← Κύπρος

Amaxulus Prime Foods Ltd ν. A.P.S. EATERTAINMENT LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης:905/2011, 25/5/2015

Amaxulus Prime Foods Ltd ν. A.P.S. EATERTAINMENT LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης:905/2011, 25/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:905/2011 Amaxulus Prime Foods Ltd Εναντίον

  1. A.P.S. EATERTAINMENT LIMITED
  2. Άντρος Χαμπή
  3. Πάμπος Χαμπή
  4. Σόλων Χαραλάμπους
  5. Λεύκος Καλλένος
  6. Βάσος Χαραλάμπους Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 25 Μαΐου, 2015 Εμφανίσεις: Για Κατήγορο: κ. Καϊλής Μ. Για Κατηγορούμενη αρ. 1: καμιά Εμφάνιση Για Κατηγορούμενο αρ. 2: κ. Γ. Σαββίδης Για Κατηγορούμενους αρ. 4 και 6: κ. Κ. Ανδρέου Για Κατηγορούμενο αρ. 5: κ. Ορφανίδης Κατηγορούμενοι 2, 5 και 6 :παρόντες Κατηγορούμενος 4 : απών ΑΠΟΦΑΣΗ (δυνάμει του άρθρου 74

(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν έξι συνολικά κατηγορίες. Διευκρινίζεται ότι οι κατηγορίες με περιττό αριθμό αφορούν την 1η Κατηγορουμένη, ενώ οι υπόλοιπες τους κατηγορούμενους 2, 3, 4, 5 και
  1. Κατηγορίες για δύο αδικήματα αντιμετώπιζαν δυνάμει του αρχικώς καταχωρηθέντος κατηγορητηρίου και κατηγορία για ένα επιπλέον αδίκημα προσετέθη δυνάμει αδείας του Δικαστηρίου στις 06/03/
  2. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της κατηγόρου και την εισήγηση για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως της κατηγορίας της «απόσπασης εμπορευμάτων με ψευδείς παραστάσεις», κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Κεφ. 154, ο συνήγορος της Κατηγόρου, απέσυρε τις Κατηγορίες 1, που αφορούσε στην εταιρεία και 2, που αφορούσε τους υπόλοιπους κατηγορούμενους κατά τρόπο ώστε να παραμένουν προς εξέταση οι Κατηγορίες 3, 4, 5 και 6 για τις οποίες παρά την εισήγηση της πλευράς των κατηγορουμένων ότι ούτε αυτές απεδείχθησαν, η θέση της παραπονουμένης ήταν ότι αυτές έχουν αποδειχθεί και εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο δυνάμει της μαρτυρίας που προσκομίστηκε θα πρέπει να καλέσει τους κατηγορούμενους σε απολογία σε σχέση με αυτές. Για να ολοκληρωθεί η εικόνα της υπόθεσης σημειώνεται ότι η 1η Κατηγορουμένη τελεί υπό καθεστώς εκκαθάρισης και η παρούσα προωθείται κατόπιν αδείας ημερομηνίας 29/01/13 που δόθηκε στα πλαίσια της αίτησης 5/11 Ε.Δ. Λάρνακας. Το Διάταγμα μαζί με το κατηγορητήριο επεδόθη στον Έφορο Εταιρειών ο οποίος ωστόσο παρέλειψε να εμφανιστεί στη διαδικασία. Σε ό,τι αφορά τον 3ο Κατηγορούμενο εξασφαλίστηκε αναστολή της ποινικής δίωξης από τον Γενικό Εισαγγελέα στις 24/02/15 και συνακόλουθα απαλλάγηκε των κατηγοριών στις 11/03/
  3. Ειδικότερα, δυνάμει της 3ης κατηγορίας, η 1η κατηγορούμενη κατηγορείται ότι κατά παράβαση των άρθρων 20 και 300 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, «με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα υπογράφοντας με διαφορετική υπογραφή από τον εγκεκριμένο και/ή κατατιθέμενο δείγμα υπογραφής που ευρήσκετο στην τράπεζα όπου διατηρούσαν λογαριασμό απέσπασαν εμπορεύματα αξίας €11.732, 42 στις 30/12/2009 μέσω επιταγής της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 18814067 η οποία αφού κατετέθη μετά που κατέστη πληρωτέα στην Τράπεζα δεν τιμήθηκε και/ή δεν εκπληρώθηκε αφού επεστράφη με την ένδειξη «Η υπογραφή του εκδότη διαφέρει».Οι κατηγορούμενοι 2, 3, 4, 5 και 6 υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές της 1ης Κατηγορουμένης, κατηγορούνται για την ίδια κατηγορία δυνάμει της 4ης Κατηγορίας. Με τις κατηγορίες 4 και 5 οι κατηγορούμενοι, κατηγορούνται ότι, εξέδωσαν επιταγή χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 4, 20 και 305Α εδάφιο 2 του Κεφ.
  4. Ειδικότερα, δυνάμει των λεπτομερειών των αδικημάτων, η κατηγορούμενη εταιρεία και οι κατηγορούμενοι 2, 3,4, 5, 6 ως διευθυντές αυτής, «κατά ή περί την 30/12/2009, εξέδωσαν την υπ' αριθμό 18814067 επιταγή της Τράπεζας Κύπρου για το ποσό των €11.732, 42, επ' ονόματι και εις διαταγή των παραπονουμένων AMAXULUS PRIME FOODS LMT η οποία αφού επαρουσιάσθη και/ή κατετέθη στην Τράπεζα κατά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα, δεν ετιμήθη και/ή επληρώθη δεν λόγω του ότι η κατηγορουμένη εταιρεία 1 χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσε τη μη εξόφληση της αφού επεστράφηκε με την ένδειξη: 'Η υπογραφή του εκδότη διαφέρει».. Οι κατηγορούμενοι 2, 3, 4, 5 και 6 κατηγορούνται συναφώς υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές συνέδραμαν ώστε η κατηγορούμενη εταιρεία χωρίς εύλογη αιτία να προκαλέσει τη μη εξόφληση της επιταγής. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης των Παραπονουμένων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2, 4 και 6 και 5 εισηγήθηκαν ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτοις όψεως υπόθεση. Δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω αυτούσιες και στο σύνολο τους τις θέσεις και εισηγήσεις των αφού τούτες εύκολα εντοπίζονται στα πρακτικά του Δικαστηρίου και τα οποία έχουν μελετηθεί για σκοπούς κατάληξης στην παρούσα. Ό,τι περιορίζομαι να αναφέρω στο σημείο αυτό είναι οι γενικότερες γραμμές των εισηγήσεων των κατηγορουμένων. ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Παραθέτω σε σύνοψη τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά της Κατηγόρου προς απόδειξη της υπόθεσης της. Ως πρώτος μάρτυρας κλήθηκε ο κος Νικόλας Αγροκηπιώτης, (ΜΚ1). Ο μάρτυρας ετοίμασε γραπτή δήωση την οποία και υιοθέτησε κατά τη διαδικασία (Τεκμήριο Α). Παραθέτω σε σύνοψη τα όσα καταγράφονται στην δήλωση του Μ.Κ.
  5. Ανέφερε ότι είναι διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας από την ίδρυση της εταιρείας μέχρι και σήμερα. Ανέφερε επίσης ότι, η κατηγορούμενη εταιρεία ήταν πελάτης της παραπονούμενης προμηθεύοντας τη με διάφορα προϊόντα - τρόφιμα. Εξέδιδαν σχετικά τιμολόγια και χρησιμοποιούσαν χρεοπιστωτικό λογαριασμό ο οποίος την 27/01/2010 είχε υπόλοιπο €36.370,81σεντ. Σχετική κατάσταση λογαριασμού κατατέθηκε ως «Τεκμήριο 2». Οι πληρωμές γίνονταν με μετρητά ή με επιταγές. Το Αύγουστο του 2009 έλαβε τηλεφώνημα από τα γραφεία της κατηγορουμένης να παραλάβει 2 επιταγές προς εξόφληση μέρους του οφειλομένου ποσού, ως ήταν η συνήθης πρακτική. Η πρώτη επιταγή, ημερομηνίας 30/09/2009, της Τράπεζας Κύπρου εξοφλήθηκε κανονικά την ημερομηνία πληρωμής της για το ποσό των €6.830,
  6. Η άλλη μεταχρονολογημένη επιταγή με αριθμό 18814067 εκδόθηκε από την κατηγορουμένη 1 εις διαταγή και επ' ονόματι της Παραπονουμένης με ημερομηνία 30/12/2009 για το ποσό των €11.733,42σ. Όταν η επιταγή «κατετεθεί την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα», αυτή επεστράφη με την ένδειξη «Η υπογραφή του εκδότη διαφέρει». Η επιταγή κατατέθηκε ως «Τεκμήριο 4». Μετά την επιστροφή της επιταγής, προσπάθησε να επικοινωνήσει με τους κατηγορούμενους αφού και άλλη επιταγή που εξεδόθη από την κατηγορούμενη εταιρεία επεστράφη λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων και για την οποία εκκρεμεί άλλη ποινική υπόθεση, οι κατηγορούμενοι, δεν ανταποκρίνονταν. Ένιωσε ότι οι Κατηγορούμενοι τους είχαν ξεγελάσει και εξαπατήσει και στράφηκαν στους δικηγόρους του ώστε να αξιώσουν τα ποσά που τους οφείλοντο. Συνακόλουθα εξασφάλισαν εναντίον της κατηγορουμένης αποφάσεις στα πλαίσια τριών αγωγών του Ε.Δ Λάρνακας σχετικά είναι τα Τεκμήρια 5, 6 και
  7. Σημειώνεται παρενθετικά στο σημείο αυτό ότι η επιταγή που αναφέρεται στο Τεκμ. 5 φέρει τον ίδιο αριθμό και αφορά στο ίδιο ποσό με την υπό κρίση επιταγή. Ζητούν επίσης, με την παρούσα διαδικασία την τιμωρία των κατηγορουμένων. Είναι πεποίθηση του ότι, για την η επίδικη επιταγή οι κατηγορούμενοι κακόπιστα, δόλια και με σκοπό την πρόκληση μη εξόφλησης της επινόησαν τον πιο πάνω τρόπο ώστε να επιστραφεί απλήρωτη η επιταγή. Μετά την υπογραφή και παράδοση στον ίδιο της επιταγής τον Αύγουστο του 2009 και μετά την πληρωμή της 1η επιταγής τον Σεπτέμβριο του 2009, οι κατηγορούμενοι προχώρησαν στην αλλαγή διευθυντών στον έφορο εταιρειών και αλλαγή προσώπων που είχαν δικαίωμα υπογραφής των επιταγών στην Τράπεζα Κύπρου ώστε να μην μπορεί η επιταγή να τιμηθεί. Η πιο πάνω πράξη των κατηγορουμένων ήταν δόλια και έγινε εις γνώση όλων των κατηγορουμένων. Η επιστροφή της επιταγής ήταν αποτέλεσμα τεχνάσματος των Κατηγορουμένων οι οποίοι 'τους' ξεγέλασαν. Ο μάρτυρας πέραν των Τεκμηρίων που αναφέρονται ανωτέρω κατέθεσε επίσης τα ακόλουθα Τεκμήρια: «Τεκμήριο 1»: Κατάσταση διευθυντών κατηγορουμένης εταιρείας ως τούτη εντυπώθηκε από το ηλεκτρονικό σύστημα του εφόρου εταιρειών δυνάμει της οποίας: Ο Άντρος Χαμπή - Κατηγορούμενος 2, ήταν διευθυντής της εταιρείας για την περίοδο 23/09/2002 -24/08/
  8. Ο Πάμπος Χαμπή - Κατηγορούμενος 3, ήταν διευθυντής και γραμματέας της εταιρείας για την περίοδο 23/09/2002 -24/08/
  9. Ο Σόλων Χαραλάμπους - Κατηγορούμενος 4 ήταν διευθυντής της εταιρείας από τις 23/09/2002 χωρίς να παρέχονται οιεσδήποτε άλλες αλλαγές. Ο Λεύκος Καλλένος - Κατηγορούμενος 5, ήταν διευθυντής της εταιρείας από τις 23/08/2009 χωρίς να παρέχονται οιεσδήποτε άλλες αλλαγές. Ο Βάσος Χαραλάμπους - Κατηγορούμενος 6 ήταν διευθυντής της εταιρείας από τις 23/08/2009 χωρίς να παρέχονται οιεσδήποτε άλλες αλλαγές «Τεκμήριο 3»: Επιταγή της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 30/09/2009 για το ποσό των €6.830,96 με αριθμό
  10. Κατά την αντεξέταση του ο Μ.Κ.1, ανέφερε ότι παραλάμβανε τις επιταγές συνήθως από το λογιστήριο ή από τους διευθυντές. Τις επιταγές ανάφερε τις παράλαβε από την υποδοχή του ομίλου Βαρωσίωτης. Δεν θυμάται σε ποια ημερομηνία πήγε λόγω του ότι, έχουν παρέλθει 5 χρόνια έκτοτε. Δεν είδε τον Κατηγορούμενο 2 να υπογράφει τις επιταγές αφού οι επιταγές, του παραδόθηκαν σε φάκελο. Δεν γνωρίζει πως είναι η υπογραφή του Κατηγορουμένου
  11. Δεν γνωρίζει αν είχαν προβλήματα οι διευθυντές και για αυτό έγιναν οι αλλαγές. Τον Κατηγορούμενο 6 τον έβλεπε σε εστιατόριο του Ομίλου. Θέση του ήταν ότι, όποιος ήταν διευθυντής «ήταν στο κόλπο» για να χάσουν τα λεφτά τους. Ο Κατηγορούμενος 4 δεν του παρέδωσε ποτέ επιταγές. Στο εστιατόριο στη Λάρνακα έβλεπε τους κατηγορουμένους 2, 3 και
  12. Ως ΜΚ2 παρουσιάστηκε ο κος Στέλιος Ευτυχίου. Λειτουργός στον κλάδο πτωχεύσεων του Εφόρου Εταιρειών. Στις αρμοδιότητες του περιλαμβάνεται η εκτέλεση διαταγμάτων παραλαβής και εκκαθάρισης. Η Κατηγορουμένη 1 εταιρεία ως ανέφερε ο μάρτυρας βρίσκεται σε εκκαθάριση. Αναγνώρισε το Τεκμ. 1 και κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι έχει στην κατοχή του αντίγραφο της ΗΕ4 που αφορά στους διορισμούς και παραιτήσεις αξιωματούχων και το οποίο καταχωρήθηκε στον Έφορο Εταιρειών στις 24.8.
  13. Το πρωτότυπο του εγγράφου τούτου, φέρει σφραγίδα 27/10/
  14. Αντίγραφο της φόρμας ΗΕ 4 αναφορικά με την εταιρεία A.P.S EATERTAINMENT LTD κατατέθηκε και σημειώθηκε ως «Τεκμήριο 8». Ως Μ.Κ.3 η πλευρά της Κατηγόρου παρουσίασε την κα Άλκηστη Δημητριάδου, εργοδοτούμενη της Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ ως σύμβουλος μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Την κατηγορούμενη 1 A.P.S EATERTAINMENT LTD την γνωρίζει αφού είχε τους λογαριασμούς της εταιρίας αυτής υπό την επίβλεψη της. Αναφορικά με το Τεκμ. 4 ανέφερε ότι είναι επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με εκδότρια εταιρεία την A.P.S EATERTAINMENT LTD ημερομηνίας 30.12.09 και με δικαιούχο την εταιρεία AMAXULUS PRIME FOODS LTD και επεστράφη καθότι, η υπογραφή του εκδότη διέφερε. Παρουσίασε κατάσταση λογαριασμού που αναφέρεται στην επιταγή Τεκμ. 4 το οποίο δείχνει το υπόλοιπο αυτού του λογαριασμού κατά την 31 Οκτωβρίου του 2009 ως «Τεκμήριο 9» . Την ημερομηνία εκείνη ο εν λόγω λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €56.217.- Η μάρτυρας κατέθεσε ως «Τεκμήριο 10» έγγραφο που φέρει σφραγίδα πιστό αντίγραφο του πρωτοτύπου ημερομηνίας 03/03/2003 και το οποίο φέρει τα δείγματα υπογραφών. Το έγγραφο αυτό υπεγράφη από τους διευθυντές που υπήρχαν τότε, Άντρο Χαμπή, Πάμπο Χαμπή, και Σόλων Χαραλάμπους. Με γραμματέα τον Πάμπο Χαμπή. Ανέφερε ότι στις 11/11/2009, αφού υπήρξε αλλαγή διευθυντών και γραμματέα της εταιρείας ανέφερε η μάρτυρας και υπογράφθηκαν νέες οδηγίες λειτουργίας του λογαριασμού. Κατατέθηκε σχετικά το «Τεκμήριο 11», το οποίο υπεγράφη από τους τρεις διευθυντές, Λεύκο Καλλένο, Βάσο Χαραλάμπου, Σόλων Χαραλάμπους και τον γραμματέα Πέτρο Κυριάκου. Εξηγώντας τη διαδικασία κατάθεσης μιας επιταγής στην τράπεζα προς εξαργύρωση, για σκοπούς ταυτοποίησης με τα δείγματα υπογραφών, η επιταγή, περνά από την υπηρεσία κέντρου ελέγχου των επιταγών, όπου είναι καταχωρημένο το δείγμα με τις υπογραφές που ισχύει τη δεδομένη στιγμή και ελέγχεται μαζί με τις υπογραφές στην επιταγή. Σχετικό με την παρούσα υπόθεση και τα δείγματα υπογραφής είναι το Τεκμήριο 12, έγγραφο με τίτλο "sign plus" που ημερομηνίας 29.11.12 που κατέθεσε η μάρτυρας. Στην ερώτηση του κου Καίλη, αν έχοντας στην κατοχή σας αυτά τα δείγματα υπογραφών και τον φάκελο της εταιρείας αυτής στην κατοχή σας, μπορεί να αναγνωρίσετε ποιων εκ των κατηγορουμένων είναι αυτές οι 2 υπογραφές. Η μάρτυρας απάντησε ότι «η επιταγή έχει υπογραφτεί με εκδότες Σόλων Χαραλάμπους και Πάμπο Χαμπή». Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι δεν «πέρασε από κοντά της η επιταγή» όταν κατατέθηκε για να τιμηθεί. Συμφώνησε με το συνήγορο των κατηγορουμένων 3 και 6 ότι για να προχωρήσει στην εξαργύρωση μια επιταγή καταρχήν ελέγχεται η επιταγή. Ανέφερε ότι υπάρχει το κέντρο το οποίο ελέγχει τις υπογραφές γιατί υπερέχει ο τεχνικός έλεγχος άμα υπάρχει διαφορά και υπάρχει και o σύμβουλος των πελατών, ο οποίος θα κρίνει ανάλογα αν υπάρχει το διαθέσιμο υπόλοιπο. Πρώτα ελέγχεται τεχνικά η επιταγή και μετά θα προχωρήσουμε να ελέγχεται το ποσό. Αν τεχνικά η επιταγή πάσχει, σταματάει εκεί το ζήτημα και η επιταγή επιστρέφεται πίσω. Αυτό επισυνέβη και με την επίδικη επιταγή. Η κατάσταση λογαριασμού αφορά μόνο στο μήνα Οκτώβριο Στις 30 /09/2009 το υπόλοιπο του υπό εξέταση λογαριασμού ήταν χρεωστικό €54.518 ευρώ. Κληθείσα να ερμηνεύσει το γεγονός ότι ενώ η εταιρεία χρωστούμε το ποσό που χρωστούσε, τον Σεπτέμβρη του 2009, εξαργυρώθηκε η επιταγή ποσού €6.830.- η μάρτυρας ανέφερε ότι, «ορισμένες φορές γίνεται εξαργύρωση επιταγών βάσει υποσχέσεων πελάτη, κάποια χρήματα που περιμένουν να γίνουν κατάθεση στον λογαριασμό και τούτα φαίνονται από τα υπόλοιπα των μετέπειτα ημερομηνιών». Συμφώνησε ότι υπό προϋποθέσεις ότι θα μπορούσε να εξαργυρωθεί με το ίδιο σκεπτικό και άλλη επιταγή. Στην ερώτηση κατά πόσο δόθηκαν οδηγίες στην τράπεζα να σταματήσει η πληρωμή αυτής της επιταγής, η μάρτυρας απάντησε αρνητικά εξ όσων η ίδια γνωρίζει. ΕΙΣΗΓΉΣΕΙΣ ΣΥΝΗΓΟΡΩΝ: Ο κος Σαββίδης αναφορικά με τον Κατηγορούμενο 2 επεσήμανε τα ακόλουθα: Δεν αποκαλύφθηκε από τη μαρτυρία, ούτε ότι υπέγραψε την επιταγή, ούτε ότι ο ίδιος έστειλε εντολές για να αλλάξουν οι υπογραφές στην τράπεζα τούτο φαίνεται και από το σχετικό τεκμήριο. Επίσης επισημαίνει ότι από τις 24 /08/2009 δεν ήταν διευθυντής και άρα δεν μπορούσε να προβεί σε οποιεσδήποτε ενέργειες ώστε να μην εξαργυρωθεί η επιταγή. Επιπλέον εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία που δόθηκε είναι αντίθετη ή και διαφορετική από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων. Αναφορικά με τις κατηγορίες 3 και 4, ο χρόνος τον οποίο αναφέρουν οι παραπονούμενοι είναι για τον Δεκέμβριο του 2009, για απάτη ή για οτιδήποτε άλλο. Καμία μα καμία μαρτυρία αναφορικά με απάτη δεν δόθηκε σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2009 επισημαίνοντας ότι ακόμα και η επιστολή για την αλλαγή των υπογραφών εστάλη τον Νοέμβριο. Αναφορικά με τις κατηγορίες 5 και 6, αναφέρεται ότι η επιταγή η επίδικη εκδόθηκε στις 30.12.
