← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ρένος Νεοφύτου, Αρ. Υπόθεσης: 15478/11, 8/4/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Ρένος Νεοφύτου, Αρ. Υπόθεσης: 15478/11, 8/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15478/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας Εναντίον Ρένος Νεοφύτου Κατηγορούμενος --------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8/4/2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Αλ. Σιαπανή Για τον Κατηγορούμενο: κος Μ. Κιτρομηλίδης Κατηγορούμενος: Παρών --------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος, στην παρούσα υπόθεση, κατηγορείται, ότι «μεταξύ της 30ης και 31ης Μαρτίου 2010, στη Λευκωσία, της επαρχίας Λευκωσίας, ενώ ήταν υπάλληλος του πρακτορείου στοιχημάτων με την ονομασία ROYAL, ιδιοκτησίας του Γιάννη Πυριπίτση, έκλεψε το χρηματικό ποσό των €10274,80, περιουσία του προαναφερθέντα». Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε τρεις μάρτυρες και δη τον Αστ. 4842 Ανδρέα Μιχαήλ (ΜΚ1), τον Ιωάννη Πυριπίτση (ΜΚ2 - παραπονούμενο) και την Ολυμπία Πυριπίτση (ΜΚ3). Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία στην κατηγορία που αντιμετωπίζει και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως. Δεν κάλεσε οποιοδήποτε άλλο μάρτυρα υπεράσπισης. Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω με λεπτομέρεια την ενώπιον μου μαρτυρία. Σκοπός της παρούσας απόφασης, δεν είναι η λεπτομερής παράθεση του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κάτι τέτοιο δεν πιστεύω ότι θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό. Εκτενέστερη αναφορά στην αμφισβητούμενη μαρτυρία θα γίνει όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο στο στάδιο της αξιολόγησής της. Κρίνω στο σημείο αυτό, ορθότερο, να παραθέσω με συνοπτικό τρόπο τις θέσεις των δύο πλευρών. Η θέση της Κατηγορούσας Αρχής, ως τούτη προωθήθηκε με τη δια ζώσης μαρτυρία του ΜΚ2, είναι ότι, ο Κατηγορούμενος, ο οποίος τον ουσιώδη χρόνο ήταν συνέταιρος του ΜΚ2 στη διαχείριση ενός πρακτορείου στοιχημάτων, εκμεταλλευόμενος τη θέση που κατείχε, έκλεψε, από το πρακτορείο, χρηματικό ποσό, ύψους περίπου, €20.

  1. Η θέση της Υπεράσπισης, ως τούτη προωθήθηκε με τη δια ζώσης μαρτυρία του Κατηγορούμενου, είναι ότι, ο τελευταίος, ουδέν ποσό τοις μετρητοίς έχει κλέψει από το πρακτορείο. Το μόνο που έπραξε, ήταν να χρησιμοποιήσει ηλεκτρονικό υπολογιστή του πρακτορείου και να στοιχηματίσει, όχι με σκοπό το κέρδος, αλλά με σκοπό τη διασκέδαση και μόνο, σε τυχερά παιγνία τύπου live casino. Δεν γνώριζε, ότι τη στιγμή που στοιχημάτιζε, το πρακτορείο χρεώνετο από την εταιρεία που παρείχε τις υπηρεσίες στοιχήματος τύπου live casino. Σύμφωνα με την Υπεράσπιση, αν ο Κατηγορούμενος γνώριζε ότι με την τοποθέτηση στοιχημάτων προκαλούσε οικονομική υποχρέωση στο πρακτορείο, τότε δεν θα ενεργούσε, ως ενήργησε. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, θεωρώ ορθό να παραθέσω τα πιο κάτω γεγονότα, τα οποία, είτε πηγάζουν από αναντίλεκτη ενώπιον μου μαρτυρία, είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Περί τα μέσα με τέλη Φεβρουαρίου 2010, ο ΜΚ2, εισηγήθηκε στον Κατηγορούμενο (κουμπάρο του), όπως αναλάβει, ως υπάλληλός του, τη διαχείριση ενός πρακτορείου στοιχημάτων (στο εξής «το πρακτορείο»). Ο Κατηγορούμενος, αποδέχτηκε την πρόταση του ΜΚ
  2. Ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που θα προσέφερε ο Κατηγορούμενος στο πρακτορείο, αυτός, αντί μηνιαίας αντιμισθίας, θα ήταν δικαιούχος του 20% των κερδών της επιχείρησης. Το πρακτορείο, ως χώρος και γενικά ως επιχείρηση, ήταν ήδη (κατά το χρόνο της συνομολόγησης της πιο πάνω συμφωνίας), έτοιμο να λειτουργήσει. Στα πλαίσια της ετοιμασίας του πρακτορείου, ο ΜΚ2 συμβλήθηκε, μεταξύ άλλων, και με μια εταιρεία με την επωνυμία Safino (στο εξής «η Safino»), η οποία εγκατέστησε στο χώρο όπου θα διεξάγοντο οι εργασίες του πρακτορείου, αριθμό ηλεκτρονικών υπολογιστών με συγκεκριμένα προγράμματα. Ένας εκ των εν λόγω υπολογιστών, είχε εγκατασταθεί στο χώρο του ταμείου του πρακτορείου. Μέσω του συγκεκριμένου υπολογιστή, ήταν δυνατή, από το διαχειριστή του (υπολογιστή), η τροφοδότηση διαφόρων λογαριασμών, επί των λοιπών ηλεκτρονικών υπολογιστών του πρακτορείου, με διάφορες μονάδες, ώστε να είναι δυνατή η τοποθέτηση στοιχημάτων από πελάτες του πρακτορείου σε ζωντανά τυχερά παιχνίδια, τύπου live casino. Η υποβολή στοιχήματος μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή επί τυχερών παιχνιδιών τύπου live casino, ήταν δυνατή μέσω των υπηρεσιών που παρείχε η Safino στο ΜΚ
  3. Στην ουσία, αν ένας πελάτης του πρακτορείου επιθυμούσε, μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή του εν λόγω πρακτορείου, να στοιχηματίσει σε τέτοιου τύπου τυχερό παιχνίδι, θα έπρεπε να καταβάλλει προς το διαχειριστή του πρακτορείου, το χρηματικό ποσό που επιθυμούσε να στοιχηματίσει, και έπειτα, ο ταμίας του πρακτορείου (ο οποίος ως επί το πλείστο ήταν ο Κατηγορούμενος), να τροφοδοτήσει συγκεκριμένο λογαριασμό σε συγκεκριμένο ηλεκτρονικό υπολογιστή, με αριθμό μονάδων (στο εξής «οι μονάδες»), αντίστοιχο του ποσού που παρέδωσε ο πελάτης σ΄ αυτόν. Κατόπιν, ο πελάτης μπορούσε, μέσω του συγκεκριμένου ηλεκτρονικού υπολογιστή να αρχίζει να στοιχηματίζει. Αν, τη στιγμή που ο πελάτης επιθυμούσε τη διακοπή της τοποθέτησης στοιχημάτων από πλευράς του, ο λογαριασμός μέσω του οποίου στοιχημάτιζε, είχε υπόλοιπο μονάδων, τότε, δικαιούτο να ζητήσει από τον ταμία του πρακτορείου να του ανταλλάξει τις μονάδες με χρήματα, με την ίδια ισοτιμία που ίσχυσε κατά το στάδιο που έγινε η αρχική πίστωση, του εν λόγω λογαριασμού, από τον ταμία. Χρέη ταμία στο εν λόγω πρακτορείο, εκτελούσαν, κυρίως ο Κατηγορούμενος και σε κάποιες περιπτώσεις που τύγχανε να απουσιάζει, η Alina Musu, γυναίκα ρουμανικής καταγωγής η οποία εργοδοτήθηκε στο εν λόγω πρακτορείο κατόπιν συνεννόησης του Κατηγορούμενου με το ΜΚ
  4. Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας του ΜΚ2 με τη Safino, το πρακτορείο όφειλε, κάθε τέλος έκαστου μήνα, να εξοφλά οποιεσδήποτε οφειλές του προς τη Safino. Το αντάλλαγμα της Safino για τις υπηρεσίες που παρείχε στο πρακτορείο, αναλογούσε στο 50% των κερδών που θα προέκυπταν από την τοποθέτηση των στοιχημάτων των πελατών του πρακτορείου, μέσω των υπηρεσιών που παρείχε η εν λόγω εταιρεία. Εν πάση όμως περιπτώσει, με τη χρήση από πλευράς του πρακτορείου, υπηρεσιών της Safino αξίας που υπερέβαινε τις €10.000, και ανεξάρτητα αν τούτο συνέβαινε πριν το τέλος κάποιου μήνα, η Safino θα είχε δικαίωμα να μην επιτρέψει την περαιτέρω τοποθέτηση στοιχημάτων και να απαιτήσει την άμεση καταβολή των μέχρι τότε οφειλών του πρακτορείου. Η Safino, καθ΄ όλη τη διάρκεια της συνεργασίας της με το ΜΚ2, θα είχε δυνατότητα μέσω των ηλεκτρονικών υπολογιστών που διατηρούσε προφανώς στα γραφεία της, να επιβλέπει, στο βαθμό που τούτο ήταν αναγκαίο, το ύψος της αξίας των υπηρεσιών της που χρησιμοποιούντο στο πρακτορείο για την τοποθέτηση στοιχημάτων, ώστε ακριβώς, από τη μια να παρεμβαίνει στην περίπτωση που παρατηρείτο υπέρβαση του πιο πάνω αναφερόμενου ορίου και από την άλλη, να γνωρίζει την πραγματική αξία των υπηρεσιών που προσέφερε προς το ΜΚ
  5. Στις 31/3/2010 και περί ώρα 20:30 και αφού το πρακτορείο είχε ήδη λειτουργήσει για ένα και πλέον μήνα, ο ιδιοκτήτης της Safino επικοινώνησε με το ΜΚ2 και τον ενημέρωσε ότι σύμφωνα με τα στοιχεία που κατέχει, το πρακτορείο του, έχει ξεπεράσει το όριο των υπηρεσιών αξίας €10.000 και ζήτησε από τον τελευταίο όπως μεριμνήσει για την καταβολή των μέχρι τότε οφειλομένων. Ο ΜΚ2, μετά την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον ιδιοκτήτη της Safino, μεταξύ άλλων, επισκέφθηκε και το χώρο στον οποίο λειτουργούσε το πρακτορείο και πρόσεξε ότι τούτο, ήταν κλειστό, παρά το γεγονός ότι τη δεδομένη στιγμή, θα έπρεπε να λειτουργεί. Περί τις 00:10 της 1/4/2010 και αφού προηγουμένως εισήλθε στο πρακτορείο και προέβη σε σχετικό έλεγχο, μεταξύ άλλων και του ταμείου του πρακτορείου, ο ΜΚ2 υπέβαλε γραπτό παράπονο στην αστυνομία εναντίον του Κατηγορούμενου, στα πλαίσια του οποίου κατηγορεί τον τελευταίο ότι του έκλεψε το χρηματικό ποσό των €10.000 (Έγγραφο Β(i)). Για τα πιο πάνω γεγονότα κάμνω ανάλογα ευρήματα. Αξιολόγηση Ο ΜΚ1 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Πρόκειται για τον ανακριτή της υπόθεσης, ο οποίος κατόπιν καταγγελίας του ΜΚ2, ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης. Στα πλαίσια της διερεύνησης αυτής, έλαβε καταθέσεις από διάφορα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και από το ΜΚ2 (συμπληρωματική κατάθεση ημερομηνίας 4/9/2010 - Έγγραφο Β(ii)). Επιπρόσθετα, έλαβε και την ανακριτική κατάθεση του Κατηγορουμένου, καθώς επίσης και κατηγόρησε τούτον γραπτώς (Τεκμήρια 1Α και 1Β). Ο εν λόγω μάρτυρας, στα πλαίσια της μαρτυρίας του, κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου το Τεκμήριο 2, το οποίο αφορά σε έγγραφο αποτελούμενο από έξι σελίδες μεγέθους Α
  6. Ερωτηθείς ειδικά, στο στάδιο της κυρίως εξέτασής του, ως προς το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, ανάφερε τα ακόλουθα: «Αφορά τα ποσά που έπαιξε ο Κατηγορούμενος στη μηχανή. Περισσότερη επεξήγηση τι αφορά ο κάθε αριθμός και η κάθε σημείωση, καλύτερα να σας δώσουν οι ανθρώποι της Safino». Η αντεξέταση του ΜΚ1, περιορίστηκε σε διευκρινιστικού αντί αντιπαραθετικού χαρακτήρα ερωτήσεις. Η αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα δεν κλονίστηκε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του. Ήταν σταθερός στις θέσεις του και όπου καθίστατο αναγκαίο να φρεσκάρει τη μνήμη του, έπραττε τούτο, κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου, από το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο εν λόγω μάρτυρας είπε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια. Ως προς το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, δεν διαφώτισε καθόλου το Δικαστήριο με τη μαρτυρία του. Τη μαρτυρία του την αποδέχομαι στο σύνολό της. Όσον αφορά τώρα στο ΜΚ2, η μαρτυρία του παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις και σε αρκετά σημεία της, συγκρούεται και με την κοινή λογική σε βαθμό που κρίνω ότι αποτελεί ακροσφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων αναφορικά με τα αμφισβητούμενα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Οι οποιεσδήποτε δε εξηγήσεις που έδωσε, για να δικαιολογήσει την αντιφατικότητα που παρουσιάζουν οι ισχυρισμοί του, για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω, δεν μπορούν να γίνουν δεκτές. Για σκοπούς αιτιολογίας και πληρότητας αναφέρω τα εξής σχετικά. Αποτέλεσε βασική θέση του ΜΚ2, ως τούτη προωθήθηκε με διάφορους ισχυρισμούς του, στη δια ζώσης μαρτυρία του, ότι ο Κατηγορούμενος στην πραγματικότητα έκλεψε από το πρακτορείο του ένα ποσό, τοις μετρητοίς, ύψους περίπου €20.
  7. Ήταν ακριβώς η θέση του ότι, ο Κατηγορούμενος πήρε από το ταμείο του πρακτορείου, τα χρήματα που βρισκόντουσαν σ΄ αυτό και τα οποία αφορούσαν, αφενός στο ποσό των €5.000, που του είχε δώσει για να τοποθετήσει στο ταμείο, ώστε να είναι δυνατή η πληρωμή των κερδών των πελατών (ντεπόζιτο/ταμείο) και ακόμα ένα ποσό της τάξης περίπου €5.000, που κατά την εκτίμησή του αφορούσε στο ποσό που λήφθηκε από τον Κατηγορούμενο από τους διάφορους πελάτες που στοιχημάτισαν στο πρακτορείο, σε στοιχήματα, άσχετα από αυτά που προσέφερε η Safino, όπως ποδοσφαιρικά στοιχήματα, ΚΙΝΟ κ.ο.κ.. Επιπρόσθετα, σύμφωνα πάντα με το ΜΚ2, ο Κατηγορούμενος, από το ταμείο του πρακτορείου, έκλεψε και ένα άλλο ποσό, της τάξης περίπου των €10.000, που στοιχημάτισαν διάφοροι πελάτες μέσω των υπηρεσιών που παρείχε η Safino. Την ακριβώς πιο πάνω θέση του, την έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου πέραν της μίας φοράς. Αξίζει επί του προκειμένου να σημειωθεί, ότι σύμφωνα πάντα με το ΜΚ2, από τα μέσα Φεβρουαρίου που άρχισε η συνεργασία τους, μέχρι και τις 31 Μαρτίου που επήλθε ο τερματισμός της, ουδέποτε συζήτησαν με τον Κατηγορούμενο τα οικονομικά του πρακτορείου, ούτε ο ίδιος (ο ΜΚ2), εξέτασε κατά πόσο το πρακτορείο είχε ή όχι κέρδος ή γενικά την αξία των στοιχημάτων που παίχτηκαν από τους διάφορους πελάτες. Παρά ταύτα, τόσο κατά το στάδιο που λαμβάνετο η πρώτη του κατάθεση και δη τα ξημερώματα της 1/4/2010, όσο και κατά το στάδιο που λαμβάνετο η δεύτερη κατάθεσή του και δη στις 4/9/2010, οι οποιεσδήποτε αναφορές του σε ισχυριζόμενη κλοπή του Κατηγορουμένου, περιορίζοντο σε ένα ποσό της τάξης περίπου των €10.
  8. Ερωτηθείς ειδικά, ως προς το γιατί δεν ανάφερε στην κατάθεσή του οτιδήποτε περί κλοπής από τον Κατηγορούμενο χρημάτων που στοιχημάτισαν πελάτες του πρακτορείου σε ποδοσφαιρικά στοιχήματα και/ή στο ΚΙΝΟ κλπ, ισχυρίστηκε, πέραν της μίας φοράς, ότι ο λόγος που δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό, ήταν γιατί, το όργανο που του έλαβε την κατάθεση, τον ενημέρωσε ότι ο Κατηγορούμενος έχει ήδη παραδεχθεί την κλοπή των χρημάτων και δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος να μπει σε λεπτομέρειες αναφορικά με τις οποιεσδήποτε αποδιδόμενες στον Κατηγορούμενο πράξεις. Η μόλις πιο πάνω δικαιολογία του ΜΚ2, συγκρούεται με την κοινή λογική. Και τούτο γιατί, η κατάθεσή του στην οποία υποβάλλει το παράπονό του, έχοντας ήδη επισκεφθεί το πρακτορείο και ελέγξει και το ταμείο, λήφθηκε τα ξημερώματα της 1/4/2010 και δη προτού ο Κατηγορούμενος ανευρεθεί από την αστυνομία και εκφράσει την οποιαδήποτε θέση του ως προς τους ισχυρισμούς του ΜΚ
  9. Σημειώνω, ότι η κατάθεση του Κατηγορουμένου, μέσω της οποία εξέφρασε, σύμφωνα πάντα με την ενώπιόν μου μαρτυρία, για πρώτη φορά προς την αστυνομία τις θέσεις στα όσα του αποδίδονται, λήφθηκε στις 3/4/
  10. Πώς είναι δυνατό, την 1/4/2010, η αστυνομικός που έλαβε την κατάθεση του ΜΚ2, να τον ενημερώνει περί παραδοχής του Κατηγορουμένου; Επί ενός άλλου θέματος, πλην όμως σχετικού και με τα πιο πάνω, ο ΜΚ2, ως αναφέρθηκε και ανωτέρω, ισχυρίστηκε ότι ο Κατηγορούμενος, κατά τις 30 και/ή 31/3/2010 που εγκατέλειψε το πρακτορείο, μέρος των χρημάτων που έκλεψε από το ταμείο, ήταν και ένα ποσό της τάξης των €5.000 που ο ίδιος του είχε δώσει από την έναρξη της συνεργασίας τους ώστε να αποτελεί «το ταμείο» του πρακτορείου, από το οποίο θα πληρώνοντο τα κέρδη των πελατών. Ο εν λόγω ισχυρισμός του όμως, συγκρούεται μετωπικά με άλλο σαφή ισχυρισμό του, και δη αυτόν, σύμφωνα με τον οποίο ο Κατηγορούμενος σε τρεις τουλάχιστον περιπτώσεις, κατά το διάστημα των 1½ περίπου μηνών που λειτούργησε το πρακτορείο υπό τη συνεργασία τους, του ζήτησε χρήματα για να καταβάλει τα κέρδη διαφόρων πελατών του πρακτορείου. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, για το σκοπό αυτό, κατέβαλε προς τον Κατηγορούμενο δύο φορές περίπου €300 και μία φορά €
  11. Πώς είναι δυνατό, από τη μια να δίδει στον Κατηγορούμενο, σε τρεις περιπτώσεις, χρήματα για να καταβάλει τα κέρδη των πελατών του πρακτορείου, αντιλαμβανόμενος προφανώς ότι δεν υπήρχαν επαρκή χρήματα στο ταμείο του πρακτορείου για το σκοπό αυτό, και από την άλλη να ισχυρίζεται ότι κατά την 31/3/2010 και δη κατά την τελευταία ημέρα της συνεργασίας τους, ο Κατηγορούμενος έκλεψε από το ταμείο, μεταξύ άλλων, και €5.000 που, κατά το ΜΚ2, του έδωσε στην αρχή της συνεργασίας τους; Ο ΜΚ2, βρέθηκε αντιμέτωπος με τη θέση ότι, ο Κατηγορούμενος το βράδυ της 30ης και κατά τη διάρκεια της ημέρας της 31ης Μαρτίου 2010 στοιχημάτισε μέσω των υπηρεσιών της Safino, χωρίς να καταβάλει οποιοδήποτε αντίτιμο στο πρακτορείο. Η αντίδρασή του ήταν ότι, η εν λόγω θέση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, γιατί, κατά τον ίδιο, ο Κατηγορούμενος ουδέποτε στοιχημάτισε τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Αυτό που πραγματικά έπραξε ο Κατηγορούμενος, κατά το ΜΚ2, ήταν να κλέψει από το ταμείο τα χρήματα που του έδωσαν οι πελάτες του πρακτορείου, οι οποίοι στην πραγματικότητα είναι τα πρόσωπα που στοιχημάτισαν νομότυπα μέσω των υπηρεσιών της Safino. Ήταν ακριβώς η θέση του, ότι τα όσα σχετικά ισχυρίζεται ο Κατηγορούμενος στην κατάθεσή του, αποτελούν δεύτερες σκέψεις του, που μοναδικό σκοπό έχουν να αποφύγει ο ίδιος τις ευθύνες του για κλοπή χρημάτων τοις μετρητοίς από το ταμείο του πρακτορείου. Ισχυρίστηκε δε, ότι προς τούτο κατέχει συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία (και τούτο το ανέφερε πάρα πολλές φορές κατά τη διά ζώσης μαρτυρία του), και ότι σκοπός του ήταν να τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο προς απόδειξη του ισχυρισμού του. Παρά ταύτα, κανένα στοιχείο δεν παρουσίασε προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ενώ εκείνο που αβίαστα προκύπτει από τα αναφερόμενά του στη συμπληρωματική του κατάθεση (Έγγραφο Β(ii)), είναι ότι ο σχετικός ισχυρισμός του Κατηγορούμενου, γίνεται αποδεκτός από τον ίδιο. Όταν δε ερωτάται, σε συνάρτηση πάντα με το περιεχόμενο της συμπληρωματικής του κατάθεσης, ως προς το γιατί, πέντε ολόκληρους μήνες μετά την καταγγελία του (η συμπληρωματική του κατάθεση δόθηκε πέντε και πλέον μήνες μετά τη λήψη της αρχικής κατάθεσης/παράπονό του), δεν ανέφερε στην αστυνομία, αφενός τους ισχυρισμούς του ότι το παράπονό του αφορά σε χρήματα τοις μετρητοίς που έκλεψε ο Κατηγορούμενος από το ταμείο του πρακτορείου και αφετέρου, περί του ότι το συνολικό ποσό για το οποίο έχει παράπονο, ανέρχεται στις €20.000 και όχι στις €10.000, ισχυρίστηκε ότι, ο αστυφύλακας που του έλαβε τη συμπληρωματική του κατάθεση, παρά το ότι ο ίδιος (ο ΜΚ2), του ανέφερε ρητά περί κλοπής από τον Κατηγορούμενο χρημάτων τοις μετρητοίς, αυτός επικεντρώθηκε μόνο στο θέμα που αφορούσε τη Safino, με αποτέλεσμα να μην καταγράψει τα όσα του είπε. Ο εν λόγω όμως ισχυρισμός του ΜΚ2, ουδέποτε τέθηκε στο ΜΚ1 (ο αστυφύλακας που έλαβε τη συμπληρωματική κατάθεση του ΜΚ2), ώστε να τοποθετηθεί περί τούτου. Επιπρόσθετα όμως, εκείνο που υπέχει καταλυτικής σημασίας για το αβάσιμο του ισχυρισμού του ΜΚ2, είναι το γεγονός, το οποίο ήδη αναφέρθηκε και ανωτέρω ότι, και στις δύο καταθέσεις που του λήφθηκαν από την αστυνομία, ανεξάρτητα της περιγραφής του τρόπου που κατά τον ίδιο ο Κατηγορούμενος διενήργησε την κλοπή, περιορίζει το ποσό τούτης, στις €10.000 περίπου, χωρίς να προβαίνει σε οποιανδήποτε αναφορά η οποία θα μπορούσε, κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις, να εκληφθεί ότι αποσκοπούσε στο να προωθήσει ισχυρισμό περί κλοπής από τον Κατηγορούμενο ποσού πέριξ των €20.000, ως ήταν και ο ισχυρισμός του στη δια ζώσης μαρτυρία του. Ένας άλλος ισχυρισμός του ΜΚ2, που δεικνύει την τάση του να αποκρύψει από το Δικαστήριο γεγονότα, στην προσπάθειά του να επιτευχθεί καταδίκη του Κατηγορούμενου, στο αδίκημα της κλοπής €20.000, που κατά το ΜΚ2 ο τελευταίος έκλεψε από το πρακτορείο, είναι ο ισχυρισμός του, περί του ότι αναγκάστηκε να πληρώσει στη Safino €10.274,80, ως ήταν και η απαίτηση της τελευταίας, για σκοπούς χρήσης των υπηρεσιών της από το πρακτορείο. Αυτό που ξενίζει με τον εν λόγω ισχυρισμό του ΜΚ2 είναι ότι, σύμφωνα με άλλο σαφή ισχυρισμό του, αποτελούσε όρο της συμφωνίας του ιδίου με τη Safino, η τελευταία να παίρνει ως αντάλλαγμα για την παροχή των υπηρεσιών της, το 50% των κερδών του πρακτορείου. Το άλλο 50% θα το κρατούσε ο ΜΚ
  12. Πώς είναι δυνατόν, να τοποθετούνται, μέσω των υπηρεσιών της Safino στοιχήματα αξίας €10.274,80 σε τυχερά παιχνίδια και ο ΜΚ2 να καταβάλει όλο αυτό το ποσό στη Safino, χωρίς να κρατήσει το 50% που αποτελούσε δική του περιουσία; Και αν όντως πλήρωσε το εν λόγω ποσό, πώς και δεν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής, που προφανώς εκδόθηκε από τη Safino; Αξίζει ακόμα να σημειωθεί ότι, παρά τους διάφορους ισχυρισμούς του ΜΚ2 περί λανθασμένου τρόπου λήψης της κατάθεσής του και επηρεασμού του από την αστυφύλακα που έλαβε τούτη (πρώτη του κατάθεση), η Κατηγορούσα Αρχή, δεν παρουσίασε την εν λόγω αστυφύλακα ως μάρτυρα κατηγορίας για να διαφωτίσει το Δικαστήριο σχετικά. Εκείνο όμως το οποίο προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΚ2 και επί τούτου, συμφώνησε ρητά με σχετική θέση που του υπέβαλε ο συνήγορος Υπεράσπισης (σημειώνεται ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οι ακριβείς όροι της συμφωνίας μεταξύ ΜΚ2 και Safino), είναι ότι, οι μονάδες με τις οποίες τροφοδοτείτο ένας λογαριασμός πελάτη του πρακτορείου που επιθυμούσε να στοιχηματίσει επί των τυχερών παιχνιδιών που προσέφερε η Safino, δεν αποτελούσαν διαπραγματευτικό εργαλείο συγκεκριμένης αξίας. Ουδέποτε, ο ΜΚ2, αγόρασε από τη Safino οποιονδήποτε συγκεκριμένο αριθμό τέτοιων μονάδων με σκοπό να πωλεί και/ή να ενοικιάζει και/ή να εμπορεύεται τούτες με τους πελάτες του πρακτορείου. Ούτε πωλούσε τέτοιες μονάδες προς τους πελάτες του. Ούτε προκύπτει από την ενώπιόν μου μαρτυρία οτιδήποτε που να δεικνύει έστω ότι η Safino είναι ιδιοκτήτρια ή κάτοχος συγκεκριμένου αριθμού τέτοιων μονάδων τις οποίες και/ή μέρος των οποίων πωλεί και/ή εμπορεύεται με τους πελάτες της. Οι εν λόγω μονάδες αποτελούσαν, στην ουσία, μέρος του λογισμικού συστήματος και/ή της λογισμικής μεθόδου, με την οποία ήταν δυνατός ο έλεγχος, τόσο από την Safino, όσο και από τους πελάτες της (π.χ. τον ΜΚ2), της χρηματικής αξίας των στοιχημάτων που διενεργήθηκαν μέσω των υπηρεσιών της Safino. Αυτό που πραγματικά πωλούσε και/ή εμπορευόταν η Safino, και κατ' επέκταση και οι πελάτες της (π.χ. ο ΜΚ2), ήταν τις υπηρεσίες που παρείχε η πρώτη, δίδοντας στην ουσία δικαίωμα, σε κάποιο τρίτο, να μπορεί, μέσω των εν λόγω υπηρεσιών της, να στοιχηματίσει σε τυχερά παιχνίδια τύπου live casino, όπως ρουλέτες, πόκερ, black jack, κ.ο.κ. και όχι την πώληση και/ή ενοικίαση αριθμού μονάδων συγκεκριμένης αξίας ως αν οι εν λόγω μονάδες να αποτελούσαν κάποιας μορφής αντικείμενο επί του οποίου να μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα. Οι μονάδες με τις οποίες τροφοδοτείτο ο λογαριασμός ενός πελάτη του πρακτορείου, ήταν το μέσο με το οποίο ήταν δυνατός ο έλεγχος, και κατ' επέκταση και η διασφάλιση ότι, αφενός ο πελάτης δεν θα μπορεί να στοιχηματίσει ποσό πέραν του ποσού που αρχικά κατέβαλε στον ταμία του πρακτορείου, και αφετέρου, η Safino να γνωρίζει, ανά πάσα στιγμή, τη χρηματική αξία των υπηρεσιών της που χρησιμοποιήθηκαν μέσω του εκάστοτε πελάτη της, στην προκειμένη περίπτωση, μέσω του πρακτορείου του ΜΚ
  13. Δεν χρειάζεται, κατά τη γνώμη μου, η παράθεση περαιτέρω αντιφάσεων και/ή γενικά αδυναμιών που παρουσιάζει η μαρτυρία του ΜΚ2, για να δικαιολογήσω του λόγου το ασφαλές, της πιο πάνω ήδη εκφρασθείσας κρίσης μου αναφορικά με την βαρύτητα που μπορώ να προσδώσω στη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα. Επομένως, στο βαθμό που η μαρτυρία του ΜΚ2 αμφισβητείται από την άλλη πλευρά, τούτη δεν μπορεί να γίνει δεκτή από το Δικαστήριο. Η ΜΚ3 μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Εν πάση περιπτώσει, ούτε η υπεράσπιση αμφισβήτησε την αξιοπιστία της. Πρόκειται για την, κατά τον ουσιώδη χρόνο, σύζυγο του ΜΚ
  14. Στο βαθμό που η μαρτυρία της κρίνεται σχετική, σημειώνω τα ακόλουθα: Επειδή, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο ΜΚ2 αντιμετώπιζε προβλήματα με την αστυνομία (άσχετα με την παρούσα υπόθεση), ζήτησε (ο ΜΚ2) από την ΜΚ3, όπως η τελευταία υπογράψει διάφορες συμφωνίες, μεταξύ άλλων και με την εταιρεία παροχής υπηρεσιών στοιχήματος Royal Sports Betting Ltd (στο εξής «η Royal»), ώστε να είναι δυνατή, μέσω του πρακτορείου του ΜΚ2, η τοποθέτηση στοιχήματος επί των προϊόντων της Royal. Κατέθεσε δε, ενώπιον του Δικαστηρίου, ως Τεκμήριο 3 την σχετική συμφωνία. Δεν ανέφερε τίποτα άλλο σχετικό με το Τεκμήριο 3, όπως συνθήκες ετοιμασίας και/ή υπογραφής του, ή οτιδήποτε αναφορικά με την υλοποίηση των όρων του. Ερωτηθείσα ειδικά ως προς τη δική της ανάμειξη και σχέση με το πρακτορείο, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε σχετικό, και ότι αυτό που της ζητήθηκε από τον ΜΚ2, ήταν, αφενός να υπογράφει τα διάφορα έγγραφα που αφορούσαν στο πρακτορείο, και αφετέρου να καταβάλλει προς τη Royal τα οφειλόμενα του πρακτορείου, και να λαμβάνει από την πρώτη διάφορα άλλα έγγραφα που σχετίζοντο με το πρακτορείο. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η εν λόγω μάρτυρας, όταν επισκεπτόταν τα γραφεία στα οποία στεγαζόταν η Royal, απλά ανέφερε προς τους εκπροσώπους της εν λόγω εταιρείας ότι, ενεργούσε εκ μέρους του ΜΚ2 και τίποτα άλλο. Αν και της υποδείχθηκαν αρκετά έγγραφα από την εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, επί των οποίων είχε θέσει στο παρελθόν την υπογραφή της, και/ ή επί των οποίων αναγράφετο το όνομά της, δήλωσε πλήρη άγνοια ως προς την ουσία και περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, αναφέροντας επίσης, ότι για τα εν λόγω έγγραφα, προφανώς εννοώντας την ετοιμασία τους και το σκοπό που εξυπηρετούσαν, γνώστης ήταν ο ΜΚ
  15. Τη μαρτυρία της την αποδέχομαι στο σύνολό της. Όσον αφορά στον Κατηγορούμενο, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο δεν είπε την αλήθεια. Ήταν έκδηλη η προσπάθειά του, καθ' όλη τη διάρκεια της δια ζώσης μαρτυρίας του, αφενός να προωθήσει μη ενοχοποιητικούς για τον ίδιο ισχυρισμούς, ανεξάρτητα αν τούτοι ήταν αληθείς ή όχι, και αφετέρου να δικαιολογήσει, με εντελώς μη πειστικό τρόπο, διάφορες αναφορές της κατάθεσής του, τις οποίες ο ίδιος θεωρούσε ενοχοποιητικές γι' αυτόν και/ή αναφορές εναντίον των συμφερόντων του. Για σκοπούς αιτιολογίας της μόλις πιο πάνω εκφρασθείσας κρίσης μου, ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας του κατηγορουμένου, κρίνω αναγκαίο να σημειώσω τα ακόλουθα. Τρεις μέρες μετά την υποβολή παραπόνου του ΜΚ2 στην Αστυνομία, λήφθηκε κατάθεση από τον κατηγορούμενο (Τεκμήριο 1Α). Μία ώρα και σαράντα λεπτά μετά τη λήψη της κατάθεσής του, ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς επί το ότι, έκλεψε το χρηματικό ποσό των €10.274,80, περιουσία του ΜΚ2 και της Safino, δια της χρήσης του εν λόγω ποσού για υποβολή στοιχημάτων, μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή (Τεκμήριο 1Β). Τόσο στη θεληματική του κατάθεση, όσο και στη γραπτή κατηγορία που του απαγγέλθηκε (αμφότερες κατατέθηκαν άνευ ενστάσεως και χωρίς να αμφισβητηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο η θεληματικότητά τους), ο Κατηγορούμενος, με κάθε σαφήνεια, αποδέχεται στην ουσία, ότι, το βράδυ της 30ης Μαρτίου 2010, και κατά τη διάρκεια της ημέρας της 31ης του ιδίου μήνα, γνωρίζοντας ότι με τον τρόπο που ενεργούσε καθιστούσε τον ΜΚ2 οικονομικά υπόλογο στη Safino, καθώς επίσης και ότι ο ίδιος, χωρίς την προγενέστερη συγκατάθεση του ΜΚ2, και με μη αποδεκτό τρόπο, εκμεταλλευόταν τις υπηρεσίες της Safino και καθίστατο πλέον χρεώστης του ΜΚ2, τροφοδότησε λογαριασμό επί ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή του πρακτορείου, με αριθμό μονάδων, χωρίς προηγουμένως να καταβάλει προς το πρακτορείο το αντίτιμο για την εν λόγω ενέργειά του, και άρχισε, μέσω των υπηρεσιών που παρέχοντο στο πρακτορείο από τη Safino, να στοιχηματίζει σε τυχερά παιχνίδια τύπου live casino. Με τον τρόπο αυτό, αφού δεν κατάφερε να κερδίσει στα στοιχήματα που τοποθέτησε, βρέθηκε να οφείλει, προς τον ΜΚ2, το συνολικό ποσό των €10.274,
  16. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην κατάθεσή του, αναγνωρίζοντας με τον πιο σαφή τρόπο ότι με την ενέργειά του κατέστη χρεώστης του ΜΚ2, ο οποίος είχε πλέον υποχρέωση να εξοφλήσει τη ρηθείσα οφειλή του πρακτορείου προς τη Safino, «Σήμερα επία στον Γιαννή (ΜΚ2) αφού εσυμφωνήσαμε για τούντη κουβέντα να τους δώσει (στη Safino) ο Γιαννής επιταγές τζιαι εγώ να πειαίννω κάθε μήνα να του διώ του Γιαννή λεφτά». Το ότι, τη στιγμή που στοιχημάτιζε, σκοπούσε να αποκομίσει κέρδος και το ότι γνώριζε πως όφειλε να καταβάλει προς το πρακτορείο το αντίτιμο για τα στοιχήματα που τοποθέτησε, προκύπτει και από άλλες ρητές σχετικές αναφορές του στην κατάθεσή του. Τις παραθέτω ευθύς αμέσως αυτούσιες: «Εγιώ ξεκίνησα με κάτι λλία αλλά όταν είδα ότι έχανα προσπαθούσα να φκάλω τζίνα που έχασα με αποτέλεσμα να χάσω το ποσό που σου είπα. .» και «.το πρωί έπαιξα ακόμη λίγο στο κομπιούτερ όπου τέλειωσα μεσημέρι αλλά πάλε εν εύκαλα τίποτε.». Παρά το γεγονός ότι, στο αρχικό στάδιο της κυρίως εξέτασής του, υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του, καθώς επίσης και προώθησε συμβατούς με αυτό ισχυρισμούς, αμέσως μετά, άλλαξε άρδην θέση, και προώθησε, για πρώτη φορά, καθόλου πειστικά, τον συγκρουόμενο ισχυρισμό ότι, η οποιαδήποτε ενέργειά του μέσω των ηλεκτρονικών υπολογιστών του πρακτορείου κατά την 30η και 31η Μαρτίου 2010, μοναδικό σκοπό είχαν να διασκεδάσει το χρόνο του, χωρίς καμία απολύτως πρόθεση από πλευράς του να αποκομίσει οποιοδήποτε κέρδος. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι, ο ισχυρισμός του περί μη πρόθεσής του να αποκομίσει κέρδος, αποτελεί ξεκάθαρα αποτέλεσμα δεύτερης σκέψης, που μοναδικό σκοπό είχε να αποσείσει από τους ώμους του την οποιαδήποτε ευθύνη τυχόν προκύπτει, από τις ενέργειές του. Το ίδιο κρίνω ότι συμβαίνει και αναφορικά με τον επόμενο (χρονικά) ισχυρισμό του, και δη ότι δήθεν, κατά τη λήψη της κατάθεσής του, ανέφερε προς τον ΜΚ1 που την λάμβανε ότι, δεν στοιχημάτιζε με σκοπό το κέρδος, πλην όμως ο εν λόγω αστυφύλακας, αρνήθηκε να καταγράψει τούτο και κατέγραψε ετσιθελικά τα όσα αναφέρονται στην κατάθεσή του. Πρώτο, τίποτα σχετικό δεν τέθηκε προς τον ΜΚ1, ώστε να τοποθετηθεί σχετικά, και δεύτερο, και τούτο προκύπτει από το περιεχόμενο της κατάθεσης του κατηγορουμένου, ο ίδιος, δια σχετικής διαβεβαίωσης που κατέγραψε επί της κατάθεσής του, αποδέχθηκε το ορθό του περιεχομένου της, και δεν προέβη σε οποιεσδήποτε αλλαγές, προσθέσεις και/ή διορθώσεις επ' αυτού. Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προσπαθούσε με κάθε τρόπο να ισχυριστεί οτιδήποτε θεωρούσε ότι βοηθά την υπόθεσή του, ανεξάρτητα αν τούτο ήταν αληθές ή μη, προκύπτει και από τον ισχυρισμό του, στην δια ζώσης μαρτυρία του, ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε, είτε για τα προγράμματα της Safino επί των ηλεκτρονικών υπολογιστών του πρακτορείου, είτε για τον τρόπο που λειτουργούσαν, και/ή ήταν δυνατό μέσω των, να αποκομίσει κάποιος κέρδος. Ξέχασε προφανώς ο Κατηγορούμενος ότι, μέρος της μαρτυρίας του αποτέλεσαν και οι ισχυρισμοί του, περί του ότι, για ενάμιση περίπου μήνες το πρακτορείο λειτουργούσε χωρίς προβλήματα, παρέχοντας στους πελάτες του δυνατότητα υποβολής στοιχημάτων μέσω των υπηρεσιών της Safino, με κάποιους εκ των πελατών του πρακτορείου να αποκομίζουν κέρδος, με όλες τις ενέργειες για να διεξαχθούν τα εν λόγω στοιχήματα εκ μέρους του πρακτορείου, να εκτελούνται από τον Κατηγορούμενο. Δεν χρειάζεται, κατά τη γνώμη μου, να ασχοληθώ περαιτέρω με τη μαρτυρία του Κατηγορούμενου και εν γένει τις αντιφάσεις και παραλογισμούς που παρουσιάζει, για να αιτιολογήσω την κρίση μου περί αναξιοπιστίας του. Τη μαρτυρία του την απορρίπτω στο σύνολό της. Ως προς το περιεχόμενο της κατάθεσής του και της γραπτής κατηγορίας που του απαγγέλθηκε, θα ασχοληθώ κατωτέρω. Νομική Πτυχή Το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα προνοεί: «

(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται µε δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώµατος µε καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκοµίζει οτιδήποτε που µπορεί να καταστεί αντικείµενο κλοπής µε σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη µόνιµα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγµατος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόµιµα, αν είναι θεµατοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, µε δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαµβάνει και το να αποκτά κατοχή— (
  1. i)µε τέχνασµα (
  2. ii)µε εκφοβισµό (iii) µε συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε µε τέτοιο τρόπο (
  3. iv)µε ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης µπορεί να ανακαλυφθεί µε εύλογα διαβήµατα (β) ο όρος "αποκοµίζει" περιλαµβάνει κάθε µετακίνηση οποιουδήποτε πράγµατος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειµένου όµως για πράγµα προσαρτηµένο, µόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαµβάνει και τον ιδιοκτήτη µέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγµατος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείµενο κλοπής.
(3)∆ύναται να είναι αντικείµενο κλοπής κάθε πράγµα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειµένου όµως για πράγµα προσκολληµένο σε ακίνητο µετά το διαχωρισµό του από τέτοιο ακίνητο». Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής θα μπορούσαν να διαχωριστούν ως ακολούθως: (α) Ο Κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή περιουσίας ιδιοκτησίας άλλου προσώπου, (β) ότι αυτός την απέκτησε ή σε μεταγενέστερο χρόνο την ιδιοποιήθηκε, χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, (γ) ότι ενήργησε με δόλιο τρόπο, (δ) ότι η περιουσία που απέκτησε ή ιδιοποιήθηκε είναι τέτοια που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και (ε) ότι ο Κατηγορούμενος είχε κατά τον χρόνο της απόκτησης κατοχής ή της ιδιοποίησης, την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη μόνιμα ή παρόλο ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο που η περιουσία περιήλθε στην κατοχή του, προχώρησε αργότερα στον δόλιο σφετερισμό της περιουσίας. Όσον αφορά στον όρο «περιουσία», εκείνο που προκύπτει από τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι, η έννοια της εν λόγω λέξης είναι πολύ ευρεία και περιλαμβάνει σχεδόν οποιαδήποτε μορφή περιουσίας, (βλ. και άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα), είτε τούτη αφορά αντικείμενο έμψυχο, είτε άψυχο, νοουμένου όμως ότι είναι δυνάμενο τούτο να αποτελέσει αντικείμενο κυριότητας. Σχετικά με την περιουσία που είναι δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, είναι και τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 21-49, στη σελίδα 2251 του συγγράμματος Archbold 2015, τα οποία θεωρώ ορθότερο να παραθέσω αυτούσια: «A chose in action is a legal expression used to describe all personal rights over property which can only be claimed or enforced by action, and not by taking physical possession: per Channel J. In Torkington v. Magee [1902] 2 K.B. 427 at 429, DC. It does not include a right of action such as a right to recover damages for breach of contract or a legal right to recover damages arising out of an assault: per Rigby L.J. in May v. Lane
(1894)64 L.J.Q.B. 236 at 238, CA. A debt is a chose in action. In respect of bank and similar accounts, monies paid into the account belong to the bank, but the bank owes a debt (a chose in action) to the crediting customer, which it undertakes to repay on demand: Joachimson v. Swiss Bank Corporation [1921] 3 KB 110 at 127». Πρέπει όμως να σημειωθεί, ως τούτο εξάγεται άλλωστε και από την πιο πάνω αναφορά του συγγράμματος Archbold ότι, η αναφορά του συγγραφέα, «a debt is a chosen action» (ανωτέρω), σημειώνεται από αυτόν, ώστε να υποδειχθεί ότι είναι δυνατόν, ένα υφιστάμενο χρέος, να αποτελέσει περιουσία η οποία είναι δυνατόν να αποκτηθεί διά κλοπής. Εξ ου και ο συγγραφέας, στην παράγραφο 21-50 του πιο πάνω συγγράμματος αναφέρεται στην υπόθεση R v. Kohn 69 Cr. App. R. 395 CA, και στα γεγονότα που την περιέβαλλαν, ώστε ακριβώς να προσδιορίσει μία προφανώς από τις περιπτώσεις, κάτω από τις οποίες, ένα υφιστάμενο χρέος, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως περιουσία που δύναται να κλαπεί. Όπως δε υποδεικνύεται από το συγγραφέα στο πιο πάνω απόσπασμα, όταν ένα πρόσωπο καταθέτει χρήματα στον τραπεζικό λογαριασμό του, πιστώνοντας έτσι τον εν λόγω λογαριασμό, τα εν λόγω χρήματα, αμέσως μετά την κατάθεσή τους, αποτελούν πλέον ιδιοκτησία της τράπεζας. Εν τούτοις, η τράπεζα, αν και ιδιοκτήτρια πλέον των χρημάτων που κατατέθηκαν, οφείλει τούτα προς τον ιδιοκτήτη του λογαριασμού, στον οποίο κατατέθηκαν τα χρήματα. Αν τώρα τρίτο πρόσωπο, διά δόλιας ενέργειάς του σφετεριστεί και/ή οικειοποιηθεί τα εν λόγω χρήματα, τότε το γεγονός ότι κατά την ημέρα της οικειοποίησης, τα χρήματα αποτελούσαν ιδιοκτησία της τράπεζας, δεν αναιρεί το δεδομένο ότι για σκοπούς του αδικήματος της κλοπής, αποτελούν και περιουσία του ιδιοκτήτη του λογαριασμού προς τον οποίο η τράπεζα όφειλε τα εν λόγω χρήματα, ως χρέος. Επομένως, είμαι της γνώμης ότι, η αναφορά του συγγραφέα «a debt is a chosen action» δεν σημειώθηκε από αυτόν με σκοπό να υποστηρίξει ότι, η με δόλιο τρόπο δημιουργία οφειλής, ισοδυναμεί με κλοπή του ποσού της αξίας της οφειλής. Το άρθρο 268 προνοεί: «Αν ο υπαίτιος κλοπής είναι γραμματέας ή υπηρέτης, αυτό που κλάπηκε είναι περιουσία του εργοδότη του ή πράγµα που περιήλθε στην κατοχή του υπαίτιου για λογαριασµό του εργοδότη του, αυτός υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων». Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση γενικά επί του θέματος της κλοπής βλ. Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 CLR 174, Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 CLR 382, Azinas a.o. v. Police
(1981)2 CLR 9, Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 14, Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 486, R. V. Cockburn [1968] 1 All ER 466, R. v. Feely [1973] 1 All ER 341. Πρόθεση κατηγορούμενου Στην υπόθεση R. ν. Steane [1947] 1 All ER 813, 816, η οποία μνημονεύθηκε στην υπόθεση Χριστάκης Ανδρέου Ανθία ν Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 404, στην 408, καθιερώθηκε η πιο κάτω θεμελιακή αρχή: "No doubt, if the prosecution proves an act the natural consequences of which would be a certain result and no evidence or explanation is given, then a jury may, on a proper direction, find that the prisoner is guilty of doing the act with the intent alleged....". Σε μετάφραση: "Χωρίς αμφιβολία, εάν η κατηγορούσα αρχή αποδείξει μια πράξη της οποίας η φυσική συνέπεια θα είναι κάποιο αποτέλεσμα και δεν δίδεται μαρτυρία ή εξήγηση, τότε οι ένορκοι, με ορθή καθοδήγηση, θα μπορούν να βρουν ότι κατηγορούμενος είναι ένοχος διάπραξης της πράξης με την ισχυριζόμενη πρόθεση ...". Ισχύς αναφορών σε κατάθεση Κατηγορούμενου Όσον αφορά τη γραπτή κατάθεση του Κατηγορουμένου, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτή. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον Κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση. (Βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 CLR 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 CLR 97, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 και Findlay Duncan 73 Crim. App. R. 359). Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας,
(1982)2 ΑΑΔ 109, και στην Αγγλική απόφαση Findlay Duncan, 73 Cr. App. Re. 359, σχετικά με την αξιολόγηση της κατάθεσης ενός Κατηγορούμενου, αναφέρθηκε ότι κάθε μέρος αυτής που γίνεται δεκτό αποτελεί μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται, και όχι μόνο στο μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Κάθε μέρος όμως μιας τέτοιας κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη, και το Δικαστήριο προβαίνει σε εκτίμηση των ισχυρισμών που προβάλλονται. Μπορεί όμως να δώσει όπως αυτό κρίνει ότι επιβάλλεται διαφορετική βαρύτητα σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης ή και μικρότερη σημασία ή και να απορρίψει ένα ή περισσότερα μέρη αυτής. Είναι με άλλα λόγια η εκτίμηση κατάθεσης, θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων. Το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης Κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια του κριτή των γεγονότων της υπόθεσης. Τελικά ευρήματα Είναι γεγονός ότι με την κρίση μου περί αναξιοπιστίας του Κατηγορούμενου, η μόνη μαρτυρία που προέρχεται από αυτόν και η οποία είναι δυνατόν να αποτελέσει τη βάση για την εξαγωγή σχετικών ευρημάτων, ή έστω συμπερασμάτων, είναι το περιεχόμενο της κατάθεσής του, ή της απάντησής του στη γραπτή κατηγορία που του απαγγέλθηκε. Όπως δε προκύπτει από τις μόλις πιο πάνω αναφερόμενες νομικές αρχές, το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο της κατάθεσης ενός Κατηγορούμενου το οποίο αποτελεί, είτε παραδοχή στο υπό εξέταση αδίκημα, είτε δήλωση εναντίον των συμφερόντων του. Δεν έχω καμιά αμφιβολία, ότι τα όσα ο Κατηγορούμενος ανέφερε στην κατάθεσή του, αναφορικά με τις πράξεις του που σχετίζονται άμεσα με υποβολή από τον ίδιο, στοιχημάτων μέσω των υπηρεσιών που προσέφερε η Safino, χωρίς εκ των προτέρων να καταβάλει προς το πρακτορείο το οποίο ο ίδιος διεύθυνε τη δεδομένη στιγμή, το σχετικό αντίτιμο, αποτελούν τα πραγματικά σχετικά γεγονότα. Είμαι ακριβώς της γνώμης και τούτο πλέον αποτελεί επιπρόσθετο (των, στις σελίδες 3 και 4, πιο πάνω παρατιθέμενων ευρημάτων μου), εύρημά μου, ότι κατά το βράδυ της 30ης και κατά τη διάρκεια της 31ης ημέρας του Μαρτίου του 2010, ο Κατηγορούμενος, ενώ τη δεδομένη στιγμή διεύθυνε, ως συνέταιρος του ΜΚ2, το πρακτορείο, ενάντια στους ρητούς όρους της συμφωνίας του με το ΜΚ2, και δη χωρίς προηγουμένως να καταβάλει προς το πρακτορείο σχετικό αντίτιμο, εκμεταλλευόμενος στην ουσία τη θέση που κατείχε στο πρακτορείο τη δεδομένη στιγμή, τροφοδότησε συγκεκριμένο λογαριασμό επί συγκεκριμένου ηλεκτρονικού υπολογιστή στο πρακτορείο, με αριθμό μονάδων και άρχισε να στοιχηματίζει μέσω των υπηρεσιών που προσέφερε η Safino προς το πρακτορείο. Ως αποτέλεσμα των ενεργειών του Κατηγορούμενου και δη τη χρήση των υπηρεσιών της Safino χωρίς προηγουμένως να καταβάλει, ως όφειλε, το σχετικό αντίτιμο στο πρακτορείο, ήταν, αφενός ο ΜΚ2 να βρεθεί υπόλογος προς τη Safino για χρήση των υπηρεσιών της ύψους €10.274,80, και αφετέρου, ο ίδιος (ο Κατηγορούμενος), υπόλογος προς το ΜΚ2, ως οφειλέτης για το ίδιο ποσό. Επιπρόσθετα, και τούτο με γνώμονα πάντα την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας, αποτελεί εύρημά μου και το γεγονός ότι, η Safino, ουδέποτε πώλησε ή ενοικίασε ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπο εμπορεύτηκε μονάδες με το ΜΚ
  1. Αυτό που πραγματικά πωλούσε και/ή εμπορευόταν η Safino, και κατ΄ επέκταση και οι πελάτες της (στην προκειμένη περίπτωση ο ΜΚ2 μέσω του πρακτορείου), ήταν μία υπηρεσία της μέσω της οποίας δίδετο δικαίωμα, σε τρίτους να μπορούν, μέσω της εν λόγω υπηρεσίας της, να στοιχηματίζουν σε τυχερά παιχνίδια τύπου live casino, όπως ρουλέτες, πόκερ, black jack κ.ο.κ.. Οι μονάδες δε, με τις οποίες τροφοδοτούντο οι διάφοροι λογαριασμοί των ηλεκτρονικών υπολογιστών του πρακτορείου, δεν αποτελούσαν οποιοδήποτε διαπραγματευτικό εργαλείο, το οποίο μπορούσε κάποιος να αγοράσει και/ή να πωλήσει και/ή γενικά να εμπορευτεί και/ή επί αυτού να αποκτήσει κυριότητα. Αποτελούσαν μόνο το μέσο και/ή τον τρόπο με τον οποίο ήταν δυνατός λογισμικά ο έλεγχος, τόσο από τη Safino, όσο και από τους πελάτες της, της χρηματικής αξίας και/ή του χρηματικού ύψους των στοιχημάτων που θα διενεργούντο μέσω των υπηρεσιών της. Κατά συνέπεια, με τη χρήση των εν λόγω μονάδων ήταν δυνατός ο έλεγχος και κατ΄ επέκταση και η διασφάλιση ότι, (α) ο πελάτης του πρακτορείου δεν θα μπορεί να στοιχηματίσει ποσό, πέραν του ποσού που κατέβαλε αρχικά στον ταμία του πρακτορείου, (β) η Safino να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή τη χρηματική αξία των υπηρεσιών της που έτυχαν χρήσης μέσω του πρακτορείου του ΜΚ2 και (γ) να μπορεί να υπολογιστεί το οποιοδήποτε κέρδος που τυχόν προέκυψε από κάποιο στοίχημα που τοποθέτησε κάποιος πελάτης του πρακτορείου. Τέλος, αποτελεί επιπρόσθετο εύρημά μου ότι, κατά το στάδιο που ο Κατηγορούμενος στοιχημάτιζε μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή του πρακτορείου, γνώριζε στην ουσία ότι καθιστούσε τον εαυτό του χρεώστη του ΜΚ2 για την αξία του κάθε στοιχήματος που υπέβαλλε για το οποίο δεν κατέβαλε προηγουμένως στο ταμείο του πρακτορείου το ανάλογο αντίτιμο. Ως προς το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, αν και από αυτό ενδεχομένως να είναι δυνατή η εξαγωγή κάποιου νεφελώδους συμπεράσματος ως προς τις προθέσεις του συγγραφέα του κατά το χρόνο ετοιμασίας του, εν τούτοις, εν απουσία σχετικής διαφωτιστικής μαρτυρίας για αυτό, κρίνω ότι τούτο δεν μπορεί να μου παρέχει οποιαδήποτε βοήθεια στα υπό εξέταση ζητήματα. Κατάληξη Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές, σε συνδυασμό με τα ευρήματά μου, προκύπτει ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την ενοχή του Κατηγορούμενου στο αδίκημα που αντιμετωπίζει στην πρώτη και μοναδική κατηγορία του κατηγορητηρίου. Οι λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας ορίζουν ξεκάθαρα ως κλαπείσα περιουσία «το χρηματικό ποσό των €10.274,80, περιουσία του προαναφερθέντα (ΜΚ2)». Με βάση τα ευρήματά μου, προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε απέκτησε κατοχή και/ή απεκόμισε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό ή ειδικότερα χρηματικό ποσό ύψους €10.274,
  2. Επομένως, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει ένα εκ των συστατικών στοιχείων του αδικήματος και δη ότι ο Κατηγορούμενος έκλεψε την περιουσία που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας. Κατά συνέπεια, η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι έκθετη προς απόρριψη, με αποτέλεσμα ο Κατηγορούμενος να αθωώνεται και να απαλλάσσεται από αυτήν. Έστρεψα, καθηκόντως κατά τη γνώμη μου, την προσοχή μου στο κατά πόσο θα ήταν δυνατό, συνεπεία των ευρημάτων μου, να καταλήξω σε ενοχή του Κατηγορούμενου στο αδίκημα της κλοπής, με κλαπείσα όμως περιουσίας τις μονάδες, αξίας €10.274,
  3. Με βάση όμως τα πιο πάνω ευρήματά μου, προκύπτει ότι οι μονάδες δεν μπορούν να θεωρηθούν ως περιουσία δυνάμενη να κλαπεί για σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 255 του Ποινικού Κώδικα. Και τούτο γιατί, καμία μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιόν μου, η οποία να καθιστά τις εν λόγω μονάδες ως διαπραγματευτικό εργαλείο και/ή ως αντικείμενο, έστω άψυχο και άυλο, πλην όμως με συγκεκριμένη αξία, το οποίο να ήταν δυνατό να αποτελέσει το αντικείμενο μιας εμπορικής δραστηριότητας ή επί του οποίου να μπορεί να αποκτηθεί κυριότητα. Όπως τόνισα και ανωτέρω, οι εν λόγω μονάδες απλά αποτελούσαν τη μέθοδο, που λογισμικά ήταν δυνατός ο έλεγχος της αξίας των υπηρεσιών που προσφέροντο από τη Safino προς το ΜΚ2 και κατ΄ επέκταση από τον τελευταίο προς τους πελάτες του πρακτορείου και εν τέλει ο υπολογισμός των οποιωνδήποτε κερδών ενός πελάτη του πρακτορείου. Δεν παραγνωρίζω ότι, στην περίπτωση που ένας πελάτης απεκόμιζε κέρδος από κάποιο στοίχημά του, δικαιούτο να εξαργυρώσει τις μονάδες του με χρήματα. Αυτό όμως, δεν αναιρεί το δεδομένο, ότι τόσο η Safino προς το ΜΚ2, όσο και ο τελευταίος (μέσω του πρακτορείου), προς τους πελάτες του, αυτό που προσέφεραν προς πώληση και/ή εκμετάλλευση, ήταν τις υπηρεσίες της Safino για τοποθέτηση στοιχημάτων σε τυχερά παιχνίδια τύπου live casino και όχι μονάδες συγκεκριμένης αξίας επί των οποίων να μπορεί να αποκτηθεί κυριότητα. Με γνώμονα τις πρόνοιες του άρθρου 85 της Ποινικής Δικονομίας, στρέφω τώρα την προσοχή μου στο κατά πόσο, με βάση τα πιο πάνω ευρήματά μου, είναι δυνατή η προσθήκη στο κατηγορητήριο νέας κατηγορίας αναφορικά με άλλο ενδεχομένως αδίκημα που τυχόν να διέπραξε ο Κατηγορούμενος. Τα άρθρα 297, 298, 300 και 301 του Ποινικού Κώδικα προβλέπουν τα ακόλουθα: «
  4. Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται µε λόγια, µε έγγραφο ή µε συµπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγµατικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή. 298.—
(1)Όποιος µε οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και µε σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείµενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείµενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγµα, είναι ένοχος κακουργήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων
(2). Όποιος αποπειράται να διαπράξει το αδίκηµα που ορίζεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου είναι ένοχος κακουργήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.» «
  1. Όποιος µε δόλιο τέχνασµα ή επινόηµα αποκτά από άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείµενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο χρήµατα ή αγαθά ή χρηµατικό ποσό µεγαλύτερο από εκείνο το οποίο θα πληρωνόταν ή ποσότητα αγαθών µεγαλύτερη από εκείνη η οποία θα παραδιδόταν αν δεν χρησιµοποιείτο τέτοιο τέχνασµα ή επινόηµα, είναι ένοχος κακουργήµατος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων.
  2. Όποιος- (α) κατά τη σύναψη χρέους ή με την ανάληψη υποχρέωσης, εξασφαλίζει πίστωση με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση ή με άλλο δόλιο μέσο· ή (β) ......... (γ) ......... είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.». Προκύπτει αβίαστα από την παράθεση των τελικών μου ευρημάτων ότι ο Κατηγορούμενος, με τις ενέργειές του κατά την 30η και 31η ημέρα του Μάρτη του 2010, στην ουσία εξασφάλισε υπηρεσίες της Safino, μέσω του πρακτορείου του ΜΚ2, ύψους €10.274,80 και/ή εν πάση περιπτώσει ποσού πέραν των €10.000 (βλ. σχετική αναφορά του Κατηγορούμενου στην κατάθεσή του), με δόλιο τρόπο και δη στοιχηματίζοντας, μέσω των ηλεκτρονικών υπολογιστών του πρακτορείου, χωρίς προηγουμένως να καταβάλει προς το πρακτορείο και κατ΄ επέκταση προς το ΜΚ2, το αντίτιμο των στοιχημάτων που επιθυμούσε να τοποθετήσει και ενήργησε με τον τρόπο αυτό, εκμεταλλευόμενος στην ουσία τη θέση που κατείχε στο πρακτορείο και δη του προσώπου που διηύθυνε τούτο τη δεδομένη στιγμή. Η πιο πάνω όμως κατάληξή μου ως προς τις ενέργειες του Κατηγορουμένου κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν δικαιολογεί κατά τη γνώμη μου, κρίση περί απόδειξης όλων των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων ή έστω ενός εξ αυτών που προκύπτουν από τις πρόνοιες των άρθρων 297, 298, 300 και 301 του Ποινικού Κώδικα. Όπως προκύπτει από τις πιο πάνω νομοθετικές πρόνοιες, για να είναι δυνατό, ένα πρόσωπο να κριθεί ένοχο, είτε του αδικήματος των ψευδών παραστάσεων (άρθρα 297 και 298) ή της απάτης (άρθρο 300), θα πρέπει, με τις ψευδείς παραστάσεις του και/ή με δόλιο τρόπο να αποκτήσει περιουσία η οποία είναι δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Όπως όμως ανάφερα και ανωτέρω, αποτελεί κρίση μου, ότι ο Κατηγορούμενος ουδέποτε, με βάση τα ευρήματά μου, απέκτησε οποιαδήποτε περιουσία που είναι δυνατό να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής. Ως προς το αδίκημα της εξασφάλισης πίστωσης με δόλιο τρόπο (άρθρο 301), σημειώνω τα ακόλουθα: με τις ενέργειές του ο Κατηγορούμενος, δεν εξασφάλισε οποιανδήποτε πίστωση, είτε από τη Safino, είτε από το ΜΚ
  3. Δεν παραγνωρίζω ότι, ως αναφέρθηκε και ανωτέρω στα ευρήματά μου, ο Κατηγορούμενος στην ουσία κατέστησε τον εαυτό του οφειλέτη του ΜΚ
  4. Αυτό όμως, δεν εξυπακούει και ότι ο ίδιος εξασφάλισε πίστωση ως η έννοια τούτη απαντάται στις πρόνοιες του άρθρου
  5. Ως είναι συνταγμένο το εν λόγω άρθρο του Ποινικού Κώδικα, γίνεται ξεκάθαρα αντιληπτό, ότι ο νομοθέτης στην ουσία σκοπούσε να καταστήσει αξιόποινη, τη δόλια συμπεριφορά κάποιου, με την οποία συμπεριφορά του, πείθει κάποιον τρίτο να του εξασφαλίσει πίστωση. Αποτελεί γνώμη μου, ότι με τις πρόνοιες του άρθρου 301 του Ποινικού Κώδικα, ο νομοθέτης δεν είχε σκοπό να ποινικοποιήσει την με δόλιο τρόπο απόσπαση υπηρεσιών και κατ΄ επέκταση και την επακόλουθη δημιουργία χρέους από πλευράς του αδικοπραγούντα προς τον παροχέα των υπηρεσιών. Εκ του περισσού, σημειώνω ότι, και στην περίπτωση που η κατάληξή μου θα ήταν ότι ο Κατηγορούμενος θα μπορούσε να κριθεί ένοχος του αδικήματος της εξασφάλισης πίστωσης με δόλιο μέσο κατά παράβαση του άρθρου 301(α) του Ποινικού Κώδικα, δεν θα ήμουν διατεθειμένος να ασκήσω τις εξουσίες που μου παρέχει το άρθρο 85
(4)της Ποινικής Δικονομίας και να προσθέσω στο κατηγορητήριο σχετική κατηγορία. Και τούτο γιατί, η ουσιαστική μαρτυρία επί της οποίας θα ήταν δυνατό να βασιστεί ένα τέτοιο εύρημα ενοχής, έχει ως πηγή της το περιεχόμενο της κατάθεσης του Κατηγορουμένου η οποία στην ουσία αφορά στις θέσεις του ως προς το αποδιδόμενο σε αυτόν αδίκημα της κλοπής χρημάτων ύψους €10.274,80 και γιατί, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσας υπόθεσης τέθηκε ευθαρσώς και από τις δύο πλευρές το θέμα του κατά πόσο έχει κλαπεί περιουσία δυνάμενη να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή κατά πόσο αυτό που απεσπάσθη από τον Κατηγορούμενο ήταν υπηρεσίες και παρά ταύτα, η Κατηγορούσα Αρχή αποφάσισε να προωθήσει την παρούσα υπόθεση αποδίδοντας στον Κατηγορούμενο κλοπή χρηματικού ποσού ύψους €10.274,
  1. Υπό αυτές τις περιστάσεις, κρίνω ότι τυχόν τροποποίηση του κατηγορητηρίου δυνάμει του άρθρου 85 της Ποινικής Δικονομίας σε αυτό το στάδιο θα ισοδυναμούσε με δυσμενή επηρεασμό της υπεράσπισής του. Είμαι της γνώμης ότι, η υπό εξέταση υπόθεση προσομοιάζει κατά πολύ με τις περιπτώσεις που ένα πρόσωπο, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι αδυνατεί να καταβάλει το αντίτιμο για μια υπηρεσία (π.χ. τα χρήματα που κοστίζει ένα τηλεφώνημα σε τρίτο ή η πλοήγηση στο διαδίκτυο), χρησιμοποιεί ανάλογες συσκευές που ανήκουν σε άλλο πρόσωπο, χωρίς τη συγκατάθεση του εν λόγω προσώπου και προκαλεί τη χρέωση του λογαριασμού του ιδιοκτήτη των εν λόγω συσκευών, από τον παροχέα των υπηρεσιών τηλεφωνίας ή διαδικτύου. Παρά την έρευνα στην οποία προέβηκα στον Ποινικό Κώδικα, δεν κατάφερα να εξεύρω οποιοδήποτε άρθρο του που να ποινικοποιεί την κατά τα άλλα ηθικά τουλάχιστον κολάσιμη πράξη του Κατηγορούμενου και κατ΄ επέκταση του προσώπου που ενδεχομένως να ενήργησε, ως εις την μόλις πιο πάνω παράγραφο, περιέγραψα. Ίσως, θα πρέπει η Νομοθετική εξουσία, να εξετάσει το ενδεχόμενο σχετικής ρύθμισης της νομοθεσίας μας, ώστε, τέτοιες ενέργειες να καθίστανται πλέον ποινικά κολάσιμες. Στην Αγγλία π.χ., αντιλαμβανόμενοι προφανώς το κενό της νομοθεσίας που ίσχυε στο παρελθόν, θέσπισαν το Fraud Act
  2. Οι όλες ενέργειες του Κατηγορούμενου, σύμφωνα με τα ευρήματά μου στην παρούσα υπόθεση, θα ισοδυναμούσαν, χωρίς καμία απολύτως αμφιβολία, ποινικά κολάσιμες πράξεις κατά παράβαση των άρθρων 4 και 5 του πιο πάνω νομοθετήματος[1]. Υπό το φως των πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος, ως ανάφερα και προηγουμένως, αθωώνεται και απαλλάσσεται της 1ης και μοναδικής κατηγορίας που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 4.-
(1)A person is in breach of this section if he- (
  1. a)occupies a position in which he is expected to safeguard, or not to act against, the financial interests of another person, (
  2. b)dishonestly abuses that position, and (
  3. c)intends, by means of the abuse of that position- (
  4. i)to make a gain for himself or another, or (
  5. ii)to cause loss to another or to expose another to a risk of loss.
(2)A person may be regarded as having abused his position even though his conduct consisted of an omission rather than an act. "Gain" and "loss" 5.-
(1)The referenced to gain and loss in sections 2 to 4 are to be read in accordance with this section.
(2)"Gain" and "loss"- (
  1. a)extend only to gain or loss in money or other property; (
  2. b)include any such gain or loss whether temporary or permanent; and "property" means any property whether real or personal (including things in action and other intangible property).
(3)"Gain" includes a gain by keeping what one has, as well as a gain by getting what one does not have.
(4)"Loss" includes a loss by not getting what one might get, as well as a loss by parting with what one has. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.