← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέας Βωνιάτης, Αρ. Υπόθεσης: 22318/13, 28/4/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέας Βωνιάτης, Αρ. Υπόθεσης: 22318/13, 28/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22318/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Ανδρέας Βωνιάτης Κατηγορουμένου ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28 Απριλίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Χ' Κωνσταντή Για τον Κατηγορούμενο: κα M. Δαμιανού Κατηγορούμενος παρών. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 166/87 και ειδικότερα του αποδίδεται ότι την 9ην Μαΐου 2013, στη Λευκωσία, παράνομα επιτεθεί κατά του Μάριου Αντωνίου από τη Λευκωσία. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή, διεξήχθη ακροαματική διαδικασία όπου εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής δόθηκε μαρτυρία από τους Γ/Αστ. 1143 Μ. Λοΐζου, Αστ. 2263 Κ. Χ' Τζιωρτζή και τον παραπονούμενο Μάριο Αντωνίου. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή το Δικαστήριο κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία αφού του εξήγησε τα δικαιώματα του, ο κατηγορούμενος έδωσε ένορκη μαρτυρία δεν κάλεσε κανένα άλλο μάρτυρα προς υπεράσπιση του. Αμφότεροι οι συνήγοροι στην τελική τους αγόρευση υποστήριξαν, κάθε μια, την δική της εκδοχή. Η Μ.Κ.1 Γ/Αστ. 1143 Μ. Λοΐζου στις 14.5.13 στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβητού κατέγραψε την ανακριτική κατάθεση του Μάριου Αντωνίου αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε ότι είχε καταγγελία από τον κατηγορούμενο Αντρέα Βωνιάτη ότι δέχτηκε επίθεση από αυτόν. Η ίδια εξέταζε το παράπονο του κατηγορούμενου εναντίον του παραπονούμενου Μάριου Αντωνίου για επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη και ήταν στα πλαίσια αυτής της καταγγελίας που κάλεσε τον παραπονούμενο να δώσει κατάθεση η οποία ήταν ανακριτική, όχι με την μορφή ερωτοαπαντήσεων αλλά κατά τρόπο αφηγηματικό. Ο Μάριος Αντωνίου είπε στα πλαίσια της ανακριτικής του κατάθεσης ότι δέχτηκε σπρώξιμο από τον κατηγορούμενο χωρίς προηγουμένως ο ίδιος να τον κτυπήσει ή να τον υβρίσει, υπέβαλε καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου για το σπρώξιμο και όταν ρωτήθηκε από την Μ.Κ.1 αν επιθυμούσε να πάει σε γιατρό να εξεταστεί για να του χορηγήσει σχετικό έντυπο, η απάντηση του ήταν αρνητική. Ως Μ.Κ.2 κλήθηκε ο Αστ. 2363 Κ. Χ' Τζιωρτζής ο οποίος στις 17.5.13 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της κοινής επίθεσης εναντίον του Μάριου Αντωνίου. Αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο ο κατηγορούμενος απάντησε «Δεν παραδέχομαι, εκ του πονηρού ο Μάριος Αντωνίου έκανε αυτή την καταγγελία εναντίον μου μετά που τον κατάγγειλα». Όπως είπε ο Μ.Κ.2, η μοναδική του ενέργεια στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης ήταν η απαγγελία της γραπτής κατηγορίας εναντίον του κατηγορούμενου και ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον παραπονούμενο. Ο Μ.Κ.3 ήταν ο παραπονούμενος Μάριος Αντωνίου. Είναι ο ιδιοκτήτης του «Κέντρου Φωτοτυπίας Αντωνίου» που βρίσκεται στη λεωφόρο Καλλιπόλεως. Αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης ημερ. 14.5.13 και αναγνώρισε στο Δικαστήριο τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που τον έσπρωξε την επίδικη μέρα αναφέροντας ότι πριν από την μέρα του επεισοδίου δεν τον είχε δει ποτέ. Θέση του ήταν ότι στις 9.5.13 ο κατηγορούμενος μπήκε στο τυπογραφείο του και τον εξυπηρετούσε μία υπάλληλος του, όταν τον άκουσε να φωνάζει δυνατά «κάνατε λάθος». Η υπάλληλος πήγε στον ίδιο και του ανέφερε το πρόβλημα του κατηγορούμενου με αποτέλεσμα ο ίδιος να πάει κοντά του και να τον ρωτήσει τι συμβαίνει για να του απαντήσει ο κατηγορούμενος πάρα πολύ δυνατά: «Εκάμετε λάθος». Ο κατηγορούμενος κρατούσε κάποιες αυτοκόλλητες ετικέτες τις οποίες του υπέδειξε αναφέροντας του ότι τύπωσαν λάθος τον αριθμό τηλεφώνου που αναγραφόταν σε αυτές. Ο ίδιος του εξήγησε ότι το δείγμα που ετοίμασαν το είχε πρώτα δείξει στην κυρία που έκαμε την παραγγελία και αφού η κυρία συμφώνησε με αυτό προχώρησαν στην εκτύπωση. Είπε μάλιστα στον κατηγορούμενο ότι θα έπαιρνε τηλέφωνο την κοπέλα που το δακτυλογράφησε προς επιβεβαίωση των λεγομένων του. Ο κατηγορούμενος με ειρωνικό τρόπο του είπε: «Για δέκα ευρώ θα πάρεις τηλέφωνο;» Αφού επιβεβαίωσε με την κοπέλα της δακτυλογράφησης όλα τα πιο πάνω, τα ανέφερε ξανά στον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος συνέχιζε να του λέει με ειρωνικό τρόπο: «Κάμνεις έτσι για €10;» Ο ίδιος τότε του είπε ότι δεν θέλει να τον εξυπηρετήσει και τον κάλεσε να βγει έξω από το τυπογραφείο και συνέχισε την δουλειά του να εξυπηρετήσει άλλο πελάτη. Ο κατηγορούμενος πήγε κοντά του και του είπε: «Δεν θα βγω έξω και θα μου κάμεις την δουλειά μου χωρίς να πληρώσω». Θέση του ήταν ότι εξακολουθούσε να φωνάζει δυνατά. Ο ίδιος πήγε ξανά κοντά του τον ξανακάλεσε να βγει έξω αναφέροντας του ότι δεν θα τον εξυπηρετήσει και ότι τον προσβάλλει με τον τρόπο που μιλά. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε λέγοντας του: «Γιατί εν να με δέρεις;» Ο ίδιος πέρασε από μπροστά του να πάει στην είσοδο του καταστήματος για να την ανοίξει για να φύγει. Την ώρα που πέρασε από μπροστά του ο κατηγορούμενος τον έσπρωξε με το χέρι του στον αριστερό ώμο. Ο ίδιος τότε τον άρπαξε από το μπράτσο και τον έβγαλε έξω. Όταν έβγαιναν έξω ο κατηγορούμενος του είπε ότι έχει μαζί του το μωρό του, κάτι το οποίο ο ίδιος δεν είχε αντιληφθεί. Την ώρα που τον έβγαζε έξω, ο κατηγορούμενος συνέχιζε να τον σπρώχνει στην αριστερή του μεριά. Ο ίδιος του είπε να μην ξαναμπεί μέσα στο τυπογραφείο του και όταν ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι είναι το μωρό του μέσα του είπε να πιάσει το μωρό του και να φύγει. Ο ίδιος μπήκε μέσα και είδε ένα αγοράκι και ακολούθως ο κατηγορούμενος μπήκε και αυτός μέσα, και το πήρε. Θέση του ήταν ότι ο ίδιος ούτε κτύπησε τον κατηγορούμενο, ούτε τον ύβρισε αντίθετα ήταν αυτός που τον έσπρωξε και γι' αυτό θέλει να τον καταγγείλει. Επέμενε ότι ο κατηγορούμενος συνεχώς τον έσπρωχνε με το δεξί του χέρι στον αριστερό του ώμο και ότι ο ίδιος τον έπιασε από το μπράτσο για να τον βγάλει έξω μόνο μετά που ο κατηγορούμενος είχε συμπεριφερθεί εναντίον του με αυτόν τον τρόπο. Κατά την αντεξέταση του συμφώνησε ότι υπάρχει λάθος στο αυτοκόλλητο που του δόθηκε για να εκτυπώσει αλλά επέμενε ότι πριν να προχωρήσει στην εκτύπωση επιβεβαίωσε την παραγγελία με την κυρία που την είχε υποβάλει. Επέμενε ότι ο κατηγορούμενος μιλούσε δυνατά από την πρώτη στιγμή που μπήκε στο κατάστημα και ήταν ερειστικός. Ρωτήθηκε κατά πόσον υπήρχε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης στο κατάστημα, απάντησε καταφατικά αλλά ότι ήταν χαλασμένο γι' αυτό και δεν έδωσε τις κασέτες στην Αστυνομία και αρνήθηκε την υποβολή ότι είναι ψέματα που λέει που να μην φανεί η αλήθεια αναφέροντας ότι το σύστημα είχε χαλάσει από τέσσερεις μέρες προηγούμενος. Ανέφερε ότι τον ενόχλησε η συμπεριφορά του κατηγορούμενου, ειδικά το ότι φώναζε και δεν σεβάστηκε το γεγονός ότι υπήρχαν πελάτες στο κατάστημα γι' αυτό και του είπε να βγει έξω και ότι δεν ήθελε να τον εξυπηρετήσει αλλά αρνήθηκε ότι ο ίδιος υπήρξε επιθετικός ή υβριστικός προς τον κατηγορούμενο. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι παρών στο επεισόδιο ήταν και ο τετράχρονος γιος του κατηγορούμενου επιμένοντας ότι ο ίδιος δεν είχε δει καθόλου το παιδί και ότι είναι ότι ο κατηγορούμενος που του είπε ότι είχε το παιδί του μαζί και τότε ο ίδιος του είπε να ξαναμπεί στο κατάστημα για να το πάρει. Επέμενε ότι το κτύπημα που δέχτηκε ήταν με το δεξί χέρι του κατηγορούμενου στον αριστερό του ώμο και ότι ο κατηγορούμενος συνέχιζε να τον σπρώχνει καθ' όλο το χρονικό διάστημα που έβγαιναν έξω. Ο ίδιος, μετά που κατηγορούμενος τον έσπρωχνε, τον έπιασε με το δεξί του χέρι ψηλά στο μπράτσο και τον οδήγησε στην έξοδο ενώ ο κατηγορούμενος συνέχιζε να τον σπρώχνει με το άλλο του χέρι. Όπως εξήγησε, ο ίδιος τον κρατούσε από το αριστερό του μπράτσο με το δεξί του χέρι ενώ ο κατηγορούμενος τον έσπρωχνε με το δεξί του χέρι. Του υπεβλήθη ότι ο γιατρός που εξέτασε τον κατηγορούμενο ανέφερε εκχύμωση και εκδορά στο δεξί μπράτσο του κατηγορούμενου και απάντησε ότι αυτά τα τραύματα δεν έγιναν από τον ίδιο, δεν μπορούσε να τον πιάσει από το δεξί χέρι αφού ήταν με αυτό που τον έσπρωχνε ο κατηγορούμενος. Αρνήθηκε ότι έβαλε τον κατηγορούμενο στο χώρο κλιμακοστασίου λέγοντας του ότι θα τον καθαρίσει εκεί και ότι μια υπάλληλος του, η Μαρία, έτρεξε να τον σταματήσει, αναφέροντας ότι ουδέποτε έγινε κάτι τέτοιο. Αρνήθηκε ξανά ότι το παιδί του κατηγορούμενου ήταν παρών και είδε τον ξυλοδαρμό του από τον ίδιο και χρειάστηκε να πάει σε παιδοψυχολόγο και επέμενε ότι ουδέποτε ήταν το παιδί εκεί. Ήταν επίσης σταθερή η θέση του, ότι ο κατηγορούμενος ξαναμπήκε στο κατάστημα για να πάρει το παιδί του και αρνήθηκε ότι είναι μία υπάλληλος του που το έφερε το παιδί έξω. Επέμενε χωρίς μεταβολή της θέσης του ότι ο κατηγορούμενος τον κτυπούσε στον αριστερό ώμο με το δεξί του χέρι και ότι σε καμία περίπτωση ο ίδιος δεν τον άρπαξε από το δεξί μπράτσο αλλά από το αριστερό. Σε ότι αφορά το γεγονός ότι υπέβαλε καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου εκ του πονηρού και μόνο μετά που κλήθηκε για ανακριτική κατάθεση, ανέφερε ότι δοκίμασε προηγουμένως να υποβάλει καταγγελία αλλά μεσολάβησε Σαββατοκυρίακο και τον παρέπεμψαν στην Αστυνομικό που ήταν καθήκον. Ο κατηγορούμενος δίδοντας ένορκη μαρτυρία υιοθέτησε την κατάθεση του ημερ. 10.5.13 και ανέφερε ότι συνεπεία της επίθεσης που δέχτηκε από τον παραπονούμενο του χορηγήθηκε ιατρικό έντυπο, τον εξέτασε γιατρός στο ΤΑΕΠ με ευρήματα «εκδορά στη μασχάλη 7cm, εκχύμωση στο δεξί πλαγιοοπίσθιο θωρακικό τοίχωμα 5 x 7 cm». Είπε επίσης ότι το παιδί του που ήταν μπροστά στο επεισόδιο έπαθε σοβαρά ψυχολογικά τραύματα, έκλαιγε υπερβολικά, δεν ηρεμούσε το βράδυ γι' αυτό και χρειάστηκε να πάει σε παιδοψυχολόγο ο οποίος και τον αξιολόγησε. Αρνήθηκε ότι ο ίδιος ήταν ερειστικός όταν πήγε να παραπονεθεί για το λάθος που έγινε στα αυτοκόλλητα, είπε ότι επειδή ακριβώς κρατούσε μαζί του τον γιο του ήταν ιδιαίτερα έντονη η προσπάθεια του να κρατήσει τους τόνους χαμηλούς και είπε επίσης ότι όταν η υπάλληλος του παραπονούμενου προσέγγισε τον παραπονούμενο για να του αναφέρει το παράπονο του για τα αυτοκόλλητα, ο κατηγορούμενος της μίλησε απότομα και νευρικά και ότι όταν ο ίδιος τον προσέγγισε ήταν φανερό ότι δεν είχε καμία διάθεση να τον βοηθήσει και μάλιστα εισέπραξε ως προσβολή την δική του αναφορά για τα €10 και αμέσως εκδήλωσε μανία, κτύπησε τα χέρια του στον πάγκο που βρισκόταν ανάμεσα τους, έτρεξε γύρω, τον άρπαξε από το χέρι μεταξύ μασχάλης και μπράτσου οπότε και αναγκάστηκε να αφήσει το μωρό από το χέρι του. Ήταν η θέση του ότι ο κατηγορούμενος τον άρπαξε από το δεξί μπράτσο, σε αυτό που εντοπίστηκαν οι εκδορές, και τον τραβούσε να βγει έξω από το μαγαζί ενώ ο ίδιος έμεινε σε στάση άμυνας προσπαθώντας να τον ηρεμίσει. Το μωρό το έφερε μια κοπέλα έξω όταν είχε λήξει το επεισόδιο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι όταν ο παραπονούμενος τον τράβηξε έξω από το κατάστημα τον πήρε κοντά σε ένα κλιμακοστάσιο και τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει εκεί μέσα και μια υπάλληλος του τον προσέγγισε και του είπε: «Μάριε, σταμάτα τι κάμνεις». Κατά την αντεξέταση του αρνήθηκε τις υποβολές ότι όλα όσα ανέφερε δεν ισχύουν και είναι ψέματα, του υπεβλήθη ότι αν όντως ήταν μαζί του το τετράχρονο παιδί του τότε δεν θα το άφηνε από τα χέρια του σε καμία περίπτωση για να απαντήσει ότι άφησε το χέρι του μωρού μόνο όταν είδε τον κατηγορούμενο να έρχεται κατά πάνω τους με μένος για να το προφυλάξει από τον κατηγορούμενο και αρνήθηκε ότι βγήκε έξω εγκαταλείποντας το μωρό του αναφέροντας ότι είναι ο παραπονούμενος που τον τράβηξε έξω από το κατάστημα και ο ίδιος έμεινε σε στάση άμυνας. Επέμενε ότι τόσο τα δικά του τραύματα όσο και το ψυχολογικό σοκ του παιδιού του ήταν αποτέλεσμα των πράξεων του κατηγορούμενου και αρνήθηκε ότι ο ίδιος ήταν καθ' οιονδήποτε χρονικό διάστημα ερειστικός και ή επιθετικός. Αξιολόγηση Μαρτυρίας: Η Νομολογία έχει καθορίσει διάφορες παραμέτρους σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.09. Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενα του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Λαμβάνονται επίσης υπόψη, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων στα όσα αναφέρει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο. Η ειλικρίνεια ενός μάρτυρα κρίνεται από τη θετικότητα, την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό του. σχετικές είναι οι αποφάσεις C & Α Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1 Β Α.Α.Δ. 1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη, Π.Ε. 10825, ημερ. 26/3/2002 και Δημήτρης Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 75/2005, ημερ. 26/1/
  1. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες στο Δικαστήριο ενώ έδιδαν την μαρτυρία τους και παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους έχουν τεθεί όπως επίσης και την όλη στάση τους στη διαδικασία. Θεωρώ ότι η αξιολόγηση τους δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα. Οι Μ.Κ.1 και 2 ουσιαστικά ανέφεραν στο Δικαστήριο τις ενέργειες τους για την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης και την γραπτή κατηγορία που απαγγέλθηκε στον κατηγορούμενο. Ουσιαστικά η μαρτυρία τους παρέμεινε αναντίλεκτη την οποία και δέχομαι στην ολότητα της. Σημειώνω τα εξής: Το περιστατικό φαίνεται να έλαβε χώρα στις 9.5.13, ο κατηγορούμενος την επόμενη μέρα δηλαδή 10.5.13 πήγε στην Αστυνομία και υπέβαλε γραπτώς το παράπονο του αφού προηγουμένως και συγκεκριμένα την ίδια μέρα που έγινε το περιστατικό είχε μεταβεί στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβητού, παραπονέθηκε ότι είχε κτυπηθεί από άλλο πρόσωπο και του δόθηκε έντυπο να πάει στο γιατρό. Ο Μ.Κ.3 δεν πήγε από μόνος του να υποβάλει οποιαδήποτε καταγγελία ή παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου αλλά μόνο μετά που κλήθηκε για ανακριτική κατάθεση από την Μ.Κ.1 ανέφερε ότι έχει και αυτός παράπονο και υπέβαλε καταγγελία. Ερωτώμενος από την συνήγορο υπεράσπισης γι' αυτή την «αργοπορία» να υποβάλει το παράπονο του ανέφερε ότι είχε μεσολαβήσει Σαββατοκυρίακο, δούλευε και την Δευτέρα και την Τρίτη και μόνο βράδυ μπορούσε να πάει να δώσει κατάθεση και έτσι πήγε την μέρα που δούλευε νυχτέρι η Αστυφύλακας που είχε επιληφθεί του παραπόνου. Αρνήθηκε ότι ο λόγος που πήγε την συγκεκριμένη ημέρα για κατάθεση ήταν επειδή κλήθηκε για ανάκριση, πράγμα που διαψεύστηκε από την Μ.Κ.1 και την κατάθεση που έχει καταχωρηθεί ως Τεκμήριο
  2. Αυτές του οι ενέργειες αφήνουν κάποια ερωτηματικά να αιωρούνται σχετικά με την «γνησιότητα» του παραπόνου του. Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι το αυτοκόλλητο το οποίο είχε ζητηθεί να εκτυπωθεί από το τυπογραφείο του Μ.Κ.3 είχε λάθος σε ότι αφορά τον αριθμό τηλεφώνου, κάτι το οποίο παραδέχτηκε και ενόρκως ο Μ.Κ.
  3. Για σκοπούς της παρούσας απόφασης είναι αρκετό να αναφερθώ σε αυτό το παραδεκτό γεγονός και δεν θα ασχοληθώ με το κατά πόσο είχε τύχει έγκρισης από αντιπρόσωπο του κατηγορούμενου προ της εκτύπωσης του το συγκεκριμένο αυτοκόλλητο. Ο Μ.Κ.3 όπως παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο δεν έδωσε την εντύπωση οξύθυμου ανθρώπου που χάνει εύκολα τον έλεγχο του και παραφέρεται, όπως προσπάθησε να τον παρουσιάσει ο κατηγορούμενος. Ούτε και θεωρώ ότι ήταν πρόσωπο που να μπορούσε να «στριμώξει» τον κατηγορούμενο σε κλιμακοστάσιο και να τον απειλήσει ότι θα τον σκοτώσει εκεί που δεν θα τους δει κανένας. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι όταν άρχισε να εξελίσσεται το περιστατικό μεταξύ του και του κατηγορούμενου ο ίδιος δεν αντιλήφθηκε την ύπαρξη του μικρού γιου του κατηγορούμενου και αρνήθηκε ότι ο κατηγορούμενος κρατούσε το παιδί από το χέρι συνεχώς. Θέση του ήταν ότι πρώτη φορά άκουσε για το παιδί του κατηγορούμενου όταν τον έβγαλε έξω από το κατάστημα οπόταν του είπε να πάει να πιάσει το μωρό και να φύγει και όταν ο ίδιος μπήκε πρώτος στο κατάστημα είδε το αγοράκι και ακολούθως μπήκε ο κατηγορούμενος το έπιασε και έφυγε και αυτή του η θέση αφήνει στο μυαλό μου κάποια ερωτηματικά. Σε ότι αφορά την επίθεση, η θέση του Μ.Κ.3 ήταν ότι ο κατηγορούμενος ήταν εξ αρχής προκλητικός, έντονος και με ειρωνική διάθεση, παρά το ότι ο ίδιος του ζήτησε να βγει έξω και του ανέφερε ότι δεν θα τον εξυπηρετήσει, ο κατηγορούμενος επέμενε να τον προσβάλλει οπόταν πέρασε από μπροστά του για να ανοίξει την πόρτα του καταστήματος και να φύγει. Αυτή του η θέση δημιουργεί περαιτέρω εύλογα ερωτηματικά για την ορθότητα της αφού είναι δεδομένο ότι είναι τον κατηγορούμενο που ήθελε να εκδιώξει από το κατάστημα του. Σε καμιά περίπτωση δεν άφησε το ενδεχόμενο ότι ήθελε να φύγει ο ίδιος μάλιστα αφ' ης στιγμής υπήρχαν στο κατάστημα του πελάτες. Εκείνη την στιγμή ως ισχυρίστηκε, ο κατηγορούμενος τον έσπρωξε με το χέρι του στον αριστερό ώμο. Ο ίδιος τον άρπαξε από τον μπράτσο και τον έβγαλε έξω, καθ' όλη τη διάρκεια που τον έβγαζε έξω ο κατηγορούμενος συνέχιζε να τον σπρώχνει στην αριστερή του μεριά. Κατά την αντεξέταση του επέμενε ότι ο κατηγορούμενος ήταν ειρωνικός και επιθετικός και προσβλητικός και ότι τον έσπρωξε στον αριστερό ώμο και συνέχιζε να τον σπρώχνει στον αριστερό του ώμο ενόσω έβγαιναν έξω. Και επέμενε παρά την αντεξέταση του ότι ο ίδιος έπιασε τον κατηγορούμενο με το δεξί του χέρι στο αριστερό του μπράτσο και τον οδήγησε προς τα έξω. Η θέση του αυτή φαίνεται να μην υποστηρίζεται από το Τεκμήριο 8 που είναι το ιατρικό έντυπο που έχει δοθεί στον κατηγορούμενο όταν εξετάστηκε στις 9.5.2013 και το οποίο έχει κατατεθεί και το οποίο αναφέρει για εκδορές στη δεξιά μασχάλη και εκχύμωση στο δεξί πλαγιοοπίσθιο θωρακικό τοίχωμα. Παρακολουθώντας τον Μ.Κ.3 αναφέρω επίσης ότι ουσιαστικά έχει προβεί σε δύο παραδοχές ενώπιον του Δικαστηρίου, η πρώτη παραδοχή ήταν ότι αρνήθηκε να εξυπηρετήσει τον κατηγορούμενο και μάλιστα τον κάλεσε να βγει έξω από το κατάστημα του και να μην τον ξαναενοχλήσει ενώ όπως έχω ήδη πει είναι αναντίλεκτο το γεγονός ότι είχε γίνει λάθος στην εκτύπωση του αυτοκόλλητου και κατά δεύτερο λόγο παραδέχτηκε ότι άρπαξε τον κατηγορούμενο από το μπράτσο, χρησιμοποίησε κάποια βία εναντίον του και μάλιστα τον κρατούσε από το μπράτσο ενώ τον έβγαζε έξω. Ο κατηγορούμενος όπως έχω ήδη πει προσπάθησε να παρουσιάσει τον παραπονούμενο σαν ένα πολύ νευρικό πρόσωπο ο οποίος δεν δίστασε μάλιστα να τον σπρώξε σε κλιμακοστάσιο και να τον απειλήσει ότι θα τον σκοτώσει εκεί που δεν τους βλέπει κανένας. Δεν θεωρώ ότι αυτοί οι χαρακτηρισμοί ανταποκρίνονται στον παραπονούμενο όπως έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο αναφέρω επίσης ότι θεωρώ υπερβολική την θέση του ότι δεν αντέδρασε καθόλου προς τον Μ.Κ.3 και ότι παθητικά περίμενε την εκτόνωση του επεισοδίου επειδή κρατούσε τον γιο του. Δεν μπορώ να καταλήξω σε ασφαλές εύρημα για το που ήταν το παιδί του κατηγορούμενου ενόψει των διαφορετικών εκδοχών κατηγορουμένου και παραπονούμενου σε σχέση με το θέμα αυτό. Επίσης ο κατηγορούμενος στην γραπτή του κατάθεση που έγινε την επόμενη μέρα του περιστατικού προβαίνει σε μια διαφορετική περιγραφή των γεγονότων από ότι στο Δικαστήριο. Συγκεκριμένα ήταν η θέση του ότι ο κατηγορούμενος κτύπησε τα χέρια του με δύναμη πάνω σε ένα πάγκο που ήταν ανάμεσα τους, έτρεξε προς το μέρος του, τον έπιασε και με τα δύο του χέρια από την δεξιά μασχάλη και του έδωσε μια μπουνιά στο δεξί πλευρό. Θέση του ήταν ότι εκείνη την στιγμή κρατούσε με το δεξί του χέρι τον γιο του Στράτο. Στο Δικαστήριο είπε ότι την ώρα που τον άρπαξε ο κατηγορούμενος από το χέρι μεταξύ μασχάλης και μπράτσου άφησε το μωρό από το χέρι του και δέχτηκε την επίθεση του κατηγορούμενου. Κατά την αντεξέταση του είπε ότι άφησε το μωρό από το χέρι του όταν είδε τον κατηγορούμενο να έρχεται πάνω του με μένος, διαφορετική δηλαδή εκδοχή απ' ότι ανέφερε κατά την κυρίως του εξέταση. Είναι σαφές ότι οι κυριότεροι μάρτυρες στην παρούσα υπόθεση, και η δική τους μαρτυρία είναι αυτή που έχει σημασία σε ότι αφορά τα ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν και οι δύο υποπέσει σε αντιφάσεις και η αξιοπιστία και των δύο έχει κλονιστεί σε σημείο που το Δικαστήριο να μην μπορεί να εξάξει ασφαλή συμπεράσματα ως προς το τι ακριβώς διημείφθη την επίδικη ημέρα. Πέραν της πιο πάνω θέσης μου η οποία προδικάζει και το αποτέλεσμα της υπόθεσης επιθυμώ να σημειώσω τα ακόλουθα: Το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι αυτό της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το οποίο αναφέρει τα εξής: «Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly), να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του. Ο όρος «επίθεση» χρησιμοποιείται συχνά με την έννοια ότι περιλαμβάνει "assault" και "battery". Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788, 794). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Στην απόφαση Δήμος Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 αναφέρθηκαν τα εξής: «Το Άρθρο 242 του Νόμου δε συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα - παρανόμως - (unlawfully). Όπως προκύπτει από την Νομολογία, για στοιχειοθέτηση του νοητικού στοιχείου (mens rea) του αδικήματος αρκεί και η αδιαφορία, ήτοι όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στην ενέργεια, επιδεικνύοντας έτσι αδιαφορία για τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του. Το αδίκημα της επίθεσης μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο. Πρέπει όμως να υπάρξει κάποια εχθρική πράξη για να στοιχειοθετηθεί η επίθεση, μια απειλή, ή μια κίνηση που μπορεί να εκληφθεί ως απειλή (βλ. Fagan ν Metropolitan Police Commissioner
(1968)3 All E.R. 442), R. ν. Rolphe
(1953)36 Cr. Αρρ. R.4 Βλέπε επίσης Archbold Pleading and Practice, 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-2. Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Η μεγάλη αδιαφορία που μπορεί να στοιχειοθετήσει εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη νομολογία του κοινοδίκαιου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, πάρα ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974, 982, R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964, 966 και Archbold, 42η έκδοση, παρ. 17-25). Το αδίκημα στοιχειοθετείται παρόλο που ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να εξασκήσει τη βία που επέφερε το τελικό αποτέλεσμα, αν αποδειχθεί ότι αυτός υπήρξε αδιάφορος (reckless) ως προς το κατά πόσο ο παραπονούμενος θα υφίστατο άμεση και παράνομη βία (βλ. Kimber
(1983)77 Cr. Αρρ. R. 225, 228, D.P.P. v. Morgan
(1975)2 All E.R. 347, 363-364). Για το θέμα της αδιαφορίας (recklessness) βλέπε επίσης Archbold, 42η έκδοση, παρ. 20-114 και Russel on Crime, 11η έκδοση, τόμος 1, σελ. 724. Περαιτέρω, δεν είναι απαραίτητο η άδικη επίθεση να είναι άμεση. Στο σύγγραμμα Russel, πιο πάνω, σελ. 729, γίνεται αναφορά στην υπόθεση Scott v. Shepherd
(1773)2W.BI.892 όπου ρίχθηκε από τον εναγόμενο ένα αντικείμενο σε κάποια αγορά το οποίο τινάχθηκε από χέρι σε χέρι από διάφορα άτομα και τελικά κτύπησε τον ενάγοντα βγάζοντας του το μάτι και ο εναγόμενος κρίθηκε υπόλογος για επίθεση και βιαιοπραγία. Το ίδιο κρίθηκε και στην υπόθεση Short v. Lovejoy
(1752)Bull. Ν.P. 16 όπου κάποιος έσπρωξε ένα μεθυσμένο προς άλλο πρόσωπο με αποτέλεσμα το τελευταίο πρόσωπο να τραυματισθεί. Όπως έχω ήδη αναφέρει ο Μ.Κ.3 και παραπονούμενος είχε παραδεχτεί ότι αρνήθηκε να εξυπηρετήσει τον κατηγορούμενο και μάλιστα τον κάλεσε να εξέλθει του καταστήματος του. Παραδέχτηκε δε ότι «άρπαξε» τον κατηγορούμενο από το μπράτσο και τον έβγαζε έξω από το κατάστημα κρατώντας τον από το μπράτσο. Πέραν του ότι όπως έχω αναφέρει και προηγουμένως η ποιότητα της μαρτυρίας του συνεπεία της αξιολόγησης δεν είναι τέτοια που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να εξάξει ασφαλή συμπεράσματα ως προς τις συνθήκες που πραγματικά οδήγησαν στο επεισόδιο μεταξύ κατηγορουμένου και παραπονούμενου, υπάρχει επίσης αμφιβολία στο μυαλό μου κατά πόσον έχει στοιχειοθετηθεί το συστατικό της παράνομης επίθεσης στην παρούσα υπόθεση. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ..................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.