Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρούλα ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 13190/14, 20/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13190/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Ανδρούλα ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ Κατηγορουμένης ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20.2.2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Χ' Κωνσταντή Για τον Κατηγορούμενη παρούσα. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην κατηγορούμενη αποδίδεται η κατηγορία της κοινής επίθεσης κατά παράβαση των άρθρων 2, 4(Ι)
(2)(ιβ), 15, 16, 19, 20, 22 και 23 του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119
(1)/2000, όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 212/
- Συγκεκριμένα, αποδίδεται στην κατηγορούμενη ότι στις 3 Οκτωβρίου 2013 στο Μιτσερό, της επαρχίας Λευκωσίας παράνομα επιτέθηκε εναντίον του αδελφού της, Πολύδωρου Θεοδοσίου. Η κατηγορούμενη δεν παραδέχτηκε ενοχή, διεξήχθηκε ακροαματική διαδικασία κλήθηκαν από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής δύο μάρτυρες κατηγορίας ο παραπονούμενος Πολύδωρος Θεοδώρου Μ.Κ.1 και ο εξεταστής Αστ. 1528 Λ. Λουκά, Μ.Κ.
- Μετά που το Δικαστήριο αποφάσισε ότι υπήρχε εκ πρώτη όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης και την κάλεσε σε απολογία, αφού της εξήγησε τα δικαιώματα της, η κατηγορούμενη επέλεξε να δώσει ανώμοτη δήλωση από την θέση όπου βρισκόταν. Δεν κάλεσε κανένα μάρτυρα υπεράσπισης. Αναφέρω ότι η κατηγορούμενη χειρίστηκε την υπόθεση μόνη της. Προκύπτει από την μαρτυρία ότι η κατηγορούμενη είναι αδερφή του παραπονούμενου Πολύδωρου Θεοδώρου. Ήταν κοινή θέση και των δύο ότι μεταξύ τους υπάρχουν αρκετές διαφορές οι οποίες ανάγονται από το έτος 2005 με αφορμή κάποιες περιουσιακές διαφορές που δεν αφορούν το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση. Θέση του παραπονούμενου με την οποία δεν διαφώνησε ουσιαστικά η κατηγορούμενη ήταν ότι η υπό κρίση περίπτωση δεν είναι η μοναδική φορά που είχαν μεταξύ τους προστριβές, προέκυψαν και άλλα επεισόδια. Σε ότι αφορά το επεισόδιο που εκδικάζεται τώρα ήταν η θέση του παραπονούμενου, και προς τούτο υιοθέτησε σχετική κατάθεση του στην Αστυνομία την ίδια μέρα που έγινε το επεισόδιο, ότι την εν λόγω ημερομηνία ενώ ο ίδιος οδηγούσε το τρακτέρ του στο χωριό Μιτσερό με χαμηλή ταχύτητα, μόλις πέρασε τα καφενεία στο σημείο που έμενε η αδερφή του είδε μια πέτρα να έρχεται από τα δεξιά του να περνά σε κοντινή απόσταση από μπροστά του και να καταλήγει στο έδαφος. Σταμάτησε το τρακτέρ γύρισε στα δεξιά του και αντελήφθηκε την κατηγορούμενη που αναγνώρισε στο Δικαστήριο ως την αδερφή του να βρίσκεται στην αυλή του σπιτιού της άλλης του αδερφής Χριστοθέας να του ρίχνει μια πέτρα, άσπρη, πιο μικρή από την πρώτη, που τον κτύπησε στη δεξιά μεριά του στήθους που είναι ο βηματοδότης του. Είδε ότι η κατηγορούμενη κρύφτηκε πίσω από τα λουλούδια και κλήματα της αυλής. Έπεσε από το τρακτέρ φωνάζοντας βοήθεια, κάποια πρόσωπα από το καφενείο προσέτρεξαν κοντά του οι οποίοι κάλεσαν την Αστυνομία στο μέρος. Όταν ήρθε ο εξεταστής της υπόθεσης του έδειξε την άσπρη πέτρα που τον κτύπησε στο στήθος, την παρέλαβε και του έδωσε ένα ιατρικό παραπεμπτικό να πάει στο γιατρό. Δεν είχε οποιαδήποτε εξωτερική κάκωση και του έγιναν ακτινογραφίες στο Νοσοκομείο για προληπτικούς λόγους. Έχει παράπονο εναντίον της αδερφής του. Ουσιαστικά δεν πρόσθεσε οτιδήποτε άλλο στο Δικαστήριο, πέραν της υιοθέτησης της κατάθεσης του, αναγνώρισε και κατάθεσε ως τεκμήρια το παραπεμπτικό του Αστυνομικού και το ιατρικό πιστοποιητικό από τον γιατρό του Νοσοκομείου. Σε ερώτηση κατά πόσον η αδερφή του γνωρίζει κατά πόσον είχε βηματοδότη απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Η κατηγορούμενη αντεξετάζοντας τον μάρτυρα του επανέλαβε την θέση ότι ψεύδεται, ότι σε καμία περίπτωση δεν έγιναν αυτά και σε καμία περίπτωση δεν του έριξε την πέτρα. Ο παραπονούμενος αρνήθηκε τις υποβολές και επέμενε ότι λέει την αλήθεια και ότι υπήρχαν στο μέρος μάρτυρες και επανέλαβε την θέση του ότι την είδε που του έριξε μια άσπρη πέτρα που παρέλαβε η Αστυνομία. Ο Μ.Κ.2 εξεταστής της υπόθεση Αστ. 1528 Λ. Λουκά ανέφερε ότι δέχτηκε τηλεφώνημα την συγκεκριμένη μέρα και μετέβηκε στη σκηνή του περιστατικού. Εκεί συνάντησε τον παραπονούμενο ο οποίος εξέφρασε το παράπονο του για το όλο περιστατικό, δεν διαπίστωσε να φέρει οποιεσδήποτε εξωτερικές κακώσεις ή πληγές, του έδωσε ιατρικό έντυπο για να εξεταστεί προληπτικά από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Στο σημείο εκεί που βρισκόταν ο παραπονούμενος του έδειξε την πέτρα που τον πέτυχε η οποία βρισκόταν στο έδαφος πλησίον του τρακτέρ. Ήταν μια άσπρη πέτρα μεσαίου μεγέθους την οποία συνέλεξε και είχε υπό την φύλαξη του. Η πέτρα κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Είπε ότι έκαμε και άλλες εξετάσεις για να βρει άλλη μαρτυρία για το συμβάν από πρόσωπα που βρίσκονταν εκεί χωρίς αποτέλεσμα. Αναζήτησε την κατηγορούμενη και την εντόπισε στην οικία της που είναι κοντά στο δρόμο που έγινε το περιστατικό. Την πληροφόρησε για την καταγγελία, αυτή αρνήθηκε κάθε ανάμειξη, έλαβε από αυτή ανακριτική κατάθεση στις 15.10.13 και την ίδια ημέρα την κατηγόρησε γραπτώς απαντώντας του ότι: «Εν έχω τίποτε να πω είναι όλα ψέματα». Κατά την αντεξέταση του επέμενε ότι την εν λόγω πέτρα του την υπέδειξε ο παραπονούμενος λέγοντας του ότι είναι με αυτή που κτυπήθηκε από την αδερφή του. Δεν δέκτηκε τις υποβολές της κατηγορούμενης ότι είναι τρίτο πρόσωπο που την υπέδειξε και την αναγνώρισε. Είπε ότι το ιατρικό έντυπο το παρέδωσε στον παραπονούμενο για να εξεταστεί προληπτικά. Η κατηγορούμενη έδωσε ανώμοτη δήλωση. Σύμφωνα με αυτή δέχτηκε ότι στο παρελθόν είχε συζητήσει και διαφωνήσει με τον παραπονούμενο για τα κτήματα τους. Θέση της ήταν ότι δεν τον θέλει να έρχεται και να ενοχλεί την ίδια και την αδερφή της όταν επισκέπτεται το Μιτσερό, όπως είπε, να πηγαίνει να κάνει τις δουλειές του χωρίς να ενοχλεί τις ίδιες. Για πρώτη φορά και χωρίς προηγουμένως να έχει πει οτιδήποτε στον παραπονούμενο ανέφερε ότι την επίδικη μέρα πήρε μια μικρή πέτρα μαύρη όχι άσπρη και την έριξε όχι προς τον παραπονούμενο αλλά κάτω από το δώμα που στεκόταν λόγω του ότι ενοχλήθηκε, νευρίασε όπως είπε χαρακτηριστικά, όταν τον είδε. Αξιολόγηση Μαρτυρίας: Η Νομολογία έχει καθορίσει διάφορες παραμέτρους σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.
- Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενα του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Λαμβάνονται επίσης υπόψη, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων στα όσα αναφέρει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο. Η ειλικρίνεια ενός μάρτυρα κρίνεται από τη θετικότητα, την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό του. σχετικές είναι οι αποφάσεις C & Α Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Β Α.Α.Δ. 1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη, Π.Ε. 10825, ημερ. 26.3.2002 και Δημήτρης Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 75/2005, ημερ. 26.1.
- Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες στο Δικαστήριο ενώ έδιδαν την μαρτυρία τους και παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους έχουν τεθεί όπως επίσης και την όλη στάση τους στη διαδικασία. Θεωρώ ότι η αξιολόγηση τους δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα. Έχω δει τους μάρτυρες. Σε ότι αφορά την κατηγορούμενη που έδωσε ανώμοτη δήλωση η νομολογία δίδει κατευθυντήριες γραμμές για το πως αξιολογείται η μαρτυρία αυτή. Η μαρτυρία των δύο μαρτύρων κατηγορίας θεωρώ ότι είναι αξιόπιστη την οποία μπορώ να αποδεχτώ. Δεν διέκρινα από πλευράς του παραπονούμενου οποιαδήποτε προσπάθεια να πει γεγονότα που δεν ήταν στο πεδίο γνώσης του και δεν θεωρώ ότι είπε ψέματα για το επίδικο περιστατικό. Χωρίς να κρύψει ότι υπήρχαν μεταξύ του και της κατηγορουμένης διαφορές και τόνισε την άποψη ότι δεν είναι αυτή η μοναδική φορά, χωρίς καμιά τάση υπερβολής, προώθησε την καταγγελία επειδή είχε παράπονο. Θεωρώ ως ένδειξη της αλήθειας την γνήσια και αληθινή θέση του ότι δεν έπαθε οποιαδήποτε βλάβη. Οι εξετάσεις που έκαμε ήταν για προληπτικούς λόγους. Αν όντως είχε κακοβουλία στο μυαλό του μπορούσε να παρουσιάσει τα πράγματα πολύ διαφορετικά στο Δικαστήριο και να ισχυριστεί ότι έπαθε και βλάβη ή ζημιά από την επίθεση που δέκτηκε. Περιέγραψε με ακρίβεια και χωρίς υπερβολή, αλλά και ζωντανά που στεκόταν η κατηγορούμενη και τι ο ίδιος την αντελήφθηκε να κάνει. Μίλησε για άσπρη πέτρα και ουσιαστικά περιέγραψε αυτή που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο. Ο Μ.Κ.2 εξεταστής της υπόθεσης μου έκαμε θετική εντύπωση. Ανέφερε τις ενέργειες του σε σχέση με την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Δεν διακρίνω να μεροληπτεί σε οποιοδήποτε από τους δύο διαφωνούντες για το επεισόδιο και θεωρώ ότι η θέση του ότι η πέτρα που κατάθεσε είναι αυτή που το επέδειξε ο παραπονούμενος είναι αληθινή. Σε ότι αφορά την κατηγορούμενη σημειώνω ότι είναι εντελώς διαφορετική η κατάθεση της από αυτά που περιέγραψε στην ανακριτική της κατάθεση. Επειδή δεν έδωσε ένορκη μαρτυρία και δεν υιοθέτησε την κατάθεση της δεν μπορώ παρά να επισημαίνω την διαφορετική εκδοχή της και επίσης επισημαίνω την αλλαγή της θέσης από ότι ήταν όλα ψέματα και ότι δεν έριξε την πέτρα να αλλάξει την θέση της κατά το στάδιο της ανώμοτης δήλωσης της μετά να πει ότι έριξε μια μαύρη πέτρα και όχι προς την κατεύθυνση του παραπονούμενου. Παραδέχτηκε όμως ότι μόλις την είδε θύμωσε, νευρίασε και πήρε μια πέτρα την οποία έριξε. Δεν είπε την αλήθεια για το πως ακριβώς έριξε την πέτρα ούτε για το μέγεθος και το χρώμα της. Προσπάθησε να αλλάξει τα γεγονότα και υποστήριξε μια εκδοχή που δεν έχει έρεισμα. Απορρίπτω την μαρτυρία της και δέχομαι την μαρτυρία των Μ.Κ.1 και
- Σε ότι αφορά το αδίκημα της επίθεσης αναφέρω τα ακόλουθα: Η κατηγορία βασίζεται σε σχετικά άρθρα του περί Βίας στην Οικογένεια ( Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 όπως τροποποιήθηκε. Τα άρθρα επί των οποίων στηρίζεται είναι τα άρθρα 2, 4(Ι)
(2)(ιβ), 15, 16, 19, 20, 22 και 23 του Νόμου. Τα άρθρα 22 και 23 αφορούν την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα αποκλεισμού τα οποία πέραν του ότι δεν τα επικαλέστηκε η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, δεν εφαρμόζονται στην παρούσα περίπτωση. Τα άρθρα 15, 16, 19 και 20 αφορούν θέματα διαδικαστικά. Το άρθρο 4
(1)
(2)(ιβ) προνοεί ότι τα αδικήματα βίας μεταξύ μελών οικογένειας θεωρούνται αυξημένης σοβαρότητας γι' αυτό και το Δικαστήριο στις περιπτώσεις που η κατηγορία βασίζεται σε σχετικό άρθρο του Ποινικού Κώδικα μπορεί να επιβάλει αυξημένες ποινές. Το αδίκημα της κοινής επίθεσης προβλέπεται στο άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με αυτό: «Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Λόγω του ότι η κοινή επίθεση στην παρούσα περίπτωση που αποδίδεται στην κατηγορούμενη αφορά από μέλος οικογένειας σε άλλο η ποινή που προβλέπεται με βάση το σχετικό νόμο είναι 2 χρόνια ποινή φυλάκισης, το πρόστιμο και το δικαίωμα του Δικαστηρίου να επιβάλει και τις δύο ποινές παραμένει. Σύμφωνα με την νομολογία, επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly), να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Στην απόφαση Δήμος Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 αναφέρθηκαν τα εξής: «Το Άρθρο 242 του Νόμου δε συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα - παρανόμως - (unlawfully). Όπως προκύπτει από την Νομολογία, για στοιχειοθέτηση του νοητικού στοιχείου (mens rea) του αδικήματος αρκεί και η αδιαφορία, ήτοι όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στην ενέργεια, επιδεικνύοντας έτσι αδιαφορία για τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του. Το αδίκημα της επίθεσης μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος ή η κατηγορούμενη να αγγίξει το άλλο πρόσωπο. Πρέπει όμως να υπάρξει κάποια εχθρική πράξη για να στοιχειοθετηθεί η επίθεση, μια απειλή, ή μια κίνηση που μπορεί να εκληφθεί ως απειλή (βλ. Fagan ν Metropolitan Police Commissioner
(1968)3 All E.R. 442). Στην παρούσα υπόθεση η επίθεση συνίσταται στην ρήψη πέτρας από την κατηγορούμενη προς τον παραπονούμενο η οποία κτύπησε τον παραπονούμενο κοντά στο στήθος. Δεν τέθηκε τίποτε ενώπιον μου που να δεικνύει από πλευράς της κατηγορούμενης και η ενέργεια της να ρίξει την πέτρα της κοινής επίθεσης στο στήθος του παραπονούμενου δεν ήταν παράνομη ενέργεια. Θεωρώ ότι αποδείχθηκε το αδίκημα όπως προνοεί το άρθρο 342 του Ποινικού Κώδικα, αποδείχθηκε η στενή συγγενική σχέση της κατηγορούμενης με τον παραπονούμενο και συνεπώς έχει αποδειχθεί το αδίκημα της κοινής επίθεσης από ένα μέλος της οικογένειας σε άλλο και σύμφωνα με το άρθρο 4
(2)(ιβ) του Νόμου περί Βίας στην Οικογένεια και ως εκ τούτου η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου E.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο