← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μιχάλη Κιττήρα, Αρ. Υπόθεσης: 23047/13, 8/4/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Μιχάλη Κιττήρα, Αρ. Υπόθεσης: 23047/13, 8/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23047/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Μιχάλη Κιττήρα Κατηγορούμενου ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8 Απριλίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Χ' Κωνσταντή Για τον Κατηγορούμενο: κ. Μ. Χριστοφόρου Κατηγορούμενος παρών. ------------------------ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στον κατηγορούμενο αποδίδεται η διάπραξη των αδικημάτων της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό την διάπραξη ποινικού αδικήματος, κατηγορία αρ.1 και της κακόβουλης ζημιάς αρ. κατηγορίας

  1. Ειδικά αποδίδεται σε αυτόν ότι στις 26.3.13 παράνομα εισήλθε στην αυλή της κατοικίας του Μάριου Αττεσλή με σκοπό να διαπράξει κακόβουλη ζημιά και ότι εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά στο γυαλί της κυρίας εισόδου της οικίας και σε διάφορες γλάστρες περιουσίας του παραπονούμενου συνολικής αξίας €
  2. O κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε ενοχή. Κλήθηκαν από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής και οι τέσσερεις μάρτυρες που αναγράφονται στο κατηγορητήριο αλλά από αυτούς μόνο ο παραπονούμενος και οι δύο αστυνομικοί έδωσαν μαρτυρία. Η Ιωάννα Παπαδοπούλου ανέφερε ότι δεν επιθυμεί να δώσει μαρτυρία για την παρούσα υπόθεση. Αντικείμενο της παρούσας απόφασης είναι η εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτη όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου σε καμιά από τις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει τόσο λόγω μη απόδειξης συστατικών στοιχείων του αδικήματος αλλά και λόγω της αντιφατικότητας της μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί. Πολύ συνοπτικά θα αναφερθώ στη μαρτυρία που έχει δοθεί η πλήρης έκταση της οποίας βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά της υπόθεσης. Ο Μ.Κ.1 Λοχίας 4137 Π. Ξενοφώντος ανέφερε ότι περί ώρα 1.25 π.μ. της 26.3.13 έλαβε τηλεφώνημα από την Ιωάννα Παπαδοπούλου η οποία του ανέφερε ότι άγνωστο πρόσωπο βρίσκεται στην αυλή της διπλανής οικίας που ανήκει σε αστυνομικό και προκαλεί ζημιές. Ο ίδιος πήγε στο μέρος και προς ενίσχυση του είχαν πάει μέλη του ΚΕΜ-ΟΥΛΑΕ και της ΜΜΑΔ. Εκεί συνάντησε την κα Ιωάννα Παπαδοπούλου η οποία του ανέφερε ότι το πρόσωπο που έκανε την ζημιά έχει φύγει και ότι τον αναγνώρισε ως τον γείτονα της τον Μιχάλη τον Ντόπερμαν. Αμέσως μετά ήρθε ο ιδιοκτήτης της οικίας που είναι μέλος της Αστυνομίας που υπηρετεί στη ΜΜΑΔ. Έλεγξαν μαζί την οικία εσωτερικά και εξωτερικά και διαπίστωσαν ότι έγιναν ζημιές στα τζάμια της κυρίας εισόδου από ρήψη πέτρας. Βρέθηκαν σπασμένες τρεις πήλινες γλάστρας και 19 γλάστρες πλαστικές στις οποίες ήταν φυτεμένα διάφορα φυτά. Ο παραπονούμενος υπολόγισε τις ζημιές στα €900 συνολικά. Ο ΜΚ1 έλεγξε περιμετρικά την οικία, δεν εντόπισε εγκατεστημένο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης και αναζήτησε τον Μιχάλη Κιττήρα άλλως Ντόπερμαν στην οικία του και του τηλεφωνούσε επίσης χωρίς απάντηση. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τουλάχιστον στο μπροστινό μέρος της οικίας υπήρχε οδικός φωτισμός αλλά δεν θυμόταν για το πίσω μέρος της οικίας. Διευκρίνισε ότι ζημιές στις γλάστρες έγιναν και στην πίσω βεράντα. Δεν θυμόταν κατά πόσον υπήρχαν δέντρα ή πυκνή βλάστηση στην πρόσοψη του σπιτιού ούτε θυμάται να του ανέφερε η Ι. Παπαδοπούλου πού βρισκόταν η ίδια όταν είδε τον δράστη και που αυτός βρισκόταν, μπροστά ή πίσω στην οικία όταν τον είδε. Ανέφερε ότι η Παπαδοπούλου του είπε ότι ο δράστης έφυγε περπατητός και εξ όσων ερεύνησε δεν τον είχε δει κανένας άλλος εκτός από την ίδια. Δεν έλαβε δακτυλικά αποτυπώματα από την σκηνή ούτε κάλεσε άλλους συναδέλφους του για το σκοπό αυτό γιατί θεώρησε ότι κάτι τέτοιο δεν χρειαζόταν. Ανέφερε ότι το σπίτι του παραπονούμενου, του κατηγορούμενου και της Παπαδοπούλου είναι συνεχόμενα. Όπως είπε, δεν εντοπίστηκε καμιά παραβίαση είτε στην κύρια είσοδο είτε πίσω στη βεράντα από έξω και ότι πρόσβαση στην πίσω βεράντα μπορεί να γίνει πηδώντας κάποια τοιχαράκια από τις γειτονικές βεράντες. Ανέφερε επίσης ότι βρισκόταν ακόμα ένα πρόσωπο εκεί όταν πήγε πιθανόν η κόρη της Ιωάννα Παπαδοπούλου αλλά ο ίδιος δεν μίλησε μαζί της. Ο παραπονούμενος Μάριος Αττεσλής σε κατάθεση του ημερ. 26.3.13 αναφέρει ότι περί ώρα 1.20 το πρωί του τηλεφώνησε η γειτόνισσα του Ιωάννα Παπαδοπούλου και τον πληροφόρησε ότι βρισκόταν κάποιο πρόσωπο στην βεράντα του σπιτιού του και προκαλεί ζημιές και ότι από την περιγραφή είναι ο Μιχάλης Κιττήρας άλλως Ντόμπερμαν. Ο ίδιος είπε στην Παπαδοπούλου να ειδοποιήσει Αστυνομία και ξεκίνησε να πάει στο σπίτι του όπου όταν έφτασε βρήκε αρκετά μέλη της Αστυνομίας εκεί. Διαπίστωσε ζημιές σε γλάστρες με φυτά και στα τζάμια της εισόδου. Ανέφερε ότι ο Κιττήρας διαμένει στο διπλανό σπίτι από το δικό του και θεωρεί ότι είναι επικίνδυνος τόσο για τον εαυτό του όσο και για τους γύρω του. Είπε ότι ο Κιττήρας στις 10.3.13 έριχνε μικρά τούβλα στην πόρτα του χωρίς να προκαλέσει ζημιά και φώναζε. Ο ίδιος κατάλαβε ότι ήταν ο κατηγορούμενος από την φωνή. Θέση του ήταν ότι εκτός από την μαρτυρία της Παπαδοπούλου που είδε τον κατηγορούμενο, και ο ίδιος υποψιάζεται ότι την προξένησε ο κατηγορούμενος γιατί κατά καιρούς όταν τον συναντούσε καταφερόταν εναντίον του και της Αστυνομίας με απειλητικές