← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Ahmet Satrazan, Αρ. Υπόθεσης: 195/15, 3/4/2015

Δημοκρατία ν. Ahmet Satrazan, Αρ. Υπόθεσης: 195/15, 3/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2015:15 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, A.Ε.Δ. M. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 195/15 Δημοκρατία ν Ahmet Satrazan Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 3 Απριλίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Ματθαίου για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χ. Πίττας Κατηγορούμενος παρών --------------------------------------- Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος κατόπιν δικής του παραδοχής βρέθηκε ένοχος στο αδίκημα της ληστείας κατά παράβαση των Άρθρων 282 και 283 του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ.154 (1η κατηγορία) και στο αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης κατά παράβαση του Άρθρου 243 του ΚΕΦ. 154 (2η κατηγορία). ΓΕΓΟΝΟΤΑ Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως εκτέθηκαν από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής έχουν ως ακολούθως: Την 1.2.2015 και περί ώρα 03.00 η 62χρονη Tatjana Jelavina (εφεξής «η παραπονούμενη») η οποία κατάγεται από την Λετονία, κινείτο πεζή στην οδό Λήδρας στην Λευκωσία κρατώντας μια ταξιδιωτική τσάντα και μια προσωπική της τσάντα στον ώμο. Εντός της προσωπικής της τσάντας, αξίας €50, είχε το κινητό της τηλέφωνο αξίας €100, ένα tablet αξίας €200, ένα πορτοφόλι αξίας €10, το χρηματικό ποσό των €35 και χαρτονόμισμα των 500 ρουβλιών . Σε κάποιο στάδιο ο Κατηγορούμενος προσέγγισε την παραπονούμενη από πίσω και κλωτσώντας την στο πρόσωπο, με σκοπό να εξουδετερώσει την αντίσταση που εκείνη προέβαλε στην κλοπή, της έκλεψε την προσωπική της τσάντα χρησιμοποιώντας πραγματική βία εναντίον της. Μετά το συμβάν κλήθηκε στο μέρος η Αστυνομία στην οποία η παραπονούμενη έδωσε περιγραφή του δράστη. Λίγα λεπτά αργότερα και συγκεκριμένα γύρω στις 03.20 μέλη της Αστυνομίας εντόπισαν παρά την Πλατεία Σολωμού τον Κατηγορούμενο στην κατοχή του οποίου ανευρέθη ένα tablet. Σε ερώτηση που του υποβλήθηκε αναφορικά με το ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης του εν λόγω tablet ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε οποιαδήποτε απάντηση. Κατόπιν τούτου ο Κατηγορούμενος συνελήφθη για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής περιουσίας. Ακολούθησε περαιτέρω έρευνα και ανευρέθηκαν στην κατοχή του ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας Samsung, ένα χαρτονόμισμα των 500 ρουβλιών και χαρτονομίσματα σε ευρώ. Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος μεταφέρθηκε στο ΤΑΕ Λευκωσίας όπου παραδέχτηκε τη διάπραξη των αδικημάτων, όπως και το ότι τα αντικείμενα που είχαν ανευρεθεί στην κατοχή του ανήκαν στην παραπονούμενη. Αργότερα και μεταξύ των ωρών 0830-0915 έδωσε θεληματική κατάθεση, στην οποία επίσης παραδέχτηκε τη διάπραξη των αδικημάτων. Συνελήφθη κατόπιν δικαστικού εντάλματος στις 12.35 και αφού του επεστήθη η προσοχή στο Νόμο απάντησε 'Παραδέχομαι. Ήταν λάθος μου.' Την ίδια μέρα η παραπονούμενη έτυχε νοσηλείας στο Γεν. Νοσοκομείο Λευκωσίας όπου είχε μεταφερθεί. Εκεί διεπιστώθη ότι έφερε εκδορές και εκχυμώσεις στη ρινική περιοχή, εκχυμώσεις και οίδημα άνω και κάτω βλεφάρου δεξιού ματιού, εκχυμώσεις στο άνω χείλος εσωτερικά, στον αριστερό αγκώνα, στη δεξιά στοματική χώρα, στη δεξιά μετωπιαία χώρα και στη δεξιά κογκική περιοχή. Περαιτέρω έφερε εκδορές στη ραχιαία χώρα του μέσου δακτύλου του δεξιού χεριού, στη ραχιαία χώρα του παράμεσου δακτύλου του δεξιού χεριού, στη ραχιαία χώρα του δεξιού αντίχειρα και στο αριστερό γόνατο. Προηγούμενες καταδίκες Ο Κατηγορούμενος βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες ως εξής:

  1. Υπόθεση αρ. 248/12 Κακουργιοδικείου Λευκωσίας Στις 5.3.12 για τα αδικήματα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης και ληστείας σε καφενείο καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης 2 ετών και 5 ετών αντίστοιχα. Σημειώνεται ότι για αυτή την ποινή με απόφαση του Προέδρου της Δημοκρατίας ημερ. 5.3.2013 ευεργετήθηκε με αναστολή υπό όρους του ¼ της ποινής, οπότε απολύθηκε στις 9.1.2015 έχοντας εκτίσει 3 έτη και 5 μήνες. Σύμφωνα με το Ένταλμα Αναστολής και λόγω της παράβασης των όρων που είχαν τεθεί θα κληθεί να εκτίσει τώρα 1 έτος και 3 μήνες φυλάκισης που είχαν ανασταλεί.
  2. Υπόθεση αρ. 13218/14 Ε.Δ. Λευκωσίας Στις 16.12.14 για δύο αδικήματα διάρρηξης εκκλησίας και ένα για διάρρηξη καταστήματος με σκοπό τη διάπραξη ποινικού αδικήματος καταδικάστηκε σε ποινές φυλάκισης 7, 10 και 7 μηνών αντίστοιχα με 3 χρόνια αναστολή. Αγόρευση για μετριασμό της ποινής Αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής ο κ. Πίττας αφού αναγνώρισε εν πρώτοις τη σοβαρότητα του αδικήματος της ληστείας όπως προκύπτει τόσο από τη φύση του όσο και από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή, υποστήριξε, μέσα στα πλαίσια της αρχής της εξατομίκευσης της ποινής ότι αυτή δεν πρέπει να αρμόζει μόνο στο έγκλημα αλλά και στον παραβάτη. Ως προς τις συνθήκες τέλεσης των αδικημάτων ο συνήγορος ανέφερε ότι αυτές δεικνύουν έλλειψη προσχεδιασμού και επαγγελματισμού από μέρους του Κατηγορουμένου εξηγώντας ότι αυτός ευρισκόμενος τυχαία στο χώρο διάπραξης των αδικημάτων έδρασε παρορμητικά χωρίς να σκεφτεί. Όπως συναφώς εξήγησε, ο Κατηγορούμενος, έχοντας απολυθεί πρόσφατα από τη φυλακή απελπισμένος έψαχνε μάταια δουλειά και χωρίς χρήματα και την αναγκαία συμπαράσταση λειτουργούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο σε κατάσταση συναισθηματικής φόρτισης. Ως περαιτέρω μετριαστικούς παράγοντες ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπ' όψιν: · Την άμεση παραδοχή του Κατηγορουμένου τόσο στην Αστυνομία κατά το στάδιο της σύλληψης του και κατά τη διάρκεια της παραμονής του στον Αστυνομικό Σταθμό όσο και μετέπειτα ενώπιον του Δικαστηρίου. · Την μεταμέλεια του Κατηγορουμένου. · Το νεαρό της ηλικίας του. · Τις προσωπικές του περιστάσεις όπως προκύπτουν από τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Ιδιαίτερα αναφέρθηκε στα δύσκολα παιδικά χρόνια που βίωσε λόγω της βίαιης συμπεριφοράς του πατέρα του προς τα μέλη της οικογένειας και την απουσία οποιασδήποτε στήριξης και εφοδίων για να μπορέσει να μεγαλώσει σωστά. · Τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει, απότοκο της συμπεριφοράς του πατέρα του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το αδίκημα της ληστείας για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο Κατηγορούμενος είναι από τα πλέον σοβαρά και αυτό αντανακλάται στη μέγιστη ποινή που προνοείται από το Άρθρο 283 του Ποινικού Κώδικα. Σημειώνουμε ότι προνοείται ισόβια φυλάκιση όταν ο παραβάτης συνοδεύεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή όταν κατά τη διάρκεια της ληστείας τραυματίζει, κτυπά ή χρησιμοποιεί οποιαδήποτε άλλη βία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παρούσα κατατάσσεται στις περιπτώσεις για τις οποίες προβλέπεται ισόβια φυλάκιση. Η προβλεπόμενη στο νόμο ποινή είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή που θα επιβάλει. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει κατ' επανάληψη τονίσει τη σοβαρότητα του αδικήματος, κάτι το οποίο αντανακλάται στη φυλάκιση διά βίου που ο νομοθέτης θεώρησε σκόπιμο να προνοήσει ως ανώτατο όριο ποινής[1]. Χαρακτήρισε τη σοβαρότητα αυτή ως δεσπόζουσας βαρύτητας στην επιμέτρηση της ποινής. Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Παναγιώτης Μακρή ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 33/12, ημερ. 15.1.13 από την ίδια τη φύση του αδικήματος το οποίο εμπεριέχει τις διά της βίας και της επίδειξης βίας προς εκφοβισμό και εξαναγκασμό ενέργειες που παραβιάζουν κάθε έννοια της πολιτισμένης συμπεριφοράς, δικαίως το αδίκημα της ένοπλης ληστείας θεωρείται από τα σοβαρότερα του Ποινικού Κώδικα. Θεωρούμε δε αναγκαίο να επισημάνουμε εδώ ότι εγκλήματα αυτού του είδους, άσχετα από την επακριβή μορφή που παίρνει η κάθε περίπτωση, βρίσκονται, δυστυχώς, σε έξαρση και παρουσιάζουν μια αυξητική τάση[2]. Τούτο το διαπιστώνουμε όχι μόνο από τις επισημάνσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά και από τις δικές μας προσωπικές εμπειρίες βάσει της καθημερινής και επαναλαμβανόμενης ενασχόλησης με τέτοιου είδους υποθέσεις. Δεν είναι, πιστεύουμε, υπερβολή να πούμε ότι οι ληστείες, πλείστες εκ των οποίων είναι ένοπλες και με τη χρήση βίας, είναι πλέον καθημερινό φαινόμενο με υποψήφια και ανυποψίαστα θύματα τον κάθε πολίτη με απρόβλεπτες και ανυπολόγιστες συνέπειες. Όπως επισημάνθηκε και σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί ο καιρός που οι κάτοικοι της χώρας μας ένιωθαν και ζούσαν σε συνθήκες ασφάλειας. Κανείς πλέον και πουθενά δεν έχει την άνεση να αισθάνεται ασφαλής καθότι όλοι αποτελούν εν δυνάμει θύματα με ενδεχόμενο τίμημα όχι μόνο την ιδιωτική περιουσία αλλά και την ίδια τη σωματική ασφάλεια και ακεραιότητα κάθε νομοταγούς πολίτη. Τούτο καθιστά επιτακτική την ανάγκη επιβολής αυστηρής ποινής που θα επενεργήσει, ελπίζουμε, αποτρεπτικά.[3] Ο βαθμός βίας που χρησιμοποιείται και η έκθεση ή μη σε κίνδυνο ανθρώπινης ζωής είναι παράγοντες που, ανάλογα με την περίπτωση, συντείνουν στον καθορισμό του ύψους της ποινής η οποία, εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα[4]. Στην υπόθεση Τalal Faeg Mahmoud Abed v. Δημοκρατίας

(2007)2 Α.Α.Δ. 128, ο (τότε) Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Χ. Αρτεμίδης, αφού εκδήλωσε την έντονη αγωνία των κατοίκων της χώρας μας και την άκρως ανησυχητική κατάσταση που επικρατεί στον τόπο μας, τόνισε και τα ακόλουθα σχετικά: «Το έγκλημα έχει, δυστυχώς, προσλάβει νέα μορφή. Εν πολλοίς, εξελίχτηκε, σε επάγγελμα. Μισθοφόροι διαπράττουν εγκλήματα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις εγκληματίες αποσπούν με τη χρήση βίας, ενίοτε σκληρής και άγριας, περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν σε φιλήσυχους και ανυποψίαστους πολίτες, όπως στην περίπτωση που είναι ενώπιον μας. Η ποινή που επέβαλε στον εφεσείοντα το κακουργιοδικείο είναι αυστηρή. Επικροτούμε όμως και την αυστηρότητα και το ύψος της. Οι προσωπικές περιστάσεις, με τα γνωστά στοιχεία που αφορούν στις οικογενειακές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες του κατηγορούμενου αποτελούν μετριαστικούς παράγοντες όταν το έγκλημα και οι περιστάσεις που διεπράχθη δεν είναι του είδους που περιγράφουμε πιο πάνω. Σε εγκλήματα προσχεδιασμένα και όπου ο σκοπός είναι η παράνομη απόσπαση οικονομικού οφέλους, χωρίς σεβασμό στην προσωπικότητα και ακεραιότητα των θυμάτων, μόνο η παραδοχή και απολογία αποτελούν σοβαρό παράγοντα που λαμβάνεται ευνοϊκά υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Οι υπόλοιποι παράγοντες είναι πράγματι περιθωριακοί.» Η σοβαρότητα του αδικήματος διαφαίνεται και στις ποινές που έχουν επικυρωθεί ή επιβληθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, από τις οποίες προκύπτει ότι το σύνηθες και ορθό τιμωρητικό μέτρο δεν είναι άλλο από την πολύχρονη ποινή φυλάκισης (βλ. Μιχαήλ κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 232, Σωκράτους ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 132, Χατζηγεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 411, Φάντης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 61, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας και Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 171 και Abunazha v. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551. Στην υπόθεση Φανάρας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 50 οι κατηγορούμενοι ηλικίας 19 και 23 ετών, παραδέχθηκαν ενοχή σε δύο κατηγορίες ληστείας, κατά παράβαση των άρθρων 255, 282, 283 και 20 του Ποινικού Κώδικα. Οι δύο κατηγορούμενοι, κουκουλοφόροι και οπλισμένοι με μαχαίρια, εισέβαλαν σε διαμέρισμα δύο αλλοδαπών γυναικών και υπό την απειλή βίας και αφού τις κτύπησαν, απέσπασαν το ποσό των £65. Τα γεγονότα της υπόθεσης κρίθηκαν ως εξαιρετικά σοβαρά. Στους κατηγορούμενους επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 8 ετών που επικυρώθηκε από το Εφετείο. Σημειώνεται ότι οι κατηγορούμενοι είχαν λευκό ποινικό μητρώο και παραδέχθηκαν ενοχή στο Κακουργιοδικείο μετά από μερική ακρόαση. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην πιο πρόσφατη υπόθεση Ippokratis Giannakov v. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 220/12 ημερ. 24.02.14, στην οποία επιβλήθηκε στον Εφεσείοντα, κατόπιν παραδοχής, ποινή φυλάκισης 4 ετών για το αδίκημα της ληστείας. Στην εν λόγω υπόθεση ο Εφεσείων στις 01:50 παραβίασε την πόρτα διαμερίσματος όπου κοιμούνταν ο ιδιοκτήτης αυτού και η κόρη του στα υπνοδωμάτια τους. Κατά την προσπάθεια του να κλέψει ακούστηκε θόρυβος και ξύπνησε η κόρη αντικρίζοντας τον Εφεσείοντα στο καθιστικό. Έντρομη η κόρη κάλεσε σε βοήθεια τον πατέρα της ο οποίος έτρεξε αμέσως στο σημείο με αποτέλεσμα να δεχθεί επίθεση από τον Εφεσείοντα. Συγκεκριμένα ο Εφεσείων τον κτύπησε στο κεφάλι και σε άλλα μέρη του σώματος του με διάφορα αντικείμενα. Ο Εφεσείων έκλεψε το κλειδί (αξίας €50) ενός αυτοκινήτου, όμως ανακόπηκε από Αστυνομικό κατά την προσπάθεια διαφυγής του από την πολυκατοικία. Το Εφετείο επεκύρωσε την επιβληθείσα ποινή τονίζοντας την έξαρση που παρατηρείται σε τέτοιας φύσης αδικήματα και που καθιστά αναγκαία την επιβολή αποτρεπτικής ποινής. Οι αποφάσεις και οι ποινές που επιβάλλονται σε παρόμοιας φύσεως υποθέσεις, λαμβάνονται βέβαια υπόψη επειδή δεν είναι επιθυμητή η ανομοιομορφία στη μεταχείριση αδικοπραγούντων. Όπως όμως τονίστηκε και στην υπόθεση Al-Awar κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 160, με τις ποινές που επιβάλλονται, δεν καθορίζεται με οποιονδήποτε τρόπο μια στατική διατίμηση. Οι προηγούμενες ποινές και η προσέγγιση των Δικαστηρίων στο πρόσφατο και απώτερο παρελθόν είναι ενδεικτικές του τρόπου αντιμετώπισης των υποθέσεων κατά το χρόνο διάπραξής τους. Όσον αφορά το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης επισημαίνεται ότι αυτό θεωρείται πλημμέλημα και με βάση το Άρθρο 243 του ΚΕΦ.154 τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 3 ετών κατ ανώτατο όριο. Η σοβαρότητα του αδικήματος της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης έγκειται στο γεγονός ότι συμπεριλαμβάνει πράξεις που προκαλούν βία και πόνο στο θύμα πλήττοντας με αυτό τον τρόπο το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας και καταρρακώνοντας την προσωπικότητα και αξιοπρέπεια του ενώ ταυτόχρονα δημιουργούν αίσθημα φόβου και ανασφάλειας σ' αυτό. Επιπλέον να επισημάνουμε την πάγια νομολογιακή αρχή ότι όπου παρατηρείται έξαρση και επιμονή στη διάπραξη παρόμοιας φύσεως αδικημάτων παρά τις επιβληθείσες από τα Δικαστήρια αυστηρές ποινές, δικαιολογείται η επιβολή ακόμη αυστηρότερων ποινών για σκοπούς αποτροπής[5]. Στρεφόμενοι τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης λέμε ότι ο Κατηγορούμενος εντός συντόμου χρόνου μετά την αναστολή ποινής από τον Πρόεδρο για παρόμοια αδικήματα, βλέποντας την παραπονούμενη να κινείται πεζή τις πρωινές ώρες στο δρόμο κρατώντας μια ταξιδιωτική τσάντα και μια προσωπική της τσάντα στον ώμο, χωρίς οποιοδήποτε ενδοιασμό την προσέγγισε από πίσω και με τη χρήση βίας της απέσπασε την προσωπική της τσάντα προκαλώντας της πραγματική σωματική βλάβη. Προφανώς θεώρησε ότι το συγκεκριμένο άτομο υπό τις περιστάσεις της δεδομένης ώρας και του τόπου που κινείτο ήταν κατάλληλη περίπτωση για να την ληστέψει και με αυτό τον τρόπο να εξασφαλίσει ό,τι εύρισκε που είχε αξία. Παρά τη διαπιστωμένη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων και την ανάγκη για επιβολή αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής το καθήκον προς εξατομίκευση υπάρχει πάντα και δεν ατονεί, ούτως ώστε αυτή να προσιδιάζει στις ιδιαίτερες περιστάσεις του Κατηγορουμένου και της υπόθεσης. Στα πλαίσια του καθήκοντος μας αυτού λαμβάνουμε υπ΄ όψιν τους ακόλουθους ελαφρυντικούς παράγοντες: i. Την πλήρη συνεργασία με τις Αστυνομικές Αρχές και την ομολογία του Κατηγορουμένου στην Αστυνομία κατά το στάδιο της διερεύνησης της υπόθεσης. ii. Την άμεση παραδοχή του και στο Δικαστήριο η οποία καταδεικνύει τη μεταμέλεια του και διασώζει πολύτιμο δικαστικό χρόνο και έξοδα και του δίνει το δικαίωμα για σχετική έκπτωση στην ποινή. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης.». iii. Δεχόμαστε ότι ο Κατηγορούμενος ηλικίας σήμερα 23 ετών εμπίπτει στη γενικότερη κατηγορία των νεαρών προσώπων και δικαιούται υπό τις περιστάσεις της παρούσας να τύχει επιεικέστερης μεταχείρισης. iv. Τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις με βάση τα όσα προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και τα όσα έχει σε έκταση αναπτύξει ενώπιον μας ο συνήγορός του. Ειδικότερα έχουμε υπ' όψιν ότι ο 23χρονος Κατηγορούμενος προέρχεται από διασπασμένη οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης και είναι ο μεγαλύτερος από τα τρία παιδιά της οικογένειας του. Ο πατέρας του είναι Τουρκοκυπριακής καταγωγής ενώ η μητέρα του, η οποία σήμερα είναι εκλιπούσα, ήταν Τουρκικής καταγωγής. Το 2009 μετά τον χωρισμό των γονέων του διέμενε με τον πατέρα του και τα αδέλφια του. Έζησε την παιδική και εφηβική του ηλικία σε συγκρουσιακό περιβάλλον. Συγκεκριμένα υπήρξε θύμα και μάρτυρας συνεχούς σωματικής και ψυχολογικής κακοποίησης που ασκούσε ο πατέρας του προς όλα τα μέλη της οικογένειας λόγω της εξάρτησης του από το αλκοόλ. Η οικογένεια του τύγχανε παρακολούθησης από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας. Ο πατέρας του είναι κρατούμενος σήμερα σε Φυλακές του ψευδοκράτους κατόπιν καταδίκης του σε φυλάκιση για 25 έτη για τη δολοφονία της πρώην συζύγου του και μητέρας του Κατηγορουμένου. Ο Κατηγορούμενος φοίτησε σε Τεχνική Σχολή στον κλάδο Ηλεκτρολογίας αλλά δεν ολοκλήρωσε λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος. Από νεαρή ηλικία άρχισε να εργάζεται μαζί με τον πατέρα του στις οικοδομές. Σε ηλικία 17 ετών άρχισε να εργάζεται ως ηλεκτρολόγος, επάγγελμα το οποίο ασκούσε μέχρι την πρώτη καταδίκη του το 2012. Λαμβάνουμε υπ΄ όψιν όλες τις πιο πάνω προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του Κατηγορουμένου οι οποίες συνεκτιμούνται. Είναι προφανές πως ούτε γεννήθηκε, ούτε μεγάλωσε υπό τις καλύτερες για ένα παιδί περιστάσεις. Επαναλαμβάνουμε όμως ότι σε σοβαρές υποθέσεις όπως η υπό εξέταση αυτές είναι ήσσονος σημασίας. Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 77 η δυστυχία που πλήττει κάποιον στην παιδική του ηλικία δεν αποτελεί μόνιμη ασπίδα κατά της συνέχισης της παρανομίας με ατιμωρησία. v. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος κατά το χρόνο διάπραξης των επιδίκων αδικημάτων ενόψει των προσωπικών του προβλημάτων τελούσε υπό συναισθηματική φόρτιση και ένταση. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Γ.Ε. ν. Βίκτωρα Μενελάου Ιωάννου
(1999)2 Α.Α.Δ. 603 η νομολογία αναγνωρίζει ότι η συναισθηματική φόρτιση και ένταση από την οποία διακατέχεται ο δράστης του εγκλήματος όταν διαπράττει ένα έγκλημα συνιστά παράγοντα μετριαστικό της ποινής. Ο λόγος, τονίστηκε, έγκειται στην αποδυνάμωση, κάτω από την ένταση, των μηχανισμών αυτοελέγχου που τείνουν να καταστείλουν την οργή και να μετριάσουν το πάθος[6]. Διευκρινίζουμε όμως πως η οποιαδήποτε οικονομική ανάγκη και δυσχέρεια του Κατηγορούμενου δεν μπορούν ασφαλώς να δικαιολογήσουν την καταφυγή του στο έγκλημα εκθέτοντας με αυτό τον τρόπο την ασφάλεια του κάθε ανυποψίαστου πολίτη σε κίνδυνο. Όπως έχει λεχθεί στην Φάντης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ 61 που αφορούσε επίσης ληστεία, η κακή οικονομική κατάσταση δεν αποτελεί ελαφρυντικό, ούτε μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή κάποιου στο έγκλημα. Συνεπώς οι λόγοι για τους οποίους ο Κατηγορούμενος οδηγήθηκε σ΄αυτή την εγκληματική δραστηριότητα με προεξέχον στοιχείο αυτό της οικονομικής του ανέχειας και των πιεστικών αναγκών του ιδίου, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, ασφαλώς και δεν αποτελούν ελαφρυντικό παράγοντα στην επιμέτρηση της ποινής. Περαιτέρω, όπως συναφώς τονίστηκε στην υπόθεση Μixaylov κ.α. ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 94/11, 95/11 και 96/11 ημερ. 30.3.12: «...τα οικονομικά προβλήματα τα οποία επικαλέστηκαν οι εφεσείοντες και ανέκυπταν ανάγλυφα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, δεν μπορούσαν ποσώς να δικαιολογήσουν τη διάπραξη των αδικημάτων.» Όπως έχει επισημανθεί προσφάτως και σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ουδείς δύναται λόγω προσωπικών αναγκών ή περιστάσεων, να δικαιολογεί την προσφυγή του στο έγκλημα και ιδιαίτερα σε εγκλήματα όπως το υπό εξέταση τα οποία σαφώς πλήττουν το θεμέλιο της όλης ασφάλειας των πολιτών[7]. Όπως τονίστηκε από τον πρώην Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δ. Χατζηχαμπή στην υπόθεση Παναγιώτης Μακρή ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 33/12 ημερ. 15.1.13: «Όμως, αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή υγείας, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου.» Όσον αφορά το ιστορικό του δεν διαφεύγει την προσοχή μας ότι ο Κατηγορούμενος δεν έχει προς όφελος του το λευκό ποινικό μητρώο εφόσον βαρύνεται με δύο προηγούμενες καταδίκες οι οποίες μάλιστα αφορούν παρόμοιας φύσεως αδικήματα, πράγμα που δείχνει και τη ροπή του Κατηγορουμένου προς συγκεκριμένα αδικήματα. Όπως είναι πάγια νομολογημένο, η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών αποστερεί από τον Κατηγορούμενο την επιείκεια εκείνη που ένα Δικαστήριο θα ήταν διαφορετικά διατεθειμένο να επιδείξει. Τούτου λεχθέντος επισημαίνουμε παράλληλα τη νομολογιακή αρχή ότι η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών δεν πρέπει από την άλλη να χρησιμοποιείται ως δικαιολογούσα τέτοια ποινή που θα έδιδε την εντύπωση ότι ο δράστης τιμωρείται για δεύτερη φορά[8]. Οι προηγούμενες όμως καταδίκες είναι ενδεικτικές της στάσης και του σεβασμού του Κατηγορουμένου προς τους Νόμους της Πολιτείας. Εκείνο το οποίο βασικά προκύπτει από τη σχετική νομολογία είναι ότι με κάθε μεταγενέστερη καταδίκη ο Κατηγορούμενος προοδευτικά χάνει τη μείωση την οποία θα είχε ως Κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο[9]. Από την άλλη, ωστόσο, ανεξάρτητα από το πόσο βεβαρημένο είναι το μητρώο των προηγούμενων καταδικών ενός Κατηγορουμένου, αυτό δεν θα δικαιολογήσει την επιβολή ποινής φυλάκισης πέρα από την παραδεκτή οροφή για τα γεγονότα του υπό κρίση αδικήματος[10]. Είναι λοιπόν μέσα σε αυτά τα πλαίσια που θα ληφθούν υπόψη οι προηγούμενες καταδίκες του Κατηγορουμένου δηλαδή του περιορισμού του βαθμού επιείκειας που θα μπορούσε στην περίπτωση ενός Κατηγορουμένου με λευκό ποινικό μητρώο να επιδειχθεί. Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι όπου διαπιστώνεται η ανάγκη επιβολής ποινής με αποτρεπτικό χαρακτήρα, όπως είναι η προκειμένη περίπτωση, οι προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου λαμβάνονται μεν υπόψη αλλά στον βαθμό και την έκταση που δεν εξουδετερώνουν τον χαρακτήρα αυτό[11]. Οι όποιες προσωπικές περιστάσεις δεν πρέπει να αποπροσανατολίζουν και να εξουδετερώνουν την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής[12]. Συνεκτιμώντας όλα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα των αδικημάτων και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε τέτοιες υποθέσεις, κρίνουμε ότι η επιβολή στον Κατηγορούμενο στερητικής της ελευθερίας του ποινής προβάλλει ως αναπόφευκτη. Επισημαίνουμε ότι η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται εξουδετέρωση της σοβαρότητας των αδικημάτων που ο Κατηγορούμενος έχει διαπράξει. Όσον αφορά το ύψος της αυτή θα αντανακλά κατά τρόπο ισοζυγισμένο όλους τους πιο πάνω παράγοντες και ειδικότερα τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου και τους ελαφρυντικούς παράγοντες που επισημάνθηκαν ανωτέρω. Προτού καταλήξουμε στην πρέπουσα ποινή έχουμε με γνώμονα και την αρχή της συνολικότητας της ποινής συνεκτιμήσει και την έκταση της ποινής, ήτοι τη 15μηνη φυλάκιση που θα ενεργοποιηθεί από την προηγουμένως ανασταλείσα ποινή στην υπόθεση με αρ.248/12 του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας δυνάμει απόφασης του Προέδρου της Δημοκρατίας κατ' ενάσκηση συνταγματικού του δικαιώματος. Λαμβάνουμε λοιπόν υπόψιν ότι σε περίπτωση επιβολής φυλάκισης για τα υπό κρίση αδικήματα, τότε ανυπερθέτως και αυτομάτως θα ενεργοποιηθεί και η ανασταλείσα ποινή φυλάκισης την οποία ο Κατηγορούμενος υποχρεωτικά θα εκτίσει διαδοχικά με την επιβληθείσα για τα νέα αδικήματα ποινή και σε όλη την έκτασή του υπόλοιπου της ποινής που είχε απομείνει κατά την αναστολή της. Το μόνο στοιχείο που μπορεί και θα πρέπει να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο είναι τις σωρευτικές επιπτώσεις που θα προκύψουν από το συνδυασμό των δύο ποινών[13]. Με αυτά κατά νουν κρίνουμε κατάλληλες και επιβάλλουμε στον Κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές: Στην Κατηγορία 1 φυλάκιση 4 ετών. Στην Κατηγορία 2 καμία ποινή ενόψει του ότι τα γεγονότα της εμπεριέχονται στα γεγονότα της Κατηγορίας 1. Ενόψει του ύψους της ποινής δεν εγείρεται θέμα εξέτασης ενδεχόμενης αναστολής. Ενεργοποίηση προηγούμενης ποινής φυλάκισης Θα προχωρήσουμε τώρα να εξετάσουμε κατά πόσο δικαιολογείται η ενεργοποίηση της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο στην προαναφερόμενη υπόθεση 13218/14 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας η οποία και αποτελεί μία από τις προηγούμενες καταδίκες του, καθότι τα αδικήματα που αφορούν στις κατηγορίες 1 και 2 της παρούσας υπόθεσης διαπράχθηκαν εντός της 3ετούς περιόδου αναστολής. Το Άρθρο 4
(1)του περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε, δίνει την εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την εκτέλεση της ανασταλείσας ποινής για την περίοδο για την οποία επιβλήθηκε ή για μικρότερη περίοδο ή την τροποποίηση του αρχικού διατάγματος όσον αφορά την περίοδο εφαρμογής του διατάγματος ή να μη λάβει κανένα μέτρο σχετικά με την ανασταλείσα ποινή. Στην υπόθεση Λουκά v. Αστυνομίας
(1986)2 Α.Α.Δ. 141, λέχθηκε ότι όταν γίνεται παράβαση των όρων της αναστολής, το πρωταρχικό ζήτημα που εγείρεται προς εξέταση είναι κατά πόσο η παράβαση αυτή είναι για οποιοδήποτε λόγο δικαιολογημένη ή η βαρύτητα μειώνεται εξ αιτίας οποιωνδήποτε περιστάσεων. Η ενεργοποίηση δεν συνδέεται με την ομοιότητα των αδικημάτων. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ευαγγέλου v. Αστυνομίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 52, η ενεργοποίηση της ανασταλείσας ποινής διατάσσεται κατά κανόνα εκτός αν αυτό θα ήταν άδικο, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων. Εν πρώτοις διαπιστώνουμε με ιδιαίτερη έκπληξη ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την επιβολή ποινής - στις 16.12.14 - και την έναρξη της 3ετούς αναστολής ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα επίδικα αδικήματα. Είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε ότι στον Κατηγορούμενο δόθηκε η ευκαιρία στα πλαίσια της υπόθεσης με αρ. 13218/14 και ενώ εξέτιε κατ' εκείνο το στάδιο την ποινή του στα πλαίσια της προηγούμενης καταδίκης στην υπόθεση με αρ. 248/12 του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας για τα σοβαρά αδικήματα της ληστείας και της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης να αποφύγει την περαιτέρω φυλάκιση του για τα αδικήματα που αντιμετώπιζε. Εντούτοις είναι θλιβερό που ο Κατηγορούμενος δεν φάνηκε να έχει εκτιμήσει δεόντως αυτή την ευκαιρία που του δόθηκε για να μην στερηθεί της ελευθερίας του και να κάνει μια νέα αρχή. Αφού λοιπόν αποφυλακίσθηκε στις 9.1.15, χωρίς να χάσει χρόνο, επανήλθε στην εγκληματική δράση διαπράττοντας τα επίδικα ομοειδή αδικήματα. Το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη ότι η συνολική ποινή, δηλαδή η ποινή για τη βασική υπόθεση και η ενεργοποιημένη ποινή, δεν πρέπει να είναι υπερβολική[14]. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρουν επίσης οι υποθέσεις Βασιλειάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 409 και Χριστοφίδης v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148, Παπαχρίστου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 62. Στην παρούσα περίπτωση με την επιβολή 4ετούς φυλάκισης και την συνεπακόλουθη αυτόματη ενεργοποίηση της 15μηνης ανασταλείσας από τον Πρόεδρο ποινής το σύνολο ανέρχεται ήδη σε 5,3 έτη φυλάκισης. Έχουμε υπ' όψιν ότι οποιοδήποτε μέρος ενεργοποιηθεί από την ανασταλείσα υπό του Δικαστηρίου παλαιότερη ποινή θα εκτιθεί επίσης επιπροσθέτως της ποινής που επιβάλλεται σήμερα και του υπολοίπου που είχε ανασταλεί από τον Πρόεδρο. Έχοντας λοιπόν υπόψη το σύνολο των περιστάσεων που αφορούν το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την αναστολή της ποινής μέχρι τη διάπραξη των αδικημάτων της παρούσας υπόθεσης, δεν έχουμε ικανοποιηθεί ότι αυτές είναι τέτοιες που καθιστούν άδικη με οποιονδήποτε τρόπο την ενεργοποίηση της ποινής. Ως εκ τούτου καταλήγουμε ότι είναι δίκαιο όπως ενεργοποιήσουμε μέρος της προηγούμενης ποινής που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, και με γνώμονα και την αρχή της συνολικότητας της ποινής, διατάσσουμε, επομένως, την ενεργοποίηση της, ήτοι για περίοδο 5 μηνών. Η έκτιση αυτής θα είναι διαδοχική της ποινής που έχει επιβληθεί στον Κατηγορούμενο στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. Η έκτιση της ποινής να αρχίζει από τις 6.2.2015 ημερομηνία κατά την οποία ο Κατηγορούμενος τέθηκε υπό κράτηση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Τα Τεκμήρια 1 - 8 με αρίθμηση της Αστυνομίας να επιστραφούν στην νόμιμη δικαιούχο. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ γκ/C:my documents/assize/Ποινές [1] Δέστε Μιχαήλ κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 232, 239. [2] Δέστε Suresh Crisnatha Ranajeeva v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 452 και Πόρας κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 452. [3]Δέστε Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζανέτου Τσαπατσάρη κ.ά.,
(2000)2 Α.Α.Δ. 304, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ.83 David Piliev ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 587 και Ζακ v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 854. [4] Δέστε Γενικός Εισαγγελέας ν. Ζανέττου Τσαπατσάρη κ.α.
(2000)2 Α.Α.Δ 304 και Γεώργιος Κώστα Σταύρου «Φάντης» ν. Δημοκρατίας [2002] 2 Α.Α.Δ. 61. [5] Δέστε Λουκά Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ 577 και Abunazha ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 551. [6] Δέστε Έλενας κ.α.. Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ.
  1. [7] Δέστε Λέανδρος Κωστάκη Κυριάκου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 211/11 ημερ. 25.1.
  2. [8] Δέστε Νίκη Τσιάκκα και Παντελής Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 282. [9] Δέστε Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 Α.Α.Δ. 17. [10] Δέστε Σωτήρης Ζαχαρία Γεωργίου άλλως Καμμουγιαρος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 565. [11] Δέστε Βαρνάβα Ευγενίου Κλεοβούλου v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 57. [12] Δέστε Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. BISCO
(1991)2 A.A.Δ. 16, Atallah v. Δημοκρατίας
(1992)2 A.A.Δ. 94, Ali Hassan v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 143, Moustafa Souilmi v. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 248, Περικλέους v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 397 και Abed ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 128. [13] Δέστε Σωτηριάδου ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 356. [14] Βλέπε Λοίζου v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 546. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.