Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ανδρέας Βωνιάτης, Αρ. Υπόθεσης: 22318/13, 28/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22318/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Ανδρέας Βωνιάτης Κατηγορουμένου ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 28 Απριλίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Χ' Κωνσταντή Για τον Κατηγορούμενο: κα M. Δαμιανού Κατηγορούμενος παρών. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 166/87 και ειδικότερα του αποδίδεται ότι την 9ην Μαΐου 2013, στη Λευκωσία, παράνομα επιτεθεί κατά του Μάριου Αντωνίου από τη Λευκωσία. Ο κατηγορούμενος δεν παραδέχθηκε ενοχή, διεξήχθη ακροαματική διαδικασία όπου εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής δόθηκε μαρτυρία από τους Γ/Αστ. 1143 Μ. Λοΐζου, Αστ. 2263 Κ. Χ' Τζιωρτζή και τον παραπονούμενο Μάριο Αντωνίου. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή το Δικαστήριο κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία αφού του εξήγησε τα δικαιώματα του, ο κατηγορούμενος έδωσε ένορκη μαρτυρία δεν κάλεσε κανένα άλλο μάρτυρα προς υπεράσπιση του. Αμφότεροι οι συνήγοροι στην τελική τους αγόρευση υποστήριξαν, κάθε μια, την δική της εκδοχή. Η Μ.Κ.1 Γ/Αστ. 1143 Μ. Λοΐζου στις 14.5.13 στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβητού κατέγραψε την ανακριτική κατάθεση του Μάριου Αντωνίου αφού προηγουμένως τον πληροφόρησε ότι είχε καταγγελία από τον κατηγορούμενο Αντρέα Βωνιάτη ότι δέχτηκε επίθεση από αυτόν. Η ίδια εξέταζε το παράπονο του κατηγορούμενου εναντίον του παραπονούμενου Μάριου Αντωνίου για επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη και ήταν στα πλαίσια αυτής της καταγγελίας που κάλεσε τον παραπονούμενο να δώσει κατάθεση η οποία ήταν ανακριτική, όχι με την μορφή ερωτοαπαντήσεων αλλά κατά τρόπο αφηγηματικό. Ο Μάριος Αντωνίου είπε στα πλαίσια της ανακριτικής του κατάθεσης ότι δέχτηκε σπρώξιμο από τον κατηγορούμενο χωρίς προηγουμένως ο ίδιος να τον κτυπήσει ή να τον υβρίσει, υπέβαλε καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου για το σπρώξιμο και όταν ρωτήθηκε από την Μ.Κ.1 αν επιθυμούσε να πάει σε γιατρό να εξεταστεί για να του χορηγήσει σχετικό έντυπο, η απάντηση του ήταν αρνητική. Ως Μ.Κ.2 κλήθηκε ο Αστ. 2363 Κ. Χ' Τζιωρτζής ο οποίος στις 17.5.13 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της κοινής επίθεσης εναντίον του Μάριου Αντωνίου. Αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο ο κατηγορούμενος απάντησε «Δεν παραδέχομαι, εκ του πονηρού ο Μάριος Αντωνίου έκανε αυτή την καταγγελία εναντίον μου μετά που τον κατάγγειλα». Όπως είπε ο Μ.Κ.2, η μοναδική του ενέργεια στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης ήταν η απαγγελία της γραπτής κατηγορίας εναντίον του κατηγορούμενου και ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον παραπονούμενο. Ο Μ.Κ.3 ήταν ο παραπονούμενος Μάριος Αντωνίου. Είναι ο ιδιοκτήτης του «Κέντρου Φωτοτυπίας Αντωνίου» που βρίσκεται στη λεωφόρο Καλλιπόλεως. Αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης ημερ. 14.5.13 και αναγνώρισε στο Δικαστήριο τον κατηγορούμενο ως το πρόσωπο που τον έσπρωξε την επίδικη μέρα αναφέροντας ότι πριν από την μέρα του επεισοδίου δεν τον είχε δει ποτέ. Θέση του ήταν ότι στις 9.5.13 ο κατηγορούμενος μπήκε στο τυπογραφείο του και τον εξυπηρετούσε μία υπάλληλος του, όταν τον άκουσε να φωνάζει δυνατά «κάνατε λάθος». Η υπάλληλος πήγε στον ίδιο και του ανέφερε το πρόβλημα του κατηγορούμενου με αποτέλεσμα ο ίδιος να πάει κοντά του και να τον ρωτήσει τι συμβαίνει για να του απαντήσει ο κατηγορούμενος πάρα πολύ δυνατά: «Εκάμετε λάθος». Ο κατηγορούμενος κρατούσε κάποιες αυτοκόλλητες ετικέτες τις οποίες του υπέδειξε αναφέροντας του ότι τύπωσαν λάθος τον αριθμό τηλεφώνου που αναγραφόταν σε αυτές. Ο ίδιος του εξήγησε ότι το δείγμα που ετοίμασαν το είχε πρώτα δείξει στην κυρία που έκαμε την παραγγελία και αφού η κυρία συμφώνησε με αυτό προχώρησαν στην εκτύπωση. Είπε μάλιστα στον κατηγορούμενο ότι θα έπαιρνε τηλέφωνο την κοπέλα που το δακτυλογράφησε προς επιβεβαίωση των λεγομένων του. Ο κατηγορούμενος με ειρωνικό τρόπο του είπε: «Για δέκα ευρώ θα πάρεις τηλέφωνο;» Αφού επιβεβαίωσε με την κοπέλα της δακτυλογράφησης όλα τα πιο πάνω, τα ανέφερε ξανά στον κατηγορούμενο. Ο κατηγορούμενος συνέχιζε να του λέει με ειρωνικό τρόπο: «Κάμνεις έτσι για €10;» Ο ίδιος τότε του είπε ότι δεν θέλει να τον εξυπηρετήσει και τον κάλεσε να βγει έξω από το τυπογραφείο και συνέχισε την δουλειά του να εξυπηρετήσει άλλο πελάτη. Ο κατηγορούμενος πήγε κοντά του και του είπε: «Δεν θα βγω έξω και θα μου κάμεις την δουλειά μου χωρίς να πληρώσω». Θέση του ήταν ότι εξακολουθούσε να φωνάζει δυνατά. Ο ίδιος πήγε ξανά κοντά του τον ξανακάλεσε να βγει έξω αναφέροντας του ότι δεν θα τον εξυπηρετήσει και ότι τον προσβάλλει με τον τρόπο που μιλά. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε λέγοντας του: «Γιατί εν να με δέρεις;» Ο ίδιος πέρασε από μπροστά του να πάει στην είσοδο του καταστήματος για να την ανοίξει για να φύγει. Την ώρα που πέρασε από μπροστά του ο κατηγορούμενος τον έσπρωξε με το χέρι του στον αριστερό ώμο. Ο ίδιος τότε τον άρπαξε από το μπράτσο και τον έβγαλε έξω. Όταν έβγαιναν έξω ο κατηγορούμενος του είπε ότι έχει μαζί του το μωρό του, κάτι το οποίο ο ίδιος δεν είχε αντιληφθεί. Την ώρα που τον έβγαζε έξω, ο κατηγορούμενος συνέχιζε να τον σπρώχνει στην αριστερή του μεριά. Ο ίδιος του είπε να μην ξαναμπεί μέσα στο τυπογραφείο του και όταν ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι είναι το μωρό του μέσα του είπε να πιάσει το μωρό του και να φύγει. Ο ίδιος μπήκε μέσα και είδε ένα αγοράκι και ακολούθως ο κατηγορούμενος μπήκε και αυτός μέσα, και το πήρε. Θέση του ήταν ότι ο ίδιος ούτε κτύπησε τον κατηγορούμενο, ούτε τον ύβρισε αντίθετα ήταν αυτός που τον έσπρωξε και γι' αυτό θέλει να τον καταγγείλει. Επέμενε ότι ο κατηγορούμενος συνεχώς τον έσπρωχνε με το δεξί του χέρι στον αριστερό του ώμο και ότι ο ίδιος τον έπιασε από το μπράτσο για να τον βγάλει έξω μόνο μετά που ο κατηγορούμενος είχε συμπεριφερθεί εναντίον του με αυτόν τον τρόπο. Κατά την αντεξέταση του συμφώνησε ότι υπάρχει λάθος στο αυτοκόλλητο που του δόθηκε για να εκτυπώσει αλλά επέμενε ότι πριν να προχωρήσει στην εκτύπωση επιβεβαίωσε την παραγγελία με την κυρία που την είχε υποβάλει. Επέμενε ότι ο κατηγορούμενος μιλούσε δυνατά από την πρώτη στιγμή που μπήκε στο κατάστημα και ήταν ερειστικός. Ρωτήθηκε κατά πόσον υπήρχε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης στο κατάστημα, απάντησε καταφατικά αλλά ότι ήταν χαλασμένο γι' αυτό και δεν έδωσε τις κασέτες στην Αστυνομία και αρνήθηκε την υποβολή ότι είναι ψέματα που λέει που να μην φανεί η αλήθεια αναφέροντας ότι το σύστημα είχε χαλάσει από τέσσερεις μέρες προηγούμενος. Ανέφερε ότι τον ενόχλησε η συμπεριφορά του κατηγορούμενου, ειδικά το ότι φώναζε και δεν σεβάστηκε το γεγονός ότι υπήρχαν πελάτες στο κατάστημα γι' αυτό και του είπε να βγει έξω και ότι δεν ήθελε να τον εξυπηρετήσει αλλά αρνήθηκε ότι ο ίδιος υπήρξε επιθετικός ή υβριστικός προς τον κατηγορούμενο. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι παρών στο επεισόδιο ήταν και ο τετράχρονος γιος του κατηγορούμενου επιμένοντας ότι ο ίδιος δεν είχε δει καθόλου το παιδί και ότι είναι ότι ο κατηγορούμενος που του είπε ότι είχε το παιδί του μαζί και τότε ο ίδιος του είπε να ξαναμπεί στο κατάστημα για να το πάρει. Επέμενε ότι το κτύπημα που δέχτηκε ήταν με το δεξί χέρι του κατηγορούμενου στον αριστερό του ώμο και ότι ο κατηγορούμενος συνέχιζε να τον σπρώχνει καθ' όλο το χρονικό διάστημα που έβγαιναν έξω. Ο ίδιος, μετά που κατηγορούμενος τον έσπρωχνε, τον έπιασε με το δεξί του χέρι ψηλά στο μπράτσο και τον οδήγησε στην έξοδο ενώ ο κατηγορούμενος συνέχιζε να τον σπρώχνει με το άλλο του χέρι. Όπως εξήγησε, ο ίδιος τον κρατούσε από το αριστερό του μπράτσο με το δεξί του χέρι ενώ ο κατηγορούμενος τον έσπρωχνε με το δεξί του χέρι. Του υπεβλήθη ότι ο γιατρός που εξέτασε τον κατηγορούμενο ανέφερε εκχύμωση και εκδορά στο δεξί μπράτσο του κατηγορούμενου και απάντησε ότι αυτά τα τραύματα δεν έγιναν από τον ίδιο, δεν μπορούσε να τον πιάσει από το δεξί χέρι αφού ήταν με αυτό που τον έσπρωχνε ο κατηγορούμενος. Αρνήθηκε ότι έβαλε τον κατηγορούμενο στο χώρο κλιμακοστασίου λέγοντας του ότι θα τον καθαρίσει εκεί και ότι μια υπάλληλος του, η Μαρία, έτρεξε να τον σταματήσει, αναφέροντας ότι ουδέποτε έγινε κάτι τέτοιο. Αρνήθηκε ξανά ότι το παιδί του κατηγορούμενου ήταν παρών και είδε τον ξυλοδαρμό του από τον ίδιο και χρειάστηκε να πάει σε παιδοψυχολόγο και επέμενε ότι ουδέποτε ήταν το παιδί εκεί. Ήταν επίσης σταθερή η θέση του, ότι ο κατηγορούμενος ξαναμπήκε στο κατάστημα για να πάρει το παιδί του και αρνήθηκε ότι είναι μία υπάλληλος του που το έφερε το παιδί έξω. Επέμενε χωρίς μεταβολή της θέσης του ότι ο κατηγορούμενος τον κτυπούσε στον αριστερό ώμο με το δεξί του χέρι και ότι σε καμία περίπτωση ο ίδιος δεν τον άρπαξε από το δεξί μπράτσο αλλά από το αριστερό. Σε ότι αφορά το γεγονός ότι υπέβαλε καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου εκ του πονηρού και μόνο μετά που κλήθηκε για ανακριτική κατάθεση, ανέφερε ότι δοκίμασε προηγουμένως να υποβάλει καταγγελία αλλά μεσολάβησε Σαββατοκυρίακο και τον παρέπεμψαν στην Αστυνομικό που ήταν καθήκον. Ο κατηγορούμενος δίδοντας ένορκη μαρτυρία υιοθέτησε την κατάθεση του ημερ. 10.5.13 και ανέφερε ότι συνεπεία της επίθεσης που δέχτηκε από τον παραπονούμενο του χορηγήθηκε ιατρικό έντυπο, τον εξέτασε γιατρός στο ΤΑΕΠ με ευρήματα «εκδορά στη μασχάλη 7cm, εκχύμωση στο δεξί πλαγιοοπίσθιο θωρακικό τοίχωμα 5 x 7 cm». Είπε επίσης ότι το παιδί του που ήταν μπροστά στο επεισόδιο έπαθε σοβαρά ψυχολογικά τραύματα, έκλαιγε υπερβολικά, δεν ηρεμούσε το βράδυ γι' αυτό και χρειάστηκε να πάει σε παιδοψυχολόγο ο οποίος και τον αξιολόγησε. Αρνήθηκε ότι ο ίδιος ήταν ερειστικός όταν πήγε να παραπονεθεί για το λάθος που έγινε στα αυτοκόλλητα, είπε ότι επειδή ακριβώς κρατούσε μαζί του τον γιο του ήταν ιδιαίτερα έντονη η προσπάθεια του να κρατήσει τους τόνους χαμηλούς και είπε επίσης ότι όταν η υπάλληλος του παραπονούμενου προσέγγισε τον παραπονούμενο για να του αναφέρει το παράπονο του για τα αυτοκόλλητα, ο κατηγορούμενος της μίλησε απότομα και νευρικά και ότι όταν ο ίδιος τον προσέγγισε ήταν φανερό ότι δεν είχε καμία διάθεση να τον βοηθήσει και μάλιστα εισέπραξε ως προσβολή την δική του αναφορά για τα €10 και αμέσως εκδήλωσε μανία, κτύπησε τα χέρια του στον πάγκο που βρισκόταν ανάμεσα τους, έτρεξε γύρω, τον άρπαξε από το χέρι μεταξύ μασχάλης και μπράτσου οπότε και αναγκάστηκε να αφήσει το μωρό από το χέρι του. Ήταν η θέση του ότι ο κατηγορούμενος τον άρπαξε από το δεξί μπράτσο, σε αυτό που εντοπίστηκαν οι εκδορές, και τον τραβούσε να βγει έξω από το μαγαζί ενώ ο ίδιος έμεινε σε στάση άμυνας προσπαθώντας να τον ηρεμίσει. Το μωρό το έφερε μια κοπέλα έξω όταν είχε λήξει το επεισόδιο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι όταν ο παραπονούμενος τον τράβηξε έξω από το κατάστημα τον πήρε κοντά σε ένα κλιμακοστάσιο και τον απείλησε ότι θα τον σκοτώσει εκεί μέσα και μια υπάλληλος του τον προσέγγισε και του είπε: «Μάριε, σταμάτα τι κάμνεις». Κατά την αντεξέταση του αρνήθηκε τις υποβολές ότι όλα όσα ανέφερε δεν ισχύουν και είναι ψέματα, του υπεβλήθη ότι αν όντως ήταν μαζί του το τετράχρονο παιδί του τότε δεν θα το άφηνε από τα χέρια του σε καμία περίπτωση για να απαντήσει ότι άφησε το χέρι του μωρού μόνο όταν είδε τον κατηγορούμενο να έρχεται κατά πάνω τους με μένος για να το προφυλάξει από τον κατηγορούμενο και αρνήθηκε ότι βγήκε έξω εγκαταλείποντας το μωρό του αναφέροντας ότι είναι ο παραπονούμενος που τον τράβηξε έξω από το κατάστημα και ο ίδιος έμεινε σε στάση άμυνας. Επέμενε ότι τόσο τα δικά του τραύματα όσο και το ψυχολογικό σοκ του παιδιού του ήταν αποτέλεσμα των πράξεων του κατηγορούμενου και αρνήθηκε ότι ο ίδιος ήταν καθ' οιονδήποτε χρονικό διάστημα ερειστικός και ή επιθετικός. Αξιολόγηση Μαρτυρίας: Η Νομολογία έχει καθορίσει διάφορες παραμέτρους σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.09. Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενα του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Λαμβάνονται επίσης υπόψη, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων στα όσα αναφέρει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο. Η ειλικρίνεια ενός μάρτυρα κρίνεται από τη θετικότητα, την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό του. σχετικές είναι οι αποφάσεις C & Α Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.