← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Ahmad Ibrahim ODEH, Αρ. Υπόθεσης: 32223/14, 18/2/2015

Δημοκρατία ν. Ahmad Ibrahim ODEH, Αρ. Υπόθεσης: 32223/14, 18/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2015:4 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ KΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ Αρ. Υπόθεσης: 32223/14 Δημοκρατία v Ahmad Ibrahim ODEH Κατηγορουμένου -------------------------------- Ημερομηνία: 18 Φεβρουαρίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Ευθυβούλου, για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο : κ. Π. Παφίτης Κατηγορούμενος παρών ------------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση 4 κατηγορίες ως ακολούθως: ¨ Απόπειρα φόνου κατά παράβαση του Άρθρου 214(α) του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154 (1η κατηγορία) ¨ Πράξεις που σκοπεύουν στην πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του Άρθρου 228(α) του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154 (2η κατηγορία) ¨ Τραυματισμός και ανάλογες πράξεις κατά παράβαση του Άρθρου 234(α) του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154 (3η κατηγορία) και ¨ Μεταφορά μαχαιριού εκτός της οικίας ή της αυλής του κατά παράβαση του Άρθρου 82

(2)
(3)
(4)του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154 (4η κατηγορία). Όλα τα πιο πάνω αδικήματα φέρονται να έχουν διαπραχθεί στις 23.10.2014 στη Λευκωσία. Προτού ο Κατηγορούμενος απαντήσει στις κατηγορίες ηγέρθη από πλευράς Υπεράσπισης ζήτημα κατά πόσον αυτός είναι ανίκανος λόγω ψυχικής διαταραχής να παρακολουθήσει τη διαδικασία, με βάση το Άρθρο 70 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 155 ως έχει τροποποιηθεί από το Ν. 89(Ι)/
  1. Το Δικαστήριο, στην παρουσία του συνηγόρου του Κατηγορουμένου, επιθεώρησε και μελέτησε τις καταθέσεις που τέθηκαν ενώπιον του από την Κατηγορούσα Αρχή επί των οποίων στηρίζονται οι κατηγορίες και διαπίστωσε ότι υπάρχουν καταθέσεις και αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εύλογα στοιχειοθετούν τα επίδικα αδικήματα. Ως αποτέλεσμα αυτής της διαπίστωσης το Δικαστήριο διέταξε τη διεξαγωγή έρευνας για να εξακριβωθεί κατά πόσο ο Κατηγορούμενος πάσχει από ψυχική διαταραχή, σύμφωνα με το Άρθρο 3 του περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμου του 1997, Ν.77(Ι)/
  2. Ο περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμος 77
(1)/97,[1] ορίζει στο Άρθρο 3 ως «ψυχική διαταραχή» εκείνη τη «διαταραχή της συμπεριφοράς που οφείλεται σε ψυχική νόσο, η οποία είναι ασύμβατη με τον τόπο, τον χρόνο και την ηλικία του ατόμου στο οποίο εκδηλώνεται». Ενδιαφέρον είναι να αναφερθούν και οι πρόνοιες του επόμενου Άρθρου 4, βάσει του οποίου η ψυχική διαταραχή, όπως ερμηνεύεται στο Άρθρο 3, θα θεωρείται ότι συνιστά σοβαρή ψυχική διαταραχή για την οποία δικαιολογείται πλέον υποχρεωτική νοσηλεία όταν (α) εκδηλώνεται με βιαιότητα και σοβαρή αντικοινωνική συμπεριφορά ή (β) η κριτική ικανότητα του ασθενούς έχει επιδεινωθεί σε τέτοιο βαθμό που η κράτηση του είναι αναγκαία για προστασία του ιδίου και των πλησίον του. Όπως τονίσθηκε από τον Δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου Σ. Ναθαναήλ (στα πλαίσια διάλεξης του σε ημερίδα για την Ψυχική Υγεία το 2005 ενώ ήταν τότε Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου)[2] η ανικανότητα να παρακολουθήσει κάποιος τη διαδικασία πρέπει να προέρχεται από ψυχική διαταραχή, όπως αυτή ορίζεται στο Άρθρο 3 του Νόμου 77(Ι)/97. Η σχετική αναφορά έχει ως ακολούθως: «Εκείνο το οποίο αβίαστα προκύπτει από το λεκτικό του υπό εξέταση άρθρου 70, ερμηνεύοντας το λεκτικό του με την γραμματική έννοια των λέξεων που χρησιμοποιείται ως ο κατ΄ εξοχήν μηχανισμός ερμηνείας νομοθετημάτων, είναι ότι η ανικανότητα να παρακολουθήσει κάποιος την διαδικασία πρέπει να προέρχεται από ψυχική διαταραχή όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 3 του Νόμου 77
(1)/97. Δεν μπορεί να αποσυνδεθεί η χρήση της φράσης «ψυχική διαταραχή» που χρησιμοποιείται στο άρθρο 70 από την ανικανότητα να παρακολουθήσει ένας τη διαδικασία, διότι το ίδιο το άρθρο συνδέει τις δυο προϋποθέσεις χωρίς περιστροφές. Επομένως, το ερώτημα που τελικώς εγείρεται είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος είναι ανίκανος λόγω ψυχικής διαταραχής να παρακολουθήσει τη διαδικασία και η έρευνα που διατάσσεται από το Δικαστήριο έχει σκοπό να διαπιστώσει αν η ανικανότητα παρακολούθησης της διαδικασίας προέρχεται και είναι απόρροια της ψυχικής διαταραχής.» Η διαδικασία διεξαγωγής της έρευνας δεν προβλέπεται στο Νόμο. Καθοδήγηση μπορούμε, ωστόσο, να αντλήσουμε από την υπόθεση Republic v. Costas HjiYianni
(1982)7 J.S.C. 82 η οποία αφορούσε το Άρθρο 70(Ι) του ΚΕΦ. 155 ως είχε πριν την τροποποίηση του με το Νόμο 89(Ι)/97 που ομιλούσε και τότε για διεξαγωγή έρευνας. Στην εν λόγω υπόθεση είχε τονιστεί ότι οι διαδικασίες που σχεδιάστηκαν για να διαπιστωθεί η ικανότητα του κατηγορουμένου να απαντήσει είναι φύσης suis generis και ότι δεν απαιτείται εξ ανάγκης να ακολουθείται το μοτίβο της δίκης. Τέτοιες διαδικασίες, λέχθηκε, λαμβάνουν τέτοια μορφή ως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει κατάλληλη για τη διαπίστωση του ζητήματος της ικανότητάς του. Παραθέτουμε σχετική περικοπή από τη σελίδα 83: «"The proceedings designed to elicit the ability of the accused to plead are of a suis generis nature and need not, of necessity, follow the pattern of trial; they may take such form as the Court may deem appropriate for the elicitation of the issue of fitness. The law empowers the Court to carry out such inquiry as it deems appropriate, acknowledging an inquisitorial role to the Court, presumably for the reason that the issue of fitness to plead does not concern only the parties but has wider implications touching the very foundations of the administration of justice. Only a mentally fit person can properly defend himself and exercise the rights given him by law". Όπως τέθηκε σε άλλο σημείο στην υπόθεση HajiYianni (ανωτέρω): "The questions to be answered at this stage revolve round the ability of the accused to plead that presupposes (a) ability to give instructions for his defence and (b) capacity to follow the proceedings so as to give such further instructions as are ordinarily necessary to meet the case for the prosecution as it develops at the trial." Στο Σύγγραμμα του Blackstone's Criminal Practice,
(2003), (σελ. 1316), γίνεται αναφορά στα κριτήρια ως προς την ανικανότητα κατηγορουμένου να απαντήσει σε κατηγορία (τα οποία ισχύουν και για το ζήτημα ικανότητας παρακολούθησης της διαδικασίας), και παραπομπή στην οδηγούσα αυθεντία Pritchard
(1836)7 C & Ρ 303, (σελ. 304-305) όπου λέχθησαν τα πιο κάτω: "There are three points to be inquired into: First, whether the prisoner is mute of malice or not; secondly, whether he can plead to the indictment or not; thirdly, whether he is of sufficient intellect to comprehend the course of proceedings on the trial, so as to make a proper defence - to know that he might challenge [any jurors] to whom he may object - and to comprehend the details of the evidence .... if you think that there is no certain mode of communicating the details of the trial to the prisoner, so that he can clearly understand them, and be able properly to make his defence to the charge; you ought to find that he is not of sane mind. It is not enough, that he may have a general capacity of communicating on ordinary matters". Αναφέρεται στη συνέχεια του Συγγράμματος ότι τα πιο πάνω κριτήρια παραμένουν η βάση στη σύγχρονη νομολογία, η δε ανικανότητα να απαντήσει ένας κατηγορούμενος στις κατηγορίες ή να κατανοήσει τη διαδικασία συναρτώνται με την ικανότητά του να κατανοήσει και να απαντήσει λογικά στο κατηγορητήριο, τη δυνατότητά του να ζητήσει εξαίρεση ενόρκων, να κατανοήσει τις λεπτομέρειες της μαρτυρίας, να δώσει οδηγίες στους νομικούς του συμβούλους και να δώσει και ο ίδιος κατάθεση, αν το επιθυμεί. Αναφέρεται στην υπόθεση R. v. Robertson
(1968)3 All E.R. 557,[3] ότι ακόμη και αν θεωρείται από τους ενόρκους ότι ο κατηγορούμενος μπορεί να ενεργεί εναντίον των συμφερόντων του ως αποτέλεσμα της νοητικής του κατάστασης (σ΄ εκείνη την υπόθεση υπήρχε παράνοια), αυτό δεν ισοδυναμεί με ανικανότητα να παρακολουθήσει τη διαδικασία[4]. Ακόμη και σε υπόθεση όπου ο κατηγορούμενος έπασχε από παρανοϊκή σχιζοφρένια, θεωρήθηκε ότι αυτό από μόνο του δεν καθιστούσε τον κατηγορούμενο ανίκανο να απαντήσει στις κατηγορίες[5]. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση στα πλαίσια της έρευνας που διετάχθη από το Δικαστήριο κλήθηκε ως μάρτυρας ο ειδικός Ψυχίατρος Λάμπρος Σαμαρτζής, ο οποίος από το 2011 εργάζεται στις Yπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας. Ο Δρ Σαμαρτζής εξέτασε τον Κατηγορούμενο και ετοίμασε για το σκοπό αυτό σχετική Έκθεση στην οποία συνοψίζονται τα ευρήματα της εξέτασης του. Πρόκειται για το ΕΓΓΡΑΦΟ 1 το οποίο και υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σ' αυτό, αφού αναφέρεται στο ιστορικό του Κατηγορουμένου, όπως του δόθηκε από τον ίδιο αλλά και σε δικές του διαπιστώσεις, καταλήγει λέγοντας ότι ο Κατηγορούμενος πάσχει από χρόνια ψύχωση και ότι βρίσκεται υπό θεραπεία. Επίσης στην ίδια Έκθεση αναφέρει ότι, παρά τη χρόνια νόσο από την οποία ο Κατηγορούμενος υποφέρει, σε σχέση με την οποία χρήζει συνέχιση της ψυχιατρικής αγωγής, η κριτική του ικανότητα στην παρούσα φάση είναι εντός των φυσιολογικών ορίων και ότι δύναται να παρακολουθήσει τη δικαστική διαδικασία. Στην κυρίως εξέταση του πρόσθεσε ότι στην παρούσα φάση δεν υπάρχει κάποια έκδηλη διαταραχή στη σκέψη και στο λόγο του Κατηγορουμένου και ότι αυτός απαντά με ακρίβεια και σαφήνεια στις ερωτήσεις, αντιλαμβάνεται τη διαφορά του δικαίου από το άδικο και ότι μπορεί να συνεργαστεί ικανοποιητικά με τους επαγγελματίες Ψυχικής Υγείας. Ως εκ τούτου διατύπωσε την άποψη ότι ο Κατηγορούμενος μπορεί να συνεργαστεί ικανοποιητικά και με τον δικηγόρο του. Στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από τον συνήγορο Υπεράσπισης έδωσε περαιτέρω λεπτομέρειες και διευκρινίσεις σε σχέση με την περίπτωση του Κατηγορουμένου. Όπως εξήγησε, λόγω των ακουστικών ψευδαισθήσεων που παρουσιάζει, λαμβάνει δύο αντιψυχωσικά φάρμακα, το Risperal και το Haldol και ένα αγχολυτικό τα οποία έχουν σκοπό τη μείωση των ψυχωσικών συμπτωμάτων του Κατηγορουμένου όπως είναι οι ακουστικές ψευδαισθήσεις. Διευκρίνισε ότι, με βάση τα όσα ο ίδιος ο Κατηγορούμενος ανέφερε, από τότε που λαμβάνει αυτά τα φάρμακα παρουσίασε ύφεση των συμπτωμάτων. Σε ερώτηση κατά πόσο ο Κατηγορούμενος έχει την ικανότητα να διαβάσει τη μαρτυρία λεπτομερώς και να μπορέσει να τη συζητήσει με τον δικηγόρο του και να του θίξει τα σημεία τα οποία κρίνει σημαντικά, ο Δρ Σαμαρτζής ανέφερε ότι μπορεί να συνεργαστεί με το δικηγόρο του. Πρόσθεσε δε ότι στη συζήτηση που είχε μαζί του διαπίστωσε ότι αντιλαμβάνετο τι συζητείτο και ότι οι απαντήσεις που έδιδε ήταν επί των ερωτήσεων, συγκεκριμένες και όχι ασαφείς, ενώ υπάρχει κατανόηση σε ικανοποιητικό βαθμό. Σε άλλη ερώτηση ανέφερε ότι από το ιστορικό του Κατηγορουμένου προέκυψε ότι η συμπτωματολογία του είχε ξεκινήσει σταδιακά μετά την απώλεια του αδελφού του στην Παλαιστίνη και ότι μετά ξεκίνησε να έχει άγχος και ακουστικές ψευδαισθήσεις οι οποίες διατηρήθηκαν όλα τα χρόνια από τότε. Πρόσθεσε ότι κατά καιρούς ο βαθμός ενόχλησης από τα συμπτώματα που είχε ήταν μεγαλύτερος, διευκρινίζοντας ότι αυτό είναι αναμενόμενο, καθώς και ότι αυτή η ενόχληση συνήδε με το ιστορικό του και με τη λήψη ναρκωτικών. Όπως εξήγησε, η λήψη ναρκωτικών οδηγεί στην αύξηση της συμπτωματολογίας, ενώ αντίθετα ο τερματισμός τους τη μειώνει, ειδικότερα δε αν λαμβάνεται και φαρμακευτική θεραπεία οπότε ενδέχεται ακόμη και να εξαφανισθεί. Η νόσος ευρίσκεται, όπως είπε, σε ύφεση και τα συμπτώματα είναι χαμηλής έντασης έτσι ώστε ο Κατηγορούμενος να μπορεί να συζητά και να αντιλαμβάνεται τις ερωτήσεις και να απαντά. Τόνισε ότι νοουμένου ότι ο Κατηγορούμενος συνεχίζει να βρίσκεται υπό θεραπεία και δεν παίρνει ναρκωτικά η κατάσταση του είναι σταθερή, ενώ μπορεί να βελτιωθεί περαιτέρω. Μετά την κατάθεση του Δρος Σαμαρτζή η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής περιορίστηκε στο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου Αγγλική νομολογία η οποία ασχολείται με το πότε εγείρεται ζήτημα ανικανότητας του Κατηγορουμένου να απαντήσει στην κατηγορία ως επίσης και σε σχέση με το βάρος απόδειξης που ισχύει. Ο κ. Παφίτης εκ μέρους του Κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος είναι ανίκανος να συνεργαστεί με το δικηγόρο του και να αντιληφθεί ποια υπεράσπιση προωθεί και ότι, συνεπώς, είναι ανίκανος να παρακολουθήσει. Εξετάζοντας το εγερθέν ζήτημα λέμε ευθύς εξ αρχής ότι λαμβάνοντας υπόψη τις σοβαρές επιπτώσεις που ενέχει διαταγή βάσει του Άρθρου 70
(1)του ΚΕΦ.155 το Δικαστήριο υποχρεούται να το διερευνήσει με προσοχή για να καταλήξει στην απόφαση του. Ενόψει του ότι το ζήτημα της ανικανότητας του Κατηγορούμενου ηγέρθη από πλευράς Υπεράσπισης αυτή θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων για την βασιμότητα της θέσης της[6]. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας του Δρος Σαμαρτζή δεν παρουσιάζει, κατά την άποψη μας, οποιαδήποτε δυσκολία. Καταρχάς επισημαίνουμε ότι η Υπεράσπιση δεν έχει αμφισβητήσει την ιδιότητα του Δρος Σαμαρτζή ως Ειδικού Ψυχίατρου και τη θέση που αυτός κατέχει στις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας και υπό αυτήν την ιδιότητα θα προσεγγισθεί η μαρτυρία του[7]. Πολύ καλά γνωστές είναι οι αρχές που διέπουν την αξιολόγηση μιας τέτοιας μαρτυρίας χωρίς να χρειάζεται να γίνει επανάληψη τους. Είναι αρκετό πιστεύουμε να επισημάνουμε ότι ο ρόλος ενός εμπειρογνώμονα είναι να προσφέρει στο Δικαστήριο τα απαιτούμενα στοιχεία έτσι ώστε το Δικαστήριο να προβεί σε έλεγχο της ορθότητας των συμπερασμάτων του και όχι να αντικαταστήσει την κρίση του Δικαστηρίου. Για να μπορέσει δε το Δικαστήριο να εξαγάγει τη δική του ανεξάρτητη κρίση θα πρέπει ο εμπειρογνώμονας να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια και να παρουσιάσει τη βάση επί της οποίας εργάστηκε[8]. Καταρχάς έχουμε ικανοποιηθεί πλήρως ότι ο Δρ Σαμαρτζής προέβη σε μια ολοκληρωμένη εξέταση προς το σκοπό αξιολόγησης της κριτικής ικανότητας του Κατηγορούμενου και της δυνατότητας του να παρακολουθήσει τη δικαστική διαδικασία. Αφού εξασφάλισε το ιστορικό του Κατηγορούμενου διενήργησε την κλινική του εξέταση. Περαιτέρω ο Δρ Σαμαρτζής μας έκανε πολύ καλή εντύπωση τόσο για την επιστημονική προσέγγιση που είχε στη διατύπωση των θέσεων του όσο και για τον απλό και κατανοητό τρόπο με τον οποίο μετέφερε στο Δικαστήριο τις θέσεις του δίδοντας, εκεί όπου χρειαζόταν, την αναγκαία τεκμηρίωση και επεξήγηση. Ήταν σαφής και κατηγορηματικός ότι ο Κατηγορούμενος απαντούσε με ακρίβεια και σαφήνεια στις ερωτήσεις, ότι αντιλαμβανόταν τη διαφορά του δικαίου από το άδικο και ότι δεν παρουσίαζε οποιαδήποτε έκδηλη διαταραχή στη σκέψη και στο λόγο. Επεξήγησε δε με επάρκεια το είδος της χρόνιας ψύχωσης που αντιμετωπίζει και η οποία εκδηλώνεται με ακουστικές ψευδαισθήσεις, ως και τη θεραπεία που λαμβάνει ξεκαθαρίζοντας κατ' απόλυτο τρόπο ότι αυτή δεν επηρεάζει τη σκέψη και τη συμπεριφορά του. Ήταν δε απόλυτα κατατοπιστικός και στις απαντήσεις που έδωσε σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από το συνήγορο Υπεράσπισης διευκρινίζοντας το είδος της ψύχωσης του Κατηγορούμενου, τα συμπτώματα που παρουσιάζει, τη σημασία της μη χρήσης ναρκωτικών ουσιών αλλά και της θεραπευτικής αγωγής της οποίας ο Κατηγορούμενος τυγχάνει δίδοντας με αυτό τον τρόπο μια ολοκληρωμένη και ξεκάθαρη θέση για την περίπτωση του Κατηγορούμενου σε ό,τι αφορά το ζητούμενο που ήταν η κριτική του ικανότητα. Βασικά η άποψη του Ψυχιάτρου, την οποία υιοθετούμε ως επιστημονικά τεκμηριωμένη ενώπιον μας, είναι πως ο Κατηγορούμενος πάσχει μεν από χρόνια ψύχωση, πλην όμως πρόκειται για ελαφρώς πάσχοντα. Τέτοιοι ασθενείς διατηρούν την φυσική τους ικανότητα, έχουν εναισθησία δηλαδή και αντιλαμβάνονται ότι πάσχουν από κάτι. Εξ ου και θέλουν να υποβληθούν σε θεραπεία, η οποία ακριβώς για αυτό το λόγο δύναται να τύχει χειρισμού εκτός ψυχιατρείου, σε αντίθεση με ασθενείς οι οποίοι βρίσκονται σε μεγάλη κρίση. Δεχόμαστε ότι ο Κατηγορούμενος έχει και σήμερα ακουστικές ψευδαισθήσεις, αλλά όπως εξήγησε και ο μάρτυρας, αυτές είναι μικρής έντασης και, κυρίως, δεν προκαλούν στρες και δεν επηρεάζουν τη σκέψη και τη συμπεριφορά του. Με τη φαρμακευτική αγωγή υπάρχει μεγάλη ύφεση των συμπτωμάτων. Η μόνη περίπτωση να υποτροπιάσει είναι εάν σταματήσει τα φάρμακα του ή εάν αρχίσει ξανά τη λήψη ναρκωτικών. Διαφορετικά θα παραμένει σταθερός με προοπτική μάλιστα περαιτέρω βελτίωσης. Ενόψει λοιπόν της πιο πάνω ιατρικής μαρτυρίας, την οποία αποδεχόμαστε ως ειλικρινή, αξιόπιστη και πλήρως αιτιολογημένη, το αναπόφευκτο μας συμπέρασμα είναι πως ο Κατηγορούμενος δεν πάσχει από τέτοια ψυχική διαταραχή που να τον καθιστά ανίκανο να παρακολουθήσει τη δικαστική διαδικασία ή να δώσει οδηγίες προς το συνήγορο του για την ετοιμασία της Υπεράσπισης του. Αντιθέτως καταλήγουμε ότι η κριτική ικανότητα του Κατηγορούμενου ευρίσκεται εντός των φυσιολογικών ορίων με αποτέλεσμα να έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει τη δικαστική διαδικασία. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ C:my documents/assize/apofasis-endiameses [1] Έχει τροποποιηθεί μεταγενέστερα από τους Νόμους 49(Ι)/2003 και 26(Ι)/2007. [2] «Η Νομοθετική και Νομολογιακή ρύθμιση των αδικοπραγούντων ψυχικά ασθενών». [3] Δέστε και
(1968), 1 W.L.R. 1767 καθώς και
(1968)52 Cr. App. R. 690. [4] Όπως διαβάζουμε στη σύνοψη της απόφασης: "(i) the mere fact that the appellant was not capable of doing things which were in his own best interests was insufficient ground for a jury to return a finding of disability". [5] Δέστε Berry
(1977)66 Αpp. R. 156. (".It may very well be that the jury come to the conclusion that a defendant is highly abnormal but a high degree of abnormality does not mean that the man is incapable of following a trial or giving evidence or instructing counsel and so on"). [6] Δέστε R. v. Robertson
(1968)52 Cr. App. R. 690. [7] Δέστε Evangelou v. Ambizas
(1982)1 C.L.R. 41, 57, Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation Π.Ε. 316/10, ημερ. 21.2.13 και Σιακόλα ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 53/11, ημερ. 24.1.13. [8] Δέστε Davie Edinborough Magistrate
(1953)S.C. 34, Anastasiades v. R
(1977)2 C.L.R 97, Fouris and another v. R
(1983)2 C.L.R. 170, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Μελικίδης ν. Γεωργία Παπαγεωργίου κ.α. Π.Ε. 89/09, ημερ. 29.3.13. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.