Γιώργος Χατζηθωμά κ.α. ν. Ιωάννης Ταπεινός, Αρ. Υποθέσεως: 27104/2011, 30/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: N. Οικονόμου, Ε.Δ. Αρ. Υποθέσεως: 27104/2011
- Γιώργος Χατζηθωμά
- Νίκη Γεωργίου
- Δώρα Χατζηθωμα
- Λούης Πατσαλίδης
- Γιάννα Πατσαλίδου. ν. Ιωάννης Ταπεινός Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 30/04/15 Εμφανίσεις: Για Κατηγόρους: κος Ζωμένης Για Κατηγορούμενο: κος Μίτσιγγας Κατηγορούμενος: Παρών ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Ο Κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει κατηγορίες που αφορούν σε παραβάσεις του Περί Ρυθμίσεων Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ.
- Σημειώνεται από τώρα ότι, οι κατηγορίες 2 και 3, ως τούτες εμφαίνονται επί του εντύπου που περιλαμβάνεται το κατηγορητήριο, μετά από άδεια του Δικαστηρίου, αποσύρθηκαν και ο Κατηγορούμενος αθωώθηκε αναφορικά με αυτές. Παραμένει συνεπώς προς εξέταση κατά πόσο έχουν αποδειχθεί η 1η Κατηγορία και η τροποποιηθείσα στις 12/11/14, 4η Κατηγορία. Ειδικότερα ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ως ακολούθως: 1η Κατηγορία: «Ανέγερση οικοδομής και/ ή ανοικοδόμηση οικοδομής χωρίς άδεια από την Αρμόδια Αρχή, ληφθείσα προηγουμένως, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 20 του Περί Ρυθμίσεων Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, ως έχει τροποποιηθεί». Δυνάμει των λεπτομερειών του αδικήματος, ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι, «σε άγνωστο προς την κατηγορούσα αρχή χρόνο και μετά τον Νοέμβριο του 2009, στο Καϊμακλί της Επαρχίας Λευκωσίας προέβηκε και/ή προβαίνει στην ανέγερση οικοδομής και/ή προέβηκε και προβαίνει σε οικοδομικές εργασίες επί του ακινήτου με Φ/Σ 21/40W2, Τμήμα 6, Τεμάχιο 110, στη Λευκωσία, επί της οδού Κορομία αρ. 16, στο Καϊμακλί, εντός των ορίων του Δήμου Λευκωσίας, χωρίς να ληφθεί προηγουμένως σχετική άδεια από την αρμόδια αρχή». 4η Κατηγορία: «Χρησιμοποιεί οικοδομή χωρίς την προηγουμένως έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης της εργασίας κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 10 και 20 του Περί Ρυθμίσεων Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96, ως έχει τροποποιηθεί». Ως οι λεπτομέρειες αδικήματος περιγράφουν, «ο κατηγορούμενος, στον ίδιο τόπο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, χρησιμοποιεί την αναφερόμενη στην πρώτη κατηγορία οικοδομή, χωρίς την προηγουμένως έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης της εργασίας». Β. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ: Προς απόδειξη της υπόθεσης τους οι Κατήγοροι, παρουσίασαν ένα μάρτυρα, τον Λούη Πατσαλίδη (ΜΚ1). Ο Κατηγορούμενος (ΜΥ1), κληθείς σε απολογία έδωσε ένορκη κατάθεση στο Δικαστήριο και αντεξετάσθη. Κάλεσε δε ένα ακόμη μάρτυρα τον Παναγιώτη (Πανίκο) Παναγίδη (ΜΥ2), πολεοδόμο των τεχνικών υπηρεσιών του Δήμου Λευκωσίας. Κατά τη διαδικασία, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προέβησαν σε παραδεκτά γεγονότα («Έγγραφο Β») τα οποία και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και τα οποία κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια: Παραδεκτά Γεγονότα
- «Ο κατηγορούμενος ανήγειρε οικοδομή στο ακίνητο που αναφέρεται στο κατηγορητήριο.
- Η ανέγερση άρχισε το έτος 2006 και ολοκληρώθηκε το έτος 2008
- Για την ανέγερση της οικοδομής είχε ληφθεί από την Αρμόδια Αρχή στις 15/11/2006 η Άδεια Οικοδομής αρ. 5488 με ισχύ μέχρι 21/10/2007
- Η άδεια οικοδομής έληξε στις 21/10/2007 και δεν ανανεώθηκε
- Η άδεια οικοδομής ακυρώθηκε στις 18/11/2009 με απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Προσφυγή αρ. 568/2008
- Στις 3/5/2012 υποβλήθηκε αίτηση στην Αρμόδια Αρχή για την έκδοση Πιστοποιητικού Τελικής Έγκρισης (Τεκ. 10)
- Στις 8/8/2012 η Αρμόδια Αρχή απέρριψε (διέγραψε) την αίτηση για την έκδοση Πιστοποιητικού Τελικής Έγκρισης λόγω της ακύρωσης της άδειας οικοδομής (Τεκ. 11)
- Ο κατηγορούμενος κατέχει και χρησιμοποιεί την οικοδομή μέχρι σήμερα» Κατατέθηκαν επίσης εκ συμφώνου τα Τεκμήρια 10, 11, 12 και 13 Μαρτυρία: Ως αναφέρεται και πιο πάνω, μοναδικός μάρτυρας της πλευράς των Κατηγόρων, υπήρξε ο Κατήγορος υπ' αριθμό 3, Λούης Πατσαλίδης (ΜΚ1). Παραθέτω κατωτέρω σε σύνοψη τα όσα ενόρκως ανέφερε στο Δικαστήριο χωρίς τούτο να σημαίνει ότι παραγνωρίζεται παν ό,τι άλλο ανεφέρθη κατά τη μαρτυρία του. Ο ΜΚ1, υιοθετώντας την Γραπτή του Δήλωση («Έγγραφο Α»), ανέφερε στο Δικαστήριο ότι, είναι ένας εκ των πέντε συνιδιοκτητών του αναφερόμενου στο κατηγορητήριο ακινήτου και ότι είναι εξουσιοδοτημένος και από τους λοιπούς παραπονούμενους / συνιδιοκτήτες του ακινήτου να προβεί στην δήλωση αυτή. Αναφέρει ότι, περί τον Οκτώβριο του 2005, προσέγγισε την Όλγα Χατζηθωμά, ιδιοκτήτρια τότε κατά 1/3 του ακινήτου κάποιος αρχιτέκτονας, απεσταλμένος του Κατηγορουμένου και της ανέφερε ότι επιθυμούσε να υπογράψει κάποια έγγραφα για κάτι σχετικό που ήθελε ο Κατηγορούμενος να πράξει στο μερίδιο του και το οποίο δεν επηρέαζε την ίδια. Η Όλγα Χατζηθωμά, υπέγραψε το έγγραφο χωρίς να διαβάσει αυτό εμπιστευόμενη τον αρχιτέκτονα και τον Κατηγορούμενο. Μαζί με τη Δώρα Χατζηθωμά, υποψιάστηκαν ότι αυτό που υπέγραψε η Όλγα Χατζηθωμά, επηρέαζε σημαντικά τα δικαιώματα της επί του μεριδίου της και τη ρώτησε αν θυμόταν περαιτέρω λεπτομέρειες. Η Όλγα Χατζηθωμά τους ανέφερε ότι, το έγγραφο ανέγραφε τη φράση «ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΟΙΚΟΔΟΜΉΣ». Η Δώρα Χατζηθωμά μετέβη στις αρμόδιες υπηρεσίες του Δήμου Λευκωσίας και έλαβε αντίγραφο της Αίτησης για Άδεια Οικοδομής (Τεκ. 1) και η οποία είχε αριθμό Α598/
- Ενώ εκκρεμούσε η εξέταση της αίτησης για άδεια οικοδομής, οι δύο τότε συνιδιοκτήτριες του υπό αναφορά ακινήτου, Όλγα Μιχαήλ Χατζηθωμά και Κυπρούλα Βρυώνη με επιστολή τους ημερομηνίας 11/05/2006 (Τεκ. 2), προς τον Δήμο Λευκωσίας απέσυραν τις υπογραφές τους και τη συγκατάθεση τους για την έκδοση της άδειας οικοδομής. Σημειώνεται εδώ ότι το Τεκ. 1 που κατέθεσε ο μάρτυς, φέρει ημερομηνία 21/10/2005 και σε αυτό αναγράφεται ότι προτεινόμενη ανάπτυξη είναι «βιομηχανική οικοδομή», ενός ορόφου με περιτοιχισμένο χώρο 446τ.μ. στο τεμάχιο που αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Περί την 26/06/2006, η Όλγα Μιχαήλ Χατζηθωμά μεταβίβασε το 1/3 μερίδιο της στο ακίνητο στα τέσσερα παιδία της Γιώργο, Νίκη, Μαρία και Δώρα και στις 24/03/2008 η Μαρία μεταβίβασε το δικό της μερίδιο στα παιδιά της Λούη και Γιάννα και η Δώρα στην κόρη της Όλγα και συνεπώς το ακίνητο σήμερα ανήκει στους Γιώργο Χατζηθωμά, μερίδιο 1/12, ημερομηνία εγγραφής 26/06/2006 (Τεκμ. 7), Νίκη Γεωργίου, μερίδιο 1/12 ημερομηνία εγγραφής 26/06/2006 (Τεκμ. 5), Λούη Πατσαλιδη, μερίδιο 1/24, ημερομηνία εγγραφής 24/03/2008 (Τεκμ. 3), Γιάννα Πατσαλίδου, μερίδιο 1/24, ημερομηνία εγγραφής 24/03/2008 (Τεκμ. 4), Όλγα Κωστοπούλου, μερίδιο 1/12, ημερομηνία εγγραφής 14/07/2009 (Τεκ. 6), στην Κυπρούλα Βρυώνη και στον Κατηγορούμενο. Όταν μετέβη στο ακίνητο στις 26/03/2008, είδε ότι διεξάγονταν εργασίες από τον Κατηγορούμενο για ανέγερση οικοδομής. Έλαβε συμβουλή σχετικά από τους δικηγόρους του και μετά από διάφορες ενέργειες διαπίστωσε ότι, είχε εκδοθεί άδεια οικοδομής από το Δήμο Λευκωσίας ημερομηνίας 15/11/2006, δια της οποίας παραχωρείτο στον Κατηγορούμενο άδεια για εκτέλεση οικοδομικών εργασιών επί του ακινήτου, με ισχύ μέχρι 21/10/2007 (Τεκμ. 8). Την 10/04/2008 καταχωρήθηκε η προσφυγή με αριθμό 568/2008 εναντίον του Δήμου Λευκωσίας κατά της απόφασης του για έκδοση αδείας οικοδομής επί του ακινήτου. Με απόφαση του ημερομηνίας 18/11/2009 το Ανώτατο Δικαστήριο, ακύρωσε την επίδικη απόφαση του Δήμου Λευκωσίας. Ο μάρτυρας, κατά την αντεξέταση του από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου, μεταξύ άλλων συμφώνησε με τον συνήγορο του κατηγορουμένου ότι το ακίνητο τουλάχιστον από το 1980, ήταν χωρισμένο με «τέλια» και ο καθένας εκ των τριών ιδιοκτητών, είχε το χώρο του, το μερίδιο του που χρησιμοποιούσε. Στην υποβολή ότι ο κατηγορούμενος είχε στο μερίδιο του εργαστήριο από το 1978 στο οποίο διεξήγαγε εργασίες μεταλλοκατασκευών ο μάρτυρας απάντησε ότι ήταν κάτι σαν παλιό σπίτι και δούλευε μέσα κατασκευάζοντας παιχνίδια του 'Luna Park'. Σε ερωτήσεις που τέθηκαν αναφορικά με λωρίδα της συνιδιοκτήτριας Κυπρούλας Βρυώνη, ο μάρτυρας ανέφερε ότι υπάρχει μια σιδηροκατασκευή που έχει μέσα αλουμίνια και η οποία υπήρχε τουλάχιστον από το 2006 όταν ο ίδιος έγινε συνιδιοκτήτης. Δεν γνωρίζει αν έχει άδεια οικοδομής και τις κατάλληλες άδειες εκείνο το κτήριο. Στην ερώτηση γιατί για εκείνο το κτήριο δεν άσκησε ποινική δίωξη απάντησε ότι «Δεν ήμουν ιδιοκτήτης για να ασχοληθώ τότε. Ήταν της γιαγιάς». Κατά την άποψη του εκείνο το «κτήριο» δεν επηρεάζει γιατί είναι «στη γωνιά». Συμφώνησε ότι, το ακίνητο βρίσκεται σε βιομηχανική ζώνη και ότι γύρω από το σπίτι της γιαγιάς του υπάρχουν εργοστάσια. Σε σχετική ερώτηση που του υπεβλήθη απάντησε ότι δεν γνωρίζει αν η οικοδομή του κατηγορουμένου εκτίσθη σύμφωνα με τα πολεοδομικά σχέδια ενώ στην υποβολή ότι η Κυπρούλα Βρυώνη δεν έχει ένσταση και για αυτό δεν είναι στο Δικαστήριο απάντησε ότι δεν ήταν άμεσα ενδιαφερόμενη. Στην υποβολή ότι η παρούσα ποινική διαδικασία ηγέρθη για να ασκηθεί πίεση στον Κατηγορούμενο να αγοράσει και τα μερίδια της οικογένειας του στο ακίνητο, ο μάρτυρας απάντησε ότι «Έγινε μια πρόταση και δεν την αποδέχτηκε κανένας». Στην ερώτηση αν η πρόταση έγινε από μέρους του ιδίου, ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά. Υπεβλήθη στη συνέχεια στο μάρτυρα ότι, την πρόταση για εξαγορά του 1/3 του μεριδίου του ακινήτου που ανήκε στην οικογένεια του, δηλαδή τους απογόνους της Όλγας Χατζηθωμά, υπέβαλε στον κατηγορούμενο ο παραπονούμενος Γιώργος Χατζηθωμά, ο μάρτυρας απάντησε ότι «Δεν έκαμε καμιά πρόταση, ήταν μια εκτίμηση του συγκεκριμένου χώρου, τίποτε άλλο». Στην υποβολή ότι ο λόγος που έκανε την εκτίμηση ήταν για να υποβάλει πρόταση στον κατηγορούμενο για να αγοράσει το ακίνητο, ο μάρτυρας απάντησε «Διαφωνώ, είναι θεωρητική η ερώτηση. Διαφωνώ». Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι η παρούσα διαδικασία προωθείται για δύο λόγους. Ο 1ος είναι διότι η οικοδομή ανεγέρθη στο σύνορο που χρησιμοποιούσε η γιαγιά του και ο 2ος είναι διότι εφόσον είναι συνιδιοκτήτης του ακινήτου σημαίνει ότι είναι και αυτός ένοχος για κάτι που δεν έχει άδεια.» δεν υπάρχει άδεια. ΜΥ1: Ο Κατηγορούμενος κληθείς σε απολογία, απεφάσισε να δώσει μαρτυρία ενόρκως στο Δικαστήριο και ετοίμασε προς τούτο δήλωση, (Τεκμ. Β) την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σε αυτή αναφέρει μεταξύ άλλων ότι, είναι πρόσφυγας και ότι μετά την τουρκική εισβολή ενοικίασε από την Κούλα Παπαναστασίου, εξ αδιαιρέτου εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του 1/3 μεριδίου του επίδικου ακινήτου, ένα σπίτι το οποίο βρισκόταν εντός του υπό αναφορά ακινήτου. Από τότε, ανέφερε ο Κατηγορούμενος, το επίδικο ακίνητο ήταν χωρισμένο με 'τέλι' σε 3 ίσα μέρη, 3 λωρίδες. Σε κάθε λωρίδα υπήρχε κτισμένη μια μικρή οικία, που κτίστηκε κατά τη δεκαετία του
- Τις άλλες δύο λωρίδες κατείχαν οι Όλγα Χατζηθωμά και η Κυπρούλα Βρυώνη αντίστοιχα ενώ ιδιοκτήτριες ήταν κατά 1/3 μερίδιο οι Όλγα Χατζηθωμά και Κούλα Παπαναστασίου ενώ κατά 1/6 μερίδιο ιδιοκτήτριες ήταν τότε η Κυπρούλα Βρυώνη και η Ανθούλα Νικολάου. Το 1978, επειδή η ζώνη ενέπιπτε βιομηχανική ζώνη, άρχισε να λειτουργεί εντός του σπιτιού που ήδη διέμενε με την οικογένεια του, εργαστήρι μεταλλικών κατασκευών. Σήμερα εργάζονται στο εργαστήριο πέραν από τον ίδιο και οι τρεις γιοι του. Το 2002, αγόρασε το 1/3 μερίδιο του ακινήτου από την Κούλα Παπαναστασίου και επέκτεινε το εργαστήριο του δημιουργώντας περαιτέρω χώρο 200 τμ. Το 2003, αποφάσισε να επεκτείνει το εργαστήριο του εντός της λωρίδα του ακινήτου που κατείχε και προς το σκοπό τούτο και αφού ενημέρωσε τις τότε ιδιοκτήτριες εξασφάλισε τη συγκατάθεση τους, αποτάθηκε σε αρχιτέκτονα και ετοιμάστηκαν τα σχέδια ως επίσης και η αίτηση για πολεοδομική άδεια. Τα σχέδια και την αίτηση τα έδειξε στις συνιδιοκτήτριες του και τους εξήγησε με λεπτομέρεια που θα ανεγείρετο η οικοδομή επί του ακινήτου και το μέγεθος της ήτοι 450τ.μ. Αναφέρει ότι, με την Όλγα Χατζηθωμά όπως και με την Κυπρούλα Βρυώνη διατηρούσε πάντα καλές σχέσεις και είχαν τακτική επαφή καθότι ήταν γείτονες. Οι συνιδιοκτήτριες αποδεχόμενες αυτά υπέγραψαν συνακόλουθα την αίτηση για εξασφάλιση πολεοδομικής άδειας. Στις 22/10/2004, εξασφαλίστηκε η πολεοδομική άδεια στο όνομα και των τριών συνιδιοκτητών (Τεκμ. 13). Ο αρχιτέκτονας ετοίμασε έπειτα την αίτηση για άδεια οικοδομής στην οποία τα σχέδια που επισυνάφτηκαν ήταν τα ίδια με αυτά της πολεοδομικής άδειας. Όταν ο τελευταίος τον επισκέφτηκε για να υπογράψει την άδεια οικοδομής απουσίαζε και ο αρχιτέκτονας μαζί με τον γιο του επισκέφτηκαν την Όλγα Χατζηθωμά της παρουσίασαν την αίτηση, της εξήγησαν σε τι αφορά και της ζήτησαν να υπογράψει. Η Όλγα Χατζηθωμά υπέγραψε χωρίς κανένα ενδοιασμό. Περί τον Νοέμβριο του 2005 υπεβλήθη η αίτηση για άδεια οικοδομής η οποία και εκδόθηκε στις 15/11/
- Αμέσως άρχισε να κατασκευάζει το εργαστήριο σύμφωνα με τους όρους και τα σχέδια της πολεοδομικής άδειας και της άδειας οικοδομής. «Το εργαστήριο το ολοκλήρωσε κατά τον Οκτώβριο του 2008» και πληροί πλήρως τους όρους των αδειών. Αμέσως μετά την υποβολή της αίτησης για άδεια οικοδομή επικοινώνησε μαζί του η Δώρα Χατζηθωμά και του ανέφερε ότι η Όλγα Χατζηθωμά, δεν συναινεί πλέον να ανεγείρει επί της λωρίδας που κατείχε νέο εργαστήριο και ότι απέστειλε επιστολή στο Δήμο με την οποία απέσυρε την συγκατάθεση της. Η άδεια οικοδομής έληξε στις 21/10/2007, πριν ολοκληρώσει το εργαστήριο αλλά αφού είχε ήδη ολοκληρώσει το μεγαλύτερο μέρος του προχώρησε με την ολοκλήρωση του σύμφωνα με τα πολεοδομικά σχέδια ώστε να μπορεί να έχει εισόδημα ο ίδιος και οι γιοι του. Οι κατήγοροι καταχώρησαν εναντίον της απόφασης του Δήμου για έκδοση άδειας οικοδομής, προσφυγή πετυχαίνοντας την ακύρωση αυτής, ενώ κανένα μέτρο δεν έχει ληφθεί από μέρους των Κατηγόρων για ακύρωση της πολεοδομικής άδειας. Επίσης οι Κατήγοροι, δεν προσέφυγαν στα πολιτικά Δικαστήρια για να ζητήσουν την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης του εργαστηρίου και να ζητούν αποζημιώσεις, παρά το ότι έχουν περάσει 6 χρόνια από την ανέγερση του. Είναι πεποίθηση του ότι, η ανέγερση του εργαστηρίου ουδόλως επηρεάζει τα δικαιώματα και τις ανέσεις των συνιδιοκτητών του ακινήτου αφού το ακίνητο βρίσκεται εντός της βιομηχανικής ζώνης και η ανέγερση του έγινε στη δική του λωρίδα την οποία πάντοτε εκμεταλλευόταν με τη σύμφωνη γνώμη των συνιδιοκτητών του. Πεποίθηση του είναι επίσης ότι, ο μόνος λόγος που οι παραπονούμενοι άσκησαν τη δίωξη αυτή είναι για να τον εξαναγκάσουν να αγοράσει τα μερίδια που κατέχουν στο ακίνητο καθότι οι ίδιοι θέλουν να τα πουλήσουν. Ένας εξ αυτών, ο Γιώργος Χατζηθωμάς στο παρελθόν ήρθε σε επαφή μαζί του, του παρουσίασε μια εκτίμηση της αξίας του ακινήτου και του ζήτησε να αγοράσει το μερίδιο τους. ΜΥ
- Πανίκος Παναγίδης, ανέφερε στο Δικαστήριο ότι από το 1987 εργάζεται στο Δήμο Λευκωσίας και είναι τοποθετημένος στο κλάδο ανάπτυξης ως λειτουργός πολεοδομίας. Είναι αρχιτέκτων μηχανικός και έχει την ευθύνη του κλάδου ελέγχου ανάπτυξης στα θέματα που σχετίζονται με τις αδειοδοτήσεις αναπτύξεων. Ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος στις 03/05/12 υπέβαλε αίτηση για έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης. Ο Δήμος απάντησε στον αιτητή ότι, δεν μπορούσε να εκδώσει το πιστοποιητικό. Δεν λήφθηκε καμιά άλλη ενέργεια από το Δήμο έχοντας υπόψιν να «επανορθώσει» με δεδομένη και την απόφαση του Δικαστηρίου που ακύρωνε την απόφαση του Δήμου για χορήγηση άδειας οικοδομής λόγω μη διενέργειας δέουσας έρευνας. Θα πρέπει να προηγηθεί μια διαδικασία η οποία, δεν έχει αρχίσει λόγω φόρτου εργασίας. Ερωτώμενος για τη διαδικασία ανανέωσης της ισχύς της άδειας οικοδομής ανέφερε ότι υποβάλλεται αίτηση η οποία συνήθως εγκρίνεται χωρίς άλλη ιδιαίτερη διαδικασία και αφού ο ουσιαστικός έλεγχος θα γίνει θα γίνει στο στάδιο της τελικής έγκρισης. Η διώξεις για ολοκλήρωση οικοδομής μετά τη λήξη της άδειας δεν είναι ψηλά στις προτεραιότητες του Δήμου καθότι δίνεται προτεραιότητα στις παντελώς αυθαίρετες οικοδομές. Κατά την αντεξέταση του διευκρίνισε ότι δεν είχε ποτέ υποβληθεί αίτηση για παράταση της ισχύς της άδειας οικοδομής και ανέφερε μεταξύ άλλων ότι όταν εγείρονται ποινικές διαδικασίες συνήθως διώκονται όλοι οι συνιδιοκτήτες. Γ. ΤΕΛΙΚΕΣ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών ετοίμασαν τις ομολογουμένως εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους γραπτώς τις οποίες και υιοθέτησαν κατά τη διαδικασία και στις οποίες εύκολα εντοπίζονται οι θέσεις και εισηγήσεις τους. Τελική Αγόρευση Συνηγόρου Κατηγορουμένου Οι βασικότερες των εισηγήσεων της πλευράς του Κατηγορουμένου εντοπίζονται μεταξύ άλλων στα ακόλουθα: α) Οι Παραπονούμενοι, απέτυχαν να αποδείξουν ότι νομιμοποιούνται να ασκήσουν την παρούσα δίωξη και το δικαστήριο οφείλει να παραμερίσει και να ακυρώσει το Κατηγορητήριο. Είναι ειδικότερα θέση τους ότι, «για να νομιμοποιείται ένας παραπονούμενος να διώξει κάποιον άλλο, για Πολεοδομικές παραβάσεις, θα πρέπει να τηρούνται τα ακόλουθα: 1) Οι Αρμόδιες Διωκτικές Αρχές αρνούνται αυθαίρετα και/ή σκόπιμα να αναλάβουν μια τέτοια διαδικασία. 2) Η Πολεοδομική παράβαση να επηρεάζει τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα του παράπονουμενού.» Στην υπό κρίση υπόθεση δεν ισχύει το 1ο καθότι ως διεφάνει ο Δήμος Λευκωσίας δεν έλαβε μέτρα για τους ακόλουθους λόγους: i.«Ουδέποτε υποβλήθηκε στον Δήμο Λευκωσίας απαίτηση από τους παραπονούμενους για να λάβει μέτρα εναντίον του Κατηγορούμενου. ii.Ο Δήμος Λευκωσίας δεν έχει οποιαδήποτε ένδειξη ότι υπήρξαν Πολεοδομικές παραβάσεις λόγω της ανέγερσης του εργαστηρίου και ούτε οι παράπονουμενοι στοιχειοθέτησαν τέτοια παράβαση. iii.Ο Δήμος Λευκωσίας αναγνωρίζει ότι η άδεια Οικοδομής ακυρώθηκε από τον Ανώτατο Δικαστήριο για λόγους που καθίστα τον Δήμο υπόχρεο να επανεξετάσει αυτή την αίτηση και όχι να εκμεταλλευτεί αυτή την ακύρωση για να ασκήσει ποινική δίωξη η οποία να οδηγήσει στην κατεδάφιση του εργαστηρίου εφόσον δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι ανεγέρθηκε κατά παράβαση των εκδοθείσων Αδειών.» Άλλα ούτε και το 2ο ισχύει διότι: i. «Ο Κατηγορούμενος ανέγειρε την οικοδομή εντός της λωρίδας που όλοι οι συνιδιοκτήτες αναγνωρίζουν ότι του ανήκει. ii. Με την συγκατάθεση των συνιδιοκτητών εξασφάλισε την αναγκαία Πολεοδομική Άδεια, οι συνιδιοκτήτες του υπέγραψαν και την σχετική αίτηση για εξασφάλιση της σχετικής Άδειας Οικοδομής την οποία ο Δήμος προχώρησε και έκδωσε. iii. Η Οικοδομή ανεγέρθηκε σύμφωνα με τους όρους των αδειών β) Με παραπομπή σε σχετική Νομολογία, εισηγήθηκε ο κος Μίτσιγγας ότι, η προώθηση της υπό κρίση υπόθεσης είναι καταχρηστική και καταπιεστική και το Δικαστήριο, οφείλει να αναστείλει την παρούσα δίωξη για τον λόγο ότι αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του. Ο ισχυρισμός αυτός στηρίχθηκε στη θέση ότι, η υπό κρίση δίωξη κινήθηκε για να εξυπηρετηθούν αλλότρια κίνητρα και για σκοπούς διάφορους από τους σχετιζόμενους με την προώθηση δίωξης για παραβάσεις του περί Ρυθμίσεων Οδών και Οικοδομών Νόμο ΚΕΦ.96 και τούτο αφού «κατά την ακροαματική διαδικασία, διεφάνη, ότι οι παράπονουμενοι επιδιώκουν την καταδίκη του Κατηγορούμενου και συνεπακόλουθα την έκδοση διατάγματος κατεδάφισης του εργαστηρίου, όχι επειδή υπάρχουν πολεοδομικές παραβάσεις ή επειδή επηρεάζονται τα δικαιώματα τους αλλά για να τον εξαναγκάσουν να αγοράσει τα μερίδια τους». Υπήρξε περαιτέρω εισήγηση του ότι, «Το κατά πόσον οι νομικές επιπτώσεις του Τεκμηρίου 2 είναι η ύπαρξη ή μη συγκατάθεσης των συνιδιοκτητών για την ανέγερση της οικοδομής ΔΕΝ είναι θέμα που μπορεί να απασχολήσει την παρούσα ποινική δίωξη. Αυτό το θέμα πρέπει να επιλυθεί εντός μιας αστικής αγωγής που θα έχει ως κύριο άξονα της τις πρόνοιες του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου ΚΕΦ.224, την σχετική νομολογία και το νομικό δόγμα του estoppel». Παραπέμποντας δε στην υπόθεση ΟΔΟΝΤΟΤΕΧΝΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ Γ.Α.ΒΑΡΙΑΝΟΣ ΛΤΔ κ.α. ν. ΟΔΟΝΤΟΤΕΧΝΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ Γ.Α.ΒΑΡΙΑΝΟΣ ΛΤΔ κ.α, ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΦΕΣΕΙΣ αρ.123/06 ΚΑΙ 133/06, εισηγήθηκε ότι η δίωξη του Κατηγορουμένου υπό του Κατηγόρου, είναι καταπιεστική και το Δικαστήριο, οφείλει να αναστείλει την παρούσα δίωξη για τον λόγο ότι αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του. γ) Υπήρξε επίσης εισήγηση ότι δεν έχει αποδειχθεί η 1η κατηγορία καθότι: «Βάσει της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ο Κατηγορούμενος άρχισε την ανέγερση της οικοδομής μετά την έκδοση της Άδειας Οικοδομής δηλ. κατά τα τέλη του
- Στις λεπτομέρειες του Αδικήματος αναφέρεται ότι ο Κατηγορούμενος ανέγειρε την οικοδομή χωρίς προηγουμένως να λάβει σχετική άδεια από την αρμόδια Αρχή. Όμως, όπως αναφέρεται πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος ανέγειρε την οικοδομή εφόσον έλαβε την σχετική Άδεια Οικοδομής. Συνεπώς, δεν διέπραξε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται. δ) Σε ό,τι αφορά την 4η Κατηγορία με αναφορά στην υπόθεση ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΑΚΡΙΔΗΣ ν. CYBER GROUP LTD, Ποινική Έφεση Αρ. 7730, 7 Φεβρουαρίου, 2005, εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος ήταν εξ αντικειμένου ανέφικτο να συμμορφωθεί με το Νόμο. Για να είναι εφικτό για τον Κατηγορούμενο, να εξασφαλίσει πιστοποιητικό έγκρισης από την Αρμόδια Αρχή θα πρέπει να υπάρχει Άδεια Οικοδομής. Το Ανώτατο Δικαστήριο, μετά την ανέγερση της οικοδομής, ακύρωσε την Άδεια Οικοδομής. Οι συνιδιοκτήτες, όπως είναι αντιληπτό από τα γεγονότα της υποθέσεως, δεν είναι πρόθυμοι να υπογράψουν ξανά αίτηση για έκδοση Άδειας Οικοδομής. Ο Αρμόδιος Δήμος, παρόλο που το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την Άδεια Οικοδομής κατά το έτος 2009, μέχρι την καταχώρηση της παρούσας δίωξης, δεν επανεξέτασε την υποβληθείσα αίτηση για έκδοση Άδειας Οικοδομής, όπως είχε νομική υποχρέωση να πράξει. Κατά συνέπεια, ο Κατηγορούμενος, βρίσκεται σε θέση όπου, εξ' αντικειμένου και εκ των πραγμάτων, του είναι αδύνατο να εκτελέσει μια υποχρέωση του δηλ. να εξασφαλίσει πιστοποιητικό τελικής έγκρισης για μια οικοδομή που ανεγέρθηκε σύμφωνα με τους όρους της σχετικής Πολεοδομικής Άδειας και Άδειας Οικοδομής. Τελική Αγόρευση Συνηγόρου Κατηγόρων Οι Κατήγοροι, εισηγούνται από την άλλη ότι, με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, έχουν αποδειχτεί τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται ο Κατηγορούμενος πέραν πάσης αμφιβολίας και καλούν το Δικαστήριο να καταδικάσει αυτόν στις κατηγορίες που του προσάπτονται. Αναφερόμενος ο κος Ζωμενής, στην εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορουμένου για την απόδειξη της 1η Κατηγορίας επιχειρώντας να αντικρούσει αυτή, εισηγείται ότι Αιτητής στην αίτηση για άδεια οικοδομής δεν ήταν μόνο ο κατηγορούμενος αλλά όλοι οι συνιδιοκτήτες, συνεπώς η οποιαδήποτε αίτηση για ανανέωση απαιτούσε τη συνδρομή όλων των αιτητών. «Η δε αντίθεση των υπολοίπων συνιδιοκτητών στην έκδοση (και προφανώς και στην ανανέωση) της άδειας ήταν ήδη δεδομένη. Συνεπώς κάθε άλλο παρά «τυπική διαδικασία» θα ήταν η ανανέωση της άδειας οικοδομής». Αναφορικά με τους ισχυρισμούς για την 4η κατηγορία υπάρχει η εισήγηση ότι αν αυτή γίνουν αποδεχτοί θα καταλήξουμε σε παράλογα αποτελέσματα ενώ θα οδηγούμεθα σε αναίρεση του σκοπού του Νομοθέτη να καταστήσει αδίκημα τη χρήση ενός υποστατικού χωρίς πιστοποιητικό έγκρισης. Σε ό,τι αφορά την εισήγηση για την νομιμοποίηση των Κατηγόρων να προωθούν την υπό κρίση υπόθεση ο συνήγορος των, με αναφορά σε σχετική επί του θέματος νομολογία εισηγείται ότι, είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι, πολίτης του οποίου τα νόμιμα δικαιώματα επηρεάζονται δυσμενώς από πράξεις άλλου προσώπου μπορεί, αν η αρμόδια αρχή δεν το πράξει, να αναλάβει ο ίδιος την πρωτοβουλία προσαγωγής του κατηγορουμένου ενώπιον του Δικαστηρίου με την καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης. Από την άλλη, ως συνιδιοκτήτες διατρέχουν και οι ίδιοι τον κίνδυνο, αν δεν λάβουν διαβήματα για την άρση της παρανομίας, να βρεθούν στο εδώλιο του κατηγορουμένου αντιμέτωποι με παρόμοιες κατηγορίες όπως αυτές που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος ή ακόμα την κατηγορία ότι επέτρεψαν ή ανέχθηκαν τις πράξεις του κατηγορουμένου. Επισημαίνοντας ότι ο ΜΥ2 ερωτηθείς κατά την αντεξέταση κατά πόσο σε περίπτωση που ο Δήμος λάμβανε νομικά διαβήματα αυτά θα στρέφονταν εναντίον όλων των συνιδιοκτητών, απάντησε ότι αυτή είναι η συνήθης διαδικασία που ακολουθεί ο Δήμος. Άλλωστε, ως αναφέρεται στην αγόρευση, «οι παραπονούμενοι, προτού οι ίδιοι λάβουν διαβήματα εναντίον του κατηγορούμενου αποτάθηκαν στην αρμόδια αρχή. Η θέση που προβάλλει στη γραπτή του αγόρευση ο συνήγορος του κατηγορουμένου (στην παράγραφο 23) ότι οι παραπονούμενοι «ουδέποτε ζήτησαν από το Δήμο Λευκωσίας να λάβει μέτρα εναντίον του κατηγορουμένου» είναι λανθασμένη και έρχεται σε σύγκρουση με μαρτυρία που προσκόμισε η ίδια η υπεράσπιση (και η οποία, ως προσκομισθείσα από την υπεράσπιση, είναι δεσμευτική για τον κατηγορούμενο). Αναφέρομαι στη μαρτυρία του μάρτυρα υπεράσπισης Π. Παναγίδη ο οποίος κατέθεσε ότι ο Δήμος παρέλαβε επιστολή ημερομηνίας 27.3.2008 από δικηγορικό γραφείο που ενεργούσε εκ μέρους των παράπονου μένων με την οποία οι παραπονούμενοι ζητούσαν την παρέμβαση του Δήμου για τον τερματισμό των εργασιών.» Σε ό,τι αφορά την εισήγηση ότι, η υπό κρίση υπόθεση προωθείται καταχρηστικά στην αγόρευση των Κατηγόρων εντοπίζονται τα ακόλουθα: Με αναφορά στην υπόθεση EΔΟΥΑΡΔΟΣ ΧΑΤΖΗΧΑΝΝΑΣ ν. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ, Ποινική Έφεση Αρ.191/2010, 29/7/2014, οι κατήγοροι εισηγούνται ότι αυτή δεν εγείρεται σε ορθό στάδιο της διαδικασίας και ότι θα έπρεπε να εγερθεί στην αρχή. Περαιτέρω εισηγούνται ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε το οποίο να υποστηρίζει τη θέση του κατηγορουμένου ότι η δίωξη του αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας. Οι παραπονούμενοι δεν προώθησαν οποιαδήποτε άλλη διαδικασία. Επέλεξαν, αφού πρώτα αποτάθηκαν στην αρμόδια αρχή η οποία παρέμεινε αδρανής, να προχωρήσουν στην δίωξη του κατηγορουμένου για να ανακόψουν την έκνομη συμπεριφορά του. Θέση των Κατηγόρων είναι ότι: «Οι παραπονούμενοι όταν βρέθηκαν αντιμέτωποι με την αποφασιστικότητα και επιμονή του κατηγορούμενου να προχωρήσει στην ανέγερση και χρήση της οικοδομής (παρά το γεγονός ότι γνώριζε πριν καν αρχίσει την ανέγερση, όπως ο ίδιος παραδέχεται στη γραπτή του δήλωση, ότι οι συνιδιοκτήτες εναντιώνονταν σε αυτή την πράξη), αξιοποίησαν ένα δικαίωμα που τους παρέχεται για το σκοπό ακριβώς που παρέχεται το δικαίωμα αυτό και όχι για οποιοδήποτε αλλότριο σκοπό.» Σχολιάζοντας τη θέση της πλευρά του κατηγορουμένου ότι «η παρούσα δίωξη είναι άδικη για τον κατηγορούμενο», ο συνήγορος αναφέρει μεταξύ άλλων ότι; «Είναι ο κατηγορούμενος που παραβιάζει τα δικαιώματα των παράπονου μένων και όχι το αντίθετο. Είναι ο κατηγορούμενος που ανήγειρε την οικοδομή σε χώρο που δεν του ανήκει αποκλειστικά και στη συνέχεια επέλεξε να αρχίσει να χρησιμοποιεί την οικοδομή χωρίς την νόμιμη προϋπόθεση της έκδοσης πιστοποιητικού έγκρισης.» Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Ευρήματα Εφόσον καταδειχτεί ότι οι Κατήγοροι, νομιμοποιούνται στην έγερση κα προώθηση της υπό κρίση υπόθεσης, το βάρος απόδειξης της σωρευτικής συνδρομής των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων όπως σε κάθε ποινική υπόθεση, φέρουν οι Κατήγοροι, στον ύψιστο μάλιστα βαθμό ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας[1]. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την ποιότητα της μαρτυρίας τους. Αξιολογώ την μαρτυρία τους με κριτήριο μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, την σαφήνεια, την ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους, σε συσχετισμό βεβαίως και με το περιεχόμενο των απαντήσεων τους.[2] Η εν γένει συμπεριφορά και οι αντιδράσεις τους στις ερωτήσεις, το λογικό και το αληθοφανές της εκδοχής τους συνεκτιμούνται ανάλογα για σκοπούς κατάληξης αναφορικά με τη φιλαλήθεια των. Αντιπαραβλήθηκαν επίσης οι θέσεις τους με το σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, του περιεχομένου των Τεκμηρίων περιλαμβανομένου και χωρίς να περιορίζομαι στα όσα ανωτέρω έχω παραθέσει σε γενικές γραμμές, υπό τον τίτλο «Μαρτυρία και Παραδεκτά Γεγονότα». Ό,τι σημειώνεται από τώρα είναι ότι, δεν αμφισβητείται μεγάλο μέρος των ουσιωδών για το αντικείμενο της υπό κρίση υπόθεσης γεγονότων. ΜΚ1: Η εντύπωση που δημιούργησε στο Δικαστήριο ο ΜΚ1 δεν ήταν θετική. Δεν έχω πεισθεί για την ειλικρίνεια του, ούτε για τη γνησιότητα αλλά και τη βεβαιότητα των όσων ανάφερε επί των θεμάτων που αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Στο στάδιο της αντεξέτασης, επιλεκτική παρουσιαζόταν η μνήμη του, και κυρίως η γνώση του επί θεμάτων που αφορούσαν την πραγματική κατάσταση του ακινήτου τόσο σήμερα όσο και παλαιότερα. Στο μέρος της μαρτυρίας του που αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία και αμφισβητήθηκε από την Υπεράσπιση δεν δίνεται καμιά βαρύτητα και ειδικότερα στα όσα αναφέρει ότι ανέφερε η Όλγα Χατζηθωμά. Η θέση του ότι η Όλγα Χατζηθωμά τους ανέφερε ότι το έγγραφο ανέγραφε τη φράση «ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΟΙΚΟΔΟΜΉΣ» και έπειτα από αυτό, αντικρούεται από την δική του θέση κατά την αντεξέταση ότι η Όλγα Χατζηθωμά είναι αγράμματη και ότι την επιστολή Τεκμ. κάποιος την έγραψε για αυτή, της την διάβασε και την υπέγραψε. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του μόνο καθ' ήν έκταση τούτη δεν έτυχε αμφισβήτησης από την Υπεράσπιση και υποστηρίζεται από τα κατατιθέμενα στο φάκελο του Δικαστηρίου Τεκμήρια του γεγονότος ότι η επίδικη οικοδομή ανεγέρθη στο σύνορο της λωρίδας της οποίας κατείχε η γιαγιά του ΜΚ1 αφού τούτη δεν έχει αμφισβητηθεί. Ο Κατηγορούμενος έδωσε στο Δικαστήριο την εντύπωση ειλικρινούς μάρτυρα. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του τέθηκαν με αμεσότητα ενώ από τα όσα αναφέρθηκαν από αυτόν κάθε άλλο παρά διαφάνηκε ότι προσπάθησε καθοιονδήποτε στάδιο να παραπλανήσει ή να αποκρύψει τα πραγματικά γεγονότα με σκοπό να ελαφρύνει τη θέση του. Ο ΜΥ2 κρίνεται ως αντικειμενικός και ανεξάρτητος μάρτυρας ο οποίος κατά τη μαρτυρία του στο Δικαστήριο ανέφερε με συνέπεια, εμπεριστατωμένα και με την αρμόζουσα λεπτομέρεια τα όσα αφορούν τόσο την υπό κρίση υπόθεση όσο και την πρακτική που ακολουθεί ο Δήμος Λευκωσίας σε τέτοιου είδους υποθέσεις. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και τα παραδεκτά γεγονότα καταλήγω στα πιο κάτω ευρήματα: Εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες ήταν κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας υπόθεσης μέχρι και σήμερα οι Γιώργος Χατζηθωμά κατά 1/12 μερίδιο, (Τεκμ. 7), η Νίκη Γεωργίου, μερίδιο 1/12 ημερομηνία (Τεκμ. 5), ο Λούης Πατσαλίδη, μερίδιο 1/24 (Τεκμ. 3), η Γιάννα Πατσαλίδου, μερίδιο 1/24, (Τεκμ. 4), η Όλγα Κωστόπουλου μερίδιο 1/12 (Τεκμ. 6), η Κυπρούλα Βρυώνη και ο Κατηγορούμενος. Το ακίνητο είχε ατύπως διαχωριστεί σε τρία τμήματα με υλικό, τέλι ως αναφέρουν και οι δύο πλευρές και χρησιμοποιείτο και χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα ανά τμήμα από την Κυπρούλλα Βρυώνη, από την Όλγα Χατζηθωμά ως οικία και τον Κατηγορούμενο αντίστοιχα. Η θέση ότι η επίδικη οικοδομή ανεγέρθη επί του «συνόρου» του τμήματος του ακινήτου που χρησιμοποιούσε η Όλγα Χατζηθωμά δεν έχει αμφισβητηθεί και συνεπώς γίνεται δεκτή. Περί τον Οκτώβριο του 2005 η Όλγα Χατζηθωμά υπέγραψε την αίτηση με αριθμό Α598/05 για άδεια οικοδομή (Τεκμ. 1). Η προτεινόμενη ανάπτυξη αφορούσε σε «βιομηχανική οικοδομή», ενός ορόφου με περιτοιχισμένο χώρο 446τ.μ. επί του αναφερομένου στις λεπτομέρειες αδικήματος τεμαχίου. Ενώ εκκρεμούσε η εξέταση της αίτησης για άδεια οικοδομής, οι δύο συνιδιοκτήτριες του υπό αναφορά ακινήτου Όλγα Μιχαήλ Χατζηθωμά και Κυπρούλα Βρυώνη με επιστολή τους ημερομηνίας 11/05/2006 (Τεκμ. 2), στο Δήμο Λευκωσίας απέσυραν τις υπογραφές τους και τη συγκατάθεση τους για την έκδοση της άδειας οικοδομής. Ο Δήμος Λευκωσίας όμως στις 15/11/2006 προχώρησε στην παραχώρηση άδειας οικοδομής αρ. 5488, με ισχύ μέχρι 21/10/2007 (Τεκμ. 8). Η ανέγερση της υπό κρίση οικοδομής ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 2008 και ενώ η άδεια οικοδομής ουδέποτε ανανεώθηκε ανανεώθηκε. Την 10/04/2008 καταχωρήθηκε η προσφυγή με αριθμό 568/2008 εναντίον του Δήμου Λευκωσίας κατά της απόφασης του Δήμου για έκδοση αδείας οικοδομής επί του ακινήτου αποτέλεσμα της οποίας ήταν η ακύρωση της αδείας με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18/11/
- Στις 3/5/2012 υποβλήθηκε αίτηση στην Αρμόδια Αρχή για την έκδοση Πιστοποιητικού Τελικής Έγκρισης (Τεκμ. 10), η οποία απερρίφθη από την Αρμόδια Αρχή, λόγω της ακύρωσης της άδειας οικοδομής (Τεκμ. 11). Εκ των παραδεκτών γεγονότων προκύπτει επίσης ότι, αρμόδια αρχή είναι ο Δήμος Λευκωσίας. Ως παραδεκτό γεγονός δηλώθηκε και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, κατέχει και χρησιμοποιεί την οικοδομή μέχρι σήμερα. Δ. Νομική Πτυχή Θεμάτων και Ισχυρισμών που εγείρονται στην υπό κρίση υπόθεση: Ι) Συστατικά Στοιχεία Αδικημάτων: Με την 1η Κατηγορία προσάπτεται η κατηγορία της ανέγερσης οικοδομής άνευ αδείας από την αρμόδια αρχή κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 10 του Κεφ.
- Το άρθρο 3 διαλαμβάνει ότι: «3.-
(1)Κανένα πρόσωπο δεν δύναται- . (β) να ανεγείρει ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να ανεγείρεται οικοδομή ή να κατεδαφίζει ή να ανοικοδομεί ή να προβαίνει σε μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή σε οποιαδήποτε υφιστάμενη οικοδομή ή να ανέχεται ή να επιτρέπει να γίνει οποιαδήποτε τέτοια κατεδάφιση ή ανοικοδόμηση ή οποιαδήποτε τέτοια μετατροπή, προσθήκη ή επισκευή. . χωρίς άδεια γι' αυτό, η οποία λαμβάνεται προηγουμένως από την αρμόδια αρχή όπως καθορίζεται στο εδάφιο
(2)ή, όταν η άδεια εκδίδεται δυνάμει της δεύτερης επιφύλαξης του εδαφίου
(2)του άρθρου 14, από το Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως: Τα συστατικά στοιχεία αναφορικά με το αδίκημα της 1η Κατηγορίας ως προκύπτουν από το γράμμα του Νόμου, σε συσχετισμό και προς το περιεχόμενο του κατηγορητήριου είναι:
- «Ανέγερση» οικοδομής
- «Οικοδομή» εντός της εννοίας του Νόμου ήτοι του ερμηνευτικού του Κεφ. 96, άρθρου 2.[3]
- «Μη ύπαρξη προηγούμενης αδείας» από την αρμόδια αρχή.
- Η άδεια θα πρέπει να προέρχεται από την «Αρμόδια Αρχή» ως τα άρθρα 2[4] και 3
(2)[5] του Κεφ. 96 καθορίζουν αυτήν. Σύμφωνα με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 του Κεφ. 96, για να χαρακτηριστεί κατασκεύασμα ως «οικοδομή», θα πρέπει να αποδειχθεί ότι:
- Είναι κατασκευή
- Από οιαδήποτε ύλη
- που περικλείει ή οριοθετεί ή έχει σκοπό να περικλείει ή να οριοθετεί οποιαδήποτε γη ή χώρο. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Δήμου Αγλαντζιάς
(2006)2 Α.Α.Δ. 291, το κατά πόσον μια κατασκευή θεωρείται «οικοδομή» ή όχι, είναι θέμα πραγματικό. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του όλα τα συναφή γεγονότα, όπως το σχήμα και το μέγεθος της κατασκευής με τα υπόλοιπα κατασκευάσματα, και τον τρόπο με τον οποίο θα γίνει χρήση της οικοδομής. Κανένας από τους πιο πάνω παράγοντες δεν είναι καθοριστικός, αλλά όλοι μαζί βοηθούν στην απάντηση του τιθέμενου ερωτήματος.[6] Το γεγονός ότι, το κτήριο αποτελεί οικοδομή ουδόλως έχει αμφισβητηθεί ενώ η εκδοθείσα για την ανέγερση του άδεια από το Δήμο Στροβόλου αναφέρεται σε βιομηχανική οικοδομή η οποία περιτοιχίζει χώρο 446τ.μ.. Στην υπό κρίση υπόθεση ως έχει διαφανεί ακόμα και από τα παραδεκτά γεγονότα η οικοδομή συνέχισε να ανεγείρεται ακόμα και μετά τη λήξη της ισχύς της αδείας. Ειδικότερα, είναι ενώ η ισχύς της άδειας οικοδομής έληξε στις 21/10/2007, η οικοδομή ολοκληρώθηκε το έτος 2008. Για την περίοδο από την ημερομηνία λήξης της άδειας μέχρι την ημερομηνία ολοκλήρωσης της, που τοποθετείται και από τις δύο πλευρές στο έτος 2008, ανεγείρετο οικοδομή χωρίς να υπάρχει σε ισχύ άδεια οικοδομής ενώ αφού και η αρχικώς εκδοθείσα άδεια δεν ανανεώθηκε. Κατά συνέπεια, η θέση της υπεράσπισης δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Με βάση συνεπώς την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, κρίνω ότι, οι Κατήγοροι απέδειξαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την 1η κατηγορία. Σε ό,τι αφορά την 4η Κατηγορία, το άρθρο το Άρθρο 10
(1)του Νόμου υπαγορεύει ότι: «Κανένα πρόσωπο δεν κατέχει ή χρησιμοποιεί, ή ενεργεί όπως οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κατέχει ή χρησιμοποιεί, ή επιτρέπει ή ανέχεται οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να κατέχει ή να χρησιμοποιεί οποιαδήποτε οικοδομή, εκτός εάν και μέχρις ότου εκδοθεί πιστοποιητικό έγκρισης από την αρμόδια αρχή σε σχέση με αυτή, ανεξάρτητα αν χορηγήθηκε άδεια για τέτοια οικοδομή δυνάμει του άρθρου 3.» Από το λεκτικό του άρθρου 10, συνάγεται ότι, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της χρήσης οικοδομής χωρίς την προηγούμενη έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης από την αρμόδια αρχή έχουν ως ακολούθως: 1. «Κατοχή» ή «Χρήση» οικοδομής 2. «Οικοδομή» εντός της εννοίας του Νόμου ήτοι του ερμηνευτικού του Κεφ. 96, άρθρου 2. 3. «Μη έκδοση πιστοποιητικού έγκρισης» που να καλύπτει την οικοδομή 4. Πιστοποιητικό έγκρισης από την «αρμόδια αρχή» ως τα άρθρα 2 και 3
(2)του Κεφ. 96 Τα συστατικά στοιχεία και της κατηγορίας αυτής θεωρώ ότι προκύπτουν τόσο από τα παραδεκτά γεγονότα και από τα Τεκμήρια που προσκομίστηκαν όσο και από τις παραδοχές του Κατηγορουμένου. Έχει αναφερθεί ότι, η οικοδομή χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα ως εργαστήριο ενώ για αυτή δεν έχει εκδοθεί πιστοποιητικό έγκρισης. Κατά συνέπεια κρίνεται ότι και αυτή η κατηγορία έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η αναφορά του συνηγόρου του κατηγορουμένου ότι, είναι ανέφικτο ο κατηγορούμενος να συμμορφωθεί με το Νόμο ουδόλως με βρίσκει σύμφωνη. Αποδοχή αυτού του ισχυρισμού θα οδηγούσε όντως σε παράλογα συμπεράσματα και αποτελέσματα τα οποία εν τέλει θα οδηγούσαν στην ματαίωση των σκοπών του Νόμου. Ενόψει συνεπώς των όσων αναφέρονται ανωτέρω κρίνω ότι και αυτή η κατηγορία εναντίον του Κατηγορουμένου έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό. ΙΙ) Μη Νομιμοποίηση Κατηγόρων στην έγερση ποινικής διαδικασίας Στην υπό κρίση υπόθεση τα αδικήματα αφορούν σε παραβάσεις του Περί Οδών και Οικοδομών Νόμου, Κεφ. 96. Η υπόθεση δεν προωθείται από την αρμόδια Αρχή αλλά από ιδιώτες. Υπήρξε θέση και εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Κατηγορούμενου ότι, «οι παραπονούμενοι απέτυχαν να αποδείξουν ότι νομιμοποιούνται να ασκήσουν την παρούσα δίωξη και το Δικαστήριο οφείλει να παραμερίσει και να ακυρώσει το κατηγορητήριο». Σύμφωνα με τα λεχθέντα στην υπόθεση Ttofinis v Theocharides & Another
(1983)2 C.L.R. 363 και σε αριθμό άλλων υποθέσεων,[7] θα πρέπει να καταδειχθεί εν πρώτοις είναι κατά πόσο οι Κατήγοροι νομιμοποιούνται να εγείρουν και να προωθούν την υπό κρίση διαδικασία αφού δεν αναγνωρίζεται στο ημεδαπό σύστημα η δυνατότητα καταχώρησης actio popularis ούτε και στο ποινικό δίκαιο[8]. Σε περίπτωση δε που δεν υπάρχει νομιμοποίηση η διαδικασία, καθίσταται άκυρη εξ υπαρχής (void ab initio). Στην υπόθεση Kalia v. Lambrou and Another
(1985)2 C.L.R. 217, κρίθηκε με βάση τις λεπτομέρειες αδικήματος ότι το ανεγερθέν άνευ αδείας οικοδομής κατά παράβαση των διατάξεων του Κεφ. 96, επηρέαζε αρνητικά υφιστάμενο δικαίωμα διόδου της παραπονουμένης-κατηγόρου στην ακίνητη περιουσία των κατηγορουμένων. To Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι, αν υφίστατο τέτοιος ισχυρισμός, τότε θα υπήρχε άμεση επέμβαση στα περιουσιακά δικαιώματα της παραπονουμένης («direct encroachment upon the appellant's proprietary rights») που θα νομιμοποιούσε αυτή να εγείρει ιδιωτική ποινική δίωξη σύμφωνα με την απόφαση της πλειοψηφίας στην Ttofinis (ανωτέρω). Στην υπόθεση Hogg ν. Παπαδοπούλου,
(1992)2 Α.Α.Δ. 36, ο κατήγορος ήταν με την κατηγορουμένη συνιδιοκτήτες εξ αδιαιρέτου κτήματος επί του οποίου βρίσκονταν η οικοδομή, για την οποία η κατηγορουμένη κατηγορήθηκε ότι δεν κατεδάφισε παρακούοντας έτσι διάταγμα Δικαστηρίου. Το Εφετείο με παραπομπή στην απόφαση της πλειοψηφίας Ttofinis και ιδιαίτερα στο απόσπασμα που εντοπίζεται στις σελίδες 369-70 αυτής, που αναφέρει ότι: "By allowing the appeal it must not be assumed that we decide that a citizen, however affected by the violations of the provisions of Cap. 96 or regulations made thereunder, has a right to prosecute the offender. On the contrary, as explained in this judgment, the right to prosecute vests only in the victim of crime. Only where the rights of an individual are directly affected, as in this case where, allegedly, the illegal structure was erected upon his land, a right to prosecute accrues. In other words, there must be direct encroachment upon one's rights in order to sustain a private prosecution. In every other case the body entrusted by law for its enforcement, is the appropriate authority." καταλήγει στη σελίδα. 39 της απόφασης του ότι: «το γεγονός και μόνο ότι υπάρχει συνιδιοκτησία νομιμοποιεί οποιοδήποτε των συνιδιοκτητών να εγείρει ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον του άλλου συνιδιοκτήτη εφόσον υπάρχει παρέμβαση στα δικαιώματα των συνιδιοκτητών τα οποία απορρέουν από την τέτοια συνιδιοκτησία. Στην παρούσα υπόθεση δεν αμφισβητείται ότι η εφεσίβλητη προέβηκε στην ανέγερση οικοδομημάτων χωρίς την έγκριση της αρμοδίας Αρχής και χωρίς τη συγκατάθεση του εφεσείοντα. Οι παράνομες πράξεις της εφεσίβλητης επί της συνιδιοκτήτης περιουσίας θίγει άμεσα τα ιδιοκτησιακά του δικαιώματα.» (η έμφαση για τους σκοπούς της παρούσας) Στην πολύ πρόσφατη απόφαση ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ν. ΣΑΒΒΑ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, Ποινική Έφεση Αρ. 194/2013 το Εφετείο με αναφορά και στη σχετική επί του θέματος Νομολογία προσδιορίζει έτι περισσότερο το ζήτημα του «άμεσου επηρεασμού». Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Ο άμεσος επηρεασμός, ως προϋπόθεση για νομιμοποίηση στην καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης, . Θα πρέπει εννοιολογικά να αντικρισθεί υπό το φως των λόγων ύπαρξης του δικαιώματος άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης, του εντοπισμού δηλαδή βλάβης στα δικαιώματα του θύματος από ποινική πράξη. Υπό αυτές τις συνθήκες ο άμεσος επηρεασμός έχει την έννοια ότι με συγκεκριμένη παράνομη πράξη τα δικαιώματα κάποιου, του παρανομούντος, εκτείνονται εις βάρος τρίτων προσώπων κατά τρόπο που να παρατηρείται πλέον σφετερισμός και οικειοποίηση των νόμιμων δικαιωμάτων των τρίτων αυτών προσώπων.» Η νομική έννοια του όρου «encroachment» αποτυπώνεται ως εξής: «The act of extending one's own rights at the expense of others, particularly by taking in adjoining land to make it appear part of one's own.» (A dictionary of Law» - 3rd Edition (Oxford Reference)) «An unlawful gaining on the possession of another.» (Mozley & Whiteley's «Law Dictionary», Eleventh Edition) «ENCROACH. To enter by gradual steps or stealth into the possessions or rights of another; to trespass; intrude.» («Black's Law Dictionary», Revised Fourth Edition) «Where a person attempts to extend a right possessed by him, as where a tenant of land takes in or adds to it other land adjoining or near to it, so as to make the added land appear to be part of his original holding.» (Jowitt's «Dictionary of English Law», Second Edition)» Στην υπό κρίση υπόθεση αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι ότι, οι κατήγοροι 1,2, 4 και 5 είναι εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτήτες του αναφερόμενου στις λεπτομέρειες των αδικημάτων ακινήτου μαζί με τον Κατηγορούμενο και δύο άλλα πρόσωπα την Κυπρούλα Βρυώνη και την Όλγα Κωστοπούλου. Ουδόλως έχει καταδειχτεί πώς νομιμοποιείται η Κατήγορος 3 να προωθεί την υπό κρίση υπόθεση. Σε κάθε περίπτωση όμως, η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε και προωθείται από 4 άλλους εκ των συνιδιοκτητών. Έχοντας κατά νου τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως επίσης και την ανωτέρω αναφερόμενη Νομολογία και ιδιαίτερα το λόγο της Hogg (ανωτέρω), θεωρώ ότι, οι κατήγοροι 1, 2, 4 και 5 νομιμοποιούνται στην καταχώρηση και προώθηση της παρούσας υπόθεσης αφού τα δικαιώματα αυτών, ως συνιδιοκτητών, επηρεάζονται άμεσα από την αντίθετη με το Νόμο συμπεριφορά του Κατηγορουμένου. ΙΙΙ) Κατάχρηση της Διαδικασίας: Στην ΟΔΟΝΤΟΤΕΧΝΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ Γ.Α.ΒΑΡΙΑΝΟΣ ΛΤΔ κ.α. ν. ΟΔΟΝΤΟΤΕΧΝΙΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ Γ.Α.ΒΑΡΙΑΝΟΣ ΛΤΔ κ.α, ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΦΕΣΕΙΣ αρ.123/06 ΚΑΙ 133/06, στην οποία παραπέμπει και ο ευπαίδευτος συνήγορος Κατηγορουμένου προς υποστήριξη του ισχυρισμού ότι, η καταχώρηση και η προώθηση της παρούσας διαδικασίας αποτελεί κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών, σημειώνονται τα ακόλουθα: «Η νομολογία μας αναγνώρισε το δικαίωμα σε ιδιώτη να προχωρεί με ποινική υπόθεση εναντίον άλλου, όταν οι ίδιες οι διωκτικές αρχές της Δημοκρατίας δεν επιθυμούν να αναλάβουν τέτοια διαδικασία. Δεν εγκρίνουμε όμως την κατάχρηση αυτού του δικαιώματος ιδιαίτερα όταν μέσω της ποινικής δίωξης επιδιώκεται η προώθηση αστικού δικαιώματος το οποίο, λόγω ακριβώς της φύσης του, δεν είναι ορθό να γίνεται αντικείμενο ποινικής δίωξης.» Ας σημειωθεί δε ότι, η Νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας συνιστά κατά κύριο λόγο η έγερση ή η προώθηση περισσότερων της μιας δικαστικών διαδικασιών, προς το σκοπό επίτευξης στόχων που μπορούν να επιδιωχθούν με μια διαδικασία. Στη Δ/ντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής:- «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασία που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα· μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Στην Περέλλα (πιο πάνω) έγινε επίσης αναφορά στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, στην οποία αποφασίστηκε ότι, τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής δικαιοδοσίας. Αποφασίστηκε, επίσης, ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές, και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της. Το Δικαστήριο, όταν τίθεται ζήτημα κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας, πρέπει να βεβαιώνεται ότι η περίπτωση είναι ξεκάθαρα καταχρηστικής φύσης. Εφόσον υπάρξει κατάληξη ότι η διαδικασία είναι καταχρηστική απορρίπτει αυτή είτε την αναστέλλει. (βλ. Beogradska D.D.
(1996)1 Α.Α.Δ. 911). Στην ποινική έφεση Μιχάλη Χαραλαμπίδη ν. Νικόλαου Κωμοδρόμου, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 7063., 11 Νοεμβρίου, 2002 υπό Καλλή, Δ. συμφωνούντων των Πικής, Π, Ηλιάδης, Δ, και Χατζηχαμπής, Δ το ζήτημα της κατάχρησης εξουσιών, τέθηκε ως ακολούθως: «Εχει νομολογηθεί ότι η άσκηση των δικαιωμάτων που διασφαλίζονται από τα άρθρα 30.2 και 30.3 (β) του Συντάγματος πρέπει να επιδιώκεται μέσα στα πλαίσια της δικαστικής λειτουργίας και όχι έξω ή σε αντίθεση με αυτά (Βλ. Γίγας Λτδ ν. Ουστά
(1994)1 Α.Α.Δ. 109, 112, Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984, 988, Γρηγορίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 1222, Τρύφωνος ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακής Λτδ.
(1993)1 Α.Α.Δ. 706, 710, Μαυρομιχάλη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1 Α.Α.Δ. 530, 534, Royal Insurance International Ltd ν. Δήμου Λεμεσού
(1995)2 Α.Α.Δ. 185 και Μουγής ν. Σπανούδη
(1996)1 Α.Α.Δ. 997). Βλ. καιRousos v. Republic
(1984)3 C.L.R. 1437, Rousos and Another v. Republic
(1985)3 C.L.R. 119, Μαγκάκης
(1990)1 Α.Α.Δ. 1068 και Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 35. Θεωρούμε ότι η πιο πάνω αρχή τυγχάνει κατ΄ αναλογία εφαρμογής και στην περίπτωση του άρ. 30.1 του Συντάγματος. Η λειτουργία του Δικαστηρίου, δυνάμει της σύμφυτης εξουσίας του με την οποία ανακόπτει ποινική διαδικασία λόγω κατάχρησης της διαδικασίας έχει σαν μοναδικό σκοπό να διασφαλίσει όπως η άσκηση των ποινικών διώξεων και κατ' επέκταση το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο, επιδιώκεται μέσα στα πλαίσια της δικαστικής λειτουργίας και όχι έξω ή σε αντίθεση με αυτά. Θεωρούμε λοιπόν ότι η σχετική λειτουργία του Δικαστηρίου δεν παραβιάζει το άρ. 30.1 του Συντάγματος και το άρ. 6
(1)της Σύμβασης. 'Οπως έχει λεχθεί στην In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329, 333(απόφαση Πική, Δ., όπως ήταν τότε): «Ατομικό δικαίωμα μπορεί να συνυπάρχει με καθήκον. Η εγκυρότητα της δικαστικής διαδικασίας αποτελεί θεμελιώδη σκοπό του Συντάγματος. Η ανεμπόδιστη ροή της δικαιοσύνης δεν είναι λιγότερο σημαντικός συνταγματικός στόχος από τη διαφύλαξη των θεμελιωδών δικαιωμάτων. 'Όπου τα θεμελιώδη δικαιώματα είναι συνυφασμένα με την αποτελεσματικότητα της δικαστικής λειτουργίας πρέπει να ασκούνται και να εφαρμόζονται με τρόπο που να διασφαλίζονται οι παράλληλοι σκοποί του Συντάγματος.» Εδώ το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο είναι σαφώς συνυφασμένο με την αποτελεσματικότητα της δικαστικής λειτουργίας. Πρέπει να ασκείται με τρόπο που να διασφαλίζει την εγκυρότητα της δικαστικής διαδικασίας και με τρόπο που να διασφαλίζει τους παράλληλους σκοπούς του Συντάγματος.» Στην απόφαση πλειοψηφίας της ολομέλειας στην πιο πάνω απόφαση, αφού διαπιστώθηκε ότι σε πολλές περιπτώσεις η αγγλική νομολογία έχει υπογραμμίσει ότι η άσκηση τέτοιας δραστικής εξουσίας ασκείται φειδωλά και ότι ότι η κάθε υπόθεση εξετάζεται υπό το πρίσμα των δικών της πραγματικών περιστατικών», με παραπομπή στην ισχύουσα κυπριακή νομολογιακή πραγματικότητα και περαιτέρω ερμηνεία αυτής η πλειοψηφία της ολομελείας κατέληξε στα ακόλουθα: «Ομως, κατά τη γνώμη μας, (αναφερόμενοι στον κατήγορο) το πώς εκείνος βλέπει το σκοπό της διαδικασίας δεν μπορεί να έχει αποφασιστική σημασία. Σημασία έχει, όπως διευκρινίζει η Ttofinis και η παραπάνω αγγλική νομολογία, ότι ο παθών μπορεί να ασκήσει το δικαίωμά του, άσχετα από οποιαδήποτε ελατήρια του που δεν λείπουν και από άλλης φύσεως διώξεις. Η αντίδραση του κατηγόρου στη Βασιλείου βρίσκεται μέσα στο συνηθισμένο ανθρώπινο μέτρο, αλλά αυτό δεν προσδιορίζει το δικαίωμα ούτε αλλοιώνει το σκοπό της διαδικασίας. Αυτή καθαυτή η δίωξη δεν υποβοηθά ούτε σκοπεί στην είσπραξη της απαίτησης. Αλλωστε στην προκείμενη περίπτωση ο εφεσείων είπε ουσιαστικά ότι επιδίωκε την τιμωρία του εφεσιβλήτου και όχι την ικανοποίηση της απαίτησης. Διερωτόμαστε αν μια τέτοια απάντηση, σε περίπτωση που γινόταν δεκτή, θα διέσωζε τη διαδικασία. Θα καθιερώναμε όμως τότε ένα πλασματικό κριτήριο. Θα μπορούσε επίσης να λεχθεί ότι ένα από τα κύρια αιτιολογικά στηρίγματα της Βασιλείου είναι η αγγλική νομολογία, η οποία αφορά σε πτωχευτικές και άλλες διαδικασίες στις οποίες κατεστάλη η έκδηλη επιδίωξη παράλληλου ωφελήματος, παντελούς ξένου και ανεξάρτητου από τη φύση ή το σκοπό ή τις ανάγκες της συγκεκριμένης διαδικασίας. Η διάκριση με την προκείμενη περίπτωση είναι εμφανής.» . Κατά ποίον τρόπον εδώ, φαίνεται τόσο έντονα ώστε να χρησιμοποιηθεί η μέθοδος της καταστολής, η προκατάληψη σε βάρος του εφεσίβλητου ή κατά μείζονα λόγο αποτελεί εκβιαστικό μέτρο η ποινική δίωξη. Δεν βλέπουμε πώς πετυχαίνουν οι σκοποί του δικαίου με το να αφεθεί ατιμώρητος ο παραβάτης (δεν αναφερόμαστε σ΄ αυτή την περίπτωση για την οποία δεν εκφράζουμε άποψη) επειδή λήφθηκε προηγουμένως απόφαση εναντίον του, η οποία δεν εκτελέστηκε. Έχοντας μάλιστα υπόψη τις συνθήκες που επικρατούν στο εμπόριο σχετικά με τις ακάλυπτες επιταγές, που περιγράψαμε στην αρχή. Φυσικά ο φόβος της τιμωρίας είναι συνυφασμένος με τη σωφρονιστική πολιτική του ποινικού δικαίου. Δε συνιστά όμως κατάχρηση. Δε συμφωνούμε, με κάθε σεβασμό προς τους συναδέλφους μας με τις υποθέσεις Βασιλείου και Λοΐζου Λτδ. Η προσέγγιση υπήρξε, κατά τη γνώμη μας, λανθασμένη.» Έχοντας κατά νου την πιο πάνω αναφερθείσα νομολογία και υπάγοντας σε αυτή τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης κει ειδικά το ότι: δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, οιαδήποτε μαρτυρία περί εκκρεμότητας παράλληλης διαδικασίας, αλλά και ότι ο ισχυρισμός ότι, η ποινική δίωξη καταχωρήθηκε ως μια εκβιαστική προσπάθεια να αγορασθεί το μερίδιο των Κατηγόρων από τον Κατηγορούμενο στηρίζεται σε υπόθεση περισσότερο παρά γεγονός και χωρίς η υπόθεση αυτή να έχει τύχει συγκεκριμενοποίησης ούτε και να έχει παρασχεθεί οιαδήποτε άλλη μαρτυρία προς υποστήριξη αυτής πλην της πεποίθησης του Κατηγορουμένου επί ενεργειών που έλαβαν χώρα αναφορικά με πρόταση αγοράς του ακινήτου καθιστά τον ισχυρισμό αυτό γενικό, αόριστο και ατεκμηρίωτο και συνεπώς έκθετο σε απόρριψη[9]. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω αλλά τα λεχθέντα στην απόφαση της πλειοψηφίας στην Χαραλαμπίδης (ανωτέρω), απόφαση της ολομέλειας στην οποία διαγράφεται η τάση της Νομολογίας, καταλήγω ότι δεν έχει καταδειχτεί κατάχρηση και συνεπώς η εισήγηση της Υπεράσπισης απορρίπτεται. Κατά συνέπεια ενόψει το όσων ανωτέρω αναφέρονται κρίνω ότι οι κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και συνεπώς ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος τόσο στην 1η κατηγορία όσο και στην 4η. (Υπ.) ........................... Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ.363, Πέγκερος v. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 143, Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482, Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. [2] (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). [3] άρθρο 2 Κεφ. 96 "οικοδομή" σημαίνει οποιαδήποτε κατασκευή, είτε από λίθους, σκυρόδεμα, πηλό, σίδερο, ξύλο ή άλλη ύλη, και περιλαμβάνει οποιοδήποτε λάκκο και οποιοδήποτε θεμέλιο, τοίχο, στέγη, καπνοδόχο, βεράντα, εξώστη, κορωνίδα ή προεξοχή ή τμήμα οικοδομής, ή οποιοδήποτε πράγμα που είναι προσαρτημένο σε αυτή, ή οποιοδήποτε τοίχο, ανάχωμα, φράκτη, περίφραγμα ή άλλη κατασκευή που περικλείει ή οροθετεί ή έχει σκοπό να περικλείει ή να οροθετεί οποιαδήποτε γη ή χώρο. [4] άρθρο 2 Κεφ. 96 :"αρμόδια αρχή" σημαίνει την αρμόδια αρχή που καθιδρύεται ή που διορίζεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 3, η οποία ασκεί εξουσίες σε σχέση με οποιοδήποτε σχετικό ζήτημα δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού εντός της περιοχής αναφορικά με την οποία εγκαθιδρύεται ή διορίζεται.» [5] άρθρο 3
(2)Κεφ. 96: Η αρμόδια αρχή εντός- (α) οποιασδήποτε περιοχής Δήμου, είναι το Δημοτικό Συμβούλιο του Δήμου αυτού. [6] Βλ επίσης Κυπριανού ν. Δήμου Στροβόλου
(1992)2 Α.Α.Δ. 344. [7] (βλ. επίσης Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμος
(2002)2 ΑΑΔ 522, Κλεάνθης Δημοσθένους ν. Τύχωνα Τύχωνος, Ποιν. Εφ. Αρ. 153/2011, ημερ. 16.1.2013, Π.Ε. 194/13 Παναγιώτου ν. Ευαγγέλου απόφαση ημ. 2/12/14). [8] Ειδικότερα, ως ελέχθη στην Ttofinis: «Only victims of crime have this right. Unlike the Roman Law.the common law never recognised actio popularis in any sphere of the law». [9] Βλ. επίσης Pambos Kostakis Moleskis Trading Ltd και Άλλοι ν. Melpomeni Hotel Apartments Ltd,
(2011)2 Α.Α.Δ. 365 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο