← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Δημήτρης Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης: 15185/11, 27/3/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Δημήτρης Νικολάου, Αρ. Υπόθεσης: 15185/11, 27/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15185/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Δημήτρης Νικολάου Κατηγορούμενου ---------------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27/3/2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Μιχαήλ Για τον κατηγορούμενο: κος Τριανταφυλλίδης Κατηγορούμενος: Παρών ---------------------------------------- ΑΠΟΦΑΣH Ο Κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει συνολικά τρεις κατηγορίες. Πρόκειται για δύο κατηγορίες άσεμνης επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, με διαφορετική Παραπονούμενη σε κάθε κατηγορία (κατηγορίες 1 και 3), και μία κατηγορία άσεμνης πράξης, κατά παράβαση του άρθρου 176 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, (κατηγορία 2). Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε πέντε μάρτυρες, την Αστυφύλακα 3554 Ιωάννα Ανδρέου (ΜΚ1), τη Χρύσω Ελευθερίου (ΜΚ2 - Παραπονούμενη στην 3η κατηγορία), την Άννα Ανδρέου (ΜΚ3), την Ελίζα Ανδρέου (ΜΚ4 - Παραπονούμενη στην 1η κατηγορία) και τη Μαρία Καννάουρου (ΜΚ5). Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως. Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω με λεπτομέρεια την ενώπιον μου μαρτυρία. Σκοπός της παρούσας απόφασης, δεν είναι η λεπτομερής παράθεση του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κάτι τέτοιο δεν πιστεύω ότι θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό. Εκτενέστερη αναφορά στην αμφισβητούμενη μαρτυρία, θα γίνει όπου αυτό κριθεί αναγκαίο στο στάδιο της αξιολόγησης της. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, θεωρώ ορθό να παραθέσω τα πιο κάτω γεγονότα, τα οποία, είτε πηγάζουν από αναντίλεκτη ενώπιον μου μαρτυρία, είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Κατά το έτος 2004, συνεπεία σχετικής σύστασης που έγινε από τη ΜΚ5, η ΜΚ2 (ηλικίας, τότε, 18 ετών), η οποία τυγχάνει γειτόνισσα της ΜΚ5, ζήτησε από τον Κατηγορούμενο (ο οποίος τύγχανε τότε και συνεχίζει να επαγγέλλεται το δάσκαλο οδήγησης), να της προσφέρει τις υπηρεσίες του ως δάσκαλος οδήγησης, ώστε η ΜΚ2 να δυνηθεί να επιτύχει σε εξετάσεις για απόκτηση διπλώματος οδήγησης. Κατόπιν τούτου, και αφού οι δύο πλευρές συμφώνησαν σχετικά, άρχισαν τα μαθήματα οδήγησης υπό την καθοδήγηση του Κατηγορουμένου. Σε κάποιο στάδιο, και αφού παρήλθε ένα χρονικό διάστημα περίπου δύο μηνών, η ΜΚ2, ανάφερε στους γονείς της ότι ο Κατηγορούμενος την παρενόχλησε σεξουαλικά. Την ίδια μέρα, οι γονείς της ΜΚ2, κάλεσαν τον Κατηγορούμενο στο σπίτι τους. Ως προς το τι διημείφθη κατά την εν λόγω συνάντηση, οι δύο πλευρές διαφωνούν. Συμφωνούν όμως, ότι η ΜΚ2 εξέφρασε την επιθυμία να μην συνεχίσει τα μαθήματα οδήγησης με τον Κατηγορούμενο και να μην τον καταγγείλει στην Αστυνομία και ότι, έπειτα, η ΜΚ2 αποτάθηκε σε άλλο δάσκαλο οδήγησης για να συνεχίσει τα μαθήματα της. Έξι χρόνια μετά και συγκεκριμένα περί τις αρχές Σεπτεμβρίου 2010, η ΜΚ4 (ηλικίας, τότε, 18 ετών), κατόπιν και πάλι σχετικής σύστασης από τη ΜΚ5 (ΜΚ4 και ΜΚ5 είναι εξαδέλφες και η ΜΚ5 διδάχθηκε μαθήματα οδήγησης από τον Κατηγορούμενο σε χρόνο πριν να ζητηθούν οι υπηρεσίες του από τη ΜΚ2 και τη ΜΚ4), ζήτησε και έλαβε τις υπηρεσίες του Κατηγορούμενου ως δάσκαλου οδήγησης. Περί τα τέλη Οκτωβρίου 2010, η ΜΚ4 επικοινώνησε με τη ΜΚ5 και της ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια που λάμβαναν χώρα τα μαθήματα οδήγησης, την παρενόχλησε σεξουαλικά. Κατόπιν τούτου, και συνεπεία και σχετικής συμβουλής της ΜΚ5, η ΜΚ4 μαζί με τη ΜΚ5 είχαν συνάντηση με τη ΜΚ3 (μητέρα της ΜΚ4) όπου η ΜΚ4 ανέφερε σ' αυτήν ότι, ο Κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια των μαθημάτων οδήγησης, την παρενοχλούσε σεξουαλικά. Η ΜΚ3, μαζί με τη ΜΚ4, κατήγγειλαν τον Κατηγορούμενο για ισχυριζόμενη σεξουαλική παρενόχληση της τελευταίας στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών, θεωρώντας ότι, με αυτό τον τρόπο θα προστατεύοντο άλλες μαθήτριες του Κατηγορούμενου. Της καταγγελίας στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών, ακολούθησε, ένα περίπου μήνα αργότερα, λήψη κατάθεσης από την αστυνομία τόσο από τη ΜΚ4 όσο και από τη ΜΚ5 (Έγγραφα Δ(
  2. i)και Ε αντίστοιχα). Μετά τη λήψη της κατάθεσης της ΜΚ4 από την αστυνομία, η τελευταία επισκέφθηκε τη ΜΚ2 στην οικία της και εκεί ρώτησε τη ΜΚ2, κατά πόσο, κατά τη διάρκεια των μαθημάτων οδήγησης που της γίνοντο από τον Κατηγορούμενο, ο τελευταίος την παρενόχλησε καθ' οιονδήποτε τρόπο σεξουαλικά. Κατά τη συζήτηση που είχαν η ΜΚ2 με τη ΜΚ4, η πρώτη ανέφερε στη δεύτερη ότι, ο Κατηγορούμενος παρενόχλησε και την ίδια σεξουαλικά στα πλαίσια των μαθημάτων οδήγησης. Μετά την εν λόγω συνάντηση, η ΜΚ4 επισκέφθηκε εκ νέου την αστυνομία και της λήφθηκε συμπληρωματική κατάθεση (Έγγραφο Δ(ii)), στην οποία ανάφερε τα περί ισχυριζόμενης σεξουαλικής παρενόχλησης της ΜΚ2 από τον Κατηγορούμενο. Κατόπιν τούτου, στις 5/12/2010 λήφθηκε κατάθεση από τη ΜΚ2 (Έγγραφο Β), στα πλαίσια της οποίας, η τελευταία καταγγέλλει τον Κατηγορούμενο για σεξουαλική παρενόχληση της εν έτη 2004 στα πλαίσια των μαθημάτων οδήγησης που της γίνοντο από αυτόν. Για τα μόλις πιο πάνω γεγονότα, κάμνω ανάλογα ευρήματα. Νομική πτυχή Το άρθρο 151 του Ποινικού Κώδικα προνοεί ότι «όποιος παράνομα και άσεμνα επιτίθεται εναντίον γυναίκας, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 5 χρόνια». Αξίζει να σημειωθεί ότι μέχρι την τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα με τον Τροποποιητικό Νόμο 64(Ι)/2009, η προβλεπόμενη ποινή στο Νόμο ήταν η φυλάκιση που δεν υπερέβαινε τα 2 χρόνια. Το άρθρο 176 του Ποινικού Κώδικα προνοεί ότι, «όποιος διενεργεί δημόσια άσεμνη πράξη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση 2 χρόνων». Επειδή η παρούσα υπόθεση αφορά σε σεξουαλικά αδικήματα, ως θέμα αρχής και ή καλύτερα συνεπεία κανόνα πρακτικής, απαιτείται η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας. Στην ουσία, το Δικαστήριο θα πρέπει να αναζητήσει κατά πόσο έχει τεθεί ενώπιον του, οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να ενισχύει τη μαρτυρία της Παραπονούμενης στην κάθε κατηγορία. Παρά τον πιο πάνω κανόνα, αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι είναι ασφαλές να καταλήξει σε συμπέρασμα ενοχής ενός Κατηγορούμενου βασισμένο μόνο στη μαρτυρία της Παραπονούμενης, τότε δύναται, αφού προηγουμένως προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό του για τους κινδύνους που ελλοχεύουν σε μια τέτοια περίπτωση, να προχωρήσει και να καταδικάσει έναν Κατηγορούμενο σε ένα σεξουαλικό αδίκημα, επί της μαρτυρίας της Παραπονούμενης και μόνο. Η προσέγγιση μιας μαρτυρίας που δίδεται από πρόσωπο για αδικήματα σεξουαλικής υφής, πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή και με γνώμονα πάντοτε αφενός την κοινή λογική και αφετέρου την πιθανότητα η μάρτυρας κατηγορίας να μη λέει την αλήθεια στο Δικαστήριο, (βλ. Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας

(1989)2 Α.Α.Δ. 258, Παρμαξής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 224, Ιωάννης Γεωργίου Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 259, Όμηρος Σάββα Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506 και R v. Witts and Witts
(1991)Cr.L.R. 562). Ως προς το τι συνιστά ενισχυτική μαρτυρία, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση R v. Baskerville 12 Cr. Αρρ. R. 81: «...evidence in corroboration must be independent testimony which affects the accused by connection or tending to connect him with the crime. In other words, it must be evidence which implicates him, that is, which confirms in some material particular not only the evidence that the crime has been committed, but also that the prisoner committed it. The test applicable to determine the nature and extent of the corroboration is thus the same whether the case falls within the rule of practice at common law or within that class of offences for which corroboration is required by statute.... The nature of the corroboration will necessarily vary according to the particular circumstances of the offence charged. It would be in a high degree dangerous to attempt to formulate the kind of evidence which would be regarded as corroboration, except to say that corroborative evidence is evidence which shows or tends to show that the story of the accomplice that the accused committed the crime is true, not merely that the crime has been committed, but that it was committed by the accused.». Πρέπει φυσικά να αναφερθεί ότι η ενισχυτική μαρτυρία μπορεί να είναι, είτε άμεση, είτε περιστατική. Πρέπει επίσης να προέρχεται από ανεξάρτητη πηγή. Αν όμως, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 10 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, τότε, ο κανόνας περί ανεξάρτητης πηγής προέλευσης της ενισχυτικής μαρτυρίας, δεν ισχύει. Οι πρόνοιες του άρθρου 10 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, τις οποίες παραθέτω ευθύς αμέσως αυτούσιες, έτυχαν ερμηνείας από το Ανώτατο Δικαστήριο σε πληθώρα αποφάσεων του. «Κάθε Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου δικάζεται πρόσωπο το οποίο κατηγορείται για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα, δύναται να δεκτεί ως απόδειξη, εκ μέρους της κατηγορίας, τις λεπτομέρειες οποιουδήποτε παραπόνου ή οποιασδήποτε δήλωσης που αφορά το ποινικό αδίκημα που γίνεται από το πρόσωπο επί του οποίου διαπράχτηκε αυτό ή από το πρόσωπο που έχει την ευθύνη οποιασδήποτε περιουσίας κατά της οποίας διαπράχτηκε το ποινικό αδίκημα και το οποίο ήταν παρόν όταν διαπράχτηκε το ποινικό αδίκημα: Νοείται ότι οι λεπτομέρειες οποιουδήποτε τέτοιου παραπόνου ή δήλωσης δεν είναι δεκτές, όταν προσάγονται εκ μέρους της κατηγορίας, εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ενώπιον το οποίου δικάζεται ο κατηγορούμενος, ότι το παράπονο ή δήλωση έγινε, αφού λήφθηκαν υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης, αμέσως μετά τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος, και προς το πρώτο πρόσωπο προς το οποίο ή τα πρώτα πρόσωπα προς τα οποία το πρόσωπο το οποίο προέβηκε στο παράπονο ή τη δήλωση, μίλησε μετά τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος, ή προς το πρόσωπο προς το οποίο ή προς τα πρόσωπα προς τα οποία το Δικαστήριο φρονεί ότι ήταν φυσικό να προβεί σε παράπονο ή δήλωση σε σχέση με το ποινικό αδίκημα.». Οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου, ως έχει αναφερθεί και ανωτέρω, έχουν τύχει ερμηνείας σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Sutton v. Republic 14 C.L.R. 160, 173, Republic v. Votsis 19 C.L.R. 306, Χ"Λουκάς v. Δημοκρατίας
(1961)C.L.R. 57, Παρμαξής v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Γεωργιάδης v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 1, Παπαδήμας ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 251, Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71, Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766, ΜΚ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 14/13 ημερ. 20/3/2014 και ΣΠ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 207/13 ημερ. 25/6/14, βλέπε επίσης και Το Δίκαιο Της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, σελ. 515-519 ). Εκείνο που προκύπτει από τα όσα σχετικά αναφέρονται στις πιο πάνω αυθεντίες, είναι ότι, το άμεσο της υποβολής του παραπόνου, αποτελεί ουσιαστικό παράγοντα για την κρίση τού κατά πόσο, σε μια δεδομένη περίπτωση, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου
  1. Και τούτο γιατί, όταν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 10, το πρώτο παράπονο, δεν αποτελεί απλά ενισχυτική μαρτυρία της μαρτυρίας της παραπονούμενης, αλλά μαρτυρία προς απόδειξη του καταγγελλόμενου γεγονότος. Τούτο, και δη το ουσιώδες της άμεσης υποβολής του παραπόνου, φαίνεται να υποστηρίζεται ιδιαίτερα από τον λόγο των υποθέσεων Γεωργιάδης, Παπαδήμα και Βούτουνος (ανωτέρω). Είναι γεγονός, ότι στην υπόθεση Αντωνίου (ανωτέρω), σημειώθηκε ότι οι υποθέσεις Γεωργιάδης και Βούτουνος, δεν έθεσαν οποιονδήποτε άκαμπτο κανόνα και ότι, υπό περιστάσεις, μη άμεση αναφορά παραπονούμενης σε τρίτο πρόσωπο, ενδεχομένως να μπορεί να θεωρηθεί ως πρώτο παράπονο εντός της εμβέλειας των προνοιών του άρθρου
  2. Σημειώνεται φυσικά ότι, η παραπονούμενη στην υπόθεση Αντωνίου ήταν ανήλικη, και ο λόγος της ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με το συγκεκριμένο γεγονός, καθώς επίσης και το γεγονός ότι, ανεξάρτητα της φύσης του αδικήματος, της ηλικίας και ψυχικού κόσμου του θύματος, κάθε ποινική υπόθεση θα πρέπει να αξιολογείται πάντοτε στη βάση του τεκμηρίου της αθωότητας, και κατ' εφαρμογή της αρχής ότι, το βάρος απόδειξης της ενοχής του κατηγορουμένου πέφτει στους ώμους της κατηγορούσας αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει την υπόθεση της, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως προς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της άσεμνης επίθεσης, ως τούτα προκύπτουν από τις πρόνοιες του άρθρου 151 αλλά και από τη σχετική Αγγλική Νομολογία (R v. Court
(1989)A.C. 28) επί των προνοιών του άρθρου 14
(1)του Sexual Offices Act 1956, του οποίου οι πρόνοιες ομοιάζουν με αυτές του 151, τούτα είναι τα ακόλουθα: (α) Ότι ο Κατηγορούμενος σκόπιμα επιτέθηκε στην Παραπονούμενη, (β) ότι η επίθεση, περιλαμβανομένων και των περιστάσεων που την περιβάλλουν, στα μάτια του ορθά σκεπτόμενου πολίτη, μπορεί να εκληφθεί ως άσεμνη και (γ) ότι ο Κατηγορούμενος είχε πρόθεση, όταν ενεργούσε, να διαπράξει την επίθεση υπό τις περιστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο (β) ανωτέρω. Αναφέρθηκε ακόμα, ότι στην περίπτωση που τα γεγονότα που αφορούν στην υπόθεση, είναι δυνατό να επιδέχονται διττής ερμηνείας και δη, είτε αθώας, είτε άσεμνης πράξης από πλευράς του Κατηγορούμενου, η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει, όχι μόνο να αποδείξει την εκ προθέσεως επίθεση του Κατηγορουμένου, αλλά και την ύπαρξη πρόθεσης εκ μέρους του να επιδείξει άσεμνη συμπεριφορά. Όπως σημειώθηκε ανωτέρω, συστατικό στοιχείο του αδικήματος της άσεμνης επίθεσης, αποτελεί η σκόπιμη επίθεση προς το θύμα. Κατά τον Archobold:Criminal Pleading, Evidence and Practice, 40η έκδοση, σελ. 1280, παρ. 2634, επίθεση σημαίνει την εκ προθέσεως και/ ή την απερίσκεπτη πράξη ενός προσώπου που δημιουργεί σε κάποιον τρίτο την αντίληψη της άμεσης και παράνομης βίας. Το κατά πόσο ή όχι υπάρχει επαφή θύτη και θύματος είναι άσχετο αν καταδειχθεί ότι η ενέργεια του θύτη επέφερε την πιο πάνω αντίληψη στο θύμα. Στην περίπτωση επαφής του θύτη με το θύμα, δεν είναι ανάγκη να αποδειχθεί ότι η παράνομη επαφή ήταν συγκεκριμένης δύναμης. Ακόμα και αμελητέας δύναμης επαφή, δυνατόν να εντάσσει την ενέργεια του θύτη εντός της πιο πάνω ερμηνείας, αν με αυτή προκάλεσε στο θύμα την αντίληψη ότι κινδυνεύει με άμεση εφαρμογή παράνομης βίας εναντίον του. Στην υπόθεση Fagan v. Metropolitan Police Commissioner
(1968)3 All E.R. 442, αναφέρθηκε ότι επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμα και με την τοποθέτηση του χεριού του θύτη επί του σώματος του θύματος. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση R. v. Dungey
(1864)4 F. & F. 99, αποφασίστηκε ότι, το φίλημα με βία αποτελεί επίθεση. Όσον τώρα αφορά στην πρόθεση ενός Κατηγορουμένου, τούτη αποδεικνύεται με άμεση μαρτυρία ή προκύπτει από όλα τα περιστατικά και γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση (βλ. R. v. Venna
(1975)3 L.R. 737). Φυσικά, στην περίπτωση που φανεί ότι το παραπονούμενο πρόσωπο συναινούσε και/ή συγκατατίθετο στις ενέργειες του φερόμενου δράστη, τότε δεν προκύπτει οποιαδήποτε ποινική ευθύνη του τελευταίου (βλ. R. v. Lang
(1975)Cr. L.R. 65). Ως προς το κατά πόσο οποιαδήποτε επίθεση ενός δράστη, είναι ή όχι παράνομη, τούτο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ύπαρξη ή όχι νόμιμου σκοπού για τη διενέργεια της (βλ. Police v. Djioppou
(1972)10 J.S.C. 1365). Ως προς το άσεμνο μιας ενέργειας, σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Rook & Ward on Sexual Offences, Criminal Law Library - No. 8, σελ. 4-8, παρ. 1.09-1.19. Στην υπόθεση R. v. Court (ανωτέρω), ο Δικαστής Ackner της Βουλής των Λόρδων, επικρότησε τη φράση που χρησιμοποίησε ο πρωτόδικος Δικαστής, ότι το άσεμνο («indecent»), στην άσεμνη επίθεση, σημαίνει προφανώς σεξουαλικό («overtly sexual»), όμως εισηγήθηκε ότι ο ορθότερος τρόπος αντιμετώπισης του θέματος είναι το κατά πόσο, ο λογικά σκεπτόμενος πολίτης, θα θεωρούσε τη συμπεριφορά ως άσεμνη ή όχι. Προχώρησε ακόμα, ο Δικαστής Ackner, να σημειώσει διάφορες περιπτώσεις, που θεωρήθηκαν άσεμνες. Σχετικά, ανέφερε ότι, η αφαίρεση από ένα άντρα, των ρούχων μίας γυναίκας χωρίς τη θέληση της, αποτελεί άσεμνη επίθεση. Με παραπομπή σε διάφορες αποφάσεις αγγλικών δικαστηρίων (R. v. Maurice Leeson 52 Cr. Αρρ. R. 185 και Goss and Goss
(1990)90 Cr. App. R. 400) υπέδειξε ότι, ένα φιλί σε ένα κορίτσι, ενάντια στη θέληση του συνοδευόμενο με εισηγήσεις συνουσίας ή συναφείς δραστηριότητες, αποτελεί άσεμνη επίθεση. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που μια γυναίκα, και προφανώς και ένας άντρας, αγκαλιάζει και χαϊδεύει ένα νεαρό κορίτσι με σκοπό την κοινή τους σεξουαλική ικανοποίηση, αν τούτα γίνονται χωρίς τη συγκατάθεση του κοριτσιού. Στρεφόμενος τώρα στις πρόνοιες του Άρθρου 176 του Ποινικού Κώδικα, η άσεμνη πράξη πρέπει να είναι τέτοια που να προσβάλλει τη δημόσια αιδώ (Θάσου Θωμά ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Επαρχου Λευκωσίας υπόθεση αρ. 948/96, Αναθεωρητική Δικαιοδοσία Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 4.12.1998. Φυσικά, το κατά πόσο ένας Κατηγορούμενος είχε πρόθεση να προσβάλει τη δημόσια αιδώ, είναι άσχετο, μιας και το ερώτημα που εγείρεται, είναι το κατά πόσο, με την πράξη του Κατηγορούμενου, ήταν δυνατό να προσβληθεί η δημόσια αιδώς, και όχι αν ο σκοπός του Κατηγορουμένου ήταν να επιφέρει ένα τέτοιο αποτέλεσμα (βλ. Charles Mitchell Livingston v. The Police
(1972)2 C.L.R. 93). Ως προς τη συμπερίληψη στις πρόνοιες του άρθρου 176 του Ποινικού Κώδικα της λέξης «δημόσια», σχετικές, κατά τη γνώμη μου, είναι οι πρόνοιες του ερμηνευτικού άρθρου 4 του εν λόγω Κώδικα. Όπως προκύπτει από το εν λόγω άρθρο, όταν πρόσωπο κατηγορείται ότι διέπραξε αδίκημα δημόσια ή σε δημόσιο χώρο, αυτό περιλαμβάνει (βλ. άρθρο 4(β)), πράξεις οι οποίες διενεργήθηκαν σε μη δημόσιο χώρο, με τρόπο ώστε να είναι πιθανόν να καταστούν ορατές από πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου μάρτυρα κατηγορίας, κρίνω ορθότερο να σημειώσω στο σημείο αυτό ότι, η αντεξέταση όλων των Μαρτύρων Κατηγορίας, ως επί το πλείστο, περιορίστηκε σε διευκρινιστικού αντί αντιπαραθετικού τύπου ερωτήσεις. Ξεκάθαρος στόχος των εν λόγω ερωτήσεων, ήταν η προώθηση της θέσης της Υπεράσπισης, ως τούτη με κάθε σαφήνεια προωθήθηκε σε όλα τα στάδια της δίκης από το συνήγορο Υπεράσπισης, ότι αν και τα όσα αποδίδονται στον Κατηγορούμενο από τις Παραπονούμενες (ΜΚ2 και ΜΚ4), δεν είναι υπό αμφισβήτηση, εν τούτοις τούτα, ήταν το αποτέλεσμα της συναινετικής συμπεριφοράς των Παραπονουμένων, οι οποίες με τη συμπεριφορά τους οδήγησαν τον Κατηγορούμενο στην αντίληψη ότι τα όσα τους έλεγε και ή έπραττε ήταν καλοδεχούμενα. Εξ ου και οι μόνες αντιπαραθετικού τύπου ερωτήσεις που τέθηκαν προς τις Μάρτυρες Κατηγορίας, μοναδικό σκοπό είχαν να πλήξουν και ή να αμφισβητήσουν ισχυρισμούς των εν λόγω μαρτύρων οι οποίοι αντιτίθεντο στη ρηθείσα γραμμή Υπεράσπισης, και δη, ισχυρισμούς τους περί του ότι ο Κατηγορούμενος θα έπρεπε να αντιληφθεί ότι δεν συναινούσαν στα όσα έλεγε και έπραττε. Αξιολόγηση μαρτυρίας Η ΜΚ1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Πρόκειται για την ανακρίτρια της υπόθεσης η οποία στην ουσία έλαβε, τόσο τις ανακριτικές καταθέσεις του Κατηγορούμενου (Τεκμήρια 1Α και 1Β), όσο και τις καταθέσεις των ΜΚ2, 3, 4 και
  1. Είναι δε η αστυφύλακας, που κατηγόρησε γραπτώς τον Κατηγορούμενο για τα όσα του αποδίδουν οι Παραπονούμενες (Τεκμήρια 2Α και 2Β). Κατά την αντεξέταση της, της τέθηκαν διευκρινιστικού αντί αντιπαραθετικού χαρακτήρα ερωτήσεις και όπως προκύπτει από τις διάφορες υποβολές που της έγιναν, μοναδικό παράπονο της Υπεράσπισης αναφορικά με τα όσα έπραξε η ΜΚ1, εστιάζεται στο γεγονός ότι η μάρτυρας, ως ανακρίτρια της υπόθεσης δεν έλαβε κατάθεση και από τον κύριο Σωτήρη Κολέττα (Διευθυντή τότε του Τμήματος Οδικών Μεταφορών) με τον οποίο συνομίλησαν η ΜΚ3 και η ΜΚ4 πριν την υποβολή οποιουδήποτε παραπόνου εναντίον του Κατηγορούμενου. Η μάρτυρας επί του προκειμένου, αποδεχόμενη προφανώς τη θέση που της τέθηκε, ανέφερε «Ναι, πιθανόν να έπρεπε να λάβω κατάθεση, όμως κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, εγώ ξαναεπαναλαμβάνω, έκρινα ότι δεν χρειαζόταν». Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι η ΜΚ1 είπε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια αναφορικά με τα γεγονότα που ήρθαν στην αντίληψη της. Εξάλλου, όπως σημείωσα ανωτέρω, ούτε η Υπεράσπιση προώθησε οποιαδήποτε θέση περί αναξιοπιστίας της. Τη μαρτυρία της την αποδέχομαι στο σύνολο της. Εκείνο που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι, ανέλαβε ως ανακρίτρια της υπόθεσης κατόπιν εντολής που της δόθηκε από τον προϊστάμενό της και ότι εντός του φακέλου, όταν τούτος ήρθε στην κατοχή της, υπήρχε ήδη καταχωρημένη επιστολή της ΜΚ3 προς τον κύριο Κολέττα, σχετική επιστολή του κυρίου Κολέττα προς Αρχηγό Αστυνομίας Κύπρου και σχετικό σημείωμα εκ μέρους του Αστυνομικού Διευθυντή Λευκωσίας προς τον υπεύθυνο του Αστυνομικού Σταθμού Λακατάμειας για διερεύνηση της καταγγελίας των ΜΚ3 και ΜΚ4 (όλα ως δέσμη, Τεκμήριο 3). Η ΜΚ2 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Ήταν ξεκάθαρη στις θέσεις της, απαντούσε με σαφήνεια και παραστατικότητα και παρά τις ικανότατης αντεξέτασης που έτυχε, η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της. Καθ' όλη τη διάρκεια που κατέθετε, απεκόμισα την εικόνα ότι επρόκειτο για ένα πρόσωπο το οποίο είπε στο Δικαστήριο τα γεγονότα όπως ακριβώς τα έζησε. Εκείνο δε που αβίαστα προκύπτει από τις ερωτήσεις και υποβολές που τέθηκαν στη μάρτυρα στο στάδιο της αντεξέτασής της, είναι ότι αυτό που στην ουσία αμφισβητείται από την Υπεράσπιση, δεν είναι το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος ενήργησε με τον τρόπο που του αποδίδει η ΜΚ2, αλλά το κατά πόσον οι εν λόγω ενέργειες του Κατηγορούμενου, ήταν το αποτέλεσμα της συναινετικής συμπεριφοράς της ΜΚ
  2. Τούτο εξάλλου αναφέρθηκε ρητά στις αγορεύσεις του συνηγόρου Υπεράσπισης στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, και στο τέλος της υπόθεσης. Η άριστη εντύπωση που μου δημιούργησε η εν λόγω μάρτυρας, με οδηγεί στην κρίση ότι στην περίπτωση που με την μαρτυρία της αποδεικνύονται τα συστατικά στοιχεία οποιουδήποτε αδικήματος αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, τότε, τούτη θα είναι αρκετή, έχοντας προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό μου για τους κινδύνους που ελλοχεύουν σε μια τέτοια περίπτωση, για να βασιστεί επ' αυτής και μόνο, εύρημα ενοχής του Κατηγορούμενου χωρίς, να είναι ανάγκη να ενισχύεται καθ' οιονδήποτε τρόπο η μαρτυρία της από άλλη μαρτυρία. Σύμφωνα με τη ΜΚ2, κατά το έτος 2004, κατόπιν σχετικής σύστασης που έγινε προς την οικογένεια της από τη ΜΚ5, ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να της παραδώσει μαθήματα οδήγησης ώστε να καταφέρει να αποκτήσει σχετικό δίπλωμα οδήγησης. Από την πρώτη κιόλας στιγμή που άρχισαν τα μαθήματα, ο Κατηγορούμενος απευθυνόταν σ' αυτήν με σεξουαλικά υπονοούμενα. Τούτα στην ουσία αφορούσαν ερωτήσεις του Κατηγορούμενου προς την ίδια αναφορικά με το κατά πόσο διατηρούσε οποιοδήποτε δεσμό και αν με τον εν λόγω δεσμό της έχει ολοκληρωμένες σχέσεις. Επιπρόσθετα, ο Κατηγορούμενος, στα πλαίσια των μαθημάτων οδήγησης, ανέφερε προς τη ΜΚ2 ισχυριζόμενα γεγονότα που αφορούσαν προσωπικά του θέματα, όπως ότι ο ίδιος απατούσε τη γυναίκα του για αρκετά χρόνια και ότι κάποιες από τις κοπέλες με τις οποίες διατηρούσε εξωσυζυγικές σχέσεις ήταν μαθήτριες του. Προχωρούσε ακόμα στο να περιγράψει στη ΜΚ2 με λεπτομέρεια τα όσα σεξουαλικά ο ίδιος έπραττε μαζί με τις εν λόγω σχέσεις του. Ακόμα, μέρος των διαφόρων αναφορών του Κατηγορούμενου, πάντοτε κατά τη διάρκεια των μαθημάτων οδήγησης, προς τη ΜΚ2, ήταν και ο ισχυρισμός του ότι έτυχε οι κόρες του να βρίσκονται στο σπίτι του μαζί με τους δεσμούς τους και να συνουσιάζονται μετά σχετικών θορύβων και ή ιαχών, σχολιάζοντας ακόμα ότι δεν τον ενοχλούσε το εν λόγω γεγονός. Τα πιο πάνω αποτελούσαν τα θέματα σχολιασμού του Κατηγορούμενου προς τη ΜΚ2 καθ' όλη τη διάρκεια των δύο μηνών που κράτησαν τα μαθήματα οδήγησης μέχρι που έλαβε χώρα ένα συγκεκριμένο περιστατικό, σύμφωνα πάντα με τη ΜΚ2, το οποίο οδήγησε στην απόφαση της να τερματίσει τις υπηρεσίες του Κατηγορουμένου. Όπως ανέφερε η ΜΚ2, κάποια μέρα, καθώς οδηγούσε το εκπαιδευτικό όχημα, ο Κατηγορούμενος της ανέφερε ότι θα πήγαιναν σε συγκεκριμένο σημείο ώστε να της δείξει το διαμέρισμα του. Η ίδια, θεώρησε ότι αυτό που εννοούσε ο Κατηγορούμενος ήταν ότι απλά θα οδηγούσαν το εκπαιδευτικό όχημα μπροστά από το κτίριο και απλά θα της υποδείκνυε πού βρισκόταν τούτο. Όταν έφτασαν σε ένα συγκεκριμένο σημείο, το οποίο, σύμφωνα πάντα με τη ΜΚ2, βρισκόταν εντός της επαρχίας Λευκωσίας σε μια περιοχή η οποία δεν ήταν μακριά από το κολλέγιο με την επωνυμία «lntercollege», στο οποίο, το δεδομένο χρόνο, φοιτούσε η ΜΚ2, ο Κατηγορούμενος της ζήτησε να σταθμεύσει το όχημα μπροστά από μια πολυκατοικία. Εκεί της ανέφερε ότι επιθυμούσε να επισκεφθεί το διαμέρισμα του για να πάρει κάτι το οποίο είχε ξεχάσει και ζήτησε από αυτήν όπως μεταβούν μαζί στο διαμέρισμα του. Η ίδια τον ακολούθησε και μέσω του κλιμακοστασίου ανέβηκαν στο 2° όροφο που ήταν το διαμέρισμα. Ο Κατηγορούμενος ξεκλείδωσε την πόρτα ενός διαμερίσματος και τότε αμφότεροι εισήλθαν μέσα. Τότε ο Κατηγορούμενος της υπέδειξε κάποιες κάρτες που ήταν τοποθετημένες στη θύρα του ψυγείου του διαμερίσματος, τις οποίες του είχαν στείλει, όπως της είπε, διάφορες κοπέλες «φιλενάδες» του. Εκείνη τη στιγμή, η ΜΚ2, πρόσεξε ότι επρόκειτο για ένα πολύ μικρό διαμέρισμα. Πρόσεξε επίσης ότι, υπήρχε μια μικρή κουζίνα, το ψυγείο και σε πολύ μικρή απόσταση βρισκόταν και ένα κρεβάτι. Αυτή είναι και η στιγμή, που σύμφωνα με τη ΜΚ2, άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι, συνεπεία της αφέλειας της, βρέθηκε μέσα σε ένα διαμέρισμα μαζί με τον Κατηγορούμενο υπό συνθήκες που δεν ήταν επιθυμητές από την ίδια. Οι σκέψεις της, ως προς το ενδεχόμενο λάθος της να κατεβεί από το εκπαιδευτικό όχημα και να ακολουθήσει τον Κατηγορούμενο στο συγκεκριμένο διαμέρισμα, επιβεβαιώθηκαν, όταν αμέσως μετά, ο Κατηγορούμενος απευθυνόμενος προς την ίδια και υποδεικνύοντας της ένα συγκεκριμένο τραπεζάκι που βρισκόταν δίπλα από το κρεβάτι του διαμερίσματος, της ανέφερε ότι, εκεί τοποθετούσε τα περιοδικά του («πορνοπεριοδικά») και τα προφυλακτικά του. Αμέσως, άμα το άκουσμα της εν λόγω αναφοράς του Κατηγορούμενου, η ΜΚ2 έκανε χαρακτηριστική κίνηση για να κατευθυνθεί προς τη θύρα εισόδου του διαμερίσματος, λέγοντας ταυτόχρονα στον Κατηγορούμενο ότι επιθυμούσε να φύγουν από το διαμέρισμα του. Τότε, ο Κατηγορούμενος κατευθύνθηκε προς το μέρος της και με το χέρι του «χούφτωσε» τα οπίσθια της. Αυτή αντέδρασε δια της εκ νέου σαφέστατης κινήσεως της προς την κυρίως είσοδο του διαμερίσματος, και τότε ο Κατηγορούμενος έβαλε το χέρι του μέσα από το τζιν παντελόνι και το εσώρουχο, που φορούσε τη δεδομένη στιγμή η ΜΚ2 και με το χέρι του τη χάιδεψε στα οπίσθια. Συνεπεία της εν λόγω ενέργειας του Κατηγορούμενου, η ίδια ένιωσε ένα πολύ παράξενο και περίεργο συναίσθημα, πανικοβλήθηκε, φοβήθηκε, και το μόνο που επιθυμούσε τη δεδομένη στιγμή ήταν να φύγει από το σημείο στο οποίο βρισκόταν. Κατά την εκ νέου κίνηση της προς την πόρτα εισόδου του διαμερίσματος, πρόσεξε ότι τούτη ήταν κλειδωμένη και το κλειδί βρισκόταν στην κλειδαριά εσωτερικά της πόρτας. Η αδράνεια που προκλήθηκε στην κίνηση της, συνεπεία της αντίληψης της περί του ότι η πόρτα ήταν κλειδωμένη, έδωσε την ευκαιρία στον Κατηγορούμενο, ο οποίος είχε στο μεταξύ απομακρύνει το χέρι του από τα οπίσθια της ΜΚ2, να βάλει εκ νέου το χέρι του εντός του παντελονιού της και του εσωρούχου της και με το χέρι να χαϊδέψει εκ νέου τα οπίσθια της μάρτυρος. Αυτή πάλι αντέδρασε, ζητώντας επίμονα από τον Κατηγορούμενο όπως φύγουν από το διαμέρισμα, με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να σταματήσει την εν λόγω ενέργεια του, να ξεκλειδώσει την πόρτα και να εξέλθουν του διαμερίσματος. Έπειτα, η ΜΚ2 εισήλθε στη θέση του οδηγού του εκπαιδευτικού οχήματος, και ο Κατηγορούμενος, στη θέση του συνοδηγού. Η ΜΚ2 οδήγησε το όχημα σε μια κοντινή απόσταση και δη μέχρι το κολλέγιο στο οποίο φοιτούσε τη δεδομένη στιγμή, όπου εξήλθε του εκπαιδευτικού οχήματος και κατευθύνθηκε προς το κολλέγιο. Η ΜΚ2, μετά πάροδο κάποιου χρονικού διαστήματος υπέστη, όπως η ίδια το χαρακτήρισε, κρίση πανικού συνεπεία των όσων έζησε εντός του διαμερίσματος μαζί με τον Κατηγορούμενο. Άμεσα ανάφερε τα συμβάντα στην καλύτερη της φίλη Κωνσταντίνο και έπειτα, αφού ειδοποίησε σχετικά τη μητέρα της, η τελευταία ήρθε μαζί με τον αδελφό της και την παρέλαβαν από το κολλέγιο και μετέβησαν στο Απολλώνειο Νοσοκομείο. Αφού προφανώς έτυχε της απαραίτητης εξέτασης, επέστρεψαν στο σπίτι τους, και οι γονείς της, κάλεσαν τον Κατηγορούμενο να τους επισκεφθεί, πράγμα το οποίο ο τελευταίος έπραξε. Κατά τη συνάντηση που είχαν με τον Κατηγορούμενο, ενημέρωσαν τούτο για τις καταγγελίες της ΜΚ
  3. Το θέμα της καταγγελίας ή μη του Κατηγορουμένου στην αστυνομία, αφέθηκε, από τους γονείς της ΜΚ2 στην ίδια να το αποφασίσει. Η ίδια, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στο Δικαστήριο, επειδή δεν ήταν έτοιμη να αποδεχτεί τα όσα της συνέβηκαν, ανάφερε στους γονείς της ότι δεν ήταν έτοιμη τη δεδομένη στιγμή να καταγγείλει την υπόθεση στην αστυνομία με αποτέλεσμα, αφού πρώτα πλήρωσαν τον Κατηγορούμενο τα οφειλόμενα τους για τα μέχρι τότε διενεργηθέντα μαθήματα οδήγησης, ο τελευταίος αποχώρησε από την οικία της ΜΚ
  4. Η ΜΚ2 συνέχισε να παρακολουθεί μαθήματα οδήγησης με άλλο δάσκαλο. Μετά πάροδο 6 ετών, περίπου, την επισκέφθηκε η ΜΚ4 (γνωστή της), η οποία τη ρώτησε, μεταξύ άλλων, κατά πόσο στα πλαίσια της παράδοσης των μαθημάτων οδήγησης από τον Κατηγορούμενο, ο τελευταίος την παρενόχλησε σεξουαλικά. Τότε, η ΜΚ2 ανέφερε στη ΜΚ4 την εμπειρία που είχε από τον Κατηγορούμενο, καθώς επίσης και ότι πρόθεση της ήταν, παρά την πάροδο τόσων ετών, να καταγγείλει και αυτή τον Κατηγορούμενο στην αστυνομία. Κάποιες μέρες μετά, λήφθηκε από την Αστυνομία, η κατάθεση της ΜΚ2, (Έγγραφο Β). Η ΜΚ2 εξήγησε με κάθε σαφήνεια και πειστικότητα τους λόγους για τους οποίους δεν αντέδρασε κατά τη διάρκεια των δύο μηνών που γίνοντο τα μαθήματα στις οποιεσδήποτε προκλητικές και σεξουαλικού περιεχομένου αναφορές του Κατηγορούμενου. Ήταν ακριβώς η θέση της ότι, λόγω του μικρού της ηλικίας της (18 ετών τότε), της έλλειψης εμπειριών, του τρόπου ανάθρεψης και της αφέλειας που τη χαρακτήριζε, δεν αντελήφθηκε τις προθέσεις του Κατηγορούμενου όταν ο τελευταίος, κατά τη διάρκεια των μαθημάτων οδήγησης, της μιλούσε με σεξουαλικά υπονοούμενα και ή γενικά για σεξουαλικά θέματα. Θεώρησε ότι ο Κατηγορούμενος θα περιοριζόταν απλά σε αναφορές και δεν συνέδεσε τη συμπεριφορά του με ενδεχόμενη πρόθεση του να επιχειρήσει να δημιουργήσει σεξουαλική σχέση μαζί της. Η πρώτη φορά που αντελήφθηκε ότι ενδεχομένως με τη συμπεριφορά της και ιδιαίτερα λόγω της αφέλειας της, να βρέθηκε σε επικίνδυνη κατάσταση, ήταν όταν εισήλθαν στο διαμέρισμα και ένιωσε μια αμηχανία με αποτέλεσμα ακριβώς να στρέψει την προσοχή της προς το ψυγείο και να βλέπει αμήχανα προς την εν λόγω κατεύθυνση. Άμα το άκουσμα δε της αναφοράς του Κατηγορούμενου περί πορνοπεριοδικών και προφυλακτικών, αντελήφθηκε πλήρως, για πρώτη φορά, τις προθέσεις του Κατηγορούμενου και γι' αυτό το λόγο ζήτησε άμεσα και με ξεκάθαρο τρόπο από τον Κατηγορούμενο να φύγουν από το διαμέρισμα. Σημειώνεται στο στάδιο αυτό ότι, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου δεν προκύπτει οποιονδήποτε αλλότριο κίνητρο για την καταγγελία του Κατηγορούμενου από τη ΜΚ
  5. Ούτε και τέθηκε, είτε υπό μορφή υποβολής, είτε άλλως πως, από το συνήγορο υπεράσπισης μια τέτοια θέση. Ούτε θεωρώ ότι είναι δυνατό να επηρεαστεί η κρίση μου ως προς την αξιοπιστία της ΜΚ2, από το γεγονός ότι μετά της αποχώρησης τους από το διαμέρισμα, η μάρτυρας εισήλθε εκ νέου στο εκπαιδευτικό όχημα και οδήγησε τούτο μέχρι το κολλέγιο στο οποίο φοιτούσε. Όπως ακριβώς εξήγησε η ΜΚ2, αν και έδειξε με ξεκάθαρο τρόπο την αντίθεση της και την ανυπαρξία συναίνεσης εκ μέρους της στις ενέργειες του Κατηγορούμενου, ως τούτες έλαβαν χώρα εντός του διαμερίσματος, εν τούτοις, η πλήρης αντίληψη των γεγονότων και η διαμόρφωση πρόθεσης να μοιραστεί τα όσα της συνέβησαν με κάποιον τρίτο, έλαβε χώρα μετά που η ίδια μετέβη στο κολλέγιο στο οποίο φοιτούσε. Εξάλλου, ο ισχυρισμός της ΜΚ2 ότι, ο λόγος που εγκατέλειψαν το διαμέρισμα ήταν η συμπεριφορά που επέδειξε ο Κατηγορούμενος, δεν τέθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο εν αμφιβάλω από το συνήγορο υπεράσπισης. Αυτό που στην ουσία προωθήθηκε ως γραμμή Υπεράσπισης, κατά την αντεξέταση της μάρτυρος, ως προς το συγκεκριμένο θέμα, ήταν ότι, μέχρι και τη στιγμή που ο Κατηγορούμενος, διά των πράξεων και χειρονομιών του πλέον, εκδήλωσε την πρόθεση του να προχωρήσει τη σχέση του με τη ΜΚ2 περαιτέρω, ενεργούσε υπό την αντίληψη ότι η ΜΚ2 τον έβλεπε ερωτικά και ότι, μόλις αντελήφθηκε, διά της σαφούς αντίδρασης της ΜΚ2, ότι οι πράξεις του δεν ήταν αποδεχτές από αυτή, άμεσα εγκατέλειψε την προσπάθεια του, άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος και αποχώρησαν και οι δύο από το σημείο. Τη μαρτυρία της ΜΚ2, την αποδέχομαι στο σύνολο της. Η ΜΚ3 μου έκανε επίσης πάρα πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Και αυτής της μάρτυρος η αντεξέταση περιορίστηκε σε ερωτήσεις διευκρινιστικού αντί αντιπαραθετικού χαρακτήρα. Ήταν και σε αυτήν τη μάρτυρα έκδηλη η προσπάθεια του συνηγόρου Υπεράσπισης να προωθήσει με τις διάφορες θέσεις που της υπέβαλλε ή με τις ερωτήσεις που έθετε, την θέση της Υπεράσπισης ότι ο Κατηγορούμενος, συνεπεία των αντιδράσεων και εν γένει της συμπεριφοράς της ΜΚ4 (κόρη της ΜΚ3), θεώρησε ότι η ΜΚ4 συναινούσε στις σεξουαλικού περιεχομένου εκφράσεις και ενέργειες του. Εν πάση περιπτώσει, η συγκεκριμένη μάρτυρας ήταν σταθερότατη στις θέσεις της και σε καμιά περίπτωση δεν προώθησε οποιουσδήποτε αντιφατικούς ισχυρισμούς. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι είπε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια αναφορικά με τα γεγονότα που ήρθαν στη γνώση της. Εξάλλου, το ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας της, αφορά στα όσα η ΜΚ4 της ανέφερε, σχετικά με τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου. Σύμφωνα ακριβώς με τη ΜΚ3, μια Κυριακή εντός του μηνός Οκτωβρίου 2010, συναντήθηκε με την κόρη της (ΜΚ4) και την αδελφότεκνη της (ΜΚ5), όπου η ΜΚ4 της ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος, κατά την παράδοση των μαθημάτων οδήγησης την παρενοχλούσε σεξουαλικά. Κατόπιν της σχετικής ενημέρωσης που της έγινε, η ίδια έκρινε ορθότερο όπως υποβληθεί παράπονο προς τον προϊστάμενο του Τμήματος Οδικών Μεταφορών, ώστε να προστατευθούν νεαρές κοπέλες οι οποίες στο μέλλον θα ζητούσαν τις υπηρεσίες του κατηγορούμενου. Ως εκ τούτου, είχε συνάντηση με τον κύριο Σωτήρη Κολέττα, Διευθυντή τότε του Τμήματος Οδικών Μεταφορών, όπου και κατέγγειλαν, μαζί με τη ΜΚ4, τον κατηγορούμενο. Έπειτα απέστειλαν και σχετική επιστολή προς το εν λόγω πρόσωπο (βλ. Τεκμήριο 3). Όπως ανέφερε η ΜΚ3, ο λόγος που δεν κατάγγειλαν άμεσα τον κατηγορούμενο στην Αστυνομία, ήταν γιατί ο κύριος Κολέττας τους είχε διαβεβαιώσει ότι θα απέστελλε ο ίδιος προς την Αστυνομία σχετική επιστολή και ότι με τον τρόπο αυτό η Αστυνομία θα ξεκινούσε αυτεπάγγελτα τη διερεύνηση της υπόθεσης. Τη μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος την αποδέχομαι στο σύνολο της. Δράττομαι όμως της ευκαιρίας, με γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές που άπτονται του θέματος του πρώτου παραπόνου, να σημειώσω ότι η μαρτυρία της ΜΚ3 δεν μπορεί να θεωρηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο ως ενισχυτική μαρτυρία της μαρτυρίας της ΜΚ4, ως δηλαδή πρώτο παράπονο με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 10 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφαλαίου 9 και τούτο γιατί η οποιαδήποτε αναφορά της ΜΚ4 προς τη ΜΚ3, λαμβάνει χώρα τρεις ολόκληρες μέρες μετά την τελευταία ισχυριζόμενη σεξουαλική παρενόχληση της από τον Κατηγορούμενο και γιατί, με τα όσα σχετικά ανέφερε η ΜΚ3, δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα απαραίτητα γεγονότα και στοιχεία (π.χ. επακριβείς αναφορές της ΜΚ4 προς την ΜΚ3, και ψυχολογική κατάσταση και γενικά εικόνα που παρουσίαζε η ΜΚ4 όταν συνομιλούσε με την ΜΚ3), ώστε ακριβώς να είναι ασφαλές για το Δικαστήριο να θεωρήσει την μαρτυρία της ΜΚ3 ως ενισχυτική της μαρτυρίας της ΜΚ4 (βλ. Aleksej Meterin v. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 120). Και η ΜΚ4 μου έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι τα όσα περιέγραψε ότι έζησε στον ενάμιση περίπου μήνα που της γίνοντο μαθήματα οδήγησης από τον κατηγορούμενο, αποτελούν πραγματικά γεγονότα. Η εν λόγω μάρτυρας, κατάθεσε με πάσα ειλικρίνεια, σε βαθμό που προώθησε και ισχυρισμούς, εν γνώση της ότι τούτοι θα αποτελέσουν τη βάση για επιχειρηματολογία από πλευράς Υπεράσπισης ότι η ίδια στην ουσία συναινούσε στις πράξεις και λόγια του Κατηγορούμενου. Ενδεικτικό της ειλικρίνειας της, ήταν και η αποδοχή από πλευράς της, τουλάχιστον σε πέντε διαφορετικές περιπτώσεις, της θέσης που της τέθηκε από την Υπεράσπιση ότι, συνεπεία της έλλειψης από πλευράς της οποιασδήποτε αρνητικής αντίδρασης στα όσα της ανέφερε ή έπραττε ο κατηγορούμενος, ο τελευταίος ενδεχομένως να απεκόμισε την εντύπωση ότι, η συμπεριφορά του γενικότερα ήταν καλοδεχούμενη από αυτήν και με γνώμονα αυτό, να συνέχιζε, σε κάθε μάθημα, να προσπαθεί να προωθήσει την επιδίωξη του η οποία ήταν να έχει σεξουαλικού τύπου περιπτύξεις μαζί της. Δεν παραγνωρίζω ότι, επί του συγκεκριμένου σημείου, η μαρτυρία της παρουσιάζει κάποιες αντιφάσεις. Είμαι της γνώμης όμως ότι τούτες είναι επουσιώδεις και δεν κλονίζουν καθ' οιονδήποτε τρόπο την αξιοπιστία της. Εν πάση δε περιπτώσει, τούτες αφορούν στο μέρος της μαρτυρίας της που σχετίζεται με το κατά πόσο η ίδια αντέδρασε αρνητικά, με σαφή τρόπο στις διάφορες αναφορές και/ή πράξεις του Κατηγορούμενου πριν το τελευταίο μάθημα οδήγησης. Η εντέλει όμως σαφέστατη, τελική, σχετική θέση της μάρτυρος περί του ότι δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο ο Κατηγορούμενος, μέχρι και το τελευταίο μάθημα οδήγησης, να ήταν με τη λανθασμένη εντύπωση ότι η ίδια συναινούσε στις προγενέστερες αναφορές και πράξεις του, δεικνύουν το εντελώς επουσιώδες των αντιφατικών ισχυρισμών της που προηγήθηκαν και το ειλικρινές της μαρτυρίας της. Ως προς την ουσία της υπόθεσης και δη γενικά του τρόπου με τον όποιο συμπεριφέρθηκε ο Κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια των μαθημάτων οδήγησης που παρέδωσε στη ΜΚ4, δεν έχω καμιά απολύτως αμφιβολία ότι τα όσα ανέφερε η ΜΚ4 είναι αληθή. Η εν λόγω μάρτυρας, ήταν τόσο ειλικρινής και παραστατική, σε βαθμό που κατάφερε να δημιουργήσει στο Δικαστήριο εικόνα των όσων περιέγραφε. Τόσο καλή εντύπωση μου δημιούργησε η εν λόγω μάρτυρας, που στην περίπτωση που με την μαρτυρία της αποδεικνύονται τα συστατικά στοιχεία οποιουδήποτε αδικήματος αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, είμαι έτοιμος, έχοντας προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό μου για τους κινδύνους που ελλοχεύουν σε μια τέτοια περίπτωση, να βασίσω εύρημα ενοχής του Κατηγορούμενου επί τη μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος και μόνον και δη χωρίς τούτη, να ενισχύεται καθ' οιονδήποτε τρόπο από άλλη μαρτυρία. Σύμφωνα με τη ΜΚ4, κατόπιν σχετικής σύστασης που έγινε στην οικογένεια της από τη ΜΚ5 (εξαδέλφη της και πρώην μαθήτρια του Κατηγορούμενου), περί το Σεπτέμβρη του 2010 ξεκίνησε να παρακολουθεί μαθήματα οδήγησης από τον Κατηγορούμενο. Την πρώτη εβδομάδα των μαθημάτων, τα πράγματα κύλησαν ομαλά, χωρίς κανένα πρόβλημα. Από τη δεύτερη εβδομάδα, ο Κατηγορούμενος άρχισε να της μιλά με σεξουαλικά υπονοούμενα, ενώ λίγες μέρες αργότερα και με ξεκάθαρες σεξουαλικής φύσεως προτάσεις. Με τα όσα αποδίδει η ΜΚ4 στον Κατηγορούμενο, στην ουσία ισχυρίζεται ότι ο τελευταίος εκμεταλλεύετο συγκεκριμένες διαλογικές τους συζητήσεις, για να προβεί σε λογοπαίγνια με σεξουαλικά υπονοούμενα. Εάν και η ίδια αντιλαμβάνετο τις σεξουαλικές προθέσεις του Κατηγορούμενου, θεώρησε ότι τούτες θα ττεριορίζοντο μόνο σε λεκτικές αναφορές του και με δεδομένη την αφέλεια και έλλειψη εμπειριών, λόγω του μικρού της ηλικίας της (τότε ήταν 18 ετών), έκρινε ότι μπορούσε να αντιμετωπίσει το όλο ζήτημα χωρίς την παρέμβαση οποιωνδήποτε τρίτων. Η ίδια ουδέποτε απάντησε σε οποιεσδήποτε από τις εν λόγω αναφορές του Κατηγορούμενου, πλην των περιπτώσεων που αναφέρει ρητά στην κατάθεση της στην Αστυνομία (Έγγραφο Δ). Ακόμα και στις περιπτώσεις που απάντησε σε κάποιες εκ των αναφορών του Κατηγορούμενου, οι εν λόγω απαντήσεις της, όπως δέχθηκε και η ίδια, δεν ήταν σαφείς και αντικατοπτρίζουσες των προθέσεων της τη δεδομένη στιγμή, που ήταν, απέχθεια για τον Κατηγορούμενο, θυμός και πλήρης ανυπαρξία συναίνεσης της στα όσα της ανέφερε ο τελευταίος. Σε κάποιο στάδιο, κάποιες μέρες αργότερα, ο Κατηγορούμενος άρχισε πλέον να της κάνει ξεκάθαρες ανήθικες προτάσεις όπως, μεταξύ άλλων, και να της εκφράζει ρητά την πρόθεση του να «κάνει σεξ» μαζί της. Η ίδια, και πάλι θεωρώντας ότι το όλο ζήτημα θα περιορίζετο σε λεκτικές αναφορές του Κατηγορούμενου, δεν απαντούσε στον Κατηγορούμενο ή απαντούσε με τρόπο που τη δεδομένη στιγμή θεωρούσε λογικό υπό τις περιστάσεις, πλην όμως αποδεχόμενη ότι οποιεσδήποτε αντιδράσεις της δεν εξέφραζαν τα όσα πραγματικά ένιωθε τη δεδομένη στιγμή. Στο τελευταίο μάθημα οδήγησης που είχε με τον Κατηγορούμενο, ημέρα Πέμπτη, ο Κατηγορούμενος δεν της μιλούσε. Σε κάποια όμως στιγμή της ανάφερε τα ακόλουθα: «Εν τζιαι να κάτσουμε να συζητούμε εάν θα σε γαμήσω ρε Ελίζα. Γιατί δεν καταλαβαίνεις ότι ο Θεός έφερε μας μαζί για να γαμηθούμε;» Ακόμα, της ανάφερε: «Νιώθω ηλεκτρισμό μαζί σου». Τότε πήρε το χέρι της στο χέρι του και το τοποθέτησε στο σημείο των γεννητικών του οργάνων (εκτός ρούχων). Όπως ανέφερε η ΜΚ4, άμεσα αντιλήφθηκε ότι το πέος του Κατηγορούμενου ήταν σε στύση και τη δεδομένη στιγμή, ενώ αυτή συνέχισε να αγγίζει στο συγκεκριμένο σημείο, ο Κατηγορούμενος της ανάφερε: «Είδες; Μόνο που σε βλέπω καβλώνω. Εάν δεν σε γλείψω δύο φορές και να χύσεις, να πω ότι εν είμαι καλός τζιαι να σταματήσω». Η ίδια δεν απάντησε τίποτε στον Κατηγορούμενο και τράβηξε το χέρι της μακριά από το σημείο που βρισκόταν. Έπειτα, του ανέφερε «ο Θεός μας έφερε μαζί για να κάνουμε μάθημα». Το μάθημα συνεχίστηκε και σε κάποια φάση ο Κατηγορούμενος σήκωσε την μπλούζα της προς τα πάνω και της ανάφερε: «Έτσι κοιλιά θέλω να τη γλείψω». Η ΜΚ4 έσπρωξε την μπλούζα της προς τα κάτω και ο Κατηγορούμενος τη ρώτησε κατά πόσο είχε γυμνές φωτογραφίες για να του στείλει. Η ίδια και πάλι δεν απάντησε. Σε κάποιο άλλο σημείο, και πάντα στα πλαίσια του ρηθέντος μαθήματος οδήγησης, η ΜΚ4 προσπαθούσε να κατευθύνει το όχημα με πισινή πορεία. Καθώς η ΜΚ4 ενεργούσε με αυτόν τον τρόπο, ο Κατηγορούμενος άρχισε να τη χαϊδεύει στο στήθος έχοντας τα χέρια του έξω από τα ρούχα που φορούσε η μάρτυρας. Σε κάποια στιγμή ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να βάλει το χέρι του μέσα στην μπλούζα που φορούσε με σκοπό να πιάσει το στήθος της και τότε η μάρτυρας τον απώθησε με σαφή κίνηση του χεριού της. Αμέσως ο Κατηγορούμενος σταμάτησε την προσπάθεια του και κατεύθυνε το χέρι του επίμονα μέσα στο παντελόνι της μάρτυρος και ζητούσε από αυτήν να του δείξει τα γεννητικά της όργανα. Η ίδια τον εμπόδισε να προχωρήσει το χέρι του εντός του εσώρουχου της και δεν δέχτηκε να του δείξει τα γεννητικά της όργανα. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στο Δικαστήριο: «Έπιασα με το σιέρι μου το σιέρι του τζιαι έφευκα το, κάθε φορά που προσπαθούσε». Έπειτα από αυτό το συμβάν, το μάθημα περατώθηκε και αυτό ήταν το τελευταίο μάθημα που έκανε με τον Κατηγορούμενο. Συνεπεία των όσων έζησε με τον Κατηγορούμενο εντός του εκπαιδευτικού οχήματος, η ΜΚ4 ένιωσε «φόβο», «θυμό» εγκλωβισμό και «αίσχος» για τον Κατηγορούμενο και αποφάσισε να αναφέρει τα όσα συνέβησαν καθ' όλη τη διάρκεια των ενάμιση περίπου μηνών που διήρκησαν τα μαθήματα, στην εξαδέλφη της (ΜΚ5), η οποία ήταν και το πρόσωπο που της σύστησε τον Κατηγορούμενο για να της παραδώσει τα μαθήματα καθώς επίσης και πρόσωπο με το οποίο διατηρούσε πολύ στενές σχέσεις. Σύμφωνα πάντα με τη ΜΚ4, το τελευταίο μάθημα οδήγησης με τον Κατηγορούμενο έλαβε χώρα ημέρα Πέμπτη. Το Σάββατο που ακολούθησε του εν λόγω μαθήματος οδήγησης, συναντήθηκε με τη ΜΚ5 όπου και της ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος την παρενοχλούσε σεξουαλικά κατά τη διάρκεια των μαθημάτων οδήγησης. Η ΜΚ4 και η ΜΚ5, σύμφωνα πάντα με τη ΜΚ4, διευθέτησαν να μιλήσουν με τη ΜΚ3 (μητέρα της ΜΚ4) έτσι ώστε να γνωρίζει και αυτή τα όσα συνέβησαν, μεταξύ Κατηγορούμενου και ΜΚ4, κατά τη διάρκεια των μαθημάτων οδήγησης. Κατόπιν τούτου, την Κυριακή και δη την επομένη, συνομίλησαν (η ίδια και η ΜΚ5) με τη ΜΚ3 και εκεί η ΜΚ4 ανάφερε προς τη μητέρα της τα παράπονα της εναντίον του Κατηγορούμενου. Όπως ανέφερε η ΜΚ4, ο λόγος που δεν ανάφερε από την πρώτη στιγμή, είτε στη μητέρα της, είτε προς οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο τα όσα της συνέβησαν από τον Κατηγορούμενο, ήταν γιατί ήταν η πρώτη φορά που βρισκόταν αντιμέτωπη με μια τέτοια συμπεριφορά και δεν ήξερε πώς να αντιδράσει. Την 1η Δεκεμβρίου 2010 κλήθηκε από την Αστυνομία για να δώσει κατάθεση (Έγγραφο Δ(i)). Μετά τη λήψη της κατάθεσης της, θεώρησε ορθό να επικοινωνήσει με τη ΜΚ2, για την οποία γνώριζε ότι στο παρελθόν διετέλεσε και αυτή μαθήτρια του Κατηγορούμενου. Αφού επισκέφθηκε τη ΜΚ2 στο σπίτι της, τη ρώτησε κατά πόσο η ίδια ήταν θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης από τον Κατηγορούμενο όταν ο τελευταίος της παρέδιδε, προ εξαετίας, μαθήματα οδήγησης. Η ΜΚ2, της ανέφερε ότι όντως ήταν και αυτή θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης από τον Κατηγορούμενο. Κατόπιν της εν λόγω αναφοράς της ΜΚ2, την επομένη και δη στις 2.12.2010, επισκέφθηκε εκ νέου τον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμειας και ζήτησε και της λήφθηκε συμπληρωματική κατάθεση, στα πλαίσια της οποίας, ανέφερε προς την Αστυνομία τον ισχυρισμό της ΜΚ2 ότι, προ εξαετίας δέχθηκε (η ΜΚ2) σεξουαλική παρενόχληση από τον Κατηγορούμενο εν ώρα μαθημάτων οδήγησης. Αξίζει ακόμα να σημειωθεί ότι, με τα όσα τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου, ελλείπει οποιοσδήποτε ισχυρισμός ή έστω ακόμα θέση της Υπεράσπισης που να δημιουργεί την εντύπωση στο Δικαστήριο ότι η ΜΚ4 είχε οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο για να καταγγείλει τον Κατηγορούμενο. Ούτε τέθηκε, έστω με μορφή υποβολής, μια τέτοια θέση. Ήταν ξεκάθαρο, καθ' όλη τη διάρκεια που αντεξετάζετο η συγκεκριμένη μάρτυρας, ότι αυτό που προωθείτο από την Υπεράσπιση, ήταν ότι ο Κατηγορούμενος ενήργησε όπως του αποδίδει η μάρτυρας, πλην όμως έχοντας την πεπλανημένη, αλλά δικαιολογημένη υπό τας περιστάσεις αντίληψη ότι, η ΜΚ4 συναινούσε στις ενέργειες του. Τούτο εξάλλου προκύπτει και από τις σχετικές υποβολές του κυρίου Τριανταφυλλίδη προς την εν λόγω μάρτυρα. Το σχετικό μέρος της μαρτυρίας της ΜΚ4 παρατίθεται ευθύς αμέσως αυτούσιο: «Ε. Σου υποβάλλω ότι η μαρτυρία από την αρχή μέχρι το τέλος είναι ένα ασύστολο ψέμα. Α. Άποψη σας. Ε. Και σου υποβάλλω ότι η συμπεριφορά σου είναι τέτοια που εδώ σαφέστατα δώσατε την εντύπωση στον κατηγορούμενο ό,τι γινόταν κατ' εσένα ήτο καλοδεχούμενο; Α. Άποψη σας. Δεν συμφωνώ. Ε. Και σου υποβάλλω ότι εάν δεν ήταν καλοδεχούμενο από εσένα ήταν πολύ λογικό από τον κατηγορούμενο ότι μπορούσε να είναι καλοδεχούμενο; Α. Δεν μπορούσα να γνωρίζω τι σκεφτόταν. Ε. Καμία άλλη ερώτηση.» Τη μαρτυρία της ΜΚ4 την αποδέχομαι στο σύνολο της. Και η ΜΚ5 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Και σε αυτήν τη μάρτυρα, ως σημειώθηκε και ανωτέρω, οι ερωτήσεις που της τέθηκαν στο στάδιο της αντεξέτασης από τον συνήγορο Υπεράσπισης, ήταν έκδηλα διευκρινιστικού αντί αντιπαραθετικού τύπου. Ούτε η Υπεράσπιση προωθεί οποιαδήποτε εισήγηση περί αναξιοπιστίας της μάρτυρος. Εν πάση όμως περιπτώσει, η όλη εικόνα της κατά το στάδιο που τούτη κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, ήταν η εικόνα μιας ειλικρινούς μάρτυρος η οποία κατέθετε τα όσα πραγματικά γνώριζε για την υπό εκδίκαση υπόθεση. Ως τέτοια στην ουσία, αντιμετωπίστηκε και από την Υπεράσπιση η οποία προσπάθησε με τις ερωτήσεις που έθεσε προς την μάρτυρα, να εκμεταλλευτεί, με την καλή έννοια, την μαρτυρία της προς υποστήριξη της γραμμής Υπεράσπισης. Στην ουσία πρόκειται για το πρόσωπο το οποίο, ούσα στο παρελθόν μαθήτρια του Κατηγορούμενου για σκοπούς απόκτησης διπλώματος οδήγησης αυτοκινήτου, σύστησε τον τελευταίο προς τις ΜΚ2 και ΜΚ4 για να τις βοηθήσει να αποκτήσουν και αυτές με τη σειρά τους δίπλωμα οδήγησης. Η ίδια είχε τύχει μαθημάτων από τον Κατηγορούμενο, περί το
  1. Η ίδια δεν ήταν θύμα οποιασδήποτε σεξουαλικής παρενόχλησης από τον Κατηγορούμενο. Όπως ανέφερε, σε κάποιο μάθημα, ο Κατηγορούμενος εκστόμισε την ακόλουθη φράση: «Εάν μπορούσα να ρουφήσω τις ελιές σου που έχεις στον λαιμό σου θα το έκανα». Η ίδια όμως εξέλαβε την αναφορά του Κατηγορούμενου, ως ένα αστείο και τίποτα περισσότερο, περιοριζόμενη στο να του απαντήσει ότι δεν μπορεί (ο Κατηγορούμενος) να πράξει τούτο, με αποτέλεσμα το όλο θέμα να λήξει εκεί. Δεν αντιλήφθηκε η συμπεριφορά του Κατηγορούμενου προς την ίδια να συνοδεύετο με οποιαδήποτε άλλη πρόθεση πέραν του να αστεϊστεί μαζί της. Σύμφωνα με τη ΜΚ5, στις 22 Οκτωβρίου 2010 δέχθηκε τηλεφώνημα από τη ΜΚ4, η οποία της ζήτησε να συναντηθούν για να συζητήσουν για κάτι σοβαρό που την απασχολούσε. Με τη ΜΚ4 έχουν πολύ στενές σχέσεις και η τελευταία όταν την απασχολεί κάτι σοβαρό, μοιράζεται τις σκέψεις της μαζί της καθώς επίσης και της ζητά τη γνώμη της. Την ίδια μέρα και δη στις 22.10.2010 συναντήθηκε με τη ΜΚ4 και η τελευταία της ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια των μαθημάτων οδήγησης που της παρέδιδε ο Κατηγορούμενος, αυτός της μιλούσε με σεξουαλικά υπονοούμενα καθώς επίσης και ότι της ζήτησε ξεκάθαρα να κάνει έρωτα μαζί του. Σε ερώτηση της προς τη ΜΚ4, κατά πόσο ο Κατηγορούμενος, πέραν των οποιωνδήποτε σεξουαλικού περιεχομένου αναφορών και/ή προτάσεων του, την άγγιξε στο σώμα της, εννοώντας κατά πόσο την άγγιξε, είτε στο στήθος, είτε στα γεννητικά όργανα, η ΜΚ4 στεναχωρέθηκε και άρχισε να κλαίει και δεν απάντησε στην ερώτηση της. Την επομένη μέρα, συναντήθηκε εκ νέου με τη ΜΚ4, όπου η τελευταία ζητούσε τη βοήθεια της για να μεσολαβήσει ώστε οι γονείς της (της ΜΚ4), να ενημερωθούν για το τι συνέβαινε κατά την ώρα των μαθημάτων οδήγησης. Κατόπιν τούτου, την επομένη μέρα, μαζί με τη ΜΚ4, πήγαν στο σπίτι της τελευταίας και συνομίλησαν με την ΜΚ5 (μητέρα της ΜΚ4) και την ενημέρωσαν σχετικά. Επίσης, η ΜΚ5 επικοινώνησε με τον Κατηγορούμενο και τον ενημέρωσε, αφενός ότι η ΜΚ4 θέλει να τερματίσει τις υπηρεσίες του ως δασκάλου οδήγησης και αφετέρου τον λόγο για τον οποίο θα τερματίζοντο οι υπηρεσίες του. Ο Κατηγορούμενος δεν τη ρώτησε οτιδήποτε σχετικό στην τηλεφωνική αυτή συνομιλία που είχαν. Τη μαρτυρία της, την αποδέχομαι στο σύνολο της. Και αυτής της μάρτυρος όμως η μαρτυρία της δεν μπορεί να θεωρηθεί, βάσει του Άρθρου 10 του Κεφαλαίου 9, ως ενισχυτική της μαρτυρίας της ΜΚ
  2. Η οποιαδήποτε αναφορά της τελευταίας προς την ΜΚ5, δεν ήταν άμεση και εν πάση περιπτώσει, δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου επακριβώς τα όσα η ΜΚ4 ανάφερε στην ΜΚ5 ως λόγια και/ή πράξεις του Κατηγορούμενου, ώστε να είναι ασφαλής η κρίση, ως προς το κατά πόσο η μαρτυρία της ΜΚ5, αποτελεί ή όχι ενισχυτική μαρτυρία, της μαρτυρία της ΜΚ
  3. Υπενθυμίζω ότι, σύμφωνα πάντα με την ΜΚ5, όταν συναντήθηκε για πρώτη φορά με την ΜΚ4, κατόπιν σχετικού αιτήματος της τελευταίας, τα οποιαδήποτε παράπονα της εξέφρασε η ΜΚ4, αφορούσαν λεκτικές και μόνο σεξουαλικές παρενοχλήσεις του Κατηγορούμενου. Όταν δε, ερωτήθηκε ειδικά η ΜΚ4 από την ΜΚ5, ως προς το κατά πόσο ο Κατηγορούμενος την άγγιξε στο σώμα, η πρώτη, περιορίστηκε στο να επιδείξει στεναχώρια και να κλάψει, χωρίς ωστόσο, λεκτικά, να ισχυριστεί ότι συνέβη κάτι τέτοιο. Είναι γι' αυτούς τους λόγους, που κρίνω ότι δεν θα ήταν υπό αυτές τις περιστάσεις ασφαλές να θεωρήσω αυτό το μέρος της μαρτυρίας της ΜΚ5, ως ενισχυτικό της μαρτυρίας της ΜΚ
  4. Ούτε, το μέρος της μαρτυρίας της, περί της επικοινωνίας της με τον Κατηγορούμενο και ενημέρωσης του αναφορικά με το ότι η ΜΚ4 επιθυμούσε να τερματίσει τις υπηρεσίες του ως δασκάλου οδήγησης, μπορεί να θεωρηθεί ενισχυτική μαρτυρία. Και τούτο γιατί, έστω και αν ο Κατηγορούμενος δεν αντέδρασε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην ενημέρωση που έτυχε από την ΜΚ5, δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι λόγοι, που η ΜΚ5 ανέφερε προς τον Κατηγορούμενο, για τους οποίους η ΜΚ4 επιθυμούσε τον τερματισμό των υπηρεσιών του, ώστε να διαφανεί κατά πόσο η ανυπαρξία αντίδρασης από πλευράς Κατηγορουμένου, υπέχει ή όχι σημασίας στην υπό κρίση υπόθεση. Ο Κατηγορούμενος μου έκανε κάκιστη εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω καμιά απολύτως αμφιβολία ότι τα όσα ουσιαστικά ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, αποτελούν ασύστολα ψεύδη και αποτέλεσμα δεύτερων σκέψεων του, με μοναδικό σκοπό να αποσείσει από τους ώμους του τις ευθύνες του για τη συμπεριφορά του έναντι της ΜΚ2 και της ΜΚ
  5. Η μαρτυρία του παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις, σε πλείστα σημεία της συγκρούεται με την κοινή λογική, ενώ επιπροσθέτως συγκρούεται μετωπικά και με τη γραμμή Υπεράσπισης, ως τούτη προωθήθηκε από το συνήγορο του, μέσα από την αντεξέταση των Μαρτύρων Κατηγορίας, αλλά και μέσα από τα αναφερόμενα του στο στάδιο των αγορεύσεων του. Όπως εξηγήθηκε ανωτέρω, με εξαίρεση τους ισχυρισμούς του Κατηγορούμενου, ως τούτοι προωθήθηκαν στο στάδιο της αντεξέτασης του (με τους οποίους θα ασχοληθώ κατωτέρω), η όλη γραμμή Υπεράσπισης (ακόμα και στο στάδιο της κυρίως εξέτασης του Κατηγορούμενου) περιορίστηκε στην προώθηση της θέσης ότι η ΜΚ2 και η ΜΚ4, είτε μη αντιδρώντας, είτε αντιδρώντας με τρόπο που δεν αντικατόπτριζε τις πραγματικές προθέσεις τους τη δεδομένη στιγμή, είτε λόγω του ότι αντιδρούσαν προκλητικά, δημιούργησαν στον Κατηγορούμενο την εντύπωση ότι, τόσο τα λόγια του, όσο και οι πράξεις του (χωρίς να προωθείται οποιαδήποτε θέση περί μη αποδοχής των όσων οι εν λόγω μάρτυρες κατηγορίες απέδιδαν στον Κατηγορούμενο), ήταν καλοδεχούμενες. Ενδεικτικό της ξεκάθαρης αυτής θέσης της Υπεράσπισης είναι και το πιο κάτω, αυτουσίως παρατιθέμενο απόσπασμα από την αγόρευση του κυρίου Τριανταφυλλίδη στο στάδιο του εκ πρώτης όψεως, η οποία να σημειωθεί, υιοθετήθηκε στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων: «Εγώ δεν αμφισβητώ τα γεγονότα όπως τα είπαν, δεν αμφισβητώ εάν είναι αλήθεια ότι της είπε της Χρύσως Ελευθερίου "να πάμε να σου δείξω το διαμέρισμα" π.χ., εκείνο το οποίο αμφισβητώ και είναι εκεί που είπαν ψέματα και ήσαν μνημεία αναξιοπιστίας και οι δύο, ήταν όσον αφορά τη δική τους συμπεριφορά μέχρι ενός σημείου...». Σε πλήρη σύγκρουση, μετωπική θα έλεγα, με την πιο πάνω σαφέστατη γραμμή Υπεράσπισης, ο Κατηγορούμενος, στο στάδιο της αντεξέτασης του, βρισκόμενος αντιμέτωπος με έναν έκαστο εκ των ισχυρισμών των ΜΚ2 και ΜΚ4, αναφορικά με τα όσα του απέδωσαν στη μαρτυρία τους, αρνήθηκε ότι έπραξε όπως του αποδίδουν οι εν λόγω μάρτυρες και προώθησε, καθόλου πειστικά, τον ισχυρισμό ότι οι εν λόγω μάρτυρες ήταν προκλητικές και ότι ο ίδιος, συνεπεία ακριβώς της προκλητικότητας τους, ήθελε άμεσα να τερματίσει τα μαθήματα τους και να απαλλαγεί από την παρουσία τους, την οποία θεωρούσε ενοχλητική. Όταν δε ρωτήθηκε ειδικά αναφορικά με το περιστατικό, που σύμφωνα με τη ΜΚ4 τούτος έσκυψε και τη φίλησε στο χέρι και μετά στον λαιμό, η απάντηση του είναι διαφωτιστικότατη της ανειλικρινούς στάσης που τήρησε στη δια ζώσης μαρτυρία του. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της μαρτυρίας του: «ΑΝΤΕΞΕΤΑΣΗ (Από κα Μιχαήλ) Ε Στην τρίτη παράγραφο της γραπτής σας δήλωσης λέτε ότι οι αναφορές των μαρτύρων ήταν υπερβολικές; Α. Μάλιστα. Ε. Θέλω να μου πείτε πού αναφέρεστε και γιατί το λέτε; Α. Σε μια από τις περιπτώσεις, που είπε ότι έγλυψα την πάνω στον λαιμό ενώ οδηγούσε, ήταν εντελώς ανακριβείς οι δηλώσεις της Ελίζας. Έννεν δυνατό να οδηγά μέσα σε κύριο δρόμο και να κάμεις τούτη την κίνηση, να ξέρεις ότι ενοχλείται ο άλλος και να μην φοάσαι ότι εν να πάθει δυστύχημα. Το συμβάν ήταν όταν έκαμε πισινή. Έκαμε πολλές πισινές και δεν τις πετύχαινε. Σε μια πισινή που την πέτυχε λέω της «την πέτυχες κόρη Ελίζα» και γύρισε απότομα, έτσι (δείχνει την κίνηση με το κεφάλι) και έτζιησε η μούτη μου στον λαιμό της διότι εγώ ήμουν σιυφτός. Αυτή ήταν, όι να της κάμω έτσι πράγμα σαν οδηγά.» Δεν νομίζω να χρειάζεται να σχολιάσω περαιτέρω το παράλογο και ανυπόστατο του εν λόγω ισχυρισμού. Η μαρτυρία του Κατηγορούμενου και ιδιαίτερα η αντιφατική με την γραμμή υπεράσπισης θέση που προώθησε, ότι δηλαδή, ουδέποτε ο ίδιος άγγιξε με σεξουαλικές προθέσεις, είτε την ΜΚ2, είτε την ΜΚ4, συγκρούεται και με την κοινή λογική. Και τούτο γιατί, ο Κατηγορούμενος δεν προώθησε καθ' οιονδήποτε τρόπο οποιαδήποτε άλλη θέση ή έδωσε οποιαδήποτε άλλη εξήγηση αναφορικά με το γιατί η ΜΚ2 και η ΜΚ4 να τον καταγγείλουν για σεξουαλική παρενόχληση. Ούτε επιδίωξε ο Κατηγορούμενος (έστω ακόμα με τον τρόπο που αντεξετάστηκαν οι Μάρτυρες Κατηγορίας), να προωθήσει έστω θέση περί αλλότριων κινήτρων των εν λόγω μαρτύρων. Με τις θέσεις δε που εξέφρασε στο στάδιο της αντεξέτασης του, με τις οποίες στην ουσία αρνήθηκε ότι καθ' οιονδήποτε τρόπο ο ίδιος συμπεριφέρθηκε και/ή ενήργησε με οποιαδήποτε σεξουαλική πρόθεση έναντι των εν λόγω μαρτύρων, προκύπτει αβίαστα το ερώτημα ως προς το γιατί τότε οι εν λόγω μάρτυρες κατηγορίας να καταγγείλουν τον Κατηγορούμενο για σεξουαλική παρενόχληση; Γιατί να διακόψουν τα μαθήματα οδήγησης που τους παρέδιδε; Τόσο ψεύτης ήταν ο Κατηγορούμενος, που ακόμα και για το ποιου ήταν το διαμέρισμα στο οποίο εισήλθε μαζί με τη ΜΚ2, προώθησε τον ισχυρισμό ότι, το διαμέρισμα ήταν ιδιοκτησίας ενός φίλου του και ότι κατείχε τα κλειδιά εντελώς τυχαία, μιας και του τα είχε δώσει κάποιο τρίτο πρόσωπο, που χρησιμοποιούσε το διαμέρισμα, για να τα επιστρέψει στον ιδιοκτήτη του. Η εν λόγω όμως θέση του Κατηγορούμενου, συγκρούεται άμεσα με την αναντίλεκτη θέση της ΜΚ2, ότι επί του ψυγείου που βρισκόταν στο διαμέρισμα, υπήρχαν κάρτες τις οποίες, κατά τον Κατηγορούμενο, του τις έστειλαν φιλενάδες του. Ακόμα, στη γραπτή δήλωσή του, που ετοίμασε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, αναφέρεται πλειστάκις, τόσο σε «ενέργειες» του όσο και σε «λεγόμενα» του, προς τις ΜΚ2 και ΜΚ
  6. Αναφέρει ακόμα τις λέξεις «είπα» και «έκανα», καθώς επίσης και περί «πράξεων» και «λεγομένων» του, πάντα προς τις ΜΚ2 και ΜΚ
  7. Και ενώ με τις εν λόγω αναφορές του, στη γραπτή δήλωση του, συμβαδίζει με την μέχρι τότε γραμμή Υπεράσπισης και δη ότι, και ανέφερε, και έπραξε, με σεξουαλική πρόθεση έναντι των ΜΚ2 και ΜΚ4, στην αντεξέταση του, προώθησε την μετωπικά συγκρουόμενη θέση ότι, ουδέποτε είχε οποιαδήποτε εκ προθέσεως, σεξουαλικού τύπου, επαφή με τις εν λόγω μάρτυρες. Δεν χρειάζεται κατά τη γνώμη μου να αναφερθώ σε άλλες αντιφάσεις, που όντως παρουσιάζει η μαρτυρία του Κατηγορούμενου, για να δικαιολογήσω την πιο πάνω ήδη εκφρασθείσα κρίση μου αναφορικά με την αξιοπιστία του. Τη μαρτυρία του, στο βαθμό που τούτη αμφισβητείται, την απορρίπτω. Ευρήματα Με βάση την αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας και πέραν των ήδη, στις σελίδες 2 και 3 πιο πάνω παρατεθέντων ευρημάτων μου, προβαίνω και στα πιο κάτω επιπρόσθετα ευρήματα. Κατά το έτος 2004, και για ένα διάστημα περίπου δύο μηνών, η ΜΚ2 διδάσκετο μαθήματα οδήγησης από τον Κατηγορούμενο. Καθ' όλη τη διάρκεια των μαθημάτων, ο Κατηγορούμενος εκστόμιζε προς την ΜΚ2 διάφορες φράσεις με σεξουαλικά υπονοούμενα και/ή με σαφείς σεξουαλικές αναφορές. Η ΜΚ2 δεν αντιδρούσε καθ' οιονδήποτε τρόπο στις αναφορές του Κατηγορούμενου και εν πάση περιπτώσει, ουδέποτε με σαφή τρόπο υπέδειξε στον Κατηγορούμενο ότι δεν επιθυμούσε να ακούει τις σεξουαλικού περιεχομένου αναφορές του. Κατά τη διάρκεια του τελευταίου (συνεπεία απόφασης της ΜΚ2 να τερματίσει τις υπηρεσίες του Κατηγορούμενου) μαθήματος οδήγησης, ο Κατηγορούμενος ζήτησε από την ΜΚ2 να τον ακολουθήσει σε ένα διαμέρισμα το οποίο βρισκόταν στον δεύτερο όροφο μιας πολυκατοικίας στην ευρύτερη περιοχή της Λευκωσίας. Η ΜΚ2 τον ακολούθησε, μέσω του κλιμακοστασίου της πολυκατοικίας και αμφότεροι εισήλθαν στο διαμέρισμα. Εκεί η ΜΚ2 αντελήφθηκε ότι επρόκειτο για ένα πολύ μικρό διαμέρισμα όπου σε ένα ενιαίο χώρο βρισκόταν τόσο η κουζίνα όσο και το κρεβάτι του διαμερίσματος. Αμέσως ένιωσε μια αμηχανία και αντελήφθηκε για πρώτη φορά ότι λόγω της αφέλειας της βρέθηκε υπό ανεπιθύμητες για την ίδια συνθήκες εντός ενός πολύ μικρού διαμερίσματος μαζί με τον Κατηγορούμενο. Αμέσως, λόγω της αμηχανίας της, έστρεψε την προσοχή της προς την πόρτα του ψυγείου του διαμερίσματος επί του οποίου υπήρχαν διάφορες κάρτες που τις έδειξε ο Κατηγορούμενος, τις οποίες, ως τις ανέφερε του τις έστειλαν φιλενάδες του. Την ίδια χρονική στιγμή, ο Κατηγορούμενος, υποδεικνύοντας ένα τραπεζάκι που βρισκόταν παραπλεύρως του κρεβατιού, ανάφερε στην ΜΚ2 ότι αυτός ήταν ο χώρος στον οποίο είχε τα πορνοπεριοδικά και τα προφυλακτικά του. Η ΜΚ2, με το άκουσμα της εν λόγω αναφοράς του Κατηγορουμένου, αντέδρασε άμεσα κάνοντας αφενός χαρακτηριστικότατη κίνηση με σκοπό να κατατευθυνθεί προς την πόρτα εισόδου του διαμερίσματος και αφετέρου λέγοντας στον Κατηγορούμενο ότι επιθυμεί να φύγουν άμεσα από το διαμέρισμα. Ο Κατηγορούμενος, σηκώθηκε από το κρεβάτι στο οποίο καθόταν και κατευθύνθηκε προς την ΜΚ2 και με το χέρι του την «χούφτωσε» στα οπίσθια. Η ΜΚ2 νιώθοντας φόβο και απέχθεια για τον Κατηγορούμενο αντέδρασε άμεσα δια της εκ νέου κινήσεως της προς την πόρτα εισόδου του διαμερίσματος και τότε ο Κατηγορούμενος έβαλε το χέρι του μέσα στο παντελόνι και εσώρουχο που φορούσε η ΜΚ2 και την χάιδεψε και πάλι στα οπίσθια. Η ΜΚ2 αντέδρασε έντονα με απότομη κίνηση με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να σταματήσει την εν λόγω ενέργεια του. Άμεσα, η ΜΚ2 αντελήφθηκε ότι η πόρτα εισόδου του διαμερίσματος ήταν κλειδωμένη και το κλειδί βρισκόταν στην κλειδαριά. Τούτο προκάλεσε αδράνεια στις κινήσεις της, με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος, εκ νέου να επανατοποθετήσει το χέρι του εντός του παντελονιού και του εσώρουχου που φορούσε και να χαϊδέψει και πάλι την ΜΚ2 στα οπίσθια. Η ΜΚ2 αντέδρασε εντονότερα και ζήτησε εκ νέου από τον Κατηγορούμενο να φύγουν από το διαμέρισμα. Ως αποτέλεσμα της τελευταίας αυτής αντίδρασης της ΜΚ2, ο Κατηγορούμενος ξεκλείδωσε την πόρτα του διαμερίσματος και εξήλθαν αμφότεροι από το διαμέρισμα και κατευθύνθηκαν στο ισόγειο της πολυκατοικίας. Εκεί η ΜΚ2 εισήλθε στη θέση του οδηγού του εκπαιδευτικού οχήματος και ο Κατηγορούμενος στη θέση του συνοδηγού. Η ΜΚ2 οδήγησε το όχημα σε μια σχετικά κοντινή απόσταση, μέχρι τις κτηριακές εγκαταστάσεις του Κολλεγίου με την επωνυμία Intercollege στο οποίο φοιτούσε το δεδομένο χρόνο, κατέβηκε από το αυτοκίνητο και έφυγε. Καθώς βρισκόταν στο κολλέγιο υπέστη κρίση πανικού συνεπεία των όσων έζησε με τον Κατηγορούμενο και συνομίλησε με την καλύτερη της τότε φίλη όπου και της ανέφερε τι ακριβώς συνέβηκε στο διαμέρισμα μαζί με τον Κατηγορούμενο. Έπειτα, επικοινώνησε με τους γονείς της και μαζί τους επισκέφθηκε το Απολλώνιο Νοσοκομείο. Μεταγενέστερα πήγε στο σπίτι της, όπου και κλήθηκε και ο Κατηγορούμενος από τους γονείς της. Κατά την συζήτηση που είχαν με τον Κατηγορούμενο η ίδια ερωτήθηκε από τους γονείς της κατά πόσο επιθυμούσε να καταγγείλει τον Κατηγορούμενο στην αστυνομία. Επειδή όμως, δεν ένιωθε τη δεδομένη στιγμή έτοιμη να καταγγείλει τον Κατηγορούμενο, ανέφερε στους γονείς της, στην παρουσία του Κατηγορούμενου, ότι δεν επιθυμούσε την καταγγελία του στην αστυνομία, με αποτέλεσμα, οι γονείς της να πληρώσουν τον Κατηγορούμενο για τα οφειλόμενα μέχρι τότε μαθήματα οδήγησης που παρέδωσε στη ΜΚ2 και να τον ενημερώσουν ότι δεν θα χρειαστούν άλλο τις υπηρεσίες του. Έξι χρόνια αργότερα, την επισκέφθηκε στην οικία της η ΜΚ4 και μεταξύ άλλων την ρώτησε κατά πόσο, κατά το στάδιο που της παραδίδοντο μαθήματα οδήγησης από τον Κατηγορούμενο, ο τελευταίος την είχε παρενοχλήσει σεξουαλικά, λέγοντας της ακόμα ότι, ο Κατηγορούμενος είχε παρενοχλήσει σεξουαλικά την ίδια (την ΜΚ4). Τότε, η ΜΚ2 ανάφερε στην ΜΚ4 την εμπειρία της με τον Κατηγορούμενο. Λίγες ημέρες αργότερα, κλήθηκε από την αστυνομία να δώσει κατάθεση με αποτέλεσμα να αναφέρει όσα καταγράφονται στο Έγγραφο Β ενώπιον του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2010, ο Κατηγορούμενος, παρέδωσε μαθήματα οδήγησης στη ΜΚ
  8. Μετά την πρώτη βδομάδα των μαθημάτων, ο Κατηγορούμενος, κατά την διάρκεια των μαθημάτων οδήγησης, άρχισε με λογοπαίγνια να εκστομίζει προς τη ΜΚ4 διάφορες αναφορές σεξουαλικού περιεχομένου. Κάποιες ημέρες και/ή εβδομάδες αργότερα ο Κατηγορούμενος άρχισε πλέον να ζητά από την ΜΚ4 να τον αφήσει να ασελγήσει επ' αυτής και/ή να συγκατατεθεί στο να συνουσιαστούν. Η ΜΚ4 ουδέποτε ανέφερε στον Κατηγορούμενο ότι η συμπεριφορά του ήταν απαράδεχτη ή ότι δεν επιθυμούσε να της γίνονται οι εν λόγω προτάσεις. Σε κάποιες περιπτώσεις, έδωσε κάποιες απαντήσεις στον Κατηγορούμενο, πλην όμως αποδέχθηκε ότι τούτες δεν αντικατόπτριζαν τις πραγματικές προθέσεις της τη δεδομένη στιγμή που τις έλεγε, αποδεχόμενη ότι με την όλη συμπεριφορά και στάση της, τόσο κατά τη στιγμή που τις γίνοντο οι ανήθικες προτάσεις, όσο και μετά το πέρας εκάστου μαθήματος, ενδεχομένως να έδιδε την εικόνα στον Κατηγορούμενο ότι, η συμπεριφορά του ήταν καλοδεχούμενη και/ή εν πάση περιπτώσει ότι δεν ήταν απαράδεχτη. Σε αυτό το χρονικό διάστημα, πέραν των διαφόρων λεκτικών ενεργειών του Κατηγορουμένου, έλαβαν χώρα και κάποιες σωματικές επαφές του τελευταίου με τη μάρτυρα. Περί τα τέλη Οκτωβρίου 2010, ημέρα Πέμπτη, και ενώ η ΜΚ4 οδηγούσε το εκπαιδευτικό όχημα ο Κατηγορούμενος δεν της μιλούσε. Ξαφνικά, της ανάφερε τα ακόλουθα: «Εν τζιαι να κάτσουμε να συζητούμε εάν θα σε γαμήσω ρε Ελίζα. Γιατί δεν καταλαβαίνεις ότι ο Θεός έφερε μας μαζί για να γαμηθούμε;» Ακόμα, της ανάφερε: «Νιώθω ηλεκτρισμό μαζί σου». Τότε πήρε το χέρι της στο χέρι του και το τοποθέτησε στο σημείο των γεννητικών του οργάνων (εκτός ρούχων). Η ΜΚ4, άμεσα αντιλήφθηκε ότι το πέος του Κατηγορούμενου ήταν σε στύση και τη δεδομένη στιγμή, ενώ αυτή συνέχισε να αγγίζει στο συγκεκριμένο σημείο, ο Κατηγορούμενος της ανάφερε: «Είδες; Μόνο που σε βλέπω καβλώνω. Εάν δεν σε γλείψω δύο φορές και να χύσεις, να πω ότι εν είμαι καλός τζιαι να σταματήσω». Η ΜΚ4 τότε τράβηξε το χέρι της μακριά από το σημείο που βρισκόταν. Ακολούθως του ανέφερε «ο Θεός μας έφερε μαζί για να κάνουμε μάθημα». Το μάθημα συνεχίστηκε και σε κάποια φάση ο Κατηγορούμενος σήκωσε την μπλούζα της ΜΚ4 προς τα πάνω και της ανάφερε: «Έτσι κοιλιά θέλω να τη γλείψω». Η ΜΚ4 έσπρωξε την μπλούζα της προς τα κάτω και ο Κατηγορούμενος τη ρώτησε κατά πόσο είχε γυμνές φωτογραφίες για να του στείλει. Η ίδια και πάλι δεν απάντησε. Σε κάποιο άλλο σημείο, και πάντα στα πλαίσια του ρηθέντος μαθήματος οδήγησης, η ΜΚ4 προσπαθούσε να κατευθύνει το όχημα με πισινή πορεία. Καθώς η ΜΚ4 ενεργούσε με αυτόν τον τρόπο, ο Κατηγορούμενος άρχισε να τη χαϊδεύει στο στήθος έχοντας το χέρι του έξω από τα ρούχα που φορούσε η μάρτυρας. Σε κάποια στιγμή ο Κατηγορούμενος επιχείρησε να βάλει το χέρι του μέσα στην μπλούζα που φορούσε με σκοπό να πιάσει το στήθος της και τότε η ΜΚ4 τον σταμάτησε με σαφή απώθηση του χεριού του. Αμέσως ο Κατηγορούμενος σταμάτησε την προσπάθεια του και αντί να αποφύγει την οποιαδήποτε περαιτέρω σεξουαλικής φύσεως ενέργεια, κατεύθυνε το χέρι του επίμονα μέσα στο παντελόνι της ΜΚ4 και ζητούσε από αυτήν να του δείξει τα γεννητικά της όργανα. Η ίδια, με σχετικά τραβήγματα του χεριού του τον εμπόδισε να προχωρήσει το χέρι του εντός του εσώρουχου της και αρνήθηκε να του δείξει τα γεννητικά της όργανα. Συγκεκριμένα η μάρτυρας, με το χέρι της συνεχώς απωθούσε το χέρι του Κατηγορούμενου από το σώμα της. Έπειτα, το μάθημα περατώθηκε. Η ΜΚ4, συνεπεία των ενεργειών του Κατηγορούμενου στο συγκεκριμένο μάθημα ένιωσε «φόβο», «θυμό» εγκλωβισμό και «αίσχος» για τον Κατηγορούμενο και αποφάσισε να αναφέρει τα όσα συνέβησαν καθ' όλη τη διάρκεια των ενάμιση περίπου μηνών που διήρκησαν τα μαθήματα, στην εξαδέλφη της (ΜΚ5), η οποία ήταν και το πρόσωπο που της σύστησε τον Κατηγορούμενο για να της παραδώσει τα μαθήματα, καθώς επίσης και πρόσωπο με το οποίο διατηρούσε πολύ στενές σχέσεις. Μία ή δύο ημέρες αργότερα συναντήθηκε με τη ΜΚ5 όπου και της ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος την παρενοχλούσε σεξουαλικά κατά τη διάρκεια των μαθημάτων οδήγησης. Την Κυριακή που ακολούθησε και δει τρεις μέρες μετά το τελευταίο μάθημα, μαζί με την ΜΚ5, μίλησαν με τη ΜΚ3 (μητέρα της ΜΚ4) αναφέροντας σε αυτή ότι ο Κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια των μαθημάτων οδήγησης, την παρενοχλούσε σεξουαλικά. Κατόπιν τούτου, έγινε καταγγελία του Κατηγορούμενου από την ΜΚ3 και την ΜΚ4 προς το Διευθυντή τότε του Τμήματος Οδικών Μεταφορών κ. Σωτήρη Κολέττα, ο οποίος με τη σειρά του απέστειλε επιστολή προς την αστυνομία με αποτέλεσμα να αρχίσουν οι ανακρίσεις για την παρούσα υπόθεση. Κατάληξη Με βάση τα πιο πάνω τελικά ευρήματα μου και με γνώμονα τις πιο πάνω αναφερόμενες νομικές αρχές, αποτελεί κατάληξη μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του Κατηγορούμενου στην πρώτη και τρίτη κατηγορία. Όσο αφορά στη δεύτερη κατηγορία, είμαι της γνώμης και ως εκ τούτου κρίνω ότι, η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει ότι η αποδιδόμενη, στις λεπτομέρειες της εν λόγω κατηγορία, άσεμνη πράξη του Κατηγορούμενου, διενεργήθηκε δημόσια. Για σκοπούς πληρότητας και αιτιολογίας και αρχικά αναφορικά με την κατηγορία 3 σημειώνω τα ακόλουθα. Με βάση τα πιο πάνω ευρήματα μου ο Κατηγορούμενος στο τελευταίο μάθημα οδήγησης που παρέδωσε στη ΜΚ2, επιτέθηκε άσεμνα σ' αυτή με το χέρι του όταν (α) τοποθέτησε τούτο στα οπίσθια της «χουφτώνοντας» την και (β) έβαλε τούτο, δύο φορές, εντός του παντελονιού και εσωρούχου που φορούσε η ΜΚ2 και χάιδεψε τα οπίσθια της. Οι εν λόγω ενέργειες του Κατηγορούμενου έλαβαν χώρα, σε χρόνο, μετά που η ΜΚ2 με σαφέστατη τόσο κίνηση της όσον και σχετική αναφορά της, ζήτησε από τον Κατηγορούμενο να φύγουν από το διαμέρισμα το οποίο βρισκόντουσαν τη δεδομένη στιγμή, δεικνύοντας έτσι με ξεκάθαρο τρόπο ότι δεν επιθυμούσε και δεν συναινούσε στην οποιαδήποτε σεξουαλική δραστηριότητα μαζί με τον Κατηγορούμενο. Οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες ενήργησε ο Κατηγορούμενος, ως ανωτέρω και τα συναισθήματα που προκάλεσαν οι ενέργειες του στην ΜΚ2, οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι οι ενέργειες του Κατηγορούμενου ισοδυναμούσαν σε άσεμνη επίθεση εναντίον της ΜΚ
  9. Είμαι δε της γνώμης ότι, το συναφές των ενεργειών του Κατηγορουμένου, σε συνδυασμό με την κοινή πρόθεση που τον διακατείχε όταν επεδείκνυε την παραβατική του συμπεριφορά, δικαιολογούν την αντιμετώπιση της όλης συμπεριφοράς του, ως μια ενιαία επιθετική συμπεριφορά. Ως προς την πρώτη κατηγορία, ο Κατηγορούμενος στο τελευταίο μάθημα οδήγησης που παρέδωσε στην ΜΚ4, προσπάθησε να βάλει το χέρι του εντός της μπλούζας της μάρτυρος με σκοπό να της χαϊδέψει το στήθος. Η ΜΚ4, με σαφέστατο τρόπο τον πήρε από το χέρι και το απομάκρυνε από το σημείο που προσπαθούσε να το βάλει δεικνύοντας του σαφέστατα την αντίθεση της ως προς την ενέργεια του. Ο Κατηγορούμενος παρά ταύτα, και ενώ ήταν πλέον σαφές προς τον ίδιο ότι η ΜΚ4 δεν συναινούσε στις ενέργειες του, με επίμονο τρόπο, έβαλε το χέρι μέσα στο παντελόνι της μάρτυρος και προσπαθούσε να προχωρήσει τούτο ώστε να δει τα γεννητικά της όργανα. Η ΜΚ4 συνεχώς προσπαθούσε με τα χέρια της να σταματήσει τις κινήσεις του Κατηγορούμενου. Οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες ενήργησε ο Κατηγορούμενος, ως ανωτέρω και τα συναισθήματα που προκάλεσαν οι ενέργειες του στη ΜΚ4, οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι οι ενέργειες του Κατηγορούμενου ισοδυναμούσαν σε άσεμνη επίθεση εναντίον της ΜΚ
  10. Αναφορικά τώρα με τη δεύτερη κατηγορία, με βάση τη ενώπιον μου αποδεκτή μαρτυρία, παρέμειναν άγνωστες στο Δικαστήριο οι συνθήκες που επικρατούσαν στην γύρω περιοχή, εκτός του αυτοκινήτου, την χρονική στιγμή που ο Κατηγορούμενος τοποθέτησε το χέρι της ΜΚ2 επί του πέους του ενώ βρισκόταν σε στύση. Παρέμεινε εντελώς άγνωστο, κατά πόσο ήταν δυνατό οποιοδήποτε πρόσωπο να βρίσκεται σε δημόσιο χώρο υπό τέτοιες περιστάσεις που να ήταν δυνατό να μπορούσε να δει την εν λόγω πράξη του Κατηγορούμενου όταν αυτή διενεργείτο εντός του αυτοκινήτου. Παραδείγματος χάριν, ελλείπει μαρτυρία ως προς το ύψος του αυτοκινήτου, τη δυνατότητα τα τζάμια του αυτοκινήτου να επιτρέπουν την από έξω προς τα μέσα ορατότητα, την ύπαρξη ή όχι πεζοδρομίου, το διττό ή όχι της διέλευσης οχημάτων στο δρόμο ή την δυνατότητα διέλευσης γενικά, έτερων οχημάτων παραπλεύρως του οχήματος που οδηγούσε η ΜΚ4, την ύπαρξη ή μη κτηρίων, παραπλεύρως του σημείου που διενεργήθηκε η εν λόγω πράξη κ.ο.κ. Ως εκ των ανωτέρω, και αφ' ης στιγμής η άσεμνη πράξη που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο, έλαβε χώρα εντός αυτοκινήτου (ιδιωτικός χώρος), ο μόνος τρόπος με τον οποίο θα ήταν δυνατή η απόδειξη του συστατικού στοιχείου και δη ότι η πράξη διενεργήθηκε δημόσια, ήταν με την προσκόμιση μαρτυρίας ότι τούτη (η άσεμνη πράξη), ήταν δυνατό να ειδωθεί από τρίτο πρόσωπο που βρισκόταν σε δημόσιο χώρο. Ως εξήγησα ανωτέρω, τούτο δεν αποδείχθηκε. Με βάση τα πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην πρώτη και τρίτη κατηγορία, ενώ αναφορικά με τη δεύτερη κατηγορία, αθωώνεται και απαλλάσσεται από αυτή. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.