Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Χρίστος Μαυράκης, Αρ. Υπόθεσης: 27494/14, 24/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B47 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 27494/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Εναντίον Χρίστος Μαυράκης Κατηγορούμενος ------------------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24/4/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Αλ. Σιαπανή Για Κατηγορούμενο: κος Χρ. Νεοφύτου Κατηγορούμενος: Παρών ------------------------------------------- Π Ο Ι Ν Η Ο Κατηγορούμενος, μετά από δική του παραδοχή, κρίθηκε ένοχος στην 1η και μοναδική κατηγορία που αντιμετωπίζει. Πρόκειται για την κατηγορία της παράνομης εισόδου σε αγωνιστικό χώρο και συγκεκριμένα ότι την 21η Σεπτεμβρίου 2014, στο Στρόβολο, της επαρχίας Λευκωσίας, κατά τη διάρκεια του ποδοσφαιρικού αγώνα μεταξύ των ομάδων της Ομόνοιας Λευκωσίας και της ΑΕΚ Λάρνακας, εισήλθε από τη δυτική κερκίδα στον αγωνιστικό χώρο του σταδίου ΓΣΠ χωρίς νόμιμη δικαιολογία. Γεγονότα Κατά το στάδιο της παράθεσης των γεγονότων και μετριαστικών παραγόντων από τις δύο πλευρές, προέκυψε ζήτημα συνταγματικότητας ή μη, των προνοιών των άρθρων 54
(1)και 73
(1)(α) του Νόμου 48(Ι)/2008, ως τούτος τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, και από τον Νόμο 132(Ι)/2014, στο βαθμό που τούτες, επιβάλλουν στο Δικαστήριο υποχρέωση, ως μέρος της ποινής που θα επιβάλει σε αδικοπραγούντα αδικήματος που προβλέπεται από τον εν λόγω Νόμο, να εκδώσει και διάταγμα απαγόρευσης και/ή αποκλεισμού του εν λόγω προσώπου από το να εισέρχεται σε αθλητικούς χώρους, ή να αγωνίζεται ή λαμβάνει μέρος σε σχετικές εκδηλώσεις, για περίοδο που αναφέρεται ρητά στα εν λόγω άρθρα. Αποτελεί κοινή θέση των δύο πλευρών, ως τούτη προκύπτει από τις σχετικές τοποθετήσεις τους ότι, η προβλεπόμενη από τα άρθρα 54
(1)και 73
(1)(α) - και λοιπών υποπαραγράφων του άρθρου - υποχρεωτική έκδοση διαταγμάτων απαγόρευσης εισόδου σε αθλητικούς χώρους και/ή αποκλεισμού από αγώνες και/ ή εκδηλώσεις και/ή παροχής υποχρεωτικής κοινωνικής εργασίας, αποτελεί μέρος της ποινής που σύμφωνα με τον Νόμο πρέπει να επιβάλλεται από το Δικαστήριο σε αδικοπραγούντα κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 54
(1)του Νόμου, ως ο ενώπιόν μου Κατηγορούμενος. Το παράπονο του Κατηγορούμενου, ως τούτο προωθήθηκε μέσω του συνηγόρου του, εστιάζεται στο επιτακτικό των προνοιών, τόσο του άρθρου 54
(1), όσο και του άρθρου 73
(1)(α). Είναι η θέση του Κατηγορούμενου, ότι από τη στιγμή που με τις ρηθείσες επιτακτικές πρόνοιές του, ο νομοθέτης αποστερεί από το Δικαστήριο το δικαίωμα, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, να επιλέξει, στην κατάλληλη περίπτωση (που ως εισηγείται αποτελεί η υπό εξέταση υπόθεση), να εκδώσει, ως μέρος της ποινής που θα επιβάλει στον Κατηγορούμενο, διάταγμα μικρότερης διάρκειας από την κατώτερη προβλεπόμενη στον Νόμο, ή ακόμα να επιλέξει να μην εκδώσει οποιοδήποτε τέτοιο σχετικό διάταγμα, οι εν λόγω πρόνοιες αντίκεινται στις πρόνοιες του Άρθρου 12.3 του Συντάγματος, επί τω ότι, με την εφαρμογή τους και την επακόλουθη έκδοση, ως μέρος της ποινής, σχετικού διατάγματος απαγόρευσης ή αποκλεισμού ή παροχής υποχρεωτικής κοινωνικής εργασίας, ο Κατηγορούμενος θα τιμωρηθεί δυσανάλογα της βαρύτητας της αξιόποινης πράξης του. Η επί του προκειμένου θέση της Κατηγορούσας Αρχής, είναι ότι οι σχετικές πρόνοιες των εν λόγω άρθρων, δεν είναι αντισυνταγματικές, καθότι, έστω και εάν επιτάσσουν στο Δικαστήριο, ως μέρος της ποινής που θα επιβάλει στον Κατηγορούμενο, να εκδώσει και διάταγμα απαγόρευσης εισόδου του σε αθλητικούς χώρους, ή αποκλεισμού του από αγώνες ή εκδηλώσεις ή παροχής υποχρεωτικής κοινωνικής εργασίας, με την πρόβλεψή τους (οι εν λόγω πρόνοιες) για κυμαινόμενη χρονική διάρκεια ισχύος των εν λόγω διαταγμάτων, παρέχουν διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο να αποφασίσει το ίδιο, τον ακριβή χρόνο που θα διαρκεί μια τέτοια απαγόρευση ή αποκλεισμός ή υποχρέωση παροχής. Κρίνω ορθότερο στο παρόν στάδιο να παραθέσω αυτούσιες, ευθύς αμέσως, τις πρόνοιες των άρθρων 54
(1)και 73
(1)(α) του Νόμου: « 54.
(1)Οποιοδήποτε πρόσωπο εισέρχεται σε αγωνιστικό χώρο χωρίς άδεια ή νόµιµη δικαιολογία, για την οποία φέρει το βάρος της αποδείξεως, θεωρείται ότι εισέρχεται προς το σκοπό διάπραξης αδικήµατος και είναι ένοχο πληµµελήµατος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηµατική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες ευρώ ή και στις δύο αυτές ποινές και επιπλέον το Δικαστήριο εκδίδει εναντίον του διάταγµα απαγόρευσης εισόδου σε αθλητικούς χώρους για χρονική περίοδο µεταξύ τριών
(3)και πέντε
(5)ετών, το οποίο ισχύει άµεσα από την ηµεροµηνία της καταδίκης του». «73.—
(1)Επιπρόσθετα µε οποιαδήποτε ποινή προβλέπεται στον παρόντα Νόµο ή σε Κανονισµούς που εκδίδονται δυνάµει αυτού, το δικαστήριο, λαµβανοµένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης, εκδίδει- (α) σε περίπτωση πρώτης καταδίκης, διάταγµα αποκλεισµού από αγώνα ή εκδήλωση ή απαγόρευσης της εισόδου σε αθλητικούς χώρους για χρονική περίοδο από έξι
(6)µήνες μέχρι ένα
(1)έτος ή διάταγµα υποχρεωτικής κοινωνικής εργασίας για αντίστοιχη περίοδο, (β) .......................... (γ) .......................... (δ) ..........................» Είναι γεγονός ότι, ο Νόμος είναι σιωπηρός αναφορικά με το κατά πόσο οι πρόνοιες του άρθρου 73
(1)(α) (ο ενώπιόν μου Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενη καταδίκη), τυγχάνουν εφαρμογής σε κάθε περίπτωση, και δη ακόμα και στην περίπτωση που το άρθρο που δημιουργεί το αδίκημα με το οποίο κατηγορείται ένα πρόσωπο (στην προκειμένη περίπτωση το άρθρο 54
(1)), επιτάσσει το ίδιο υποχρέωση στο Δικαστήριο, ως μέρος της ποινής που θα επιβάλει, να εκδώσει και διάταγμα απαγόρευσης του Κατηγορουμένου να εισέρχεται σε αθλητικούς χώρους για συγκεκριμένη διάρκεια. Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες του άρθρου 54
(1), οι οποίες αποτελούν και την ουσιαστική βάση της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, επιπρόσθετα της πρόνοιας για δυνατότητα επιβολής ποινής φυλάκισης μέχρι ενός έτους και/ή χρηματικής ποινής μέχρι €2.000, επιβάλλεται στο Δικαστήριο υποχρέωση να εκδώσει και διάταγμα απαγόρευσης εισόδου του Κατηγορουμένου σε αθλητικούς χώρους, χρονικής περιόδου, ουχί λιγότερης των τριών ετών και ουχί μεγαλύτερης των πέντε. Το άρθρο 73
(1)(α), με τις πρόνοιές του, και χωρίς οποιανδήποτε αναφορά περί μη εφαρμογής των προνοιών του στην περίπτωση που θα εκδοθεί, δυνάμει των προνοιών άλλου άρθρου, διάταγμα απαγόρευσης εισόδου σε αθλητικούς χώρους, εναποθέτει στο Δικαστήριο υποχρέωση να συνδυάσει την οποιανδήποτε ποινή επέβαλε σε ένα Κατηγορούμενο σε αδίκημα κατά παράβαση των προνοιών του συγκεκριμένου Νόμου, με έκδοση διατάγματος αποκλεισμού από αγώνα ή εκδήλωση, ή έκδοση διατάγματος απαγόρευσης εισόδου σε αθλητικούς χώρους ή έκδοση διατάγματος παροχής υποχρεωτικής κοινωνικής εργασίας, για χρονική περίοδο, ουχί λιγότερη των έξι μηνών και ουχί μεγαλύτερη του ενός έτους. Είμαι της γνώμης, παρά την εμφανή ασάφεια που προκύπτει από το συνδυασμό των προνοιών των δύο πιο πάνω άρθρων του Νόμου, ότι ουδέποτε αποτελούσε πρόθεση του νομοθέτη, ως μέρος της ποινής που επιβάλλεται σε έναν Κατηγορούμενο για αδίκημα που προβλέπεται από τον συγκεκριμένο Νόμο, να εκδίδονται δύο διατάγματα (ένα διάταγμα με βάση το κάθε άρθρο) εναντίον του. Η λογική των πραγμάτων, οδηγεί στην κρίση ότι, έστω και αν τούτο δεν εκφράζεται στο Νόμο με την απαραίτητη σαφήνεια, στην περίπτωση που επιβάλλεται η έκδοση διατάγματος απαγόρευσης εισόδου σε αθλητικούς χώρους από το ίδιο το άρθρο που δημιουργεί το αδίκημα που αντιμετωπίζει ένας Κατηγορούμενος, τότε, ένα τέτοιο διάταγμα θα εκδίδεται με βάση τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, και οι πρόνοιες του άρθρου 73
(1)(α), ή των λοιπών υποπαραγράφων του εν λόγω άρθρου, δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Τούτο, εξάλλου, προκύπτει κατά τη γνώμη μου και από το γεγονός ότι η χρονική διάρκεια (τριών έως πέντε ετών) ισχύος του διατάγματος που πρέπει να εκδίδεται δυνάμει των προνοιών του άρθρου 54
(1)του Νόμου, δεν υπόκειται σε οποιανδήποτε κατηγοριοποίηση (ως προς τη χρονική διάρκειά του), ανάλογα με το κατά πόσο βαρύνεται ή όχι ο αδικοπραγούντας με προηγούμενη ή προηγούμενες καταδίκες, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του άρθρου 73
(1). Και τούτο γιατί, προφανώς ο νομοθέτης ήθελε να εκδηλώσει με κάθε σαφήνεια, τη θέση του (επιβάλλοντας σχετική υποχρέωση στο Δικαστήριο να εκδίδει διάταγμα απαγόρευσης εισόδου από αθλητικούς χώρους για χρονική διάρκεια από 3 μέχρι 5 έτη) ότι, θεωρεί τα αδικήματα που προβλέπονται από τις πρόνοιες του άρθρου 54
(1)(και 54
(2)), ειδικής σοβαρότητας, για τα οποία η οποιαδήποτε απαγόρευση εισόδου σε αθλητικούς χώρους θα πρέπει να είναι μεγάλης διάρκειας και να μην καθίσταται ο παράγοντας «προηγούμενη καταδίκη», ουσιαστικός για το χρόνο ισχύς του, ως συμβαίνει όταν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 73
(1). Θα ήταν κατά τη γνώμη μου, εντελώς εκτός των προθέσεων του νομοθέτη, η έκδοση εναντίον ενός Κατηγορουμένου που κρίθηκε ένοχος για αδίκημα κατά παράβαση του άρθρου 54
(1)του Νόμου, διατάγματος απαγόρευσης εισόδου σε αθλητικούς χώρους π.χ. διάρκειας τριών ετών και επιπροσθέτως να εκδίδεται και άλλο διάταγμα, είτε αποκλεισμού από αγώνα ή εκδήλωση (διάταγμα εκδήλως ελαφροτέρας μορφής από ότι το διάταγμα απαγόρευσης εισόδου σε αθλητικούς χώρους) ή απαγόρευσης εισόδου σε αθλητικούς χώρους για διάρκεια π.χ. έξι μηνών. Οι μόλις πιο πάνω επισημάνσεις και κρίσεις μου, δεν γίνονται για να υποδειχθεί, άνευ λόγου, η προκύπτουσα ασάφεια του νόμου, αλλά για να υποδειχθεί ότι, στην προκείμενη περίπτωση, εκείνες που ενδιαφέρουν και με τις οποίες το Δικαστήριο θα ασχοληθεί, ως προς το εγειρόμενο ζήτημα της αντισυνταγματικότητας, είναι οι πρόνοιες του άρθρου 54
(1)του Νόμου, και όχι του άρθρου 73
(1)(α). Αν όμως, το Δικαστήριο καταλήξει ότι οι πρόνοιες του άρθρου 54
(1), στο βαθμό που τούτες αφορούν στην επιτακτική αναφορά τους περί εκδόσεως από το Δικαστήριο, ως μέρος της ποινής που θα επιβάλει σε έναν αδικοπραγούντα, διατάγματος απαγόρευσης εισόδου σε αθλητικούς χώρους, αντίκεινται στις πρόνοιες του Άρθρου 12.3 του Συντάγματος, τότε, προφανώς θα προκύψει αναγκαιότητα εξέτασης ενδεχόμενης αντισυνταγματικότητας των προνοιών του άρθρου 73
(1)(α) του Νόμου. Νομική Πτυχή Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, νομικές πρόνοιες, οι οποίες προβλέπουν επιτακτικά κατώτερη ή ειδική ποινή, υπό την έννοια ότι δεν αφήνουν στο Δικαστήριο διακριτική εξουσία να επιλέξει να μην επιβάλει μια τέτοια ποινή, ή να επιβάλει κατώτερη της προβλεπόμενης, κρίνονται αντισυνταγματικές, στην περίπτωση που το Δικαστήριο θα κρίνει επιπροσθέτως ότι, η προβλεπόμενη στον Νόμο (ακόμα και η κατώτερη) ποινή, είναι δυσανάλογη της βαρύτητας του αδικήματος (και δη κατά παράβαση του Άρθρου 12.3 του Συντάγματος) για το οποίο θα επιβάλει ποινή. Στη Michael Demetriou Zavos v. The Police
(1963)CLR 57, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Now, as to sentence: The provision as to the forfeiture of any antiquity in subsection
(3)of section 33 is mandatory; and there is no doubt that before Independence Day the Court would, in any event, be bound to order the forfeiture of the antiquities. The question which arises for consideration is this: "Has this provision as to forfeiture been modified by the Constitution?" If it has been modified at all it must have been modified by the provisions of Article 12.3, of the Constitution which provides that "no law shall provide for a punishment which is disproportionate to the gravity of the offence[1]"; and under the express provisions of Article 188.4 of the Constitution it was the duty of the trial Court exercising criminal jurisdiction to apply the provisions of section 33
(3)of Cap. 31 "with such modification as may be necessary to bring it into accord with the provisions of this Constitution" (see the judgments of this Court in Ratibe Muti Abdulhamid v. The Republic, 1961 C.L.R. 400; Mahmut H. H. Fethi v. The Republic, 1962 C.L.R. 139, and Solomos Stylianou v. The Police, 1962 C.L.R. 152. ................................. In declaring that the "forfeiture" provided for under subsection
(3)of section 33 was not contrary to or inconsistent with paragraph 3 of Article 12 of the Constitution, the Supreme Constitutional Court based its reasoning on the conclusion that such "forfeiture" was not "punishment" in the sense of paragraph 3 of Article 12. With great respect to the views expressed in the judgment of the Supreme Constitutional Court, we are of opinion that the "forfeiture" provided for under subsection
(3)of section 33 cannot be anything but "punishment" ; and the provisions of that section should be modified under Article 188.4 of the Constitution to be brought into accord with the provisions of Article 12.3, i.e. the provision for forfeiture should be treated as discretionary and not mandatory[2]. If accused's counsel had not asked for the question to be referred to the Supreme Constitutional Court and the trial Judge was not fettered by the decision of that Court, he would have been in a position to exercise his discretion whether or not to order the forfeiture of the antiquities». Στην ίδια υπόθεση (Zavos), στα πλαίσια της απόφασης της μειοψηφίας από τον Βασιλειάδη Δ., επί θεμάτων όμως που δεν εκφράστηκε οποιαδήποτε διαφωνία του με την απόφαση της πλειοψηφίας, αναφέρθηκαν και τα εξής σχετικά: «Article 12.3 occurring in the Part of the Constitution dealing with Fundamental Rights and Liberties (Part II, Articles 6-35 incl.) gave constitutional force in our law, to the widely-accepted principle of justice that the punishment in a criminal case must be proportionate to the gravity of the offence[3]; a principle which was part of our law long before the establishment of the Republic, and which was and still is the rule upon which, subject to express statutory limitations, our criminal courts have always measured their sentences, under the vigilant supervision of the Court of Appeal. The text of this para. of Article 12 reads: "No law shall provide for a punishment which is disproportionate to the gravity of the offence[4]." The effect of this prohibition in the Constitution for disproportionate punishment, on mandatory provisions contained in certain statutes for the making of ancillary orders for forfeiture, demolition, disqualification etc. consequent upon a conviction, was considered by the Supreme Constitutional Court in a number of cases, the decisions in which would, no doubt, give to the learned trial Judge all the assistance he might require in dealing directly with the question raised before him[5]. In the District Officer, Nicosia and Georgios HajiYiannis, decided about a year earlier, in May, 1961 (1, R.S.C.C., p. 79) where the effect of Article 12.3 on demolition orders under section 20
(3)(a) of the Streets and Buildings Regulation Law (Cap. 96) was considered, the Constitutional Court had this to say (at p. 82C.): "A penal provision of a mandatory nature providing for a serious punishment to be imposed in all cases of a certain class or category, irrespective of the circumstances or merits of each particular case, when in such class or category there are bound to arise cases the imposition of such punishment would be disproportionate to the gravity of the offence in view of its trivial or technical nature, is a provision contravening paragraph 3 of Article 12. It follows, therefore, that the provisions of sub-section
(3)of section 20 of Cap. 96, whereby a demolition order is made mandatory in all cases, are inconsistent with the aforesaid paragraph 3 of Article 12 of the Constitution[6]". And immediately after this, the decision proceeds: "It is now for the trial Court in the case under reference to apply paragraph (a) of subsection
(3)of section 20 of Cap. 96, modified in the light of this decision, so as to bring it into accord with the provisions of the Constitution, as provided by paragraph 4 of Article 188." ................................ Now the question reserved under Article 144 by the trial Court was whether the provision in section 33
(3)making the forfeiture of the antiquities connected with the conviction, mandatory contravenes the provisions of Article 12.3. The question itself as framed, assumes that the provision under consideration is a "punishment"; otherwise the question could not arise at all under paragraph
(3)of Article
- ................................ . But if such provision were a mandatory punishment with no option to the criminal Court to regulate it in proportion to the gravity of the offence, it would be contrary to and inconsistent with Article 12.
- In other words if the provision in question is a punishment, it is in conflict with the Constitution[7]; if it is not a "punishment", Article 12.3 has nothing to do with it». Επί του ιδίου θέματος, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χαράλαμπου Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Μετά την εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας, η κατωτάτη ποινή κρίθηκε ότι ήταν αντίθετη προς το Σύνταγμα και, ως εκ τούτου, το είδος και η έκταση της ποινής η οποία επιβάλλεται είναι στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την πρόθεση του νομοθέτη, όπως φανερώνεται στις ποινές που προβλέπει ο Νόμος, και τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων των προσωπικών περιστάσεων κάθε κατηγορουμένου. Δεν απαιτείται η ύπαρξη ειδικών λόγων για την επιβολή ποινής μικρότερης από εξάμηνη φυλάκιση[8] - (βλ. Hassan Dourmoush v. The Police
(1963)1 C.L.R. 39, σελ. 40-41)». Στο σημείο αυτό κρίνω ορθότερο να παραθέσω ευθύς αμέσως τις πρόνοιες του Άρθρου 188.1 και 4 του Συντάγματος, καθότι σε όλες τις πιο πάνω αποφάσεις, οι πρόνοιες του εν λόγω Άρθρου, τύγχαναν εφαρμογής, έστω και αν στην υπόθεση Πέτρου (ανωτέρω), δεν γίνεται καθόλου επίκλησή του. «Άρθρο
- Τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος και των ακολουθουσών διατάξεων του παρόντος άρθρου, πας κατά την ημερομηνίαν της ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος ισχύων νόμος θέλει εξακολουθήσει να ισχύη κατά την ρηθείσαν ημερομηνίαν και μετ' αυτήν, μέχρις ου τροποποιηθή, δια μεταβολής, προσθήκης ή καταργήσεως δι' οιουδήποτε νόμου ή κοινοτικού τοιούτου ψηφιζομένου κατά το Σύνταγμα, από δε της ημερομηνίας ταύτης θα ερμηνεύηται και θα εφαρμόζηται προσαρμοζόμενος, καθ' ο μέτρον είναι αναγκαίον, προς το Σύνταγμα.
- .............................
- .............................
- Οιονδήποτε δικαστήριον της Δημοκρατίας εφαρμόζον τας διατάξεις οιουδήποτε νόμου, διατηρουμένου εν ισχύϊ συμφώνως τη πρώτη παραγράφω του παρόντος άρθρου, εξακολουθεί να εφαρμόζη αυτόν εν σχέσει προς οιανδήποτε τοιαύτην χρονική περίοδον μετά των αναγκαίων προσαρμογών προς συμμόρφωσιν αυτού προς τας διατάξεις του Συντάγματος περιλαμβανομένων και των μεταβατικών διατάξεων αυτού.» Προκύπτει επομένως αβίαστα, από τα πιο πάνω, ότι, στην περίπτωση που οι πρόνοιες ενός Νόμου, ο οποίος βρισκόταν σε ισχύ κατά την θέσπιση του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και δη κατά τις 16 Αυγούστου 1960, αντίκεινται προς το Σύνταγμα, και για σκοπούς συσχέτισης του επιχειρήματος με την υπό εξέταση υπόθεση, λ.χ. με τις πρόνοιες του Άρθρου 12.3 τούτου, το Δικαστήριο που θα καταλήξει στη κρίση περί αντισυνταγματικότητας του Νόμου, δεν θα κηρύξει τούτον αντισυνταγματικό, αλλά με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 188.1 και 4 του Συντάγματος, θα ερμηνεύσει με τέτοιο τρόπο τις ρηθείσες πρόνοιες του Νόμου, ώστε τούτες να συμβαδίζουν με τις πρόνοιες του Συντάγματος. Προκύπτει όμως ακόμα ότι, στη περίπτωση που το νομοθέτημα, του οποίου οι πρόνοιες είναι υπό αμφισβήτηση ως προς την συμβατό τους με τις πρόνοιες του Συντάγματος, θεσπίστηκε μετά τις 16 Αυγούστου 1960, τότε οι πρόνοιες του Άρθρου 188 του Συντάγματος δεν μπορούν να προσφέρουν οποιαδήποτε βοήθεια στο Δικαστήριο. Και στη περίπτωση που το Δικαστήριο θα κρίνει ότι όντως οι πρόνοιες του Νόμου αντίκεινται στο Σύνταγμα, τότε το μόνο που δικαιούται και/ή καλύτερα οφείλει να πράξει, είναι να κηρύξει τις ρηθείσες πρόνοιες (νοουμένου ότι ως προς τις λοιπές του πρόνοιες ο Νόμος μπορεί να εξυπηρετήσει το σκοπό η μέρος του σκοπού για τον οποίο θεσπίστηκε), αντισυνταγματικές. Διαφορετικά να κηρύξει γενικότερα το Νόμο αντισυνταγματικό. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι οι πρόνοιες του άρθρου 54
(1)του Νόμου 48
(1)/2008, ως τούτος τροποποιήθηκε από το Νόμο 132
(1)/2014, και ειδικότερα οι πρόνοιες του που προβλέπουν για έκδοση, ως μέρος της ποινής, και διατάγματος απαγόρευσης εισόδου σε αθλητικούς χώρους, αποτελούν επιτακτικές πρόνοιες, οι οποίες δεν επιτρέπουν στο δικαστήριο να επιλέξει, είτε να μην εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα, είτε να εκδώσει , πλην όμως, για μικρότερη, των 3 (τριών) χρόνων, διάρκεια. Αυτή η κατάληξη όμως, δεν αρκεί για σκοπούς τελικής κρίσης ως προς το εγειρόμενο ζήτημα. Καθίσταται αναγκαίο, και τούτο γιατί θέματα αντισυνταγματικότητας δεν εξετάζονται αφηρημένα (in abstracto), αλλά μόνο σε συνάρτηση (in concerto) με την υπό κρίση υπόθεση, να εξεταστεί, το κατά πόσο, τυχόν έκδοση, ως μέρος της ποινής που θα επιβληθεί στον ενώπιον μου Κατηγορούμενο, διατάγματος απαγόρευσης εισόδου σε αθλητικούς χώρους δια διάρκεια 3 μέχρι 5 χρόνων, αποτελεί ποινή δυσανάλογη της βαρύτητας του αδικήματος που διέπραξε ο Κατηγορούμενος. Ο ενώπιόν μου Κατηγορούμενος (ως τα πιο κάτω προκύπτουν από τα όσα τέθηκαν από τις δύο πλευρές), είναι πρόσωπο ηλικίας 36 ετών, άγαμος, ο οποίος διατηρεί δική του επιχείρηση εξυπηρέτησης άλλων επιχειρήσεων (μεταφορές φακέλων, δεμάτων κ.ο.κ.). Πρόκειται για οπαδό του αθλητικού συλλόγου Ομόνοιας Λευκωσίας, ο οποίος ανελλιπώς παρακολουθεί τους ποδοσφαιρικούς αγώνες της ομάδας ανδρών του εν λόγω σωματείου, επισκεπτόμενος προς τούτο, τους αθλητικούς χώρους, εντός των οποίων διεξάγονται. Ουκ ολίγες φορές στο παρελθόν (πριν τη διάπραξη του αδικήματος), εισήλθε, με την ανοχή και εν γνώσει όλων των παραγόντων του σταδίου ΓΣΠ στη Λευκωσία, εντός του αγωνιστικού χώρου, και δη επί του χλοοτάπητα (εκτός όμως των ορίων που διεξάγεται ο ποδοσφαιρικός αγώνας), ως συνοδός προσώπων με ειδικές ικανότητες, οι οποίοι παρακολουθούν τον αγώνα από το συγκεκριμένο σημείο. Ποτέ στο παρελθόν (πριν τη διάπραξη του αδικήματος), με τις πράξεις του, τόσο εντός όσο και εκτός του αγωνιστικού χώρου ενός γηπέδου, απασχόλησε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, είτε τις αστυνομικές αρχές, είτε γενικά τους παράγοντες του γηπέδου. Αν υπάρχει κάτι που μπορεί να ειπωθεί αναφορικά με τη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου εντός των αθλητικών χώρων, είναι ότι, όποτε του ζητείτο να βοηθήσει κάποιον συνάνθρωπό του, έπραττε τούτο. Στις 21 Σεπτεμβρίου 2014, στο στάδιο ΓΣΠ, διεξήχθη ο ποδοσφαιρικός αγώνας μεταξύ των ομάδων Ομόνοιας Λευκωσίας και ΑΕΚ Λάρνακας. Ο Κατηγορούμενος, χωρίς στην προκειμένη περίπτωση να συνοδεύει οποιοδήποτε πρόσωπο με ειδικές ικανότητες, εισήλθε εντός του αγωνιστικού χώρου, εκτός των ορίων που διεξάγεται ο ποδοσφαιρικός αγώνας, και πριν την έναρξή του, πλην όμως κατά τη χρονική στιγμή που οι ποδοσφαιριστές των δύο ομάδων εισέρχοντο στον αγωνιστικό χώρο, με σκοπό να τονώσει το ηθικό των ποδοσφαιριστών της ομάδας της οποίας είναι φίλαθλος. Άμεσα, έγινε αντιληπτός από τους φύλακες του σταδίου, οι οποίοι τον ενημέρωσαν ότι είναι υπό σύλληψη, και με τη συνοδεία τους, χωρίς καμία αντίδραση, εξήλθε του αγωνιστικού χώρου. Κατά τον ελάχιστο χρόνο που βρισκόταν εντός του αγωνιστικού χώρου, ο Κατηγορούμενος δεν επέδειξε καμία προκλητική συμπεριφορά, ούτε άσκησε οποιασδήποτε μορφής βία, ούτε ήρθε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, σε αντιπαράθεση με οποιονδήποτε. Εξάλλου, ως σημειώθηκε και ανωτέρω, και επί τούτου οι δύο πλευρές συμφωνούν, μοναδική πρόθεση του Κατηγορούμενου, ήταν να εμψυχώσει τους ποδοσφαιριστές της ομάδας που υποστήριζε. Πρόκειται για πρόσωπο λευκού ποινικού μητρώου, κάτοχος πτυχίου πανεπιστημίου Αγγλίας στην Διαχείριση Διεθνών Επιχειρήσεων (International Business Administration) και κάτοχο μεταπτυχιακού τίτλου στη Διαχείριση Πληροφοριών και Φιλοξενίας (Master in Information and Hospitality Management). Σε θεληματική κατάθεση που του λήφθηκε, παραδέχθηκε άμεσα, όπως και ενώπιον του Δικαστηρίου άλλωστε, τη διάπραξη του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας. Πρόκειται για πρόσωπο πλήρως εξοικειωμένο με τον αγωνιστικό χώρο του σταδίου ΓΣΠ και γνωστό στους παράγοντες του σταδίου για την κατά καιρούς παρουσία του εντός του εν λόγω αγωνιστικού χώρου, συνεπεία του γεγονότος ότι ουκ ολίγες φορές στο παρελθόν, ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, ως συνοδός ατόμων με ειδικές ικανότητες, εισήλθε στο χώρο αυτό. Νομική Πτυχή ως προς τη σοβαρότητα του αδικήματος Το Ανώτατο Δικαστήριο, σε σειρά αποφάσεών του, τόνισε το γεγονός ότι αδικήματα άσκησης βίας από πρόσωπα που παρακολουθούν αθλητικές εκδηλώσεις είναι πολύ σοβαρά. Τονίστηκε επίσης το καθήκον που έχει κάθε Δικαστήριο να περιφρουρήσει τα αθλήματα από πράξεις βίας οι οποίες και επιφέρουν εξαιρετικά δυσμενείς συνέπειες στο κοινωνικό σύνολο. Αναφέρθηκε ακόμα, ότι η άσκηση βίας σε αθλητικούς χώρους δεν υπονομεύει απλά τον αθλητισμό αλλά και το ίδιο το επίπεδο του πολιτισμού μας, μιας και τα αθλήματα αποτελούν ομαδικά παιχνίδια όπως άλλωστε είναι και τα αγωνίσματα στίβου που έχουν ως βασικότερο σκοπό τους την ευγενή άμυλα και όχι την οποιαδήποτε βίαιη αντιπαράθεση. Όταν ασκείται βία στα πλαίσια των εν λόγω αθλητικών εκδηλώσεων, τούτη οδηγεί στην αλλοτρίωση των σκοπών του αθλήματος με αποτέλεσμα να παρατηρείται μειωμένη η προσέλευση του κοινού στα στάδια. Λέχθηκε επίσης, ότι θα πρέπει οι αδικοπραγούντες να αντιμετωπιστούν με τέτοιο τρόπο ώστε ακριβώς να περάσει το μήνυμα ότι οι αθλητικοί αγώνες δεν μπορούν να αποτελούν τη βάση και/ή τη δικαιολογία για διενέργεια βανδαλισμών και/ή εκδηλώσεων μισαλλοδοξίας και ότι θα πρέπει η εικόνα των αθλητικών εκδηλώσεων να τυγχάνει σεβασμού. Το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια των διαφόρων αυτών αποφάσεων του, τόνισε την αναγκαιότητα επιβολής αυστηρών αποτρεπτικών ποινών σε αδικοπραγούντες αδικημάτων τέτοιας φύσεως οι οποίες να ενεργούν ανασταλτικά και να αποθαρρύνουν οποιαδήποτε πρόσωπα τα οποία, είτε είναι ανίκανα, είτε αδυνατούν να ελέγξουν τη συμπεριφορά τους όταν βρίσκονται εντός και/ή πλησίον αθλητικών χώρων. Προκύπτει ακόμα από την πλούσια επί του θέματος νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι η επιλογή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε αδικοπραγούντα αδικήματος άσκησης βίας σε αθλητικούς χώρους, δεν αποτελεί, ως θέμα αρχής, λανθασμένη επιλογή και σε κάποιες περιπτώσεις, αποτελεί ίσως και τη μόνη επιλογή. Η συμπεριφορά ενός Κατηγορουμένου, και ειδικότερα το κατά πόσον κατά τη διάπραξη του αδικήματος που αντιμετωπίζει άσκησε οποιαδήποτε μορφής βία και/ή συμπεριφέρθηκε με προκλητικό τρόπο και/ή ήρθε σε αντιπαράθεση με άλλους, αποτελούν μεταξύ άλλων παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής. Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος, βλέπε Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, 249, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αντωνίου
(1996)2 ΑΑΔ 1, 5, Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 342, 348 και Κωνσταντίνος Φουττής ν. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 359. Η επιβολή της ποινής αποτελεί ένα ουσιώδες μέρος της ποινικής διαδικασίας, το μέγιστο εργαλείο στα χέρια του Δικαστηρίου για την προώθηση των αρχών του ποινικού δικαίου. Είναι πράγματι ένα πολύ δύσκολο και λεπτό καθήκον το οποίο θα πρέπει να ασκείται με φειδώ. Όταν το Δικαστήριο αποφασίζει για το είδος και το ύψος της ποινής θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του μεγάλο αριθμό παραγόντων, οι οποίοι πολλές φορές συγκρούονται μεταξύ τους και θα πρέπει να ζυγίζει αυτούς με τέτοιο τρόπο που να καθιστά την ποινική διαδικασία κοινωνικά αποδεκτή διατηρώντας έτσι την πίστη του κοινού στον νόμο και στην απονομή της δικαιοσύνης. Είναι πρωτίστως μια διαδικασία η οποία εμπεριέχει την άσκηση διακριτικών εξουσιών η οποία δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται καθορισμένη (standardised) καθότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει ποτέ να είναι τυφλή στο μονοπάτι της (βλ. Sentencing in Cyprus, 2nd edition, σελ. 2). Τελικός κριτής αναφορικά με το είδος αλλά και το ύψος της ποινής είναι το Δικαστήριο το οποίο θα επιλέξει τούτην αφού λάβει υπόψη του όλα τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση αλλά και το πρόσωπο του Κατηγορουμένου. Η ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί μπροστά στην ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση Κατηγορουμένων που διέπραξαν συγκεκριμένης φύσης αδικήματα. Είναι υποχρέωση του Δικαστηρίου σε κάθε περίπτωση να επιβάλει τέτοια ποινή που να αρμόζει και στο πρόσωπο του Κατηγορούμενου. Οι προσωπικές περιστάσεις καθώς επίσης και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε ένα αδίκημα είναι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής. Όταν όμως καθίσταται ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής τότε οι πιο πάνω παράγοντες υποχωρούν μπροστά στην εν λόγω ανάγκη. Το ίδιο συμβαίνει και αναφορικά με τη διαδικασία της εξατομίκευσης της ποινής, υπό την έννοια ότι δεν θα πρέπει τούτη να εξουδετερώνει είτε τη σοβαρότητα του αδικήματος είτε το στοιχείο της αποτροπής (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικόλα Πάγκαλου
(2001)2 ΑΑΔ 304). Κατάληξη Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, αλλά και τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, είμαι της γνώμης ότι, η υπό εξέταση υπόθεση, διαφέρει κατά πολύ από τις σοβαρές περιπτώσεις και/ ή ενέργειες, που σκοπούσε πρωτίστως ο νομοθέτης να αναχαιτίσει με τη θέσπιση και τις επακόλουθες τροποποιήσεις του σχετικού με την παρούσα υπόθεση Νόμου. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, ότι ο Κατηγορούμενος με την ενέργειά του να εισέλθει χωρίς νόμιμη δικαιολογία, στον αγωνιστικό χώρο του σταδίου ΓΣΠ, διέπραξε το αδίκημα της πρώτης και μοναδικής κατηγορίας που αντιμετωπίζει. Από την άλλη, δεν υπάρχει επίσης καμία αμφιβολία ότι, τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, δεν καθιστούν τούτη ως την σοβαρότερη, ή εν πάση περιπτώσει ως μια από τις σοβαρές περιπτώσεις διάπραξης αδικήματος, κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 54
(1)του Νόμου. Η όλη δε, προγενέστερη αλλά και μετέπειτα της διάπραξης του αδικήματος, συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, δεικνύει, αφενός, ότι ο Κατηγορούμενος δεν είναι πρόσωπο που αποτελεί άμεσο κίνδυνο όταν βρίσκεται εντός αθλητικών χώρων, και αφετέρου ότι, η αξιόποινη συμπεριφορά του που οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, αποτελεί μία μεμονωμένη παραβατική συμπεριφορά στο μέχρι τώρα βίο του. Είναι ακριβώς για τους πιο πάνω λόγους που κρίνω ότι τυχόν έκδοση διατάγματος απαγόρευσης εισόδου σε αθλητικούς χώρους, ή αποκλεισμού του από οποιοδήποτε αγώνα ή εκδήλωση, ή έστω για παροχή υποχρεωτικής κοινωνικής εργασίας, για οποιαδήποτε χρονική διάρκεια, ως μέρος της ποινής που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, θα καθιστούσε την ποινή του δυσανάλογη της βαρύτητας του αδικήματος που διέπραξε ο Κατηγορούμενος. Η πιο πάνω κρίση μου, σφραγίζει στην ουσία και την εξέλιξη του εγειρόμενου ζητήματος αντισυνταγματικότητας των προνοιών του άρθρου 54
(1)του Νόμου 48(Ι)/2008, ως τούτος τροποποιήθηκε, μεταξύ άλλων, και από το Νόμο 132(Ι)/2014, και ειδικότερα ως προς τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, με τις οποίες επιβάλλεται με επιτακτικό τρόπο στο Δικαστήριο, υποχρέωση, όπως κατά την επιβολή ποινής σε αδικοπραγούντα αδικήματος κατά παράβαση του άρθρου 54
(1)του Νόμου, ως μέρος της ποινής του, να εκδίδει και διάταγμα απαγόρευσής του να εισέρχεται σε αθλητικούς χώρους, χρονικής διάρκειας μεταξύ τριών και πέντε ετών. Και τούτο γιατί, καθίσταται έκδηλο από την πιο πάνω κρίση μου ότι αποτελεί γνώμη μου, και ως εκ τούτου κρίνω ότι οι εν λόγω πρόνοιες του άρθρου 54
(1)του Νόμου, αντίκεινται στις πρόνοιες του Άρθρου 12.3 του Συντάγματος. Συνεπεία της κρίσης μου περί αντισυνταγματικότητας των σχετικών προνοιών του άρθρου 54
(1)του Νόμου, καθίσταται επάναγκες, η εξέταση ζητήματος αντισυνταγματικότητας των προνοιών του άρθρου 73
(1)(α) του ιδίου Νόμου, οι οποίες, ως προκύπτει από τη σύνταξή τους, και όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, στην περίπτωση που δεν προβλέπεται εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει διατάγματα απαγόρευσης εισόδου και/ή αποκλεισμού από άλλο άρθρο του Νόμου, τυγχάνουν εφαρμογής, σε κάθε περίπτωση που πρόσωπο κρίνεται ένοχο για οποιοδήποτε αδίκημα που προβλέπεται από το ρηθέντα Νόμο. Όπως προκύπτει, από τις πρόνοιες του άρθρου 73
(1)(α) του Νόμου, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση (υπενθυμίζεται ότι ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες) το διάταγμα απαγόρευσης και/ή αποκλεισμού και/ή παροχής υποχρεωτικής κοινωνικής εργασίας, που προβλέπεται από αυτές, αποτελεί μέρος της ποινής που οφείλει το Δικαστήριο να επιβάλλει σε κάθε αδικοπραγούντα αδικήματος που προβλέπεται από τον ίδιο Νόμο και πρέπει να είναι χρονικής διάρκειας, ουχί μικρότερης των έξι μηνών, και ουχί μεγαλύτερης του ενός έτους. Η ήδη όμως πιο πάνω εκφρασθείσα κρίση μου, περί του ότι τυχόν έκδοση διατάγματος απαγόρευσης εισόδου σε αθλητικούς χώρους, ή αποκλεισμού από οποιονδήποτε αγώνα ή εκδήλωση ή ακόμα για παροχή υποχρεωτικής κοινωνικής εργασίας, για οποιαδήποτε χρονική διάρκεια, ως μέρος της ποινής που θα επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, θα καθιστούσε την ποινή του δυσανάλογη της βαρύτητας του αδικήματος που διέπραξε, σφραγίζει στην ουσία την τύχη και αυτού του εγειρόμενου ζητήματος, που δεν είναι άλλη από το ότι αποτελεί κρίση μου ότι οι πρόνοιες του άρθρου 73
(1)(α) του Νόμου, είναι επίσης αντισυνταγματικές, ως μη συμβαδίζουσες με τις πρόνοιες του Άρθρου 12.3 του Συντάγματος. Έχοντας κατά νου όλους τους μετριαστικούς παράγοντες, και γενικά τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, είμαι της γνώμης ότι η ποινή που πρέπει να επιβληθεί στον Κατηγορούμενο, είναι αυτή του χρηματικού προστίμου, και όχι, στερητική της ελευθερίας ποινή, που υπό διαφορετικές συνθήκες, δεν θα αποτελούσε λανθασμένη επιλογή. Ως εκ των ανωτέρω, επιβάλλω στον Κατηγορούμενο €400 πρόστιμο στην 1η και μοναδική κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Υπογράμμιση δική μου. [2] Υπογράμμιση δική μου. [3] Υπογράμμιση δική μου. [4] Τονισμός γραμμάτων δικός μου. [5] Υπογράμμιση δική μου. [6] Υπογράμμιση δική μου. [7] Υπογράμμιση δική μου. [8] Υπογράμμιση δική μου. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο