λουκά v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 64, Lanitis Bros Ltd v. Iατρικών Yπηρεσιών & Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
(1995)2 Α.Α.Δ. 266). Αναζητώντας την ουσιαστική, για τα ερωτήματα που πραγματεύεται η παρούσα, θέση ήτοι το κατά πόσο μπορεί να τροποποιηθεί το όνομα ή ο κατήγορος που εμφαίνεται επί του τύπου του κατηγορητηρίου τα ακόλουθα σημειώνονται: Ουσιαστικής σημασίας είναι η έννοια και ερμηνεία του όρου «κατηγορητήριο» στα πλαίσια του Κεφ. 155 αφού δυνάμει του άρθρου 14
(1)του Περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1,: " Όταν ορίζονται όροι στο Νόμο, οι όροι αυτοί στο Νόμο που ορίζονται, θα έχουν την έννοια που αποδίδεται σε αυτούς από το Νόμο εκείνο, εκτός αν υπάρχει οτιδήποτε στο θέμα ή το κείμενο αντίθετο ή ασυμβίβαστο με τέτοια ερμηνεία.". Η ερμηνεία της έννοιας συνεπώς του κατηγορητηρίου εντοπίζεται στο άρθρο 2 του Κεφ.
  1. Το άρθρο 2, διαβάζει ως ακολούθως: «κατηγορητήριο: σημαίνει τη γραπτή κατηγορία για ποινικό αδίκημα για το οποίο κατηγορείται κάποιος κατηγορούμενος σε συνοπτική δίκη ή προανάκριση». Από τη συνδυασμένη εφαρμογή και ερμηνεία για σκοπούς κατάληξης, των αμέσως ανωτέρω τριών αναφερθέντων άρθρων ό,τι προκύπτει είναι ότι, στον όρο 'κατηγορητήριο' περιλαμβάνεται μόνο η γραπτή κατηγορία ήτοι την έκθεση αδικήματος και τις λεπτομέρειες αυτού. Το όνομα του κατηγόρου ή το όνομα του κατηγορουμένου ή το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου θα εκδικαστεί δεν αποτελούν μέρος του κατηγορητηρίου αλλά μέρος του τύπου-εντύπου (Form) που περιλαμβάνει το κατηγορητήριο επί του οποίου και θα πρέπει να σημειώνονται προς συμμόρφωση με τον Περί Ποινικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) Διαδικαστικό Κανονισμό του
  2. Στην βάση των όσων ανωτέρω αναφέρονται, θεωρώ ότι, στην έννοια του ελαττωματικού κατηγορητηρίου επιδεχόμενου δυνάμει του άρθρου 83 του Κεφ. 155, τροποποίησης δεν εμπίπτουν τα στοιχεία του εντύπου που περιέχεται το κατηγορητήριο και συνεπώς οιονδήποτε «ελάττωμα» περιέχεται σε αυτό περιλαμβανομένου και του ονόματος του κατηγόρου. Μόνο η γραπτή κατηγορία, στην οποία περιλαμβάνονται η έκθεση και οι λεπτομέρειες του αδικήματος μπορεί να μεταβληθεί. Ελλείψη δε ρητής νομοθετικής πρόνοιας ή βάσης, τροποποίηση του τίτλου του κατηγορητηρίου δε χωρεί. Το άρθρο 9 του υπό αναφορά Νόμου, υπό την επικεφαλίδα «Εκκρεμείς δικαστικές διαδικασίες και βάσεις αγωγή» είναι αυτό που μας απασχολεί ουσιαστικά στην παρούσα διαδικασία. Το γράμμα του άρθρου αυτού επιτάσσει ακριβώς τα ακόλουθα: «
  3. Οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ή βάση αγωγής η οποία εκκρεμεί ή δημιουργήθηκε μεταξύ, από τη μια πλευρά, του Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, του Εφόρου Φόρου Εισοδήματος, του Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ή/και του Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων σε ό,τι αφορά στην Υπηρεσία Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και, από την άλλη πλευρά, οποιουδήποτε υπαλλήλου ή άλλου προσώπου ή οργάνου ή θεσμού της Δημοκρατίας, σε σχέση με τις μεταφερόμενες αρμοδιότητες, εξουσίες ή/και καθήκοντα, που αναφέρονται στην παράγραφο (β) του εδαφίου
(13)του άρθρου 4 συνεχίζεται ή ασκείται από τον Έφορο Φορολογίας.» (η έμφαση δική μου) Αναζήτηση της ερμηνείας του Νόμου ως οι κανόνες ερμηνείας επιτάσσουν, γίνεται καταρχήν σε αυτό το γράμμα του Νόμου το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση αναφέρει ρητά ότι, οι δικαστικές διαδικασίες «συνεχίζονται» από τον Έφορο Φόρου. Ο Νομοθέτης δεν χρησιμοποιεί λέξεις όπως «αντικατάσταση» ή «υποκατάσταση» αλλά κάνει χρήση αυτού, του όρου «συνεχίζονται». Το ότι η υπό κρίση διαδικασία εμπίπτει εντός της εννοίας του όρου «δικαστικές διαδικασίες» δεν αμφισβητείται. Σε ό,τι αφορά την χρήση του ρήματος «συνεχίζεται», στο σύγγραμμα «Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της νέας Ελληνικής Γλώσσας, Β Έκδοση, (Κέντρο Λεξικολογίας)» στο λίμα «συνεχίζω» εντοπίζονται οι ακόλουθες ερμηνείες: «Εξακολουθώ, δεν διακόπτω Διαδέχομαι κάποιον σε κάτι, αναλαμβάνω (έργο) από κάποιον άλλο, αρχίζω εκ νέου (κάτι που είχε διακοπεί) Δεν διακόπτω, δεν σταματώ αυτό που Αρχίζω εκ νέου (κάτι που είχε διακοπεί) ΙΙ ας κάνουμε ένα διάλειμμα και συνεχίζουμε μετά το έργο» Θεωρώ, με βάση και αυτό μόνο το γράμμα του Νόμου συνάγεται ότι, οι εκκρεμούσες, μεταξύ του Εφόρου ΦΠΑ και άλλου προσώπου δικαστικές διαδικασίες, μπορούν να προωθούνται πλέον από τον Έφορο Φορολογίας χωρίς να χρειάζεται να μεσολαβήσει οτιδήποτε άλλο. Θα πρέπει να τονιστεί ότι δεν έχουμε την περίπτωση νόμου που σιωπά ως προς την τύχη των εκκρεμούσών διαδικασιών αλλά ως αυτό το γράμμα του Νόμου προνοεί, οι διαδικασίες «συνεχίζονται». Αυτά ταύτα θεωρώ ότι συνάγονται και από την τελολογική ερμηνεία του Νόμου. Ο σκοπός του Νομοθέτη, ευκόλως συνάγεται από ανάγνωση του προοιμίου του Νόμου όπου επεξηγείται ότι, ο υπό αναφορά Νόμος ήταν αποτέλεσμα της λήψης μέτρων για αντιμετώπιση της οικονομικής κατάστασης στην οποία περιήλθε η Δημοκρατία. Ειδικότερα: Σύμφωνα με το προοίμιο του Ν.70(Ι)/2014 που δημοσιεύτηκε στην επίσημη εφημερίδα της δημοκρατίας στις 10/06/14, αυτός ψηφίστηκε «προς αντιμετώπιση της οικονομικής κατάστασης στην οποία περιήλθε η Δημοκρατία. Αποφασίστηκε η λήψη διαφόρων μέτρων για τη μεταρρύθμιση του δημόσιου τομέα, μεταξύ των οποίων και την ενοποίηση του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων και της Υπηρεσίας Φόρου Προστιθέμενης Αξίας». Ως επίσης αναφέρεται στο προοίμιο του, ψηφίστηκε διότι κρίθηκε «απαραίτητο να μην υπάρξει οποιαδήποτε διακοπή στην εκτέλεση των αρμοδιοτήτων των δύο προαναφερομένων τμημάτων ως επίσης και στην άσκηση των εξουσιών του Διευθυντή Εσωτερικών Προσόδων, του Εφόρου Φόρου Εισοδήματος, του Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας καθώς και του Διευθυντή Τελωνείων σε ό,τι αφορά στην Υπηρεσία Φόρου Προστιθέμενης Αξίας».· Αυτό που προκύπτει από τη συνδυασμένη γραμματική πρωτίστως και τελολογική ερμηνεία του Νόμου δεν μπορεί να είναι παρά η πρόθεση του Νομοθέτη, ακριβώς τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τις ποινικές δικαστικές διαδικασίες που έχουν ξεκινήσει, να μην διαταραχθούν ή διακοπούν λόγω της ανάγκης ενοποίησης των τμημάτων που αναφέρονται στο Νόμο. Κάθε άλλη κατάληξη θα καταστρατηγούσε και το σκοπό του υπό αναφορά Νόμου, ο οποίος ας σημειωθεί ότι υπήρξε αποτέλεσμα της δεινής οικονομικής στην οποία περιήλθε η Δημοκρατία και τούτο διότι αναστολή και δημιουργία ανάγκης επανακαταχώρησης υποθέσεων, θα συνεπαγόταν κατασπατάληση χρόνου του δημοσίου με την αντίστοιχη και ανάλογη κατασπατάληση του δημοσίου χρήματος. Η κατάληξη τούτη ορώμενη και από τη σκοπιά του 'Κατηγορουμένου' δεν θεωρώ ότι, επηρεάζει καθοιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα της Κατηγορουμένης 2. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Περί ερμηνείας Νόμου Κεφ. 1, «Κάθε Νόμος και κάθε δημόσιο έγγραφο, που γίνεται ή εκδίδεται με βάση το Νόμο αυτό ή άλλη νόμιμη εξουσία και που έχει νομοθετική ισχύ θα πρέπει να δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και, εκτός αν προβλέπεται σε αυτόν διαφορετικά, θα ισχύει και θα τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία της δημοσίευσης και θα είναι δικαστικά γνωστός (judicially noticed)». Περαιτέρω η εισήγηση του κου Χ'' Ιωάννου ότι μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν αντίθετη με τις διατάξεις του Άρθρου 164 του Συντάγματος ουδόλως με βρίσκει σύμφωνη ούτε και θεωρώ ότι έχει καταδειχθεί καθοιονδήποτε τρόπο κάτι τέτοιο. Εν κατακλείδι, θεωρώ ότι, η φύση και ο σκοπός της ποινικής διαδικασίας, το αδίκημα ως αντικείμενο της υπό τον πιο πάνω αριθμό υπόθεσης, οι πρόνοιες του άρθρου 9 του Ν.70(Ι)/2014, η δυνατότητα που παρέχεται στο Δικαστήριο να ελέγχει την ενώπιον του διαδικασία σε ό,τι αφορά την καταχώριση και προώθηση της υπόθεσης από το πρόσωπο που παρουσιάζεται ως κατήγορος ή κατηγορούσα αρχή είναι τέτοια που συνηγορούν στο ότι η υπόθεση μπορεί να συνεχίσει ως έχει χωρίς μάλιστα να χρειάζεται να τροποποιηθεί ή να αποσυρθεί το υπό αναφορά ποινικό έντυπο ΑΡ. 7 ή ανασταλεί η διαδικασία δυνάμει αυτού. Κατά συνέπεια η εισήγηση του συνηγόρου της Κατηγορουμένης 2 βρίσκω ότι δεν ευσταθεί και συνεπώς απορρίπτεται. [Υπ.] ....................................... Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.