  15. Ο μάρτυρας όμως αναφερθεί σε χρόνο που αφορά τις αρχές Αυγούστου. Ο κος Ανδρέου αναφερόμενος στο αδίκημα της απάτης εισηγήθηκε με βάση μαρτυρία της παραπονούμενης δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι «επινόημα» η όποια πράξη των κατηγορουμένων αφού η μια εκ των 2 επιταγών εξαργυρώθηκε. Σε ό,τι αφορά το αδίκημα του άρθρου 305(Α) ο κος Ανδρέου εισηγήθηκε ότι για να μπορεί να έχει εφαρμογή αυτό το άρθρο αυτό θα πρέπει να αποδειχθεί ένοχη διάνοια, με βάση τη μαρτυρία που προσκομίστηκε διαφαίνεται ακριβώς το αντίθετο. Κλείνοντας ανέφερε ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και θα πρέπει το Δικαστήριο να απαλλάξει τους κατηγορουμένους σ' αυτό το στάδιο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου 5, υιοθέτησε τα όσα ανεφέρθησαν από τους δυο συνηγόρους που αγόρευσαν πριν από αυτόν και εισηγήθηκε περαιτέρω ειδικότερα σε ό,τι αφορά τον δικό του εντολέα, ότι κατά τη μαρτυρία του ΜΚ1 διευθυντή της παραπονούμενης, ο τελευταίος είπε ότι δεν γνωρίζει τον κατηγορούμενο
  16. Οι επιταγές δόθηκαν για εμπορεύματα πριν από τον Αύγουστο του 2009 που ο κατηγορούμενος 5 δεν ήταν καν διευθυντής. Δεν υπάρχει επίσης μαρτυρία αναφορικά με τον κατηγορούμενο 5 ότι είχε την ένοχη σκέψη για να «ξεγελάσει» τους παραπονούμενους. Κλείνοντας εισηγήθηκε επίσης ότι δεν έχει επουδενί αποδειχθεί εκ πρώτοις όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου
  17. Στον αντίποδα, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγόρου, εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ζήτησε από το Δικαστήριο να καλέσει τον Κατηγορούμενο σε απολογία. Ειδικότερα, ο κος Κ. Καΐλης: εισηγήθηκε ότι έχουν αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων της απάτης και της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής. Θέση του ήταν ότι η κατήγορος απέδειξε ότι οι κατηγορούμενοι «επινόησαν ένα κόλπο, έναν τρόπο για να μην πληρωθεί η επιταγή». Έχοντας υπόψη το υπόλοιπο του λογαριασμού τους κατά τον Οκτώβριο του 2009, προχώρησαν τόσο σε αλλαγές στον Έφορο Εταιρειών για τους διευθυντές της εταιρείας, όσο και με τους δικαιούχους υπογραφής στην τράπεζα για τον λογαριασμό του οποίου εκδόθηκε η επιταγή αυτή. Θεωρούμε ότι η πράξη αυτή έγινε με σκοπό να μην πληρωθεί η επιταγή. Επίσης εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Παραπονουμένης υπήρξε ότι το 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, δεν αναφέρεται μόνο σε περιπτώσεις 'stop payment', αναφέρεται γενικά σε οποιαδήποτε πράξη μη εξόφλησης της επιταγής. Οι θέσεις και οι εισηγήσεις των δύο πλευρών ως τούτες περιέχονται στις αγορεύσεις τους και ως διευκρινίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, έχουν τύχει μελέτης και εξέτασης στο σύνολο τους για σκοπούς κατάληξης στην παρούσα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Θεωρώ σκόπιμο προτού υπεισέλθω στην εξέταση του κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση να αναφερθώ στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο συνόψισε εκείνες τις προϋποθέσεις, που όταν συντρέχουν σωρευτικά ή και διαζευκτικά δικαιολογούν την απαλλαγή κατηγορουμένου από αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Οι εν λόγω περιπτώσεις είναι οι ακόλουθες: (α) όπου δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου. Στην υπόθεση Azinas v. Police
(1981)2 CLR 9, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε απόσπασμα από το σύγγραμμα Criminal Procedure In Cyprus by Loizou & Pikis, διευκρινίστηκε ότι, στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει είναι εάν η ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία χρήζει απάντησης (the Court is required to decide whether there is enough to call for an answer). Ως λέχθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αριστοτέλους
(1992)2 ΑΑΔ 356, 363, το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά σε αντικειμενική θεώρηση τούτης. Λεπτομερής αξιολόγηση θα λάβει χώρα μόνο όταν παρουσιαστεί όλη η μαρτυρία στο τέλος της δίκης. Η απόφαση του, περιορίζεται σε αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να έχει «αντικειμενικό έρεισμα και να αντέχει στη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα.» Επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, επισημάνθηκε ότι : «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Στην πιο πρόσφατη απόφαση στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 5/2012 κ.α. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου κ.α., ημερ. 11.12.2012 λέχθηκαν επίσης τα εξής διαφωτιστικά: «.... το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Όπως το θέτει ο Murphy on Evidence, 8η έκδ., σελ. 77: 'The case is fatally defective in law. The defendant could safely refuse to call any evidence, and if the judge found for the claimant, the judgment would be set aside on appeal.' Σε μετάφραση: 'Η υπόθεση είναι θνησιγενώς ελαττωματική κατά νόμο. Ο κατηγορούμενος με ασφάλεια μπορεί να αρνηθεί να καλέσει οποιαδήποτε μαρτυρία, και αν ο δικαστής αποφασίσει υπέρ της κατηγορούσας αρχής, η απόφαση θα ακυρωθεί κατ΄ έφεση.' Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Η λογική υποψία, έχει νομολογηθεί ότι, δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση.[1] Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο με βάση την τεθείσα μαρτυρία και την συνάρτηση αυτής με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που επικαλούνται οι παραπονούμενοι, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενου. ΑΔΙΚΉΜΑΤΑ: Α. 5ης και 6ης Κατηγορίας Η παραγράφου
(2)του άρθρου 305Α του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: « Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ως τούτα προκύπτουν από το γράμμα του πιο πάνω άρθρου είναι: · Η έκδοση επιταγής · Πράξη πρόκλησης μη εξόφλησης της επιταγής από το πρόσωπο από το οποίο εκδόθηκε. Σε ότι αφορά το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος ήτοι την έκδοση επιταγής τα ακόλουθα παρατηρούνται: Δυνάμει του Άρθρου 2 του Ποινικού Κώδικα «επιταγή» σημαίνει «γραπτή εντολή του εκδότη προς τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή.» Στην επίδικη επιταγή Τεκμ. 4, στην οποία φαίνεται εκ τη όψεως αυτής και καταρχήν, ως εκδότης η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία, στη θέση της υπογραφής υπάρχουν εξ όσων μπορεί να γίνει αντιληπτό δύο υπογραφές. Καμιά μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί αναφορικά με το καθεστώς και την εξουσία ή και τον τρόπο άσκησης της εξουσίας των διευθυντών της εταιρείας προς έκδοση επιταγών. Αν δηλαδή έκαστος των διευθυντών είχε εξουσία να υπογράφει από μόνος του επιταγές της εταιρείας, ή αν απαιτείτο σωρευτικά η υπογραφή δύο τουλάχιστον ή και των τριών διευθυντών από κοινού. Δυνάμει δε του Τεκμ. 10, και ειδικότερα της παραγράφου 3 αυτού διαφαίνεται ότι η εταιρεία εξουσιοδότησε την Τράπεζα: «. να πληρώνει συναλλαγματικές που έγιναν αποδεκτές από την εταιρεία και Γραμμάτια εκδόσεως της Εταιρείας και να χρεώνει τις εν λόγω Συναλλαγματικές και τα Γραμμάτια στο λογαριασμό ή στους λογαριασμούς της εταιρείας ανεξαρτήτως του εαν ο εν λόγω λογαριασμός/λογαριασμοί παρουσιάζει/ουν πιστωτικό ή χρεωστικό υπόλοιπο ή δυνατόν να μετατραπεί/ουν εις χρεωστικό λόγω τοιαύτης χρεώσεως κατά το χρόνο που οι Συναλλαγματικές ή τα Γραμμάτια παρουσιάζονται προς πληρωμή νοουμένου ότι οι εν λόγω Συναλλαγματικές ή τα Γραμμάτια, υπογράφονται από τους κ.κ. Άντρος Χαμπή, κ. Πάμπο Χαμπή και Σόλων Χαραλάμπους από κοινού.» Όλες οι εξουσιοδοτήσεις προς την Τράπεζα φαίνονται να προϋποθέτουν την από κοινού θέση της υπογραφής των διευθυντών της εταιρείας επί συναλλαγματικών[2]. Η παράλειψη ειδικότερης αναφοράς στο καθεστώς έκδοσης των επιταγών δυνάμει του καταστατικού της εταιρείας σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του Τεκμ. 10, παρά τη φυσική ύπαρξη του Τεκμηρίου 4 θεωρώ ότι δεν μπορούν να καταδείξουν ότι, έχει δεόντως εκδοθεί η επιταγή από την Κατηγορουμένη 1 εταιρεία. Παντελώς άγνωστος επίσης παραμένει και ο χρόνος της κατ' ισχυρισμό έκδοσης της επιταγής Τεκμ. 4 από την Κατηγορουμένη 1 εταιρεία κατά τρόπο ώστε το ουσιώδες τούτο στοιχείο που συντείνει στην εξαγωγή συμπεράσματος έκδοσης της επιταγής να παραμένει αόριστο και αδύνατο να επικληθεί για σκοπούς κατάληξης αναφορικά με την έκδοση ή μη της επιταγής. Δυνάμει της μαρτυρίας του Μ.Κ1, ο ίδιος παρέλαβε τις επιταγές σε φάκελο περί τον Αύγουστο του 2009. Πέραν της αναφοράς αυτής, δεν υπήρξε μαρτυρία για το πότε τούτες εξεδόθησαν. Ας σημειωθεί περαιτέρω ότι η αναφορά της ΜΚ3 ότι οι εν λόγω υπογραφές είναι των Κατηγορουμένων 3 και 4, ήταν και η μόνη που εδόθη στο Δικαστήριο. Η αναφορά αυτή, η οποία αν και ουδόλως αμφισβητήθηκε από οιονδήποτε των συνηγόρων των κατηγορουμένων, παραμένει μαρτυρία γνώμης χωρίς υπόβαθρο εμπειρογνωμοσύνης. Ενόψει πιο πάνω κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί αυτό το συστατικό στοιχείο του αδικήματος και προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο έχει αποδειχθεί το 2ο συστατικό στοιχείο για σκοπούς πληρότητας. Σε ό,τι αφορά το 2ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της 5ης και 6ης κατηγορίας θα πρέπει να πω ότι συνερίζομαι τη θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Κατηγόρου ότι θα πρέπει να δοθεί ευρεία ερμηνεία στην έννοια «πράξη» ως τούτη διατυπώνεται στο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα και ότι δεν θα πρέπει να περιοριστεί στις περιπτώσεις ανάκλησης επιταγής. Τούτο θεωρώ προκύπτει και από αυτό το γράμμα του άρθρου το οποίο ρητώς και σαφώς αναφέρεται σε πρόσωπο το οποίο «προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής», αναφέρεται γενικά σε οποιαδήποτε πράξη μη εξόφλησης της επιταγής. Θεωρώ συνεπώς σε ό,τι αφορά την 1η κατηγορουμένη το συστατικό αυτό στοιχείο αν ήθελε γίνει δεκτό ότι έχει εκδοθεί η επίδικη επιταγή, έχει αποδειχθεί. Διαφορετική είναι όμως η κατάληξη μου αναφορικά με τους υπόλοιπους κατηγορουμένους και εξηγώ: Οι κατηγορούμενοι, αντιμετωπίζουν την 6η κατηγορία ως συνεργοί υπό την ιδιότητα τους ως διευθυντές και/ή ως αντιπρόσωποι της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας κατά παράβαση του Άρθρου 305 Α
(1)σε συνδυασμό με το Άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα: «20. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετείχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος και για αυτό δύναται να διωχθεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α)...................................................................................... (β)...................................................................................... (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά την διάπραξη ποινικού αδικήματος. (δ).......................................................................................» Η υπόθεση ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ ν. SKOPY SHOE FACTORY LTD, Ποινική Έφεση Αρ.7358, 27 Ιουνίου, 2003, είναι καθόλα βοηθητική για το εγειρόμενο ζήτημα. Παραθέτω αυτούσιο απόσπασμα αυτής αμέσως κατωτέρω: «Η ευθύνη με βάση το άρθρο 305Α βαρύνει τον εκδότη και σε περιπτώσεις επιταγών εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή σύμβουλος που υπογράφει την επιταγή, που γενικά θεωρείται ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Στην υπόθεση Chapman v. Smethurst
(1909)1 K.B. 927, κρίθηκε πως πρόσωπο που υπογράφει γραμμάτιο ή επιταγή με τρόπο που να φαίνεται ότι πράττει τούτο υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, δεν υπέχει προσωπικά αστική ευθύνη. Επίσης στην υπόθεση Bondina Ltd v. Rollaway Shower Blinds Ltd
(1986)1 W.L.R. 517, αναφέρθηκε πως οι διευθυντές εταιρείας, που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Στην παρούσα περίπτωση, προφανώς ο εφεσείων υπόγραψε ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Το γεγονός όμως ότι πιθανώς να μην είχε αστική ευθύνη, δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής του ευθύνης ως συνεργού. Έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. (Δέστε και Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας C.H. Zakakiotis (Disco) Ltd v. Kalavas & Associates, Ltd κ.α., Ποινική Έφεση 6570, ημερ. 21.10.99 την οποία αναφέρει και ο πρωτόδικος Δικαστής). Στο σύγγραμμα Blackstone΄s Criminal Practice 2000 στη σελ. 70 παρα. Α.5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Ο Λόρδος Goddard C.J. στην υπόθεση Johnson v. Youden
(1950)1 K.B. 455 στη σελ. 546 αναφέρει πως «πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στη διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα» («before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence, he must at least know the essential matters which constitute that offence"). Ο Devlin J. στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble
(1959)1 K.B. 11 στη σελ. 20 λέγει πως «παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης σκέψης, δηλαδή, πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων» (« . . . aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances"). Η προϋπόθεση της ύπαρξης γνώσης εκ μέρους του συνεργού έχει εφαρμογή, όπως φαίνεται από Αγγλική νομολογία ακόμη και στις περιπτώσεις όπου το κύριο αδίκημα είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης. . Κρίνουμε, ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, πως, έστω και αν μπορούσε να θεωρηθεί πως το αδίκημα του άρθρου 305Α είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης, όσον αφορά συνεργό θα πρέπει να αποδεικνύεται ένοχη διάνοια, με την έννοια που έχουμε προαναφέρει, όπως καθορίζεται στη νομολογία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέτασε το θέμα ύπαρξης ένοχης διάνοιας, αφού έκρινε πως δεν ήταν η ένοχη διάνοια στοιχείο του αδικήματος». Ενόψει και των όσων παρατίθενται στην υπόθεση Παυλόπουλος ανωτέρω θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο προσκομίστηκε μαρτυρία που να αποδεικνύει στον απαιτούμενο έστω βαθμό την ένοχη διάνοια των Κατηγορουμένων 2, 4, 5 και
  1. Κατά πόσο δηλαδή οι κατηγορούμενοι γνώριζαν αντιλαμβάνονταν ή υποπτεύονταν και αποδέχτηκαν κατά τη στιγμή τέλεσης της πράξης η οποία σαν αποτέλεσμα είχε την πρόκληση μη εξόφλησης της επιταγής, ότι πράττοντας τοιουτοτρόπως προκαλούσαν τη μη εξόφληση της επίδικης επιταγής. Σε ότι αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα, παρατηρείται ότι η μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά της Παραπονούμενης είναι διάτρητη. Καταρχήν μόνο καθ' υπόθεση θα μπορούσε να εξαχθεί συμπέρασμα για το ποια ήταν η πράξη εκείνη που έκανε έκαστος των Κατηγορουμένων ώστε να προκαλέσει μη εξόφληση της επιταγής. Άγνωστος είναι επίσης ο χρόνος της πράξης στην οποία προέβησαν οι Κατηγορούμενοι. Δεν θεωρώ ότι το Δικαστήριο με βάση την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του να εξάγει συμπεράσματα καθ' υπόθεση και να καλέσει τους κατηγορούμενους σε απολογία. Ποια ήταν η πράξη ή οι πράξεις και από ποιους εκ των κατηγορουμένων, φυσικών προσώπων έγιναν και ποιοι είχαν γνώση ύπαρξης της επίδικης επιταγής; Πολλές ημερομηνίες έχουν αποκαλυφθεί κατά τη μαρτυρία του ΜΚ1 ωστόσο ουδόλως απεκαλύφθη για οιοδήποτε των κατηγορουμένων σε ποιο στάδιο είχε γνώση των ουσιωδών γεγονότων που συνιστούν αδίκημα. Ο χρονικός προσδιορισμός από τη προσκομισθείσα μαρτυρία είναι τόσο ευρύς κατά τρόπο ώστε να μην έχει αποκαλυφθεί ποιά πράξη συσχετιζόμενη με ποιό χρονικό σημείο αποκαλύπτει γνώση των Κατηγορουμένων «για τα αναγκαία θέματα που συνιστούσαν αδίκημα». Σημειώνεται επίσης στο σημείο αυτό ότι, διαπιστώνεται επίσης διάσταση των λεπτομερειών του αδικήματος της 5ης και 6ης κατηγορίας και της μαρτυρίας που προσκομίστηκε. Δυνάμει των λεπτομερειών του κατηγορητηρίου «η επιταγή εξεδόθη κατά ή περί την 30/12/2009» πλην όμως διάφανη από τη μαρτυρία και σημειώνεται και ανωτέρω ο ΜΚ1 έλαβε την επίδικη επιταγή σε φάκελο περί τον Αύγουστο του
  2. Η ημερομηνία 30/12/2009 ήταν η ημερομηνία που η δεύτερη, επίδικη στη παρούσα υπόθεση επιταγή κατέστη πληρωτέα. Στις λεπτομέρειες αδικήματος επίσης δεν γίνεται καμιά αναφορά σε ποιο χρονικό σημείο διενεργηθεί η «πράξη» που αποδίδεται σε εν έκαστο των κατηγορουμένων. Δεν θεωρώ ότι αυτεπάγγελτη μεταβολή του Κατηγορητηρίου δυνάμει των προνοιών του άρθρου 83 του ΚΕφ. 155 είναι πρόσφορο μέτρο στην παρούσα υπόθεση καθότι έχοντας κατά νού τα δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης, και ειδικότερα το ευρύτατο του χρονικού πλαισίου που παρουσιάστηκε σε συνδυασμό με το μαρτυρικό υλικό δεν ήταν προς την κατεύθυνση της εξυπηρέτησης των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Εν κατακλείδι και έχοντας με προσοχή μελετήσει τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο σύνολο της, ενδελεχώς όπου τούτη με οδηγεί είναι στην κατάληξη ότι δεν έχουν παρουσιαστεί γεγονότα επί των οποίων οι κατηγορίες 5 και 6 στηρίζονται. Άγνωστος παραμένει ο χρόνος υπογραφής της επίδικης επιταγής, άγνωστο παραμένει υπό ποιου υπογράφει η επιταγή ενώ επίσης καμιά μαρτυρία δεν έχει παρουσιαστεί αναφορικά με το ποιες ήταν οι ενέργειες ενός εκάστου των κατηγορουμένων προς την κατεύθυνση της πρόκλησης της μη εξόφλησης επιταγής. Β. 3ης και 4ης Κατηγορίας: Το αδίκημα της Απάτης, το οποίο αφορά στις Κατηγορίες 3 και 4, προνοείται από το άρθρο 300 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 μετά των συναφών τροποποιήσεων. Το εν λόγω άρθρο αναφέρει τα εξής: «Όποιος με δόλιο τέχνασμα ή επινόημα αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιείτο τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» Από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου, συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα πιο κάτω: Α (α) Ύπαρξη δόλιου τεχνάσματος ή επινοήματος και (β) Απόκτηση πράγματος που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή Β (γ) υποκινεί άλλο πρόσωπο και (δ) παραδίδει σε άλλο πρόσωπο (ε) χρήματα ή αγαθά ή χρηματικό ποσό μεγαλύτερο από αυτό που θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών μεγαλύτερη από εκείνη που θα παραδιδόταν αν δεν χρησιμοποιούσε τέτοιο τέχνασμα ή επινόημα. Δυνάμει των λεπτομερειών του αδικήματος της 3ης και 4ης κατηγορίας η «απάτη» που αποδίδεται στους Κατηγορούμενους συγκεκριμενοποιείται στο γεγονός ότι υπεγράφη η επίδικη επιταγή, με διαφορετική υπογραφή από τον εγκεκριμένο και/ή κατατιθέμενο δείγμα υπογραφής που ευρίσκετο στην τράπεζα όπου διατηρούσε η Κατηγορουμένη 1 λογαριασμό αποσπώντας έτσι οι κατηγορούμενοι εμπορεύματα αξίας €11.732, 42 στις 30/12/2009 μέσω επιταγής της Τράπεζας Κύπρου. Έχοντας καταλήξει πιο πάνω ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ότι έχει εκδοθεί επιταγή μοιραία θα πρέπει να είναι και η κατάληξη αναφορικά με τις δύο αυτές κατηγορίες. Για σκοπούς πληρότητας ωστόσο προσχωρώ να καταδείξω και τα ακόλουθα: Η μαρτυρία που παρουσιάστηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, πόρρω απέχει από τις λεπτομέρειες των αδικημάτων αυτών των δύο κατηγοριών. Ειδικότερα παραθέτω τα ακόλουθα. Η επίδικη επιταγή του παραδόθηκε περί τον Αύγουστο του 2009 άρα η ημερομηνία έκδοσης της είναι προφανώς προγενέστερη της ημερομηνίας παραλαβής της. Ο χρόνος που αφορά στην απάτη ουδόλως προσδιορίζεται. Ενώ αν ήθελε θεωρηθεί ότι κρίσιμος χρόνος είναι η 30/12/2009 που αναφέρεται στις λεπτομέρειες, τούτο αντικρούεται με την μαρτυρία του ΜΚ
  3. Δυνάμει του Τεκμηρίου 2, οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 την υπογραφή των οποίων «αναγνώρισε» η ΜΚ3, μάρτυρας κατηγορίας υπήρξαν διευθυντές μέχρι την 24/08/2009 οι δε Κατηγορούμενοι 5 και 6 από τις 23/08/
  4. Δυνάμει και πάλι της μαρτυρίας της ΜΚ3, εντολή για αλλαγή των προσώπων που εξουσιοδοτούνται προς υπογραφή επιταγών εκ μέρους της κατηγορουμένης 1 δόθηκε στις 11/11/
  5. Κατά συνέπεια καταλυτικό είναι το ζήτημα της αοριστίας του χρόνου σε ό,τι αφορά την απόδειξη έστω εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των Κατηγορουμένων. Θεωρώ ότι τα όσα αναφέρω ανωτέρω αναφορικά με το ζήτημα της συνέργειας των Κατηγορουμένων 2,4,5 και 6, βρίσκουν εφαρμογή και στην κατηγορία 4 κατά τρόπο ώστε να μην έχει αποδειχθεί το γνωστικό επίπεδο των κατηγορημένων αυτών. Ούτε επίσης έχει υπάρξει οιαδήποτε μαρτυρία για το ποια ήταν η συμβολή ενός εκάστου αυτών στη διάπραξη του αδικήματος της απάτης υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στις λεπτομέρειες αδικήματος. Κατά συνέπεια έχοντας κατά νου τις αρχές που διέπουν την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και την πτυχή των νομικών θεμάτων που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι η Κατήγορος απέτυχε να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων και κατά συνέπεια οι τελευταίοι αθωώνονται και απαλλάσσονται των κατηγοριών. Τα έξοδα της υπόθεσης, ως τούτα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Κατηγορημένων 2, 4, 5 και 6 και εναντίον της Κατηγόρου. Σε ό,τι αφορά τους Κατηγορούμενους 4 και 6 εφόσον τούτοι εκπροσωπούντο από τον ίδιο συνήγορο ένα σετ εξόδων επιδικάζεται. (Υπ.) .............. Ν. Οικονόμου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, σελ. 365-366: [2] Το Άρθρο 73 του Κεφ. 262 εντάσσει την επιταγή στην έννοια της συναλλαγματικής. Ειδικότερα εκλαμβάνεται για τους σκοπούς του άρθρου 73 του Κεφ. 262 ότι η επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει. Σύμφωνα, επίσης, με το Άρθρο 3
(1)του Κεφ. 262: «Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφανίσει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.