Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Αντρέας Ιορδάνους κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7970/13, 4/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7970/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον
- Αντρέας Ιορδάνους
- Χαράλαμπος Έλληνα Κατηγορουμένων ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 4 Μαΐου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Χ'Κωνσταντη Για τον Κατηγορούμενο αρ. 2: κ. Μ. Κωνσταντίνου Κατηγορούμενος αρ. 2 παρών. ---------------------------- Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος αρ. 2, μετά που ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία και ακούστηκε μαρτυρία από κάποιους από τους μάρτυρες κατηγορίας και ειδικότερα τον γραφολόγο Αστ. 3284 Σ. Νικολάου, παραδέχτηκε ενοχή στις κατηγορίες αρ. 1 μέχρι 4 του κατηγορητηρίου που καταχωρήθηκε στις 17.4.13 που είναι και οι μόνες που τον αφορούν. Συγκεκριμένα έχει παραδεχτεί ενοχή σε μία κατηγορία αναφορικά με το αδίκημα της κλοπής υλικού που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς κατά παράβαση των άρθρων 255, 264, 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, σχετική είναι η κατηγορία αρ. 1 του κατηγορητηρίου, μία κατηγορία για το αδίκημα της πλαστογραφίας επιταγής, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(δ)(ι), 336, 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, σχετική είναι η κατηγορία 2 επί του κατηγορητηρίου, μία κατηγορία σε σχέση με το αδίκημα κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(δ)(ι), 336, 339,20 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, σχετική είναι η κατηγορία 3 επί του κατηγορητηρίου και μία κατηγορία σε σχέση με το αδίκημα απόσπασης εμπορευμάτων και χρημάτων διά ψευδών παραστάσεων κατά παράβαση των άρθρων 297,298
(1),20 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, σχετική είναι η κατηγορία
- Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος 2 παραδέχτηκε ότι μαζί με άλλο πρόσωπο, τον κατηγορούμενο 1 ο οποίος σε προηγούμενο χρονικό διάστημα επίσης παραδέχτηκε τις κατηγορίες 1 μέχρι 4 καθώς και όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες του κατηγορητηρίου που τον αφορούσαν και του επιβλήθηκε ποινή από το Δικαστήριο στις 17.12.14, έκλεψαν την επιταγή της Κεντρικής Τράπεζας με αρ. 14-771812, ημερ. 22.11.10 για ποσό €302,81 η οποία αποτελούσε επίδομα ασθενείας της Εva Geb Freiberg Carr από την Γερμανία η οποία είχε αποσταλεί ταχυδρομικώς στη διεύθυνση της δικαιούχου, υπόγραψαν την εν λόγω κλοπιμαία επιταγή με το όνομα της δικαιούχου χωρίς την δική της εξουσιοδότηση, έθεσαν σε κυκλοφορία την εν λόγω πλαστογραφημένη επιταγή και με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση απόσπασαν από τον Κυριάκο Κυριάκου, ιδιοκτήτη της φρουταρίας με την επωνυμία «Exotica» εμπορεύματα και χρήματα συνολικής αξίας €302,81 αφού παρέδωσαν στον εν λόγω πρόσωπο την πλαστογραφημένη επιταγή την οποίαν του παρουσίασαν ως γνήσια. Τα αδικήματα αφορούν τις ημερομηνίες 22 μέχρι 30.11.
- Σύμφωνα με την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, και αυτή ήταν και η μαρτυρία του Αστ. 3284 Σταύρου Νικολάου της ΥΠΕΓΕ, μετά από ανάλυση της πλαστογραφημένης επιταγής και σχετική εξέταση της επιστημονικά υπήρξε θετικό αποτέλεσμα ότι η υπογραφή που παρουσιάστηκε ως υπογραφή της δικαιούχου ήταν ουσιαστικά η υπογραφή του κατηγορουμένου
- Όπως ανέφερε η εκπρόσωπος της κατηγορούσας Αρχής για τον κατηγορούμενο 2 δεν υπάρχουν διαθέσιμα προηγούμενα, ζητήθηκε όπως τα τεκμήρια της υπόθεσης κατασχεθούν και καταστραφούν ενώ ζήτησε επίσης όπως ο κατηγορούμενος να πληρώσει τα έξοδα των μαρτύρων κατηγορίας που έχουν δημιουργηθεί και ανέρχονται στο ποσό των €
- Σε συντομία όπως έχουν τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή, το επίδικο χρονικό διάστημα η Eva Geb Freiberg Carr είχε παραπονεθεί στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων ότι δεν έλαβε την επιταγή με το επίδομα ασθενείας της. Aπό έρευνες που έγιναν από το Τμήμα διαπιστώθηκε ότι η επιταγή είχε παραληφθεί και εξαργυρωθεί στην φρουταρία «Exotica» και, όπως προέκυψε, το πρόσωπο που την εξαργύρωσε έλαβε αγαθά και χρήματα ισάξια του ποσού της επιταγής. Έγινε καταγγελία στην Αστυνομία και μετά από έρευνα συνελήφθηκε ο κατηγορούμενος 1 ο οποίος ανακρινόμενος είχε παραδεχτεί τα αδικήματα αυτά και κατονόμασε ως συνεργό του τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος με γραπτή του συγκατάθεση έδωσε δείγματα γραφής όπου και ταυτοποιήθηκε η υπογραφή του, όπως έχει ήδη αναφερθεί. Σε ανακριτική του κατάθεση ο κατηγορούμενος 2 είχε αναφέρει ότι πλαστογράφησε την επιταγή μετά από παράκληση του κατηγορούμενου
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου 2 αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής που θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο 2 υιοθέτησε πρώτα απ' όλα την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας που βρίσκεται στο φάκελο, εστιάστηκε ουσιαστικά στο χαμηλό πνευματικό και κοινωνικό του επίπεδο, στην παραδοχή του στην παρούσα υπόθεση και, αν και η Κατηγορούσα Αρχή έχει αναφέρει ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα προηγούμενα, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος είχε παραδεχτεί ενώπιον άλλου Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας διάφορες υποθέσεις που αφορούσαν αδικήματα παρόμοιας φύσης όπως αυτά υπό κρίση και του είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης 7 μηνών από την 1.7.
- Στις 22.12.14 απολύθηκε με χάρη και ήταν λανθασμένη η επιλογή του να μην παραδεχτεί και την παρούσα υπόθεση και να του επιβληθεί μια ποινή για όλες τις υποθέσεις που εκκρεμούσαν εναντίον του. Μετά την αποφυλάκιση του, οι προσωπικές του συνθήκες, όπως ανέφερε ο κ. Κωνσταντίνου, άλλαξαν άρδην προς το χειρότερο. Σύμφωνα με τα όσα είπε, ο κατηγορούμενος 2 εργαζόταν για 30 χρόνια στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και ήταν εκεί που γνώρισε και τον κατηγορούμενο 1 ο οποίος τον είχε συμπαρασύρει σε αξιόποινες πράξεις. Για όλο το χρονικό διάστημα που εκκρεμούσαν ενώπιον Δικαστηρίων οι υποθέσεις που τελικά παραδέχτηκε, ήταν σε διαθεσιμότητα από την εργασία του, ενώ μετά την επιβολή της επτάμηνης ποινής φυλάκισης, έχει απολυθεί από την εργασία του και έχει χάσει όλα τα χρόνια υπηρεσίας μαζί με τα ωφελήματα που θα είχε κάτι το οποίο έχει επηρεάσει όχι μόνο τον ίδιο αλλά και την σύζυγο του και τις δύο του κόρες με αποκορύφωμα να βρίσκεται πια σε διάσταση με την σύζυγο του, από την ημερομηνία αποφυλάκισης του δεν έχει σταθερό χώρο διαμονής, διαμένει με διάφορους φίλους του οι οποίοι του προσφέρουν εκτός από στέγη και τροφή αφού δεν έχει εισοδήματα. Τον βοηθά επίσης ο πατέρας του ο οποίος είναι συνταξιούχος. Οι δύο του κόρες είχαν αποστασιοποιηθεί από τον ίδιο μετά από την παραδοχή του και την επιβολή ποινής φυλάκισης σε αυτόν αλλά μετά την αποφυλάκιση του και με πολλές προσπάθειες έχουν αρχίσει να κτίζονται κάποιες γέφυρες επικοινωνίας μεταξύ τους. Όπως ανέφερε ο κ. Κωνσταντίνου, η φυλάκιση του κατηγορούμενου, πέραν των κακών που επέφερε στον ίδιο και τα οποία έχουν αναφερθεί πιο πάνω, επέδρασε και θετικά πάνω του αφού τιμωρήθηκε και αναμορφώθηκε ταυτόχρονα σε ότι αφορά την διάπραξη των αδικημάτων φύσεως όπως αυτά που εξετάζονται ή και οποιασδήποτε άλλης φύσης. Ο κατηγορούμενος 2 όπως ανέφερε ο κ. Κωνσταντίνου δεν πρόκειται να υποπέσει ξανά σε αδίκημα είτε της ίδιας είτε οποιασδήποτε φύσης αφού η φυλάκιση του είχε καταλυτική επίδραση πάνω του και τον έχει οδηγήσει στην συνειδητή απόφαση να είναι έντιμος και σωστός πολίτης. Ανέφερε ότι τα αδικήματα που έχει παραδεχτεί και αναμένει την επιβολή ποινής έχουν γίνει το 2010 όπως και τα αδικήματα που είχε παραδεχτεί ενώπιον άλλου Δικαστή και του επιβλήθηκε η επτάμηνη ποινή φυλάκισης, δεν τα έχει επαναλάβει έκτοτε και ήταν η θέση του ότι το μακρύ χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει, η συμπεριφορά του κατηγορουμένου 2 στο διάστημα αυτό αλλά και η έκτιση της ποινής που του έχει επιβληθεί δημιουργούν την βεβαιότητα μη επανάληψης τους. Ζήτησε από το Δικαστήριο στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής για τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο να λάβει υπόψη του όλα τα πιο πάνω, ιδιαιτέρως το χρονικό διάστημα που διέρρευσε εν τω μεταξύ και κάλεσε το Δικαστήριο να μην τιμωρήσει για δεύτερη φορά τον κατηγορούμενο 2 για πράξεις που έκανε σχεδόν 5 χρόνια προηγουμένως και για τις οποίες ουσιαστικά έχει ήδη τιμωρηθεί με την παραδοχή του σε παρόμοιας φύσης αδικήματα. Ανέφερε επίσης ότι ο ιθύνων νους για την διάπραξη των αδικημάτων υπό εξέταση ήταν ο κατηγορούμενος 1 ο οποίος είχε εκμεταλλευτεί το χαμηλό μορφωτικό και κοινωνικό επίπεδο του κατηγορουμένου
- Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που βρίσκεται στο φάκελο, ο κατηγορούμενος 2 είναι σήμερα ηλικίας 54 ετών. Είναι άνεργος χωρίς σταθερό χώρο διαμονής και χωρίς εισοδήματα ενώ αντίθετα έχει χρέη για τα οποία δεν μπορεί να καταβάλει την δόση. Δυσκολεύεται μετά την αποφυλάκιση του να εργοδοτηθεί λόγω του ποινικού του μητρώου και της ηλικίας του και συντηρείται κυρίως από τον πατέρα και τους φίλους του με τους οποίους κατά διαστήματα συμβιώνει. Με την σύζυγο του είναι σε διάσταση και δεν έχουν καλές σχέσεις. Σε ότι αφορά τα αδικήματα που παραδέχτηκε έχει εκφράσει στην Λειτουργό Κοινωνικών Υπηρεσιών μεταμέλεια αναφέροντας ότι ήταν αποτέλεσμα αφέλειας και ανάγκης να βοηθήσει τον φίλο του (κατηγορούμενο 1). Ο κατηγορούμενος 2 έχει αποφοιτήσει από την Τεχνική Σχολή στο κλάδο Ηλεκτρολόγου Μηχανικού και ολοκλήρωσε κανονικά την στρατιωτική του θητεία. Επιβεβαιώνεται επίσης ότι για 30 χρόνια πριν από την φυλάκιση του εργαζόταν στις Ιατρικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Υγείας. Με βάση τον συνδυασμό των άρθρων 255 και 264 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αν αυτό που κλάπηκε είναι υλικό που διαβιβάζεται ταχυδρομικώς, ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση 7 χρόνων. Από την ποινή λοιπόν που προβλέπεται, εξάγεται αβίαστα η σοβαρότητα του αδικήματος που αφορά η 1η κατηγορία. Σε ότι αφορά το αδίκημα της 2ης κατηγορίας δηλαδή πλαστογραφία επιταγής, με βάση το άρθρο 336 του Ποινικού Κώδικα είναι κακούργημα και υπόκειται σε φυλάκιση 14 ετών. Αντίστοιχα σοβαρές είναι οι ποινές που προβλέπονται και για τα άλλα αδικήματα που έχει παραδεχτεί ο κατηγορούμενος 1, δηλαδή κυκλοφορία πλαστογραφημένου εγγράφου και απόσπαση χρημάτων διά ψευδών παραστάσεων. Βεβαίως δεν διαλανθάνει της προσοχής μου ότι ο κατηγορούμενος 2 εκδικάζεται συνοπτικά. Το αδίκημα της κλοπής είναι σοβαρό αδίκημα γιατί με παράνομη ενέργεια ο δράστης της κλοπής αποστερεί το νόμιμο ιδιοκτήτη του κλαπέντος αντικειμένου από την ιδιοκτησία του. Το δικαίωμα του ανθρώπου να κατέχει την περιουσία του είναι θεμελιώδες δικαίωμα του ατόμου που κατοχυρώνεται από το σύνταγμα και από τη Ευρωπαϊκή Συνθήκη Προάσπισης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η πολιτεία οφείλει να εγγυηθεί αυτό το δικαίωμα με νόμους που ποινικοποιούν το αδίκημα. Το αδίκημα της κλοπής παρουσιάζει έξαρση με αποτέλεσμα από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου να προκύπτει η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, η δε συνήθης ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Παραπέμπω ενδεικτικά στις αποφάσεις Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 430, Ηassan ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 71. Αναφέρω το εξής απόσπασμα από την υπόθεση Παναγίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 104 για να διαφανεί και η προσέγγιση που πρέπει να ακολουθηθεί στις περιπτώσεις κλοπής: «Η θλιβερή διαπίστωση είναι πως τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση. Οι κλοπές, οι διαρρήξεις και άλλα ομοειδή αδικήματα είναι στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας χωρίς να δείχνουν σημεία κάμψης. Σημειώνεται, αντίθετα, έξαρση. Τα δικαστήρια αντιμετώπισαν τέτοια εγκλήματα με αυστηρότητα γιατί προκαλούν ρήγματα στην έννομη τάξη και διαβίωση και διαβρώνουν συνάμα το αίσθημα ασφαλείας του πολίτη». Σε ότι αφορά το αδίκημα της πλαστογραφίας, η σοβαρότητα επίσης είναι δεδομένη. Όπως έχει αναφερθεί στην Νομολογία η οποία κατά κύριο λόγο αφορά υποθέσεις πλαστογραφίας πιστωτικών καρτών, πληρεξουσίων και επιταγών, εν' όψει και των ανησυχητικών διαστάσεων που έχουν προσλάβει αδικήματα τέτοιας μορφής, επιβάλλεται και η επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Καθοριστικός παράγοντας είναι η αποτροπή (βλ. Mohamed El Fedy v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 16, Arman Ayvazian v. Αστυνομία (Π.Ε. 183/2011 ημερ. 25.4.2012). Στην υπόθεση Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομία
(1999)2 Α.Α.Δ. 286 η οποία αφορούσε πλαστογραφία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα πιο κάτω: «Αδικήματα που ενέχουν το στοιχείο της απάτης, είναι σοβαρά διότι υπονομεύουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Έχει δε τονισθεί από το Δικαστήριο τούτο σε σειρά αποφάσεων ότι οι ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα, όταν δε ένα Δικαστήριο αντιμετωπίζει την επιβολή ποινής σε περιπτώσεις που από τη φύση τους απαιτούν αποτροπή, τότε η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να έχει τέτοια επίδραση εις την ποινή που θα επιβληθεί ώστε να υπονομεύεται ή να καταστρέφεται ο αποτρεπτικός χαρακτήρας της ποινής.» (βλέπε σχετικά και Φίλιππος Τάσου Δρουσιώτη ν. Αστυνομία (ΠΕ 110/2012 ημερ. 18.7.2013) Στην Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας,
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 οι κατηγορούμενοι διέπραξαν μεταξύ άλλων το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, της πλαστοπροσωπίας και της συγκάλυψης στα πλαίσια εγκληματικής δραστηριότητας που είχε σαν αποτέλεσμα την πώληση μετοχών ανυποψίαστου πολίτη και την απόσπαση χρηματικού ποσού £134,000. Ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε και αποζημίωσε τον παραπονούμενο. Για τα αδικήματα της πλαστογραφίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου η ποινή κατ' έφεση μειώθηκε σε 3 ½ χρόνια, και για την συγκάλυψη στα 3 χρόνια, ενώ επικυρώθηκαν οι ποινές φυλακίσεως 2 ετών σε κάθε Κατηγορία που αφορούσε σε απόσπαση δια ψευδών παραστάσεων, πλαστοπροσωπεία και συνομωσία. Στην υπόθεση Σκεύη Χριστοδούλου ν. Αστυνομία (Π.Ε. 214/09 ημερ. 29.1.2010) η οποία αφορούσε πλαστογραφία επίσημων εγγράφων η ποινή των 18 μηνών φυλάκισης αν και κρίθηκε αυστηρή δεν θεωρήθηκε υπερβολική. Στην Θεόδωρος Κωνσταντίνου ν. Αστυνομία (Π.Ε. 227/09 ημερ. 19.3.2010) η ποινή φυλάκισης 12 μηνών σε Κοινοτάρχη και Γραμματέα Συνεργατικής για πλαστογραφία εγγράφων μειώθηκε σε 6 μήνες ενόψει του ότι δεν υπήρξε οικονομικό όφελος όπως επίσης και λόγω των ψυχολογικών και άλλων προβλημάτων υγείας του κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Έλενα Κουμίδου ν. Αστυνομίας, (Ποιν. Εφ. 55/11, ημερ. 24.5.2011), η οποία αφορούσε αδικήματα όπως και η παρούσα κάτω από το άρθρο 337 του Ποινικού Κώδικα, ποινή φυλακίσεως 9 μηνών, για αδικήματα απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστών εγγράφων, θεωρήθηκε ορθή κατ' έφεση ως προς το ύψος της. Αναφέρω επίσης ενδεικτικά τις υποθέσεις Georgios Christou v. The Police
(1968)2 C.L.R. όπου επικυρώθηκε διετής ποινή φυλάκισης σε πρόσωπο που απέκτησε αντικείμενα Λ.Κ.132 με ψευδείς παραστάσεις εκεί όπου προέκυψε από τα γεγονότα ότι υπήρχε σχεδιασμό στην διάπραξη του αδικήματος. Επίσης αναφέρω την υπόθεση Δημητρίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 7540, ημερ. 3.2.14 όπου το Εφετείο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 6 μηνών σε αδίκημα που αφορούσε πλαστογραφία επιταγής κοινωνικών ασφαλίσεων αξίας μόλις Λ.Κ.55,80 όπου υπήρχαν και μετριαστικοί παράγοντες οι οποίοι δεν υπάρχουν στην παρούσα περίπτωση και δη το γεγονός ότι αποζημιώθηκε ο δικαιούχος της επιταγής. Το Εφετείο τόνισε την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικού χαρακτήρα ποινής σε αυτά τα αδικήματα διότι παρουσιάζεται επιτακτική ανάγκη της αναχαίτισης αυτού του φαινομένου για χάριν της προστασίας των συναλλαγών που διεξάγονται με την χρήση και κυκλοφορία των επιταγών. Λαμβάνω υπ' όψιν μου την παραδοχή του κατηγορουμένου 2 έστω και στο στάδιο που αυτή έγινε με την οποία έχει εξοικονομηθεί δικαστικός χρόνος και χρήμα, το χαμηλό νοητικό του επίπεδο και την έλλειψη κοινωνικής μόρφωσης. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου την αλλαγή στις προσωπικές του συνθήκες, δυστυχώς για τον ίδιο προς το χειρότερο μετά από την φυλάκιση του την 1.7.14 για αδικήματα παρόμοιας φύσης. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου την χρονολογία και την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων που έχει παραδεχτεί ο κατηγορούμενος 2 όπως επίσης και την λανθασμένη του επιλογή να μην προχωρήσει σε παραδοχή και για αυτή την υπόθεση όταν παραδέχτηκε τις άλλες συνεπεία των οποίων του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης. Βαρύτητα επίσης στην απόφαση μου θα έχει και η θέση του κ. Κωνσταντίνου ότι ο κατηγορούμενος μετά την έκτιση της ποινής φυλάκισης έχει αναμορφωθεί και η πιθανότητα διάπραξης εκ νέου οποιουδήποτε αδικήματος είναι απομακρυσμένο, δεδομένο όπως έχει αναφερθεί ότι όλα τα αδικήματα που είχε παραδεχτεί ο κατηγορούμενος χρονολογούνται. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου 2 τη δεδομένη χρονική περίοδο σίγουρα παρουσιάζει επιβαρυντικά στοιχεία. Πλαστογράφησε επιταγή η οποία κυκλοφόρησε και είχε ως αποτέλεσμα να αποσπαστούν χρηματικά ποσά και εμπορεύματα €302,81 για τα οποία δεν έχει υπάρξει αποζημίωση. Θα πρέπει να δοθεί η δέουσα βαρύτητα στο στοιχείο της αποτροπής του εγκλήματος λόγω της συμπεριφοράς του. Το Δικαστήριο οφείλει να επιβάλει αποτρεπτικής φύσεως ποινή για να προστατεύσει το κοινό από την κλοπή των τραπεζικών τους επιταγών και να διασφαλίσει την εγκυρότητα των συναλλαγών που γίνονται με τραπεζικές επιταγές. Σε ότι αφορά το θέμα της μεσολάβησης αρκετού χρόνου από την ημερομηνία των αδικημάτων μέχρι σήμερα, σημειώνω ότι τα αδικήματα που έχει παραδεχτεί ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση έλαβαν χώρα κατά τους μήνα Νοέμβριο του 2010 ενώ η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 27.4.2013. Αναφέρω ότι σύμφωνα με την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 η καθυστέρηση είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι η πάροδος μακρού χρονικού διαστήματος από την διάπραξη του αδικήματος μειώνει ουσιαστικά την ανάγκη για αποτρεπτικότητα της ποινής και δεν ασκεί αναμορφωτικό ρόλο στον κατηγορούμενο. Αναφέρω ενδεικτικά της αποφάσεις Μιχάλης Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 6647 ημερ. 9.3.1999, Γεώργιου Πότση ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 6874 ημερ. 25.4.2000 και Άννα Νεοκλέους ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 6837 ημερ. 25.1.
- Σημειώνω επίσης την θέση του κ. Κωνσταντίνου ότι ήταν λανθασμένη επιλογή του κατηγορούμενου να μην παραδεχτεί και την παρούσα υπόθεση για να ληφθεί υπόψη όταν του επιβαλλόταν η ποινή φυλάκισης 7 μηνών. Το ερώτημα το οποίο τίθεται προς απάντηση από το Δικαστήριο είναι κατά πόσον οι μετριαστικοί παράγοντες που στην παρούσα περίπτωση είναι η παραδοχή του κατηγορούμενου 2, η συνεργασία του με τις διωκτικές αρχές, τα θέματα χαμηλού νοητικού και κοινωνικού επιπέδου του και η χρονική περίοδος που έχει μεσολαβήσει ειδώμενα στην ολότητα τους μπορούν να επηρεάσουν το είδος της ποινής που θα του επιβληθεί. Είναι η θέση μου ότι η απάντηση είναι σαφώς αρνητική, διαφορετική θεώρηση πραγμάτων θα έθετε σε κίνδυνο όλο το οικοδόμημα και τις αρχές που διέπουν το θέμα επιβολής ποινής και θα έστελλε λανθασμένα μηνύματα στην κοινωνία. Ενόψει των ανωτέρω επιβάλλονται στον κατηγορούμενο αρ. 2 οι πιο κάτω ποινές: - Ποινή φυλάκισης 4 μηνών στην κατηγορία
- - Ποινή φυλάκισης 6 μηνών στην κατηγορία
- - Ποινή φυλάκισης 6 μηνών στην κατηγορία
- - Ποινή φυλάκισης 5 μηνών στην κατηγορία
- Οι ποινές να συντρέχουν. Ο κ. Κωνσταντίνου είχε ζητήσει από το Δικαστήριο όπως αναστείλει την επιβολή τυχόν ποινών φυλάκισης στον κατηγορούμενο για τους λόγος που με λεπτομέρεια έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελεγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou ν. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία v. Πέττη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Σάββας Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ.
- Είναι η θέση μου ότι στην παρούσα περίπτωση δικαιολογείται η αναστολή των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί, καίρια και καθοριστικά επειδή ο κατηγορούμενος έχει εκτίσει ποινή φυλάκισης για αδικήματα παρόμοιας φύσης που εντάσσονται στην ίδια χρονική περίοδο όπως αυτά υπό κρίση και είναι από την δική του λανθασμένη επιλογή που δεν λήφθηκαν και τα υπό κρίση αδικήματα υπόψη. Η επιβολή ποινής φυλάκισης όπως έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω στα πλαίσια της άλλης υπόθεσης έχει επιφέρει καταλυτικές επιπτώσεις προς το χειρότερο στην προσωπική του και επαγγελματική του ζωή έχει αναμορφωθεί και ο κίνδυνος επανάληψης τους, ενόψει και του μεγάλου χρονικού διαστήματος που έχει παρέλθει φαίνεται πολύ απομακρυσμένος. Θεωρώ ότι ο εγκλεισμός του εκ νέου στις Κεντρικές Φυλακές ουσιαστικά στο πλαίσιο γεγονότων που αφορούν μια πενταετία προηγουμένως δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις. Ενόψει των ανωτέρων οι ποινές φυλάκισης που έχουν επιβληθεί αναστέλλονται για 3 έτη από σήμερα. Τα τεκμήρια της υπόθεσης να κατασχεθούν και να καταστραφούν. Τα έξοδα που έχουν δημιουργηθεί και που ανέρχονται στο ποσό των €60 να πληρωθούν από τον κατηγορούμενο
- (Υπ.) .................. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο