← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χριστόδουλος Τρακοσιής, Αρ. Υπόθεσης: 13248/12, 30/4/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χριστόδουλος Τρακοσιής, Αρ. Υπόθεσης: 13248/12, 30/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13248/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Χριστόδουλος Τρακοσιής Κατηγορουμένου ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30 Απριλίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Χ 'Κωνσταντή Για τον Κατηγορούμενο: κ. Π. Παφίτης Κατηγορούμενος παρών. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Στον κατηγορούμενο αποδίδεται η διάπραξη του αδικήματος της κλοπής υπό αντιπροσώπου κατά παράβαση των άρθρων 255, 270(β) και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.1 54, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 43(Ι)/2000, σε έξι διαφορετικές περιπτώσεις. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων όπως φαίνονται στο κατηγορητήριο, στον κατηγορούμενο αποδίδεται ότι σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ Ιανουαρίου 2010 και Μαΐου του 2010, έκλεψε διάφορα ποσά και ένα αυτοκίνητο τα οποία του είχαν ενεπιστευθεί διάφορα άτομα - οι παραπονούμενοι - για την αγορά αυτοκινήτων διαφόρων κατασκευών που του παράγγειλαν και τα οποία θα τους εισήγαγε στην Κύπρο από την Αγγλία. O κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε ενοχή. Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία όπου κατάθεσαν στο Δικαστήριο δεκατρείς μάρτυρες κατηγορίας, κατατέθηκαν επίσης πολλά έγγραφα καθώς και αριθμός εγγράφων σημειώθηκαν ως Τεκμήρια εκ συμφώνου για την αλήθεια του περιεχομένου τους μετά από σχετική δήλωση της εκπροσώπου της Κατηγορούσας Αρχής και του δικηγόρου του κατηγορούμενου. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου υπέβαλε στο Δικαστήριο εισήγηση ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτη όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και κάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει από το στάδιο αυτό σε σχέση με όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Κατέθεσε προς τούτο γραπτή αγόρευση. Θέση του κ. Παφίτη είναι ότι δεν αποδείκτηκαν συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Αντίθετη ήταν η εισήγηση της κας Χ' Κωνσταντή η οποία στην δική της αγόρευση ανέφερε ότι έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης είναι η εισήγηση του κ. Παφίτη. Αναφέρω ότι συνεπεία της προφορικής μαρτυρίας των παραπονούμενων που κλήθηκαν και έδωσαν μαρτυρία στο Δικαστήριο οι λεπτομέρειες των αδικημάτων που αφορά κάθε ένα από αυτούς φαίνεται να έχουν διαφοροποιηθεί από αυτές που αναγράφονται στο κατηγορητήριο σε ότι αφορά τα ποσά και τρόπο καταβολής τους. Θεωρώ σωστό να θέσω πρώτα την μαρτυρία των παραπονούμενων. Ο Μ.Κ.5 Γιώργος Κυριάκου ανέφερε ότι ήθελε να αγοράσει ένα αυτοκίνητο μάρκας Audi μοντέλο TTS. Του συνέστησαν κάποιοι φίλοι του την εταιρεία Trakoshis Motors, επισκέφθηκε τα γραφεία της εν λόγω εταιρείας, συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο ο οποίος του έδειξε φωτογραφία από σελίδα στο διαδίκτυο ενός αυτοκινήτου Audi TTS χρώματος άσπρου που ήταν όπως το ήθελε. Ο κατηγορούμενος του ζήτησε το ποσό των €20.500, το οποίο αρχικά ανέφερε ότι του έδωσε σε μετρητά ενώ σε μεταγενέστερη του κατάθεση ανέφερε ότι του έδωσε σε μετρητά το ποσό των €9.000 και άφησε στην μάντρα του το αυτοκίνητο του μάρκας Mitsubishi Lancer Evolution το οποίο πώλησε ο κατηγορούμενος για €11.

  1. Γνώριζε ότι το αυτοκίνητο αυτό ο κατηγορούμενος θα του το εισήγαγε από την Αγγλία. Αφού πέρασε αρκετός καιρός και μετά που ο κατηγορούμενος του έδωσε διάφορες δικαιολογίες για μεγάλα χρονικά διαστήματα χωρίς ποτέ να έρθει το αυτοκίνητο, ο ίδιος πήγε σε δικηγόρο και όπως ανέφερε καταχώρησε πολιτική αγωγή εναντίον του κατηγορούμενου και της εταιρείας του και μάλιστα πέτυχε την έκδοση απόφασης. Μέχρι σήμερα δεν έχει πάρει πίσω ούτε τα χρήματα του ούτε και ήρθε το αυτοκίνητο που παρήγγειλε γι' αυτό και έχει παράπονο. Τις €11.500 που ο κατηγορούμενος είσπραξε από την πώληση του αυτοκινήτου του δεν του τις έδωσε ποτέ. Αντεξεταζόμενος αρχικά δεν δέχτηκε την θέση του συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι γνώριζε ότι υπήρχε τρίτο πρόσωπο στην Αγγλία με τον οποίο συνεργαζόταν ο κατηγορούμενος ο οποίος θα αγόραζε το αυτοκίνητο από την Αγγλία και θα το έστελλε στην Κύπρο, ακολούθως δέχτηκε την θέση αυτή και συμφώνησε ότι ο κατηγορούμενος είχε παραδεχτεί στον ίδιο ότι του χρωστούσε τα χρήματα και ότι του πρότεινε να του δώσει άλλο αυτοκίνητο πρόταση την οποία ο ίδιος αρνήθηκε και συμφώνησε επίσης ότι η θέση του κατηγορούμενου στον ίδιο ήταν ότι τον ξεγέλασε το τρίτο πρόσωπο συνεργάτης του στην Αγγλία αλλά όπως δήλωσε ο Μ.Κ.5 δεν ήξερε κατά πόσον αυτά που του έλεγε ο κατηγορούμενος ίσχυαν. Δήλωσε ότι αυτό που ζητά είναι τα χρήματα που έδωσε στον κατηγορούμενο. Η Μ.Κ.6 Μιχαέλα Γκαμπριέλα Τανάσε ανέφερε ότι πήγε στην μάντρα Trakoshis Motors και συνάντησε τον κατηγορούμενο από τον οποίο αγόρασε ένα BMW X3 για το ποσό των €20.000 το οποίο του εξόφλησε και παρέλαβε το αυτοκίνητο και επίσης του άφησε το αυτοκίνητο της μάρκας Toyota Vitz να το πουλήσει για €10.
  2. Θέση της ήταν ότι ο κατηγορούμενος δεν πούλησε το αυτοκίνητο το οποίο είχε εξαφανιστεί από την μάντρα του χωρίς να της δώσει οποιοδήποτε ποσό, αργότερα όμως την ειδοποίησε η Αστυνομία ότι το αυτοκίνητο της βρέθηκε, πήγε και το αναγνώρισε και ήταν στην κατάσταση όπως όταν το πήρε στην μάντρα αυτοκινήτων του κατηγορούμενου χρειαζόταν όμως πλύσιμο και πιθανόν μπαταρία. Το αυτοκίνητο της το έχει παραλάβει και όπως ανέφερε σήμερα ο κατηγορούμενος δεν χρωστά τίποτε στην ίδια. Η Μ.Κ.7 Χάννα Σεραφήμοβιτς Αβρααμίδου ανέφερε ότι τον Μάρτιο του 2010 έψαχνε ένα βαν για την δουλειά της και πήγε στην μάντρα Trakoshis Motors και γνώρισε τον κατηγορούμενο. Του είπε ότι ενδιαφερόταν να αγοράσει επίσης ένα Toyota Rav4 και τον ρώτησε κατά πόσον μπορούσε να της φέρει από το εξωτερικό τέτοιο αυτοκίνητο. Μετά η ίδια βρήκε στο Internet ένα αυτοκίνητο όπως το ήθελε, πήγε ξανά στον κατηγορούμενο και του το είπε. Ο κατηγορούμενος της είπε ότι ο συνεργάτης του στο Λονδίνο είχε δει το αυτοκίνητο και ήταν καλό και έπρεπε να το αγοράσουν. Η τιμή του αυτοκινήτου ήταν 5.500 στερλίνες και έτσι έδωσε στον κατηγορούμενο την ίδια μέρα το ποσό των €6.700 που ήταν το αντίστοιχο σε ευρώ. Περίμενε να έρθει το αυτοκίνητο, ο κατηγορούμενος έδινε διάφορες δικαιολογίες και την παρέπεμπε σε βάθος χρόνου, ακολούθως της έδωσε ένα πιστοποιητικό εγγραφής αυτοκινήτου ότι ήταν αυτό που θα ερχόταν χωρίς αυτό να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα με αποτέλεσμα να καταγγείλει την υπόθεση. Αντεξεταζόμενη επιβεβαίωσε ότι ήξερε ότι ο κατηγορούμενος είχε συνεργάτη στο Λονδίνο ο οποίος και θα αγόραζε το αυτοκίνητο, συμφώνησε ότι είχε διορίσει δικηγόρο ο οποίος ανέλαβε την υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου με αποτέλεσμα να της δώσει πίσω το ποσό των €3.000, άρα το ποσό που εξακολουθεί να της χρωστά είναι €3.
  3. Της υπεβλήθη ότι το ποσό των €3.000 που της δόθηκε ήταν για τελική εξόφληση της απαίτησης της, θέση που δεν δέχτηκε όπως επίσης και δεν δέχτηκε ότι το πιστοποιητικό εγγραφής του αυτοκινήτου που της είχε παρουσιάσει ο κατηγορούμενος αντιστοιχούσε στο μοντέλο που του είχε δείξει η ίδια από το διαδίκτυο. Της υπεβλήθη τελικά ότι επειδή υπήρξε εκκρεμότητα που αφορούσε τον σύζυγο της και τον κατηγορούμενο για άλλη υπόθεση, συμφωνήθηκε μέσω δικηγόρου όπως το ποσό των €3.000 που έλαβε ήταν η τελική διευθέτηση για όλη την διαφορά τους και η θέση της ήταν «μπορεί ναι, δεν θυμάμαι». Ο Μ.Κ.8 Νικόλας Ιωσήφ έψαχνε ένα αυτοκίνητο Mercedes CLK convertible, πήγε στην μάντρα Τρακοσιής, γνώρισε τον κατηγορούμενο ο οποίος του ανέφερε ότι δεν είχε τότε εκείνο το αυτοκίνητο αλλά ότι θα μετέβαινε στην Αγγλία και αν έβρισκε τέτοιο αυτοκίνητο θα του τηλεφωνούσε για να του εμβάσει χρήματα να το αγοράσει. Όντως του τηλεφώνησε ο κατηγορούμενος από την Αγγλία, του είπε ότι βρήκε ένα μαύρο Mercedes CLK Convertible του 2008 για το ποσό των 14.500 στερλινών. Του είπε να στείλει τα χρήματα στο όνομα Παναγιώτης Αριστείδου και του έδωσε ένα αριθμό i ban. Την επόμενη μέρα ο ίδιος έστειλε το ποσό των €16.520 που αντιστοιχούσε στο ποσό των στερλινών και έλαβε απόδειξη. Το αυτοκίνητο δεν ερχόταν και μετά από πολλές δικαιολογίες, ο κατηγορούμενος του ανέφερε τελικά ότι ο συνεργάτης του στην Αγγλία Παναγιώτης Αριστείδου είχε προβλήματα με την Αστυνομία, του είχαν παγοποιήσει τον λογαριασμό του και δεν μπορούσε να αγοράσει το αυτοκίνητο. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος είχε συνεργάτη στην Αγγλία, ότι του είπε ότι ο συνεργάτης-αντιπρόσωπος του τον ξεγέλασε αλλά ο ίδιος είχε τη θέση ότι είναι με τον κατηγορούμενο που μίλησε και από τον κατηγορούμενο θέλει τα λεφτά του πίσω. Είπε ότι εναντίον του κατηγορούμενου έχει καταχωρήσει αγωγή με τον δικηγόρο του καθότι μέχρι σήμερα ούτε το αυτοκίνητο του παρέλαβε ούτε τα χρήματα του. Η Μ.Κ.9 Ελισάβετ Θεολόγου έδωσε στην Αστυνομία πέντε καταθέσεις σε σχέση με το παράπονο εναντίον του κατηγορούμενου. Στις λεπτομέρειες αδικήματος που την αφορούν ως παραπονούμενη αναφέρεται ότι του είχε ενεπιστευθεί €15.000 ποσό το οποίο ο κατηγορούμενος έκλεψε. Όπως ανέφερε, αυτό ήταν το ποσό που της ζήτησε ο κατηγορούμενος σαν προκαταβολή να αγοράσει ένα BMW Convertible 320 το οποίο θα κόστιζε €23.000, και μετά θα του έδιδε το υπόλοιπο ποσό €8.
  4. Του έδωσε με επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας το ποσό των €15.000 και περίμενε να την ειδοποιήσει για το αυτοκίνητο. Ούτε αυτοκίνητο ήρθε ούτε τα χρήματα που του παρέδωσε έλαβε πίσω, μετά είχε γίνει κάποια διευθέτηση με τον σύζυγο της συνεπεία της οποίας απέσυρε το παράπονο της στην Αστυνομία για να επανέλθει όμως και να υποβάλει ξανά το παράπονο της εφόσον η συμφωνία δεν είχε υλοποιηθεί. Ακολούθως έγινε νέα συμφωνία σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος της επέστρεψε το ποσό των €7.000, €4.000 σε μετρητά και €3.000 σε επιταγές και ενώ υπέγραψε προς όφελος της γραπτή βεβαίωση ότι μέχρι τις 23.8.10 θα της επέστρεφε το υπόλοιπο ποσό, μέχρι σήμερα αυτό δεν έγινε και εξακολουθεί να έχει παράπονο. Αντεξεταζόμενη συμφώνησε ότι ο κατηγορούμενος δεν αρνήθηκε ποτέ ότι της χρωστά χρήματα, ότι είχαν γίνει κάποιες προσπάθειες για να της δοθεί άλλο αυτοκίνητο και είπε ότι η δοσοληψία με τον κατηγορούμενο έγινε λόγω της σχέσης που είχε ο κατηγορούμενος με τον πρώην σύζυγο της που ήταν τραπεζικός και η ίδια πήγε κοντά του επειδή είχε προηγουμένως φέρει αυτοκίνητο για την κόρη τους χωρίς πρόβλημα. Συμφώνησε ότι ο κατηγορούμενος δεν αρνήθηκε να της φέρει το αυτοκίνητο που παρήγγειλε αλλά την ενημέρωσε για τα προβλήματα που είχε με τον συνεργάτη του. Ανέφερε επίσης ότι ανέθεσε σε δικηγόρο την υπόθεση. Ο παραπονούμενος Oluwaseyi Ogunsanya τον οποίο αφορά η κατηγορία αρ. 3 κλήθηκε ως μάρτυρας αλλά δεν κατέστη δυνατό να του επιδοθεί η κλήση. Κλήθηκαν επίσης ως μάρτυρες οι δύο αδερφοί του κατηγορούμενου Χαράλαμπος Τρακοσιής και Γιάννος Τρακοσιής, Μ.Κ.10 και Μ.Κ.11 αντίστοιχα οι οποίοι ανέφεραν ότι ο αδερφός τους συνεργαζόταν με τον Παναγιώτη Ευριπίδου στην Αγγλία ο οποίος εξαπάτησε τον αδερφό τους. Ο τρόπος που δούλευε ο κατηγορούμενος με τους πελάτες του ήταν ότι τηλεφωνούσε στον Ευριπίδου στο Λονδίνο, του έλεγε το αυτοκίνητο που ήθελε και του έμβαζε τα ποσά και ο Ευριπίδου έστελλε τα αυτοκίνητα στην Κύπρο. Από ένα σημείο και μετά και ειδικά κατά το επίδικο χρονικό σημείο ο Ευριπίδου άρχισε διάφορες δικαιολογίες, δεν έστελλε αυτοκίνητα στον αδερφό του και μετά εξαφανίστηκε και δεν απαντούσε τα τηλέφωνα. Ο Μ.Κ.10 ανέφερε επίσης ότι κατόπιν οδηγιών του αδερφού του έτυχε να στείλει χρήματα μέσω της Western Union στον Ευριπίδου. Αυτή την θέση δηλαδή ότι έστειλαν χρήματα μέσω της Western Union στο συνεργάτη του κατηγορούμενου Παναγιώτη Ευριπίδου στην Αγγλία για αγορά και αποστολή αυτοκινήτων στην Κύπρο ανέφεραν επίσης στο Δικαστήριο οι Μ.Κ.12 και 13 Αντώνης Κονναρής και Μάριος Κωνσταντίνου. Ο Μάριος Κωνσταντίνου είπε επίσης ότι στην παρουσία του έγιναν διάφορες προσπάθειες από τον κατηγορούμενο να αποκαταστήσει την ζημιά που είχε δημιουργηθεί εξαιτίας του Παναγιώτη Ευριπίδου σε διάφορους πελάτες του. Κατατέθηκαν επίσης εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχόμενου τους οι καταθέσεις της Μαρίας Αχιλλέως, τραπεζιτικής υπαλλήλου της Περιφερειακής ΣΠΕ Λευκωσίας υποκατάστημα Τσερίου η οποία αναφέρει ότι ο Νικόλας Ιωσήφ απέστειλε το ποσό €16.520 στο όνομα Παναγιώτης Αριστείδου σε αριθμό λογαριασμού της Barclays Bank στην Αγγλία και της Νεκταρίας Μιχαήλ Λειτουργού εξυπηρέτησης στην εταιρεία Western Union η οποία ανέφερε ότι σε διάφορες ημερομηνίες στάληκαν από τον κατηγορούμενο διάφορα ποσά στον Παναγιώτη Ευριπίδου στο Λονδίνο και με αντίγραφα των εν λόγω εμβασμάτων. Ο Γιώργος Πολυβίου, υπάλληλος της τότε Λαϊκής Τράπεζας αναφέρει ότι η επιταγή με αριθμό 638878 για το ποσό των €15.000 με ημερομηνία 19.2.10 έχει εξαργυρωθεί. Κατατέθηκε επίσης εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου της η κατάθεση του Κώστα Κωνσταντίνου ο οποίος αναφέρει για μια δοσοληψία του με τον κατηγορούμενο η οποία δεν καρποφόρησε αλλά έληξε αισίως χωρίς να υπάρχει παράπονο από κανένα. Σημειώνω ότι αυτή η δοσοληψία δεν αποτελεί μέρος της παρούσας υπόθεσης. Τελευταία παραθέτω την μαρτυρία των Αστυνομικών εξεταστών της υπόθεσης. Η Μ.Κ.1 Αστ. 303 Στέλλα Πιτσιλλίδου βοήθησε στην συμπλήρωση του φακέλου και ήταν η Αστυνομικός η οποία έλαβε τις γραπτές καταγγελίες από τους Γιώργο Κυριάκου, Ελισάβετ Θεολόγου Χρυσάνθου και Μιχαέλα Γκαμπριέλα Τανάσε. Αυτή ήταν η μοναδική της ανάμειξη στην υπόθεση. Ο εξεταστής της υπόθεσης είναι ο Αστ. 530 Δ. Διονυσίου, Μ.Κ.
  5. Ήταν το πρόσωπο το οποίο βοήθησε στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο και το πρόσωπο που τον κατηγόρησε για τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, παρέδωσε επίσης στο Δικαστήριο δέσμες εγγράφων που αφορούν τα παράπονα των παραπονουμένων όπως του έχουν παραδοθεί από τους παραπονούμενους. Συμφώνησε ότι η θέση του κατηγορούμενου ευθύς εξ αρχής, χωρίς να αρνηθεί ότι έλαβε χρήματα από τους παραπονούμενους, ήταν ότι τον ξεγέλασε ο συνεργάτης του στην Αγγλία Παναγιώτης Ευριπίδου και συγκεκριμένα του ανέφερε ότι δυσκολευόταν να εντοπίσει τον Ευριπίδου και ότι όπως του ανέφερε είχαν παγοποιηθεί οι λογαριασμοί του στην Αγγλία. Ο κ. Διονυσίου ανέφερε ότι στα πλαίσια αυτών των ισχυρισμών του κατηγορούμενου απέστειλε αίτημα προς τις αρμόδιες Ανακριτικές Αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου στις 8.6.11 για Συνδρομή και συγκεκριμένα τους ζητούσαν να γίνουν έρευνες για εντοπισμό του Παναγιώτη Αριστείδου, του τηλεφώνου του, του τραπεζικού του λογαριασμού όπως επίσης και να διαπιστωθεί κατά πόσον ο Παναγιώτης Αριστείδου έλαβε οποιαδήποτε χρήματα από τον κατηγορούμενο για σκοπούς αγοράς οχημάτων των παραπονουμένων. Λήφθηκε απάντηση από την Αγγλία σύμφωνα με την οποία βεβαιώνεται ότι όντως το πρόσωπο Παναγιώτης Αριστείδου είναι υπαρκτό, σε αυτό ανήκει ο αριθμός λογαριασμού της Barclays Bank που δόθηκε από τον κατηγορούμενο όπως και ο αριθμός κινητού τηλεφώνου που δόθηκε από τον κατηγορούμενο. Στάληκε επίσης μέρος του τραπεζικού του λογαριασμού σύμφωνα με τον οποίο τα εμβάσματα που ανέφερε ο κατηγορούμενος έχουν πιστωθεί στον λογαριασμό του. Όπως ανέφερε ο κ. Διονυσίου ο Παναγιώτης Αριστείδου θα πήγαινε στην Scotland Yard ως το αίτημα νομικής συνδρομής που υπεβλήθηκε από τις Κυπριακές Αρχές αλλά ακόμα δεν υπάρχει ενημέρωση για το θέμα αυτό. Δεν εξέτασε κατά πόσον υπήρξε συνομωσία μεταξύ του κατηγορούμενου και του Παναγιώτη Αριστείδου αλλά όπως ανέφερε δεν έχει κάτι ενώπιον του που να δείχνει συνομωσία. Δεν γνώριζε επίσης κατά πόσον κάποιοι από τους παραπονούμενους είχαν αποζημιωθεί είτε ολικά είτε μερικά από τον κατηγορούμενο. Σημειώνω την επιλογή της Κατηγορούσας Αρχής να προωθήσει την υπόθεση ενώ το αίτημα για εκδρομή από τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου δεν έχει ακόμα πλήρως εξεταστεί. Η Αστ. 3954 Άννα Αντρέου ήταν το πρόσωπο που έλαβε κατάθεση από τον παραπονούμενο Oluwaseyi Ogunsanya και ο Αστ. 2598 ήταν το πρόσωπο που συνέλαβε τον κατηγορούμενο, έλαβε από αυτό ανακριτική κατάθεση στις 4.8.10 ο οποίος έδωσε την συγκατάθεση του για λήψη αποτυπωμάτων και μετρήσεων. Αυτή είναι η μαρτυρία που δόθηκε από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής. Προτού προχωρήσω να εξηγήσω την νομολογία που διέπει το θέμα και ακολούθως να εξετάσω την εισήγηση του κ. Παφίτη αναφέρω τα εξής: Η παραπονούμενη Μιχαέλα Γκαμπριέλα Τανάσε δήλωσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν υπάρχει καμία εκκρεμότητα προς την ίδια από τον κατηγορούμενο σε σχέση με την καταγγελία της. Ο παραπονούμενος στη 2η κατηγορία Oluwaseyi Ogunsanya παρά το ότι έγιναν προσπάθειες να κλητευθεί και να προσφέρει μαρτυρία στο Δικαστήριο, τούτο δεν κατέστη δυνατό με αποτέλεσμα να μην προωθηθεί η καταγγελία του σε σχέση με την κατηγορία αυτή. Σε ότι αφορά την παραπονούμενη Χάννα Σεραφήμοβιτς Αβρααμίδου την οποία αφορά η 5η κατηγορία, δήλωσε αρχικά ενώπιον του Δικαστηρίου ότι από το ποσό των €6.740 το οποίο ως οι ισχυρισμοί της είχε εμπιστευθεί στον κατηγορούμενο, ο κατηγορούμενος της επέστρεψε με επιταγές του αδερφού του το ποσό των €3.000 και συνεπώς είχε απαίτηση για €3.700 ενώ ακολούθως όταν της υπεβλήθη ότι στην παρουσία της δικηγόρου της κατέληξαν σε διευθέτηση με τον κατηγορούμενο και τον αδερφό του όπως για την παρούσα υπόθεση και για μια άλλη που εκκρεμούσε μεταξύ του κατηγορούμενου και του συζύγου της το ποσό των €3.000 που της δόθηκε ήταν για ολική διευθέτηση και συναφώς δεν υφίσταται απαίτηση της εναντίον του κατηγορούμενου απάντησε: «μπορεί ναι, δεν θυμάμαι». Αναφέρω εν τέλει ότι μετά από την κατάθεση της κας Ελισάβετ Θεολόγου την οποία αφορά η κατηγορία αρ. 7 το ποσό το οποίο κατά τους ισχυρισμούς της, της οφείλει ο κατηγορούμενος δεν είναι €15.000 ως αναγράφεται στο κατηγορητήριο αλλά €8.000 αφού ποσό €7.000 της έχει επιστραφεί. Η εισήγηση του κ. Παφίτη η οποία θα εξεταστεί ευθύς μετά την παράθεση της νομολογίας εστιάζεται στο ότι δεν έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που απαιτούνται να αποδεικτούν με βάσει τον συνδυασμό των άρθρων 255 και 270(β) του Ποινικού Κώδικα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την άρνηση των Κατηγοριών ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα το οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6739 και 6740, ημερ. 27.3.2000). Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου, Π.Ε. 7107, ημερ. 13.2.2002). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοΐζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos

(1980)J.S.C. 145). Όπως αναφέρθηκε και στην γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133: «Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου». Επομένως το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε αθώωση του κατηγορουμένου από το στάδιο αυτό είτε σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή αποτύχει να αποδείξει συστατικό στοιχείο του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είτε εάν η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής είναι αντιφατική ή στερείται πειστικότητας σε τέτοιο βαθμό που δεν θα ήταν λογικό να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία. Το κριτήριο, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όταν όλη η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση να απαντηθεί (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω)). (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Νίκου Π. Κλεάνθους Π.Ε. 6619, ημερ. 21.6.1999, Azinas v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9, Shaban Bin Houssein v. Chong Fukkan
(1969)3 All E.R. 1626). Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της και επάρκεια της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στα στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν». Το Δικαστήριο λοιπόν για να αποφασίσει το ζήτημα, θα πρέπει να εξετάσει με προσοχή την προσκομισθείσα εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής μαρτυρία, χωρίς βέβαια να προχωρήσει σε αξιολόγηση της. Θέση του κ. Παφίτη όπως έχω ήδη αναφέρει ήταν ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να απαλλαγεί και να αθωωθεί από αυτό το στάδιο από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει επειδή δεν έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει. Ορθά κατά την εισήγηση μου έχει στηριχτεί σε αυτή την εισήγηση και όχι σε θέμα αντινομικότητας μαρτυρίας γιατί είναι κατά την άποψη μου σαφές ότι πέραν των όσων έχω επισημάνει πιο πάνω σε σχέση με την διαφοροποίηση των ποσών για τα οποία έχουν υποβάλει τα παράπονα τους οι παραπονούμενοι, όλοι παρέμειναν σταθεροί στις θέσεις τους όπως αυτές δόθηκαν με την κατάθεση τους. Επομένως θα πρέπει να εξεταστούν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων σε συνδυασμό με την προσκομισθείσα μαρτυρία για να αποφασιστεί κατά πόσον η εισήγηση του κ. Παφίτη είναι ορθή. Σημειώνω ότι οι θέσεις του κατηγορούμενου και συνεπώς η υπεράσπιση του, όπως έχουν υποβληθεί στους μάρτυρες από τον συνήγορο υπεράσπισης μέσω της αντεξέτασης ήταν ότι πρώτον τα οχήματα για τα οποία ενδιαφέρθηκαν οι παραπονούμενοι θα εισάγονταν από την Αγγλία κατόπιν συνεργασίας του κατηγορούμενου με τον Παναγιώτη Ευριπίδου προς τον οποίο ο κατηγορούμενος απέστειλε διάφορα χρηματικά ποσά για τον σκοπό αυτό. Δεύτερο ότι όλοι οι παραπονούμενοι γνώριζαν και την ύπαρξη αλλά και την επαγγελματική σύνδεση του κατηγορούμενου με τον Παναγιώτη Ευριπίδου, τρίτο ότι ο κατηγορούμενος δεν αρνήθηκε σε κανένα παραπονούμενο ότι έχει λάβει τα χρηματικά ποσά για τα οποία τον κατάγγειλαν και τέταρτο ότι ο κατηγορούμενος έκαμε σε διάφορα χρονικά διαστήματα διάφορες προσπάθειες για αποζημίωση των παραπονούμενων είτε με επιστροφή μέρος των χρημάτων τους και υποσχέσεις για επιστροφή και του υπόλοιπου ποσού σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα χωρίς όμως αυτό να γίνει είτε προτείνοντας τους συναλλαγή με άλλο αυτοκίνητο. Ξεκινώντας από το αδίκημα της «κλοπής» αναφέρω ότι αυτό διέπεται από το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως έχει τροποποιηθεί το οποίο αναφέρει τα εξής: "
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή- (
  1. i)με τέχνασμα- (
  2. ii)με εκφοβισμό- (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο- (
  3. iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα- (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς- (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο." Συνεπώς από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι ότι α) ο κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή περιουσίας, β) αυτό έγινε χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, γ) ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με δόλιο τρόπο, δ) ο κατηγορούμενος ενήργησε χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη ε)ότι η περιουσία είναι τέτοια που μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και στ) ότι ο κατηγορούμενος είχε κατά το χρόνο της απόκτησης κατοχή την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη μόνιμα. Το Άρθρο 270(β) του Ποινικού Κώδικα με πλαγιότιτλο «Κλοπή από Αντιπρόσωπο» προνοεί τα ακόλουθα: «Αν αυτό που κλάπηκε είναι ένα από τα ακόλουθα πράγματα, δηλαδή περιουσία εμπιστευμένη στον υπαίτιο, είτε σε μόνο του, είτε μαζί με άλλο, για ασφαλή φύλαξη από αυτό, ή χρήση, πληρωμή, ή παράδοση αυτής ή μέρους της ή οποιουδήποτε προϊόντος που απορρέει από τη διάθεση, για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων». Επομένως τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι: - Η ιδιοκτησία κινητής ή ακίνητης περιουσίας από τον παραπονούμενο - η οποία έχει εμπιστευτεί στον κατηγορούμενο για ασφαλή φύλαξη, χρήση, πληρωμή ή παράδοση αυτής ή μέρους της για οποιοδήποτε σκοπό σε οποιοδήποτε πρόσωπο - δεν εξυπηρετεί το σκοπό για τον οποίο εμπιστεύτηκε η περιουσία στον κατηγορούμενο. Με βάση τη νομολογία και παραπέμπω σχετικά σε απόσπασμα από τις Ποινικές Εφέσεις 238/07 και 239/07 Αντρονίκου ν. Δημοκρατίας 15.7.2008, στις οποίες έγινε αναθεώρηση της νομολογίας, για το αδίκημα της κλοπής έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: «Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοια της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Στην υπόθεση Ζησιμίδη αναφέρθηκε και η υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 C.L.R. 174, όπου στη σελίδα 188 έγινε αναφορά και επεξήγηση της έννοιας «fraudulently» και όπου επίσης σημειώνεται η διαφορά ως προς την πρόθεση με το Larceny Act. Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη «fraudulently» δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Στην υπόθεση Ζησιμίδης επίσης αναφέρθηκε η προγενέστερη Αγγλική υπόθεση R. v. Feely [1973] 1 All ER 341. Η λέξη «fraudulently» είχε ήδη αντικατασταθεί στο Theft Act της Αγγλίας με τη λέξη «dishonestly» και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας στις σελ. 82-85, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το «fraudulently» όπως είχε αποφασίσει και η Πλατρίτης, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, 26, όπου επίσης διαπιστώθηκε η μη άμεση αντιστοιχία του Κεφ. 154, ως προς το Larceny Act και μετέπειτα το Theft Act.» Οι εισηγήσεις του κ. Παφίτη ήταν ότι δεν έχει αποδειχτεί ότι ο κατηγορούμενος οικειοποιήθηκε οποιοδήποτε ποσό δόλια και με πρόθεση μόνιμης αποστέρησης των χρημάτων από τον νόμιμο ιδιοκτήτη τους. Ήταν η θέση τους ότι τα χρήματα των παραπονούμενων δεν τα οικειοποιήθηκε ο κατηγορούμενος αλλά ότι αυτά στάληκαν σε τρίτο πρόσωπο και συγκεκριμένα στον Παναγιώτη Ευριπίδου με ρητές οδηγίες για αγορά των αντίστοιχων αυτοκινήτων. Επίσης ήταν η θέση του ότι δεν έχει αποδειχτεί ότι μεταξύ του κατηγορούμενου και εκάστου των παραπονούμενων υπήρξε συμφωνία εμπίστευσης οποιουδήποτε ποσού αφού ήταν ξεκάθαρο ότι τα χρήματα θα κατέληγαν στον Παναγιώτη Ευριπίδου για να αγοράσει τα αυτοκίνητα από την Αγγλία. Υπέβαλε επίσης ότι αφ' ής στιγμής όλοι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής βεβαιώνουν ότι έγιναν προσπάθειες από τον κατηγορούμενο για αποζημίωση τους και έχει αποδειχτεί ότι κάποιες από αυτές καρποφόρησαν, άλλες υλοποιήθηκαν μερικώς και άλλες όχι καταδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος σε καμία περίπτωση δεν λειτούργησε με δόλο. Από την μαρτυρία του ΜΚ2 προκύπτει ως δεδομένη η θέση ότι ο Παναγιώτης Ευριπίδου είναι υπαρκτό πρόσωπο και επίσης από όλη την άλλη μαρτυρία προκύπτει ότι ποσά χρημάτων που δόθηκαν στον κατηγορούμενο από τους παραπονούμενους κατέληξαν στην Αγγλία στον λογαριασμό του Παναγιώτη Ευριπίδου είτε διότι διαβιβάστηκαν στον Ευριπίδου κατευθείαν από παραπονούμενους, όπως για παράδειγμα ο Μ.Κ.8 Νικόλας Ιωσήφ, είτε επειδή ο κατηγορούμενος και ή άλλα πρόσωπα που ενεργούσαν εκ μέρους του τα ενέβασαν στον λογαριασμό του Ευριπίδου. Κατά τη γνώμη μου έχει ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν αρνήθηκε σε καμία περίπτωση ότι έλαβε αυτά τα χρήματα από τους παραπονούμενους στους οποίους είπε ότι ξεγελάστηκε από τον Ευριπίδου και μάλιστα προχώρησε να αποζημιώσει κάποιους εξ αυτών πλήρως, άλλους μερικώς, ενώ για κάποιους άλλους δεν κατέστη δυνατό να υλοποιηθούν οι προσπάθειες αποζημίωσης. Έχοντας κατά νου το απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της κλοπής ότι «ο κατηγορούμενος ενήργησε δολίως», «fraudulently», όπως ο όρος αυτός έχει εξηγηθεί πιο πάνω από τη νομολογία, τα πιο πάνω δεικνύουν ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να μπορούσε να το οδηγούσε να κρίνει ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με δόλιο τρόπο. Αυτή η διαπίστωση κατά την άποψη μου επιλύει το αδίκημα σε ότι αφορά το θέμα της κλοπής. Περαιτέρω όπως έχω επίσης αναφέρω πιο πάνω για να αποδειχτεί πέραν της κλοπής και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος λειτουργούσε και ήταν αντιπρόσωπος ενός εκάστου των παραπονουμένων πρέπει να αποδειχτεί ότι η επίδικη περιουσία, στη συγκεκριμένη περίπτωση τα χρήματα των παραπονούμενων, έχουν εμπιστευτεί στον κατηγορούμενο για ασφαλή φύλαξη από αυτόν ή χρήση πληρωμή ή παράδοση αυτής ή μέρους της ή οποιουδήποτε προϊόντος που απορρέει από την διάθεση για οποιοδήποτε σκοπό ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Στην υπόθεση Κούλλα Λοϊζίδου Παναγή ν. Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2012)2 Α.Α.Δ. 794 έχει αναφερθεί ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 270 το οποίο πρέπει να διαβάζεται πάντα μαζί με το άρθρο 255 είναι αυτά που έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Σημασία έχει ο λόγος προς τον οποίο εμπιστεύτηκαν χρήματα στον κατηγορούμενο και τι έχει κάνει με αυτά. Από τα γεγονότα στην παρούσα περίπτωση δεν προκύπτει ιδιοποίηση των χρημάτων από τον κατηγορούμενο για οποιοδήποτε λόγο πέραν αυτό που του τα είχαν δώσει οι παραπονούμενοι, δηλαδή για αγορά των επίδικων αυτοκινήτων. Επίσης στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκε ότι το άρθρο 270 δεν αφορά το αδίκημα της κλοπής αλλά μόνο την επέκταση του σε σχέση με εκείνες τις περιπτώσεις στις οποίες η κλοπή αφορά ένα από τα πράγματα τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 270 και τούτο για σκοπούς ποινής η οποία αυξάνεται στην περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 270. Επομένως εφόσον δεν έχει αποδειχτεί συστατικό στοιχείο του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικα προκύπτει βεβαίως ότι ούτε το άρθρο 270 έχει αποδειχτεί. Περεταίρω είναι η γνώμη μου ότι για τις κατηγορίες αρ. 2 και 3 όπως και για την κατηγορία αρ. 5 δεν δικαιολογείται ούτως η άλλως η κλίση του κατηγορούμενου σε απολογία αφού πέραν των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω σε σχέση με την απόδειξη αυτών των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος όπως έχω ήδη αναφέρει η Μιχαέλα Γκαμπριέλα Τανάσε απέσυρε το παράπονο της, σε ότι αφορά τον Oluwaseyi Ogunsanya δεν κατέστη δυνατό να του επιδοθεί η κλήση αφού δεν διαμένει πια στην Δημοκρατία και δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας για να το προωθήσει ενώ η Χάννα Σεραφήμοβιτς Αβρααμίδου έδωσε εντελώς αντιφατική μαρτυρία σε σχέση με το κατά πόσο υπάρχει οποιοδήποτε υπόλοιπο για το οποίο έχει απαίτηση από τον κατηγορούμενο ή κατά πόσον υπήρξε συνολική διευθέτηση των διαφορών τους. Σε ότι αφορά τις κατηγορίες αρ. 1, 6 και 7 οι παραπονούμενοι με εξαίρεση την Ελισάβετ Θεολόγου που απλά διαφοροποίησε το ποσό της απαίτησης της αναφέρουν ότι έχουν παράπονο από τον κατηγορούμενο. Όταν ρωτήθηκαν τι ζητούν από το Δικαστήριο όλοι ανεξαίρετα απάντησαν ότι θέλουν επιστροφή των χρημάτων τους κάτι που ενισχύει κατά την άποψη μου την εξ αρχής θέση μου ότι η παρούσα υπόθεση αφορά διαφορά που μπορεί να επιλυθεί στα Πολιτικά Δικαστήρια και δεν είναι ποινικής φύσεως. Ενόψει των ανωτέρω είναι η θέση ότι η εισήγηση του κ. Παφίτη είναι ορθή και επομένως ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει από το στάδιο αυτό. (Υπ.) .................. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.