διαθέσεις ισχυριζόμενος ότι τον παρακολουθούν. Σε συμπληρωματική του κατάθεση στις 7.5.13 είπε ότι το επίδικο βράδυ ο ίδιος είχε βγάλει 9 φωτογραφίες όπου απεικονίζονται οι ζημιές τις οποίες και κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 εξηγώντας τις στο Δικαστήριο. Εξήγησε ότι το σπίτι του όπως και της Παπαδοπούλου και του Κιττήρα είναι ομοιόμορφα. Το δικό του είναι στη μέση, στα δεξιά του είναι του κατηγορούμενου και στα αριστερά του της Παπαδοπούλου. Είπε ότι υπάρχει οδικός φωτισμός μπροστά στην είσοδο και εξήγησε ότι οι ζημιές εντοπίστηκαν τόσο στην μπροστινή όσο και στην πισινή βεράντα. Δήλωσε ότι ήταν γείτονας με τον κατηγορούμενο για περίπου 7 χρόνια, μετά το περιστατικό ο ίδιος άλλαξε σπίτι, και ενώ οι σχέσεις τους ήταν άριστες, ένα μήνα περίπου πριν το περιστατικό είχε αλλάξει η συμπεριφορά του, έκανε διάφορες ερωτήσεις στον ίδιο για τα άτομα που μπαινόβγαιναν στο σπίτι του, συμπεριφερόταν παράξενα, πίστευε ότι τον παρακολουθούσε τόσο η Αστυνομία όσο και ο ίδιος με αποκορύφωμα την συμπεριφορά του στις 10.3.13 που έριχνε πέτρες. Αντεξετάστηκε σε σχέση με τον οδικό φωτισμό που υπήρχε τόσο μπροστά όσο και πίσω στην οικία του, ρωτήθηκε κατά πόσον υπήρχε πυκνή βλάστηση που να εμπόδιζε την ορατότητα και του υποδείχθηκαν φωτογραφίες που κατατέθηκαν ως τεκμήριο και απεικονίζουν την σημερινή κατάσταση της οικίας του κατηγορούμενου για να αναφέρει ότι τότε σίγουρα δεν υπήρχε αυτή η πυκνή βλάστηση. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι ούτε οδικός φωτισμός υπήρχε μπροστά και ότι στη πίσω βεράντα είναι σκοτεινά και δεν μπορεί κανένας να δει τίποτε όπως την θέση ότι υπήρχε μεγάλη και πυκνή βλάστηση που εμπόδιζαν την ορατότητα. Συμφώνησε επίσης ότι στο σημείο που η Παπαδοπούλου ισχυρίστηκε ότι έβλεπε τον κατηγορούμενο να προκαλεί τις ζημιές υπάρχει ένα τοιχαράκι και όταν ρωτήθηκε κατά πόσον η Παπαδοπούλου του είπε ότι είδε τον κατηγορούμενο ή τον αναγνώρισε από την φωνή δεν γνώριζε να αναφέρει στο Δικαστήριο. Θέση του ήταν όταν ο ίδιος πήγε στη σκηνή ο κατηγορούμενος πέρασε από μπροστά τους και μπήκε στην οικία του, είπε ότι ανέφερε το γεγονός αυτό στο Ξενοφώντος αλλά όταν του κτύπησαν την πόρτα δεν βγήκε έξω. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν σταμάτησε ο ίδιος τον κατηγορούμενο αφού πέρασε από μπροστά του για να του ζητήσει τον λόγο είπε ότι δεν είναι ο εξεταστής της υπόθεσης. Αναφορικά με το επεισόδιο της 10.3.13 είπε ότι είχε ακούσει μικρά κτυπήματα στην πόρτα, ακολούθως άκουσε πιο δυνατό θόρυβο και μετά τον κατηγορούμενο να φωνάζει εκτός εαυτού. Δεν τον είδε να ρίχνει τούβλα άκουσε όμως τη φωνή του και δεν δέχτηκε την υποβολή ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε καμία σχέση με το επεισόδιο 10.3.
  3. Είπε ότι τους τελευταίους ένα, δύο μήνες πριν το περιστατικό ο κατηγορούμενος ήταν σε κατάσταση σύγχυσης αλλά φιλικός. Μιλούσαν όποτε βρισκόντουσαν έξω και ο κατηγορούμενος του έλεγε ότι κάποιοι τον παρακολουθούσαν οι οποίοι κάθονταν στη δική του βεράντα. Ο παραπονούμενος του είπε να τους διώξει αν τους ξαναδεί και μάλιστα σήκωσε το τραπεζάκι και την καρέκλα που είχε έξω στην βεράντα. Είπε ότι ουδέποτε τσακώθηκε με τον κατηγορούμενο, οι σχέσεις τους ήταν πολύ καλές μέχρι το επεισόδιο, δεν γνωρίζει γιατί ο κατηγορούμενος έκανε αυτές τις πράξεις και ήταν σίγουρος ότι ο κατηγορούμενος έχει σχέση με αυτές τις ζημιές. Δέχτηκε επίσης ότι για να μεταβεί κάποιος από την μπροστινή στη πισινή βεράντα στην πίσω, η είσοδος πετυχαίνεται από την είσοδο της οικίας μόνον, από το πλάι είναι όλα κλειστά. Ο τελευταίος μάρτυρας ήταν ο Αστ. 1024 Χρ. Κλεοβούλου ο οποίος είναι το πρόσωπο του στις 2.5.13 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και τον κατηγόρησε γραπτώς την ίδια μέρα. Ο ίδιος δεν είχε δει τις ζημιές το ίδιο βράδυ, πήγε την επομένη μέρα και είπε ότι τον κατηγορούμενο τον είδε για πρώτη φορά στις 27.3.13 όταν επισκέφθηκε την οικία της Ι. Παπαδοπούλου σε σχέση με παράπονο της ιδίας για ζημιά στην ταράτσα της πολυκατοικίας της. Είπε ότι η μαρτυρία που είχε για να κατηγορήσει τον κατηγορούμενο για την παρούσα υπόθεση ήταν αυτή της Ιωάννας Παπαδοπούλου αναφέροντας ότι ο κατηγορούμενος είχε προσφερθεί να πληρώσει τις ζημιές που ο ίδιος προκάλεσε στην Παπαδοπούλου για το παράπονο της ίδιας και είπε ότι η Παπαδοπούλου δεν τον είχε δει να σπάζει πράγματα σε ότι αφορά το δικό του παράπονο για ζημιές στη οικία της. Ανέφερε επίσης ότι γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος είχε πολλά προβλήματα με τον παραπονούμενο σε σημείο που τελικά ο παραπονούμενος μετακόμισε. Είπε ότι δεν μίλησε ο ίδιος με τον παραπονούμενο αλλά τα άκουσε από άλλους συναδέλφους. Ρωτήθηκε και αυτός ο μάρτυρας κατά την αντεξέταση του για τον φωτισμό στο επίδικο σημείο τόσο μπροστά στην είσοδο όσο και στην πισινή μεριά που είναι η πίσω βεράντες των κατοικιών. Είπε ότι η δική του εμπλοκή στην παρούσα υπόθεση ήταν μόνο μετά που εντόπισε τον κατηγορούμενο, μετά από δύο μήνες, επειδή δεν ήταν συνεργάσιμος με την Αστυνομία από αλληλεγγύη προς τους συναδέλφους του αποφάσισε να του λάβει ανακριτική κατάθεση και να τον κατηγορήσει. Δεν δέχτηκε τις υποβολές ότι ενήργησε εκδικητικά εναντίον του κατηγορούμενου λόγω του ότι εμπλεκόταν συνάδελφος του ως παραπονούμενος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την άρνηση των Κατηγοριών ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα το οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6739 και 6740, ημερ. 27.3.2000). Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου, Π.Ε. 7107, ημερ. 13.2.2002). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοΐζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos

(1980)J.S.C. 145). Όπως αναφέρθηκε και στην γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133: «Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου». Επομένως το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε αθώωση του κατηγορουμένου από το στάδιο αυτό είτε σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή αποτύχει να αποδείξει συστατικό στοιχείο του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είτε εάν η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής είναι αντιφατική ή στερείται πειστικότητας σε τέτοιο βαθμό που δεν θα ήταν λογικό να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία. Το κριτήριο, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όταν όλη η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση να απαντηθεί (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω)). (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Νίκου Π. Κλεάνθους Π.Ε. 6619, ημερ. 21.6.1999, Azinas v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9, Shaban Bin Houssein v. Chong Fukkan
(1969)3 All E.R. 1626). Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της και επάρκεια της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στα στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν». Όπως έχω αναφέρει η θέση του κ. Χριστοφόρου ήταν ότι δεν αποδείχτηκαν ούτε τα στοιχεία των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αλλά και ότι η μαρτυρία ήταν αντιφατική. Σε σχέση με την μαρτυρία χωρίς σε καμία περίπτωση να γίνει αξιολόγηση της στο στάδιο αναφέρω τα ακόλουθα. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι δέχτηκε τηλεφώνημα από την Παπαδοπούλου η οποία του ανέφερε ότι άγνωστο πρόσωπο βρίσκεται στην αυλή διπλανού σπιτιού και προκαλεί ζημιές. Ο παραπονούμενος όμως στον οποίο η Παπαδοπούλου τηλεφώνησε πριν να τηλεφωνήσει στην Αστυνομία είπε ότι η Παπαδοπούλου του κατονόμασε τον κατηγορούμενο και ότι τον είχε αναγνωρίσει. Ο Ξενοφώντος είπε ότι αναζήτησε τον κατηγορούμενο στην οικία του το επίδικο βράδυ χωρίς να τον εντοπίσει ενώ ο παραπονούμενος είπε ότι ο κατηγορούμενος πέρασε από μπροστά τους και τον είδε να μπαίνει στην οικία του. Αν ίσχυε αυτό θεωρώ ότι θα έπρεπε να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του από την ίδια στιγμή από τον εξεταστή της υπόθεσης και όχι να περιμένει εκεί να αρκεστεί να κτυπήσει την πόρτα και όταν ο κατηγορούμενος δεν του απάντησε απλά να φύγει. Ο παραπονούμενος δεν γνώριζε πως η Παπαδοπούλου αναγνώρισε τον κατηγορούμενο, κατά πόσον τον είδε ή άκουσε την φωνή του αφού κατά τους ισχυρισμούς του η Παπαδοπούλου του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος φώναζε. Δόθηκαν επίσης εντελώς διαφορετικές περιγραφές για τον οδικό φωτισμό και τον τρόπο που φωτίζεται η οικία των παραπονουμένου, Παπαδοπούλου και κατηγορούμενου από τους τρεις μάρτυρες που κλήθηκαν στο Δικαστήριο. Όλοι μίλησαν για οδικό φωτισμό στην κύρια είσοδο χωρίς όμως να μπορούννα μπορέσουν να πουν που ακριβώς βρισκόταν αυτός ο φωτισμός σε σχέση με το σπίτι του παραπονούμενου και αν επηρεαζόταν η ορατότητα από την βλάστηση και τα δέντρα. Για τον φωτισμό στην πίσω βεράντα έδωσαν όλοι διαφορετικές εκδοχές. Ο Μ.Κ.1 είπε ότι δεν υπήρχε φωτισμός πίσω από την οικία του κατηγορούμενου η ώρα 1.25 το πρωί, δηλώνοντας όταν ο ίδιος πήγε στο πίσω μέρος της οικίας την επίδικη μέρα και ώρα ήταν σκοτεινά. Ο παραπονούμενος μίλησε για πολυκατοικίες που βρίσκονται στο σημείο που είναι η πίσω βεράντα του και για την κλινική Ιπποκράτειο οι οποίες δίνουν φωτισμό στο σημείο. Ακολούθως είπε ότι συνήθως υπάρχει φως χωρίς να γνωρίζει για το συγκεκριμένο βράδυ αναφέροντας ότι στο Ιπποκράτειο υπάρχει συνήθως πάντα κάποιο φως από τα κτίρια αυτά. Στην υποβολή του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η ώρα 1.20 είναι θεοσκότεινα είπε ότι μπορεί να έχει και δίκαιο ο συνήγορος υπεράσπισης. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε ότι στην περιοχή που είναι η πίσω βεράντα του σπιτιού της Παπαδοπούλου και του παραπονούμενου υπάρχουν καφέ και η ασφαλιστική εταιρεία Alliance που σίγουρα δίνουν φωτισμό. Είπε ότι υπάρχουν περιμετρικά κατοικίες και πολυκατοικίες αλλά δεν θυμόταν πόσο κοντά ήταν στην πίσω βεράντα του παραπονούμενου ενώ για το Ιπποκράτειο είπε ότι βρίσκεται σε σημείο που υπάρχει τοίχος και δεν μπορεί το φως από εκεί να περάσει. Δέχτηκε εν τέλει ότι όταν πήγε για την καταγγελία που είχε υποβάλει η Παπαδοπούλου την επόμενη μέρα σε ώρα που ήταν πάλι βράδυ για να μπορέσει να δει στη βεράντα της χρειάστηκε να ανάψει «κλεφτοφάναρο». Άλλη αντίφαση εντοπίζεται στις καταθέσεις του παραπονούμενου και του Κλεοβούλου για το επεισόδιο 10.3.13 και για τις σχέσεις παραπονούμενου κατηγορούμενου. Ο παραπονούμενος παρουσιάστηκε αρχικά σίγουρος ότι ήταν ο κατηγορούμενος που έριχνε τούβλα για να πει μετά ότι δεν τον είδε αλλά άκουγε την φωνή του. Ο Μ.Κ.3 για το εν λόγω επεισόδιο ανέφερε ότι ήταν διαφορετική η εκδοχή που του είπε ο παραπονούμενος. Ο παραπονούμενος είπε ότι δεν είχε διαφορές με τον κατηγορούμενο μέχρι και το επεισόδιο της 10.3.13 ενώ ο Κλεοβούλου είπε ότι γνώριζε από άλλους συναδέλφους τους ότι υπήρχαν έντονες προστριβές μεταξύ τους και μάλιστα ότι αναγκάστηκε να μετακομίσει ο Αττεσλής για να ησυχάσει από τις φασαρίες που είχε με τον κατηγορούμενο. Ο Μ.Κ.3 ανέφερε διάφορα επεισόδια-προστριβές που είχε, όπως του είχαν πει, ο κατηγορούμενος με παραπονούμενο όπως ρίψη πετρών, τούβλων, νερών κάτι που δεν ανάφερε ο παραπονούμενος. Είναι φανερό ότι οι αντιφάσεις που έχω περιγράψει πιο πάνω και που δεν είναι όλες που εντοπίζονται καταδεικνύουν ότι η ποιότητα της μαρτυρίας που έχει δοθεί δεν είναι τέτοιας υφής που το Δικαστήριο να μπορεί με ασφάλεια να στηριχτεί σε αυτή και να εξάξει οποιαδήποτε συμπεράσματα σε σχέση με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Πέραν των αντιφάσεων, έχουν παραμείνει και διάφορα κενά στην μαρτυρία και ειδικότερα για τον τρόπο και τη δυνατότητα πρόσβασης στην πίσω βεράντα του σπιτιού του παραπονούμενου από σημείο άλλο πέραν της κυρίως εισόδου, όπως επίσης και για το πώς μπορούσε η Ιωάννα Παπαδοπούλου να δει οτιδήποτε στην αυλή του παραπονούμενου αφού υπήρχε τοίχος που χώριζε τα σπίτια και δεν γνωρίζουμε που η ίδια βρισκόταν, ούτε και σε ποιο σημείο εντόπισε, αν εντόπισε τον κατηγορούμενο ούτε και αν τον αναγνώρισε από τη φωνή ή επειδή του είδε. Αν και από τα πιο πάνω παρέλκει η εξέταση άλλων θεμάτων αναφέρω και τα πιο κάτω σε ότι αφορά τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος Στον κατηγορούμενο αποδίδεται πρώτα απ' όλα το αδίκημα της εισόδου σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξη ποινικού αδικήματος κατά παράβαση των άρθρων 20(β) και 280 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Το άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα προνοεί τα ακόλουθα: «280. Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή όποιος αφού εισέλθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δυο χρόνων». Από το λεκτικό του υπό αναφορά άρθρου σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας 1 που επέλεξε να χρησιμοποιήσει η Κατηγορούσα Αρχή που είναι η είσοδος σε ξένη περιουσία με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος και όχι η πρόκληση εκφοβισμού ή όχλησης, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: 1. Η παράνομη είσοδος του κατηγορούμενου σε περιουσία. 2. Η περιουσία αυτή να βρίσκεται στην κατοχή άλλου. 3. Η είσοδος να έγινε με σκοπό την διάπραξη ποινικού αδικήματος. Σημειώνεται ότι σύμφωνα και με τη νομολογία ότι το πιο πάνω άρθρο δεν προστατεύει μόνο τον ιδιοκτήτη αλλά και τον κάτοχο περιουσίας. Στην υπόθεση Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 354 αναφέρθηκαν τα εξής: «Τα αποσπάσματα της μαρτυρίας, στα οποία ο συνήγορος μας παρέπεμψε, με σκοπό να καταδείξει το εσφαλμένο της απόρριψης της θέσης του εφεσείοντα - ότι η ιδιοκτησία του ανοικτού χώρου τελούσε υπό αμφισβήτηση - όπως υποδείξαμε και κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, δεν επιδρούν και ούτε επηρεάζουν, δεδομένου ότι το Άρθρο 280 του ΚΕΦ. 154 δεν προστατεύει τον ιδιοκτήτη αλλά τον κάτοχο της περιουσίας και το ότι οι παραπονούμενοι ήταν κάτοχοι δεν αμφισβητήθηκε». Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κεφ. 154 «κατοχή» σημαίνει: «(α) «να κατέχει» ή «να έχει στην κατοχή» περιλαμβάνει όχι μόνο το να έχει στη δική του προσωπική κατοχή, αλλ' επίσης και το να έχει σε γνώση του ότι είναι στην πραγματική κατοχή ή τη φύλαξη οποιουδήποτε άλλου προσώπου ή να το φυλάγει σε οποιοδήποτε χώρο (είτε αυτός ανήκει στον ίδιο ή κατέχεται από αυτό είτε όχι) για χρήση ή όφελος του ίδιου ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου (β) σε περισσότερα από ένα πρόσωπα, αν ένας ή περισσότερα από αυτά έχουν κάποιο πράγμα υπό τη φύλαξη ή στην κατοχή τους σε γνώση και με τη συγκατάθεση των υπολοίπων, το πράγμα αυτό θεωρείται ότι βρίσκεται υπό τη φύλαξη και την κατοχή καθενός και όλων αυτών των προσώπων». Σύμφωνα με την νομολογία, ο σκοπός ή η πρόθεση διάπραξης του ποινικού αδικήματος ή της όχλησης δεν είναι πάντοτε δεκτικά θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενα αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει. Στην υπόθεση Ανθία ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 404 τα γεγονότα της οποίας διαφέρουν κατά πολύ από αυτά της παρούσας όπου ο εφεσείοντας κρίθηκε ένοχος, κατόπιν τροποποίησης του κατηγορητηρίου με την προσθήκη 2ης κατηγορίας για είσοδο σε περιουσία κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα και αθωώθηκε και απαλλάγηκε στην κατηγορία της διάρρηξης κατά τη διάρκεια της νύκτας λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.......... η πρόθεση μπορεί να συναχθεί ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν είναι αρκετό ότι το συμπέρασμα για ύπαρξη πρόθεσης είναι εύλογο, πρέπει να είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα το οποίο μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα. Το βάρος αποδείξεως της πρόθεσης το φέρει η κατηγορούσα αρχή σε όλα τα στάδια της δίκης.......Η πρόθεση δεν μπορεί να αποδειχθεί με θετική άμεση απόδειξη. Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του.» Από τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης αποφασίστηκε ότι η πρόθεση ενόχλησης ήταν αυτονόητη και αυταπόδεικτη και αποτελούσε φυσική συνέπεια της παράνομης εισόδου. Το Κακουργιοδικείο μάλιστα δικαιολογώντας την προσθήκη της 2ης κατηγορίας όπως πιο πάνω ανέφερε τα ακόλουθα: «Ο κατηγορούμενος ανεξάρτητα από το συγκεκριμένο σκοπό της εισόδου του στο διαμέρισμα προέβη σε ενέργειες εν γνώσει του ότι η φυσική τους συνέπεια θα ήταν η ενόχληση του κατόχου του διαμερίσματος. Γνώριζε ότι στο διαμέρισμα κατοικούσαν κάποια πρόσωπα αλλά αποδέχθηκε όπως εισέλθει και ερευνήσει το διαμέρισμα. Το ότι τελικώς ο αποδέκτης της ενόχλησης είναι πρόσωπο άλλο αυτού που ανέμενε είναι άσχετο. Πιστεύουμε και είναι το εύρημα μας ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να ενοχλήσει μέσα στην έννοια του άρθρου 280 του ΚΕΦ. 154. ....................................... Η γραμμή της υπεράσπισης ήταν από την αρχή μέχρι τέλους ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στο διαμέρισμα του παραπονουμένου. Σε πολλά σημεία της μαρτυρίας του ο κατηγορούμενος ο ίδιος μίλησε για αδίκημα που διέπραξε εννοώντας την παράνομη είσοδο του στο διαμέρισμα του παραπονουμένου.» Στην υπόθεση Δημητριάδης «Ρώτας» ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 203 λέχθηκαν επίσης τα ακόλουθα: «Οι αρχές που διέπουν το θέμα της παράνομης εισόδου με σκοπό την ενόχληση του κατόχου περιουσίας έχουν εξεταστεί, μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Lambides v. The Police
(1967)2 CLR 142, στην οποία λέχθηκε ότι εκεί που ο πραγματικός ή κύριος σκοπός της εισόδου ενός είναι να διαπραχθεί ένα αδίκημα ή να εκφοβίσει, εξυβρίσει, ή ενοχλήσει τον κάτοχο και όταν η διεκδίκηση δικαιώματος είναι απλώς ένας μανδύας για να συγκαλείψει τον πραγματικό σκοπό του το αδίκημα της παράνομης εισόδου έχει διαπραχθεί». Στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στην περιουσία του παραπονούμενου. Η μόνη μαρτυρία επί αυτού ήταν εξ ακοής, αυτή της κας Παπαδοπούλου όπως την έχει πει στον παραπούμενο, η οποία δεν έχει δώσει ένορκη μαρτυρία. Επαναλαμβάνω ότι είναι άγνωστο πως η Παπαδοπούλου κατάλαβε ότι ήταν ο κατηγορούμενος, οπτικά ή επειδή τον άκουσε. Πέραν των όσων αναφέρονται πιο πάνω για το κατά πόσο ο κατηγορούμενος εισήλθε στη περιουσία του παραπονούμενου, πόσον μάλλον δεν έχει αποδειχτεί ότι έγινε είσοδος του κατηγορούμενου με σκοπό πρόκλησης οποιουδήποτε αδικήματος. Σε σχέση με την δεύτερη κατηγορία, αυτήν της πρόκλησης ζημιάς, αναφέρω τα ακόλουθα: Το άρθρο 324
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «324.—
(1)Όποιος εσκεμμένα και παράνομα καταστρέφει ή προξενεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος, το οποίο εκτός αν προνοείται διαφορετικά είναι πλημμέλημα, αυτός αν δεν προβλέπεται κάποια άλλη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση δύο χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» 1... Πέραν των θεμάτων που παραμένουν αναπάντητα ως προς το κατά πόσο ήταν ο κατηγορούμενος το πρόσωπο που εισήλθε στην οικία του παραπονουμένου, δεν έχει αποδειχθεί ενόψει όλων όσων έχω αναφέρει πιο πάνω ότι ο κατηγορούμενος εσκεμμένα και παράνομα προξένησε τις ζημιές για τις οποίες κατηγορείται. Ενόψει των ανωτέρω ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσεται από το στάδιο αυτό και από τις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ) ........... Στ.Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.