← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Γεωργία Ανδρέου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8708/15, 28/5/2015

Δημοκρατία ν. Γεωργία Ανδρέου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8708/15, 28/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2015:19 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8708/15 Δημοκρατία ν

  1. Γεωργία Ανδρέου
  2. Χριστάκης (Χρίστος) Κατσελλής
  3. Λευτέρης Χατζηχρυσάνθου
  4. Νίκος Ταπανίδης
  5. Πολύδωρος Πολυδώρου
  6. Χαράλαμπος Λιονταρής
  7. Ανδρέας Χατζηλοΐζου
  8. Χριστίνα Πετρή
  9. Χριστάκης Τουμάζου
  10. Narinder Singh
  11. Mahendra Kumar Κατηγορουμένων -------------- Ημερομηνία: 28 Μαΐου 2015 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Κ. Κυθραιώτου για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 11: κ. Σ. Στυλιανού Κατηγορούμενος 11 παρών ---------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος 11 αντιμετωπίζει από κοινού με την Κατηγορούμενη 1 στην παρούσα υπόθεση 6 συνολικά κατηγορίες εκ των οποίων οι 5 αφορούν τα αδικήματα της εμπορίας ενήλικου προσώπου και η μία αδίκημα νομιμοποίησης παράνομου ποσού ύψους €100.
  12. Οι 4 εξ αυτών αφορούν περιόδους εντός του έτους 2013 και βασίζονται στο Νόμο 87(Ι)/07 ενώ η μία αφορά χρονική περίοδο εντός του έτους 2015 και βασίζεται στο Νόμο 60(Ι)/14 (Κατηγορίες 98-102 και 106). Η υπόθεση ορίστηκε για απάντηση στις κατηγορίες για όλους τους κατηγορούμενους στις 10 Ιουνίου
  13. Μετά τον ορισμό της υπόθεσης για απάντηση υπήρξε από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής αίτημα για την κράτηση του Κατηγορουμένου 11 μέχρι την επόμενη εμφάνιση του ενώπιον του Δικαστηρίου. Στο αίτημα αυτό ενέστη η Υπεράσπιση του Κατηγορούμενου
  14. Το αίτημα κράτησης το οποίο υπέβαλε η κα Κυθραιώτου εδράζεται στον κίνδυνο της φυγοδικίας. Είναι πολύ καλά γνωστή η νομολογία επί του θέματος αυτού. Ξεκινούμε λέγοντας ότι είναι κατ' εξαίρεση που εκδίδονται διατάγματα κράτησης ενός κατηγορούμενου, ενόψει του ότι κάθε Κατηγορούμενος τεκμαίρεται αθώος και πρέπει ως θέμα αρχής να παραμένει ελεύθερος εκτός εάν διαπιστωθεί ότι υπάρχουν σοβαροί λόγοι που δικαιολογούν την κράτηση του[1]. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, εφόσον ο λόγος στον οποίο επικεντρώθηκε η Κατηγορούσα Αρχή είναι ο κίνδυνος φυγοδικίας, λέμε ότι αυτός ο κίνδυνος εξετάζεται υπό το φως συγκεκριμένων παραγόντων που αναγνώρισε η νομολογία και συγκεκριμένων εγγενών στοιχείων της ίδιας της υπόθεσης την οποία αυτός αντιμετωπίζει. Οι σχετικοί παράγοντες είναι: (α) Η σοβαρότητα του αδικήματος αντικειμένου της κατηγορίας (β) Η εκτιμούμενη πιθανότητα για καταδίκη του, με βάση τη διαθέσιμη μαρτυρία και (γ) Η αυστηρότητα της ποινής η οποία πιθανόν να επιβληθεί. Η πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη και την αποτίμηση τέτοιων κινδύνων δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υποδίκου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της[2]. Σε καμία περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατ' απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα, δηλ. χωρίς συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το δε εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικαστεί ο Κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος Κατηγορούμενος[3]. Άλλοι σχετικοί παράγοντες που ανάγονται σε υποκειμενικά δεδομένα είναι εκείνοι που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται[4], όπως επίσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου μπορούν να ληφθούν υπόψη, χωρίς όμως όλα αυτά να απομονώνονται και να υπερφαλαγγίζουν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της Δικαιοσύνης[5]. Η στάθμιση όλων αυτών των δεδομένων γίνεται στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η οποία βέβαια πρέπει να ασκείται δικαστικά. Στη στάθμιση αυτή αποτιμάται και ο παράγοντας του χρόνου ο οποίος συνιστά στοιχείο που διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο καθόσον αφορά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και επομένως και αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη[6]. Εξέταση παραγόντων Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος προκύπτει τόσο από τη φύση τους όσο και από τις προβλεπόμενες ποινές σε περίπτωση καταδίκης του. Στην προκείμενη περίπτωση οι ποινές που προβλέπονται για τα επίδικα αδικήματα είναι πολύ σοβαρές. Επισημαίνουμε συναφώς ότι για το αδίκημα της εμπορίας ενηλίκου προσώπου προβλέπεται με βάση το Νόμο 87(Ι)/07 ποινή φυλάκισης 15 ετών κατά ανώτατο όριο ενώ με βάση το Νόμο 60(Ι)/14 10 έτη. Τούτου δοθέντος η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη. Όπως έχει αναγνωρισθεί στη νομολογία όσο πιο σοβαρή είναι μια κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη του[7]. Για την εξέταση της παραμέτρου της ποινής που δυνατόν να επιβληθεί αναφέρουμε ότι, σε περίπτωση καταδίκης, με βάση τα περιστατικά διάπραξης των αδικημάτων και ανάλογα, βεβαίως, με τις ιδιαίτερες συνθήκες του Κατηγορουμένου αναμένεται η επιβολή πολυετών ποινών φυλάκισης. Όσον αφορά στο θέμα της πιθανότητας καταδίκης τονίζουμε ότι εξετάζοντας το δεν προβαίνουμε με οποιοδήποτε τρόπο σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και σε εξαγωγή ευρημάτων σε σχέση με τις κατηγορίες, έργο που επιτελείται στο στάδιο εκδίκασης της υπόθεσης. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας

(1997)2 Α.Α.Δ. 109: «Η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης αποτελεί μια απόλυτα θεμιτή διαδικασία η οποία στοχεύει να επιλύσει τα επίδικα θέματα στη διαδικασία τα οποία είναι η κράτηση του υποδίκου ή απόλυση του με εγγύηση. Δεν έχει σχέση με την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και δεν την επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο.» Τονίζουμε ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά ούτε και μπορεί να εξεταστεί η οποιαδήποτε βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στις καταθέσεις που ενοχοποιούν τον Κατηγορούμενο. Όπως περαιτέρω επεξηγήθηκε στην Ευριπίδου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 στο στάδιο που ένα Δικαστήριο αποφασίζει ζήτημα κράτησης: «... δεν εξετάζεται αν παρουσιάστηκε ενώπιον του εκ πρώτης όψεως υπόθεση όπως εισηγήθηκαν οι δικηγόροι των εφεσειόντων, αλλά κατά πόσο υπάρχει το ενδεχόμενο, πιθανολόγηση δηλαδή, καταδίκης του κατηγορουμένου. Και τούτο κρίνεται από το αποδεικτικό υλικό που παρουσιάζεται ενώπιον του, χωρίς να αξιολογηθεί η βαρύτητά του. Αποφασίζεται μόνο αν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη.». Παρόμοια, στην Κουννάς ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ 423, επαναλήφθηκε ότι δεν είναι δυνατό να αναλύεται η μαρτυρία που προσάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου που διατάσσει την κράτηση υπόπτου ή κατηγορουμένου προσώπου, διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε την έναρξη της δίκης ενώπιον του, πριν την εκδίκαση της υπόθεσης από το αρμόδιο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε δε ότι: «Η νομολογία, ευθυγραμμισμένη επί του σημείου αυτού, λέγει πως το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία εξετάζει μόνο κατά πόσο από το αποδεικτικό υλικό που έχει ενώπιον του αναδεικνύεται το ενδεχόμενο καταδίκης του Κατηγορούμενου.» Το μαρτυρικό υλικό το οποίο τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου και τέθηκε ενώπιον μας μέσω των Τεκμηρίων Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ και Ζ εκτιμάται μόνο στην όψη του και χωρίς οποιοδήποτε συμπεράσματα, χωρίς οριστικές διαπιστώσεις, με ένα μόνο σκοπό. Να διαπιστώσουμε κατά πόσο πιθανολογείται στη βάση αυτών των μαρτυριών καταδίκη και, βεβαίως, χωρίς να υπεισερχόμαστε σε θέματα αποδεκτότητας της μαρτυρίας ή αξιοπιστίας του μάρτυρα, αντιφάσεων κ.λ.π ζητήματα τα οποία ανάγονται στο πεδίο εξέτασης του Δικαστηρίου κατά το στάδιο της εκδίκασης της υπόθεσης[8]. Εξετάζοντας λοιπόν το μαρτυρικό υλικό που σχετίζεται με τον Κατηγορούμενο 11 για σκοπούς εκτίμησης της πιθανότητας καταδίκης μπορούμε συνοπτικά να επισημάνουμε τα κατωτέρω: Στο Τεκμ. Δ αναφέρεται ότι ο Μ.Κ.3 ενώ βρισκόταν στην Ινδία είχε έλθει σε επικοινωνία με κάποιο άτομο ονόματι Dhillon που, όπως προέκυψε στη συνέχεια, επρόκειτο για τον Κατηγορούμενο 11 ο οποίος του είπε ότι μπορούσε να του εξασφαλίσει εργασία νοουμένου ότι θα του κατέβαλε ένα συγκεκριμένο ποσό. Ο Μ.Κ.3 αποδεχόμενος την πρόταση αυτή έδωσε το 1/3 ως προκαταβολή στην αδελφή του Κατηγορούμενου
  1. Στη συνέχεια ο Κατηγορούμενος 11 του είχε ζητήσει τα υπόλοιπα λεφτά και του έστειλε την άδεια εισόδου που εξεδόθη για να έλθει στην Κύπρο. Όταν δε ο Μ.Κ.3 έφτασε στην Κύπρο είχε επικοινωνία με τον Κατηγορούμενο
  2. Μάλιστα ήταν ο Κατηγορούμενος που τον συνόδευσε για σκοπούς διενέργειας των σχετικών ιατρικών εξετάσεων και ακτινογραφίας. Στο Τεκμ. Γ αναφέρεται ότι ο Μ.Κ.3 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 11 ως το άτομο με το όνομα Dhillon στο οποίο αναφέρετο στην κατάθεση του Τεκμ. Δ. Στο Τεκμ. Ε αναφέρονται οι συνθήκες κάτω από τις οποίες ήλθε να εργαστεί στη Κύπρο η Μ.Κ.
  3. Γενικότερα η μαρτυρία αναφέρεται στο ότι τα πρόσωπα αυτά πείθονταν να έλθουν στην Κύπρο, δεν είχαν τελικώς την εργασία που αναγράφετο στην άδεια έκδοσης, ούτε αυτή που είχαν πληροφορηθεί ενόσω ευρίσκοντο στην Ινδία. Η Μ.Κ.19 πριν να έλθει στην Κύπρο της είχε δοθεί ένας λογαριασμός ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που όπως της είχε λεχθεί από συγγενικό της πρόσωπο ανήκε στον «ατζέντη» της στη Κύπρο το όνομα του οποίου ήταν Dhillon. Με αυτό το άτομο αντάλλαξε κάποια ηλεκτρονικά μηνύματα και δύο μέρες πριν αφιχθεί στην Κύπρο της στάληκε μέσω του ιδίου λογαριασμού ηλεκτρονικού ταχυδρομείου η άδεια εισόδου της. Όταν δε αφίχθη στο αεροδρόμιο Λάρνακας την παρέλαβε ο Dhillon και ακολούθως την συνόδευσε σε μια κλινική για σκοπούς διενέργειας αιματολογικών εξετάσεων και ακτινογραφιών. Περαιτέρω στις καταθέσεις ΣΤ και Ζ, οι οποίες αφορούν τον Μ.Κ.1, αναφέρονται στην μεν πρώτη, μεταξύ άλλων, οι συνθήκες υπό τις οποίες ήλθε ο Μ.Κ.1 στην Κύπρο για εξασφάλιση εργασίας αλλά και οι απειλές που είχε δεχτεί πριν έλθει στην Κύπρο για να καταβάλει επιπλέον χρήματα που του ζητούνταν για το σκοπό αυτό ειδάλλως το άτομο με το παρατσούκλι Dhillon θα ακύρωνε την visa του, στην δε δεύτερη κατάθεση η αναγνώριση του Κατηγορουμένου 11 ως του ατόμου με το όνομα Dhillon. Στην κατάθεση Τεκμ. Α του Μ.Κ.2 αναφέρεται ότι ο Dhillon ήταν το αφεντικό άλλου Ινδού μέσω του οποίου ο Μ.Κ.2 ήλθε στην Κύπρο για σκοπούς εξασφάλισης εργασίας. Τέλος στο Τεκμ. Β καταγράφεται ότι ο Μ.Κ.2 αναγνώρισε τον Κατηγορούμενο 11 ως το άτομο με το όνομα Dhillon στο οποίο αναφέρετο στην κατάθεση του Τεκμ. Α. Υπό το φως όλων των πιο πάνω στοιχείων από το ενώπιον μας τεθέν μαρτυρικό υλικό κρίνουμε ότι η πιθανολόγηση καταδίκης στην περίπτωση του Κατηγορουμένου 11 είναι υπαρκτή και στηρίζεται στην πιο πάνω παρουσιαζόμενη ως άμεση και περιστατική μαρτυρία η οποία βεβαίως θα πρέπει να αξιολογηθεί από το εκδικάζον Δικαστήριο. Εκτιμώντας τον κίνδυνο ο Κατηγορούμενος να μην εμφανιστεί κατά τη δίκη του οι προσωπικές περιστάσεις του και η σχέση του με την Κύπρο και οι οποιοιδήποτε δεσμοί διατηρεί με αυτή λαμβάνονται υπόψη[9]. Όσον αφορά λοιπόν τις προσωπικές και άλλες περιστάσεις του κατηγορούμενου, έχουμε σημειώσει και λαμβάνουμε υπόψη ότι πρόκειται για άτομο ηλικίας 39 ετών, κατάγεται από την Ινδία και ότι ήρθε στη Δημοκρατία για πρώτη φορά στις 29.9.05 ως φοιτητής σε κολλέγιο. Η δε άδεια παραμονής του που υπήρχε έληγε στις 31.3.
  4. Στις 3.2.15 συνήψε γάμο με κοπέλα από τη Ρουμανία (Τεκμ. Ι) ο οποίος δεν δηλώθηκε μέχρι σήμερα στο Αρχείο Πληθυσμού. Στις 6.4.15 το American College εξέδωσε βεβαίωση ότι ο Κατηγορούμενος 11 είναι εγγεγραμμένος πρωτοετής μεταπτυχιακός φοιτητής στο διετές πρόγραμμα Master in Business Administration. Κατ' ουσία δεν έχει κάποιους ιδιαίτερους δεσμούς με την Κυπριακή Δημοκρατία ο Κατηγορούμενος. Το μόνο όπως αντιλαμβανόμαστε που τον συνδέει με την Κυπριακή Δημοκρατία, είναι η προσωρινή άδεια του ως φοιτητής. Επί αυτού θα θέλαμε να αναφερθούμε και στην υπόθεση Mingxia Hua ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 152, η οποία είναι ενδεικτική του τρόπου προσέγγισης σε τέτοιες περιπτώσεις. Περιοριζόμαστε να πούμε ότι σε εκείνην την υπόθεση σε περίπτωση εφεσείουσας Κινέζας, η οποία είχε 10 χρόνια διαμονής στην Κύπρο και ήταν παντρεμένη με Κύπριο έχοντας μια κόρη 18 ετών, την οποία ο Κύπριος σύζυγος της είχε υιοθετήσει και η οποία φοιτούσε σε ιδιωτικό σχολείο της Λευκωσίας, το Ανώτατο Δικαστήριο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση σε ό,τι αφορά το θέμα της κράτησης έκρινε ότι αυτές οι προσωπικές περιστάσεις της εφεσείουσας δεν ήταν τέτοιες που να είχαν δημιουργήσει ισχυρές σχέσεις και δεσμούς της εφεσείουσας με την Κύπρο έτσι ώστε να λειτουργούσε αυτός ο παράγοντας αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο πρόθεσης διαφυγής της στο εξωτερικό και να μην εμφανιστεί στη δίκη της. Σημαντικό επίσης στοιχείο αποτελεί επίσης το γεγονός ότι για να εντοπιστεί ο Κατηγορούμενος 11 είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του - στις 8.3.15 - το οποίο εκκρεμούσε ανεκτέλεστο για ένα περίπου μήνα μέχρις ότου εκτελέστηκε την 1.4.15 όταν ο Κατηγορούμενος συνελήφθη στο οδόφραγμα του Λήδρα Πάλας και ενώ εισέρχετο στις ελεύθερες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν είναι βεβαίως άνευ σημασίας η κίνηση του αυτή, δηλαδή η μετάβαση του στις κατεχόμενες περιοχές στοιχείο που ενισχύει τον κίνδυνο φυγοδικίας του μέσω των κατεχομένων περιοχών που δυστυχώς, ως έχει η κατάσταση σήμερα, δεν είναι υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πρέπει, περαιτέρω, να υπογραμμισθεί ότι ο χρόνος κράτησης υπόδικου προσώπου αναμφίβολα αποτελεί παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Παρά το γεγονός ότι το Σύνταγμα μας, αντίθετα με την περίπτωση της κράτησης για διερεύνηση αδικήματος, δεν προβλέπει συνολικό χρόνο κράτησης αυτό δεν δίνει δικαίωμα για επ' αόριστο κράτηση. Δεν πρέπει ποτέ να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ο κατ' εξαίρεση χαρακτήρας της κράτησης άτομο χωρίς καταδίκη από αρμόδιο Δικαστήριο. Αυτός είναι ένας επιπρόσθετος λόγος που επιτάσσει την ανάγκη για την όσο το δυνατό γρηγορότερη εκδίκαση των ποινικών υποθέσεων[10]. Στην προκειμένη περίπτωση ο χρόνος που μεσολαβεί μέχρι την επόμενη εμφάνιση του Κατηγορούμενου στο Δικαστήριο είναι πολύ μικρό χρονικό διάστημα και, επομένως, και αυτός ο παράγοντας είναι απόλυτα σχετικός και συνεκτιμώντας τον κρίνουμε ότι δεν λειτουργεί αποτρεπτικά. Υπό το φως όλων αυτών των δεδομένων που έχουμε συνυπολογίσει, θεωρούμε ότι ο κίνδυνος της φυγοδικίας είναι υπαρκτός στη βάση την οποία έχουμε θέσει προηγουμένως και έτσι θεωρούμε ότι δικαιολογείται το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής, το οποίο και εγκρίνουμε. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου ‑ Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ γκ/C:my documents/assize/ΕΝΔΙΑΜΕΣΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ [1] Δέστε Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130. [2] Δέστε Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 [3] Δέστε Κρίνος Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48. [4] Δέστε Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109. [5] Δέστε Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7. [6] Δέστε Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 και Παντελής Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 596. [7] Δέστε Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 600, Θεοδωρίδη κ.α. ν. Αστυνομία
(2001)2 Α.Α.Δ 139, Νίκος Νικολάου ν. Αστυνομία
(2008)2 Α.Α.Δ 790. [8] Δέστε Στέλλα Μαλά ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.
  1. [9] Δέστε Χριστόδουλος Νικήτα κ.α ν. Δημοκρατίας Π.Ε. 195/10 και 196/10 ημερ. 18.2.
  2. [10] Δέστε Χαράλαμπος Κυριάκου Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ. 130 και Φώτος Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 45. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.