Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας ν. Μάριος ΠΙΕΡΗ, Αρ. Υπόθεσης: 23041/13, 30/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23041/13 Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας εναντίον Μάριος ΠΙΕΡΗ Κατηγορούμενου ------------------------- Ημερομηνία: 30 Μαρτίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Χ' Κωνσταντή Για τον Κατηγορούμενο: κ. Π. Ελευθερίου Κατηγορούμενος παρών. ----------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία για το αδίκημα κλοπής υπό αντιπροσώπου κατά παράβαση των άρθρων 270(β) και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας επί του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος μεταξύ του έτους 2009 και της 16ης Οκτωβρίου 2012 στην Παλλουριώτισσα της Επαρχίας Λευκωσίας έκλεψε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KQJ387 αξίας €11000, το οποίο του ενεπιστεύθει η Ελένη Περιστιάνη, από τη Λάρνακα με σκοπό αυτός να της επιδιορθώσει τις ζημιές που προέκυψαν στο πιο πάνω αυτοκίνητο μετά από τροχαίο δυστύχημα στο οποίο ενεπλάκη η προαναφερθείσα. Δεν παραδέχτηκε ενοχή και κλήθηκαν από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής και οι τέσσερεις μάρτυρες κατηγορίας που αναγράφονται στο κατηγορητήριο. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου έθεσε θέμα ότι δεν αποδείχτηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του και κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει από το στάδιο αυτό. Η εισήγηση αυτή του κ. Ελευθερίου αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας απόφασης. Η εξεταστής της υπόθεσης Αστ. 303 Στέλλα Πιτσιλλλίδου Μ.Κ.1, ανέφερε ότι στις 16.10.12 προσήλθε στο ΤΑΕ η Ελένη Περιστιάνη και της κατάγγειλε ότι το έτος 2009 είχε μεταφέρει το αυτοκίνητο της με αρ. εγγραφής ΚQJ387 στο συνεργείο του κατηγορούμενου για να το επιδιορθώσει μετά από δυστύχημα. Όπως της είπε, το αυτοκίνητο δεν επιδιορθώθηκε λόγω διαφωνίας της με τον κατηγορούμενο αλλά το είχε αφήσει στο γκαράζ του για φύλαξη όπου και παρέμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα εξαιτίας διαφόρων προσωπικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο κατηγορούμενος. Όταν μετά από απόφαση του Δικαστηρίου το αυτοκίνητο έπρεπε να παραδοθεί στην εταιρεία Easy Finance Ltd που είχε δανειοδοτήσει την παραπονούμενη για την αγορά του, επιδότης επισκέφθηκε το γκαράζ του κατηγορούμενου αλλά το αυτοκίνητο δεν ήταν εκεί. Η Μ.Κ.1 στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης έλαβε γραπτή κατάθεση-παράπονο από την παραπονούμενη, καταθέσεις από τους Έλενα Κωνσταντίνου υπάλληλο της εταιρείας Easy Finance Ltd και Γιαννάκη Κωνσταντίνου και ακολούθως ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο στην οποία της ανέφερε ότι το αυτοκίνητο περί τέλη Μαΐου αρχές Ιουνίου του 2009 είχε μετακινηθεί κατ' εντολή της παραπονούμενης με ρυμουλκό που η ίδια είχε αποστείλει. Όπως ανέφερε η κα Πιτσιλλίδου ερευνήθηκε το κατάστημα και ο χώρος που είχε τα αυτοκίνητα του ο κατηγορούμενος μετά από συγκατάθεση του χωρίς να εντοπιστεί, έγιναν εξετάσεις σε εμπόρους παλαιών μετάλλων χωρίς και πάλι να εντοπιστεί το όχημα ενώ από εξετάσεις που έγινε στο Τ.Ο.Μ. διαπιστώθηκε ότι το αυτοκίνητο δεν είναι διαγραμμένο. Κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο ο οποίος δεν παραδέχτηκε την κατηγορία. Σημείωσε ότι η παραπονούμενη δεν της παρέδωσε κανένα έγγραφο που να στοιχειοθετήσει την καταγγελία της. Η παραπονούμενη Μ.Κ.2 ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου οχήματος το οποίο μετέφερε στην μάντρα του κατηγορούμενου για επιδιόρθωση μετά το δυστύχημα. Τον κατηγορούμενο τους σύστησε ο οικογενειακός τους φίλος Γιαννάκης Κωνσταντίνου. Ο κατηγορούμενος εκτίμησε τις ζημιές του αυτοκινήτου στις £4.500 και η ίδια του έδωσε μεταχρονολογημένες επιταγές για το ποσό αυτό. Ο κατηγορούμενος θα παράγγελλε τα εξαρτήματα για την επιδιόρθωση. Μετά από ένα μήνα της τηλεφώνησε ότι βρέθηκε άλλο αυτοκίνητο του ίδιου τύπου και θα μοίραζε το σιασί και θα το κολλούσε στο δικό της αυτοκίνητο για να το διορθώσει, η ίδια αρνήθηκε επειδή θεώρησε αυτή την επιδιόρθωση ως μη ασφαλή και ακύρωσε τις επιταγές που του είχε δώσει. Ήταν η θέση της ότι όταν του ζήτησε να πάει να πάρει το αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος άρχισε τις δικαιολογίες, αρχικά ότι πέθανε ο γιος του από ναρκωτικά, μετά ότι χάθηκε το εγγονάκι του και ακολούθως ότι ήταν άρρωστος ο πατέρας του. Μετά αρρώστησε ο δικός της πεθερός και έτσι πέρασε καιρός χωρίς να αναζητήσει το αυτοκίνητο. Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι έστειλε ρυμουλκό δυο, τρεις φορές στο γκαράζ του κατηγορούμενου χωρίς να εντοπιστεί το όχημα λέγοντας ότι το είχε στείλει σε κάποιο ισιωτή στην Αρραδίπου. Η τελευταία φορά που στάληκε ρυμουλκό ήταν από την Easy Finance Ltd μετά από απόφαση Δικαστηρίου χωρίς και πάλι να εντοπιστεί. Ανέφερε επίσης ότι το πρόσωπο που της σύστησε τον κατηγορούμενο, ο Γιαννάκης Κωνσταντίνου της ανάφερε ότι μέχρι και δύο μήνες πριν την κατάθεση της, δηλαδή μέχρι και τον Αύγουστο του 2012, έβλεπε το αυτοκίνητο στην μάντρα του κατηγορούμενου. Η Μ.Κ.3 Ελένη Κωνσταντίνου εργαζόταν στην εταιρεία Easy Finance Ltd. Είπε ότι η παραπονούμενη είχε δανειστεί από την εν λόγω εταιρεία χρήματα για την αγορά του επίδικου αυτοκινήτου το οποίο με όρους ενοικιαγοράς είχε εγγραφεί επ' ονόματι της και της εταιρείας Easy Finance Ltd. Επειδή η παραπονούμενη δεν πλήρωνε τις δόσεις της καταχωρήθηκε εναντίον της η αγωγή 2237/10 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας το οποίο στις 23.11.10 εξέδωσε απόφαση υπέρ της Easy Finance Ltd και εναντίον της παραπονούμενης και διάταγμα με το οποίο διέτασσε την επιστροφή του αυτοκινήτου στην εταιρεία Easy Finance Ltd. Όταν στάληκε πλατφόρμα για να παραληφθεί το αυτοκίνητο από την παραπονούμενη εκείνη ισχυρίστηκε ότι το αυτοκίνητο βρισκόταν στο συνεργείο του κατηγορούμενου. Δικαστικός Επιδότης μετέβηκε στο εν λόγω υποστατικό όπου ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι το όχημα δεν βρισκόταν εκεί. Η εν λόγω μάρτυρας κατάθεσε αντίγραφα όλων των εγγράφων στα οποία έχει αναφερθεί. Ο τελευταίος μάρτυρας Μ.Κ.4 ήταν ο Γιαννάκης Κωνσταντίνου, οικογενειακός φίλος της παραπονούμενης και γνωστός του κατηγορούμενου. Γνωρίζει ότι το αυτοκίνητο της παραπονούμενης μετά από δυστύχημα μεταφέρθηκε σε υποστατικό του κατηγορούμενου, συγκεκριμένα σε ττελιασμένο χωράφι δίπλα από την μάντρα του μέχρι να βρει εξαρτήματα. Θέση του ήταν ότι έβλεπε το αυτοκίνητο εκεί για πολύ καιρό χωρίς να επιδιορθωθεί. Είπε ότι τον Οκτώβριο του 2012 ο σύζυγος της παραπονούμενης τηλεφώνησε στον ίδιο ότι θα ερχόταν πλατφόρμα να φορτώσει το όχημα και έτσι πήγε εκεί στην μάντρα του κατηγορούμενου για να το κανονίσει. Το αυτοκίνητο έλειπε και ο ίδιος με τον οδηγό της πλατφόρμας τηλεφώνησαν στον κατηγορούμενο ο οποίος είπε ότι το είχε βγάλει έξω και πέρασε πλατφόρμα της Λαϊκής Τράπεζας και το πήρε. Ενημέρωσε σχετικά την παραπονούμενη. Είχε την θέση ότι το αυτοκίνητο το έβλεπε μέχρι πριν δύο μήνες περίπου, δηλαδή Αύγουστο του
- Περιέγραψε τον χώρο που φυλασσόταν το αυτοκίνητο από τον κατηγορούμενο και το σημείο που βρισκόταν το αυτοκίνητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την άρνηση των Κατηγοριών ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα το οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6739 και 6740, ημερ. 27.3.2000). Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου, Π.Ε. 7107, ημερ. 13.2.2002). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοΐζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Όπως αναφέρθηκε και στην γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133: « Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου». Επομένως το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε αθώωση του κατηγορουμένου από το στάδιο αυτό είτε σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή αποτύχει να αποδείξει συστατικό στοιχείο του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είτε εάν η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής είναι αντιφατική ή στερείται πειστικότητας σε τέτοιο βαθμό που δεν θα ήταν λογικό να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία. Το κριτήριο, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όταν όλη η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση να απαντηθεί (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω)). (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Νίκου Π. Κλεάνθους Π.Ε. 6619, ημερ. 21.6.1999, Azinas v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9, Shaban Bin Houssein v. Chong Fukkan
(1969)3 All E.R. 1626). Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της και επάρκεια της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στα στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν». Το Δικαστήριο λοιπόν για να αποφασίσει το ζήτημα, θα πρέπει να εξετάσει με προσοχή την προσκομισθείσα εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής μαρτυρία, χωρίς βέβαια να προχωρήσει σε αξιολόγηση της. Θέση του κ. Ελευθερίου ήταν ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να απαλλαγεί και να αθωωθεί από αυτό το στάδιο στην κατηγορία που αντιμετωπίζει λόγω του ότι η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί είναι αντινομική και στερείται πειστικότητας και επίσης δεν έχουν αποδειχτεί συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Ξεκινώντας από το αδίκημα της «κλοπής» αναφέρω ότι αυτό διέπεται από το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως έχει τροποποιηθεί το οποίο αναφέρει τα εξής: "
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή- (
- i)με τέχνασμα- (
- ii)με εκφοβισμό- (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο- (
- iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα- (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς- (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο." Συνεπώς από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι ότι α) ο κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή περιουσίας, β) αυτό έγινε χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, γ) ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με δόλιο τρόπο, δ) ο κατηγορούμενος ενήργησε χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη ε)ότι η περιουσία είναι τέτοια που μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και στ) ότι ο κατηγορούμενος είχε κατά το χρόνο της απόκτησης κατοχή την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη μόνιμα. Το Άρθρο 270(β) του Ποινικού Κώδικα με πλαγιότιτλο «Κλοπή από Αντιπρόσωπο» προνοεί τα ακόλουθα: «Αν αυτό που κλάπηκε είναι ένα από τα ακόλουθα πράγματα, δηλαδή περιουσία εμπιστευμένη στον υπαίτιο, είτε σε μόνο του, είτε μαζί με άλλο, για ασφαλή φύλαξη από αυτό, ή χρήση, πληρωμή, ή παράδοση αυτής ή μέρους της ή οποιουδήποτε προϊόντος που απορρέει από τη διάθεση, για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων». Επομένως τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: - Η ιδιοκτησία κινητής ή ακίνητης περιουσίας από τον παραπονούμενο - η οποία έχει εμπιστευτεί στον κατηγορούμενο για ασφαλή φύλαξη, χρήση, πληρωμή ή παράδοση αυτής ή μέρους της για οποιοδήποτε σκοπό σε οποιοδήποτε πρόσωπο - δεν εξυπηρετεί το σκοπό για τον οποίο εμπιστεύτηκε η περιουσία στον κατηγορούμενο. Με βάση τη νομολογία και παραπέμπω σχετικά σε απόσπασμα από τις Ποινικές Εφέσεις 238/07 και 239/07 Αντρονίκου ν. Δημοκρατίας 15.7.2008, στις οποίες έγινε αναθεώρηση της νομολογίας, για το αδίκημα της κλοπής έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: «Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοια της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Στην υπόθεση Ζησιμίδη αναφέρθηκε και η υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 C.L.R. 174, όπου στη σελίδα 188 έγινε αναφορά και επεξήγηση της έννοιας «fraudulently» και όπου επίσης σημειώνεται η διαφορά ως προς την πρόθεση με το Larceny Act. Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη «fraudulently» δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Στην υπόθεση Ζησιμίδης επίσης αναφέρθηκε η προγενέστερη Αγγλική υπόθεση R. v. Feely [1973] 1 All ER 341. Η λέξη «fraudulently» είχε ήδη αντικατασταθεί στο Theft Act της Αγγλίας με τη λέξη «dishonestly» και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας στις σελ. 82-85, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το «fraudulently» όπως είχε αποφασίσει και η Πλατρίτης, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, 26, όπου επίσης διαπιστώθηκε η μη άμεση αντιστοιχία του Κεφ. 154, ως προς το Larceny Act και μετέπειτα το Theft Act.» Οι εισηγήσεις του κ. Ελευθερίου ήταν ότι δεν έχει αποδειχτεί ούτε ότι ο κατηγορούμενος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της παραπονούμενης καθοιονδήποτε στάδιο αλλά και ότι η παραπονούμενη δεν ενέπιπτε στην κατηγορία του ιδιοκτήτη του οχήματος αφού από την ημερομηνία που εκδόθηκε η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας για επιστροφή του οχήματος στην εταιρεία Easy Finance Ltd η παραπονούμενη απώλεσε οποιοδήποτε δικαίωμα ιδιοκτησίας σε σχέση με αυτό. Σημειώνω ότι για σκοπούς του αδικήματος της κλοπής είναι αρκετό να αποδειχτεί ότι το αντικείμενο βρισκόταν στην κατοχή του παραπονούμενου ανεξάρτητα από το ποιος νομικά ήταν ο ιδιοκτήτης. Η παραπονούμενη στο πιστοποιητικό εγγραφής του επίδικου οχήματος αναφέρεται ως συνιδιοκτήτρια του οχήματος μαζί με την εταιρεία Easy Finance Ltd. Τούτο φέρει ημερομηνία 24.5.07. Στις 23.11.10 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας με την απόφαση του διέταξε την παράδοση του επίδικου οχήματος στην εταιρεία Easy Finance Ltd για πώληση διά δημοσίου πλειστηριασμού και αν παραμείνει υπόλοιπο να διατεθεί προς όφελος της παραπονούμενης. Είναι η θέση μου ότι η έκδοση της απόφασης δεν καθιστά την παραπονούμενη μη ιδιοκτήτη του οχήματος. Σε όσον αφορά το κατά πόσον ο κατηγορούμενος υπήρξε «αντιπρόσωπος» της παραπονούμενης σύμφωνα με την ερμηνεία που δίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 270 του Ποινικού Κώδικα, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε τέτοιο συμπέρασμα εφόσον η ίδια η παραπονούμενη ανέφερε ότι ανακάλεσε τις επιταγές που είχε δώσει στον κατηγορούμενο για την πληρωμή του για την επιδιόρθωση του οχήματος. Ο ισχυρισμός της ότι το αυτοκίνητο έμεινε στην μάντρα του για φύλαξη για 3½ χρόνια δεν πείθει. Περαιτέρω έχω την θέση ότι δεν έχει αποδειχτεί το συστατικό στοιχείο της κλοπής όπως αυτή ερμηνεύεται στη νομολογία. Από κανένα σημείο της μαρτυρίας δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έκλεψε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο ούτε και ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε καθ' οιονδήποτε τρόπο με πρόθεση να αποστερήσει μόνιμα από την παραπονούμενη το συγκεκριμένο αυτοκίνητο το οποίο δεν βρέθηκε στην κατοχή του ούτε και έχει παρουσιάσει μαρτυρία ότι αποκόμισε οπωσδήποτε όφελος από αυτό. Ενόψει των ανωτέρω είναι η θέση μου ότι τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι τα βασικά συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής υπό αντιπροσώπου δεν έχουν αποδειχτεί και συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Αν και αποτελεί πλεονασμό στο σημείο αυτό, αναφέρω ότι συμφωνώ και με την δεύτερη εισήγηση του κ. Ελευθερίου ότι η ποιότητα της μαρτυρίας που έχει δοθεί από την παραπονούμενη δεν είναι της υφής που το Δικαστήριο μπορεί να στηριχτεί σε αυτή. Παραθέτω κάποια παραδείγματα. Η παραπονούμενη αρχικά είπε ότι η ίδια εμπλάκηκε σε δυστύχημα ενώ ακολούθως είπε ότι ήταν ο γιος της. Είπε ότι ο λόγος που το αυτοκίνητο παρέμενε στην κατοχή του κατηγορούμενου για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα ήταν προβλήματα υγείας του γιου του και του εγγονού του ενώ μετά αρρώστησε ο πεθερός της και η ίδια απουσίαζε στο εξωτερικό για μεγάλο χρονικό διάστημα για να δεκτεί αντεξεταζόμενη τελικά ότι έλειπε μόνο για ένα μήνα και μετά βρισκόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας δίπλα από τον πεθερό της. Θεωρώ ότι 3½ χρόνια που το αυτοκίνητο παρέμεινε στην κατοχή του κατηγορούμενου ως ο ισχυρισμός της για φύλαξη δεν δικαιολογούνται. Σημειώνω επίσης ότι όπως η ίδια ανέφερε αντέδρασε αρνητικά όταν ο κατηγορούμενος της είπε να χρησιμοποιήσει σιασί άλλου αυτοκινήτου για να επιδιορθώσει το δικό της γι' αυτό και ακύρωσε τις επιταγές που του έδωσε. Την στιγμή εκείνη παύει η σχέση της μαζί του ως αντιπρόσωπος της. Είναι άξιο απορίας πως μετά από αυτές τις περιστάσεις μπορεί να δικαιολογηθεί η θέση ότι άφησε το αυτοκίνητο της για φύλαξη 3½ σε ένα πρόσωπο που δεν γνώριζε καθόλου και μάλιστα είχε διαφωνήσει μαζί του από την αρχή ακυρώνοντας τις επιταγές που του είχε δώσει. Είναι κατά τη γνώμη μου προφανές ότι η παραπονούμενη ενήργησε με την υποβολή καταγγελίας μόνο μετά που της επιδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου στην εναντίον της αγωγή με την οποία την καλούσαν να παραδώσει το αυτοκίνητο. Περαιτέρω, ενώ στην γραπτή κατάθεση-καταγγελία είχε πει ότι πριν να πάει ρυμουλκό από την τράπεζα έστειλε η ίδια ρυμουλκό τρεις φορές, στο Δικαστήριο προφορικά είπε πέντε φορές. Επίσης στο Δικαστήριο είπε για πρώτη φορά ότι ο σύζυγος της πήγε πολλές φορές με τον Γιαννάκη Κωνσταντίνου στη μάντρα του κατηγορούμενου και είδε το αυτοκίνητο, κάτι που δεν είπε στην κατάθεση της. Η θέση όμως αυτή δεν ενισχύθηκε από τον Μ.Κ.4 ο οποίος δεν είπε ποτέ ότι πήγε έστω και μια φορά στην μάντρα του κατηγορούμενου με τον Γιαννάκη Κωνσταντίνου. Εν όψει των ανωτέρω ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και από την κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .................. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο