← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γαλάτειας Βασιλείου, Αρ. Υπόθ.: 25448/10, 27/1/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γαλάτειας Βασιλείου, Αρ. Υπόθ.: 25448/10, 27/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθ.: 25448/10 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γαλάτειας Βασιλείου Κατηγορούμενης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27 Ιανουαρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αντ. Μιχαήλ. Για την Κατηγορούμενη : Καμία Εμφάνιση. Κατηγορούμενη: Απούσα. Π Ο Ι Ν Η Η Κατηγορούμενη μετά από δική της παραδοχή, που έλαβε χώραν στο στάδιο που κατέθετε ενόρκως, μιας και είχε από προηγουμένως κληθεί σε απολογία, κρίθηκε ένοχη σε όλες τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Με την κλοπή 19 επιταγών (βλ. κατηγορίες 1, 5, 9, 13, 17, 21, 25, 29, 33, 37, 41, 45, 49, 53, 57, 61, 65, 69 και 73), πλαστογραφία τούτων (βλ. κατηγορίες 2, 6, 10, 14, 18, 22, 26, 30, 34, 38, 42, 46, 50, 54, 58, 62, 66, 70 και 74), κυκλοφορία τους (βλ. κατηγορίες 3, 7, 11, 15, 19, 23, 27, 31, 35, 39, 43, 47, 51, 55, 59, 63, 67, 71 και 75 και παρουσίασης τους ως αν να εκδόθηκαν από την παρουσιαζόμενη επί αυτές εκδότρια, κάτι που ήταν ψευδές και το γνώριζε η Κατηγορούμενη, απέσπασε μεταξύ της 15.4.08 και 20.5.09, διάφορα χρηματικά ποσά από διάφορα πρόσωπα, συνολικού ύψους €53.005, διαπράττοντας έτσι τα αδικήματα των κατηγοριών 4, 8, 12, 16, 20, 24, 28, 32, 36, 40, 44, 48, 52, 56, 60, 64, 68, 72 και
  2. Το Δικαστήριο, μετά από την παραδοχή της Κατηγορούμενης, όρισε την υπόθεση για γεγονότα και ποινή και διέταξε όπως ετοιμαστεί έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Κατά την ημερομηνία που η υπόθεση ορίστηκε για γεγονότα και ποινή, η Κατηγορούμενη δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, με αποτέλεσμα να εκδοθεί εναντίον της ένταλμα σύλληψης. Η υπόθεση, κατ΄ ακολουθίαν ορίστηκε για έλεγχο και παρακολούθηση του εντάλματος σύλληψης. Η Κατηγορούμενη, δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο σε καμία εκ των ημερομηνιών που ορίστηκαν για έλεγχο του εντάλματος σύλληψης που εκκρεμούσε εναντίον της, με αποτέλεσμα η Κατηγορούσα Αρχή, δια προφορικού αιτήματος της, να ζητήσει τη συνέχιση της διαδικασίας, στην απουσία της Κατηγορούμενης. Το Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφασή του, ενέκρινε το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής, με αποτέλεσμα στις 3.12.14 το Δικαστήριο να ακούσει, στην απουσία της Κατηγορούμενης και χωρίς η τελευταία να εκπροσωπείται από οποιονδήποτε συνήγορο, τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση για σκοπούς επιβολής ποινής. Σύμφωνα με τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από την Κατηγορούσα Αρχή, η Παραπονούμενη, κατά τον ουσιώδη χρόνο, διατηρούσε τραπεζικούς λογαριασμούς στην Τράπεζα Κύπρου και η Τράπεζα, κατά καιρούς της εξέδιδε διάφορα βιβλιάρια επιταγών στο όνομα της. Ένας εξ΄ αυτών ήταν ο υπ. αριθμό 0120-
  3. Για τον εν λόγω λογαριασμό, η Παραπονούμενη κατείχε συγκεκριμένα βιβλιάρια επιταγών στο όνομα της. Δικαίωμα υπογραφής για την έκδοση των εν λόγω επιταγών, είχε η ίδια και η λογίστρια της, Κάτια Φιλίππου μόνο. Τα συγκεκριμένα αυτά βιβλιάρια τα είχαν στην κατοχή τους η Παραπονούμενη και η Κάτια Φιλίππου. Από το 2008 μέχρι τον Μάιο του 2009, η Κατηγορούμενη συνεργαζόταν επαγγελματικά με την Παραπονούμενη, ως η οδηγός ταξί, που μετέφερε την Παραπονούμενη στους διάφορους χώρους που έπρεπε να μεταβεί ή ακόμα από και προς το αεροδρόμιο, όταν η Παραπονούμενη έπρεπε να ταξιδεύσει αεροπορικώς. Ακόμα, η Παραπονούμενη, ζητούσε από την Κατηγορούμενη να διεκπεραιώνει κατά καιρούς, για λογαριασμό της, κάποιες εργασίες και/ή υποχρεώσεις της, όπως να πληρώνει συγκεκριμένες οφειλές της προς τρίτους, είτε τοις μετρητοίς με χρήματα που της έδιδε, είτε με τη χρήση σχετικών επιταγών που της έδιδε εκ των προτέρων και οι οποίες έφεραν την υπογραφή της Παραπονούμενης. Τα τρία βιβλιάρια επιταγών από τα οποία κλάπηκαν οι επίδικες επιταγές, βρίσκονταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εντός του διαμερίσματος της Παραπονούμενης. Το εν λόγω διαμέρισμα το επισκεπτόταν, η Κατηγορούμενη, είτε ενώ η Παραπονούμενη βρισκόταν εκεί, είτε ακόμα και με οδηγίες της Παραπονούμενης, όταν η τελευταία απουσίαζε, χρησιμοποιώντας για σκοπούς εισόδου της στο διαμέρισμα, το κλειδί της κυρίας εισόδου το οποίο η Παραπονούμενη είχε κρυμμένο σε συγκεκριμένο σημείο, το οποίο η Κατηγορούμενη γνώριζε. Η Κατηγορούμενη εκμεταλλευόμενη την εμπιστοσύνη που της επέδειξε η Παραπονούμενη και δη την άδεια να εισέρχεται στο χώρο διαμονής της και να έρχεται σε επαφή με την περιουσία της, χωρίς να ενημερώσει καθ' οιονδήποτε τρόπο την Παραπονούμενη και με σκοπό να την καταδολιεύσει, έκλεψε, σε διάφορες ημερομηνίες, αριθμό επιταγών από τα τρία αυτά βιβλιάρια και αφού πλαστογραφούσε τις εν λόγω επιταγές, τις έθετε σε κυκλοφορία, παρουσιάζοντας τες ως αν να έχουν εκδοθεί από την Παραπονούμενη, είτε σε διάφορες τράπεζες, είτε σε διάφορα περίπτερα ή καταστήματα για εξαργύρωση τους και με αυτές τις ψευδείς παραστάσεις της, κατάφερνε να αποσπά το ποσό που η ίδια ανέγραφε επί των πλαστογραφημένων επιταγών. Στο σύνολο, η Κατηγορούμενη με αυτό τον τρόπο έκλεψε, πλαστογράφησε και κυκλοφόρησε 19 επιταγές, διαπράττοντας έτσι τις κατηγορίες του κατηγορητηρίου. Όσον δε αφορά τα αδικήματα της κλοπής των 19 επιταγών, επειδή η Κατηγορούμενη έκλεβε μια επιταγή κάθε φορά, το κατηγορητήριο εμπεριέχει 19 διαφορετικές κατηγορίες κλοπής. Τελικά η Κατηγορούμενη κατάφερε να αποσπάσει το συνολικό ποσό των €53.
  4. Τα εν λόγω αδικήματα έγιναν αντιληπτά, όταν στα πλαίσια επίσκεψης της Κατηγορουμένης στις 27.5.09 σε συγκεκριμένη τράπεζα στην περιοχή Ανθούπολης αυτή παρουσίασε συγκεκριμένη επιταγή, για σκοπούς εξαργύρωσης, για το ποσό των €2.400 με δικαιούχο την ίδια. Η υπάλληλος της Τράπεζας, όταν αντίκρισε την συγκεκριμένη επιταγή, στα πλαίσια του καθήκοντος της να ελέγξει το αυθεντικό της υπογραφής του εκδότη, παρατήρησε ουσιώδεις διαφορές μεταξύ της υπογραφής επί της επιταγής και του δείγματος που κατείχε στο αρχείο της τράπεζας, και αμέσως επικοινώνησε με την Παραπονούμενη, για να επιβεβαιώσει κατά πόσο η ίδια είχε εκδώσει την εν λόγω επιταγή. Η Παραπονούμενη την ενημέρωσε ότι δεν ήταν η εκδότρια της συγκεκριμένης επιταγής. Ως προς το γεγονός αυτό, ενημερώθηκε η Κατηγορούμενη η οποία εγκατέλειψε άμεσα την Τράπεζα και έπειτα δεν απαντούσε στις οποιεσδήποτε τηλεφωνικές κλήσεις της γίνονταν. Ενημερώθηκε η Αστυνομία για το γεγονός και ζητήθηκε από την Τράπεζα Κύπρου να υποδειχθούν προς την Παραπονούμενη, διάφορες επιταγές που εξαργυρώθηκαν το τελευταίο χρονικό διάστημα, για σκοπούς αναγνώρισης της υπογραφής της, όπου και αναγνώρισε στις 19 πλαστογραφημένες επιταγές, ότι αυτές δεν έφεραν την υπογραφή της. Η κατηγορούμενη είναι λευκού ποινικού μητρώου. Από πλευράς Κατηγορούμενης, δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε, λόγω της φυγοδικίας της και της μη εκπροσώπησης της από οποιονδήποτε δικηγόρο στο στάδιο που ακούστηκαν τα γεγονότα της υπόθεσης για σκοπούς ποινής. Νομική Πτυχή Αδικήματα της φύσης των αδικημάτων που διέπραξε η Κατηγορούμενη, κρίνονται ιδιαιτέρως σοβαρά καθότι είναι άμεσα συνδεδεμένα με το κατοχυρωμένο συνταγματικώς δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Με τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων, παραβιάζεται παράφορα το πιο πάνω δικαίωμα. Η σοβαρότητα των αδικημάτων, προκύπτει και από τις προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές. Πρόκειται για αδικήματα τα οποία ενέχουν το στοιχείο του δόλου και της απάτης και στις πλείστες των περιπτώσεων, θύματα των αξιόποινων πράξεων των Κατηγορουμένων, είναι ανυποψίαστοι πολίτες. Με τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων υπονομεύονται οι συναλλαγές και οι δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Όπως αναφέρθηκε στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα τελευταία χρόνια το έγκλημα στην Κύπρο παρουσιάζει αυξητική τάση και αδικήματα όπως πλαστογραφίες, ψευδείς παραστάσεις και άλλα ομοειδή αδικήματα, βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της εγκληματικότητας, χωρίς δυστυχώς να φαίνονται οποιαδήποτε σημεία κάμψης. Τουναντίον, αυτό που προκύπτει από τις υποθέσεις που καταλήγουν καθημερινά ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι ότι δυστυχώς παρατηρείται έξαρση. Η εν λόγω αυξητική τάση που παρουσιάζει η διάπραξη των αδικημάτων του κατηγορητηρίου και/ή ομοειδών αδικημάτων, δημιουργεί αισθήματα ανασφάλειας στους πολίτες. Μοναδικό όπλο στα χέρια της δικαιοσύνης για να αναχαιτίσει την πιο πάνω αυξητική τάση στη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων, είναι οι ολοένα και μεγαλύτερες ποινές που πρέπει να επιβάλλει σε αδικοπραγούντες των εν λόγω αδικημάτων, έτσι που πέρα της τιμωρίας του ιδίου του θύτη, να δοθεί και το μήνυμα ότι η κοινωνία μας δεν ανέχεται τέτοιου είδους συμπεριφορές, και οποιοσδήποτε επίδοξος μελλοντικός παραβάτης, να αναλογιστεί τις ευθύνες του επαρκώς, προτού αποφασίσει να ενεργήσει δόλια. Μεταξύ άλλων παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη αναφορικά με την σοβαρότητα των αδικημάτων, συνυπολογίζεται και ο τρόπος δράσης του κατηγορούμενου, η αξία της αποσπασθείσας περιουσίας, το κίνητρο του κατηγορούμενου, οι ενέργειες του μετά την διάπραξη του αδικήματος, καθώς επίσης και η εκ των υστέρων έστω αποζημίωση του θύματος (για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος, βλέπε Atefi v. Αστυνομίας

(2006)2 Α.Α.Δ. 190, Bhatti v. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 661, Φραντζίδης ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ, 77, Αθανασιάδης ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 121, Παναγίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ, 104, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ, 113 και Ιωάννου άλλως Μουσικός ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 286). Η επιβολή της ποινής αποτελεί ένα ουσιώδες μέρος της ποινικής διαδικασίας, το μέγιστο εργαλείο στα χέρια του Δικαστηρίου για την προώθηση των αρχών του ποινικού δικαίου. Είναι πράγματι ένα πολύ δύσκολο και λεπτό καθήκον το οποίο θα πρέπει να ασκείται με φειδώ. Όταν το Δικαστήριο αποφασίζει για το είδος και το ύψος της ποινής θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του μεγάλο αριθμό παραγόντων, οι οποίοι πολλές φορές συγκρούονται μεταξύ τους και θα πρέπει να ζυγίζει αυτούς με τέτοιο τρόπο που να καθιστά την ποινική διαδικασία κοινωνικά αποδεκτή διατηρώντας έτσι την πίστη του κοινού στον νόμο και στην απονομή της δικαιοσύνης. Είναι πρωτίστως μια διαδικασία η οποία εμπεριέχει την άσκηση διακριτικών εξουσιών η οποία δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται καθορισμένη (standardised) καθότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει ποτέ να είναι τυφλή στο μονοπάτι της (βλ. Sentencing in Cyprus, 2nd edition, σελ. 2). Τελικός κριτής αναφορικά με το είδος αλλά και το ύψος της ποινής είναι το Δικαστήριο το οποίο θα επιλέξει τούτην αφού λάβει υπόψη του όλα τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση αλλά και το πρόσωπο του κατηγορουμένου. Η ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής δεν ατονεί μπροστά στην ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση κατηγορουμένων που διέπραξαν συγκεκριμένης φύσης αδικήματα. Είναι υποχρέωση του Δικαστηρίου σε κάθε περίπτωση να επιβάλει τέτοια ποινή που να αρμόζει και στο πρόσωπο του κατηγορούμενου. Ακόμα και στην περίπτωση που θα πρέπει να επιβληθεί αποτρεπτική ποινή, το καθήκον εξατομίκευσής της δεν ατονεί. Οι προσωπικές περιστάσεις καθώς επίσης και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες διαπράχθηκε ένα αδίκημα είναι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής. Όταν όμως καθίσταται ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής τότε οι πιο πάνω παράγοντες υποχωρούν μπροστά στην εν λόγω ανάγκη. Το ίδιο συμβαίνει και αναφορικά με τη διαδικασία της εξατομίκευσης της ποινής, υπό την έννοια ότι δεν θα πρέπει τούτη να εξουδετερώνει είτε την σοβαρότητα του αδικήματος είτε το στοιχείο της αποτροπής (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224, Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 245 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Νικόλα Πάγκαλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 304). Στρεφόμενος στην υπό εξέταση υπόθεση λαμβάνω υπόψη μου την παραδοχή της Κατηγορούμενης έστω και σ΄ αυτό το στάδιο καθώς επίσης και το λευκό της ποινικό μητρώο. Επιπρόσθετα λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι η Κατηγορούμενη βρίσκεται αντιμέτωπη με την ποινή της έξι περίπου χρόνια μετά τις αξιόποινες της πράξεις, χωρίς ωστόσο να παραγνωρίζω το γεγονός ότι μεγάλο μέρος του χρόνου αυτού αναλώθηκε συνεπεία της κατά τα άλλα συνταγματικά κατοχυρωμένης επιλογής της, να τηρήσει στάση μη παραδοχής μέχρι και τα τελικά στάδια της υπόθεσης και δη μετά που η ίδια κλήθηκε σε απολογία. Καθυστέρηση προκλήθηκε και συνεπεία του χρόνου που αναλώθηκε για σκοπούς διενέργειας εξετάσεων για ανεύρεση της Κατηγορούμενης, μετά την φυγοδικία της. Συνυπολογίζεται επιβαρυντικά για την Κατηγορούμενη το γεγονός ότι ενήργησε με σχέδιο, εκμεταλλευόμενη πλήρως την εμπιστοσύνη που της επέδειξε η Παραπονούμενη επιτρέποντας της την είσοδο στην οικία της και γενικά την επαφή της με την περιουσία της καθώς επίσης και το ότι η Κατηγορούμενη είχε μοναδικό μέλημά της να ξεγελάσει το θύμα της και να αποσπάσει από αυτή διάφορα χρηματικά ποσά, πράγμα το οποίο και κατάφερε. Επίσης επιβαρυντικό, αποτελεί και το γεγονός ότι η παραβατική συμπεριφορά της Κατηγορούμενης, διήρκησε για χρόνο πέραν του ενός έτους. Όπως και να ειδωθούν οι πιο πάνω μετριαστικοί παράγοντες, δεν είναι τέτοιοι που να εξαλείφουν την αναγκαιότητα η ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στην Κατηγορούμενη να είναι αποτρεπτικού χαρακτήρα. Η σοβαρότητα των αδικημάτων και η έξαρση που παρατηρείται στη διάπραξη τους, καθιστούν την επιβολή αποτρεπτικής ποινής επιβεβλημένη. Υπό τις περιστάσεις η πρέπουσα ποινή δεν μπορεί να είναι άλλη παρά μόνο στερητική της ελευθερίας ποινή. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι στην περίπτωση που επιλεγόταν οποιοδήποτε άλλο είδος ποινής θα εστέλλοντο λανθασμένα μηνύματα στους επίδοξους μελλοντικούς παραβάτες και δεν θα εξυπηρετείτο ο σκοπός του νόμου. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, επιβάλλω στην Κατηγορούμενη τις πιο κάτω ποινές: Στις κατηγορίες 1, 5, 9, 13, 17, 21, 25, 29, 33, 37, 41, 45, 49, 53, 57, 61, 65, 69 και 73, ποινή φυλάκισης 9 μηνών, σε κάθε μία από αυτές. Στις κατηγορίες 2, 6, 10, 14, 18, 22, 26, 30, 34, 38, 42, 46, 50, 54, 58, 62, 66 και 70, ποινή φυλάκισης 3 ετών, σε κάθε μια από αυτές. Στις κατηγορίες 3, 7, 11, 15, 19, 23, 27, 31, 35, 39, 43, 47, 51, 55, 59, 63, 67, 71 και 75, ποινή φυλάκισης 3 ετών, σε κάθε μια από αυτές. Στις κατηγορίες 4, 8, 12, 16, 20, 24, 28, 32, 36, 40, 44, 48, 52, 56, 60, 64, 68, 72 και 76 , ποινή φυλάκισης 15 μηνών, σε κάθε μια από αυτές. Οι πιο πάνω ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν στην Κατηγορούμενη, να συντρέχουν. Όσον αφορά στην έναρξη της εκτέλεσης της ποινής που επιβλήθηκε στην Κατηγορούμενη, τούτη να αρχίζει την ημέρα που η Κατηγορούμενη θα τεθεί υπό κράτηση για σκοπούς έκτισης της ρηθείσας ποινής. (Υπ.) ............... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.