← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κύπρος Μιχαήλ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 23042/13, 19/5/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Κύπρος Μιχαήλ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 23042/13, 19/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23042/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον

  1. Κύπρος Μιχαήλ
  2. Pathma Garusinghe Garusinghe dewayalage Κατηγορουμένων ------------------- Ημερομηνία: 19 Μαΐου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Χ' Κωνσταντή Για τον Κατηγορούμενο αρ. 1: κ. Μ. Σταμάταρης Για τον Κατηγορούμενη αρ. 2: κ. Στ. Τσιναρέλης Κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 παρόντες. --------------------- Π Ο Ι Ν Η Οι κατηγορούμενοι παραδέχτηκαν το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση των άρθρων 231 και 20 του Ποινικού Κώδικα και ειδικότερα παραδέχτηκαν ότι την 1.9.2012 παράνομα προκάλεσαν βαριά σωματική βλάβη στον Κυριάκο Κουφού. Όπως ανέφερε η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, ο παραπονούμενος κατήγγειλε ότι δέχτηκε επίθεση στο κεφάλι με ξύλο από άντρα, πρόκειται για τον κατηγορούμενο 1, λόγω διαφορών που είχαν σε σχέση με την κατηγορούμενη 2 η οποία επίσης τον κτύπησε. Ο παραπονούμενος εξετάστηκε στο Τμήμα Α' Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας όπου διαπιστώθηκε ότι έφερε κάταγμα ρινός. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 όταν κατηγορήθηκαν για το αδίκημα από την Αστυνομία απάντησαν «εντάξει». Είναι και οι δύο πρόσωπα λευκού ποινικού μητρώου ενώ σε ότι αφορά τα έξοδα που έχουν δημιουργηθεί και ανέρχονται στο ποσό των €75, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε όπως αυτά πληρωθούν από τους κατηγορούμενους. Από τα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί προκύπτει ότι η κατηγορούμενη 2 διατηρούσε σε προγενέστερο χρονικό διάστημα δεσμό με τον παραπονούμενο, χώρισαν, και εδώ και 5 χρόνια διατηρεί δεσμό με τον κατηγορούμενο
  3. Μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορούμενου 1 δεν υπήρξε προηγούμενη αντιπαράθεση σε σχέση με την κατηγορούμενη 2 ούτε και γνωρίζονταν μεταξύ τους αλλά η κατηγορούμενη 2 είχε αναφέρει ότι ο παραπονούμενος την ενοχλούσε κατά διάφορα χρονικά διαστήματα μετά τον χωρισμό τους. Αποτελεί κοινό έδαφος των πλευρών ότι την επίδικη μέρα ο παραπονούμενος είχε σταθμεύσει την μοτοσυκλέτα του έξω από το κάγκελο που οδηγεί στην είσοδο της βοηθητικής οικίας στην οποία διαμένουν οι κατηγορούμενοι και έμεινε εκεί για κάποιο χρονικό διάστημα. Όταν εξήλθε ο κατηγορούμενος 1 από την οικία του έλαβε χώρα μεταξύ τους επεισόδιο το οποίο έληξε, ο κατηγορούμενος 1 μπήκε στην οικία τραυματισμένος για να πλυθεί, ξαναβγήκε έξω με την κατηγορούμενη 2 όπου και διημείφθη δεύτερο επεισόδιο στο οποίο και οι δύο κατηγορούμενοι κτύπησαν τον παραπονούμενο και του προκάλεσαν την βαριά σωματική βλάβη την οποία παραδέχτηκαν, δηλαδή κάταγμα ρινός. Ο κ. Σταματάρης ο οποίος εκπροσωπεί τον κατηγορούμενο 1 συμφώνησε με τα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί και ανέφερε ότι η παρουσία του παραπονούμενου εκείνη την συγκεκριμένη ημέρα, λαμβάνοντας υπόψη και τις προηγούμενες ενοχλήσεις του προς την κατηγορούμενη 2, αποτελούσε πρόκληση και το γεγονός αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να το λάβει υπόψη του κατά την επιμέτρηση ποινής σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο
  4. Υιοθέτησε την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας για τις προσωπικές περιστάσεις, του κατηγορούμενου 1, εστιάστηκε στην ηλικία του, το λευκό ποινικό του μητρώο και την παραδοχή του τόσο στην Αστυνομία αλλά και στο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε επίσης στο διαρρεύσαν χρονικό διάστημα από την ημερομηνία του επεισοδίου μέχρι την ημερομηνία που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή τονίζοντας ότι στο μεσοδιάστημα ο κατηγορούμενος 1 δεν ενεπλάκη ποτέ όχι μόνο σε παρομοίου είδους αλλά σε κανένα αδίκημα. Δεν υποβάθμισε την σοβαρότητα του τραυματισμού αλλά εισηγήθηκε ότι θα πρέπει να σταθμίσει ευνοϊκά υπέρ του κατηγορούμενου το γεγονός ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ότι η 1.9.12 ήταν η πρώτη φορά που ο κατηγορούμενος 1 συναντήθηκε με τον παραπονούμενο. Γνωρίζοντας ότι η νομολογία καταδεικνύει επιβολή αποτρεπτικών ποινών για αδικήματα αυτής της φύσης, κάλεσε το Δικαστήριο όπως, σε περίπτωση που στην σκέψη του είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης για τον κατηγορούμενο 1, αυτή ανασταλεί. Ο κ. Τσιναρέλης αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής που θα επιβληθεί στην κατηγορούμενη 2 εστιάστηκε με την σειρά του στο λευκό ποινικό της μητρώο, την ηλικία της, τις προσωπικές της περιστάσεις όπως φαίνονται μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και στο διαρρεύσαν χρονικό διάστημα από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος εντός του οποίου ως ανέφερε, η κατηγορούμενη 2 ουδέν άλλο αδίκημα διέπραξε. Εξήγησε ότι στο παρελθόν η κατηγορούμενη 2 με τον παραπονούμενο είχαν δεσμό, τον οποίο διέκοψε η κατηγορούμενη 2 και ο παραπονούμενος δεν εισέπραξε καλά αυτή της την απόφαση με αποτέλεσμα κατά διάφορα χρονικά διαστήματα να την παρενοχλεί. Ανέφερε ότι στο πρώτο επεισόδιο μεταξύ του κατηγορούμενου 1 και του παραπονούμενου η κατηγορούμενη 2 δεν ήταν παρούσα αλλά όταν είδε τον κατηγορούμενο 1 τραυματισμένο, φορτίστηκε συναισθηματικά, βγήκε έξω μαζί του όπου και έγινε το δεύτερο επεισόδιο στο οποίο ενεπλάκη και η ίδια. Κάλεσε το Δικαστήριο να σταθμίσει ευνοϊκά υπέρ της την άμεση παραδοχή της στην Αστυνομία και την συνεργασία της στην πλήρη εξιχνίαση της υπόθεσης, υπογράμμισε το γεγονός ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός για το αδίκημα και αναφέρθηκε και στην καθυστέρηση που παρουσιάστηκε στην προώθηση της υπόθεσης, το αδίκημα έλαβε χώρα την 1.9.12, η υπόθεση καταχωρήθηκε τον Δεκέμβριο του 2013 και συγκεκριμένα 16.12.13, ενώ η πρώτη φορά που οι κατηγορούμενοι παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο ήταν η 11.2.
  5. Σε σχέση με την ποινή που θα επιβληθεί στην κατηγορούμενη 2 ο κ. Τσιναρέλης ζήτησε όπως εάν στη σκέψη του Δικαστηρίου είναι η επιβολή ποινής φυλάκισης, αυτή ανασταλεί καθότι η άμεση φυλάκιση της κατηγορούμενης 2 θα οδηγήσει άνευ άλλου στην απέλαση της, η ίδια θα χάσει την εργασία της αλλά και η εξαρτώμενη της συγκεκριμένα η κόρη της που βρίσκεται στη Σρι Λάνκα, την οικονομική της στήριξη και επίσης θα προκληθεί και ρήξη στη σχέση της με τον κατηγορούμενο 1 με τον οποίο συμβιώνει αρμονικά εδώ και πέντε χρόνια. Σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, ο κατηγορούμενος 1 είναι σήμερα ηλικίας 70 ετών, συνταξιούχος και διαμένει με την κατηγορούμενη 2 σε ενοικιαζόμενη παλιά βοηθητική οικία στην Παλλουριώτισσα. Λαμβάνει €520 μηνιαίως σύνταξη. Κατάγεται από την Κυθρέα και είχε δύσκολα παιδικά χρόνια. Είναι ορφανός από μητέρα από 9 ετών, ο πατέρας του έκανε κατάχρηση αλκοόλ και ξαναπαντρεύτηκε με γυναίκα η οποία δεν ήθελε τα παιδιά του από τον πρώτο του γάμο. Ο κατηγορούμενος 1 τέλειωσε μόνο το Δημοτικό Σχολείο και από την ηλικία των 7 ετών εργαζόταν. Είχε μεταβεί στο εξωτερικό για σκοπούς εργασίας όπου εργάστηκε για 25 χρόνια και επέστρεψε στην Κύπρο το
  6. Είχε παντρευτεί το 1968, έχει δύο παιδιά από τον γάμο του ηλικίας 47 και 44 ετών σήμερα. Με την σύζυγο του είναι σε διάσταση εδώ και 15 χρόνια. Τα τελευταία πέντε χρόνια συμβιώνει με την κατηγορούμενη
  7. Ένας εκ των αδερφών του είναι αγνοούμενος ενώ ο πατέρας του και η μητριά του ήταν αιχμάλωτοι πολέμου και μετά από την απελευθέρωση τους απεβίωσαν λόγω των κακουχιών που είχαν υποστεί. Η κατηγορούμενη 2 κατάγεται από την Σρι Λάνκα, είναι χήρα και έχει μια κόρη 26 ετών που είναι παντρεμένη και μένει στη Σρι Λάνκα. Βρίσκεται στην Κύπρο από το 2008 και εργάζεται ως οικιακή βοηθός. Συμβιώνει με τον κατηγορούμενο 1 εδώ και πέντε χρόνια. Έχει εισόδημα €326 μηνιαίως, από το οποίο ποσό στέλλει χρήματα στην κόρη της στη Σρι Λάνκα. Πριν να έρθει στην Κύπρο εργάστηκε ως οικιακή βοηθός στο Κουβέιτ και την Σιγκαπούρη. Έχει φύγει από την χώρα της από το
  8. Η σοβαρότητα του αδικήματος είναι πρόδηλη. Αντικατοπτρίζεται και από την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή. Ο νομοθέτης για το αδίκημα της βαρείας σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα προέβλεψε ποινή φυλάκισης μέχρι και επτά χρόνια. Η σοβαρότητα αυτής της φύσης των αδικημάτων δεν αντικατοπτρίζεται μόνο από την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή αλλά και από την ανησυχητική συχνότητα διάπραξης τους, γεγονός που οριοθετεί και το πλαίσιο αντιμετώπισης τους. Αντλώ δικαστική γνώση από τις αρκετές υποθέσεις που άγονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν είναι υπερβολή να επισημάνω ότι καθημερινά το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινές για αδικήματα βίας. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλου

(2001)2 Α.Α.Δ. 95, ο τέως Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Πικής ανέφερε τα εξής, τα οποία αποτελούν τη συνισταμένη της νομολογίας: «Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας- πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για τη γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς.» Στην υπόθεση Mehmet Urgan ν. Αστυνομίας Ποιν. 'Εφ. 159/11/ ημερ. 4/4/12), ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Α. Κραμβής, ανέφερε τα ακόλουθα: «Τα φαινόμενα βίας που συχνά παρατηρούνται τον τελευταίο καιρό σε διάφορες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, μας προκαλούν ιδιαίτερη ανησυχία. Η βία στα γήπεδα, στους δρόμους, στην οικογένεια ακόμη και στα σχολεία είναι πλέον θέματα της καθημερινότητας. Προτού αυτά τα φαινόμενα προσλάβουν μεγαλύτερες διαστάσεις και με ολέθριες συνέπειες, κάποιοι πρέπει να προβληματιστούν ώστε εγκαίρως και με τα κατάλληλα μέτρα να αντιμετωπιστεί όσο μπορεί πιο αποτελεσματικά η κατάσταση. Τα Δικαστήρια από τη δική τους πλευρά, οφείλουν να μεριμνούν ώστε οι υποθέσεις αυτού του είδους να εκδικάζονται χωρίς καθυστέρηση και να επιβάλλονται στους δράστες αποτρεπτικές ποινές, στέλνοντας έτσι μήνυμα μηδενικής ανοχής». Κάθε περίπτωση κρίνεται με τα δικά της περιστατικά. Οι ποινές που επιβάλλονται σε άλλες περιπτώσεις εντούτοις, αποτελούν μέσο και μέτρο καθοδήγησης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδουλίδη
(2001)2 Α.Α.Δ. 753). Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 241, ο εφεσείων αντιμετώπιζε το αδίκημα της πρόκλησης βαρείας σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα. Ο εφεσείων μετά από συζήτηση με το θύμα τον κτύπησε με σιδερένια σωλήνα που βρισκόταν στο έδαφος προκαλώντας του θλαστικά τραύματα στο μέτωπο και κάτω από αυτά ρωγμώδη κατάγματα του κρανίου, τα οποία δεν αποτελούσαν κίνδυνο για την ζωή του. Το θύμα τελώντας σε κατάσταση σύγχυσης κατευθύνθηκε στον αυτοκινητόδρομο και στην προσπάθεια του να τον διασταυρώσει κτυπήθηκε από διερχόμενο αυτοκίνητο και υπέστη θανατηφόρα τραύματα τα οποία επέφεραν τον θάνατο του μερικές μέρες αργότερα. Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να επέδρασε ο θάνατος στον καθορισμό του ύψους της ποινής παρά το ότι αποτελούσε εξωγενές στοιχείο και έτσι η ποινή φυλάκισης που του επιβλήθηκε πρωτόδικα μειώθηκε κατ' έφεση σε τρία χρόνια. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Evans
(2005)2 Α.Α.Δ. 639 ο εφεσίβλητος αντιμετώπιζε το αδίκημα της πρόκλησης βαρείας σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα. Ο παραπονούμενος υπέβαλε ερωτήσεις στον εφεσίβλητο για το αν ήταν ομοφυλόφιλος με αποτέλεσμα ο τελευταίος να τον σπρώξει και να τον φτύσει και όταν προσπάθησε να απομακρυνθεί αντιλήφθηκε τον παραπονούμενο να κινείται προς το μέρος του με κατεβασμένο παντελόνι και εσώρουχο. Ο εφεσίβλητος έχασε την ψυχραιμία του και τον γρονθοκόπησε στο στήθος και στο πρόσωπο και όταν έπεσε στο έδαφος του έτριψε με το πόδι το πρόσωπο στο έδαφος. Ο παραπονούμενος υπέστη σοβαρά τραύματα και μια από τις συνέπειες του τραυματισμού του ήταν και η μείωση της διανοητικής του ικανότητας από υψηλής σε μέσου όρου. Το Ανώτατο Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της υπόθεσης, την άμεση παραδοχή του το λευκό του ποινικό μητρώο παραμέρισε την ποινή φυλάκισης 14 μηνών και την αντικατέστησε με φυλάκιση δυο ετών. Στην υπόθεση Σακαρίδης ν. Αστυνομίας κ.ά. Ποινικές Εφέσεις αρ. 21/11 και 25/11 οι εφεσείοντες παραδέχθηκαν πέντε κατηγορίες που αυτοί αντιμετώπιζαν από κοινού και τους επιβλήθηκαν πρωτόδικα συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη εκείνη των 2½ ετών για το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης ως επίσης επιβλήθηκαν σ' αυτούς και άλλες ποινές για άλλα αδικήματα. Ένα από τα θύματα της επίθεσης υπέστη θλαστικό τραύμα, μώλωπες στη δεξιά μετωπική χώρα, αιμάτωμα μύτης, εκχυμώσεις, μώλωπες, μεγάλο θλαστικό τραύμα στη δεξιά ζυγωματική χώρα, κάταγμα ρινικού οστού, τρία κατάγματα στους μετωπιαίους κόλπους δεξιά και μικρό κάταγμα κρανίου. Υποβλήθηκε σε εγχείρηση από ειδικό νευροχειρούργο, ο οποίος διαπίστωσε ότι το κάταγμα του ρινικού οστού ήταν συντριπτικό, με αιμάτωμα στη βάση του και ότι υπήρχε μεγάλο θλαστικό τραύμα μετωποκροταφικά, που εκτεινόταν πέραν του τριχωτού της κεφαλής του. υπέστη, επίσης, κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Χειρουργήθηκε από ειδικό ωτορινολαρυγγολόγο, ο οποίος διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, κάταγμα ρινικού οστού και αιμάτωμα κάτω από το δεξί μάτι. Το άλλο θύμα από την επίθεση που δέχθηκε υπέστη μώλωπες στην μύτη το μέτωπο και κάταγμα ρινικού οστού. Η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στους εφεσείοντες μειώθηκε σε 18 μήνες καθότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν συνεκτίμησε ότι υπήρξε σχετική πρόκληση. Στην υπόθεση Mehmet Urgan, ανωτέρω, επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης 2ιΑ ετών για το αδίκημα της τέλεσης πράξεων που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 228(α) του Ποινικού Κώδικα και 2 ετών για δυο κατηγορίες που αφορούσαν το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Ο εφεσείοντας σε δυο περιπτώσεις επιτέθηκε στο θύμα προκαλώντας του στην πρώτη περίπτωση κάταγμα κάτω γνάθου, κάταγμα ζυγωματικού καθώς και εκχυμώσεις σε διάφορα μέρη του σώματος του και στην δεύτερη περίπτωση προκαλώντας του θλαστικό τραύμα στον τράχηλο, τραυματισμό γλώσσας, αποκόλληση δοντιών, οίδημα και εκχυμώσεις τραχήλου, οίδημα αφτιού, αιμάτωμα στην γλώσσα, στοματικές κακώσεις και επιπλοκή στα κατάγματα που είχε υποστεί κατά το προηγούμενο επεισόδιο. Στην υπόθεση Αχτάρ ν. Αστυνομίας κ.ά.
(2010)2 Α.Α.Δ. 397, οι εφεσείοντες μεταξύ άλλων αντιμετώπιζαν το αδίκημα των πράξεων που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 228(a) και την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Οι τέσσερεις αστυνομικοί τραυματίστηκαν με ένα από αυτούς να είχε υποστεί τους σοβαρότερους τραυματισμούς με σοβαρής μορφής αστάθεια του αριστερού αγκώνα, με πλήρη ρήξη των έσω πλαγίων συνδέσμων και της έσω πλευράς του θύλακα του αριστερού αγκώνα. Χρειαζόταν χειρουργική επέμβαση για σταθεροποίηση του αγκώνα. Οι ποινές φυλάκισης μειώθηκαν για μεν τον εφεσείοντα στην ποινική έφεση αρ. 207/08 σε ποινές φυλάκισης 18 μηνών και 1 χρόνου, για τον εφεσείοντα στην ποινική έφεση αρ. 208/08 μειώθηκε σε ποινή φυλάκισης 2½ ετών και 3 ετών, για τον εφεσείοντα στην ποινική έφεση αρ. 209/08 μειώθηκε σε ποινή φυλάκισης 2½ ετών. Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι η ποινή σε τέτοιου είδους υποθέσεις πρέπει να είναι αποτρεπτική. Η τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά μέτρο άμυνας έναντι παραβάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών του. Η ανάγκη προστασίας ποικίλει ανάλογα με τη σοβαρότητα του εγκλήματος. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. σελ. 342, το στοιχείο της αποτροπής είναι άμεσα συνδεδεμένο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους. Η εξατομίκευση της ποινής καθιστά το άτομο του παραβάτη ένα από τους άξονες επιβολής της τιμωρίας. Δεν εξουδετερώνει όπως έχει κατ' επανάληψη τονιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο τη σοβαρότητα του εγκλήματος ή την ανάγκη για την καταστολή του με τα μέσα που παρέχει το δίκαιο στον κοινωνικό χώρο. Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσα υπόθεσης σημειώνω ότι ο τραυματισμός του παραπονούμενου, κάταγμα ρινός είναι σύμφωνα με την νομολογία σοβαρός κάτι το οποίο το Δικαστήριο θα έχει κατά νου όταν επιβάλει ποινή. Θα λάβω υπόψη μου ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός ούτε και οργάνωση του αδικήματος από τους κατηγορούμενους αλλά και την κάποια πρόκληση που υπέδειξε ο παραπονούμενος εκείνη την μέρα ως προς τον κατηγορούμενο 1 αλλά και τις προηγούμενες οχλήσεις του προς την κατηγορούμενη 2. Αναφορικά με το στοιχείο της πρόκλησης παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας v. Evans (ανωτέρω), Πισκόπου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 342 και Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 327. Στα πλαίσια της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, έχοντας πάντα κατά νου όμως ότι η εξατομίκευση δεν πρέπει να εξουδετερώνει είτε τη σοβαρότητα του αδικήματος είτε το στοιχείο της αποτροπής (σχετικές είναι οι υποθέσεις Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικόλα Πάγκαλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 304), λαμβάνω υπόψη μου τα ακόλουθα: Σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο 1, λαμβάνω υπόψιν μου το λευκό ποινικό του μητρώο σε συνδυασμό με την ηλικία του που του δίδει το δικαίωμα να ελπίζει ότι θα κριθεί με επιείκεια, την παραδοχή του στην Αστυνομία, την συνεργασία του στην εξιχνίαση της υπόθεσης όπως επίσης και την παραδοχή του στο Δικαστήριο. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου το γεγονός ότι δεν γνώριζε τον παραπονούμενο, ότι η επίδικη μέρα ήταν η πρώτη μέρα που συναντήθηκαν και την κάποια πρόκληση από πλευράς του παραπονούμενου. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου τις προσωπικές του περιστάσεις, την μεταμέλεια και την απολογία του που εξέφρασε μέσω του συνηγόρου του στο Δικαστήριο όπως επίσης και το γεγονός ότι στο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος μέχρι σήμερα δεν διέπραξε κανένα άλλο αδίκημα, κάτι που οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα ότι η υπό κρίση συμπεριφορά του ήταν μεμονωμένη. Σε ότι αφορά την κατηγορούμενη 2 λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος της την δίκη της παραδοχή τόσο στις ανακριτικές αρχές αλλά και στο Δικαστήριο, την συνεργασία της με την Αστυνομία, τις προσωπικές της περιστάσεις και το λευκό ποινικό της μητρώο. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου την έλλειψη προσχεδιασμού και οργάνωσης, όπως και το γεγονός ότι την επίδικη μέρα ο παραπονούμενος είχε στηθεί έξω από το σπίτι που διαμένει με τον κατηγορούμενο 1 για αρκετή ώρα προ της εξέλιξης του μεταξύ τους επεισοδίου, τις ενοχλήσεις του παραπονούμενου προς την ίδια μετά τον χωρισμό τους όπως επίσης και το γεγονός ότι η ποινή που τυχόν επιβληθεί από το Δικαστήριο μπορεί να έχει καθοριστικές συνέπειες ως προς την συνέχιση της παραμονής της στη Δημοκρατία. Θα λάβω επίσης υπόψη μου το χρονικό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από την διάπραξη του αδικήματος μέχρι την ημέρα που το Δικαστήριο επιβάλει ποινή. Ο χρόνος που έχει παρέλθει από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι το στάδιο που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στον κατηγορούμενο είναι παράγοντας που μπορεί να ληφθεί υπόψη ως ελαφρυντικός για τον κατηγορούμενο. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας κ.ά. ν. Πότση
(2000)2 Α.Α.Δ. 252, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 355 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Τέλλα
(1991)2 Α.Α.Δ. 71. Σταθμίζοντας λοιπόν από την μια το σύνολο των γεγονότων και την σοβαρότητα της κατηγορίας με τα τραύματα που έχουν προκληθεί στον παραπονούμενο και τα ελαφρυντικά των κατηγορούμενων, την συμβολή και τον ρόλο του κάθε ενός στον τραυματισμό του παραπονούμενου θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να απέχει από την συνήθη ποινή που επιβάλλεται σε αυτού του είδους τα αδικήματα. Διαφορετική αντιμετώπιση πιστεύω θα έστελλε τα λανθασμένα μηνύματα και στους κατηγορουμένους αλλά και στην κοινωνία. Ενόψει των ανωτέρων επιβάλλονται στους κατηγορούμενους οι εξής ποινές: - Κατηγορούμενος 1 κατηγορία 2 ποινή φυλάκισης 6 μηνών. - Κατηγορούμενη 2 κατηγορία 2 ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Οι συνήγοροι και των δύο κατηγορούμενων έχουν ζητήσει από το Δικαστήριο όπως ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αναστολής των ποινών φυλάκισης που έχουν επιβληθεί. Η αναστολή ποινών φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε, και το οποίο αναφέρει ότι, όποτε Δικαστήριο επιβάλλει ποινή φυλακίσεως η οποία δεν υπερβαίνει τα τρία έτη, δύναται να διατάξει όπως η ποινή μη εκτελεστεί εκτός αν, διαρκούσης της περιόδου εφαρμογής του διατάγματος, ο καταδικασθείς διαπράξει άλλο αδίκημα το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση, και, μετά από την διάπραξη αυτή, Δικαστήριο διατάξει όπως η αρχική ποινή εκτελεστεί. Το εδάφιο
(2)του εν λόγω άρθρου αναφέρει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας, αλλά το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής, και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Περατικού
(1997)2 Α.Α.Δ. 373). Οι αρχές για αναστολή ποινής φυλακίσεως έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις Γενικός Εισαγγελέας ν. Μελεγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, Δημοκρατία ν. Δημητρίου Παντελή
(1974)2 C.L.R. 45, Athanasiou ν. Republic
(1978)2 C.L.R. 17, Koukos v. Police
(1986)2 C.L.R. 1, Republic v. Georgiou
(1989)2 Α.Α.Δ. 31, Δημοκρατία v. Πέττη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24, Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Φανιέρος
(1996)2 Α.Α.Δ. 303 και Σάββας Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39. Χρήσιμη αναφορά γίνεται επίσης στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο συνήγορος του κατηγορούμενου, και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41(Ι)/97(που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας. Ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο έχει καλύτερη απαίτηση για αναστολή (βλ. Sentencing In Cyprus του κ. Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανά κ.ά.
(1996)2 Α.Α.Δ. 257 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Λ. Φανιέρου
(1996)2 Α.Α.Δ. 303).» Ο κατηγορούμενος 1 όπως έχει ήδη αναφερθεί δεν έχει ποτέ απασχολήσει την Αστυνομία για οποιοδήποτε αδίκημα στα 70 χρόνια ζωής του. Μπορεί το συγκεκριμένο περιστατικό να χαρακτηριστεί ως μεμονωμένο και ο χρόνος που έχει παρέλθει από την διάπραξη του μέχρι σήμερα θεωρώ ότι καταδεικνύει ότι δεν πρόκειται να υπάρχει επανάληψη του. Είναι η θέση μου ότι τα πιο πάνω δικαιολογούν την αναστολή ποινής φυλάκισης που του έχει επιβληθεί η οποία και αναστέλλεται. Αντίστοιχη είναι η θέση μου και για την ποινή που έχει επιβληθεί στην κατηγορούμενη 2 για την οποία λαμβάνω υπόψη μου τις επιπτώσεις που θα έχει για την ίδια και την παραμονή της στην Δημοκρατία η άμεση ποινή φυλάκισης. Τα πιο πάνω με οδηγούν στο ότι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης σε συνδυασμό με τα προσωπικά περιστατικά των κατηγορούμενων μπορούν να επενεργήσουν για αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης. Τούτων δεδομένων, η ποινή φυλάκισης που έχει επιβληθεί και στους δύο κατηγορούμενους αναστέλλεται για περίοδο 3 ετών από σήμερα. Οι κατηγορούμενοι θα πληρώσουν εξ ημισείας τα έξοδα της Κατηγορούσας Αρχής που ανέρχονται συνολικά στο ποσό €75, δηλαδή €37.50 έκαστος. (Υπ.) .................. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.