ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΑΤΤΙΧΗΣ ν. ΧΡΗΣΤΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 34000/12, 30/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 34000/12 ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΑΤΤΙΧΗΣ ν. ΧΡΗΣΤΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 30 Απριλίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Κατήγορο-Παραπονούμενο: κ. Κ. Γεωργίου Για Κατηγορούμενο: κ. Μ. Σάββα Κατηγορούμενος παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Δυνάμει του περιεχομένου του Κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά τέσσερις κατηγορίες. Η 1η κατηγορία, αφορά σε εξασφάλιση/απόσπαση από τον παραπονούμενο του ποσού των €30.000 κατά παράβαση των προνοιών των άρθρων 297 και 298 του Κεφ.154. Ειδικότερα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος στις 4.7.2008, στη Λάρνακα, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση, απέσπασε το εν λόγω ποσό από τον παραπονούμενο με την υπόσχεση ότι θα χρησιμοποιούσε το εν λόγω ποσό για την αγορά τεμαχίου γης στη Βουλγαρία προς όφελος του τελευταίου, ενώ γνώριζε ότι δεν θα έπραττε αυτό και. Η 2η κατηγορία αφορά στην πρόσαψη του ιδίου αδικήματος το οποίο συντελεσθεί σύμφωνα με το περιεχόμενο του κατηγορητηρίου στις 22/07/2008 και το ποσό που είχε αποσπασθεί ανερχόταν στα €32.000.- Με τις κατηγορίες 3 και 4 ο Κατήγορος προσάπτει στον κατηγορούμενο την κατηγορία της απάτης στη βάση του άρθρου 300 του ΚΕφ. 154 για τα ίδια γεγονότα που αναφέρονται στις κατηγορίες 1 και 2 κατά αντιστοιχία. Νομική Πτυχή εκ πρώτης όψεως» Θεωρώ σκόπιμο προτού υπεισέλθω στην εξέταση του κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση να αναφερθώ στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο συνόψισε εκείνες τις προϋποθέσεις, που όταν συντρέχουν σωρευτικά ή και διαζευκτικά δικαιολογούν την απαλλαγή κατηγορουμένου από αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Οι εν λόγω περιπτώσεις είναι οι ακόλουθες: (α) όπου δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Στην υπόθεση Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε απόσπασμα από το σύγγραμμα Criminal Procedure In Cyprus by Loizou & Pikis, διευκρινίστηκε ότι, στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει είναι εάν η ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία χρήζει απάντησης (the Court is required to decide whether there is enough to call for an answer). Ως λέχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(1992)2 ΑΑΔ 356, 363, το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά σε αντικειμενική θεώρηση τούτης. Λεπτομερής αξιολόγηση θα λάβει χώρα μόνο όταν παρουσιαστεί όλη η μαρτυρία στο στο τέλος της δίκης. Η απόφαση του περιορίζεται σε αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να έχει «αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα.» Επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, επισημάνθηκε ότι : «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Η λογική υποψία δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση.[1] Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο με βάση την τεθείσα μαρτυρία και την συνάρτηση αυτής με τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών της υπόθεσης, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου. ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ Η νομοθετική βάση των αδικημάτων των κατηγοριών 1 και 2 παραπέμπουν στο άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 τα οποία προνοούν τα ακόλουθα: «Άρθρο 297:- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Δυνάμει δε του άρθρου 298 «Άρθρο 298:-
(1)Όποιος με οποιαδήποτε ψευδής παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
(2)Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκημα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Ό,τι προκύπτει από το γράμμα και τη συνδυασμένη ανάγνωση των άρθρων 297 και 298 είναι ότι τα συστατικά στοιχείου του αδικήματος αυτού είναι:
- «ψευδής παράσταση» ήτοι παράσταση γεγονότος με λέξεις ή έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία να είναι ψευδής στην πραγματικότητα.
- Γνώση του ψεύδους της παράστασης
- Η ψευδής παράσταση να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης.
- Ως αποτέλεσμα της ψευδούς παραστάσεως, ο κατηγορούμενος να εξασφάλισε από άλλο οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Αναφορικά με τα αδικήματα των δύο τελευταίων κατηγοριών τούτα εδράζονται στο άρθρο 300 του Κεφ.154 σημειώνονται τα ακόλουθα: Το άρθρο αυτό προνοεί ότι: «Άρθρο 300:- Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν, ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Από το λεκτικό του άρθρου 300 του Κεφ. 154, συνάγεται ότι τα ακόλουθα στοιχεία θα πρέπει να αποδειχθούν ότι συντρέχουν σωρευτικά ώστε να καταδειχθεί η διάπραξη του εν λόγω αδικήματος: «Α) Ύπαρξη δόλιου τεχνάσματος ή επινοήματος Β) Απόκτηση οτιδήποτε δυνάμενου να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή ή Υποκίνηση προσώπου να παραδώσει σε άλλο πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν, ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα.» Δεν θεωρώ σκόπιμο να υπεισέλθω στο στάδιο αυτό σε λεπτομέρειες περιορίζομαι να αναφέρω ότι με βάση την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και συνεπώς ο κατηγορούμενος καλείται σε απολογία. (Εξηγούνται στον Κατηγορούμενο τα δικαιώματα του) (Υπ.) ...................................... Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, σελ. 365-366: cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο