← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Παύλος Αντωνίου, Αρ. Υπόθεσης: 885/12, 11/3/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Παύλος Αντωνίου, Αρ. Υπόθεσης: 885/12, 11/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 885/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Παύλος Αντωνίου Κατηγορούμενου ------------------------- Ημερομηνία: 11 Μαρτίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Ναθαναήλ Για τον Κατηγορούμενο: κ. Η. Στεφάνου με κα A. Πασχαλίδου Κατηγορούμενος παρών. --------------------- Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος μετά από παραδοχή βρέθηκε ένοχος και στις δύο κατηγορίες που αναγράφονται στο κατηγορητήριο. Ειδικότερα, παραδέχτηκε τις εξής κατηγορίες:

(1)Άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας, κατά παράβαση των άρθρων 151 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και συγκεκριμένα ότι την 18n Οκτωβρίου 2011 στον Άγιο Δομέτιο της επαρχίας Λευκωσίας, παράνομα και άσεμνα επιτέθηκε εναντίον της Χρυστάλλας Σάββα από το Στρόβολο, δηλαδή την αγκάλιασε, τη φίλησε στο λαιμό, προσπάθησε να τη φιλήσει στο στόμα και στη συνέχεια την άγγιξε στα οπίσθια της, αρ. κατηγορίας 1 και
(2)Σεξουαλική παρενόχληση, κατά παράβαση των άρθρων 2, 4, 12
(1)και 30
(1)του Περί Ίσης μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στη Επαγγελματική Εκπαίδευση Νόμου 205(Ι)/2002, όπως τροποποιήθηκε από το νόμο 40
(1)2006, και ειδικότερα ότι κατά τον χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, ενώ εργαζόταν ως Ιατρός στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο προέβη σε πράξη η οποία συνιστά σεξουαλική παρενόχληση της Χρυστάλλας Σάββα από το Στρόβολο, η οποία εργαζόταν ως γραμματέας στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο, δηλαδή προέβη στην άσεμνη επίθεση που περιγράφεται στην κατηγορία αρ. 1, αρ. κατηγορίας 2. Σημειώνω ότι η παραδοχή του κατηγορούμενου έγινε μετά που ολοκληρώθηκε η υπόθεση για την Κατηγορούσα Αρχή αφού ακούστηκε η μαρτυρία και των πέντε μαρτύρων κατηγορίας όπως αναγράφονται στο κατηγορητήριο στους οποίους περιλαμβάνεται και η παραπονούμενη Χρυστάλλα Σάββα. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής και ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου συμφώνησαν ότι τα γεγονότα που αφορούν οι δύο κατηγορίες έχουν ακουστεί στο Δικαστήριο μέσα από την ακροαματική διαδικασία. Η κα Ναθαναήλ ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου. Έχουν δημιουργηθεί για την υπόθεση έξοδα μαρτύρων κατηγορίας ύψους €420 τα οποία ζήτησε όπως πληρωθούν από τον κατηγορούμενο. Σημειώνω ότι το Δικαστήριο μετά και την σχετική σύμφωνο γνώμη του συνηγόρου υπεράσπισης ζήτησε όπως γίνει έκθεση του Γραφείου Ευημερίας σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου για σκοπούς επιβολής ποινής η οποία και βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Θα θέσω τα γεγονότα όπως αυτά ακούστηκαν στο Δικαστήριο μέσα από την ακροαματική διαδικασία. Ο κατηγορούμενος είναι ιατρός στο Ιπποκράτειο Ιδιωτικό Νοσοκομείο στην Έγκωμη. Η παραπονούμενη την δεδομένη περίοδο και ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, δηλαδή 18.10.2011 εργαζόταν ως μία από τις γραμματείς του κατηγορούμενου. Το γραφείο της παραπονούμενης η οποία ας σημειωθεί ότι την επίδικη χρονική περίοδο ήταν 19 μόλις ετών βρισκόταν έξω από το γραφείο του κατηγορούμενου. Στις 18.10.11 περί ώρα 3.30 μ.μ. η παραπονούμενη κλήθηκε από τον κατηγορούμενο να μεταβεί στο γραφείο του για να της δώσει το ταμείο του, πήγε στο γραφείο του, της πρότεινε να καθίσει και είχαν μια συζήτηση όπου ο κατηγορούμενος την ρωτούσε για διάφορα προσωπικά της θέματα. Την ρώτησε επίσης εάν είναι ευχαριστημένη από την εργοδότηση της και αν συνήθισε τον τρόπο εργασίας της μια που η πρόσληψη της ήταν σχετικά πρόσφατη, και ακολούθως, όταν η παραπονούμενη σηκώθηκε για να επιστρέψει στο γραφείο της, ο κατηγορούμενος την αγκάλιασε και με τα δύο του χέρια, την φίλησε στο λαιμό στη δεξιά μεριά, μετά προσπάθησε να την φιλήσει στο στόμα όπου η παραπονούμενη σοκαρισμένη αποτραβήχτηκε ξεκινώντας να πάει προς το γραφείο της. Όταν γύρισε προς την πόρτα για να φύγει, ο κατηγορούμενος την άγγιξε στα οπίσθια με το χέρι του. Η παραπονούμενη φοβερά αναστατωμένη πήγε πίσω στο γραφείο της, τηλεφώνησε στη φίλη της Στεφανία Ελευθερίου και την κάλεσε να έρθει όπου και της ανέφερε τι είχε γίνει. Η φίλη της προσπάθησε να την ηρεμίσει και μετά από λίγο και αφού ηρέμισε η παραπονούμενη πήγε στο γραφείο του κατηγορούμενου όπου και του γνωστοποίησε ότι θέλει να φύγει από την δουλειά. Ο κατηγορούμενος της απολογήθηκε πολλές φορές και μάλιστα της πρότεινε να της δώσει χρήματα ή ότι άλλο θέλει μέχρι να μπορέσει να βρει άλλη δουλειά. Η παραπονούμενη έφυγε όπου λίγο αργότερα σε νέα τυχαία συνάντηση που είχε μαζί του στην παρουσία της φίλης της, ο κατηγορούμενος της απολογήθηκε ξανά πολλές φορές και της ζήτησε να μην πει τίποτε σε κανένα για το όλο συμβάν. Η παραπονούμενη κατά την προφορική της μαρτυρία στο Δικαστήριο ανέφερε ότι αμέσως μετά το συμβάν ότι ήταν πολύ αναστατωμένη, πολύ σοκαρισμένη και σίγουρα έκλαιγε. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά η ίδια «Ήμουν 19 χρονών, ήταν η πρώτη μου δουλειά, δοκίμασα να ανοίξω τα φτερά μου και μου τα έκοψε. Με κατάστρεψε.» Εισέπραξε την άσεμνη επίθεση εναντίον της ως άκρως προσβλητική. Ο κ. Στεφάνου κατάθεσε στο Δικαστήριο γραπτή εμπεριστατωμένη αγόρευση για μετριασμό της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Σε αυτή προβαίνει σε πλήρη αναφορά στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, τα γεγονότα που αφορά η παρούσα υπόθεση και στους μετριαστικούς παράγοντες που συγκεντρώνει ο κατηγορούμενος στο πρόσωπο του. Η εισήγηση του κ. Στεφάνου ήταν ότι πρέπουσα ποινή υπό τις περιστάσεις είναι αυτή του ψηλού προστίμου και όχι της ποινής φυλάκισης, εάν όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι η ποινή που πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο είναι αυτή της φυλάκισης τότε κάλεσε το Δικαστήριο να την αναστείλει ενόψει αριθμού παραγόντων που συντείνουν στην αναστολή της ποινής στην παρούσα υπόθεση τους οποίους και αναφέρει. Σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, όπως ο κ. Στεφάνου έχει αναφέρει, ο κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 44 ετών, έγγαμος εδώ και 15 χρόνια και πατέρας 3 ανήλικων παιδιών 13, 11 και 5½ χρονών αντίστοιχα . Η σύζυγος του κατάγεται από την Ελλάδα, είναι νοσηλεύτρια εργάζεται μαζί με τον κατηγορούμενο στην ιατρική κλινική Ιπποκράτειο. Ο κατηγορούμενος υπηρέτησε κανονικά την στρατιωτική του θητεία και σπούδασε ιατρική με ειδίκευση στην γαστρεντερολογία για 12 χρόνια στα Πανεπιστήμια Πατρών και Ηρακλείου Κρήτης. Από το 2004 που επαναπατρίστηκε ασκεί ιδιωτικά το επάγγελμα του γαστρεντερολόγου. Διαθέτει ιδιόκτητη οικία όπου διαμένει η οικογένεια του, έχει χρέη και τα εισοδήματα του είναι περίξ των €6.000 μηνιαίως. Ο κ. Στεφάνου αναγνώρισε τη σοβαρότητα των αδικημάτων που έχει παραδεχτεί ο κατηγορούμενος η οποία δεν φαίνεται μόνο από το μέγιστο ύψος της προβλεπόμενης από το Νόμο ποινής αλλά και από το γεγονός ότι στις μέρες μας δυστυχώς υπάρχει έξαρση αυτών των αδικημάτων ειδικά αυτού της άσεμνης επίθεσης. Ήταν η θέση του ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με απερίσκεπτο τρόπο και προέβηκε σε αυτά που αναγράφονται ως λεπτομέρειες των κατηγοριών, η πράξη του δεν ήταν προσχεδιασμένη αλλά μια παρορμητική συμπεριφορά που δεν είχε να κάνει με την εκμετάλλευση της θέσης στην οποία είχε. Τόνισε το γεγονός ότι την ίδια μέρα απολογήθηκε πολλές φορές στην παραπονούμενη στην παρουσία μάλιστα και της φίλης της αναφέροντας ότι η απολογία του ήταν γνήσια και αποτέλεσμα του ότι είχε αναλογιστεί άμεσα τις συνέπειες της πράξης του. Ακολούθως, σύμφωνα πάντα με τα όσα έχει αναφέρει ο κ. Στεφάνου, οι σκέψεις και το ενδεχόμενο διάλυσης της οικογένειας του αλλά και οι συνέπειες που θα έχει στον επαγγελματικό του χώρο αλλά και στην άσκηση του επαγγέλματος του τυχόν καταδίκη του τον οδήγησαν αρχικά να αρνηθεί τις κατηγορίες ενώπιον του Δικαστηρίου. Μετά όμως από την κατάθεση της παραπονούμενης και της φίλης της και όταν ήρθε ξανά αντιμέτωπος με τις πράξεις του αποφάσισε να αποδεχτεί τις κατηγορίες και να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των πράξεων του τόσο σε οικογενειακό όσο και επαγγελματικό επίπεδο. Οι μετριαστικοί παράγοντες που συγκεντρώνει στο πρόσωπο του ο κατηγορούμενος, οι οποίοι στα πλαίσια άσκησης του καθήκοντος του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής θα πρέπει να ληφθούν υπόψη, όπως έχουν αναλυθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο του είναι πρώτα απ' όλα η παραδοχή ενοχής που αποτελεί στοιχείο έμπρακτης μεταμέλειας αλλά και καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος έχει αντιληφθεί το λάθος του και είναι έτοιμος να δεχτεί την οποιαδήποτε ποινή. Ιδιαίτερης σημασίας είναι το λευκό ποινικό του μητρώο σε συνδυασμό με την ηλικία του και την οικογενειακή του κατάσταση, το μεμονωμένο του περιστατικού αλλά και το γεγονός ότι τόσο ο πρότερος αλλά και ο μετέπειτα από το επίδικο συμβάν βίος του κατηγορούμενου δείχνουν ότι είναι ανύπαρκτος ο κίνδυνος επανάληψης των αδικημάτων. Στο σημείο αυτό ο κ. Στεφάνου τόνισε την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος 18.10.11 και το γεγονός ότι το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει στον κατηγορούμενο ποινή τον Μάρτιο 2015, τρία και πλέον χρόνια μετά την διάπραξη των αδικημάτων και με δεδομένο ότι στο μεσοδιάστημα ο κατηγορούμενος έχει επιδείξει έντιμο και σωστό βίο. Μεγάλη βαρύτητα δόθηκε από τον κ. Στεφάνου στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος λόγω της ιδιότητας του μετά που θα τελειώσει η παρούσα δικαστική διαδικασία και του επιβληθεί ποινή θα κληθεί ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών να παρουσιαστεί, να τύχει και της δικής του κρίσης και να τιμωρηθεί. Σημείωσε δε ότι το Πειθαρχικό Συμβούλιο των Ιατρών μπορεί να επιβάλει στον κατηγορούμενο ως ποινή μέχρι την διαγραφή του ονόματος του από το μητρώο εγγραφής ιατρών. Ο κατηγορούμενος είπε ο κ. Στεφάνου ζητά από το Δικαστήριο μια δεύτερη ευκαιρία αφού παρά την λανθασμένη και καταδικαστέα του συμπεριφορά η οποία ήταν όμως απότοκο μιας στιγμής εντελώς παρορμητικής δεν παύει να είναι υπόδειγμα οικογενειάρχη και γιατρού με αίσθημα ευθύνης και για την οικογένεια και για τους ασθενείς του. Όπως περαιτέρω έχει αναφέρει ο κ. Στεφάνου, ο κατηγορούμενος βασανίζεται πραγματικά για αυτή του την συμπεριφορά και τόνισε ότι πέραν της απολογίας του προς την παραπονούμενη την ίδια ημέρα που έγινε το συμβάν, ο κατηγορούμενος είχε από την ημέρα που παραδέχτηκε τα αδικήματα ενώπιον του Δικαστηρίου κάθε πρόθεση να απολογηθεί εκ νέου στην παραπονούμενη χωρίς όμως να υπάρξει θετική έκβαση και πραγματοποίηση της πρόθεσης του λόγω της μη αποδοχής της από την ίδια την παραπονούμενη. Τόνισε επίσης ότι η απολογία του κατηγορούμενου είναι έμπρακτη όπως και η μεταμέλεια του. Η σοβαρότητα των δύο αδικημάτων που έχει παραδεχτεί ο κατηγορούμενος προκύπτει άμεσα από τις ποινές που ο ίδιος ο νομοθέτης έχει προνοήσει για αυτά. Συγκεκριμένα με βάση το άρθρο 151 του Ποινικού Κώδικα πρόσωπο που παράνομα και άσεμνα επιτίθεται εναντίον γυναίκας είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 5 χρόνια. Επίσης με βάση το άρθρο 30(Ι) του Ν.205(Ι)/2002 Περί Ίσης Μεταχείρισης Ανδρών και Γυναικών στην Απασχόληση και στην Επαγγελματική Εκπαίδευση, πρόσωπο που είναι ένοχο για το αδίκημα της σεξουαλικής παρενόχλησης τιμωρείται με πρόστιμο μέχρι Λ.Κ.4.000 ως ήταν τότε ή με ποινή φυλάκισης μέχρι 6 μηνών ή και στις δύο περιπτώσεις ανάλογα. Πρέπει να σημειωθεί ότι το άρθρο 151 του Ποινικού Κώδικα τροποποιήθηκε με τον Τροποποιητικό Νόμο 64
(1)/2009 και ενώ πριν το αδίκημα ενέπιπτε στα πλημμελήματα τώρα η συμπεριφορά αυτή κατατάσσεται στα κακουργήματα. Η ανάγκη αναβάθμισης της κατηγορίας της άσεμνης επίθεσης από τον νομοθέτη αντανακλά ιδιαιτέρως την σοβαρότητα του αδικήματος. Πάγια γραμμή της νομολογίας είναι ότι αδικήματα σεξουαλικής φύσης τιμωρούνται από τα Δικαστήρια με αποτρεπτικές ποινές, σε μια προσπάθεια καταστολής τους, τόσο γιατί στρέφονται και προσβάλλουν τα ήθη γενικά, όσο και γιατί συνθλίβουν την προσωπικότητα των θυμάτων (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κυριάκου Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ. 562, 568). Όπως έχει επίσης εντοπιστεί νομολογιακά, τα εγκλήματα άσεμνης επίθεσης τυγχάνουν αυστηρής αντιμετώπισης (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Παύλου
(1997)2 Α.Α.Δ. 170, 174). Παραπέμπω σε απόσπασμα από την απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου Κυριάκου
(2008)2 Α.Α.Δ 562, απόφαση η οποία εξεδόθη προ της αυξήσεως της προβλεπόμενης ποινής, και στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Τα αδικήματα της φύσης που διέπραξε ο εφεσίβλητος δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα τους προκύπτει μέσα από την προβλεπόμενη ποινή - ποινή φυλάκισης μέχρι δύο έτη - αλλά και από τον τρόπο που αυτά σταθερά αντικρίζονται από τη νομολογία. Αδικήματα σεξουαλικής φύσης τιμωρούνται από τα δικαστήρια με αποτρεπτικές ποινές, σε μια προσπάθεια καταστολής τους, τόσο γιατί στρέφονται και προσβάλλουν τα ήθη γενικά, όσο και γιατί προσβάλλουν και συνθλίβουν την προσωπικότητα των θυμάτων - (βλ. Rana κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 489 και Β.Ε.Κ. ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 228). Καθίστανται δε ιδιαίτερα σοβαρά, όταν στρέφονται εναντίον νεαρών προσώπων, τα οποία δεν έχουν ακόμη ολοκληρωμένη και ορθή εικόνα για τη σεξουαλική πτυχή της ζωής ούτε σταθερές δυνάμεις αντίστασης. Με τη διαπίστωση, βέβαια, της σοβαρότητας των αδικημάτων, το έργο του δικαστηρίου δεν εξαντλείται. Η εξατομίκευση της ποινής είναι μια διεργασία απαραίτητη, που σκοπό έχει να προσαρμόσει την ποινή όχι μόνο στο αδίκημα αλλά και στο συγκεκριμένο δράστη. Ιδιαίτερα σε περιπτώσεις σεξουαλικών αδικημάτων, αυτή δεν μπορεί να αφήνεται να οδηγεί στην εξουδετέρωση, είτε της προβλεπόμενης από το νόμο ποινής είτε του αποτρεπτικού χαρακτήρα της.» Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Michalakis A. Xirishis v. R.
(1969)2 CLR 125 τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της κάθε υπόθεσης έχουν σημασία. Το Δικαστήριο όταν καλείται να επιβάλει ποινή πρέπει να έχει κατά νου ότι τα γεγονότα κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης συνιστούν αποφασιστικό παράγοντα στην προσπάθεια ανίχνευσης της σοβαρότητας ενός αδικήματος. Σχετική είναι η υπόθεση Αδαμάντιος Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 391. Στην παρούσα υπόθεση κατά την δική μου άποψη είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικό στοιχείο ότι η άσεμνη επίθεση εναντίον της παραπονούμενης έλαβε χώρα στο μέρος όπου εργαζόταν, στο χώρο που κάθε γυναίκα θα πρέπει να αισθάνεται απόλυτη ασφάλεια χωρίς τον φόβο ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος προσβολής της προσωπικότητας και εξευτελισμού της. Περαιτέρω η παραπονούμενη ήταν ηλικίας 19 μόλις ετών, ήταν η πρώτη της εργασία και αναφέρω ξανά την φράση που η ίδια χαρακτηριστικά ανέφερε κατά την αντεξέταση της: «Ήμουν 19 χρονών προσπάθησα να ανοίξω τα φτερά μου και μου τα έκοψε. Με κατάστρεψε». Σίγουρα η συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου, δεν συνάδει με τον τρόπο που πρέπει να επιτελεί το λειτούργημα που έχει επιλέξει να ασκεί. Έστω και αν η όλη συμπεριφορά του κατηγορούμενου ήταν, όπως ο κ. Στεφάνου την χαρακτήρισε, και επί αυτής της θέσης του θα προβώ σε σχόλια πιο κάτω, παρορμητική, στιγμιαία, χωρίς προσχεδιασμό και απερίσκεπτη, δεν παύει από του να έχει οδηγήσει την παραπονούμενη στην τρυφερή ηλικία των 19 ετών στην ταπείνωση, προσβολή και την συντριβή του ψυχικού της κόσμου. Τα ελαφρυντικά του κατηγορούμενου έχουν εκτεθεί από τον κ. Στεφάνου σε πλήρη λεπτομέρεια και σίγουρα αποτελούν μετριαστικούς παράγοντες που αναγνωρίζονται από την νομολογία. Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, η οικογενειακή του κατάσταση, η παραδοχή του έστω και στο στάδιο που αυτή έγινε και που σίγουρα καταδεικνύει έμπρακτη μεταμέλεια και ετοιμότητα για να δεχτεί τις συνέπειες των πράξεων του, σίγουρα έχουν την δική τους σημασία. Σε ότι αφορά το θέμα της παραδοχής του κατηγορούμενου όμως θέλω να αναφέρω ότι η παραδοχή του έγινε μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή και αφού ακούστηκε στο Δικαστήριο η μαρτυρία της παραπονούμενης η οποία και αντεξετάστηκε εξαντλητικά από τον δικηγόρο του. Υπέρ του κατηγορούμενου θα προσμετρήσει επίσης το γεγονός ότι στο μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα που δεν είναι λίγο, ο κατηγορούμενος έχει δείξει ότι όντως η αξιόποινη και παντελώς λανθασμένη του συμπεριφορά στην παρούσα υπόθεση μπορεί να θεωρηθεί ως μεμονωμένη. Ιδιάζουσας σημασίας έχει και το γεγονός ότι η τιμωρία του κατηγορούμενου δεν τελειώνει με την επιβολή ποινής από το Δικαστήριο. Η ιδιότητα του κατηγορούμενου, γιατρός, και οι πρόνοιες του περί Ιατρών (Σύλλογοι, Πειθαρχία και Ταμείο Συντάξεων) Νόμοι του 1967 ουσιαστικά δημιουργούν την βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος θα περάσει από πειθαρχική διαδικασία και όντως οι ποινές που ενδέχεται να του επιβληθούν είναι μεγάλες και σοβαρές με μεγαλύτερη την πιθανότητα διαγραφής του από το μητρώο ιατρών κάτι που θα έχει πολύ δυσμενείς επιπτώσεις όχι μόνο στον ίδιο και την καριέρα του αλλά και στην οικογένεια του. Σε σχέση με το θέμα αυτό παραπέμπω στην υπόθεση Θεοχάρης Θεοχάρους ν. Αστυνομίας,
(2008)2 Α.Α.Δ. 575 όπου το Εφετείο παρατήρησε τα ακόλουθα για το ενδεχόμενο πιθανόν πειθαρχικών κυρώσεων σε ένα πρόσωπο μετά από την καταδίκη του από το Δικαστήριο. «Μετά την καταδίκη του είναι δεκτό ότι ο εφεσείων οποίος είναι μόνιμος επιλοχίας στην Εθνική Φρουρά θα αντιμετωπίσει πειθαρχική διαδικασία με αβέβαιο το αποτέλεσμα εφόσον μπορεί να επιβληθεί οποιαδήποτε ποινή από επίπληξη μέχρι απόλυση. Υπό αυτές τις συνθήκες, η επιλογή ποινής στερητικής της ελευθερίας παραγνωρίζει την αρχή ότι τέτοια ποινή επιβάλλεται μόνο στις περιπτώσεις που οποιαδήποτε άλλη κρίνεται ακατάλληλη...». Η εισήγηση του κ. Στεφάνου ήταν ότι δικαιολογείται η επιβολή προστίμου στην παρούσα υπόθεση με βάση τα πραγματικά της περιστατικά. Από τα γεγονότα όπως έχουν λεχθεί πιο πάνω θεωρώ ότι έχουν ιδιαίτερη σημασία τα εξής: Κατά πρώτον το γεγονός ότι η τελευταία των πράξεων του κατηγορούμενου προς την παραπονούμενη, δηλαδή ότι της άγγιξε τα οπίσθια της έγινε όταν αυτή είχε εκδηλώσει στην αντίδραση της στην προηγούμενη του συμπεριφορά και γύρισε για να φύγει. Κατά δεύτερον ο τρόπος με τον οποίο οι πράξεις του κατηγορούμενου εισπράχθηκαν και ο αντίκτυπος που είχαν στην παραπονούμενη όπως έχει ανωτέρω αναφερθεί. Σημειώνω επίσης ότι η παραπονούμενη εξακολουθεί να νιώθει έντονα για τις πράξεις του κατηγορουμένου κάτι που ήταν ολοφάνερο από την όλη στάση της στο Δικαστήριο αλλά και από την άρνηση της να δεχτεί σήμερα την απολογία και την συγνώμη του. Η ερώτηση επομένως που τίθεται για να απαντηθεί από το Δικαστήριο είναι κατά πόσον τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση όπως έχουν εκτεθεί πιο πάνω δικαιολογούν την εισήγηση του κ. Στεφάνου. Υπόψη μου θα λάβω τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος όπως έχουν αναφερθεί πιο πάνω και οι οποίες κατά την άποψη μου δεν μπορούν απλά να ενταχθούν στο πλαίσιο μιας παρορμητικής και αυθόρμητης συμπεριφοράς όπως την έχει χαρακτηρίσει ο κ. Στεφάνου ιδιαίτερα αφού όπως έχω αναφέρει πιο πάνω μετά την εκδήλωση αντίδρασης από την παραπονούμενη ο κατηγορούμενος επιχείρησε και άλλη πράξη δηλαδή να της αγγίξει τα οπίσθια της. Θα λάβω επίσης υπόψη μου το γεγονός ότι στην παρούσα περίπτωση, πιθανόν να υπάρξουν επιπτώσεις στην οικογένεια του κατηγορούμενου από τις ποινές που τυχόν θα του επιβληθούν από το Πειθαρχικό Συμβούλιο των Γιατρών ενώπιον του οποίου είναι σίγουρο ότι θα κληθεί να λογοδοτήσει. Σημασία έχει επίσης ο πρότερος βίος του όπως και το γεγονός ότι στο χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει η απουσία επανάληψης του αδικήματος τείνει να καταδείξει ότι το θέμα αποτροπής έχει αδυνατήσει. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 214/09 ημερ. 29.1.14 που λέχθηκαν τα εξής: «Η αναγκαιότητα όπως η ίδιας η εφεσείουσα μέσω της επιβαλλόμενης ποινής αποτραπεί από την επανάληψη διάπραξης παρόμοιος φύσεως αδικημάτων, φαίνεται να είναι στην περίπτωση αυτή ιδιαίτερα αδύνατη.» Ζυγίζοντας όλα τα πιο πάνω και λαμβάνοντας υπόψη μου ότι το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής δεν μπορεί στην περίπτωση σεξουαλικών αδικημάτων να αφήνεται να οδηγεί στην εξουδετέρωση της προβλεπόμενης από το νόμο ποινής ή του αποτρεπτικού χαρακτήρα της, τα γεγονότα που συνιστούν την επίθεση στην παρούσα υπόθεση και τις επιπτώσεις στο θύμα χωρίς σε καμία περίπτωση να υποσκελίζεται η σοβαρότητα των αδικημάτων που έχει παραδεχτεί ο κατηγορούμενος, θεωρώ ότι υπάρχει διαφοροποίηση της παρούσας υπόθεσης από την νομολογία επί του θέματος στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο είχε κατατάξει τις υποθέσεις ως τις σοβαρότερες μορφές άσεμνων επιθέσεων και στην συνακόλουθη ανάγκη επιβολής στερητικών της ελευθερίας ποινών, τέτοιες είναι οι υποθέσεις Andreas Antoniades v. The Police
(1988)2 C.L.R. 146, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χαράλαμπου Βαρνάβα
(1999)2 Α.Α.Δ. 638 έχω καταλήξει ότι στην παρούσα περίπτωση θα πρέπει να επιδειχθεί επιείκεια ώστε να αποφευχθεί η επιβολή ποινής στερητικής ελευθερίας του κατηγορούμενου. Θα πρέπει να του επιβληθεί ποινή στην οποία θα πρέπει να αντανακλάται η σοβαρότητα των αδικημάτων που έχει παραδεχτεί χωρίς αυτά να εξουδετερώνονται. Ενόψει των ανωτέρω επιβάλλονται σε αυτόν οι εξής ποινές: - Κατηγορία αρ. 1 ποινή προστίμου €7.
  1. - Κατηγορία αρ. 2 ποινή προστίμου €1.
  2. Ο κατηγορούμενος θα πληρώσει τα έξοδα μαρτύρων Κατηγορούσας Αρχής που ανέρχονται στο ποσό των €
  3. (Υπ.) ................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.