Δημοκρατία ν. Ανδρέα Κότσαπα κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 27891/14, 31/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2015:14 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 27891/14 Δημοκρατία v
- Ανδρέα Κότσαπα
- Νίκου Μελιφρονίδη
- Ανδρέα Στυλιανού Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χατζηαθανασίου για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Α. Μαππουρίδης Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Σ. Αργυρού Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Σ. Μάτσας Κατηγορούμενοι παρόντες --------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ΔΙΚΗ ΕΝΤΟΣ ΔΙΚΗΣ αρ. 3) Κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης του Μ.Κ.1 Αστ.3867 Σ. Σώζου όταν η Κατηγορούσα Αρχή επιχείρησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο την τρίτη κατάθεση του Κατηγορουμένου 2 (εφεξής «Κατηγορούμενος») ημερ.14.9.14 ηγέρθη ένσταση από τον συνήγορο του. Σημειώνεται ότι αμέσως πριν την ένσταση το Δικαστήριο είχε, κατόπιν της Δίκης εντός Δίκης αρ. 2 , κρίνει θεληματική και απεδέχθη ως Τεκμήριο 72 στην Κυρίως Δίκη τη δεύτερη (ανακριτική) κατάθεση του Κατηγορουμένου ημερ. 5.9.
- Ήταν ακριβώς με αναφορά σ΄ αυτή τη δεύτερη κατάθεση που προέβαλε την ένσταση εκ μέρους του Κατηγορουμένου ο κ. Αργυρού. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται στο ότι: § Υπήρξε παραβίαση των Δικαστικών Κανόνων ένεκα του ότι δεν τέθηκε σε εφαρμογή, ως θα έπρεπε με βάση τη μαρτυρία που είχε κατ' εκείνο το στάδιο η Αστυνομία στα χέρια της, ο Δικαστικός Κανόνας III. § Υπήρξε παραβίαση της αρχής της μη αυτοενοχοποίησης εφόσον κατά παράβαση των Δικαστικών Κανόνων εφαρμόστηκε ο Δικαστικός Κανόνας II και υπεβλήθησαν στον Κατηγορούμενο ερωτήσεις οι οποίες οδήγησαν σε ενοχοποιητικές για τον ίδιο δηλώσεις. Με βάση τους λόγους ένστασης το Δικαστήριο διέταξε τη διεξαγωγή Δίκης εντός Δίκης για να διευκρινιστούν οι συνθήκες λήψης της ως άνω κατάθεσης, η οποία σημειώθηκε στην ενδιάμεση αυτή διαδικασία ως Τεκμήριο Α. Κατά τη διάρκεια της Δίκης εντός Δίκης κατέθεσε εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής μόνον ο Αστ. 3867 Σώζος Σώζου (Μ.Κ.1). Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς Υπεράσπισης. Η μαρτυρία του Μ.Κ.1 συνοπτικά έχει ως εξής: Η επίμαχη κατάθεση λήφθηκε με βάση τον Δικαστικό Κανόνα II. Κατά το στάδιο λήψης της υπολείπετο μαρτυρικό υλικό και συγκεκριμένα οι μαρτυρίες των άλλων δύο Κατηγορουμένων, η Έκθεση του Κρατικού Χημείου για το κατά πόσον τα ανευρεθέντα φυτά ήταν φυτά κάνναβης, καθώς επίσης και η Έκθεση του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής αναφορικά με τον τυχόν εντοπισμό γενετικού υλικού σε τεκμήρια της υπόθεσης. Η Έκθεση του Κρατικού Χημείου εξασφαλίστηκε στις 19.9.14, ενώ η Έκθεση του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής στις 22.9.
- Μετά τη λήψη της επίμαχης κατάθεσης και ως αποτέλεσμα αυτής εξασφαλίστηκε στις 18.9.14 κατάθεση από τον Κώστα Κωνσταντίνου ο οποίος ήταν εκείνος που είχε κατασκευάσει την αποθήκη με την ανοικτή οροφή και στις 20.9.14 κατάθεση από τον Σάββα Σταύρου, ο οποίος είναι ιδιοκτήτης καταστήματος λιανικού εμπορίου από τον οποίο είχαν αγοραστεί από τον Κατηγορούμενο 1 και κάποιο άλλο πρόσωπο τα λάστιχα που είχαν εντοπισθεί στην αποθήκη με την ανοικτή οροφή. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Κ.1 αρνήθηκε ότι στο στάδιο μετά τη λήψη από τον Κατηγορούμενο της ανακριτικής κατάθεσης ημερ. 5.9.14 υπήρχε ικανοποιητική μαρτυρία για να τον κατηγορήσει. Υποστήριξε ότι η αναφορά του Κατηγορουμένου στη εν λόγω κατάθεση-στην Απάντηση 7- ότι ήξερε τι είχε μέσα στην αποθήκη (hangar) δεν ήταν ικανοποιητική για να τον κατηγορήσει. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι επρόκειτο για ισχυρισμό που είχε προβάλει ο Κατηγορούμενος και ότι ανέμενε τα αποτελέσματα του DNA για να διαπιστώσει κατά πόσον ο ίδιος έλεγε την αλήθεια ή όχι. Όπως τόνισε σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του, κατ' εκείνο το στάδιο το ανακριτικό έργο ευρίσκετο στα αρχικά του στάδια και υπολείπονταν και άλλες εξετάσεις να γίνουν, εξ ου και είχε παρουσιάσει τον Κατηγορούμενο εκ νέου στο Δικαστήριο, όπου έτυχε ανανέωσης το διάταγμα προσωποκράτησης του για ακόμη 8 ημέρες. Δεν δέχτηκε ότι οι ερωτήσεις που έθεσε στην επίμαχη κατάθεση ήταν οι ίδιες με εκείνες της κατάθεσης ημερ. 5.9.14 διευκρινίζοντας ότι κάποιες από αυτές και συγκεκριμένα οι ερωτήσεις 1-4 ήταν συμπληρωματικές, ενώ υπήρχαν και ερωτήσεις που δεν είχαν υποβληθεί στην προηγούμενη κατάθεση όπως οι ερωτήσεις 5-
- Προτού αξιολογήσουμε την προσαχθείσα μαρτυρία κρίνουμε σκόπιμο να παρεμβάλουμε τις νομικές αρχές που εφαρμόζονται στην υπό κρίση περίπτωση. Υπενθυμίζουμε ότι το ζήτημα, όπως ετέθη από τον κ. Αργυρού, ήταν ότι με βάση τη μαρτυρία που είχε η Αστυνομία στο στάδιο της λήψης της ανακριτικής κατάθεσης του Κατηγορουμένου θα έπρεπε να τύχει εφαρμογής ο Δικαστικός Κανόνας III και όχι ο Δικαστικός Κανόνας II. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι οι Δικαστικοί Κανόνες προβλέπουν τρία στάδια στις ανακρίσεις που καταλήγουν στην προσαγωγή ενός προσώπου ενώπιον Δικαστηρίου σε σχέση με ποινικό αδίκημα. Το πρώτο είναι το στάδιο συλλογής πληροφοριών όπου τυγχάνει εφαρμογής ο Δικαστικός Κανόνας I, το δεύτερο το στάδιο κατά το οποίο αρχίζει να εμφανίζεται μαρτυρία οπόταν τυγχάνει εφαρμογής ο Δικαστικός Κανόνας II και το τελικό στάδιο κατά το οποίο προσάπτεται η κατηγορία και έχει εφαρμογή ο Δικαστικός Κανόνας III. Επισημαίνεται ότι τα περιθώρια μέσα στα οποία μπορεί να κινείται ο ανακριτής περιορίζονται δραστικά κατά το τελικό στάδιο των ανακρίσεων, όταν δηλ. ο ύποπτος έχει κατηγορηθεί ή έχει πληροφορηθεί ότι θα κατηγορηθεί. Ο Δικαστικός Κανόνας II[1] εφαρμόζεται στο στάδιο των ανακρίσεων κατά το οποίο αρχίζει να εμφανίζεται μαρτυρία που παρέχει εύλογη βάση για να δημιουργηθούν υποψίες εναντίον συγκεκριμένου προσώπου. Σε σχέση με το πότε χρησιμοποιείται ο Κανόνας II χρήσιμο είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την Αγγλική απόφαση R. v. Osborne and Virtue [1973] Q.B. 678 στην σελ. 688 του Λόρδου Lawton: «Βut a police officer when carrying out an investigation meets a stage in between the mere gathering of information and the getting of enough evidence to prefer the charge. He reaches a stage where he has got the beginnings of evidence. It is at that stage that he must caution. ..... he is not bound to caution until he has got some information which he can put before the Court as the beginnings of a case.» Και σε μετάφραση: "Ένας αστυνομικός όταν διενεργεί μια ανάκριση φτάνει σε κάποιο στάδιο που είναι ενδιάμεσο ανάμεσα στην απλή συλλογή στοιχείων (Βλ. Κανόνα Ι) και τη λήψη αρκετής μαρτυρίας για να προσάψει κατηγορία. Φτάνει σε στάδιο που έχει εξασφαλίσει την απαρχή της μαρτυρίας. Είναι σ' αυτό το στάδιο που οφείλει να δώσει την προειδοποίηση (δυνάμει του Κανόνα ΙΙ) ... δεν έχει υποχρέωση να δώσει την προειδοποίηση ως την ώρα που θα έχει τέτοια στοιχεία που να μπορεί να θέσει μπροστά σ' ένα δικαστήριο για το ξεκίνημα μιας υπόθεσης". Είναι προφανές από τα πιο πάνω πως μαρτυρία για τους σκοπούς του Δικαστικού Κανόνα II σημαίνει πληροφορίες και στοιχεία που δύνανται να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου[2]. Σε ό,τι αφορά το πεδίο εφαρμογής του Δικαστικού Κανόνα III σχετικές είναι οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου Republic v. Pierides
(1971)2 C.L.R 181, Koutrouzas v. Republic
(1972)2 C.L.R 9 και Azinas and another v. Police
(1981)2 C.L.R 9. Εκείνο που προκύπτει από τις εν λόγω υποθέσεις είναι ότι στην Κύπρο τα Δικαστήρια δίδουν μια πιο ελεύθερη ερμηνεία στον Δικαστικό Κανόνα III(α) παρά στην Αγγλία[3], ούτως ώστε εκεί που αντικειμενικά υπάρχει επαρκής μαρτυρία για να εφαρμοστεί ο Δικαστικός Κανόνας ΙΙΙ τότε η Αστυνομία θα πρέπει να εφαρμόζει τον Κανόνα αυτό, δηλαδή είτε να κατηγορεί τον κατηγορούμενο, είτε να τον πληροφορεί ότι δυνατόν να διωχθεί ποινικά, ούτως ώστε να μην επιτρέπεται η υποβολή περαιτέρω ερωτήσεων αλλά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπως διαλαμβάνει ο Κανόνας ΙΙΙ(β)[4]. Η ορθότητα αυτής της ερμηνείας επιβεβαιώθηκε και στη μεταγενέστερη υπόθεση Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ.510, στη σελίδα 522 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Σημαντική για το θέμα που εξετάζουμε είναι η απόφαση στη The Republic v. Phivos Petrou Pierides
(1971)2 C.L.R. 181, στην οποία αποφασίστηκε ότι, εφόσον τα στοιχεία εις χείρας της Αστυνομίας δικαιολογούν, εξ αντικειμένου, την πρόσαψη κατηγορίας εναντίον του κατηγορουμένου, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του Δικαστικού Κανόνα ΙΙΙ(β), ο οποίος επιτρέπει την υποβολή ερωτήσεων στον κατηγορούμενο, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο όπου αυτές είναι αναγκαίες για την πρόληψη ή την ελαχιστοποίηση βλάβης, ή ζημίας, ή απώλειας σε τρίτο πρόσωπο, ή στο κοινό, ή προς το σκοπό διευκρίνισης ασάφειας σε προηγούμενη δήλωση του κατηγορουμένου.» Η μη εφαρμογή συγκεκριμένου δικαστικού κανόνα από ανακριτή στο κατάλληλο σημείο κατά την ανάκριση ενός υπόπτου, δυνατό να αποτελέσει ισχυρό κριτήριο για τη διαπίστωση απουσίας της ελεύθερης βούλησης του σε σχέση με κάποια δήλωση την οποία έκανε και θεωρείται ενοχοποιητική για τον ίδιο[5]. Οι πιο πάνω παρατηρήσεις απηχούν τη διαπίστωση στην υπόθεση The Republic v. Pierides (ανωτέρω), στη σελίδα 188, ότι: «. if there has been a breach of principle (d) and if the protection to be found in Rule 3 is not accorded to a person in custody in relation to a statement made by him to the police, it would not be safe to treat such a statement as being admissible in evidence, in the sense of it not being undoubtedly a voluntary one.» Παρέκκλιση από τους Δικαστικούς Κανόνες παρέχει διακριτική ευχέρεια στο εκδικάζον την υπόθεση Δικαστήριο να απορρίψει την κατάθεση με έρεισμα τις επιπτώσεις που ενέχει η παρέκκλιση άμεσα ή έμμεσα στο εκούσιο της κατάθεσης, στοιχείο το οποίο συνιστά και το κύριο εχέγγυο για την ορθότητα και την ακρίβεια του περιεχόμενου της. Η διακριτική αυτή ευχέρεια πηγάζει από το ότι οι Δικαστικοί Κανόνες αποτελούν κανόνες πρακτικής και όχι κανόνες δικαίου. Κατά συνέπεια ακόμα και αν μια κατάθεση έχει ληφθεί κάτω από περιστάσεις που δεν συνάδουν με τους Δικαστικούς Κανόνες, αυτή δυνατόν να γίνει δεκτή, αν είναι θεληματική, παρόλο ότι το Δικαστήριο, διατηρεί τη διακριτική του εξουσία να αρνηθεί να τη δεχτεί. Δεν παραγνωρίζεται, ωστόσο, ότι οι Δικαστικοί Κανόνες είναι βοηθήματα, αναμφίβολα, σημαντικά για να αποφασιστεί κατά πόσο η κατάθεση ενός υπόπτου λήφθηκε θεληματικά ή κάτω από συνθήκες καταπιεστικές ή άδικες γι' αυτόν. Το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας πρέπει, σε περιπτώσεις παραβίασης των Δικαστικών Κανόνων, να λαμβάνει υπόψη του τις συνέπειες της παραβίασης, την έκταση και το μέγεθός της και κατά πόσο αφορά μόνο τυπικά ζητήματα Η αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσκομίσθηκε από τον Μ.Κ.1 δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε δυσκολία. Ο Μ.Κ.1 αναφέρθηκε με άνεση και σαφήνεια στο μαρτυρικό υλικό που είχε στον ουσιώδη χρόνο της λήψης της επίμαχης κατάθεσης, καθώς και σε αυτό που υπολείπετο. Με τον ίδιο σαφή και θετικό τρόπο υπέδειξε το είδος των ερωτήσεων που είχε υποβάλει στα πλαίσια της επίμαχης κατάθεσης προβάλλοντας ότι επρόκειτο αφενός για συμπληρωματικές της προηγούμενης κατάθεσης ερωτήσεις και αφετέρου για νέες ερωτήσεις που δεν είχαν υποβληθεί στα πλαίσια της προηγούμενης κατάθεσης. Δεν έχουμε διαπιστώσει από τις ερωτήσεις που έχουν υποβληθεί στη διάρκεια της αντεξέτασης να αμφισβητούνται από την Υπεράσπιση οποιαδήποτε γεγονότα. Εκείνο το οποίο προέκυψε ήταν ότι υπήρξε από πλευράς Υπεράσπισης διαφορετική εκτίμηση στηριζόμενη στην ίδια βάση πραγματικών γεγονότων. Εξ ου και η βασική υποβολή της Υπεράσπισης ήταν ότι, με τα δεδομένα όπως είχαν προκύψει μέσω και των απαντήσεων που είχε δώσει ο Μ.Κ.1, η Αστυνομία είχε επαρκή μαρτυρία για να προχωρήσει στην πρόσαψη κατηγορίας κατά του Κατηγορουμένου. Για να γίνει κατανοητό το κοινό αυτό υπόβαθρο, επί του οποίου στηρίχθηκε και ο κ. Αργυρού προβάλλοντας την ένσταση του, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η παρουσιασθείσα μέχρι στιγμής μαρτυρία αναφέρεται στο ότι: i. Στις 4.9.14 κατόπιν εκτέλεσης εντάλματος έρευνας σε τεμάχιο στη Βιοτεχνική Περιοχή Λακατάμειας στην παρουσία του Κατηγορουμένου ο οποίος εντοπίστηκε στον χώρο, η Αστυνομία άνοιξε κλειδωμένη αποθήκη εντός της οποίας εντόπισε αριθμό φυτών, τα οποία κατέσχε με την υπόνοια ότι ήταν φυτά κάνναβης και τα απέστειλε για εξετάσεις. ii. Την ίδια ημέρα στην πρώτη (ανοικτή) κατάθεση του, Τεκμήριο 66, ο Κατηγορούμενος είχε αναφέρει ότι διέμενε τα προηγηθέντα 2 έτη σε τροχόσπιτο εντός του τεμαχίου για το οποίο (τεμάχιο) ανέφερε ότι ανήκε στον Κατηγορούμενο
- iii. Την επόμενη μέρα, 5.9.14, στη δεύτερη (ανακριτική) του κατάθεση, Τεκμήριο 72, η οποία λήφθηκε βάσει του Δικαστικού Κανόνα ΙΙ, ο Κατηγορούμενος προέβαλε ότι στην πιο πάνω αποθήκη υπήρχαν φυτά κάνναβης και ότι ο ίδιος παρόλο που γνώριζε τι υπήρχε μέσα εντούτοις δεν μπήκε ποτέ εντός αυτής από τον Μάιο που φυτεύτηκαν τα φυτά, λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος 1 είχε κλειδωμένη την πόρτα της. iv. Μέχρι τη λήψη της επίμαχης κατάθεσης στις 14.9.14 δεν είχαν ακόμα εκδοθεί αφενός το πόρισμα του Κρατικού Χημείου αναφορικά με το είδος των φυτών και αφετέρου τα αποτελέσματα του Ινστιτούτου Γενετικής αναφορικά με τον πιθανό εντοπισμό γενετικού υλικού σε τεκμήρια και την ενδεχόμενη ταυτοποίηση του με συγκεκριμένα πρόσωπα. v. Με τα πιο πάνω δεδομένα στις 14.9.14 ο Μ.Κ.1 δίδοντας την ίδια προειδοποίηση, δηλαδή βάσει του Δικαστικού Κανόνα ΙΙ, έλαβε την τρίτη και επίμαχη κατάθεση του Κατηγορουμένου, δηλαδή το Τεκμήριο Α, υποβάλλοντας συνολικά εννέα ερωτήσεις. Η σχετική εισήγηση του κ. Αργυρού, όπως αυτή τέθηκε και στον Μ.Κ.1, είναι πως εξαιτίας της παραδοχής του Κατηγορουμένου στη δεύτερη του κατάθεση η Αστυνομία μπορούσε άμεσα να προχωρήσει να τον κατηγορήσει και δεν έπρεπε να λάβει και άλλη κατάθεση με βάση τον Δικαστικό Κανόνα ΙΙ, θέτοντας τις ίδιες ερωτήσεις με την προηγούμενη. Εν πρώτοις θα πρέπει να παρατηρήσουμε, για σκοπούς της παρούσας, ότι στην πρώτη του κατάθεση ο Κατηγορούμενος είχε δεχθεί τη διαμονή του στον χώρο, χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε για φυτά κάνναβης. Προφανώς αυτή η διαμονή του στον ευρύτερο χώρο και ο εντοπισμός των φυτών ήταν και ο λόγος που ανακρίθηκε στη δεύτερη κατάθεση του με βάση τον Δικαστικό Κανόνα ΙΙ. Σε αυτή τη δεύτερη του κατάθεση ανέφερε για πρώτη φορά ότι γνώριζε πως εντός της αποθήκης υπήρχαν φυτά κάνναβης. Όταν στην ίδια κατάθεση ερωτήθηκε αν είχε ποτίσει ο ίδιος οποτεδήποτε τα φυτά, επανέλαβε πως δεν εισήλθε ποτέ στην αποθήκη, προσθέτοντας απλώς ότι είχε οδηγίες από τον Κατηγορούμενο 1 δύο-τρεις φορές να ανοίξει «το ρουπινέττο που βρίσκεται κάτω από το τροχόσπιτο», χωρίς να διασυνδέσει στη συγκεκριμένη απάντηση του την ενέργειά του αυτή καθ' οιονδήποτε τρόπο με τα φυτά κάνναβης. Καθίσταται λοιπόν σαφές ότι η μαρτυρία που διέθετε η Αστυνομία για τον Κατηγορούμενο μέχρι και τον ουσιώδη χρόνο (14.9.14) αναφερόταν σε γνώση για ύπαρξη φυτών κάνναβης εντός κλειδωμένης αποθήκης η οποία ευρίσκετο πλησίον του τροχόσπιτου στο οποίο φιλοξενείτο ο ίδιος από τον Κατηγορούμενο
- Αυτό που δύναται να λεχθεί είναι πως κατ΄εκείνο το στάδιο, με δεδομένη την πιο πάνω θέση του Κατηγορουμένου είχε αρχίσει να εμφανίζεται μαρτυρία η οποία παρείχε εύλογη βάση για να δημιουργηθούν υποψίες εναντίον του. Εξ ου και εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης, Τεκμήριο 73, εναντίον του για αδικήματα ναρκωτικών. Ο κ. Αργυρού εξέλαβε ως δεσμευτική την αναφορά στον όρκο, Τεκμήριο 55, για το εν λόγω ένταλμα ότι ο Κατηγορούμενος «ανακρινόμενος παραδέχθηκε την εμπλοκή του». Σημειώνουμε όμως ότι κάτι τέτοιο δεν είναι αυτονόητο, ελέγχεται από το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και εν πάση περιπτώσει δεν μας δεσμεύει η άποψη που εξέφρασε ο ενόρκως δηλών αστυφύλακας. Όσον αφορά λοιπόν στα ναρκωτικά, τα αδικήματα τα οποία διερευνούσε τότε η Αστυνομία αναφέρονται στην προειδοποίηση που έδωσε ο Μ.Κ.1 στη δεύτερη κατάθεση, Τεκμήριο
- Έχοντας τα υπ' όψιν, κρίνουμε πως η δήλωση του Κατηγορουμένου περί γνώσης δεν ισοδυναμούσε, άνευ άλλου, με παραδοχή του σε συνωμοσία ή σε καλλιέργεια ή σε κατοχή των φυτών με σκοπό την προμήθεια, τουλάχιστον υπό την έννοια που εισηγείται ο κ. Αργυρού. Αλλά ακόμα και στην περίπτωση που η εν λόγω δήλωση θεωρείτο ως παραδοχή θα πρέπει να υπενθυμίσουμε πως σύμφωνα με τη νομολογία μας η ανάκριση για τη διάπραξη αδικήματος δεν ολοκληρώνεται με τη διακρίβωση της φύσης του αδικήματος ούτε τελειώνει εν σχέσει με συγκεκριμένο συμμέτοχο σε αδίκημα όταν η συμμετοχή του καθίσταται φανερή ή βέβαιη. Οι περιστάσεις υπό τις οποίες διεπράχθη το αδίκημα και η ανακάλυψη των ενόχων δυνατόν να προσδώσουν εντελώς διαφορετική διάσταση στη φύση του αδικήματος[6]. Ιδιαίτερα στην περίπτωση συνωμοσίας, έχοντας υπ' όψιν τον ορισμό του Άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ο εντοπισμός των συνεργών και των λεπτομερειών του αδικήματος είναι στοιχεία πάρα πολύ σχετικά με τη διερεύνηση του αδικήματος. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Stamataris v. Police
(1983)2 C.L.R. 107, «the process of investigation of the crime of conspiracy is not completed before the participants are identified and the details established.» Περαιτέρω όπως τονίστηκε στην υπόθεση Απέργης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 592 η οποία αφορούσε τρεις συνολικά ύποπτους, ". η έρευνα σε τέτοιες υποθέσεις εξαρτάται από την εμπλοκή του κάθε υπόπτου στη διάπραξη των εγκλημάτων.». Η ουσία όλων των πιο πάνω είναι πως η αναφορά και μόνο του Κατηγορουμένου περί γνώσης για την ύπαρξη φυτείας με φυτά κάνναβης εντός κλειδωμένης αποθήκης δεν συνεπαγόταν και την ολοκλήρωση του ανακριτικού έργου από πλευράς Αστυνομίας. Πέραν της αναγκαιότητας εξασφάλισης των αποτελεσμάτων των επιστημονικών εξετάσεων, που αναφέρθηκαν ανωτέρω, παρέμενε προς διερεύνηση η ακριβέστερη εμπλοκή και ανάμειξη του Κατηγορουμένου, καθώς και η έκταση της γνώσης που είχε στην υπό διερεύνηση υπόθεση. Ζητήματα τα οποία αποτέλεσαν ουσιαστικά και το αντικείμενο της υπό κρίση κατάθεσης όπως προκύπτει και από τις σχετικές ερωτήσεις που υποβλήθηκαν σε αυτή. Εντός των πιο πάνω πλαισίων κρίνεται πως ήταν καθόλα επιτρεπτό, λογικό και αναμενόμενο στην πορεία του ανακριτικού έργου η Αστυνομία να διερευνά: (α) Τον χρόνο κατά τον οποίο έλαβε γνώση για τα φυτά ο Κατηγορούμενος 2 (Ερώτηση 2) (β) Το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος είχε βοηθήσει στη μεταφορά και φύτευση, αν πότισε εν γνώσει του τα φυτά και αν γνώριζε για την κατασκευή της αποθήκης ή για την τοποθέτηση του χώματος και των λαστίχων (Ερωτήσεις 3 - 6) (γ) Το κατά πόσον ο ίδιος γνώριζε τον λόγο που ερχόταν στον χώρο ο Κατηγορούμενος 1 ή αν γνώριζε κάτι για κόψιμο φυτών ή πώληση ναρκωτικών από τους Κατηγορουμένους 1 και 3 (Ερωτήσεις 1, 7, 8). Διαβάζοντας κάποιος τις ερωτήσεις στην επίμαχη τρίτη κατάθεση πιθανόν να σχηματίσει εκ πρώτης όψεως την εντύπωση ότι σε ορισμένες από αυτές ο Κατηγορούμενος ερωτήθηκε για ζητήματα που δεν αφορούσαν τον ίδιο ή τη δική του εμπλοκή, όπως π.χ. στις ερωτήσεις 1, 7 και
- Η προσεκτικότερη όμως εξέταση καταδεικνύει ότι και αυτές είχαν άμεση σχέση με τη διερεύνηση της ακριβούς γνώσης που είχε ο Κατηγορούμενος εν σχέσει με τα υπό διερεύνηση αδικήματα και στην πραγματικότητα ήταν καθήκον της Αστυνομίας να διερευνήσει και τις πτυχές αυτές, προτού προσάψει οποιαδήποτε κατηγορία στον ίδιο. Γενικά θα πρέπει να λεχθεί πως όλες οι ερωτήσεις σχετίζοντο άμεσα με την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των υπό διερεύνηση αδικημάτων, δηλαδή με το πώς ακριβώς διαπράχθηκαν οποιαδήποτε αδικήματα, σε ποιο από αυτά εμπλέκετο ο Κατηγορούμενος και σε ποιο βαθμό. Είναι προφανές πως η απλή γνώση για την ύπαρξη φυτών δεν απαντούσε στα πιο πάνω ερωτήματα. Συνεπώς κατ΄ εκείνο το στάδιο, πριν τη λήψη της τρίτης επίμαχης κατάθεσης του Κατηγορουμένου το ανακριτικό έργο βρισκόταν στα αρχικά στάδια και δεν είχε ολοκληρωθεί για να μπορεί η Αστυνομία να προχωρήσει με τη διατύπωση κατηγορίας στη βάση του Δικαστικού Κανόνα III. Ορθώς λοιπόν εφαρμόστηκε στην προκειμένη περίπτωση ο Δικαστικός Κανόνας ΙΙ. Κατ΄ ακολουθίαν όλων των πιο πάνω καταλήγουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποσείσει το βάρος το οποίο επωμίζεται, να αποδείξει δηλαδή πέραν από κάθε λογική αμφιβολία ότι η κατάθεση του Κατηγορουμένου έγινε θεληματικά και ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε παράβαση ή παρέκκλιση από τους Δικαστικούς Κανόνες. Η Ένσταση, επομένως, της Υπεράσπισης απορρίπτεται και επιτρέπεται η παρουσίαση της κατάθεσης ως τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ C:my documents/assize/ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ/ENDIAMES APOFASIS [1] «Μόλις το αστυνομικό όργανο αποκτήσει μαρτυρία που θα παρείχε εύλογη βάση για υποψία ότι πρόσωπο έχει διαπράξει αδίκημα, θα επιστήσει την προσοχή του ή θα φροντίσει ώστε να επιστηθεί η προσοχή του, πριν του υποβάλει οποιεσδήποτε ερωτήσεις ή περαιτέρω ερωτήσεις σχετικά με το αδίκημα αυτό». [2] Δέστε Azinas v. The Police [1981] 2 C.L.R.
- [3] Δέστε R v. Collier and Stennng
(1965)1 W.L.R
- [4] Δέστε, επίσης, το Σύγγραμμα "Criminal Procedure in Cyprus" των κ.κ. Λοίζου και Πική σελ. 148-
- [5]Δέστε Azinas v. The Police
(1981)2 C.L.R.9. [6] Δέστε Stamataris v. Police
(1983)2 C.L.R. 107, σελ. 112. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο