← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 32370/14, 26/5/2015

Δημοκρατία ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 32370/14, 26/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2015:18 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, A.Ε.Δ. M. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 32370/14 Δημοκρατία ν

  1. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
  2. Θεόδωρου Αριστοδήμου
  3. Αντρέα Αρτέμη
  4. Ανδρέα Ηλιάδη
  5. Γιάννη Πεχλιβανίδη
  6. Γιάννη Κυπρή Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 26 Μαΐου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Ευθυβούλου για Γενικόν Εισαγγελέα Για την Κατηγορούμενη 1: κ. Π. Πολυβίου με κα Σ. Πολυβίου Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Δ. Αραούζος με κ. Ν. Μακρίδη και κ. Ν. Κωνσταντινίδη Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Χ. Τριανταφυλλίδης με κ. Δ. Αραούζο Για τον Κατηγορούμενο 4: κ. Ε. Ευσταθίου με κ. Π. Σταύρου Για τον Κατηγορούμενο 5: κ. Χ. Τριανταφυλλίδης Για τον Κατηγορούμενο 6: κ. Η. Στεφάνου με κ. Σ. Στεφάνου Κατηγορούμενοι παρόντες --------------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1-6 στην παρούσα καθώς και οι λεπτομέρειες τους έχουν παρατεθεί στην προηγηθείσα Ενδιάμεση Απόφαση μας ημερ. 5.5.
  7. Μετά την έκδοση της εν λόγω απόφασης μας, ακολούθησαν περαιτέρω προδικαστικές ενστάσεις και αιτήματα τα οποία συνοπτικά έχουν ως εξής: Α. Αίτημα του Κατηγορουμένου 3 όπως το Δικαστήριο επιφυλάξει για γνωμοδότηση νομικό ζήτημα προς το Ανώτατο Δικαστήριο επί τη βάσει του Άρθρου 148

(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.155 ως προς το κατά πόσον όλα τα υφιστάμενα στοιχεία οδηγούσαν στην μη δυνατότητα εκδίκασης των Κατηγοριών 1 και 2 κατά του Κατηγορουμένου
  1. Β. Εισήγηση του Κατηγορουμένου 4 ότι οι Κατηγορίες 2 και 6 πρέπει να ακυρωθούν διότι δεν αποκαλύπτουν αδικήματα γνωστά στο Νόμο, καθώς και ότι η Κατηγορία 6 πάσχει από πολλαπλότητα και είναι αντιφατική ως προς την Κατηγορία
  2. Γ. Αίτημα όλων των Κατηγορουμένων όπως διαταχθεί η παροχή λεπτομερειών για κάποιες από τις κατηγορίες. Αγορεύσεις Κατά το στάδιο των αγορεύσεων όλες οι πλευρές στηρίχθηκαν στα έγγραφα και γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μας κατά την εξέταση των αρχικών προδικαστικών ενστάσεων, ενώ για τις ανάγκες της εισήγησης του κ. Ευσταθίου δηλώθηκε περαιτέρω ως παραδεκτό γεγονός το ότι η Οδηγία[1] της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δεν είχε οποτεδήποτε κατατεθεί στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Οι διάφορες εισηγήσεις δύνανται να συνοψιστούν στα ακόλουθα: Α. Εκ μέρους του Κατηγορουμένου 3 ο κ. Τριανταφυλλίδης αφού διατύπωσε το ερώτημα για το οποίο υπέβαλε το αίτημα του υποστήριξε με αναφορά τόσο στη σχετική πρόνοια του Νόμου όσο και σε νομολογία ότι πληρούνται οι προνοούμενες προϋποθέσεις. Με δεδομένο δε ότι το υπό κρίση αίτημα υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, εφόσον υποβλήθηκε από μέρους της Υπεράσπισης, ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να την ασκήσει προς όφελος του Κατηγορουμένου. Β.
  3. Εκ μέρους του Κατηγορουμένου 4 ο κ. Ευσταθίου με αναφορά στον Archbold 2012, §1-262, αρχικά επισήμανε ότι ένα κατηγορητήριο υπόκειται σε ένσταση εάν περιλαμβάνει αδίκημα άγνωστο στο Νόμο ("...if it charges an offence that is not known to law"). Εξήγησε ότι με βάση το Άρθρο 39(α) του Κεφ. 155 το κατηγορητήριο πρέπει να περιέχει διατύπωση του «ποινικού αδικήματος». Σχετικά παρέπεμψε στο Άρθρο 12 του Συντάγματος και στη γνωστή αρχή nullum crimen nulla poena sine lege, ενώ εν σχέσει με την έννοια «ποινικό αδίκημα» σε ορισμούς πανεπιστημιακών καθηγητών[2] και σε αγγλικό σύγγραμμα[3]. Τόνισε ότι η ψήφιση νόμων ανήκει αποκλειστικά στη Βουλή και ότι μόνον το Υπουργικό Συμβούλιο και οι Υπουργοί δικαιούνται βάσει του Συντάγματος να θεσπίσουν δευτερογενή νομοθεσία υπό μορφή Κανονιστικών Διοικητικών Πράξεων. Αναφερόμενος ειδικότερα στις Κατηγορίες 2 και 6 εισηγήθηκε ότι: i. Για την Κατηγορία 2 και το αδίκημα της χειραγώγησης είπε πως η εκ των υστέρων αξιολόγηση μιας πράξης από την Επιτροπή βάσει του Άρθρου 20
(2)του Ν.116(Ι)/05 είναι απαράδεκτη και παραβιάζει την αρχή ότι η Βουλή ψηφίζει τους Νόμους. Η δε συμπεριληφθείσα στην Έκθεση Αδικήματος Οδηγία της Επιτροπής 116-2005-03/2011 (Κ.Δ.Π. 406/11) εκδόθηκε από όργανο άλλο από το Υπουργικό Συμβούλιο ή Υπουργό και δεν έχει ισχύ εφόσον δεν έχει κατατεθεί στη Βουλή προς έγκριση βάσει του Ν.99/89 και εφόσον δεν είναι από τις περιπτώσεις του Άρθρου 3
(4)του εν λόγω νόμου για τις οποίες δεν απαιτείται τέτοια κατάθεση. Πρόσθεσε πως και εάν η σχετική Οδηγία θεωρηθεί Νόμος και πάλι δεν θεμελιώνεται αδίκημα με την αναφορά σε «παράλειψη να προβεί σε ανακοίνωση σημαντικού γεγονότος» αφού έτσι δεν εξειδικεύεται η «πράξη για την οποία κρίνεται ένοχος, διότι την παρέλειψε». Θα έπρεπε η πράξη να καθορίζεται ειδικώς και λεπτομερώς από το Νόμο για να υπάρχει αδίκημα. ii. Για την Κατηγορία 6 και τα αναφερόμενα Άρθρα 11
(1)
(2)(α)(β) του Ν.116(Ι)/05 παρέπεμψε στο Άρθρο 5 του ιδίου Νόμου ως προς τον ορισμό της έννοιας «εμπιστευτική πληροφορία», τονίζοντας ότι δεν είναι ο Νόμος αλλά η Επιτροπή που καθορίζει το τι συνιστά εμπιστευτική πληροφορία (αφού το τι σημαίνει «αισθητά» δεν καθορίζεται από το Νόμο). Επανέλαβε όλα όσα ανέφερε πιο πριν για την ανάγκη ειδικής διατύπωσης του αδικήματος στο Νόμο. 2. Ο κ. Ευσταθίου προέβαλε περαιτέρω προδικαστική ένσταση ζητώντας την ακύρωση της Κατηγορίας 6 λόγω πολλαπλότητας. Ήταν η θέση του ότι το Άρθρο 11
(1)του Ν.116
(1)/05 περιλαμβάνει έξι υποχρεώσεις διακεκριμένες μεταξύ τους, η παράβαση των οποίων δημιουργεί αντίστοιχα αδικήματα, ενώ το Άρθρο 11
(2)(α) και (β) δημιουργεί πλείονα του ενός ποινικά αδικήματα.
  1. Περαιτέρω εισηγήθηκε ότι υπάρχει αντίφαση και δημιουργείται σύγχιση λόγω της διατύπωσης των Κατηγοριών 4 και
  2. Γ. Όσον αφορά το αίτημα για λεπτομέρειες έγινε αναφορά σε γραπτό κείμενο το οποίο είχε σημειωθεί ως Τεκμήριο Α στις 27.2.15 και στο οποίο γίνεται αναφορά κατωτέρω. Όπως προκύπτει από όσα ο κ. Αραούζος ανέφερε τα οποία υιοθέτησαν και οι υπόλοιποι συνήγοροι το αίτημα στηρίζεται στην ανάγκη να γνωρίζουν οι Κατηγορούμενοι τι ακριβώς αντιμετωπίζουν για να μπορέσουν να καθορίσουν την υπεράσπιση τους. Διευκρινίζεται ότι για την Κατηγορία 4 λεπτομέρειες ζήτησε μόνον ο κ. Ευσταθίου. Συγκεκριμένα εισηγήθηκε, με αναφορά σε Νομολογία, ότι ο Κατηγορούμενος 4 δεν δύναται να αντιληφθεί τι του αποδίδεται ότι έπραξε ένεκα, μεταξύ άλλων, του ότι οι λεπτομέρειες είναι τόσο πολλαπλές που καθιστούν σχεδόν αδύνατη την προετοιμασία της υπεράσπισης του. Εγερθέντα Ζητήματα Εισερχόμενοι στην εξέταση των διαφόρων αιτημάτων και εγερθέντων ζητημάτων κρίνουμε πως αυτή μπορεί να γίνει κατά τη σειρά με την οποία έχουν υποβληθεί, ήτοι: Α. Αίτημα Κατηγορουμένου 3 για επιφύλαξη Νομικού Ζητήματος. Β. Εισηγήσεις Κατηγορουμένου 4 για:
  3. Μη αποκάλυψη υπαρκτού αδικήματος στο Νόμο.
  4. Πολλαπλότητα Κατηγοριών.
  5. Αντιφατικότητα μεταξύ Κατηγοριών 4 και
  6. Γ. Αιτήματα όλων για λεπτομέρειες Α. Νομικό Ζήτημα Όσον αφορά το αίτημα του Κατηγορούμενου 3 για επιφύλαξη νομικού ζητήματος για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο θα πρέπει να σημειωθεί καταρχάς ότι η εξουσία αυτή προβλέπεται από το Άρθρο 148
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155[4] και η άσκηση της επαφίεται, σε κάθε περίπτωση, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου υποβάλλεται το αίτημα. Στην παρούσα περίπτωση αφορμή για την επίκληση της εν λόγω διαδικασίας έδωσε η προηγηθείσα Ενδιάμεση Απόφασή μας στην ειδική απολογία του autrefois acquit που ο Κατηγορούμενος 3 ήγειρε επί τω ότι για τα ίδια ή παρόμοια γεγονότα είχε προηγουμένως αθωωθεί σε ποινική διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς[5]. Με την πιο πάνω Απόφασή μας απορρίψαμε την εν λόγω ειδική απολογία κρίνοντας κατά πρώτον ότι η τελεσίδικη απόφαση ενώπιον της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς είχε εκδοθεί σε διαδικασία η οποία δεν συνιστούσε «ποινική διαδικασία» εν τη εννοία του Άρθρου 4 του Πρωτοκόλλου 7 της ΕΣΔΑ και κατά δεύτερον ότι ακόμη και αν εκείνη η διαδικασία συνιστούσε ποινική διαδικασία δεν θα συμφωνούσαμε ότι η παράλειψη για την οποία αθωώθηκε ο Κατηγορούμενος 3 αφορούσε την ίδια συμπεριφορά για την οποία κατηγορείται στην παρούσα, λαμβάνοντας υπ΄ όψιν ότι η παράλειψη εκείνη δεν ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη από πλευράς χρόνου και τόπου με τις κατηγορίες συνωμοσίας ή χειραγώγησης που αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση. Σύμφωνα με την εισήγηση του κ. Τριανταφυλλίδη θα πρέπει να επιφυλαχθεί το ακόλουθο ζήτημα προς γνωμοδότηση: «Κατά πόσο η φύση και/ή η μορφή της διαδικασίας, στην οποία η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου κάλεσε τον Κατηγορούμενο 3 να κάνει παραστάσεις αναφορικά με το ενδεχόμενο διάπραξης της παράβασης του Άρθρου 11
(1)(α) του Νόμου Αρ. 116(Ι)/2005 και στην οποία τελικά τον απάλλαξε, σε συνδυασμό με τα γεγονότα που εξέτασε η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου για τον πιο πάνω σκοπό αλλά και τα γεγονότα που είχε ενώπιον του το Δικαστήριο για τους σκοπούς της εξέτασης της επίκλησης από τον Κατηγορούμενο 3 στα πλαίσια της Ειδικής Απάντησης της αρχής «ne bis in idem» δυνάμει του Άρθρου 4 του Έβδομου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και/ή του Άρθρου 12 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή της Νομολογίας του ΕΔΑΔ και/ή του ΔΕΚ οδηγούσαν εις την μη δυνατότητα εκδίκασης των Κατηγοριών 1 και/ή 2 κατά του Κατηγορουμένου 3 και κατ' ακολουθία την απαλλαγή αυτού». Oι πρόνοιες του Άρθρου 148
(1)του ΚΕΦ.155, καθιστούν επιτακτική την επιφύλαξη σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας νομικών ζητημάτων όταν το αίτημα υποβάλλεται από τον Γενικό Εισαγγελέα, ενώ καθιστά το θέμα απτόμενο διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν υποβάλλεται από τον κατηγορούμενο. Προκύπτει από την πλούσια επί του θέματος νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι το ζήτημα του οποίου σκοπείται η επιφύλαξη πρέπει να είναι αμιγώς νομικό και μάλλον νεοφανές ή και εξαιρετικής περιπλοκότητας και να εγείρεται διαρκούσης της δίκης. Η συνύπαρξη των προϋποθέσεων αυτών κρίνεται αντικειμενικά στη βάση των δεδομένων. Η ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ενασκείται δικαστικά και με μεγάλη περισυλλογή ως εξαιρετικό ποινικό δικονομικό μέτρο και μόνο σε κατάλληλες περιπτώσεις[6], όπου κρίνεται ότι μια τέτοια ενέργεια θα ήταν αναγκαία για συνέχιση της δίκης σύμφωνα με το Νόμο και τους κανόνες της ποινικής δικονομίας, έτσι ώστε να αποφεύγεται η διακοπή εκδίκασης των υποθέσεων (ιδιαίτερα των σοβαρών ποινικών υποθέσεων) χωρίς, όμως, αυτό το τελευταίο να αποτελεί αφ' εαυτού και χωρίς άλλο, λόγο απόρριψης του αιτήματος.[7] Το τι συνιστά νομικό ζήτημα εξετάστηκε στην υπόθεση In Re Hadjicostas
(1984)1 C.L.R. 513. Εκτός από το ότι το υπό κρίση ζήτημα θα πρέπει να είναι αμιγώς νομικό λέχθηκε πως πρέπει να είναι συνυφασμένο με τα γεγονότα της υπόθεσης. Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από την εν λόγω απόφαση στη σελίδα 519: 'What amounts to a pure question of law is perhaps easy to define but hard to apply to the particular circumstances of a case. The question of law raised, whatever its nature, must necessarily be one relevant to the facts of the case. A pure question of law cannot be one extricated or detached from the facts of the case for in those circumstances it would be an academic question of law. It appears to me that whenever an issue revolves round the application of the law to given facts, it raises a pure question of law. So long as the facts to which the Court is required to apply the law are not called in question, the point is a legal one. It merely raises questions bearing on the interpretation and the scope of the law. Exploration of the ambit of the law is always a question of law.' Λαμβάνοντας υπόψη ότι η εφαρμογή του νόμου σε αναντίλεκτα γεγονότα[8] συνιστά νομικό ζήτημα (ή νομικό ερώτημα) θεωρούμε ότι το πιο πάνω ερώτημα, αφορά όντως νομικό θέμα σχετιζόμενο άμεσα με την ορθότητα των πιο πάνω γενικών λόγων της Απόφασης μας. Πρόκειται για νομικό ερώτημα επί υποβάθρου γεγονότων που αποτέλεσαν κατά την εκδίκαση της ειδικής απολογίας κοινό έδαφος μεταξύ όλων των πλευρών. Όσον αφορά το στάδιο στο οποίο μπορεί να υποβληθεί νομικό ερώτημα για γνωμάτευση η επίμαχη φράση "διαρκούσης της δίκης" ("during the trial'') στο Άρθρο 148
(1), έχει ερμηνευθεί πολύ πλατιά και κατά τρόπο που να περιλαμβάνει και το στάδιο τη διαδικασίας πριν την απάντηση του κατηγορουμένου στις εναντίον του κατηγορίες και πριν το Δικαστήριο επιληφθεί οποιουδήποτε άλλου ζητήματος που έχει σχέση με τη διαδικασία ενώπιόν του στη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση.[9] Σχετικές είναι οι υποθέσεις Republic v. Nicolaos Sampson
(1977)2 C.L.R. 1,[10] Police v. Ekdotiki Eteria "Inomeni Dimosiographi Dias" Ltd and another
(1982)2 C.L.R. 63, Pastelopoulos v. Republic
(1985)2 C.L.R. 165, και Αστυνομία ν. Φάντη και Άλλων,
(1994)2 Α.Α.Δ. 160.[11] Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Ford κ.ά. (Αρ. 1)
(1995)2 Α.Α.Δ. 29 η δίκη είναι έννοια ευρύτερη της ακρόασης (η οποία αποτελεί μέρος της) και περιλαμβάνει κάθε δικαστική διαδικασία μετά την καταχώριση του κατηγορητηρίου. Κατά συνέπεια το γεγονός ότι το αίτημα από πλευράς Υπεράσπισης για επιφύλαξη νομικού ζητήματος έγινε στο στάδιο πριν την απολογία στις κατηγορίες δεν συνιστά κώλυμα στην επίκληση της εξουσίας του Δικαστηρίου. Το βασικό ερώτημα ωστόσο είναι κατά πόσο αυτό αφορά, όπως η πρόνοια του προαναφερόμενου Άρθρου ορίζει, «νομικό ζήτημα που εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης» ("a question of law arising during the trial"). Είναι γεγονός ότι δεν γίνεται άμεσα αντιληπτό από το πιο πάνω λεκτικό ή και το υπόλοιπο της πρόνοιας του Άρθρου 148
(1)τι απαιτείται να εξεταστεί ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο ικανοποιείται η προϋπόθεση αυτή. Εν πάση περιπτώσει, έχει καταστεί σαφές ότι δεν σχετίζεται με τη φύση του θέματος με το οποίο ασχολήθηκε η ενδιάμεση απόφαση του εκάστοτε εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Δηλαδή, αν αφορά θέμα αποδεκτότητας μαρτυρίας, όπως ήταν η υπόθεση Αίτηση Γεώργιου Σάββα Πατίκκη κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 175. Ή αν αφορά αίτημα της μιας από τις δύο πλευρές για επιστημονική εξέταση κάποιου τεκμηρίου, όπως ήταν η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 Α.Α.Δ. 925. Ή ακόμα αν κάποια πρόνοια του νόμου επί του οποίου στηρίζεται μια κατηγορία αντίκειται ή όχι προς το Σύνταγμα, όπως ήταν το αντικείμενο του επιφυλαχθέντος ζητήματος στην υπόθεση Police v. Ekdotiki Eteria "Inomeni Dimosiographi Dias Ltd" and another
(1982)2 C.L.R. 63. Το κριτήριο κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η επίκληση σε ποινική υπόθεση της πρόνοιας του Άρθρου 148
(1)έχει καθιερωθεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, από νωρίς, και έχει τεθεί πάνω σε μια γενικότερη βάση. Συγκεκριμένα, αναφερόμαστε στην υπόθεση In Re Charalambous
(1974)2 C.L.R. 37 όπου το θέμα εξετάστηκε από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο πλαίσιο αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος. Αφού διαπιστώνεται, κατ' αρχάς από τον (τότε) Πρόεδρο Τριανταφυλλίδη ότι στο επίκεντρο της εφαρμογής του Άρθρου 148
(1)ευρίσκεται η σημασία της φράσης "a question of law arising during the trial", προχωρεί και δίνει στη συνέχεια, (στη σελ. 42), την ακόλουθη ερμηνεία: "In our view "a question of law arising during the trial" means only a question of law arising during the trial at a stage at which it has to be decided in order to enable the trial to proceed further in accordance with the law and rules of practice relating to criminal procedure;" Το πιο πάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε στις ξεχωριστές αποφάσεις της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη μεταγενέστερη υπόθεση Police v. Ekdotiki Eteria "Inomeni Dimosiographi" Dias Ltd, (ανωτέρω). Ενώ στην απόφαση του Δικαστή (τότε) Πική αναφέρεται, στη σελίδα 67 και το εξής: "It is pertinent to remind of the observations .... in Re Charalambous
(1974)2 C.L.R. 37, and draw attention to the need to refrain from reserving questions unless necessary for the outcome or progress of the case." Η πιο πάνω νομολογία και ειδικότερα το κριτήριο που καθιέρωσε σε σχέση με την εφαρμογή του Άρθρου 148
(1)έχει υιοθετηθεί ανεπιφύλακτα και στις υποθέσεις Αίτηση Γεώργιου Σάββα Πατίκκη κ.ά. (ανωτέρω) και Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω). Ενώ πανομοιότυπη ήταν και η τοποθέτηση, σχετικά, της πλειοψηφίας της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Pastellopoullos v. The Republic
(1985)2 C.L.R. 165, στη σελ. 174. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση In re Charalambous and another (ανωτέρω) το Άρθρο 148
(1)δεν παρέχει τον δικονομικό μηχανισμό με τον οποίο ένας διάδικος σε ποινική υπόθεση μπορεί να ζητήσει ενδιάμεση απόφαση πάνω σε νομικό σημείο από το Ανώτατο Δικαστήριο σε αναμονή του σταδίου εκείνου της δίκης όπου ένα τέτοιο νομικό σημείο θα έχει άμεση σημασία για την περαιτέρω εξέλιξη της υπόθεσης. Έτσι, όπως επίσης τονίστηκε στην πιο πάνω υπόθεση, θέματα που είναι άσχετα κατά τη συγκεκριμένη στιγμή που εγείρονται ή θέματα που εγείρονται πρόωρα δεν πρέπει να θεωρούνται στο συγκεκριμένο στάδιο ως ζητήματα που εγείρονται κατά τη διάρκεια της δίκης με την έννοια του Άρθρου 148
(1). Νομικό ζήτημα εν τη εννοία του Άρθρου 148
(1)σημαίνει μόνο νομικό ζήτημα που προκύπτει κατά τη διάρκεια της δίκης σε στάδιο κατά το οποίο είναι αναγκαίο όπως επιλυθεί για να είναι δυνατή η συνέχιση της διαδικασίας, σύμφωνα με το Νόμο και τους Κανόνες της Ποινικής Δικονομίας. Το νομικό ζήτημα θα πρέπει να παρεισφρύει στη διαδικασία, επιβάλλοντας την παρουσία του και αξιώνοντας άμεση απάντηση. Σε ό,τι αφορά τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και αφού συντρέχουν κατά τα λοιπά οι υπόλοιπες προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 148
(1), ο κ. Τριανταφυλλίδης εισηγήθηκε ότι αυτός θα πρέπει να είναι φιλελεύθερος και προς όφελος του Κατηγορούμενου. Όπως υποστήριξε, ο λόγος για τον οποίο στο Άρθρο 148
(1), όταν αυτό συνετάχθη, διαλαμβάνετο πρόνοια που να καθιστά επιτακτική την παραπομπή νομικού ερωτήματος όταν αυτό υποβάλλεται από τον Γενικό Εισαγγελέα και όχι ζήτημα διακριτικής ευχέρειας που είναι η περίπτωση όταν υποβάλλεται από την Υπεράσπιση, ήταν η μη ύπαρξη στο παρελθόν δικαιώματος έφεσης του Γενικού Εισαγγελέα εναντίον αθωωτικής απόφασης. Κατ' αυτόν τον τρόπο διατηρείτο, όπως το έθεσε, η ισότητα των όπλων μεταξύ Κατηγορούσας Αρχής και Υπεράσπισης και μέσα σε αυτό το πλαίσιο εξετάζετο και ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Με δεδομένο ότι συν τω χρόνω παραχωρήθηκε στον Γενικό Εισαγγελέα το δικαίωμα άσκησης έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης η διατήρηση της ισότητας των όπλων δικαιολογεί μια πιο φιλελεύθερη προσέγγιση από το Δικαστήριο προς την πλευρά του Κατηγορούμενου. Διαφορετικά θα ήταν ενδεχόμενο να παραβιάζετο αυτή η αρχή. Το πιο πάνω επιχείρημα δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Όπως τονίστηκε εμφαντικά στην υπόθεση Επί τοις Αφορώσι την Αίτηση Γεώργιου Σάββα Πατίκκη κ.ά. (ανωτέρω) στην περίπτωση του Άρθρου 148 δεν τίθεται θέμα ισότητας των όπλων γιατί η παραπομπή θέματος για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο δεν συνιστά διαδικαστικό όπλο, ούτε και παρέχει οποιοδήποτε πλεονέκτημα στην πλευρά που ζητά την παραπομπή. Επισημάνθηκε δε ότι δεν επιφυλάσσεται για γνωμοδότηση οποιοδήποτε ζήτημα εγείρεται διαρκούσης της δίκης, έστω και αν ζητείται κάτι τέτοιο από το Γενικό Εισαγγελέα. Με αναφορά στην υπόθεση Police v. Ekdotiki Eteria "Inomeni Dimosiographi Dias Ltd" and Another (ανωτέρω), υπεδείχθη ότι η χρήση στο Άρθρο 148
(1)του όρου «εγειρόμενο» δεικνύει ότι θα πρέπει να επιφυλάσσονται ζητήματα των οποίων η λύση πρέπει να είναι κρίσιμη, είτε για το τελικό αποτέλεσμα της υπόθεσης είτε για την κρίση κάποιας πτυχής της που προοιωνίζει το αποτέλεσμα[12]. Αν το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν εγείρεται ένα τέτοιο νομικό ζήτημα, μέσα στην έννοια που δίδεται ανωτέρω στον όρο, τότε ακόμα και αίτημα του Γενικού Εισαγγελέα μπορεί να απορριφθεί. Εξετάζοντας ένα αίτημα για παραπομπή νομικού ερωτήματος είναι σημαντικό να έχουμε κατά νούν και τα όσα κατά καιρούς έχουν επισημανθεί υπό μορφή obiter dicta σε σχέση με την χρησιμότητα πλέον αυτής της διαδικασίας. Από νωρίς στη νομολογία μας αμφισβητήθηκε η αναγκαιότητα διατήρησης του Άρθρου 148
(1).[13] Βασικά επισημαίνεται ότι το εν λόγω δικονομικό μέτρο είναι συνυφασμένο με την τάξη πραγμάτων που ίσχυε πριν τη θέσπιση του Περί Δικαστηρίων Ν.14/60, και την επέκταση του δικαιώματος έφεσης που προβλέπεται από το Άρθρο 25 του Νόμου[14], καθώς και το Άρθρο 137 του Κεφ. 155, από το 1998[15]. Μάλιστα δε, από το 1995 είχε προωθηθεί και η θέση ότι «η παραπομπή νομικού ερωτήματος με αίτημα κατηγορουμένου βάσει των άρθρων 149 ή 148, μπορεί να θεωρηθεί ως ανενεργός διαδικασία.[16]» Θα μπορούσε να λεχθεί πως οι πιο πάνω εξελίξεις δεν είναι άσχετες με τη μείωση του αριθμού νομικών ζητημάτων τα οποία επιφυλάσσονται προς το Ανώτατο τα τελευταία χρόνια. Έχοντας κατά νουν τα πιο πάνω καθώς και το ότι κατά κανόνα η έφεση παρέχει το κατάλληλο πλαίσιο για τη θεώρηση και εξέταση όλων των νομικών ζητημάτων που εγείρονται στη δίκη θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον η υπό κρίση περίπτωση είναι κατάλληλη για να ασκήσουμε τη διακριτική μας ευχέρεια όπως εισηγείται η Υπεράσπιση. Βασικά το ζητούμενο είναι το είδος του νομικού ερωτήματος που εγείρεται, δηλαδή κατά πόσο είναι καινοφανές, οι επιπτώσεις του στην απόφαση του Δικαστηρίου και άλλοι παράγοντες που σχετίζονται με την απονομή της δικαιοσύνης. Ο κ. Τριανταφυλλίδης αρχικά εισηγήθηκε ότι το εγειρόμενο νομικό ζήτημα είναι καινοφανές γιατί δεν υπήρξε άλλη προηγούμενη απόφαση που να αφορά τη μορφή της διαδικασίας σε σχέση με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Για να διευκρινίσει στη συνέχεια, μετά που του τέθηκε σχετικό ερώτημα από Έδρας, ότι κάποιες κυπριακές αποφάσεις που εξέτασαν τη φύση τέτοιας διαδικασίας εκδόθηκαν πριν την έκδοση της απόφασης του ΕΔΑΔ στην υπόθεση Grande Stevens[17]. Υπενθυμίζουμε στο σημείο αυτό ότι στα πλαίσια της απόφασης που το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε εξετάζοντας τη φύση και ή τη μορφή της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς δεν περιορίστηκε μόνο στην ημεδαπή νομοθεσία και νομολογία αλλά ταυτόχρονα καθοδηγήθηκε από τα πολύ παλαιότερα, ήτοι από το 1976, κριτήρια Engel που εφαρμόστηκαν στην υπόθεση Grande Stevens (ανωτέρω) και διέκρινε την περίπτωση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς από την Ιταλική Επιτροπή που αφορούσε η υπόθεση του ΕΔΑΔ. Όσον αφορά δε την εξέταση της αρχής ne bis in idem εφάρμοσε την προσέγγιση του ΕΔΑΔ σύμφωνα με την οποία απαγορεύεται η δίωξη ή η δίκη για ένα δεύτερο «αδίκημα» στο βαθμό που αυτό προκύπτει από ταυτόσημα ή ουσιαστικά τα ίδια γεγονότα[18]. Σημειώνουμε στο σημείο αυτό την πάγια νομολογιακή αρχή όπως εκφράστηκε στην Πατίκκης[19] (ανωτέρω) ότι η προσφυγή στο Άρθρο 148
(1)μπορεί να γίνει όπου το συγκεκριμένο σημείο δεν καλύπτεται από Νομολογία και η απόφαση επ' αυτού είναι κρίσιμης σημασίας για την πορεία της ποινικής δίκης. Η υπό εξέταση περίπτωση δεν είναι τέτοια. Καθοδηγητική είναι η προσέγγιση στην υπόθεση Επί τοις Αφορώσι την Αίτηση Γεώργιου Σάββα Πατίκκη κ.ά. (ανωτέρω). Εκεί το Κακουργιοδικείο είχε απορρίψει ένσταση της υπεράσπισης αναφορικά με την αποδοχή ως μαρτυρίας των όσων ο εκ των αιτητών κατηγορούμενος 2 φέρεται να είχε πει κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας με κάποιο μάρτυρα. Μετά την απόρριψη της ένστασης του υπέβαλε αίτηση για παραπομπή στο Ανώτατο Δικαστήριο για γνωμοδότηση ως προς το κατά πόσο, εν όψει των διατάξεων των ΄Αρθρων 15.1 και 17.1 του Συντάγματος, η χωρίς τη συγκατάθεση του αποκάλυψη του περιεχόμενου της πιο πάνω επικοινωνίας, συνιστούσε μη αποδεκτή μαρτυρία. Αξιωνόταν επίσης παραπομπή και του ερωτήματος κατά πόσο οι διατάξεις των πιο πάνω άρθρων καθιστούσαν παράνομη και αντισυνταγματική την αποκάλυψη του περιεχόμενου τηλεφωνικής συνδιάλεξης από έναν από τους δύο συνομιλητές, χωρίς τη συγκατάθεση του άλλου. Το Κακουργιοδικείο κατέληξε ότι τα εγειρόμενα θέματα δεν συνιστούσαν ζητήματα που ήταν αναγκαίο να επιλυθούν για να καταστεί δυνατή η περαιτέρω συνέχιση της δίκης κρίνοντας ότι αυτά αφορούσαν το αποδεκτό μαρτυρίας και μπορούσαν να εξεταστούν στα πλαίσια έφεσης κατά της τελικής απόφασης. Βασικά κρίθηκε ότι δεν πληρούτο η δεύτερη προϋπόθεση που διαλαμβάνεται στο Άρθρο 148
(1), δηλαδή η ανάγκη όπως η επίλυση του θέματος είναι κρίσιμης σημασίας για την περαιτέρω συνέχιση της δίκης. Στα πλαίσια αίτησης για άδεια για καταχώριση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari με σκοπό την ακύρωση της απόφασης του Κακουργιοδικείου ο Δικαστής Νικολαΐδης απορρίπτοντας την αίτηση ανέφερε: «Η αντιμετώπιση του Κακουργιοδικείου δεν είναι μεμπτή. Εκδόθηκε αρχικά προδικαστική απόφαση και το Δικαστήριο δεν έκρινε επιβεβλημένο, εφαρμόζοντας τις αρχές που θέτει η νομολογία, να παραπέμψει το θέμα για γνωμοδότηση. Η ορθότητα της απόφασης του Κακουργιοδικείου περί του αποδεκτού ή μη της συγκεκριμένης μαρτυρίας μπορεί κάλλιστα να αμφισβητηθεί μέσα στα πλαίσια έφεσης εναντίον της τελικής απόφασης, αν βέβαια τελικά οι κατηγορούμενοι καταδικαστούν. Δεν είναι ορθός ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο εννοεί ότι όταν θέμα αφορά το αποδεκτό μαρτυρίας δεν παραπέμπεται ως νομικό με βάση το Άρθρο 148. Απλά ανέφερε ότι θεωρεί ότι το θέμα δεν συνιστά ζήτημα που είναι αναγκαίο να επιλυθεί για να καταστεί δυνατή η συνέχιση της δίκης. Εξηγώντας τη θέση του αυτή αναφέρει ότι το συγκεκριμένο θέμα αφορά το αποδεκτό ή μη της μαρτυρίας. Δεν επισημαίνει τα πιο πάνω κατ΄ αντιδιαστολήν, ούτε και προκύπτει ότι θέση του ήταν ότι θέματα που αφορούν το αποδεκτό μαρτυρίας δεν παραπέμπονται ως νομικό ζήτημα. ΄Οπως έχει λεχθεί στην υπόθεση In Re Charalambous and Another
(1974)2 C.L.R. 37, 42, νομικό ζήτημα μέσα στην έννοια του Άρθρου 148
(1)σημαίνει μόνο νομικό ζήτημα που προκύπτει κατά τη διάρκεια της δίκης σε στάδιο κατά το οποίο είναι αναγκαίο όπως επιλυθεί για να είναι δυνατή η συνέχιση της διαδικασίας, σύμφωνα με το νόμο και τους κανόνες της Ποινικής Δικονομίας. Το νομικό ζήτημα θα πρέπει να παρεισφρύει στη διαδικασία, επιβάλλοντας την παρουσία του και αξιώνοντας άμεση απάντηση.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το βαθύτερο νόημα της πιο πάνω απόφασης είναι πως νομικό ζήτημα επιβάλλον την επίλυση του είναι εκείνο που χωρίς την γνωμοδότηση του Ανωτάτου παγοποιεί ή παραλύει τη δίκη, δηλαδή δεν επιτρέπει τη συνέχιση της, την καθιστά ανίκανη να προχωρήσει και γενικά καθιστά αδύνατη την περαιτέρω πορεία της με βάση τα καθιερωμένα στάδια της Ποινικής Δικονομίας. Το κριτήριο αυτό δεν αναφέρεται στην πορεία και στην πρόοδο της δίκης την οποίαν θα ήθελε είτε ο Γενικός Εισαγγελέας, είτε ο εκάστοτε κατηγορούμενος, αλλά στη διαδικασία που προβλέπει ο Νόμος. Κατ'αναλογίαν προς τα πιο πάνω και έχοντας υπ' όψιν και το σύνολο της σχετικής νομολογίας επισημαίνουμε τα ακόλουθα εν σχέσει με την παρούσα: i. Το εγερθέν ζήτημα δεν είναι τέτοιο ούτε εγείρεται σε στάδιο που να προκαλεί αδυναμία ή ανικανότητα συνέχισης της δίκης. ii. Το παρόν Δικαστήριο έχει ήδη εξετάσει και αποφανθεί επί του νομικού ζητήματος στα πλαίσια της ειδικής απολογίας του Κατηγορουμένου
  1. iii. Μετά την απόρριψη της εν λόγω απολογίας και σύμφωνα με την Ποινική Δικονομία η κανονική πορεία της δίκης είναι να απαγγελθούν οι κατηγορίες και να κληθεί ο Κατηγορούμενος 3 να απολογηθεί σ' αυτές βάσει του Άρθρου 62 του Κεφ.
  2. iv. Επιφύλαξη για γνωμοδότηση από το Ανώτατο θα επιβάλλετο εάν για οποιοδήποτε λόγο δεν ήταν δυνατό να ακολουθηθούν τα επόμενα στάδια της Ποινικής Δικονομίας, κάτι που δεν διαπιστώνεται στην παρούσα. v. Το ζήτημα για το οποίο ζητήθηκε επιφύλαξη θα μπορούσε αν χρειαστεί να αποτελέσει και αντικείμενο έφεσης κατά της τελικής Απόφασης του Δικαστηρίου. Δεν διατηρούμε οποιαδήποτε αμφιβολία ότι η έφεση παρέχει το κατάλληλο πλαίσιο για τη θεώρηση σε δεύτερο βαθμό όλων των ζητημάτων που έχουν ήδη προκύψει. vi. Δεν θεωρούμε ότι το εγερθέν νομικό ζήτημα είναι τέτοιας φύσης και σπουδαιότητας ή καινοφανές ώστε να ενδείκνυται η κατ΄ εξαίρεση προσφυγή στις πρόνοιες του Άρθρου 148
(1). Ούτε συμφωνούμε ότι το συγκεκριμένο νομικό σημείο δεν καλύπτεται από νομολογία. Με βάση όλα τα ανωτέρω κρίνουμε ότι δεν θα έπρεπε να ασκήσουμε τη διακριτική μας ευχέρεια για επιφύλαξη του τεθέντος νομικού ερωτήματος προς γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο και συνεπώς το αίτημα του Κατηγορουμένου 3 απορρίπτεται. Β
  1. Εισήγηση Κατηγορουμένου 4 για μη αποκάλυψη υπαρκτού ποινικού αδικήματος Ο Κατηγορούμενος 4 αντιμετωπίζει στην παρούσα υπόθεση συνολικά τέσσερις κατηγορίες (1,2,4 και 6). Η βασική εισήγηση του κ. Ευσταθίου είναι πως οι Kατηγορίες 2 και 6 δεν αποκαλύπτουν αδικήματα γνωστά στο Νόμο. Από πλευράς ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και ουσιαστικού ποινικού δικαίου αποτελεί βασική αρχή όντως πως κανένας δεν καταδικάζεται για οποιοδήποτε αδίκημα εκτός βάσει Νόμου υφιστάμενου κατά την πράξη ή παράλειψη του. Πρόκειται ουσιαστικά για την αρχή nullum crimen, nulla poena sine lege[20] ή καλύτερα sine praevia lege[21] η οποία ενσωματώνεται στο Άρθρο 12 του Συντάγματος[22] το οποίο προνοεί ότι: «
  2. Ουδείς κηρύσσεται ένοχος οιουδήποτε αδικήματος λόγω πράξεως ή παραλείψεως μη συνιστώσης αδίκημα συμφώνως τω νόμω τω ισχύοντι κατά τον χρόνον της τελέσεως αυτής...[23]» Όσον αφορά τη δικονομική διάταξη του Άρθρου 39(α) του Κεφ. 155 θα μπορούσε να λεχθεί πως συσχετίζεται περισσότερο με το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου «.να πληροφορηθεί εις καταληπτή γλώσσαν αμέσως και λεπτομερώς την φύσιν και τους λόγους της εις αυτόν αποδιδομένης κατηγορίας»[24], παρά με την μη αναδρομικότητα των ποινικών νόμων. Συνεπώς η ύπαρξη ποινικού αδικήματος στον Νόμο συνιστά συνταγματικόν όρον εκ των ων ουκ άνευ για τη διατύπωση ποινικού αδικήματος σε κατηγορητήριο, ως προνοεί από δικονομικής πλευράς το Άρθρο 39(α). Όπως αναφέρεται και στην πρόσφατη υπόθεση Αναφορικά με Αίτηση Ευστάθιου Ευσταθίου, Πολ. Αίτ. 58/15, ημερ. 5.5.15 «..η μη διατύπωση στην κατηγορία αδικήματος γνωστού στο Νόμο συνιστά ουσιαστική παρατυπία, όσον αφορά το περιεχόμενο της, αφού πρέπει να υπάρχει σε αυτή 'διατύπωση του ποινικού αδικήματος'.». Εξ ου και σύμφωνα με την υπόθεση Police v. Athienitis
(1983)2 C.L.R. 194 κατά την παρουσίαση του κατηγορητηρίου σε Δικαστή πριν την καταχώρησή του μία από τις δικαστικές λειτουργίες είναι η εξέταση της κατηγορίας προς επιβεβαίωση ότι αυτή αφορά αδίκημα γνωστό στο Νόμο ("He has to examine the charge in order to ascertain: (i) that an offence known to law is alleged.."). Είναι όμως γεγονός πως παρά την αρχική αυτή εξέταση από Δικαστή, το κατηγορητήριο δυνατόν να ακυρωθεί και σε μεταγενέστερο στάδιο, ήτοι ακόμα και μετά την καταδίκη (ή και την παραδοχή) εάν διαπιστωθεί ότι δεν αποκαλύπτει[25] αδίκημα γνωστό στο Νόμο. Ως προς την έννοια του ποινικού αδικήματος θεωρούμε πως θα ήταν προτιμότερο πριν την καταφυγή σε ακαδημαϊκά συγγράμματα και επιστημονικές απόψεις να υπενθυμίσουμε τον σχετικό ορισμό στο Άρθρο 2 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  1. Σύμφωνα με αυτόν «ποινικό αδίκημα» σημαίνει πράξη, απόπειρα ή παράλειψη, αξιόποινη δυνάμει οποιουδήποτε νομοθετήματος. Είναι λοιπόν ορθό πως τα δύο βασικά και απαραίτητα στοιχεία ενός ποινικού αδικήματος είναι αφενός η πράξη (ή απόπειρα ή παράλειψη) και αφετέρου η απειλή κάποιας ποινής για μια τέτοια ενέργεια από κάποιο νομοθέτημα. Έχουμε ήδη αναφέρει τις κατηγορίες, τη νομική τους βάση και τις λεπτομέρειες αδικημάτων στην προηγηθείσα ενδιάμεση απόφαση μας, μεταξύ αυτών και όσες αφορούν τον Κατηγορούμενο
  2. Δεν κρίνουμε ότι χρειάζεται επανάληψη τους και στα πλαίσια της παρούσας απόφασης μας θα αρκεστούμε μόνο στα απολύτως απαραίτητα για εξέταση των εισηγήσεων εκ μέρους του συνηγόρου του. Όσον αφορά την Κατηγορία 2 ο κ. Ευσταθίου εισηγήθηκε πως το Άρθρο 19 αφορά τη γενική απαγόρευση της χειραγώγησης της αγοράς. Απέφυγε επιμελώς να σχολιάσει το Άρθρο 23
(3)το οποίο καθορίζει την ποινή για την παράβαση, μεταξύ άλλων, του Άρθρου 19. Προχώρησε κατευθείαν στην ερμηνεία του Άρθρου 20
(2)το οποίο έχει ως εξής: «
(2)Η Επιτροπή, επιπρόσθετα από τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, έχει, κατά την απόλυτη της κρίση, την ευχέρεια να αποφασίζει κατά πόσο οποιαδήποτε πράξη συνιστά χειραγώγηση της αγοράς.» Δεν θα συμφωνήσουμε ότι το νόημα του πιο πάνω εδαφίου είναι πως αφού κάποιος προβεί σε μια πράξη, στη συνέχεια συνεδριάζει η Επιτροπή και κρίνει εκ των υστέρων εάν το διαπραχθέν αποτελεί αδίκημα. Κάτι τέτοιο, εκτός του ότι η οποιαδήποτε κρίση οποιουδήποτε άλλου οργάνου για την ύπαρξη ή όχι αδικήματος δεν θα ενδιέφερε ποτέ ένα ποινικό Δικαστήριο, θα προσέκρουε στην αρχή της μη αναδρομικότητας των ποινικών νόμων η οποία είναι κατοχυρωμένη επίσης στο Άρθρο 12 του Συντάγματος («.. αδίκημα συμφώνως τω νόμω τω ισχύοντι κατά τον χρόνον της τελέσεως αυτής...»). Εκ πρώτης όψεως έχουμε την άποψη πως με το Άρθρο 20
(1)ο Νόμος εξειδικεύει τρεις περιπτώσεις οι οποίες θεωρούνται ως χειραγώγηση της αγοράς και με το Άρθρο 20
(2)παραχώρησε εξουσία στην Επιτροπή να καθορίζει και άλλες ενέργειες οι οποίες συνιστούν χειραγώγηση. Αυτό όμως δεν ήταν κάτι που θα γίνεται εκ των υστέρων, αλλά εκ των προτέρων. Απόδειξη προς τούτο αποτελεί το ότι ο νομοθέτης δεν περιορίστηκε στο 20
(2). Τα σχετικά Άρθρα 21 και 22 έχουν ως εξής: «21. Η Επιτροπή με Οδηγία της καθορίζει, εξειδικεύει ή διευκρινίζει τις ενδείξεις και τα στοιχεία που λαμβάνει υπόψη της όταν εξετάζει κατά πόσο υπήρξε χειραγώγηση της αγοράς. 22. Η Επιτροπή με Οδηγία της καθορίζει, εξειδικεύει ή διευκρινίζει τις μεθόδους τις οποίες θεωρεί ότι συνιστούν χειραγώγηση της αγοράς.» Παρατηρούμε λοιπόν ότι δόθηκε μεν εξουσία διεύρυνσης των ειδικότερων πράξεων που συνιστούν χειραγώγηση, πλην όμως δεν θα ήταν ορθό να λεχθεί ότι οι αναφερόμενες Οδηγίες θα εκδίδοντο μετά από κάποια πράξη ή παράλειψη κάποιου πολίτη. Όπως έχουμε πει κάτι τέτοιο ποτέ δεν θα ήταν αποδεκτό ενώπιον Ποινικού Δικαστηρίου (στη βάση του αξιώματος nullum crimen nulla poena sine praevia lege). Μας ενδιαφέρει κυρίως το Άρθρο 22 διότι ήταν με την επίκληση των προνοιών του για καθορισμό, εξειδίκευση και διευκρίνιση των μεθόδων χειραγώγησης που εκδόθηκε από την Επιτροπή η περί Μεθόδων Χειραγώγησης της Αγοράς ΟΔ 116-2005-03 του 2011, δημοσιευθείσα στις 17.10.11, ως Κ.Δ.Π. 406/11. Το Άρθρο 4(δ)(
  1. iv)αυτής το οποίο συμπεριλαμβάνεται στην Έκθεση Αδικήματος της Κατηγορίας 2 έχει ως εξής: «4. Μέθοδοι που συνιστούν πράξεις χειραγώγησης της αγοράς κατά την έννοια του Άρθρου 20 του Νόμου αποτελούν ενδεικτικά οι εξής: (α) ............... (β) .............. (γ) ............... (δ) Μέθοδοι χειραγώγησης της αγοράς που βασίζονται σε πληροφορίες: (
  2. i)........... (
  3. ii)........... (iii) .......... (
  4. iv)παράλειψη δημόσιας ανακοίνωσης σημαντικών γεγονότων ή συμφερόντων ή ελλιπής ανακοίνωση τέτοιων πληροφοριών. (
  5. v)......................» Υπενθυμίζουμε σ΄ αυτό το σημείο τον ορισμό της έννοιας «νομοθέτημα» στο Κεφ. 155 ο οποίος έχει ως εξής: «΄νομοθέτημα΄ περιλαμβάνει νόμους και διοικητικές πράξεις» Περαιτέρω θεωρούμε σκόπιμο να παραπέμψουμε στον Ποινικό Κώδικα όπου στο Άρθρο 4 "ποινικό αδίκημα" σημαίνει αξιόποινη πράξη, απόπειρα ή παράλειψη σύμφωνα με το νόμο, ενώ "νόμος" περιλαμβάνει οποιαδήποτε διατάγματα ή διαδικαστικούς ή άλλους κανονισμούς που εκδόθηκαν σύμφωνα με εξουσιοδότηση του νόμου. Επί του παρόντος λοιπόν δύναται σαφώς να λεχθεί πως ο ίδιος ο Νόμος απαγορεύει την χειραγώγηση την οποία σύμφωνα με την νομοθετική εξουσιοδότηση εξειδίκευσε η Επιτροπή αρκετά πριν τα επίδικα γεγονότα ήτοι στις 17.10.11 με την Κ.Δ.Π. 406/11 και μια από τις αναφερόμενες στο Άρθρο 4(δ) της εν λόγω Οδηγίας μεθόδους χειραγώγησης είναι ακριβώς αυτή η οποία αποδίδεται στον Κατηγορούμενο 4 στην Κατηγορία 2 (παράλειψη δημόσιας ανακοίνωσης σημαντικού γεγονότος). Δεν υπάρχει οτιδήποτε το μεμπτό στην επιλογή του Νομοθετικού Σώματος να αφήσει την περαιτέρω εξειδίκευση και καθορισμό μεθόδων χειραγώγησης στην Επιτροπή. Όπως προκύπτει από την Police v. Theodoros Nicola Hondrou and another 3 R.S.C.C.82 αν και η νομοθετική εξουσία ανήκει στη Βουλή των Αντιπροσώπων, δεν υπάρχει τίποτε στο Σύνταγμα το οποίο να εμποδίζει (τη Βουλή) να εκχωρήσει τις εξουσίες της σε άλλα όργανα της Κεντρικής Διοίκησης αλλά και σε Αρχές Τοπικής Αυτοδιοίκησης και Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου, σύμφωνα με τις αποδεκτές αρχές του Συνταγματικού Δικαίου και τις αρχές της δευτερογενούς νομοθεσίας[26]. Όπως αναφέρει σχετικά με το θέμα και ο Καθηγητής Νικόλαος Κ. Ανδρουλάκης στο σύγγραμμα του Ποινικόν Δίκαιον, Γενικό Μέρος, Α' Τόμος, έκδοση 1985, σελ. 106: «.. η ποινική πρόβλεψη είναι δυνατόν να περιέχεται και εις «νόμον» εν ουσιαστική μόνον εννοία εκδιδόμενον υπό οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας, της Διοικήσεως, κατά νομοθετικήν, όμως, πάντοτε ε ξ ο υ σ ι ο δ ό τ η σ ι ν». Με τον τρόπο αυτό η Διοίκηση δύναται να θεσπίζει κανόνες δικαίου - οι οποίοι συνιστούν δευτερογενή νομοθεσία - αναγκαίους για την εφαρμογή και εκτέλεση ενός νόμου και την ειδικότερη και λεπτομερέστερη ρύθμιση συγκεκριμένων ζητημάτων. Η δευτερογενής νομοθεσία εκδίδεται κατόπιν παραχώρησης εξουσίας στη βάση συγκεκριμένης νομοθετικής διάταξης και, όπως και κάθε νόμος, υπόκειται στις επιταγές του Συντάγματος. Πρέπει δε να μην υπερβαίνει τα πλαίσια που καθορίζονται από τον εξουσιοδοτούντα νόμο, να μην είναι δηλαδή ultra vires, και να συνάδει με τις αρχές του Δικαίου. Ο κ. Ευσταθίου ήγειρε ζήτημα ως προς το ότι η πράξη πρέπει να είναι «ειδικώς καθοριζομένη» υπό του Νόμου. Πρόκειται ουσιαστικά για επίκληση της παραπλήσιας αρχής nullum crimen nulla poena sine lege certa[27]. Πρέπει επ΄ αυτού να παρατηρήσουμε πως αυτά είναι ζητήματα που άπτονται της ερμηνείας του εκάστοτε σχετικού νομοθετήματος με βάση τις καθιερωμένες νομολογιακές αρχές, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις ποινικών νόμων[28]. Αναμφίβολα το έργο της ερμηνείας όμως ανήκει στο εκδικάζον Δικαστήριο και θα ήταν άτοπο να επιχειρηθεί σε αυτό το προκαταρκτικό στάδιο μια τέτοια ερμηνεία π.χ. των εννοιών «χειραγώγηση» ή «αισθητά» ή «σημαντικό γεγονός». Αρκούμαστε επί του παρόντος να παραπέμψουμε στα όσα ο Καθηγητής Ανδρουλάκης (ανωτέρω) αναφέρει (στις σελ. 139 επ.) για την αναγκαία ύπαρξη στους ποινικούς νόμους «περιγραφικών εννοιών» αφενός και «αξιολογικών εννοιών" αφετέρου. Οι πρώτες αποδίδουν ευθέως ορισμένη εμπειρική πραγματικότητα και είναι αντιληπτές από όσους μετέχουν ενός κοινού γλωσσικού αισθητηρίου, ενώ οι δεύτερες, που είναι και οι περισσότερες στους ποινικούς νόμους, απαιτούν μιαν ανάλογη «διανοητική κατεργασία» (π.χ. ασελγής, κατάχρηση, αντιποίηση, ανάρμοστος, άσεμνα, αμέλεια κ.λ.π.). Εξηγώντας σε άλλο σημείο την αναγκαιότητα της ερμηνείας αναφέρει (στη σελ. 109): «Μεταξύ δηλαδή του κατ' ανάγκην α φ η ρ η μ έ ν ο υ κειμένου του νόμου και της σ υ γ κ ε κ ρ ι μ έ ν η ς περιπτώσεως παρεμβάλλεται αφεύκτως εις κενός χώρος, ο οποίος οφείλει να πληρωθή διά πνευματικής νομικής εργασίας.... Η πνευματική αύτη εργασία καθ΄ όν λόγον συντελείται, τρόπον τινά, εκ των άνω προς τα κάτω, εκ του αφηρημένου προς το συγκεκριμένον, καλείται ε ρ μ η ν ε ί α (του κανόνος δικαίου) κατ΄ αντίστροφον δε φοράν, εκ του συγκεκριμένου προς το αφηρημένον συντελουμένη, καλείται ν ο μ ι κ ή υ π α γ ω γ ή (του πραγματικού υπό τον κανόνα δικαίου). «Ερμηνεία» και «νομική υπαγωγή» τελούν εν τω επιπέδω της δ ι κ α σ τ ι κ ή ς π ρ α κ τ ι κ ή ς εν αδιασπάστω αλληλεξαρτήσει.» Αυτό ακριβώς έχει τονίσει και το ΕΔΑΔ στην Kokkinakis v. Greece[29] σύμφωνα με το ακόλουθο απόσπασμα το οποίο παρατίθεται στο σύγγραμμα Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας (Α.Ν. Λοίζου, σελ. 80): «... ένα αδίκημα πρέπει να ορίζεται με σαφήνεια στο νόμο. Αυτός ο όρος ικανοποιείται εκεί όπου το άτομο μπορεί να γνωρίζει από τη διατύπωση της σχετικής πρόνοιας, και, αν χρειάζεται, με τη βοήθεια της δικαστικής ερμηνείας αυτού, ποιες πράξεις και παραλείψεις θα τον καταστήσουν υπεύθυνο.» Διαζευκτική θέση του κ. Ευσταθίου ήταν πως δεν τηρήθηκε η ορθή διαδικασία όσον αφορά τη θέσπιση της Κ.Δ.Π. 406/11, δηλαδή δεν κατατέθηκε στη Βουλή ως προνοεί ο περί Καταθέσεως στη Βουλή των Αντιπροσώπων των Κανονισμών που Εκδίδονται με Εξουσιοδότηση Νόμου, Ν.99/89. Επί της θέσης αυτής παρατηρούμε ότι: (α) Σύμφωνα με το Άρθρο 4 του περί Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Ν.73(Ι)/09η Επιτροπή αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου και ως τέτοιο εμπίπτει στην έννοια της Δημόσιας Υπηρεσίας όπως αυτή ορίζεται στο Άρθρο 122 του Συντάγματος. Σύμφωνα με όσα λέχθηκαν στην ΑΤΗΚ ν. Επιτρόπου Ρύθμισης Τηλεπικοινωνιών
(2005)4 Α.Α.Δ. 20, εν σχέσει με την ΑΤΗΚ και τον Επίτροπο Τηλεπικοινωνικών, θα μπορούσε να λεχθεί πως και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς εντάσσεται στα Όργανα ή Αρχές της Δημοκρατίας. (β) Ο Ν.99/89με το Άρθρο 3
(1)βασικά ρυθμίζει τις περιπτώσεις στις οποίες το Υπουργικό Συμβούλιο ή Υπουργός έχει εξουσία δυνάμει Νόμου να εκδίδει Κανονισμούς και είναι για αυτές τις περιπτώσεις που επιβάλλει την υποχρέωση κατάθεσης των Κανονισμών στη Βουλή για έγκριση. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Partastampo Shipping And Fishing Ltd, v. Κ.Δ
(2011)3 Α.Α.Δ. 370 η εξουσία εκδόσεως Κανονισμών, που συνιστά νομοθετικής φύσης εξουσία δίδεται από τη Βουλή στο Υπουργικό Συμβούλιο με την επιφύλαξη, όπως αναφέραμε πιο πάνω, του δικαιώματος της Βουλής να τους εγκρίνει, να τους απορρίψει ή να τους τροποποιήσει. (γ) Το γεγονός ότι ο Ν.99/89με το Άρθρο 3
(4)αναφέρεται σε Κανονισμούς που εκδίδονται από άλλα συμβούλια π.χ. δημοτικά, κοινοτικά, δικηγορικά κ.λ.π. καταρχήν επιβεβαιώνει το προαναφερθέν πως πράγματι η Βουλή οικεία βουλήσει σε αρκετές περιπτώσεις εκχωρεί δική της εξουσία με νομοθετική εξουσιοδότηση σε διάφορες Αρχές και Όργανα, ακόμα και όχι της Διοίκησης[30] Μάλιστα θα πρέπει να σημειωθεί πως η Βουλή με Νόμο από το 1962 (Ν.23/62)χορήγησε εξουσία στο Υπουργικό Συμβούλιο να εκχωρεί την ενάσκηση εξουσιών που έχει το ίδιο δυνάμει Νόμου στον αρμόδιο Υπουργό ή στον αρμόδιο Ανεξάρτητο Αξιωματούχο ή άλλην αρμόδια Αρχή. (δ) Εκτός από τις περιπτώσεις Κανονισμών όμως, η πραγματικότητα είναι πως πολλές Αρχές και Αξιωματούχοι έχουν την εξουσία, μέσω νομοθετικής εξουσιοδότησης, να εκδίδουν και δημοσιεύουν απευθείας και χωρίς κατάθεση στη Βουλή διάφορες Οδηγίες και Γνωστοποιήσεις, σχετιζόμενες με θέματα της αρμοδιότητας τους και οι οποίες πάρα πολλές φορές βάσει της οικείας νομοθεσίας συνιστούν το νομικό υπόβαθρο για ποινικά αδικήματα. Τέτοιες Αρχές και Αξιωματούχοι είναι π.χ. η Κεντρική Τράπεζα, ο Κυπριακός Οργανισμός Τυποποίησης, το Χ.Α.Κ., ο Επίτροπος Τηλεπικοινωνιών, τα Συμβούλια Αποχετεύσεων κ.λ.π. (ε) Ως παράδειγμα θα μπορούσε να αναφερθεί η προβλεπόμενη, από το Άρθρο 64 του Ν.138(Ι)/02, εξουσία της Κεντρικής Τράπεζας να εκδίδει Οδηγίες για τα στοιχεία και πληροφορίες που βάσει του ιδίου Άρθρου υποχρεούνται να της παρέχουν διάφορα πρόσωπα, υπηρεσίες, ιδρύματα και οργανισμοί. Οι Οδηγίες αυτές εκδίδονται και δημοσιεύονται από τον εκάστοτε Διοικητή της Κεντρικής ως Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις (π.χ. Κ.Δ.Π. 437/08) πλην όμως χωρίς οποιαδήποτε υποχρέωση εκ του Νόμου για κατάθεση τους στη Βουλή. Με βάση το Άρθρο 64
(6)(α) η παράβαση των Οδηγιών αυτών συνιστά ποινικό αδίκημα. Στην πραγματικότητα πρόκειται για Οδηγίες που αφήνονται να εκδοθούν από το ειδικότερο αρμόδιο Όργανο ή Αρχή λόγω ακριβώς της απαιτούμενης εξειδίκευσης και λεπτομέρειας, για τα οποία κρίνεται αντίστοιχα καταλληλότερο το Όργανο ή Αρχή εν συγκρίσει με την Βουλή, η οποία αρκείται στην οριοθέτηση του γενικού πλαισίου και στην πρόβλεψη της ποινής. (στ) Όπως και να έχουν τα πράγματα πάντως, δεν συμφωνούμε ότι στη βάση εξ αντιδιαστολής επιχειρήματος είναι δυνατό να εξαχθεί συμπέρασμα πως επειδή ο Ν.99/89ο οποίος αφορά Κανονισμούς του Υπουργικού Συμβουλίου εξαιρεί πέντε περιπτώσεις Κανονισμών άλλων συμβουλίων, αυτό σημαίνει πως πρέπει να κατατίθενται στη Βουλή όλες οι υπόλοιπες Οδηγίες. Έχουμε την άποψη πως αν αυτή ήταν η πρόθεση του Νομοθέτη θα το έλεγε ρητώς είτε σε κάποιο γενικό νόμο είτε στον κάθε ξεχωριστό νόμο, δηλαδή κατά την παραχώρηση της σχετικής εξουσίας έκδοσης Οδηγιών. Αυτό ακριβώς αποδεικνύει η αντιπαραβολή των εδ. (η) και (θ) του Άρθρου 25
(1)του συστήσαντος την Επιτροπή Ν.73(Ι)/09τα οποία έχουν ως εξής: «25.-
(1)Η Επιτροπή χωρίς επηρεασμό οποιωνδήποτε άλλων αρμοδιοτήτων της παρέχονται από τον παρόντα Νόμο και την κειμένη νομοθεσία, έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες- (α)............. (β)............. (η) να εκδίδει και υποβάλλει προς έγκριση κανονισμούς, κατά τα προβλεπόμενα στο Μέρος ΧΙ· (θ) να εκδίδει οδηγίες για θέματα που αφορούν την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Επιτροπής κατ' εξουσιοδότηση των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή από της κειμένης νομοθεσίας.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στα δε Άρθρα 55 και 56 του ιδίου Νόμου αναφέρεται ρητώς ότι οι Κανονισμοί υποβάλλονται προς έγκριση ενώ οι Οδηγίες απλώς δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα. Βεβαίως η δημοσίευση υπό τη μορφή Κ.Δ.Π. δεν μεταβάλλει κάποιαν Οδηγία σε Κανονισμούς. Όσον αφορά την Κατηγορία 6 η αντίστοιχη εισήγηση του κ. Ευσταθίου παραγνωρίζει την αναφορά στην προηγούμενη μας απόφαση (στη σελ. 23) πως παρότι στην έκθεση του αδικήματος καταγράφεται και το Άρθρο 11
(1)η εν λόγω κατηγορία αφορά το ποινικό αδίκημα που δημιουργείται από το συνδυασμό των εδ. 11
(2)και 15
(3). Ο κ. Ευσταθίου λοιπόν θεωρεί ότι το αδίκημα είναι αυτό του Άρθρου 11
(1)(α), δηλαδή παράβαση υποχρέωσης εκδοτών να δημοσιοποιούν τις «εμπιστευτικές πληροφορίες» που τους αφορούν, οπότε επικαλείται ότι με βάση τον σχετικό ορισμό του Άρθρου 5[31] δεν καθορίζεται στο Νόμο τι σημαίνει «αισθητά», αλλά αφήνεται στην Επιτροπή να αποφασίσει κατά την κρίση της τι θα μπορούσε να επηρεάσει αισθητά την τιμή των χρηματοοικονομικών μέσων, πράγμα το οποίο δεν μπορεί να μαντέψει ή να σκεφθεί κάποιος. Επαναλαμβάνουμε όμως ότι τα μόνα ποινικά αδικήματα τα οποία δημιουργεί το Άρθρο 11 είναι αυτά των εδ.
(2)(α) και (β). Το εδ. (β) αφορά ειδικά απαγορεύσεις σε διοικητικούς συμβούλους εκδότη. Οι φράσεις «κατά την παροχή πληροφορίας» και «απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία» που απαντούνται στις λεπτομέρειες της Κατηγορίας 6 έχουν ληφθεί αυτούσιες σχεδόν από αυτό το εδ. 2(β). Η ουσία όμως είναι πως σαφέστατα υπάρχει αντίστοιχο ποινικό αδίκημα στο Νόμο με τα πιο πάνω στοιχεία, δηλαδή απόκρυψη οτιδήποτε του ουσιώδους κατά την παροχή πληροφορίας. Τόσον η έννοια «ουσιώδες» όσον και η έννοια «αισθητά» είναι έννοιες οι οποίες αναλόγως αναγκών θα τύχουν ερμηνείας υπό του εκδικάζοντος Δικαστηρίου, στα πλαίσια πάντοτε των συνήθων ερμηνευτικών μεθόδων και των παγίων νομολογιακών αρχών. Β2. Πολλαπλότητα Όσον αφορά την εισήγηση για πολλαπλότητα σημειώνουμε πως στην Re Marios Christou
(1996)1 C.L.R. 398 αναφέρθηκε ότι «η πολλαπλότητα όταν εμφανίζεται σε κατηγορητήριο αποτελεί θέμα τύπου και όχι μαρτυρίας». Όπως έχει νομολογηθεί μία Κατηγορία δεν πρέπει να καταλογίζει στον Κατηγορούμενο πέραν του ενός αδικήματα (βλ. Archbold 39η Έκδοση σελ. 26[32]). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus, κ.κ. Λοϊζου και Πική, 1η Έκδοση
(1975)σελ. 48: «The separation of offences into separate counts is important, as a count cannot charge more than one offence. Failure to observe this provision may render the charge bad for duplicity.» Στην υπόθεση Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ.249 στην οποία παρέπεμψε και ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Κατηγορούμενο 4, το θέμα της πολλαπλότητας καθορίστηκε ως εξής: «Η πολλαπλότητα ορίζεται ως η συμπερίληψη στην ίδια κατηγορία πέραν του ενός αδικήματος. Είναι αυστηρός ο κανόνας ότι η κατηγορία δεν πρέπει να περιέχει περισσότερο από ένα αδίκημα. Για να γνωρίζει η υπεράσπιση επακριβώς τι είναι που αντιμετωπίζει. Αλλιώς ενδέχεται να επηρεαστεί δυσμενώς. Και για να παρέχεται η δυνατότητα διακρίβωσης προηγούμενης καταδίκης ή αθώωσης autrefois convict ή acquit για το ίδιο αδίκημα σε περίπτωση μεταγενέστερης κατηγορίας: βλ. π.χ. The Police v. Economides & Others
(1951)XX (Part II) C.L.R. 11. Το κατά πόσο η ποινική διάταξη αποβλέπει στη δημιουργία μόνο ενός αδικήματος ή περισσοτέρων, είναι ζήτημα ερμηνείας, με πρακτική μάλλον παρά με αναλυτική διάθεση, υπό το φως της κοινής λογικής και του τι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις: βλ. D.P.P. v. Merriman
(1973)AC 584 (ιδιαίτερα στις σελ. 593 Α-Ε και 607 C) και Wilson
(1979)69 Cr App. R. 83 (ιδιαίτερα στις σελ. 85-87 και 88). Χωριστά αδικήματα στην ίδια διάταξη έχουμε όταν προβλέπεται για το καθένα διαφορετική, από τη φύση της, πράξη: βλ. Frangiskos Kyriacou v. The Welfare Office
(1961)C.L.R. 227, Mallon and another v. Allon
(1963)3 All E.R. 843. Όταν όμως η πράξη είναι βασικά του ίδιου είδους αλλά διαφέρει στη μορφή της δεν έχουμε παρά μόνο ένα αδίκημα: βλ. A.G. v. HjiConstanti
(1969)2 C.L.R. 5, Police v. Economides & Others (ανωτέρω). Το μόνο ένα αδίκημα μπορεί να διαπράττεται με περισσότερο από ένα τρόπο, είτε ως προς την αντικειμενική υπόσταση είτε ως προς την υποκειμενική. Σε τέτοια περίπτωση επιτρέπονται στην ίδια κατηγορία οι διαζεύξεις. Αυτό συνέβηκε και στην προκείμενη περίπτωση». Όπου πρόκειται για μια ενιαία πράξη ή δραστηριότητα, αυτή μπορεί να συμπεριληφθεί σε μια κατηγορία[33]. Η δραστηριότητα μπορεί να αποτελείται από περισσότερες από μία πράξεις στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους[34]. Όπως όμως διαπιστώθηκε στην Ανδρονίκου ν. Δημοκρατίας
(2008)2 A.A.Δ. 486 με αναφορά στην Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 111, για να υπάρχει οποιαδήποτε επίπτωση από πολλαπλότητα θα πρέπει το Κατηγορούμενο πρόσωπο να παραπλανείται κατά ουσιώδη τρόπο στην έγερση της υπεράσπισης του εξ αιτίας της[35]. Στρεφόμενοι τώρα στην Κατηγορία 6 διαπιστώνουμε ότι στην Έκθεση του Αδικήματος αναφέρονται τα Άρθρα 11
(1)
(2)(α)(β) και 15
(3)του Ν.116(Ι)/05, καθώς και το Άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Είναι γεγονός ότι το Άρθρο 11 επιβάλλει διάφορες υποχρεώσεις σε εκδότη χρηματοοικονομικών μέσων. Όπως ήδη όμως έχουμε αναφέρει τα μοναδικά ποινικά αδικήματα που δημιουργούνται από το εν λόγω Άρθρο μέσω του Άρθρου 15
(3)είναι τα αναφερόμενα στο Άρθρο 11
(2)και ειδικά για Διοικητικό Σύμβουλο είναι αυτό της απόκρυψης οτιδήποτε ουσιώδους κατά την παροχή πληροφορίας. Η φράση «παράβαση υποχρέωσης του εκδότη» που απαντάται στις λεπτομέρειες της Κατηγορίας 6 διασυνδέεται με τη φράση του εδ. 2(α) «[Α]παγορεύεται στον εκδότη μέσα στα πλαίσια συμμόρφωσης του με το προηγούμενο εδάφιο..» εξ ου και συμπεριλήφθηκε και το εδ.
(1)στην Έκθεση Αδικήματος. Η εισήγηση ότι η παράβαση των εδ.(α) έως (στ) του Άρθρου 11
(1)«δημιουργεί αντίστοιχα αδικήματα» σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 15 δεν είναι ορθή, σε όποιαν έκταση εννοεί ότι δημιουργεί ποινικά αδικήματα, καθότι η παράβαση αυτών των εδαφίων δημιουργεί μόνον διοικητικά αδικήματα[36]. Ούτε βεβαίως ευσταθεί η εισήγηση ότι το Άρθρο 11
(2)(α) και (β) «δημιουργεί πλείονα του ενός ποινικά αδικήματα» διότι το (α) αναφέρεται σε απαγόρευση που επιβάλλεται στον εκδότη, ενώ το (β) σε απαγόρευση στους διοικητικούς συμβούλους και ανώτατους αξιωματούχους του εκδότη. Εν πάση περιπτώσει στις Λεπτομέρειες του Αδικήματος εξειδικεύεται ρητά ποιο συγκεκριμένο αδίκημα καταλογίζεται στον Κατηγορούμενο
  1. Αυτό συνίσταται στην απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων κατά την παροχή πληροφορίας σχετικά με την χρηματοοικονομική κατάσταση της Κατηγορούμενης
  2. Προκύπτει μάλιστα και η συγκεκριμένη ημερομηνία και ο χώρος στον οποίο αφορά η Κατηγορία για απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων που υπήρχαν σχετικά με το κεφαλαιουχικό έλλειμμα της Κατηγορούμενης 1 (στις 19.6.12 στην Ετήσια Γενική Συνέλευση της Κατηγορούμενης 1). Δεν θεωρούμε, συνεπώς, ότι ο Κατηγορούμενος 4 παραπλανείται με οποιοδήποτε τρόπο στην έγερση της υπεράσπισης του από την διατύπωση της Κατηγορίας
  3. Έπεται πως η εν λόγω Κατηγορία δεν είναι άκυρη λόγω πολλαπλότητας. Β.3 Αντιφατικότητα Κατηγοριών 4 και 6 Παρατηρούμε επίσης ότι μέσα από την αγόρευση του κ. Ευσταθίου φαίνεται να προβάλλεται η θέση περί ύπαρξης αντιφατικών κατηγοριών. Συγκεκριμένα ότι συγκρίνοντας τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 4ης κατηγορίας με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 6ης κατηγορίας δημιουργείται σύγχυση διότι εις μεν την 4η κατηγορία αποδίδεται στον Κατηγορούμενο η διάδοση πληροφοριών που δίδουν παραπλανητικές ενδείξεις σχετικά με χρηματοοικονομικά μέσα, ενώ στην 6η κατηγορία του αποδίδεται η απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων σχετικά με την χρηματοοικονομική κατάσταση της Κατηγορούμενης 1, δηλ. το κεφαλαιουχικό έλλειμμα. Εν πρώτοις να πούμε ότι αναγνωρίζεται από τη Νομολογία η ευχέρεια διατύπωσης δύο ή περισσοτέρων ξεχωριστών αδικημάτων νοουμένου ότι αυτά στοιχειοθετούνται από την ίδια βάση γεγονότων. Ειδικότερα δε η Κατηγορούσα Αρχή θα μπορούσε να θέσει διαζευκτικούς τρόπους εγκληματικής ενέργειας όπως εισάγονται στις λεπτομέρειες των δύο πιο πάνω κατηγοριών. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Ανδρονίκου (ανωτέρω) με αναφορά στην αγγλική υπόθεση R. v. Bellman
(1989)2 W.L.R. 37, (απόφαση της Βουλής των Λόρδων) δεν υπάρχει κανόνας που απαγορεύει τη συνένωση αμοιβαίως αντιφατικών κατηγοριών, αλλά αντίθετα υπάρχουν περιπτώσεις όπου η δικαιοσύνη επιβάλλει αυτή τη συνένωση. Ούτως ή άλλως, εκ πρώτης όψεως δεν υπάρχει κάτι που να αποκλείει ως θέμα λογικής την συνύπαρξη της διάδοσης πληροφοριών που να δίδουν παραπλανητικές ενδείξεις με την απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων σχετικά με το κεφαλαιουχικό έλλειμμα της Κατηγορούμενης 1. Δηλαδή με άλλα λόγια είναι ένα θέμα να διαδίδει κάποιος κάτι που δεν ισχύει και άλλο θέμα να αποκρύβει κάτι που ισχύει. Γ. Λεπτομέρειες Όσον αφορά το αίτημα για παροχή λεπτομερειών επισημαίνουμε ότι όπως έχει νομολογηθεί, κάθε κατηγορία θα πρέπει να περιέχει ικανοποιητικές λεπτομέρειες ούτως ώστε να δίδει τη δυνατότητα στον κατηγορούμενο να γνωρίζει με λογική βεβαιότητα την υπόθεση που έχει να αντιμετωπίσει στη δίκη. Η απαίτηση αυτή περιέχεται στο Άρθρο 12
(5)(α) του Συντάγματος, καθώς και στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και συνιστά μέρος των θεμελιωδών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Στην υπόθεση Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.766 αναγνωρίστηκε ότι το Άρθρο 6
(3)(α) της ΕΣΔΑ επιβάλλει να γνωστοποιούνται οι συγκεκριμένες κατηγορίες και οι αναγκαίες λεπτομέρειες εφόσον οι λεπτομέρειες ενός αδικήματος διαδραματίζουν ουσιώδη ρόλο στην όλη ποινική διαδικασία, ώστε ο κατηγορούμενος να γνωρίζει εκ των προτέρων τι επακριβώς αντιμετωπίζει, για να δύναται να ετοιμάσει την υπεράσπιση του σε καθεμιά από τις κατηγορίες. Τονίστηκε δε ότι το ουσιώδες είναι να γνωρίζει ο κατηγορούμενος με επάρκεια το μέγεθος και την έκταση των κατηγοριών. Και αυτό πέραν της δυνατότητας που ο κατηγορούμενος έχει να ζητήσει περαιτέρω λεπτομέρειες των συνθηκών κάτω από τις οποίες επέδειξε την κατ' ισχυρισμό παράνομη συμπεριφορά. Για να αποφασιστεί κατά πόσο μία κατηγορία περιέχει ικανοποιητικές λεπτομέρειες πρέπει να εξεταστεί το κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει στερηθεί, ένεκα της παράλειψης κάποιου στοιχείου από το κατηγορητήριο, της πιθανότητας να υπερασπιστεί επαρκώς τον εαυτό του[37]. Οι λεπτομέρειες σε κάθε κατηγορία πρέπει να δίνουν στον κατηγορούμενο ικανοποιητική ενημέρωση σχετικά με ό,τι η Κατηγορούσα Αρχή προτίθεται να αποδείξει, χωρίς να προκαλείται σύγχυση ή αμηχανία στην Υπεράσπιση[38]. Το κατά πόσο οι λεπτομέρειες που περιέχονται στην κατηγορία είναι επαρκείς είναι θέμα βαθμού και έκτασης, και κατά την εξέταση του θέματος αυτού το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη, πέραν του κατηγορητηρίου και κάθε στοιχείο της πληροφόρησης που ήταν διαθέσιμο στον κατηγορούμενο. Το περιεχόμενο των καταθέσεων αποτελεί για τον κατηγορούμενο επιπρόσθετη πηγή άντλησης πληροφοριών αναφορικά με την υπόθεση εναντίον του. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Νεάρχου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ.33, 36 όταν εξετάζεται κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει στερηθεί, λόγω της παράλειψης από το κατηγορητήριο οποιουδήποτε συστατικού του αδικήματος, της δυνατότητας να ετοιμάσει την υπεράσπιση του, θα πρέπει να δίδεται σημασία σε οποιεσδήποτε περιστάσεις που δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος είχε, στην πραγματικότητα, γνώση των ουσιωδών στοιχείων του αδικήματος για το οποίο κατηγορείται[39]. Οι κατηγορίες θα πρέπει να διατυπώνονται κατά δίκαιο τρόπο και όχι με σκοπό να παγιδεύσουν ή παραπλανήσουν τον κατηγορούμενο. Το κριτήριο που έχει καθορίσει διαχρονικά η Νομολογία είναι ότι ένα κατηγορούμενο πρόσωπο δεν θα πρέπει να επηρεάζεται αρνητικά από το κατηγορητήριο λόγω ασάφειας ή πληθώρας κατηγοριών[40]. Στην υπόθεση Kannas alias Pombas v. The Police
(1968)2 C.L.R.29 τονίστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει λεπτομέρειες του αδικήματος κατά την έναρξη της δίκης και, όπως συνάγεται, αυτές παρέχονται εφόσον η εγκληματική πράξη δεν εξειδικεύεται με την αναγκαία λεπτομέρεια. Το κριτήριο όμως κατά πόσο η καταδίκη του κατηγορούμενου είναι επιρρεπής σε ακύρωση λόγω παράλειψης παροχής λεπτομερειών του αδικήματος είναι ουσιαστικό και τελικά εξαρτάται από το σύνολο των στοιχείων τα οποία είχε στη διάθεση του ο κατηγορούμενος για την ετοιμασία της υπεράσπισης του. Κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε τα αιτήματα με αναφορά στις Κατηγορίες σε σχέση με τις οποίες υποβλήθηκαν: Κατηγορίες 1 και 2 Για τις Κατηγορίες 1 και 2 ζητήθηκε εκ μέρους όλων των Κατηγορουμένων να προσδιοριστούν αφενός οι φράσεις «είχαν αυξηθεί σημαντικά» και αφετέρου το ποσό στο οποίο αυξήθηκαν οι κεφαλαιουχικές ανάγκες της Κατηγορουμένης 1 από €200 εκ. που είχε ανακοινωθεί στις 10.5.
  1. Κατά την αγόρευση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για την Κατηγορούσα Αρχή δηλώθηκε ότι οι φράσεις «είχαν αυξηθεί σημαντικά» μπορούν να προσδιοριστούν ώστε να διαβάζονται «είχαν αυξηθεί σημαντικά δηλαδή περίπου στα 400 εκατομμύρια Ευρώ». Θεωρούμε, συνεπώς, πως με την διευκρίνιση αυτή δεν είναι απαραίτητη η παροχή οιωνδήποτε περαιτέρω λεπτομερειών σε σχέση με τις Κατηγορίες 1 και
  2. Κατηγορία 3 Για την Κατηγορία 3 εκ μέρους των Κατηγορουμένων 1 και 2 ζητείται: α) να προσδιοριστεί επακριβώς η ημερομηνία μεταξύ 19.6.2012 και 26.6.2012, αν είναι άλλη από τις 19.6.12, κατά την οποία ο Κατηγορούμενος 2 διέδωσε πληροφορίες κατά τη διάρκεια της Ετήσιας Γενικής Συνέλευσης που έγινε στις 19.6.12 οι οποίες και έδιναν παραπλανητικές ενδείξεις σχετικά με τα χρηματοοικονομικά μέσα. β) ο προσδιορισμός του τρόπου με τον οποίο έγινε η ισχυριζόμενη διάδοση των πιο πάνω πληροφοριών. γ) ο προσδιορισμός των παραπλανητικών δηλώσεων αυτών. Ήταν η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι: (α) το αδίκημα της χειραγώγησης τελείται μεταξύ 19.6.2012 και 26.6.2012 ως συνεχιζόμενο αδίκημα. Επεξήγησε ότι αυτό έχει ως αφετηρία την 19.6.2012 και λήξη την 26.6.2012 δεδομένου ότι την 27.6.2012 υπήρξε νέα ανακοίνωση επί του θέματος. (β) τα χρηματοοικονομικά μέσα είναι συγκεκριμένα οριζόμενα από τον Νόμο με αποτέλεσμα να μην είναι αναγκαία οιαδήποτε διευκρίνιση επί τούτων, και (γ) οι παραπλανητικές δηλώσεις είναι μέρος του μαρτυρικού υλικού που έχει δοθεί στην Υπεράσπιση και συμπληρώνει τις λεπτομέρειες των αδικημάτων. Εν πρώτοις επισημαίνουμε ότι η αναφορά υπό το στοιχείο (β) ανωτέρω εκ μέρους της κας Ευθυβούλου δεν έχει πλέον οποιαδήποτε σημασία εφόσον το σχετικό αίτημα είχε αποσυρθεί κατά την αγόρευση του κ. Αραούζου. Όσον αφορά το σημείο (α) έχει καταστεί σαφές από τις διευκρινίσεις της κας Ευθυβούλου πως η Κατηγορούσα Αρχή προτίθεται να αποδείξει ότι η χειραγώγηση αυτή άρχισε στις 19.6.12 με δηλώσεις στη Γ.Σ. και έληξε στις 26.6.12 εφόσον την επομένη μέρα εκδόθηκε ανακοίνωση εν σχέσει με το κεφαλαιουχικό έλλειμμα. Αγορεύοντας ο κ. Αραουζος είπε πως «..δεν μπορούμε να μιλούμε για μια συγκεκριμένη στιγμή ότι διέδωσε κάτι το οποίο ήταν παραπλανητικό και την ίδια στιγμή να λέμε ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 χειραγώγησαν μεταξύ 19.
  3. και 26.6...». Κατά τη γνώμη μας η διαφορά έγκειται ακριβώς στο ότι η Κατηγορούσα Αρχή αντιλαμβάνεται και προτίθεται να αποδείξει τη χειραγώγηση ως συνεχιζόμενο αδίκημα το οποίο αρχίζει με τις πιο πάνω δηλώσεις και εκτείνεται σε χρόνο μέχρι την προηγούμενη της ανακοίνωσης, ενώ ο κ. Αραούζος αγνοεί τη χειραγώγηση και με αφορμή το ρήμα «διέδωσε» εστιάζει σε «μια συγκεκριμένη στιγμή». Καταρχάς να επισημάνουμε ότι η Κατηγορία 3 αναφέρεται σε πληθυντικό αριθμό, ήτοι «πληροφορίες» άρα εκ των πραγμάτων δεν αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη στιγμή διάδοσης μιας πληροφορίας και κατά δεύτερο ως προς το εγειρόμενο θέμα να πούμε ότι ουσιαστικά με την απόδειξη δηλώσεων στη Γ.Σ η Κατηγορούσα Αρχή θα προσπαθήσει να πείσει ότι άρχισε χειραγώγηση η οποία συνεχίστηκε για 7 ημέρες. Σε σχέση λοιπόν με τον προσδιορισμό του χρόνου διάδοσης πληροφοριών οι οποίες έδιδαν παραπλανητικές ενδείξεις σχετικά με τα χρηματοοικονομικά μέσα, θεωρούμε πέραν του ότι είναι σαφής στην Κατηγορία ο χρόνος που έγιναν, ότι η δήλωση της κας Ευθυβούλου ως καταγράφεται στην υποπαράγραφο (α) ανωτέρω διευκρινίζει επαρκώς το ερώτημα του κ. Αραούζου, όπως αυτό υιοθετήθηκε και από την κα Πολυβίου. Τούτου δοθέντος, δεν χρήζει οποιωνδήποτε περαιτέρω λεπτομερειών. Ως προς τα σημεία (β) και (γ) σημειώνουμε ότι ο κ. Αραούζος τα χαρακτήρισε συναφή. Βασικά εξειδίκευσε τα αιτήματα αυτά ως ακολούθως: § Ως προς το σημείο (β), δηλαδή τον τρόπο διάδοσης να εξειδικευθεί αν ήταν μέσω της ομιλίας (απολογισμού πεπραγμένων) του Κατηγορουμένου 2 ή μέσω των απαντήσεων που έδωσε σε ερωτήσεις των μετόχων. § Ως προς το σημείο (γ), δηλαδή τις παραπλανητικές δηλώσεις, ζήτησε να διευκρινιστεί «ποιες ήταν αυτές οι δηλώσεις που ήταν παραπλανητικές». Ξεκινώντας από το τελευταίο, δηλαδή το σημείο (γ) σημειώνουμε καταρχάς την αναφορά της κας Ευθυβούλου πως οι δηλώσεις εκείνης της ημέρας, με όποιο τρόπο και αν έγιναν υπό την πιο πάνω έννοια αποτελούν μέρος του μαρτυρικού υλικού που έχει δοθεί. Είναι γεγονός πως η παροχή στον Κατηγορούμενο της δυνατότητας να γνωρίζει με λογική βεβαιότητα την κατηγορία που έχει να αντιμετωπίσει στη δίκη διασφαλίζεται, πέραν των λεπτομερειών που περιέχονται σε μια κατηγορία, και από το περιεχόμενο των μαρτυρικών καταθέσεων που του δίδονται στα πλαίσια αποκάλυψης του μαρτυρικού υλικού. Στο βαθμό δε που οι παραπλανητικές δηλώσεις αποτελούν μέρος του μαρτυρικού υλικού που αποτελεί επιπρόσθετη πηγή πληροφόρησης για τους Κατηγορούμενους, όπως ήταν η τοποθέτηση της κας Ευθυβούλου, δεν θεωρούμε ότι είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός των παραπλανητικών δηλώσεων μέσω περαιτέρω λεπτομερειών. Κυρίως όμως σημειώνουμε πως αυτές τις οποίες θεωρεί παραπλανητικές η Κατηγορούσα Αρχή και θα προσπαθήσει να αποδείξει είναι τις «δηλώσεις σε σχέση με το κεφαλαιουχικό έλλειμμα της 1ης Κατηγορουμένης» όπως ρητώς αναφέρεται και στην Κατηγορία
  4. Συνεπώς η Κατηγορούσα Αρχή δεν εννοεί κάθε δήλωση που έγινε για οποιοδήποτε τυχόν άλλο θέμα, αλλά αυτές που έγιναν τη συγκεκριμένη ημέρα, στα πλαίσια της Γ.Σ. και κυρίως που σχετίζονται με το πιο πάνω έλλειμμα. Το σημείο (β), δηλαδή το αίτημα του κ. Αραούζου για τον προσδιορισμό του τρόπου με τον οποίο έγινε η ισχυριζόμενη διάδοση πληροφοριών που έδιδαν παραπλανητικές ενδείξεις, παρατηρούμε ότι δεν σχολιάστηκε στην αγόρευση της κας Ευθυβούλου. Σχετικά με αυτό, δηλαδή το σημείο (β) και λαμβάνοντας υπ' όψιν ότι όντως είναι συναφές με το σημείο (γ) θεωρούμε πως θα μπορούσε η Κατηγορούσα Αρχή, δεδομένου ότι δεν προέβη και σε οποιοδήποτε σχολιασμό αγορεύοντας, να παράσχει λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο που έγιναν οι αναφερθείσες δηλώσεις για το έλλειμμα. Κατηγορία 4 Εκ μέρους του Κατηγορουμένου 4, στον βαθμό που αυτό μπορεί να συναχθεί από την αγόρευση του κ. Ευσταθίου, ζητείται ο προσδιορισμός των παραπλανητικών ενδείξεων και δηλώσεων σε σχέση με το κεφαλαιουχικό έλλειμμα της Κατηγορούμενης
  5. Η κα Ευθυβούλου ανέφερε ότι η παράνομη πράξη που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο 4 με την κατηγορία αυτή είναι η χειραγώγηση της αγοράς η οποία συνίσταται σε διάδοση πληροφοριών με παραπλανητικές ενδείξεις σχετικά με τα χρηματοοικονομικά μέσα. Προσεκτική ανάγνωση των λεπτομερειών της 4ης κατηγορίας αποκαλύπτει ότι η διάδοση πληροφοριών που έδιδαν παραπλανητικές ενδείξεις σχετικά με τα χρηματοοικονομικά μέσα εξειδικεύεται με επάρκεια και σαφήνεια. Συνίσταται σε παραπλανητικές δηλώσεις σε σχέση με το κεφαλαιουχικό έλλειμμα της Κατηγορουμένης
  6. Όσον αφορά δε την έννοια 'χρηματοοικονομικά μέσα' αυτή ορίζεται στο Νόμο με αποτέλεσμα να μην είναι αναγκαία οιαδήποτε διευκρίνιση επί τούτων. Η δε ερμηνεία του όρου αυτού είναι ξεχωριστό ζήτημα το οποίο ανάγεται στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου το οποίο και θα κληθεί στο κατάλληλο στάδιο να το πράξει. Σε όποιο βαθμό ο κ. Ευσταθίου υιοθετεί το ίδιο αίτημα που υπέβαλε ο κ. Αραούζος για την 3η Κατηγορία επαναλαμβάνουμε τα όσα αναφέραμε πιο πριν για εκείνη την Κατηγορία. Κατηγορία 5 Εκ μέρους των Κατηγορουμένων 1 και 2 ζητείται ο προσδιορισμός των ουσιωδών στοιχείων που υπήρχαν σχετικά με το κεφαλαιουχικό έλλειμμα της Κατηγορούμενης 1 που ο Κατηγορούμενος 2 απέκρυψε. Η κα Ευθυβούλου ανέφερε ότι «τα ουσιώδη στοιχεία» επεξηγούνται ως τα στοιχεία που υπήρχαν σχετικά με το κεφαλαιουχικό έλλειμμα της Κατηγορούμενης 1, το οποίο αποτελεί μέρος του μαρτυρικού υλικού το οποίο έχει δοθεί στην Υπεράσπιση. Προσεκτική ανάγνωση των λεπτομερειών της 5ης κατηγορίας αποκαλύπτει ότι «τα ουσιώδη στοιχεία» εξειδικεύονται στις σχετικές λεπτομέρειες με σαφήνεια και επάρκεια. Πρόκειται για τα στοιχεία που υπήρχαν σχετικά με το κεφαλαιουχικό έλλειμμα της Κατηγορούμενης
  7. Στο βαθμό δε που αυτά τα στοιχεία αποκαλύπτονται στο μαρτυρικό υλικό που δόθηκε στην Υπεράσπιση και συνεπώς παρέχουν στους Κατηγορούμενους επιπρόσθετη πληροφόρηση, δεν θεωρούμε ότι είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός τους μέσω περαιτέρω λεπτομερειών. Είναι σαφές ότι η Κατηγορούσα Αρχή προτίθεται να αποδείξει ότι υπήρχαν στοιχεία για το έλλειμμα, ότι αυτά απεκρύβησαν και ότι αυτά ήταν ουσιώδη. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ ακολουθίαν όλων των πιο πάνω καταλήγουμε στα ακόλουθα: I. Το αίτημα του Κατηγορουμένου 3 για επιφύλαξη νομικού ζητήματος απορρίπτεται. II. Οι εισηγήσεις του Κατηγορουμένου 4 για μη αποκάλυψη υπαρκτού αδικήματος στο Νόμο, για πολλαπλότητα κατηγοριών και η αντιφατικότητα κρίνονται ανεδαφικές και ως εκ τούτου απορρίπτονται. III. Το αίτημα των Κατηγορουμένων για παροχή λεπτομερειών εγκρίνεται μερικώς. Συγκεκριμένα αναφορικά με την Κατηγορία 3 εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η Κατηγορούσα Αρχή όπως παράσχει προς την Υπεράσπιση περαιτέρω λεπτομέρειες κατά το δυνατόν αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο έγινε η ισχυριζόμενη διάδοση των πληροφοριών που αναφέρονται στην εν λόγω Κατηγορία. Κατά τα λοιπά το αίτημα για λεπτομέρειες απορρίπτεται. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ γκ/C:my documents/assize/endiameses apofasis [1] Κ.Δ.Π. 406/
  8. [2] Ν. Χωραφά, Γ.Α. Μαγκάκη, Λ. Κοτσαλή [3] Russel on Crime, 10η Έκδοση, Τόμος Ι, σελ.
  9. [4] 148.-
(1)Δικαστήριο το οποίο ασκεί ποινική δικαιοδοσία δύναται, και με αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας πρέπει, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, να επιφυλάξει για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο νομικό ζήτημα που εγείρεται κατά τη διάρκεια της δίκης οποιουδήποτε προσώπου. [5] Με βάση το Άρθρο 69
(3)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και το Άρθρο 12
(2)του Συντάγματος καθώς και τα όσα διαλαμβάνονται στο Άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου 7 της ΕΣΔΑ και το Άρθρο 50 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [6] Δέστε R. v. Sampson
(1977)2 C.L.R. 1, 18. ("It has to be stressed, too, that the powers under section 148
(1)should be exercised sparingly and only in appropriate cases, so as to avoid interrupting the continuity of trials."). [7] Δέστε, μεταξύ άλλων,
(1984)2 C.L.R. 386, In Re Charalambos N. Charalambous and Another
(1974)2 C.L.R. 37, Loizou & Pikis, Criminal Procedure in Cyprus, σελ. 206-207. [8] Εννοείται βεβαίως «αναντίλεκτα» στα πλαίσια και για τις ανάγκες των προδικαστικών ενστάσεων. [9] Δέστε Δημοκρατία ν. Ford κ.ά. (Αρ. 1)
(1995)2 Α.Α.Δ. 29, στις σελίδες 47 - 48 από την Απόφαση του Δικαστή Ι. Πογιατζή (ο οποίος διαφώνησε με την Απόφαση της πλειοψηφίας αναφορικά με τη γνωμάτευση που δόθηκε στο παραπεφθέν νομικό ερώτημα). [10] Στη σελίδα 18 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι: ".the fact that the trial proper had not yet been commenced, did not, in my opinion, exclude the applicability of subsection
(1)." [11] Όπως υπογραμμίσθηκε στην Φάντη (ανωτέρω) στη σελίδα 178: «Το γεγονός ότι δεν έχουν ακόμα απαγγελθεί οι κατηγορίες δεν διαφοροποιεί την κατάσταση. Η απαγγελία των κατηγοριών που περιέχονται στο κατηγορητήριο και η απάντηση σ΄ αυτές, όπως έχει εισηγηθεί η Υπεράσπιση με αναφορά και στην υπόθεση Republic v. K. Samson
(1977)2 C.L.R. 1 και όπως έχει δεχθεί και η Κατηγορούσα Αρχή, είναι μέρος της «ακροαματικής διαδικασίας.» [12] "Not every point emerging can be reserved. Their determination must be crucial, either to the outcome of the case or disposal of an aspect of it that foreshadows such outcome". [13]Δέστε The Republic v. Kalli (no.1)
(1961)C.L.R.
  1. [14] Βλ. Τροποποιητικό Ν.53(Ι)/
  2. [15] Βλ. Τροποποιητικό Ν.54(Ι)/
  3. [16] Δέστε Αναφορικά με την Αίτηση της Λευκής Χρυσάνθου
(1995)1 Α.Α.Δ. 1025 και Α.Σ. Κοιλιάρης Λτδ και Άλλος v. Ιατρικών Υπηρεσιών και Υπηρεσίας Δημόσιας Υγείας
(1995)2 Α.Α.Δ.
  1. [17] Grand Stevens v. Italy Αιτ. Αρ. 18640/10 ημερ. 3.4.
  2. [18] Δέστε παραγρ. 82 από την υπόθεση S. Zolotukhin v. Russia Judgment 14939/03, ημερ. 10.2.09: "
  3. Accordingly, the Court takes the view that Article 4 of Protocol No. 7 must be understood as prohibiting the prosecution or trial of a second "offence" in so far as it arises from identical facts or facts which are substantially the same.» [19] Δέστε Police v. Georghiades
(1983)2 C.L.R.
  1. [20] «Ουδέν αδίκημα, ουδεμία ποινή άνευ νόμου». [21] «Άνευ προηγηθέντος νόμου». [22] Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Ν. Λοΐζου, σελ.
  2. [23] Αντίστοιχη πρόνοια του Άρθρου 7
(1)της ΕΣΔΑ. [24] Άρθρο 12.5(α) του Συντάγματος. [25] Archbold 2012 §7-74: "Where the facts stated in the indictment do not amount to an offence known to law, the conviction will be quashed". [26] Βλέπε και «Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας» (ανωτέρω) σελ. 236. [27] «Ουδέν αδίκημα, ουδεμία ποινή άνευ σαφούς νόμου». [28] Βλέπε Κιτρομηλίδης ν. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ 162, Popov v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.
  1. [29] Απόφαση ημερ. 25.5.93, Series A, no. 260-A, §
  2. [30] Π.χ. στο Συμβούλιο του Παγκυπρίου Δικηγορικού Συλλόγου - Άρθρο 3
(4)(δ). [31] «5.
(1)Ως «εμπιστευτικές πληροφορίες» νοούνται οι συγκεκριμένες πληροφορίες οι οποίες δεν έχουν καταστεί δημόσια γνωστές και αφορούν, άμεσα ή έμμεσα, έναν ή περισσότερους εκδότες χρηματοοικονομικών μέσων ή ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα, και οι οποίες αν καθίσταντο δημόσια γνωστές θα μπορούσαν να επηρεάσουν αισθητά, κατά την κρίση της Επιτροπής, την τιμή αυτών των χρηματοοικονομικών μέσων ή την τιμή των συνδεόμενων µε αυτά παράγωγων μέσων.» [32] "The indictment must not be double. That is to say no one count of the indictment should charge the defendant with having committed two or more offences". [33] Δέστε DPP v. Merriman
(1973)AC 584. [34] Δέστε Jemmison v. Priddle
(1971)1 Q.B. 489. [35] Δέστε επίσης Marcos Panteli v. District Labour Offices Famagusta
(1983)2 C.L.R. 205. [36] Δέστε Άρθρο 15
(1)του Ν.116(Ι)/05. [37] Δέστε Kannas alias Pombas v. the Police
(1968)2 C.L.R.29 [38] Δέστε Attorney-General v HjiConstanti
(1969)2 C.L.R.5, Kannas alias Pombas v. the Police
(1968)2 C.L.R.29 και Ιωσηφίδης (Ππαϊλα) ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ.204 [39] Δέστε Chrysostomou v. The Police
(1971)2 C.L.R.176 [40] Δέστε Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.766, 778 - 779 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.