Δημοκρατία ν. Ανδρέα Κότσαπα κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 27891/14, 17/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2015:10 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 27891/14 Δημοκρατία - v -
- Ανδρέα Κότσαπα
- Νίκου Μελιφρονίδη
- Ανδρέα Στυλιανού Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 17 Μαρτίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χατζηαθανασίου για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Α. Μαππουρίδης Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Σ. Αργυρού Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Σ. Μάτσας Κατηγορούμενοι παρόντες --------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ΔΙΚΗ ΕΝΤΟΣ ΔΙΚΗΣ αρ. 2) Κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του Μ.Κ.14 Αστ. 3867 Σ. Σώζου η Κατηγορούσα Αρχή επιχείρησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο την κατάθεση του Κατηγορουμένου 2 (εφεξής «Κατηγορούμενος») ημερ. 5.9.14 ως τεκμήριο. Το εγχείρημα αυτό προσέκρουσε στην ένσταση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου. Μετά από σχετικές διευκρινίσεις ο συνήγορος Υπεράσπισης εξειδίκευσε τους λόγους ένστασης του ως ακολούθως: § Παραβιάστηκε το Άρθρο 12.4 του Συντάγματος και συγκεκριμένα η αρχή της μη αυτοενοχοποίησης και, κατ' επέκταση, η δίκαιη δίκη, ένεκα του τρόπου και των συνθηκών που λήφθηκε η κατάθεση του Κατηγορουμένου. Ειδικότερα υπήρξε επιμονή, πίεση, προτροπή, υποσχέσεις και απειλές εκ μέρους αστυνομικών οργάνων. Συγκεκριμένα υπήρξε επιμονή και πίεση από τον Υπ/μο Παπαευρυβιάδη και τον Μ.Κ.14 Αστ. 3867 Σ. Σώζου όπως δοθεί κατάθεση από τον Κατηγορούμενο με την υπόσχεση και προτροπή ότι, γνωρίζοντας ότι αυτός δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση, αν προέβαινε σε κατάθεση, θα προχωρούσαν να τον αφήσουν ελεύθερο. Ταυτόχρονα υπήρξαν απειλές ότι δεν θα ξαναέβλεπε τα παιδιά του. § Υπήρξε παραβίαση του Άρθρου 8 του Συντάγματος και συγκεκριμένα απάνθρωπη συμπεριφορά εις βάρος του καθότι ο Κατηγορούμενος παρέμεινε χωρίς ύπνο για 30 περίπου ώρες και χωρίς να του προσφερθεί φαγητό και ποτό από τη στιγμή της σύλληψής του το απόγευμα της 4.9.14 μέχρι την επομένη 5.9.14 στις 2.15 μ.μ. Με βάση τους λόγους ένστασης το Δικαστήριο διέταξε τη διεξαγωγή Δίκης εντός Δίκης για να διευκρινιστούν οι συνθήκες λήψης της ως άνω κατάθεσης. Η υπό κρίση κατάθεση κατατέθηκε για σκοπούς της Δίκης εντός Δίκης ως Τεκμήριο Α. Κατά τη διάρκεια της Δίκης εντός Δίκης κατέθεσαν εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής ο Αστ. 3867 Σώζος Σώζου (Μ.Κ.1), ο Αστ. 4798 Ματθαίος Νικολάου (Μ.Κ.2), ο Υπ/μος Μάριος Παπαευρυβιάδης, (Μ.Κ.3) και η Λοχ. 39 Μαρία Ευαγγέλου (Μ.Κ.4). Εκ μέρους της Υπεράσπισης κατέθεσε μετά από άδεια του Δικαστηρίου ο Κατηγορούμενος. Ο Μ.Κ.1 είναι ο ανακριτής της υπόθεσης. Στις 4.9.14 μετέβη μαζί με άλλους συναδέλφους του για την εκτέλεση εντάλματος έρευνας σε ακίνητο στη Βιομηχανική Περιοχή Λακατάμειας. Εκεί γύρω στις 18:35 ανεκόπη αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Κατηγορούμενος το οποίο ερευνήθη όπως και ο ίδιος ο Κατηγορούμενος. Ακολούθως γύρω στις 19:00 διενεργήθη έρευνα στο τροχόσπιτο που υπήρχε στον χώρο κατά τη διάρκεια της οποίας ο Κατηγορούμενος συνελήφθη για αδικήματα κατοχής πυροβόλου όπλου και εκρηκτικής ύλης. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.1 έλαβε κατάθεση από τον Κατηγορούμενο αναφορικά κυρίως με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες διέμενε στο εν λόγω τροχόσπιτο. Εν συνεχεία έγινε έρευνα της πρώτης αποθήκης με την κλειστή οροφή από άλλους συναδέλφους του Μ.Κ.1 στην παρουσία του Κατηγορουμένου ενώ κατόπιν, και γύρω στις 21:00, διενεργήθη έρευνα στη δεύτερη αποθήκη με την ανοικτή οροφή στην παρουσία του Κατηγορουμένου και του Μ.Κ.
- Στην τελευταία εντοπίσθηκαν τα φυτά κάνναβης. Οι επόμενες ενέργειες που έγιναν στην παρουσία του Μ.Κ.1 ήταν η καταμέτρηση και φωτογράφηση των φυτών η οποία ολοκληρώθηκε γύρω στις 24:00 οπόταν και ξεκίνησε η εκρίζωση των φυτών. Σ΄ αυτό το στάδιο και γύρω στις 00:30 ο Μ.Κ.1 έφυγε από το μέρος για να μεταβεί στα γραφεία της ΥΚΑΝ ενώ παρέμειναν οι υπόλοιποι συνάδελφοί του μέχρι να ολοκληρώσουν τη σφράγιση των τεκμηρίων. Καθ' όλη τη διάρκεια που ευρίσκετο στο μέρος της έρευνας ο Μ.Κ.1 η μόνη λεκτική επαφή που είχε με τον Κατηγορούμενο ήταν αφενός η λήψη της κατάθεσης που αναφέρθηκε ανωτέρω και αφετέρου στο στάδιο της καταμέτρησης των φυτών, μια στιχομυθία που είχε μαζί του αναφορικά με το πού κατέληγε το λάστιχο νερού που ευρίσκετο έξω από την αποθήκη με την ανοικτή οροφή. Επαφή με τον Κατηγορούμενο είχε ο Μ.Κ.1 την επομένη 5.9.14 στα γραφεία της ΥΚΑΝ όταν γύρω στις 9:15 π.μ. αυτός του παρεδόθη από τον Αστ. 2554 μετά την ολοκλήρωση της σφράγισης των τεκμηρίων. Ακολούθησε η μεταφορά του Κατηγορουμένου στο Ε.Δ. Λευκωσίας από τον Μ.Κ.1 και δύο άλλους αστυνομικούς όπου ζητήθηκε η προσωποκράτηση του. Μετά το πέρας της διαδικασίας αυτής και, αφού εξασφαλίστηκε το σχετικό διάταγμα προσωποκράτησης, ο Μ.Κ.1 μαζί με τους δύο συναδέλφους του μετέφεραν πίσω τον Κατηγορούμενο στα γραφεία της ΥΚΑΝ γύρω στις 12:
- Κατά την επιστροφή ο Μ.Κ.1 ρώτησε τον Κατηγορούμενο κατά πόσο ήταν εντάξει να του λάβει κατάθεση την ίδια μέρα ή κατά πόσο ήθελε αυτό να γίνει το απόγευμα ή ακόμη και την επόμενη μέρα. Ο Κατηγορούμενος του απάντησε ότι ήταν εντάξει να του ληφθεί κατάθεση την ίδια μέρα. Τότε ο Μ.Κ.1 τον ρώτησε αν ήθελε να μιλήσει με δικηγόρο πριν τη λήψη της κατάθεσης και αυτός του ανέφερε ότι δεν υπήρχε τέτοια ανάγκη. Στα γραφεία της ΥΚΑΝ, αφού ο Μ.Κ.1 έλαβε τα παρειακά επιχρίσματα του Κατηγορουμένου και αφού προηγουμένως ζήτησε από συνάδελφό του να ετοιμάσει και στους δύο από ένα φραπέ, οδήγησε τον Κατηγορούμενο σε γραφείο στον πάνω όροφο για να του λάβει κατάθεση. Πριν ξεκινήσει η λήψη της κατάθεσης ο Μ.Κ.1 υπέβαλε προφορικά στον Κατηγορούμενο κάποιες ερωτήσεις για τη διαμονή του και το πώς είχε βρεθεί στον συγκεκριμένο χώρο, όπως επίσης και αν είχε ο ίδιος οποιαδήποτε γνώση για τα φυτά που είχαν βρεθεί στην αποθήκη με την ανοικτή οροφή. Στα πλαίσια αυτής της συζήτησης ο Κατηγορούμενος ανέφερε μεταξύ άλλων ότι δεν είχε καλές σχέσεις με τους γονείς του και την αδελφή του και ότι αν δεν έμενε στο συγκεκριμένο τροχόσπιτο δεν θα είχε άλλο χώρο διαμονής. Ακολούθως ο Μ.Κ.1, αφού του ανέφερε ότι θα ξεκινούσε η λήψη της κατάθεσης, τού ζήτησε στις ερωτήσεις που θα του υπέβαλλε να του αναφέρει ό,τι γνώριζε. Εν συνεχεία του έγινε επίστηση της προσοχής του στο Νόμο γραπτώς και άρχισε η λήψη της κατάθεσης. Κατά τη διάρκεια που λαμβάνετο η κατάθεση δεν ήταν παρών οποιοσδήποτε άλλος εκτός κατά τη στιγμή που εισήλθε στο γραφείο ένας αστυνομικός και έφερε δύο σάντουιτς το ένα εκ των οποίων δόθηκε στον Κατηγορούμενο. Κατά τη διάρκεια της κατάθεσης ο Μ.Κ.1 ρώτησε τον Κατηγορούμενο κατά πόσο ήταν κουρασμένος και αν ήθελε να συνεχίσει την κατάθεση και αυτός ανέφερε ότι ήταν εντάξει να συνεχίσει. Υπέδειξε δε και τη σχετική αυτή αναφορά που έγινε στην ίδια την κατάθεση στη σελ. 3 Ερώτηση 8 και την Απάντηση
- Διακοπή στη λήψη της κατάθεσης έγινε στο στάδιο που καταγράφεται και στην ίδια την κατάθεση μετά την Απάντηση 10 οπόταν και προσφέρθηκε στον Κατηγορούμενο φαγητό. Σε κανένα στάδιο ο Μ.Κ.1 έδωσε στον Κατηγορούμενο οποιαδήποτε υπόσχεση ή τού ανέφερε ότι θα τον άφηνε ελεύθερο αν έδιδε κατάθεση. Ο Κατηγορούμενος ουδέποτε του υπέβαλε οποιοδήποτε παράπονο για τις συνθήκες κράτησης του, ούτε ήρθε στην αντίληψή του Μ.Κ.1 να έγινε τέτοιο παράπονο σε οποιοδήποτε άλλο. Μετά το πέρας της κατάθεσης ο Κατηγορούμενος τον ρώτησε αν θα πάει πολλά χρόνια φυλακή για το συμβάν και κατά πόσο εκείνα τα χρόνια που θα είναι φυλακή θα ξαναέβλεπε τα παιδιά του. Ο Μ.Κ.1 του είπε ότι σε περίπτωση καταδίκης σίγουρα τα παιδιά του θα τον στερούνταν για το χρονικό αυτό διάστημα. Μετά την ολοκλήρωση της κατάθεσης ο Μ.Κ.1 την ανέγνωσε στον Κατηγορούμενο και τον ρώτησε αν ήθελε να προβεί σε οποιεσδήποτε αλλαγές, διορθώσεις ή προσθέσεις στο περιεχόμενο της και αυτός του ανέφερε ότι ήταν ορθή, οπόταν τον κάλεσε να την υπογράψει, όπως και έπραξε. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.1 είπε ότι μέχρι τις 00:30 που ευρισκόταν στον επίδικο χώρο δεν θυμάται να έφεραν οτιδήποτε για να φάνε. Δήλωσε ότι η πρώτη φορά που τον ρώτησε αν ήθελε δικηγόρο ήταν φεύγοντας από το Δικαστήριο, διευκρινίζοντας ταυτόχρονα ότι τα δικαιώματά του τού είχαν εξηγηθεί κατά το στάδιο της σύλληψης του. Αρνήθηκε ότι κατά τη διάρκεια λήψης της κατάθεσης είχε έρθει στο γραφείο οποιοσδήποτε. Αρνήθηκε ειδικότερα ότι ο Υπ/μος Παπαευρυβιάδης είχε έλθει στο δωμάτιο όπου λαμβάνετο η κατάθεση και παρέμεινε γύρω στη μισή ώρα και ότι αυτός είχε πει στον Κατηγορούμενο ότι αν δεν έδιδε κατάθεση θα ευρίσκετο μπλεγμένος παρά το ότι γνώριζε ότι αυτός δεν είχε σχέση με την υπόθεση. Επανέλαβε δε ότι δεν είχε κανένα στο δωμάτιο εκτός από τον Μ.Κ.1 και τον Κατηγορούμενο. Ούτε είχε γίνει κάτι τέτοιο πριν να ξεκινήσει η κατάθεση. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι είχε έλθει στο δωμάτιο ο Υπ/μος Παπαευρυβιάδης και ότι και οι δύο μαζί επέμεναν όπως δώσει κατάθεση ο Κατηγορούμενος και να πει σε ποιους ανήκαν αυτά που βρέθηκαν στο υποστατικό υποσχόμενοι μάλιστα ότι θα τον αφήναν ελεύθερο γιατί γνώριζαν ότι δεν είχε σχέση. Στην υποβολή ότι όλο το βράδυ ο Κατηγορούμενος δεν είχε κοιμηθεί γιατί τον είχαν μαζί τους στην καταμέτρηση και σφράγιση των τεκμηρίων ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι έπρεπε να είναι παρών στη διαδικασία αυτή, υπενθυμίζοντας ότι η σφράγιση είχε γίνει από τις 00:00 της 4.9.14 μέχρι τις 9:00 π.μ. της επομένης. Απέρριψε ακόμη την υποβολή ότι ο ίδιος είχε υποσχεθεί στον Κατηγορούμενο ότι δεν θα τον έπαιρναν για προσωποκράτηση αν έδινε τα ονόματα αυτών στους οποίους ανήκε η φυτεία, όπως επίσης και την υποβολή ότι ενώ ευρίσκονταν στο χώρο του Δικαστηρίου του είχε πει «είδες που σου τα έλεγα ότι θα μείνεις εσύ μέσα να τη φάεις; Πάμε να μου πεις τωρά ποιου εν που ένι τούτα τα ναρκωτικά, ειδεμή έννα φάεις πολλά χρόνια εσύ!» Ο Μ.Κ.2 υπηρετεί στην ΥΚΑΝ Λευκωσίας. Ήταν παρών κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του εντάλματος έρευνας στα υποστατικά του Κατηγορουμένου 1 στις 4.9.14 από τις 6:35 μ.μ. μέχρι τις 9:00 π.μ. της επομένης. Στη διάρκεια αυτών των ωρών έφεραν αλμυρά και νερά στο χώρο εκεί όπου εργάζονταν την ώρα που έκαναν διάλειμμα και ο ίδιος μεταξύ 2:00 - 3:00 π.μ. πρόσφερε στον Κατηγορούμενο αλμυρά και μια μπουκάλα μικρή με νερό. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν θυμόταν να είχε σε κάποια στιγμή ο Κατηγορούμενος δυσφορία και να μην αναπνέει. Ο Μ.Κ.3 στις 4.9.14 ήταν υπεύθυνος του Τμήματος Επιχειρήσεων της ΥΚΑΝ. Τη συγκεκριμένη μέρα κατόπιν οδηγιών συναντήθηκε με πληροφοριοδότη της ΥΚΑΝ ο οποίος του υπέδειξε υποστατικό στη Βιομηχανική Περιοχή Λακατάμειας. Αφού ενημέρωσε το Κλιμάκιο της ΥΚΑΝ Λευκωσίας μετέβη εκ νέου στον ίδιο τόπο με Αστυνομικό του Κλιμακίου. Έγιναν κάποιες έρευνες και ακολούθησε η έκδοση εντάλματος έρευνας, το οποίο και εκτελέστηκε κατά την είσοδο του Κατηγορουμένου στον εν λόγω χώρο. Ο δικός του ρόλος ήταν μέχρι την ανακοπή και στη συνέχεια με την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας ανέλαβε το Κλιμάκιο της ΥΚΑΝ τη διερεύνηση της υπόθεσης. Μετά την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας ο Μ.Κ.3 παρέμεινε στο χώρο μέχρι αργά. Σε κάποιο στάδιο έφυγε για να επανέλθει στη συνέχεια και παρέμεινε μέχρι τις 10:30 - 11:00 το βράδυ. Η μόνη επαφή που είχε με τον Κατηγορούμενο ήταν την ώρα που είχε γίνει η ανακοπή του οχήματος που οδηγούσε όταν ο Μ.Κ.3 τον ρώτησε για τα στοιχεία του - όνομα και επίθετο - για να μπορεί να ενημερώσει, αν χρειαζόταν, τον Διοικητή της ΥΚΑΝ. Καμιά άλλη επαφή δεν είχε μαζί του ενόσω ο Μ.Κ.3 ευρίσκετο στο χώρο στη διάρκεια της έρευνας. Την επομένη 5.9.14 έτυχε απλώς να δει τον Κατηγορούμενο στο Κλιμάκιο της ΥΚΑΝ όπου ο Μ.Κ.3 είχε μεταβεί για να πληροφορηθεί τι είχε γίνει. Συγκεκριμένα εκεί βρήκε τη βάρδια που εργάζετο για τη συγκεκριμένη υπόθεση και σε κάποια στιγμή είδε τον Κατηγορούμενο μαζί με τον Μ.Κ.2 να εισέρχονται στο κτήριο. Δεν έτυχε να του μιλήσει ή να έχει οποιαδήποτε άλλη επαφή μαζί με τον Κατηγορούμενο. Κατά την αντεξέταση του αρνήθηκε ότι πριν ξεκινήσει η λήψη της κατάθεσης από τον Μ.Κ.1 είχε επισκεφθεί τον Κατηγορούμενο μαζί με τη Μ.Κ.
- Αρνήθηκε επίσης ότι είχε ζητήσει από τον Κατηγορούμενο να τα πει όλα εάν θέλει να γλυτώσει, λέγοντας του ότι γνώριζε ότι δεν είχε σχέση με την υπόθεση. Απέρριψε επίσης την υποβολή ότι κάποια στιγμή είχε πει στον Κατηγορούμενο «τέλειωνε γιατί βιάζομαι, έχω και κηδεία να πάω η ώρα 2.30». Όπως και το ότι στο δωμάτιο όπου ευρίσκετο ο Κατηγορούμενος μαζί με τον Μ.Κ.1 την ώρα που ευρίσκετο ο ίδιος και η Μ.Κ.4 η τελευταία είχε δεχθεί κάποιο τηλεφώνημα από το σύζυγο της με τον οποίο έγινε κάποια συζήτηση. Η Μ.Κ.4 είναι Λοχίας και εργάζεται στην ΥΚΑΝ Λευκωσίας. Ανέφερε ότι τον Κατηγορούμενο τον είδε όταν μετέβηκε στο χώρο στις 6:30 μ.μ. στις 4.9.14 στα πλαίσια εκτέλεσης εντάλματος έρευνας. Ο Κατηγορούμενος ήταν στο μέρος υπό την ευθύνη και επίβλεψη του Αστ. 2534, χειριστή τεκμηρίων της υπόθεσης. Σε κάποιο στάδιο γύρω στα ξημερώματα η Μ.Κ.4 βλέποντας τον Κατηγορούμενο να είναι στεναχωρημένος τον λυπήθηκε και του είπε «Νίκο μην στεναχωριέσαι, ό,τι έγινε έγινε». Η Μ.Κ.4 παρέμεινε στο μέρος μέχρι τις 9:00 π.μ. της επομένης, 5.9.14, οπόταν και αναχώρησε. Δεν είδε τον Κατηγορούμενο την επομένη μέρα όταν είχε πάει στο γραφείο της. Απλώς η Μ.Κ.4 έτυχε ενημέρωσης από τον εξεταστή της υπόθεσης Αστ. Σώζου. Σε κανένα στάδιο είχε μεταβεί στο γραφείο όπου λαμβάνετο κατάθεση του Κατηγορουμένου από τον εξεταστή. Η ίδια ευρισκόταν στο γραφείο της διεκπεραιώνοντας γραφειακά καθήκοντα και μετά σχόλασε. Κατά το στάδιο της αντεξέτασης αρνήθηκε την υποβολή ότι είχε μεταβεί στο δωμάτιο όπου λαμβάνετο η κατάθεση του Κατηγορουμένου και ότι στην παρουσία τόσο του εξεταστή όσο και του Υπ/μου Παπαευρυβιάδη μίλησε στο κινητό της με το σύζυγο της και στη συνέχεια ανέφερε ενώπιον του ότι ο σύζυγος της είχε ξεχάσει την επέτειο του γάμου της. Η μόνη αναφορά που έγινε στο ότι η Μ.Κ.4 είχε επέτειο γάμου στην παρουσία του Κατηγορουμένου ήταν σχετική στιχομυθία που έγινε μετά τα μεσάνυκτα στις 5.9.14 ενώ ευρίσκετο στο χώρο της εκτέλεσης του εντάλματος έρευνας και γινόταν η διαδικασία για τη σφράγιση των τεκμηρίων της υπόθεσης. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι είχε ρωτήσει τον Κατηγορούμενο αν ήθελε οποιαδήποτε βοήθεια και ότι εκείνη και ο εξεταστής είχαν παροτρύνει τον Κατηγορούμενο να πει την αλήθεια και ότι θα τον βοηθούσαν. Στη Δίκη εντός Δίκης κατέθεσε και ο Κατηγορούμενος. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση (Έγγραφο 1) η οποία εν συνόψει έχει ως εξής: Στις 4.9.14 ξύπνησε στις 6:00 π.μ. και στις 6:20 π.μ. πήγε στο σπίτι της αδελφής του όπου μαζί με το γαμπρό του επισκεύασαν το εξωτερικό του σπιτιού. Στις 18:25 αναχώρησε από το σπίτι τους για το τροχόσπιτο όπου διαμένει στη Λακατάμεια στην οδό Βιοτεχνίας. Εισήλθε για λίγο αλλά κατά την έξοδο του από το υποστατικό τον προσέγγισαν άτομα της ΥΚΑΝ. Ακολούθησε έρευνα του αυτοκινήτου του και του τροχοσπίτου. Όταν εντοπίστηκε κυνηγετικό όπλο με φυσίγγια εντός του τροχοσπίτου συνελήφθη. Ακολούθησε η διενέργεια έρευνας στην αποθήκη με την κλειστή οροφή. Ρωτήθηκε δε αν ήξερε ποια είναι τα κλειδιά της δεύτερης αποθήκης και ο Μ.Κ.3 τον ρωτούσε επίμονα επιδεικνύοντας του τις κλειδοθήκες «τι είναι αυτά;». Από την πρώτη στιγμή ο Κατηγορούμενος τους ανέφερε ότι δεν γνώριζε το περιεχόμενο της αποθήκης με την ανοικτή οροφή. Κατά τη διάρκεια της προσπάθειας εξεύρεσης των κλειδιών της αποθήκης με την ανοικτή οροφή ο Μ.Κ.3 απειλούσε τον Κατηγορούμενο και του δημιουργούσε φόβο αναφέροντας του ότι «θα φάει πολλά χρόνια φυλακή». Η έρευνα της αποθήκης με την ανοικτή οροφή έγινε στην παρουσία του (Κατηγορουμένου) και μετά τη συλλογή των τεκμηρίων αυτός τα υπέγραψε. Παρέμεινε στο χώρο της έρευνας όλο το βράδυ και καθήμενος υπέγραφε τεκμήρια. Κάποια στιγμή έφεραν στο μέρος αλμυρά και νερό και του πρόσφεραν δύο αλμυρά και μία μπουκάλα νερό. Το πρωί γύρω στις 9.00 π.μ. η Μ.Κ.4 του είπε να ετοιμαστεί για το Δικαστήριο και στις 10:00 π.μ. οδηγήθηκε στο Δικαστήριο. Μετά την ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας ο Μ.Κ.1 του ανακοίνωσε ότι θα πήγαιναν στα γραφεία της ΥΚΑΝ για να του ληφθεί κατάθεση. Δεν ρωτήθηκε αν ήταν κουρασμένος ή για τη ψυχική του κατάσταση με δεδομένο ότι ήταν άγρυπνος όλο το βράδυ και καταπονημένος από την ολονύκτια έρευνα και ψυχολογική ένταση. Ο Μ.Κ.1 καθ΄ όδόν προς τα γραφεία της ΥΚΑΝ τον προέτρεπε να αναφέρει ονόματα για να ξαναδεί τα παιδιά του. Στα γραφεία της ΥΚΑΝ έφτασαν γύρω στις 1:00 μ.μ. και αφού του λήφθηκαν τα παρειακά του επιχρίσματα και δακτυλικά αποτυπώματα του πρόσφεραν φραπέ. Συνοδευόμενος από τον Μ.Κ.1 και τη Μ.Κ.4 ανέβηκαν πάνω και μπήκαν σ΄ ένα γραφείο. Η Μ.Κ.4 του είχε πει ότι θα ερχόταν για να τον βοηθήσει. Μόλις κάθισαν στο γραφείο ήλθε και ο Μ.Κ.3 ο οποίος παρέμεινε μέχρι τις 14:
- Μόλις κάθισαν ο Μ.Κ.3 άρχισε να του λέει να δώσει ονόματα γιατί θα καταδικάζετο σε φυλάκιση 20 ετών. Η Μ.Κ.4 ανέφερε ότι ήταν εκεί για να τον βοηθήσουν και συμφώνησε και ο Μ.Κ.
- Κατ΄ εκείνο το στάδιο ο Κατηγορούμενος ήταν πολύ κουρασμένος και πεινούσε. Δεν είχε κοιμηθεί για 30 και πλέον ώρες και είχε φάει μόνο δύο αλμυρά μέσα σε 18 ώρες. Συγκεκριμένα από τις 18:30 της προηγούμενης μέρας που είχε συλληφθεί μέχρι τις 14:30 - όταν του προσφέρθηκε φαγητό στα γραφεία της ΥΚΑΝ - είχε φάει μόνο δύο αλμυρά και είχε πιεί ένα καφέ, ενώ από τις 6:00 π.μ. της 4.9.14 δεν είχε κοιμηθεί ούτε λεπτό. Η κατάσταση του κατά τη λήψη της κατάθεσης ήταν πολύ άσχημη και τραγική. Η αγρυπνία, η έλλειψη φαγητού, οι απειλές και οι υποσχέσεις που δέχθηκε τον υποχρέωσαν να πει αυτά που ήθελαν οι ανακριτές και όχι αυτά που πραγματικά ήθελε ο ίδιος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αποτελεί θεμελιώδη αρχή ότι πριν επιτραπεί η παρουσίαση κατάθεσης Κατηγορουμένου, η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει θετικά και πέρα από κάθε λογική αμφιβολία ότι η κατάθεση ήταν θεληματική, δηλαδή, μεταξύ άλλων, ότι δεν προέκυψε ως αποτέλεσμα συμπεριφοράς προσώπου που ασκούσε εξουσία σε σχέση με την ανάκριση ή τη δίωξη, η οποία να προκάλεσε στον Κατηγορούμενο είτε ελπίδα για αποκόμιση πλεονεκτήματος, είτε φόβο για δυσμενείς επιπτώσεις, είτε που να συνιστά καταπίεση, δηλ. μεταχείριση που να έτεινε να υπονομεύσει και στην πραγματικότητα υπονόμευσε την ελεύθερη βούληση του Κατηγορούμενου. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει συγκεκριμένα ότι η κατάθεση στην οποία προσπαθεί να στηριχθεί ήταν το αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης και προϊόν συνειδητής απόφασης του Κατηγορουμένου. Η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει να αποδείξει ότι η κατάθεση δεν λήφθηκε μέσα σε συνθήκες που επέδρασαν δυσμενώς στη βούληση του Κατηγορούμενου, και ιδιαίτερα ότι δεν ασκήθηκε οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση βία ή απειλή και ότι δεν δόθηκε στον κατηγορούμενο οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση υπόσχεση. Όπως λέχθηκε στην Ιbrahim v. R. (1914-15) All E.R. Rep.874, 877: «Ιt has long been established as a positive rule of English Criminal law, that no statement by an accused is admissible in evidence against him unless it is shown by the prosecution to have been a voluntary statement, in the sense that it has not been obtained from him either by fear of prejudice or hope of advantage exercised or held out by a person in authority." Στην υπόθεση Fournides v. R.
(1986)2 C.L.R. 73, 86-87, συνοψίζονται οι αρχές που καλύπτουν το ζήτημα της θεληματικότητας μίας κατάθεσης. Τονίζεται στην εν λόγω απόφαση η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να απορρίψει μία κατάθεση αν λήφθηκε κάτω από ύποπτες συνθήκες, σημειώνοντας ταυτόχρονα τη βασική αρχή ότι η θεληματικότητα είναι το κριτήριο της δεκτότητας. Το όλο θέμα αντίκρισης πιθανόν ύποπτων συνθηκών λήψης μίας κατάθεσης εξετάζεται πάντοτε μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες που αντιμετωπίζει ο ύποπτος στο στάδιο της ανάκρισης και κατάθεσης. Η θεληματικότητα μίας κατάθεσης προϋποθέτει και το στοιχείο της έλλειψης καταπίεσης. Μία κατάθεση για να κριθεί ως θεληματική πρέπει να διαπιστωθεί ότι δεν λήφθηκε υπό περιστάσεις που έκδηλα θέτουν τον Κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση έναντι του αστυνομικού οργάνου.[1] Κατά την εξέταση του θέματος αν μία κατάθεση είναι ή όχι αποτέλεσμα καταπίεσης πρέπει να λαμβάνονται υπόψη πολλά στοιχεία, όπως η διάρκεια της ανάκρισης, η κατάσταση υγείας και ο χαρακτήρας του υπόπτου, αν προκλήθηκε σ΄ αυτόν φόβος ή ελπίδα, ως επίσης ο τρόπος που γίνεται, αν δηλ. δόθηκε στον ύποπτο η ευκαιρία να ανασάνει ή γίνεται με τέτοιο τρόπο που επηρεάζει το μυαλό του ώστε η ελεύθερη βούληση του να κάμπτεται με αποτέλεσμα να μιλά εκεί όπου υπό διαφορετικές συνθήκες θα έμενε σιωπηλός.[2] Η έννοια της λέξης «καταπίεση» (oppression) στο πλαίσιο που εξετάζουμε περιγράφηκε από τον Δικαστή Sachs J. στην αγγλική υπόθεση R v. Priestley
(1965)51 Cr.App.Rep.1 ως εξής: «...to my mind this word, in the context of the principles under consideration imports something which tends to sap, and has sapped, that free will which must exist before a confession is voluntary. Whether or not there is oppression in an individual case depends upon many elements. I am not going into all of them. They include such things as the length of time of any individual period of questioning, the length of time intervening between periods of questioning, whether the accused person had been given proper refreshment or not, and the characteristics of the person who makes the statement. What may be oppressive as regards a child, an invalid, or an old man, or somebody inexperienced in the ways of this world may turn out not to be oppressive when one finds that the accused person is of a tough character and an experienced man of the world.» Αναπόφευκτα, η απόδειξη της θεληματικότητας μιας κατάθεσης συνεπάγεται τη διατύπωση ευρημάτων. Η αξιολόγηση, όμως, μαρτυρίας σε μια Δίκη εντός Δίκης πρέπει να περιορίζεται σε όσο το δυνατό στενότερα πλαίσια και μόνο στο βαθμό που κρίνεται απολύτως απαραίτητο για να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα της Δίκης εντός Δίκης. Δεν πρέπει να εξάγονται συμπεράσματα που δυνατόν να επηρεάσουν δυσμενώς τον Κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του, όπως για παράδειγμα, γενικά συμπεράσματα αξιοπιστίας του Κατηγορουμένου. Είναι πάγια νομολογημένο ότι κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας πρέπει να διατηρείται ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας μαρτύρων και ιδιαίτερα του Κατηγορουμένου.[3] Είχαμε την ευκαιρία στη ζωντανή ατμόσφαιρα της ακροαματικής διαδικασίας να παρακολουθήσουμε προσεκτικά τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μας για τους σκοπούς της Δίκης εντός Δίκης. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προσεγγίσαμε τη μαρτυρία έχοντας κάνει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να διαφυλαχθεί ανοικτό το γενικότερο θέμα αξιοπιστίας των μαρτύρων και ιδιαίτερα του Κατηγορουμένου. Θα διατυπώσουμε μόνο τα απολύτως απαραίτητα ευρήματα μας και στο βαθμό που αυτά είναι αρκετά για να καλύψουν τους περιορισμένους σκοπούς της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας και χωρίς να υπεισέλθουμε σε ζητήματα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ουσία της υπεράσπισης του Κατηγορούμενου. Εξετάζοντας εν πρώτοις τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 διαπιστώσαμε ότι αναφέρθηκε με άνεση και σαφήνεια στην εμπλοκή που είχε στην παρούσα υπόθεση στα πλαίσια εκτέλεσης εντάλματος έρευνας σε ακίνητο με υποστατικά στη Βιοτεχνική περιοχή Λακατάμειας όπου όταν ανευρέθησαν φυτά κάνναβης είχε ορισθεί ανακριτής της υπόθεσης. Μετέφερε δε με λεπτομέρεια το σύνολο των ενεργειών του αλλά και την επαφή που είχε με τον Κατηγορούμενο μετά που ο τελευταίος ανεκόπη στο μέρος κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στη λήψη από αυτόν κατάθεσης αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκείνος διέμενε σε τροχόσπιτο στον επίδικο χώρο. Κατά τον ίδιο θετικό τρόπο περιέγραψε και ό,τι προηγήθηκε πριν τη λήψη της επίμαχης κατάθεσης την επόμενη μέρα (και που αφορούσαν κυρίως τη μεταφορά του Κατηγορουμένου στο Επαρχιακό Δικαστήριο για σκοπούς εξασφάλισης διατάγματος προσωποκράτησης όπως και την επιστροφή του στα γραφεία της ΥΚΑΝ μετά την ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας) αλλά και στη συνέχεια τις συνθήκες λήψης της κατάθεσης. Εξήγησε με επάρκεια τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, απορρίπτοντας οποιαδήποτε θέση για άσκηση από μέρους του και σε βάρος του ανακρινομένου οποιασδήποτε πίεσης, απειλής ή ύπαρξης οποιασδήποτε υπόσχεσης. Η μαρτυρία του Μ.Κ.2 ήταν και αυτή σαφής ενώ δεν αμφισβητήθηκε διόλου γι' αυτά που κατέθεσε. Από τη μαρτυρία του επιβεβαιώνεται βασικά το γεγονός της προσφοράς στον Κατηγορούμενο αλμυρών και νερού ενόσω αυτός ευρίσκετο με τα μέλη της Αστυνομίας στο χώρο όπου εκτελέστηκε το ένταλμα έρευνας και γινόταν η διαδικασία σφράγισης και υπογραφής των ανευρεθέντων τεκμηρίων. Να τονίσουμε ότι η αναφορά του Μ.Κ.2 ήταν ότι κατά τη διάρκεια διαλείμματος έφεραν αλμυρά και κυρίως ότι ήταν ο ίδιος που φρόντισε να φάει και ο Κατηγορούμενος προσφέροντας του. Αυτό καθαυτό το γεγονός της προσφοράς αλμυρών είναι κάτι το οποίο δέχεται και ο Κατηγορούμενος, όπως προκύπτει και από την αντεξέταση του Μ.Κ.2, καθώς και από τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου. Όμως ο Μ.Κ.2 δεν αναφέρθηκε σε προσφορά δύο αλμυρών μόνο ούτε και σε άλλον περιορισμό στο πόσα δικαιούτο να φάει ο Κατηγορούμενος. Είναι δε σημαντικό πως δεν υποβλήθηκε στον Μ.Κ.2 κάποια αντίθετη θέση. Το σχετικό παράπονο εστιάστηκε στο ότι οι αστυφύλακες δεν είχαν ερωτήσει τον Κατηγορούμενο «εάν θέλει κάτι άλλο να φάει», με τον Μ.Κ.2 να δηλώνει εντίμως πως προσέφεραν το είδος της τροφής που θα έτρωγαν και οι ίδιοι. Μάλιστα ούτε καν υποβλήθηκε στον Μ.Κ.2 θέση ότι ο Κατηγορούμενος έφαγε λιγότερα από όσα τυχόν ήθελε ή ότι έφαγαν όλοι οι αστυνομικοί και άφησαν μόνο δύο για τον Κατηγορούμενο, όπως υποστήριξε εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς ο τελευταίος στη δική του μαρτυρία. Όσον αφορά τον Μ.Κ.3 διαπιστώσαμε ότι με πειστικό τρόπο υπογράμμισε ότι η μόνη επαφή που είχε με τον Κατηγορούμενο στις 4.9.14 ήταν την ώρα της ανακοπής του όταν τον ρώτησε για το ονοματεπώνυμο του, ενώ δεν είχε οποιαδήποτε επαφή μαζί του την επομένη στα γραφεία της ΥΚΑΝ. Εξετάζοντας τέλος τη μαρτυρία της Μ.Κ.4 λέμε ότι και αυτή αναφέρθηκε με άνεση στη δική της ανάμειξη στην παρούσα υπόθεση εφόσον ήταν παρούσα στη διάρκεια εκτέλεσης του εντάλματος έρευνας στα επίδικα υποστατικά και στην επαφή που είχε με τον Κατηγορούμενο, τονίζοντας πειστικά ότι ουδεμία επαφή ή ανάμειξη είχε την επομένη όταν λήφθηκε κατάθεση από τον Κατηγορούμενο. Η μαρτυρία και των τεσσάρων μαρτύρων κατηγορίας υπήρξε σταθερή και άμεση χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη προσυνεννόησης ή προσχεδιασμού ενώ δεν κλονίστηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Τονίζουμε δε πως τα γεγονότα όπως έχουν αναφερθεί από όλους τους μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής συνάδουν μεταξύ τους και δεν έχουμε διαπιστώσει ουσιώδη αντίφαση. Τα όσα σχετικά ισχυρίστηκε ο Κατηγορούμενος καταθέτοντας ενώπιον μας αναφορικά με τις συνθήκες που προηγήθηκαν και οδήγησαν στο να αναφέρει αυτά που περιέχονται στην επίμαχη κατάθεσή του δεν μας έπεισαν. Εν πρώτοις ο ισχυρισμός του ότι κατά τη διάρκεια προσπάθειας εξεύρεσης των κλειδιών της αποθήκης με την ανοικτή οροφή και σε στάδιο κατά το οποίο δεν είχε ακόμη ανοίξει η εν λόγω αποθήκη ο Μ.Κ.3 τον απειλούσε λέγοντάς του ότι θα «φάει» πολλά χρόνια φυλακή δεν κρίνεται λογικός και πειστικός. Και τούτο ενόψει του ότι ήταν μετά το άνοιγμα της εν λόγω αποθήκης που εντοπίσθηκαν τα φυτά κάνναβης. Την δε εξήγηση που έδωσε ο Κατηγορούμενος ότι για να έλθει η Αστυνομία στο συγκεκριμένο σημείο σημαίνει ότι ήταν σχεδόν σίγουροι πως υπήρχαν φυτά κάνναβης δεν την θεωρούμε ούτε και αυτή πειστική. Είναι παράλογο να προβάλλεται ισχυρισμός ότι η Αστυνομία προσπαθούσε να εξασφαλίσει ενοχοποιητικές δηλώσεις προτού καν υπάρξει οποιοδήποτε στοιχείο για πιθανά αδικήματα. Επιπλέον έχουμε εντοπίσει στη μαρτυρία του σημαντικές κατά την άποψή μας ανακολουθίες. Συγκεκριμένα προέβαλε τον ισχυρισμό ότι μέχρι την τελευταία ημέρα, όταν μπήκε στις Κεντρικές Φυλακές, δεν είχε ενημέρωση για το δικαίωμα του να έχει δικηγόρο αν θέλει. Όταν, ωστόσο, τού τέθηκε υπ' όψιν η θέση ότι είχε υπογράψει τα δικαιώματά του, αρχικά ανέφερε ότι μπορεί να υπέγραψε σχετικό έγγραφο προσθέτοντας ότι του είχαν δώσει στη ΥΚΑΝ μία «κόλλα» και του είπαν «υπέγραψε εδώ». Στην συνέχεια όταν ρωτήθηκε αν είχε υπογράψει το έντυπο δικαιωμάτων (Τεκμήριο 54), πριν να του υποδειχθεί ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει αν υπέγραψε το έντυπο δικαιωμάτων τη συγκεκριμένη μέρα προσθέτοντας πως ό,τι του έβαζαν μπροστά του υπέγραφε. Στη συνέχεια, ωστόσο, όταν του υπεδείχθη το συγκεκριμένο έγγραφο παραδέχθηκε ότι το είχε υπογράψει αναγνωρίζοντας την υπογραφή του σ' αυτό. Τελικώς δε η θέση του διαμορφώθηκε ότι αν και υπέγραψε το έντυπο δικαιωμάτων (Τεκμήριο 54), στο οποίο καταγράφονται ανάμεσα σε άλλα και το δικαίωμα του να επικοινωνήσει με δικηγόρο της δικής του επιλογής, εντούτοις δεν του αναφέρθηκαν τα δικαιώματά του. Να επισημάνουμε στο σημείο αυτό πως οι θέσεις του ότι ο Μ.Κ.1 δεν τον είχε ρωτήσει - στη διάρκεια της διαδρομής από το Δικαστήριο στην ΥΚΑΝ - εάν χρειαζόταν δικηγόρο, ότι μάλιστα ήταν ο Κατηγορούμενος που είχε αναφερθεί στο εν λόγω ζήτημα και ότι ο Μ.Κ.1 του είχε πει ότι δεν χρειαζόταν δικηγόρο στο στάδιο εκείνο, ουδέποτε τέθηκαν κατά το στάδιο της αντεξέτασης στον Μ.Κ.
- Παρομοίως δεν τέθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 η θέση που προβλήθηκε εκ των υστέρων από τον Κατηγορούμενο στα πλαίσια της ένορκης μαρτυρίας του ότι η αναφορά στην επίδικη κατάθεση στην Απάντηση 8 «όχι είμαι καλά πίνουμε το φραπέ μας και θέλω να συνεχίσουμε» δεν την είχε πει ο Κατηγορούμενος αλλά το είχε γράψει από μόνος του ο Μ.Κ.
- Σημειώνουμε επ΄ αυτού ότι και ενώπιον μας η πρώτη αυθόρμητη απάντηση του Κατηγορουμένου ήταν πως όταν ερωτήθηκε από τον Μ.Κ.1 αν είναι καλά ο ίδιος απάντησε καταφατικά[4]. Επισημαίνουμε περαιτέρω ότι επί αυτού του ζητήματος ο Κατηγορούμενος έδωσε διάφορες εκδοχές οι οποίες δεν ήταν απόλυτα ταυτόσημες μεταξύ τους. Για παράδειγμα ενώ είχε ισχυριστεί ότι όταν ρωτήθηκε από τον Μ.Κ.1 εάν είναι καλά - για να συνεχίσει προφανώς τη λήψη της ανακριτικής κατάθεσης - απάντησε «εντάξει, είμαι κουρασμένος αλλά εντάξει να τελειώνουμε να πάω να ξεκουραστώ» σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του είπε ότι είχε πει στον Μ.Κ.1 «ναι είμαι κουρασμένος» και ότι ο Μ.Κ.1 του ανέφερε «σε λίγο τελειώνουμε». Τέλος να επισημάνουμε ότι ενώ η Υπεράσπιση θέτοντας το πλαίσιο της Δίκης εντός Δίκης είχε προωθήσει τη θέση ότι ο Κατηγορούμενος δέχτηκε υποσχέσεις (πέραν από απειλές), ότι δηλαδή θα τον άφηναν ελεύθερο αν έδινε κατάθεση, ισχυρισμό δε που προώθησε και μέσω αντεξέτασης σε κάποιους μάρτυρες κατηγορίας, εντούτοις ο Κατηγορούμενος στη μαρτυρία του περιορίστηκε μόνο σε ισχυρισμούς περί εκστόμισης απειλών από μέρους των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.
- Δεν διατηρούμε καμία αμφιβολία ότι τα ουσιαστικά για τα υπό κρίση θέματα γεγονότα εκτυλίχθηκαν όπως οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν και ότι η κατάθεση του Κατηγορουμένου δόθηκε κάτω από τις περιστάσεις που ο Μ.Κ.1 κατέθεσε. Είναι δε εύρημα μας ότι καμία απειλή ή πίεση ή υπόσχεση εμφιλοχώρησαν σε οποιοδήποτε στάδιο πριν τη λήψη της υπό κρίση κατάθεσης. Με βάση τα γεγονότα αυτά βρίσκουμε ότι η όλη συμπεριφορά των μαρτύρων κατηγορίας δεν ήταν τέτοια που θα μπορούσε να του είχε δημιουργήσει ελπίδα για κάποιο όφελος ή φόβο για δυσμενείς επιπτώσεις. Από το σύνολο της προσφερθείσας μαρτυρίας χωρίς δυσκολία προκύπτουν τα εξής αδιαμφισβήτητα γεγονότα: i. Ότι ο Κατηγορούμενος από τη στιγμή της ανακοπής του από μέλη της ΥΚΑΝ γύρω στις 18:35 της 4.9.14 μέχρι την έναρξη λήψης της επίμαχης κατάθεσής του την επόμενη 5.9.14 και ώρα 13:20 - η οποία κατάθεση ολοκληρώθηκε στις 15:00 - παρέμεινε δίχως ύπνο. ii. Ότι από την ώρα της ανακοπής του στις 18:35 της 4.9.14 μέχρι τις 9:00 π.μ. της επόμενης είχε παραμείνει στο μέρος όπου διεξαγόταν η έρευνα και ήταν παρών καθόλη τη διάρκεια της καταμέτρησης, σφράγισης και υπογραφής των τεκμηρίων της υπόθεσης. iii. Ότι γύρω στις 2:00 - 3:00 π.μ. της 5.9.14 και ενώ ήτο στο χώρο της έρευνας τού προσφέρθηκαν αλμυρά και νερό. iv. Ότι την ίδια μέρα 5.9.14, γύρω στις 9:00 π.μ., αφού πρώτα μεταφέρθηκε από το χώρο της διεξαχθείσας έρευνας στα γραφεία της ΥΚΑΝ, ακολούθησε η μεταφορά του στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας όπου διεξήχθη η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου για εξασφάλιση διατάγματος προσωποκράτησής του. v. Ότι γύρω στις 12:00 της 5.9.14 μετεφέρθη από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας πίσω στα γραφεία της ΥΚΑΝ και, αφού του λήφθηκαν τα παρειακά επιχρίσματα, οδηγήθηκε σε γραφείο για σκοπούς λήψης ανακριτικής κατάθεσης. vi. Ότι πριν τη λήψη της επίμαχης κατάθεσής του στις 13:20 του προσφέρθηκε καφές τύπου φραπέ. vii. Κατά τη διάρκεια λήψης της κατάθεσης του στα πλαίσια διαλείμματος που είχε γίνει στις 14:15 - το οποίο διήρκεσε μέχρι τις 14:35 - του προσφέρθηκε φαγητό και συγκεκριμένα ένα σάντουιτς, όπως προκύπτει από σχετική καταγραφή στο κείμενο της κατάθεσης. Από τα πιο πάνω δεν προκύπτει ότι υπήρξε κάποια ενέργεια ή παράλειψη εκ μέρους της Αστυνομίας, η οποία να είχε στόχο να υποβάλει τον Κατηγορούμενο σε απάνθρωπη συμπεριφορά ούτως ώστε να προχωρήσει σε ενοχοποιητική κατάθεση. Υπό αυτή την έννοια λοιπόν δεν συμφωνούμε ότι τα γεγονότα της παρούσας μπορούν βάσιμα να συσχετίζονται με εκείνα της υπόθεσης του ΕΔΑΔ Mader v. Croatia, Appl. No. 56185/07, ημερ. 21.6.
- Εκεί ο κρατούμενος εξαναγκάστηκε από την Αστυνομία να παραμείνει καθήμενος σε μια καρέκλα και χωρίς φαγητό επί 67 ώρες συνεχώς ευρισκόμενος σε γραφείο ανακρίσεων Αστυνομικού Τμήματος. Πέραν της χρονικής διάρκειας, που ήταν υπετριπλάσια από ότι στην παρούσα, το ουσιώδες διαφοροποιητικό στοιχείο είναι πως σε εκείνη την υπόθεση διαφαίνεται πως η μεταχείριση του υπόπτου είχε προσχεδιαστεί και είχε ως άμεσο στόχο την κάμψη της θέλησης του υπόπτου, σε αντίθεση με την παρούσα όπου δεν υπήρξε προσχεδιασμός ή έστω βούληση για απάνθρωπη μεταχείριση και ό,τι έγινε ήταν εξ ανάγκης των ερευνών. Υπενθυμίζουμε στο σημείο αυτό την ανάγκη για τη χρησιμοποίηση του χρόνου κατά τη διάρκεια του οποίου ένας ύποπτος τελεί υπό κράτηση ώστε να προωθείται η εξιχνίαση της υπόθεσης με τον πιο γρήγορο και αποτελεσματικό τρόπο έτσι ώστε να μην κρατείται ο ύποπτος περισσότερο χρόνο από όσο ακριβώς χρειάζεται γι΄ αυτό το σκοπό[5]. Παραμένει προς εξέταση το κατά πόσον αντικειμενικοί παράγοντες, όπως έλλειψη ύπνου και κούραση, είχαν ως αποτέλεσμα η λήψη της επίμαχης κατάθεσης τη δεδομένη στιγμή να συνιστά καταπιεστική μεταχείριση ή, καλύτερα, κατά πόσον η όλη διεξαγωγή της ανάκρισης, υπό αυτά τα δεδομένα, να θεωρείται ότι έχει γίνει υπό καταπιεστικές συνθήκες. Με βάση τα πιο πάνω είναι προφανές πως όντως ο Κατηγορούμενος παρέμεινε άυπνος από τη σύλληψη του μέχρι και τη λήψη της κατάθεσής του την επόμενη μέρα. Δεν έχει προκύψει όμως ότι ζήτησε οποιαδήποτε στιγμή να ξεκουραστεί και ότι υπήρξε «άρνηση ξεκούρασης» υπό την έννοια που το προέβαλε ο κ. Αργυρού στην αγόρευσή του. Αντιθέτως προέκυψε ότι κατά την επιστροφή από το Δικαστήριο ο Μ.Κ.1 ρώτησε τον Κατηγορούμενο αν ήταν εντάξει να του λάβει κατάθεση, ενώ ακόμα και από τη μαρτυρία του ιδίου του Κατηγορουμένου συνάγεται ότι κατά τη λήψη της κατάθεσης ο Μ.Κ.1 ενδιαφέρθηκε και ρώτησε αν ο Κατηγορούμενος ήταν καλά. Είναι θέμα κοινής λογικής με βάση την ανθρώπινη εμπειρία πως κάποιος ο οποίος παρέμεινε άγρυπνος όλη νύχτα δεν ευρίσκεται στην ίδια κατάσταση στην οποία είναι κάποιος που έχει κοιμηθεί κανονικά. Είναι αναμενόμενο και φυσιολογικό πως θα αισθάνεται κάποια κούραση. Όμως δεν είναι όλοι οι άνθρωποι το ίδιο. Η εμπειρία και πάλι καταδεικνύει πως αναλόγως της ευεξίας του κάθε ανθρώπινου οργανισμού κάποιοι άνθρωποι αντέχουν περισσότερο και κάθε οργανισμός αντιδρά διαφορετικά. Στην παρούσα περίπτωση και ανεξαρτήτως των όσων έμαθε ο Μ.Κ.1 από τον Κατηγορούμενο περί των όχι και τόσο καλών σχέσεων του με την αδελφή του ή με άλλα μέλη της οικογένειας του, ο Κατηγορούμενος δεν έχει αναφερθεί με λεπτομέρεια στο ημερήσιο πρόγραμμα του ή στις εργασίες που εκτέλεσαν με τον γαμπρό του και στο κατά πόσον εργάζονταν όλη μέρα ή αν διέκοψαν για φαγητό ή για ξεκούραση. Το βράδυ εξ ανάγκης παρευρίσκετο στις έρευνες και από κάποια στιγμή και ύστερα καθόταν σε μια καρέκλα και υπέγραφε τα συσκευαζόμενα τεκμήρια. Το επόμενο πρωί ήταν σε θέση να παρευρίσκεται στο Επαρχιακό Δικαστήριο από τις 10:00 π.μ. περίπου μέχρι και τις 12:00 μ.μ. χωρίς να έχει θέσει οποιοδήποτε ζήτημα αϋπνίας, κούρασης, καταπόνησης ή άλλης βιολογικής του ανάγκης (π.χ. φαγητό ή ποτό). Σχηματίσαμε την εντύπωση ότι η κατάσταση του παρουσιάστηκε με κάποια υπερβολή στην γραπτή δήλωσή του ως «πολύ άσχημη έως τραγική» σε αντίθεση με την εντύπωση που αποκομίσαμε για το ίδιο θέμα από την ένορκη προφορική του μαρτυρία. Ενώπιον μας αρχικά δέχθηκε ευθαρσώς πως όταν είχε ερωτηθεί από τον Μ.Κ.1 κατά τη διάρκεια της κατάθεσης αν ήταν καλά απάντησε καταφατικά, ενώ σε άλλο σημείο υποστήριξε πως είχε απαντήσει ότι ήταν κουρασμένος. Πάντως σε καμία περίπτωση δεν επανέλαβε ή προώθησε ενώπιον μας προφορικά τα περί άσχημης και τραγικής κατάστασης τα οποία καταγράφονται στην γραπτή δήλωσή του. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων δεχόμαστε μεν ότι ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να αισθανόταν κάποια κούραση, πλην όμως δεν συμφωνούμε ότι αυτή ήταν τέτοια που θα τον οδηγούσε στο να πράξει κάτι το οποίο υπό άλλες περιστάσεις δεν θα έπραττε. Ως εκ τούτου δεν θεωρούμε ότι η φυσική και ψυχική του κατάσταση ήταν τέτοια που δεν του επέτρεπε να σκεφτεί, να αναλογιστεί τη συνέπεια των πράξεών του ή να τον οδήγησε σε τέτοια μειονεκτική θέση έναντι του ανακριτή έτσι ώστε να καμφθεί η ελεύθερη του βούληση και να οδηγηθεί να μιλήσει, ενοχοποιώντας τον εαυτό του, ενώ υπό άλλες συνθήκες θα ήταν αναμενόμενο να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής. Έχοντας αποδεχθεί την εκδοχή των μαρτύρων κατηγορίας αποτελεί εύρημα μας ότι του προσφέρθηκε η επιλογή να μην δώσει κατάθεση τη δεδομένη στιγμή, αν δεν ήταν σε θέση να το πράξει, όπως επίσης και να μιλήσει με δικηγόρο πριν τη λήψη της κατάθεσης, αν το έκρινε ο ίδιος σκόπιμο, αλλά ο ίδιος προτίμησε να προχωρήσει άμεσα με την κατάθεση θεωρώντας ταυτόχρονα ότι δεν υπήρχε ανάγκη να μιλήσει με δικηγόρο. Έχοντας υπ' όψιν όλα τα πιο πάνω δεν έχουμε οποιαδήποτε αμφιβολία ότι δεν υπήρξαν στην προκειμένη περίπτωση συνθήκες καταπίεσης ή εκφοβισμού ή ύποπτες συνθήκες και περιστάσεις ή παροχή οποιωνδήποτε υποσχέσεων στον Κατηγορούμενο ή γενικά οτιδήποτε το μεμπτό. Η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποσείσει το βάρος το οποίο επωμίζεται, να αποδείξει δηλαδή πέραν από κάθε λογική αμφιβολία ότι η κατάθεση του Κατηγορουμένου έγινε θεληματικά. Η ένσταση, επομένως, της Υπεράσπισης απορρίπτεται και η κατάθεση μπορεί να κατατεθεί ως Τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (Υπ.) X. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ C:my documents/assize/apofasis-endiameses [1] Δέστε Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 40. [2] Δέστε R. v. Priestley
(1965)51 Cr. App.Rep. 1, R. v. Prager
(1972)56 Cr. App.Rep.151, R. v. Houghton
(1978)68 Cr. App.Rep. 197, το Σύγγραμμα Criminal Prodedure in Cyprus των κ.κ. Λοίζου και Πική σελ. 142 και το Σύγγραμμα Κακογιάννη Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ
(1983)σελ.513. [3] Δέστε Petri v. The Police
(1968)2 C.L.R. 40 και Ioannides v. Police
(1968)2 C.L.R
- [4] Πρακτικά ημερ. 6.3.15 σελ.
- [5] Δέστε Μάρτιν ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 65. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο