οποία μεταξύ άλλων αναφερόταν ότι οι ανάγκες για κάλυψη των απαιτήσεων της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (εφεξής «ΕΑΤ») περιορίζοντο σε €200 εκ. περίπου. 2. Στις 14.6.12 πραγματοποιήθηκε συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου (εφεξής «Δ.Σ.») της Κατηγορουμένης 1
οποία παρευρέθηκαν μεταξύ άλλων: - Ο Κατηγορούμενος 2 ως Πρόεδρος - Ο Κατηγορούμενος 3 ως Αντιπρόεδρος - Οι Κατηγορούμενοι 4,5 και 6 ως Εκτελεστικοί Σύμβουλοι.
οποία μεταξύ άλλων αναφερόταν ότι θα αποτείνετο στο Κράτος για προσωρινής μορφής κεφαλαιακή στήριξη της τάξης των €500 εκ. 7. Στις 4.2.13 η Επιτροπή διόρισε ερευνώντες λειτουργούς για τη διεξαγωγή έρευνας κατά πόσον υπήρξε παράβαση από την Κατηγορουμένη 1 του άρθρου 11
Κατηγορουμένη 1 ενημερώνοντας την παράλληλα ότι δεν καθόρισε διοικητικό πρόστιμο για την ίδια και ότι θα καλούσε σε γραπτές παραστάσεις όλα τα μέλη του Δ.Σ. της, τα οποία ήταν παρόντα στη συνεδρίαση ημερ. 14.6.12, πράγμα που έπραξε. 9. Μεταξύ των μελών του Δ.Σ. που κλήθηκαν ήταν και οι Κατηγορούμενοι 2-6, προς εξέταση του ενδεχομένου επιβολής σ΄ αυτούς διοικητικού προστίμου, στη βάση του άρθρου 48
Κατηγορουμένη 1 διοικητικό πρόστιμο €70.000 για την παράβαση του άρθρου 11
Κατηγορία 1 οι Κατηγορούμενοι 1-6: Ότι μεταξύ 14.6.12 και 19.6.12 συνωμότησαν για μη ενημέρωση του κοινού ότι οι κεφαλαιουχικές ανάγκες της Κατηγορουμένης 1 είχαν αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με το ποσό των €200 εκ. που είχε ανακοινωθεί στις 10.5.12 (Άρθρο 302 του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154).
Κατηγορία 2 οι Κατηγορούμενοι 1-6: Ότι μεταξύ 14.6.12 και 26.6.12 χειραγώγησαν την αγορά, δηλαδή παρέλειψαν να προβούν στις δέουσες ενέργειες έτσι ώστε να εκδοθεί από την Κατηγορουμένη 1 δημόσια ανακοίνωση ότι οι κεφαλαιουχικές ανάγκες της είχαν αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με το ποσό των €200 εκ. που είχε ανακοινωθεί στις 10.5.12 (Άρθρα 19, 20
Κατηγορία 3 οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 και
Κατηγορία 4 οι Κατηγορούμενοι 1 και 4: Ότι μεταξύ 19.6.12 και 26.6.12 χειραγώγησαν την αγορά, δηλαδή
Ετήσια Γ.Σ. της Κατηγορουμένης 1 στις 19.6.12 διέδωσαν πληροφορίες που έδιδαν παραπλανητικές ενδείξεις σχετικά με τα χρηματοοικονομικά μέσα, δηλαδή ενώπιον των μετόχων προέβηκαν σε παραπλανητικές δηλώσεις σε σχέση με το κεφαλαιουχικό έλλειμμα της Κατηγορουμένης 1 (Άρθρα 19, 20
Κατηγορία 5 οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 και
Κατηγορία 6 οι Κατηγορούμενοι 1 και 4: Ότι στις 19.6.12 κατά την παροχή πληροφορίας σχετικά με την χρηματοοικονομική κατάσταση της Κατηγορουμένης 1
Ετήσια Γ.Σ. της Κατηγορουμένης 1 απέκρυψαν ουσιώδη στοιχεία σχετικά με το κεφαλαιουχικό έλλειμμα της εν λόγω εταιρείας (Άρθρα 11
Grande Stevens v. Italy, Αιτ. Αρ. 18640/10, ημερ. 3.4.14, εισηγήθηκε ότι κατά παρόμοιο τρόπο και η διαδικασία ενώπιον της Κυπριακής Επιτροπής μπορεί να θεωρηθεί
πράξη ότι είναι ποινική (ή οιονεί ποινική) λόγω των εξουσιών της Επιτροπής και του τιμωρητικού χαρακτήρα των επιβληθέντων διοικητικών προστίμων. Ήταν η εισήγηση του ότι το ΕΔΑΔ σε ανάλογη περίπτωση έκρινε ότι η ακολουθήσασα (μετά από διοικητικές κυρώσεις) ποινική διαδικασία ήταν καταχρηστική και γι΄ αυτό διέταξε να σταματήσει πάραυτα διότι παραβιαζόταν ο κανόνας του διπλού κινδύνου (double jeopardy). Κατά την άποψη του αυτό συμβαίνει και
παρούσα περίπτωση αφού τόσο τα αδικήματα που εξέτασε η Επιτροπή όσο και αυτά που εξετάζει το παρόν Κακουργιοδικείο προκύπτουν από τα ίδια γεγονότα. Υποστήριξε ότι η Επιτροπή επέλεξε να εξετάσει μόνο θέμα παράβασης του Άρθρου 11
παρούσα ποινική υπόθεση, ή να παραπέμψει την διερεύνηση όλων των αδικημάτων στον Γενικό Εισαγγελέα. Εξ ου και είναι καταχρηστική η ποινική αυτή διαδικασία, αφού αποτελεί μέρος παράλληλων διαδικασιών που στοχεύουν στον ίδιο σκοπό. Η τελική του εισήγηση ήταν ότι το παρόν Δικαστήριο θα πρέπει να διακόψει τη διαδικασία ενώπιον του. Εκ μέρους του Κατηγορουμένου 3 ο κ. Αραούζος και επικουρικά ο κ. Τριανταφυλλίδης επιχειρηματολόγησαν επίσης περί του ότι η διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής ήταν ποινικής φύσεως και ενόψει του ότι ο δικός τους πελάτης είχε αθωωθεί εκεί, κάλεσαν το παρόν Δικαστήριο να τον απαλλάξει στη βάση του δόγματος autrefois acquit. Προσέθεσαν όμως πως είναι επιπρόσθετα και καταχρηστικό να αφεθούν να προωθηθούν οι Κατηγορίες 1 και 2 εναντίον του διότι όλες οι κατ΄ ισχυρισμόν παραβάσεις πηγάζουν από τα ίδια γεγονότα. Εκ μέρους του Κατηγορουμένου 4 ο κ. Ευσταθίου καταρχάς υιοθέτησε τα λεχθέντα υπό των κ. Πολυβίου και κ. Αραούζου, και στη συνέχεια τόνισε ότι είναι ανεπιθύμητο να συνυπάρχουν δύο παράλληλες διαδικασίες. Κατέληξε ότι επειδή υπάρχει προσδοκία για μια αυθεντική ερμηνεία νομικών όρων από το Ανώτατο στις προσφυγές, θα ήταν καλύτερο να αναμένεται αυτή η ερμηνεία, προς το συμφέρον της καλής απονομής της δικαιοσύνης. Κάλεσε το Δικαστήριο να προστατεύσει το δικαίωμα των Κατηγορουμένων να προβάλουν σε κάποιο στάδιο το δραστικό υπερασπιστικό δικαίωμα του autrefois acquit ή autrefois convict, το οποίο δεν μπορούν τώρα να προβάλουν λόγω μη υφιστάμενης ακόμα τελεσιδικίας. Ουσιαστικά υιοθέτησε τη θέση του κ. Πολυβίου για αναστολή της διαδικασίας, εξομοιώνοντας μάλιστα την αναστολή με απλή αναβολή μέχρι να ερμηνεύσει το Ανώτατο τα διάφορα θέματα που τέθηκαν ενώπιον του για αυτό το σκοπό. Εκ μέρους του Κατηγορουμένου 5 ο κ. Τριανταφυλλίδης εν πρώτοις υιοθέτησε και αυτός τους προλαλήσαντες. Στη συνέχεια τόνισε ότι η Επιτροπή και ο Γενικός Εισαγγελέας είναι δύο από τους βραχίονες του Κράτους, το οποίο υποχρεούται να ασκεί την εξουσία του με τρόπο που να μην καταλήγει σε καταπίεση των πολιτών και σε κατάχρηση των διαδικασιών, όπως είναι η ενεργοποίηση δικαστικής διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Η δε διαφορετική ερμηνεία που μπορεί να προκύψει από τα δύο Δικαστήρια θα συνιστά εξευτελισμό του δικαστικού συστήματος. Κατέληξε εισηγούμενος ότι η παρούσα πρέπει είτε να ανασταλεί είτε να διακοπεί διότι η Πολιτεία ήδη επέλεξε άλλο δρόμο, εννοώντας τη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής. Εκ μέρους του Κατηγορουμένου 6 ο κ. Στεφάνου υιοθέτησε αφενός τη θέση του κ. Πολυβίου ότι η Επιτροπή εξέτασε την ουσία των ίδιων γεγονότων και αφετέρου την ανάλυση της νομοθεσίας από τον κ. Αραούζο. Διαφοροποιήθηκε ως προς τον πρώτο αναδεικνύοντας και τη σημασία του προστίμου - ποινής ως προς το λεκτικό της και ως προς τον δεύτερο για τον χαρακτηρισμό της διαδικασίας
Επιτροπή ως ποινικής, καθότι σημασία έχει εάν το αποτέλεσμα είναι ποινή. Αναλύοντας τα κριτήρια της υπόθεσης Engel[2] εισηγήθηκε ότι
παρούσα η φύση και ο σκοπός του παραπτώματος, καθώς και η επαπειλούμενη στο διοικητικό μέτρο κύρωση, όπως έτυχε εφαρμογής και από την Επιτροπή με στόχο την αυστηρή τιμωρία, καταδεικνύουν ότι το εκδικασθέν υπό της Επιτροπής αδίκημα ήταν ποινικής φύσεως. Συνεπώς, σκοπός είναι η τιμωρία μέσω δύο παράλληλων διαδικασιών και ακριβώς αυτή την κατάχρηση πρέπει να αποτρέψει το Δικαστήριο. Ενόψει της εκκρεμοδικίας επί των ίδιων γεγονότων ενώπιον του Ανωτάτου εισηγήθηκε ότι το παρόν Δικαστήριο έχει την αρμοδιότητα να διακόψει με μόνιμη αναστολή την πάσχουσα παρούσα διαδικασία. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κα Ευθυβούλου αγορεύοντας τόνισε ότι η Επιτροπή στα πλαίσια των εξουσιών της εξέτασε τη συμμόρφωση στις 15.6.12 με συγκεκριμένη υποχρέωση της Κατηγορουμένης 1 βάσει του Άρθρου 11
περίπτωση ισχυριζόμενης κατάχρησης θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η ποινική δίωξη είναι άδικη ή καταπιεστική, ενώ οι αρχές της Stevens (ανωτέρω) δύνανται να τύχουν εφαρμογής μόνον όταν έχει ενεργοποιηθεί το δεδικασμένο με την ύπαρξη τελικής απόφασης και ταύτισης γεγονότων. Όσον αφορά την ειδική απολογία του Κατηγορουμένου 3, αφού επισήμανε ότι το βάρος απόδειξης ανήκει στον ίδιο, εισηγήθηκε ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν το κατηγορητήριο δεν είναι τα ίδια με αυτά για τα οποία αυτός έχει «απαλλαγεί» από την Επιτροπή, ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε την ενδεχόμενη διοικητική παράβαση του Άρθρου 19, και ότι η Stevens (ανωτέρω) διαφοροποιείται ουσιωδώς από την παρούσα. Κάλεσε το Δικαστήριο, όπως,
περίπτωση που κρίνει ότι υπάρχει ταύτιση γεγονότων, καταλήξει εφαρμόζοντας τα κριτήρια Engel πως η διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής δεν ήταν «ποινική» και πως ούτε το επιβληθέν πρόστιμο αποτελεί «ποινή». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Εισερχόμενοι
εξέταση των εγερθέντων ζητημάτων κρίνουμε ότι προέχει η εξέταση των εισηγήσεων περί ύπαρξης κατάχρησης διαδικασίας για τους Κατηγορουμένους 1,2,4,5 και 6 και στη συνέχεια η εξέταση της ειδικής απολογίας δεδικασμένου που προέβαλε ο Κατηγορούμενος 3. Α. Κατάχρηση Γενικά Πριν την εξειδικευμένη αναφορά στις επιμέρους εισηγήσεις για το θέμα της κατάχρησης αξίζει να σημειωθεί ότι το Ανώτατο Δικαστήριο έχει εξετάσει σε αρκετές περιπτώσεις τις αρχές που διέπουν γενικά την άσκηση της εξουσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου. Πρόκειται για σύμφυτη (inherent) δικαιοδοσία που ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Archbold 2000, §4-54, η εξουσία για αναστολή διαδικασίας έχει χαρακτηριστεί ως μια δεινή προστασία που έχει αναπτυχθεί από το κοινοδίκαιο ("... as a formidable safeguard, developed by the common law ..")[3]. Είναι προφανές λοιπόν πως δεν πρόκειται για έννοια η οποία περιλαμβάνεται
ΕΣΔΑ. Εξ ου και δεν αποτέλεσε ποτέ τη βάση αφενός οποιασδήποτε απόφασης του ΕΔΑΔ και αφετέρου οποιουδήποτε θέματος σε νομικά συγγράμματα ασχολούμενα με την ΕΣΔΑ ή τη νομολογία του ΕΔΑΔ[4].
πραγματικότητα και η αναφορά του κ. Αραούζου ότι στη Stevens (ανωτέρω) «[Ε]ίπε το ΕΔΑΔ ότι η ποινική διαδικασία .. ήταν καταχρηστική ...» δεν ανταποκρίνεται
πραγματικότητα, αφού όπως θα διαφανεί και κατωτέρω η εν λόγω υπόθεση κρίθηκε σε εντελώς διαφορετική βάση. Βάσει αυτών ακριβώς των αρχών του Kοινοδικαίου είναι που και τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα Αγγλικά να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας. Είναι μια εξουσία αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της. Αποτελεί δε καλώς καθιερωμένη αρχή ότι επιβάλλεται η περιστολή της χρήσης διαδικασίας όταν διαστρεβλώνεται ο σκοπός ύπαρξης της και εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Όπως έχει νομολογηθεί η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές ενώ ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της.
υπόθεση Αναφορικά με την Beogradska
υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
Αγγλική υπόθεση Lawrance v. Norreys [1890] 15 App. Cas. 210, 219: «It is a jurisdiction which ought to be very sparingly exercised, and only in very exceptional cases." Θέμα κατάχρησης της διαδικασίας εγείρεται όταν αυτή χρησιμοποιείται για σκοπό άλλον από εκείνον για τον οποίο προορίζεται, ήτοι για αλλότριο σκοπό. Όπως έχει τονισθεί σε σχετική αγγλική νομολογία γίνεται κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας όταν εκτρέπεται από την αληθινή πορεία της για να εξυπηρετήσει εκβιασμό ή καταπίεση ή την άσκηση πίεσης για να πετύχει ανάρμοστο σκοπό. Έχει δε λεχθεί πως το Δικαστήριο δύναται να αναστείλει τη διαδικασία όταν με το να επιτρέψει τη συνέχιση της θα οδηγήσει το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης σε ανυποληψία από τους ορθώς σκεπτόμενους ανθρώπους και ότι αυτό θα συνέβαινε εάν το Δικαστήριο άφηνε τη διαδικασία του να χρησιμοποιείται ως μέσο καταπίεσης, αδικίας ή μεροληψίας[5]. Κατάχρηση διαδικασίας έχει επεξηγηθεί
υπόθεση Hui Chi-Ming v. R
αγγλική υπόθεση D.P.P. v. Ηussain The Times, June 1 1994 επαναλήφθηκε ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διακοπής ποινικής διαδικασίας από τα Δικαστήρια στη βάση κατάχρησης διαδικασίας. Τονίσθηκε ότι τέτοια διαταγή δεν θα πρέπει ποτέ να δίδεται όταν υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι διασφάλισης του δικαίου της δίκης και ακόμη περισσότερο όταν δεν υπάρχουν ενδείξεις για δυσμενή επηρεασμό του κατηγορουμένου. Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από το σύγγραμμα Archbold 2009, §4-56: "In DPP v. Hussain, The Times, June 1, 1994, the Divisional Court reiterated the exceptional nature of an order staying proceedings on the ground of abuse of process and stated that such an order should never be made where there were other ways of achieving a fair hearing of the case, still less where there was no evidence of prejudice to the defendant."
παρούσα περίπτωση οι εισηγήσεις περί κατάχρησης προεβλήθησαν αφενός υπό την έννοια που ανέπτυξε διεξοδικότερα ο κ. Πολυβίου, δηλαδή εν αναμονή πιθανής καθοριστικής ερμηνείας από το Ανώτατο και αφετέρου υπό την έννοια που ανέπτυξε εκτενέστερα ο κ. Αραούζος, δηλαδή λόγω της κατ' ισχυρισμόν ύπαρξης εν εξελίξει άλλης ποινικής διαδικασίας. Β. Κατάχρηση εν Αναμονή Ερμηνείας Εξετάζοντας την εισήγηση του κ. Πολυβίου διευκρινίζουμε εξαρχής πως ο ίδιος ευθαρσώς αναγνώρισε ότι
παρούσα δεν έχουμε ούτε το φαινόμενο της έγερσης δύο διαδικασιών για προώθηση του ίδιου σκοπού ούτε αλλότριο κίνητρο εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής. Πρέπει δε να παρατηρήσουμε πως το πρώτο σκέλος της πιο πάνω αποδοχής δεν συνάδει με την εισήγηση του κ. Αραούζου, ο οποίος προσπάθησε επιχειρηματολογώντας να πείσει για το ακριβώς αντίθετο, ότι δηλαδή υφίστανται δύο παράλληλες διαδικασίες που στοχεύουν στον ίδιο σκοπό. Η ουσία της εισήγησης του κ. Πολυβίου είναι πως «εκ του αποτελέσματος όμως, έχουμε παράδειγμα κατάχρησης καθότι υπάρχουν τώρα δύο Δικαστήρια τα οποία αντιμετωπίζουν το ίδιο ζήτημα ή ουσιωδώς το ίδιο ζήτημα». Εισηγείται δηλαδή ότι εκ του αποτελέσματος και ανεξάρτητα από το ποιος έχει εγείρει τις δύο διαδικασίες η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν μπορεί παρά να επηρεάσει την παρούσα διαδικασία, καθότι ενδεχομένως να κρίνει ότι δεν υπήρξε μεμπτή πληροφόρηση ή παραπληροφόρηση ή μη δημοσιοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών, πράγμα που θα έχει σοβαρότατες συνέπειες επί του αντικειμένου της παρούσας διαδικασίας. Υπό το φως των ανωτέρω υποστήριξε ότι τυγχάνει εφαρμογής η αγγλική υπόθεση Thames Launches v. Trinity House
εναρκτήρια αίτηση κρίθηκε ότι θα έπρεπε να εκδοθεί το αιτούμενο απαγορευτικό διάταγμα εφόσον το ουσιαστικό νομικό ζήτημα που εγείρετο
ποινική διαδικασία ήταν το ίδιο με εκείνο που εγείρετο
πολιτική διαδικασία. Είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι
πιο πάνω υπόθεση το Δικαστήριο εξετάζοντας το θέμα τόνισε ότι η δικαιοδοσία αναστολής δικαστικής διαδικασίας πρέπει να ασκείται με τη μεγαλύτερη προσοχή και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι πολύ φειδωλό στο να επεμβαίνει
πορεία της ποινικής διαδικασίας. Τόνισε παράλληλα ότι μπορεί να ασκηθεί τέτοια δικαιοδοσία εκεί όπου είναι βέβαιο ότι τα επίδικα θέματα
πολιτική και την ποινική διαδικασία
ουσία εγείρουν το ίδιο επίδικο ζήτημα και εφόσον η πολιτική διαδικασία πετύχει η ποινική πρέπει κατ' ανάγκη να αποτύχει. Υπογράμμισε περαιτέρω ότι το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι το να αφεθεί η ποινική διαδικασία να προχωρήσει ενώ εκκρεμεί απόφαση
πολιτική διαδικασία θα ήταν πραγματικά ενοχλητικό. Παραθέτουμε στο σημείο αυτό το σχετικό απόσπασμα: "I have read the whole of Lord Hardwicke's judgment because it makes it clear that the part of the headnote which refers to the corporation being themselves judges in their own cause was not really any part of his decision; and it does establish that where matters which involve substantially the same issues are raised both in civil proceedings and at a later stage by criminal proceedings, this court can restrain the prosecutors in the criminal proceedings from continuing such proceedings until the civil proceedings have been decided. Jurisdiction of that kind, in my judgment, is very clearly a jurisdiction which must be exercised with the greatest care; and this court would be very slow to interfere with the course of criminal proceedings unless it was clear that the issues in the civil proceedings and the criminal proceedings really raised in substance the same issue and that if the civil proceedings succeeded the criminal proceedings must necessarily fail. In principle the court discourages multiplicity of litigation in any form. In other words, the court must be satisfied that to allow the criminal proceedings to be proceeded with pending the decision of the civil proceedings would really be vexatious." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
εισήγηση του συνηγόρου των εναγομένων ότι δεν πρέπει κάποιος να προωθεί μια θεραπεία σε σχέση με το ίδιο ζήτημα σε περισσότερα από ένα Δικαστήρια, το Δικαστήριο στη Thames Launches υπογράμμισε ότι η αρχή είναι μάλλον ευρύτερη, επεξηγώντας ότι βασικά υποδηλοί ότι σε κανένα δεν πρέπει να επιτρέπεται να εγείρει διαδικασία σε οποιοδήποτε Δικαστήριο εάν οι περιστάσεις είναι τέτοιες που αν του επιτρέπετο να το πράξει
πραγματικότητα αυτό θα ήταν ενοχλητικό. Η σχετική περικοπή από την εν λόγω απόφαση έχει ως εξής: "Mr. Naisby says that the principle is that a man should not pursue a remedy in respect of the same matter in more than one court. In my judgment, the principle is rather wider than that. I think it is that no man should be allowed to institute proceedings in any court if the circumstances are such that to do so would really be vexatious." Ο κος Πολυβίου υποστήριξε ότι από την υπόθεση Thames Launches (ανωτέρω) προκύπτει ότι: o Δεν έχει σημασία ότι οι δύο διαδικασίες έχουν εγερθεί από διαφορετικά πρόσωπα. o Δεν έχει σημασία ότι η πρώτη διαδικασία είναι πολιτική/αστική και η δεύτερη ποινική, ούτε ότι με την επίκληση της αρχής της κατάχρησης διαδικασίας θα ανασταλεί η ποινική διαδικασία. o Εκείνο που έχει σημασία, όπως το έθεσε, είναι το κατά πόσο τα θέματα και τα γεγονότα είναι ουσιαστικώς τα ίδια, με αποτέλεσμα η ετυμηγορία του πρώτου Δικαστηρίου να επηρεάζει την πορεία και το αποτέλεσμα της δεύτερης διαδικασίας. Όπως δε χαρακτηριστικά ανέφερε η υπόθεση Thames Launches (ανωτέρω) επικεντρώνεται σε επίδικο θέμα και όχι σε διάδικους. Προσεκτική εξέταση της Thames Launches (ανωτέρω) δεν οδηγεί, κατά την εκτίμηση μας, στις πιο πάνω διαπιστώσεις. Ακριβώς ένα από τα επιχειρήματα που είχε προβληθεί από μέρους του συνηγόρου των εναγομένων, ότι δηλαδή οι διάδικοι στις δύο διαδικασίες δεν ήταν οι ίδιοι, δεν έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα ο συνήγορος των εναγομένων είχε προβάλει τη θέση ότι οι διάδικοι
αστική διαδικασία ενώπιον του Chancery Division ήταν αφενός η ενάγουσα εταιρεία και αφετέρου η Αρχή Πλοηγήσεων της Περιφέρειας Λονδίνου (Trinity House) ενώ η ποινική διαδικασία ηγέρθη από τον Κατήγορο Sydney Rawlings (Διευθυντή του Τμήματος Πλοηγών του Trinity House) με Κατηγορούμενο υπάλληλο των εναγόντων ο οποίος ήταν ο καπετάνιος του σκάφους των εναγόντων. Το Δικαστήριο απορρίπτοντας τη θέση αυτή τόνισε ότι κοιτάζοντας τις πραγματικότητες της περίπτωσης οι διάδικοι
ουσία ήταν οι ίδιοι και στις δύο διαδικασίες. Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από την απόφαση : "Mr. Naisby, who appears for the defendants, has contended that the case does not come within that principle on three grounds. He says, first, that the parties to the two sets of proceedings are not the same. In the Chancery Division the parties are Thames Launches Ltd. and Trinity House. In the criminal proceedings the parties are the person by whom the information is laid, that is to say, the complainant, and the master of the vessel. I do not think, with respect to Mr. Naisby, that there is really any substance in that point. It is not disputed that the complainant is promoting the prosecution in the course of his duties as an employee of Trinity House, and in so doing is acting as their agent, and the matter in respect of which the prosecution is brought is something which the master of the vessel did in the course of his employment by the plaintiff company. I think, looking at the reality of the situation, that the parties are the same in both sets of proceedings. " (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Περαιτέρω
υπόθεση αυτή τέθηκε από την Υπεράσπιση θέμα ότι η Αρχή Πλοηγήσεων (Trinity House) - που ήταν οι εναγόμενοι
εναρκτήρια κλήση - δεν επεδίωκαν την εξασφάλιση οποιασδήποτε θεραπείας σε δύο διαφορετικά Δικαστήρια αναφορικά με το ίδιο ζήτημα εφόσον στη διαδικασία εκείνη ενώπιον του Chancery Division δεν ήταν η Αρχή Πλοηγήσεων (Trinity House) η οποία ζητούσε θεραπεία αφού εκεί είχε την ιδιότητα των εναγομένων. Με άλλα λόγια η θέση που προβλήθηκε ήταν ότι δεν επρόκειτο για περίπτωση όπου ένας διάδικος επεδίωκε την εξασφάλιση θεραπείας σε σχέση με το ίδιο ζήτημα σε περισσότερα από ένα Δικαστήρια. Το Δικαστήριο δεν αποδέχτηκε ότι υπό αυτές τις περιστάσεις διαφοροποιείτο η κατάσταση. Όπως δε τέθηκε με σαφήνεια, η σχετική αρχή είναι ότι είναι ενοχλητικό (vexatious) κάποιος να εγείρει διαδικασία για να εξασφαλίσει θεραπεία σε σχέση με ένα θέμα όταν το ίδιο ζήτημα εγείρεται από τον αντίδικο του σε διαδικασία που έχει ήδη καταχωρηθεί σε άλλο Δικαστήριο όπου δεν είναι ο ίδιος ενάγων αλλά εναγόμενος. Μάλιστα τονίστηκε ότι ουδόλως έχει σημασία η ιδιότητα που έχει ένας διάδικος σε μια διαδικασία, δηλ. κατά πόσο είναι αυτή του ενάγοντα ή του εναγομένου. Η σχετική περικοπή έχει ως εξής: "In my judgment, it is vexatious if somebody institutes proceedings to obtain relief in respect of a particular subject-matter where exactly the same issue is raised by his opponent in proceedings already instituted in another court in which he is not the plaintiff but the defendant. The following will illustrate what I mean. Supposing a question of construction were to arise upon a will in respect of which the High Court and the Palatine Court had concurrent jurisdiction. If one party affected by that question started proceedings in the High Court for its determination making another party defendant, in my opinion it would be grossly vexatious for that defendant subsequently to start proceedings in the Palatine Court raising precisely the same question. I do not think that the way in which the proceedings are constituted from the point of view of who is the plaintiff and who is the defendant can be the test to be applied. " (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι η υπόθεση Thames Launches (ανωτέρω) δεν αφορά περίπτωση δύο διαδικασιών με διαφορετικά διάδικα μέρη όπου τα θέματα και τα γεγονότα που τις αφορούσαν ήταν ουσιαστικά τα ίδια, αφού κρίθηκε ότι και στις δύο διαδικασίες οι διάδικοι
πραγματικότητα ήταν οι ίδιοι. Με δεδομένο ότι η Κατηγορούσα Αρχή
ποινική υπόθεση θα έπρεπε να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε διαπράξει το επίδικο αδίκημα, ότι δηλ. οι ενάγοντες παρέλειψαν να έχουν προσοντούχο/αδειούχο πλοηγό στο σκάφος τους, η ουσία του ζητήματος που έχρηζε απόφανσης και στις δύο διαδικασίες ήταν κατά πόσο η χρήση του σκάφους των εναγόντων θα έπρεπε να γίνει με αδειούχο πλοηγό ή όχι. Αυτό ακριβώς ήταν και το ερώτημα που εγείρετο
εναρκτήρια κλήση. Κάτω από αυτές τις συνθήκες κρίθηκε ότι η ποινική δίωξη δεν θα έπρεπε να αφεθεί να συνεχισθεί μέχρις ότου το ερώτημα για ερμηνεία του σχετικού Νόμου είχε προηγουμένως αποφασισθεί από το Chancery Division. Παραθέτουμε στο σημείο αυτό σχετική περικοπή από την απόφαση: "The prosecution would have to establish, unless it were admitted, that the person prosecuted had in fact committed the offence in respect of which he was prosecuted. But the question of substance to be decided in both these cases is whether or not the use which was being made of the motor vessel Viscountess was in law one which involved compulsory pilotage. That is precisely the question raised on the originating summons. I do not anticipate that there would really be any issue of fact in the magistrates' court, although, of course, I cannot be sure of that, but the question of substance would be one of law whether or not the circumstances were such as to be struck at by section 11 or section 43 of the Pilotage Act, 1913. That, as I say, is precisely the question raised by the proceedings in the Chancery Division. It seems to me, in those circumstances, that this case comes within the principle to which I have referred and is one in which it would be proper to say that the criminal proceedings should not be proceeded with until the question of construction had been decided in the Chancery Division, the Chancery proceedings having been on foot before the criminal proceedings were instituted and, indeed, before the offence in respect of which the criminal proceedings were taken was committed. " (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σημειώνουμε από το πιο πάνω τελευταίο αυτό απόσπασμα τη διάκριση
οποία πολύ ορθώς προέβη το Δικαστήριο μεταξύ τυχόν ζητήματος γεγονότων ("... any issue of fact...") και ζητήματος νόμου ("..one of law.."). Η διάκριση αυτή οφείλεται
καλώς αναγνωρισμένη αρχή ότι η αξιολόγηση, καθώς και τα συνακόλουθα ευρήματα και συμπεράσματα είναι έργο του εκάστοτε πρωτόδικου Δικαστηρίου με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του[7]. Βάσει αυτής της αρχής, η οποία έχει επιβεβαιωθεί πολλάκις και από το δικό μας Ανώτατο, δεν μπορεί ασφαλώς να γίνεται λόγος για «ολότελα λανθασμένη αξιολόγηση γεγονότων» από την Επιτροπή και για «δεσμευτική αξιολόγηση των γεγονότων» που θα προκύψει από το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού ακόμα και να προκύψει κάτι τέτοιο, είναι κάτι που δεν δύναται να επηρεάσει τα μελλοντικά δικά μας ευρήματα και συμπεράσματα. Εκείνο για το οποίο ίσως θα μπορούσε να γίνεται λόγος είναι η σημασία που τυχόν δύναται να έχει η κρίση του Ανωτάτου επί της ερμηνείας σχετικών προνοιών του Νόμου και επί της εφαρμογής των προνοιών αυτών σε γεγονότα που με κατάλληλη μαρτυρία αποδεικνύονται και στις δύο διαδικασίες. Διευκρινίζουμε δε πως από το όλο λεκτικό εκλαμβάνουμε τη σχετική εισήγηση του κ. Πολυβίου να εννοεί απόφαση του Ανωτάτου στη δευτεροβάθμια αναθεωρητική δικαιοδοσία του, δηλαδή λειτουργούντος ως πενταμελούς Εφετείου και όχι
πρωτοβάθμια που λειτουργεί με βάση το Άρθρο 155.2 του Συντάγματος υπό μονομελή σύνθεση του οποίου οι αποφάσεις δεν συνιστούν δεσμευτικό προηγούμενο (binding authority). Προτού όμως εξετάσουμε κατά πόσο υπάρχουν τέτοια ζητήματα με βάση τα οποία να εγείρεται καν θέμα αναμονής σημειώνουμε πως από τα πιο πάνω έχει καταστεί σαφές πως το γεγονός και μόνο ότι ενώπιον δύο Δικαστηρίων εκκρεμούν θέματα ή ζητήματα που είναι τα ίδια ή ουσιαστικά τα ίδια δεν αποτελεί αφ' εαυτού κατάχρηση της διαδικασίας. Αν και πρέπει γενικώς να αποθαρρύνεται η πολλαπλότητα διαδικασιών, το Δικαστήριο για να προχωρήσει σε οποιοδήποτε σχετικό διάβημα, θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι η μεταγενέστερη δικαστική διαδικασία που αφορά το ίδιο ζήτημα με μία προγενέστερη διαδικασία θα ήταν ενοχλητική (vexatious) ή, για να το θέσουμε με πιο σύγχρονους όρους υπό το φώς και της ΕΣΔΑ, θα συνιστούσε κατάχρηση η οποία θα επηρέαζε ή υπονόμευε καθ' οιονδήποτε τρόπο την έννοια της δίκαιης δίκης[8]. Συνεπώς δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή η ύπαρξη αρχής ότι όποτε δύο Δικαστήρια τυγχαίνει να έχουν να αποφασίσουν το ίδιο νομικό θέμα ακόμα και επί των ίδιων γεγονότων, τότε υπάρχει κατάχρηση. Κλασικές περιπτώσεις θα μπορούσαν π.χ. να θεωρηθούν πρώτον η πολιτική αγωγή της Δημοκρατίας για αποζημιώσεις λόγω αμέλειας οδηγού και η παράλληλη ποινική δίωξη του ίδιου οδηγού επίσης για αμέλεια και δεύτερον η ιδιωτική ποινική δίωξη και παράλληλη αγωγή για ακάλυπτη επιταγή[9]. Ποτέ δεν έχει τεθεί ζήτημα κατάχρησης ή αναστολής της μεταγενέστερης διαδικασίας εν αναμονή εκδίκασης της αρχικής, ακόμα και αν
αρχική αναμένεται απόφαση από το ίδιο το Ανώτατο. Άλλωστε θα πρέπει να υπενθυμίσουμε πως ειδικά για ποινικές διαδικασίες ο νομοθέτης εν τη σοφία του με το Άρθρο 148 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και σε κατάλληλες περιπτώσεις παρέχει το δικαίωμα σε όποιον πιστεύει ότι είναι απαραίτητη η άποψη του Ανωτάτου κατά τη διάρκεια δίκης να αιτηθεί και πείσει το πρωτόδικο Δικαστήριο να επιφυλάξει οποιοδήποτε νομικό ζήτημα για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης μας αυτό που κληθήκαμε να πράξουμε
παρούσα ήταν όπως κατ' αναλογίαν προς την υπόθεση Thames Launches, και έχοντας υπ΄ όψιν αφενός τις αποφάσεις της Επιτροπής και τις προσφυγές και αφετέρου το ενώπιον μας κατηγορητήριο: (α) Εξετάσουμε και δεχθούμε ότι το κεντρικό θέμα ή το ουσιώδες σημείο και στις δύο διαδικασίες είναι το ίδιο (substantially the same) και (β)
περίπτωση που συμφωνήσουμε ότι όντως υφίσταται τέτοιο ίδιο σημείο να αναστείλουμε ή διακόψουμε την παρούσα ποινική διαδικασία εν αναμονή της επίλυσης του από το Ανώτατο. Στα πλαίσια αυτά θεωρούμε ότι αξίζει, έχοντας υπ' όψιν όλα τα πιο πάνω να παρατηρήσουμε τα εξής: i. Από τα προαναφερθέντα γεγονότα, τις αγορεύσεις, καθώς και τις προσφυγές συνάγεται ότι η Επιτροπή στις 29.7.13 και 11.11.13 εξέτασε αποκλειστικά κατά πόσον υπήρξε παράβαση του υποεδαφίου 11
παρούσα βασικά η πρώτη, βάσει της οποίας "[O]φείλουν να δημοσιοποιούν το ταχύτερο δυνατό τις εμπιστευτικές πληροφορίες που τους αφορούν". Τα υπόλοιπα υποεδάφια επιβάλλουν άλλες υποχρεώσεις στους εκδότες, επίσης σχετιζόμενες με τη δημοσιοποίηση πληροφοριών. Η παράβαση οποιασδήποτε από τις πιο πάνω υποχρεώσεις του εδαφίου 11
έκθεση αδικήματος εκάστης καταγράφεται και το εδ. 11
εξέταση των Κατηγοριών 5 και 6 αλλά και τούτο όχι ως καθοριστικό στοιχείο ή τουλάχιστον όχι υπό την έννοια που το παρουσίασαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι. Στο τέλος, καθοριστικής σημασίας μάλλον θα είναι το κατά πόσον απεκρύβη κατά την Γ.Σ. ουσιώδες στοιχείο. Με άλλα λόγια η Κατηγορούσα Αρχή για να επιτύχει στις Κατηγορίες 5 και 6 θα πρέπει στο τέλος να έχει αποδείξει ότι οι Κατηγορούμενοι 1,2 και 4 ενημερώνοντας τη Γ.Σ. απέκρυψαν στοιχεία για το κεφαλαιουχικό έλλειμμα τα οποία ήταν ουσιώδη ασχέτως του αν τα ουσιώδη αυτά στοιχεία δυνατόν να συνιστούν παράλληλα και εμπιστευτική πληροφορία που θα έπρεπε να δημοσιοποιήσουν σωρευτικά με ανακοίνωση στο ΧΑΚ, με ανακοίνωση
Επιτροπή και με ανακοίνωση στον διαδικτυακό τους χώρο (Άρθρο 14 του Νόμου). Με βάση όλα τα ανωτέρω καταλήγουμε πως η σχετική εισήγηση εκ μέρους της Κατηγορουμένης 1 δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Γ. Κατάχρηση λόγω Παράλληλης Εκκρεμούσας Ποινικής Διαδικασίας Όπως έχουμε ήδη αναφέρει ο κ. Αραούζος στη δική του αγόρευση ήγειρε ζήτημα κατάχρησης διαδικασίας υπό μία διαφορετική σκοπιά και προσέγγιση από εκείνη του κ. Πολυβίου. Η ουσία της εισήγησης του ήταν ότι η παρούσα είναι δεύτερη ποινική διαδικασία και είναι καταχρηστική για το λόγο ότι βασίζεται σε αδικήματα τα οποία προέκυπταν από τα ίδια γεγονότα που ήσαν ενώπιον της Επιτροπής, και τα οποία θα μπορούσε να τα είχε εξετάσει η Επιτροπή αλλά επέλεξε να μην το πράξει. Επισήμανε ότι τόσο αυτά που εξέτασε η Επιτροπή όσο και αυτά τα οποία εκκρεμούν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προκύπτουν από τα ίδια ουσιαστικά γεγονότα. Τόνισε δε ότι ένας ο οποίος αποφασίζει να διώξει κάποιον για ένα αδίκημα στη βάση των ενώπιον του γεγονότων θα πρέπει να συμπεριλάβει όλα τα αδικήματα που προκύπτουν από αυτά τα γεγονότα και δεν μπορεί να τα αφήνει για να εξετασθούν σε μεταγενέστερες διαδικασίες. Βασικά οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2,4,5 και 6, οι οποίοι επικαλέστηκαν αυτής της μορφής κατάχρηση αναγνωρίζουν ότι δεν υπάρχει τελική απόφαση (final judgment) και ότι αυτό διαφοροποιεί την παρούσα από την Stevens (ανωτέρω). Αυτός είναι και ο λόγος που δεν εισηγήθηκαν την ύπαρξη δεδικασμένου. Εισηγούνται όμως ότι κατ΄ αναλογίαν προς τη Stevens θα πρέπει να κριθεί ότι η διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής είναι ποινική και στη συνέχεια με βάση την Connelly v. D.P.P.
R. v. Beedie
πρώτη διαδικασία. Όπως το έθεσε ο κ. Στεφάνου «..
παρούσα υπόθεση επιδιώχθηκε ένας και ο ίδιος σκοπός, δηλαδή η τιμωρία, μέσω δύο παράλληλων διαδικασιών» και είναι αυτή την κατάχρηση που οφείλει να αποτρέψει το παρόν Κακουργιοδικείο. Ενόψει των σχετικών αυτών εισηγήσεων απαιτείται καταρχάς κάποια αναφορά στη σχετική νομολογία, αρχής γενομένης από την Connelly (ανωτέρω).
υπόθεση Connelly (ανωτέρω) κατ΄ ακρίβειαν ο Λόρδος Morris διατύπωσε τις αρχές που κατά την άποψη του αφορούν την ειδική απολογία του autrefois acquit. Ανάμεσα σε αυτές τις αρχές συμπεριλαμβάνονται και αυτές βάσει των οποίων δύναται να γίνει επίκληση του δόγματος autrefois acquit αν η κατηγορία που περιέχεται σε μεταγενέστερο κατηγορητήριο είναι μια για την οποία θα μπορούσε ο κατηγορούμενος να καταδικασθεί κατά την εκδίκαση του αρχικού κατηγορητηρίου ή αν η νεώτερη κατηγορία είναι
πραγματικότητα η ίδια με την παλαιότερη ή είναι κατ΄ ουσίαν η ίδια με αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε ή διαφορετικό αδίκημα για το οποίο θα μπορούσε να καταδικαστεί. Συγκεκριμένα στη σελίδα 1305 αναφέρει, μεταξύ άλλων: "....In my view, both principle and authority establish:
οποία παρέπεμψε και δική μας νομολογία[11], ανέφερε : "My Lords, the authorities to which I have referred show that the plea of autrefois acquit has availed if the charge contained in a later indictment is one of which a man could have been convicted on the trial of an earlier indictment. " Ωστόσο
Connelly (ανωτέρω) οι άλλοι Λόρδοι θεώρησαν ότι οι αρχές
αρχή του autrefois ώστε να συνιστούν απόλυτο κώλυμα για να συνεχιστεί η δεύτερη διαδικασία, αλλά ότι σχετίζονται με μια ευρύτερη, διακριτή και ξεχωριστή, διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποτρέπει την κατάχρηση της διαδικασίας του. Το ζήτημα εξετάζεται και
πρόσφατη έκδοση του Archbold του 2015 όπου, αφού διαπιστώνεται η διαφορά προσέγγισης στις ομιλίες
Connelly (ανωτέρω) σε σχέση με την εμβέλεια του δόγματος του autrefois, διατυπώνεται η θέση με αναφορά
υπόθεση R. v. Beedie (ανωτέρω) ότι η 3η και 4η αρχή που διατύπωσε ο Λόρδος Morris αφορούν, ή καλύτερα, εμπίπτουν
αρχή της κατάχρησης και όχι
αρχή του δεδικασμένου (autrefois). Παραθέτουμε τη σχετική περικοπή από την §4-183 του Archbold του 2015: "The third principle identified by Lord Morris suggested that the doctrine of autrefois extends to situations where the crime charged is in effect the same or substantially the same as one in respect of which the person charged has previously been acquitted or convicted, or in respect of which he could on some previous indictment have been convicted. The fourth principle set out the test of whether the evidence necessary to support the second indictment, or whether the facts which constitute the second offence, would have been sufficient to procure a legal conviction upon the first indictment either as to the offence charged or as to an offence of which, on the indictment, the accused could have been found guilty. However, others of their Lordships took the view that the situations encompassed by these two principles fell not within the doctrine of autrefois, which gives the accused an absolute right to relief, but relate to the wider, distinct and separate, discretionary power of the court to prevent abuse of its process (see Lord Devlin at pp. 1340 and 1358 and Lord Pearce at p. 1364). In R. v. Beedie [1997] 2 Cr.App.R. 167, the Court of Appeal confirmed that the third and fourth principles identified by Lord Morris relate to the doctrine of abuse of process and not to the doctrine of autrefois (see further ante, § 4-88)." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στο ίδιο σύγγραμμα υπό τον τίτλο "Situations akin to autrefois[12]" επεξηγείται πάλι η Connelly (ανωτέρω) ως απόφαση η οποία έχει υιοθετήσει την αρχή που διατυπώθηκε από τον Λόρδο Cockburn CJ
παλιά Αγγλική απόφαση R v. Elrington
απουσία εξαιρετικών περιστάσεων, να οδηγεί
άσκηση της ευρύτερης διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να αναστέλλει διαδικασίες οι οποίες συνιστούν κατάχρηση. Η σχετική περικοπή από το σύγγραμμα Archbold του 2015[13] έχει ως εξής: "In Connelly v. DPP [1964] A.C. 1254, the House of Lords approved the general rule explained by Lord Cockburn C.J. in R. v. Elrington
υπόθεση R. v. Beedie (ανωτέρω) είχε ακριβώς τονιστεί ιδιαίτερα η αρχή η οποία αναφέρθηκε από τον Δικαστή Λόρδο Cockurn CJ
προαναφερθείσα απόφαση R. v. Elrington (ανωτέρω) και επαναλήφθηκε
Connelly (ανωτέρω), ήτοι ότι κάποιος κατηγορούμενος ο οποίος έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικαστεί για ελαφρύτερο αδίκημα δεν πρέπει να κατηγορηθεί ξανά για σοβαρότερο αδίκημα επί των ίδιων γεγονότων. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: "we must bear in mind the well-established principle of our criminal law that a series of charges shall not be preferred, and, whether a party accused of a minor offence is acquitted or convicted, he shall not be charged again on the same facts in a more aggravated form." Βεβαίως πρέπει να σημειωθεί ότι, ενώ βάσει της γενικής αρχής θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στο ίδιο κατηγορητήριο όλα τα αδικήματα τα οποία προκύπτουν από το ίδιο πλαίσιο γεγονότων, δεν συνιστά κατ' ανάγκη κατάχρηση της διαδικασίας το γεγονός ότι ένα άτομο διώκεται για αδίκημα το οποίο θα μπορούσε να είχε συμπεριληφθεί
προηγούμενη διαδικασία. Είναι σημαντικό να εξετασθεί η φύση της δεύτερης διαδικασίας. Παραθέτουμε αυτούσια δύο σχετικά αποσπάσματα από την υπόθεση Connelly (ανωτέρω) όπου αρχικά στη σελίδα 1347 ο Λόρδος Devlin αναφέρει: "I consider it to be within this power for the court to declare that the prosecution must as a general rule join in the same indictment charges that "are founded on the same facts, or form or are a part of a series of offences of the same or a similar character" (I quote from the Indictments Act, 1915, Schedule I, rule 3 , which I shall later examine); and power to enforce such a direction (as indeed is already done in the civil process) by staying a second indictment if it is satisfied that its subject-matter ought to have been included in the first. " Και στη σελίδα 1360: "But a second trial on the same or similar facts is not always and necessarily oppressive, and there may in a particular case be special circumstances which make it just and convenient in that case. The judge must then, in all the circumstances of the particular ease, exercise his discretion as to whether or not he applies the general rule." Αναφορά στις πιο πάνω υποθέσεις έγινε
υπόθεση Regina v Gore
υπόθεση εκείνη είχε επιβληθεί στους κατηγορούμενους εξώδικο πρόστιμο (fixed penalty notice) για δημόσια ανησυχία. Την επόμενη μέρα κατόπιν εξέτασης από την Αστυνομία του οπτικού μαρτυρικού υλικού αποφασίστηκε ότι η έκδοση εξώδικου προστίμου δεν ήταν υπό τις περιστάσεις ενδεικνυόμενο μέτρο. Κατόπιν τούτου οι κατηγορούμενοι διώχθησαν για το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Κατά το στάδιο εκδίκασης της υπόθεσης τέθηκε από την Υπεράσπιση αίτημα για αναστολή του κατηγορητηρίου στη βάση των αρχών της κατάχρησης διαδικασίας για το λόγο ότι η δίωξη αφορούσε την ίδια ακριβώς συμπεριφορά για την οποία είχε εκδοθεί το εξώδικο πρόστιμο και ότι με την πληρωμή αυτού η πιθανότητα καταδίκης τους για αδίκημα βίας δεν θα προέκυπτε. Το αίτημα αυτό απερρίφθη και αποφασίστηκε ότι δεν υπήρχε αθέμιτη κλιμάκωση κατηγοριών («improper escalation of charge») από πλευράς βαρύτητας, ούτε εύλογη πεποίθηση ή προσδοκία ότι οι κατηγορούμενοι δεν θα διώκονταν αν πιο σοβαρές συνέπειες προέκυπταν από τη συμπεριφορά τους στη βάση μαρτυρίας που ήλθε στο φως μετά την έκδοση του εξώδικου προστίμου. Το Αγγλικό Εφετείο χαρακτηριστικά επισήμανε ότι
πραγματικότητα κατά το επίδικο βράδυ οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να ευγνωμονούσαν την τύχη τους για το ότι ενώ είχαν εμπλακεί σε πράξεις σοβαρής βίας βασικά «την είχαν γλυτώσει» και τόνισε με εμφαντικό τρόπο ότι δεν αποτελεί κατάχρηση εάν αντιμετώπιζαν στη συνέχεια τη δικαιοσύνη. Η σχετική περικοπή στη σελ. 2459 έχει ως ακολούθως: "There was here no improper escalation of charge, nor any departure from any reasonable expectation that either appellant would not be prosecuted, if any more serious consequences of their conduct, and evidence justifying prosecution for an offence of violence came to light after the issue of the notice. The reality is that on the night in question the defendants must have been thanking their lucky stars that they got away with the serious violence they had perpetrated. It was not an abuse of process for justice to catch up with them."
ουσία η πιο πάνω υπόθεση αποδεικνύει το αυτονόητο, ότι δηλαδή κάθε περίπτωση εξετάζεται στη βάση των δικών της ιδιαίτερων περιστατικών. Και ότι αποτελεί θέμα πραγματικό το κατά πόσο μια μεταγενέστερη ποινική διαδικασία είναι άδικη και καταπιεστική για τον κατηγορούμενο. Συνάγεται λοιπόν πως το Δικαστήριο αναμφίβολα έχει γενική και συμφυή διακριτική ευχέρεια να προστατεύει τη διαδικασία του από κατάχρηση. Όπως δε σημειώνεται στο σύγγραμμα Archbold 2015[15] παρότι αυτή η ευχέρεια δύναται να ασκηθεί σε πολλές διαφορετικές περιπτώσεις, εντούτοις το Δικαστήριο έχει την εξουσία να αναστείλει τη διαδικασία σε δύο κατηγορίες υποθέσεων και συγκεκριμένα: i. Εκεί όπου θα είναι αδύνατο να παρασχεθεί στον Κατηγορούμενο δίκαιη δίκη. ii. Εκεί όπου η αναστολή (ή διακοπή) της διαδικασίας είναι αναγκαία για να προστατεύσει το κύρος και την υπόληψη του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης. Σημειώνεται πως το βάρος απόδειξης ότι η προώθηση συγκεκριμένης διαδικασίας συνιστά κατάχρηση ανήκει στον κατηγορούμενο και το απαιτούμενο επίπεδο απόδειξης είναι το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Με βάση τα προαναφερθέντα είναι αυτονόητο πως αυτό που πρέπει να καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό
παρούσα είναι:
παρούσα είναι
πραγματικότητα τα ίδια ή κατ΄ ουσίαν τα ίδια με εκείνα στα οποία έχουν καταδικαστεί ή είναι διαφορετικά αδικήματα στα οποία όμως θα μπορούσαν να είχαν καταδικαστεί
παλαιότερη διαδικασία.
Κυπριακή νομοθεσία και νομολογία. Ενδεχομένως επειδή δεν ενισχύουν το επιχείρημα ότι η διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής είναι ποινική.
πραγματικότητα ο κ. Αραούζος ήταν σ΄ αυτό το σημείο που επικαλέστηκε την Stevens ακριβώς σε μια προσπάθεια να πείσει ότι η διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής «όπως συμπληρώνεται από το δικαίωμα προσφυγής, μπορεί να είναι διοικητικής φύσης αλλά
πράξη είναι ποινική».
εν λόγω υπόθεση δύο εταιρείες μέτοχοι της FIAT, κατηγορήθηκαν ενώπιον της Ιταλικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (εφεξής «η CONSOB») ότι είχαν παραλείψει σε Δελτία Τύπου να αναφερθούν
πρόθεση επαναδιαπραγμάτευσης σύμβασης χρηματοδότησης με Τράπεζα παρόλο που κάτι τέτοιο ήδη υφίστατο. H CONSOB κρίνοντας τους ένοχους για διάδοση ψευδών πληροφοριών[16] επέβαλε διοικητικά πρόστιμα. Σε κατοπινό στάδιο ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων τα ίδια πρόσωπα είχαν κατηγορηθεί στη βάση άλλου άρθρου του ίδιου νόμου και πάλι για διάδοση ψευδών πληροφοριών ότι στα ίδια Δελτία Τύπου είχαν αναφέρει ότι δεν είχαν ξεκινήσει, ούτε εξεταστεί οποιεσδήποτε πρωτοβουλίες αναφορικά με τη λήξη της σύμβασης χρηματοδότησης. Ενώπιον του ΕΔΑΔ οι αιτητές ισχυρίστηκαν ότι υπήρξε παράβαση του Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ το οποίο κατοχυρώνει την αρχή της δίκαιης δίκης και του Άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου αυτής, το οποίο κατοχυρώνει την αρχή ne bis in idem. Το κατά πόσον η διαδικασία ενώπιον της CONSOB ήταν ποινική εξετάστηκε αρχικά στα πλαίσια ενασχόλησης με το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και ειδικότερα κατά την εξέταση των εννοιών «ποινική κατηγορία» και «ποινικό αδίκημα» ("criminal charge" και "criminal offence") οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στο εν λόγω Άρθρο. Η κατάληξη σ' αυτό το θέμα υιοθετήθηκε αργότερα[17] και για την εξέταση της φράσης «ποινική διαδικασία» ("criminal proceedings") στα πλαίσια του Άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου. Αυτό που ενδιαφέρει επί του παρόντος είναι πως το ΕΔΑΔ σταθερά χρησιμοποιεί για τα πιο πάνω θέματα τα γνωστά κριτήρια Engel από την παλαιότερη ομώνυμη υπόθεση.
υπόθεση Engel το ΕΔΑΔ ανέφερε ότι ο όρος «criminal charge» είναι αυτόνομος και πρέπει να ερευνάται μέσα στα πλαίσια της ΕΣΔΑ. Η ΕΣΔΑ επιτρέπει σε κάθε χώρα να καθιδρύει και διατηρεί διάκριση μεταξύ του Ποινικού Νόμου και του Πειθαρχικού. Κάθε χώρα είναι ελεύθερη να καθορίζει ως ποινικό αδίκημα πράξη ή παράλειψη ή να μην ποινικοποιεί ορισμένες πράξεις ή παραλείψεις. Τα κριτήρια για την ύπαρξη ή μη ποινικής κατηγορίας είναι τα ακόλουθα τρία: i. Ο χαρακτηρισμός που δίδει το δίκαιο της χώρας, δηλαδή η ταξινόμηση της παράβασης στο εθνικό δίκαιο. ii. Η φύση του αδικήματος αυτού και iii. Η φύση και ο βαθμός σοβαρότητας της προνοούμενης κύρωσης. Τα κριτήρια εξετάζονται εναλλακτικά και όχι απαραίτητα σωρευτικά. Ωστόσο δεν αποκλείεται η υιοθέτηση μιας σωρευτικής προσέγγισης σε περίπτωση που η ξεχωριστή εξέταση κάθε κριτηρίου δεν καθιστά εφικτή τη συναγωγή σαφούς συμπεράσματος ως προς την ύπαρξη ή όχι «ποινικής κατηγορίας». Αυτά αποτέλεσαν σταθερό σημείο αναφοράς σε σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ που ακολούθησε την απόφαση Engel (ανωτέρω). Αρκεί να παραπέμψουμε
πολύ πρόσφατη απόφαση Glantz v. Finland 20.8.14
οποία (
§.49) επαναλήφθηκαν τα πιο πάνω κριτήρια ως ακολούθως: «49. The Court's established case-law sets out three criteria, commonly known as the "Engel criteria" (see Engel and Others v. the Netherlands, 8 June 1976, Series A no. 22), to be considered in determining whether or not there was a "criminal charge". The first criterion is the legal classification of the offence under national law, the second is the very nature of the offence and the third is the degree of severity of the penalty that the person concerned risks incurring. The second and third criteria are alternative and not necessarily cumulative. This, however, does not rule out a cumulative approach where separate analysis of each criterion does not make it possible to reach a clear conclusion as to the existence of a criminal charge (see Jussila v. Finland [GC], no. 73053/01, §§ 30-31, ECHR 2006‑XIV; and Ezeh and Connors v. the United Kingdom [GC], nos. 39665/98 and 40086/98, §§ 82-86, ECHR 2003‑X).» Ως προς το πρώτο κριτήριο σημειώνεται ότι παρότι η κατάταξη από τον εσωτερικό νομοθέτη ορισμένης παράβασης ως διοικητικής είναι στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπ' όψιν, αυτό με βάση τα νομολογηθέντα από το ΕΔΑΔ συνιστά μόνο το εναρκτήριο σημείο. Ως καθοριστικό κριτήριο για τους σκοπούς ερμηνείας και εφαρμογής της Σύμβασης λέχθηκε ότι είναι η αυτόνομη έννοια των όρων της. Τα ακόλουθα από την απόφαση Engel είναι χαρακτηριστικά (
): «The Convention without any doubt allows the States, in the performance of their function as guardians of the public interest, to maintain or establish a distinction between criminal law and disciplinary law, and to draw the dividing line, but only subject to certain conditions. The Convention leaves the States free to designate as a criminal offence an act or omission not constituting the normal exercise of one of the rights that it protects. This is made especially clear by Article 7 (art. 7). Such a choice, which has the effect of rendering applicable Articles 6 and 7 (art. 6, art. 7), in principle escapes supervision by the Court. The converse choice, for its part, is subject to stricter rules. If the Contracting States were able at their discretion to classify an offence as disciplinary instead of criminal, or to prosecute the author of a "mixed" offence on the disciplinary rather than on the criminal plane, the operation of the fundamental clauses of Articles 6 and 7 (art. 6, art. 7) would be subordinated to their sovereign will. A latitude extending thus far might lead to results incompatible with the purpose and object of the Convention. The Court therefore has jurisdiction, under Article 6 (art. 6) and even without reference to Articles 17 and 18 (art. 17, art. 18), to satisfy itself that the disciplinary does not improperly encroach upon the criminal.» Στα πλαίσια ανάλυσης του όρου «ποινική κατηγορία» (criminal charge) με αναφορά στη νομολογία του ΕΔΑΔ έχουν επισημανθεί και σειρά άλλων παραγόντων που θα πρέπει να συνεκτιμούνται. Μεταξύ αυτών είναι και το κατά πόσο η σχετική νομοθετική διάταξη τυγχάνει γενικής εφαρμογής, ήτοι κατά πόσον εφαρμόζεται στο κοινό γενικά ή σε μέρος αυτού και όχι απλώς στα μέλη μιας συγκεκριμένης ομάδας[18], καθώς και η φύση και οι εξουσίες του οργάνου ενώπιον του οποίου διεξήχθη η πρώτη διαδικασία. Έχοντας υπ' όψιν τα ανωτέρω
παρούσα περίπτωση παρατηρούμε ότι: (α) Όσον αφορά την εθνική νομική κατάταξη της κύρωσης, έχουμε ήδη αναφέρει πως η παράβαση του υποεδ. 11
εξασφάλιση της ταχείας δημοσιοποίησης πληροφοριών (όπως εξηγείται και στο προοίμιο του Νόμου).
πραγματικότητα επιβάλλεται η υποχρέωση δημοσιοποίησης με έμφαση στον χρόνο που αυτή πρέπει να γίνει, ο οποίος και καθορίζεται με τις λέξεις «το ταχύτερο δυνατό». Ως προς αυτό το σημείο θα μπορούσε να λεχθεί ότι η Stevens διακρίνεται κατά το ότι εκεί τόσο το διοικητικό αδίκημα, όσο και το ποινικό αφορούσαν τη διάδοση ψευδών πληροφοριών και αποσκοπούσαν και τα δύο (άρθρα 187ter και 185 §1)
αποτροπή χειραγώγησης της αγοράς, όπως εξάλλου και το ίδιο το Ιταλικό Εφετείο είχε αναγνωρίσει[19]. Μάλιστα το διοικητικό αδίκημα έφερε αυτόν ακριβώς τον τίτλο ("Market Manipulation"). Δεν προκαλεί λοιπόν οποιαδήποτε εντύπωση η θέση του ΕΔΑΔ (
) ότι οι πρόνοιες εκείνες αποσκοπούσαν στη διασφάλιση της ακεραιότητας των αγορών, στη διατήρηση της εμπιστοσύνης του κοινού προς αυτές, στόχοι οι οποίοι σε συνδυασμό με την αποστολή της CONSOB για προστασία των επενδυτών, για διαφάνεια και για ανάπτυξη των αγορών, αποτελούσαν γενικά συμφέροντα της κοινωνίας, τα οποία συνήθως τυγχάνουν προστασίας από το ποινικό δίκαιο. Διαπίστωση η οποία κρίνουμε ότι ήταν καθοριστικής σημασίας ως προς την κατάληξη του ΕΔΑΔ για το συγκεκριμένο ζήτημα. Ακριβώς όμως ο δικός μας νομοθέτης, εν τη σοφία του, επέλεξε όπως καταστήσει την παροχή ψευδών πληροφοριών ως ποινικό μόνο αδίκημα και όχι διοικητικό. Δηλαδή όσα το ΕΔΑΔ έκρινε ότι συνήθως προστατεύονται από το ποινικό δίκαιο αφέθηκαν από τη δική μας νομοθεσία όντως σ' εκείνο τον τομέα με το άρθρο 15
Επιτροπή και οι επιπρόσθετες εξουσίες της απαίτησης τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, της απαίτησης διακοπής πρακτικής, της αναστολής διαπραγμάτευσης χρηματοοικονομικών μέσων, της αξίωσης δέσμευσης ή κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων και της αξίωσης προσωρινής απαγόρευσης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας[21]. Βάσει του Άρθρου 48
Επιτροπή να επιβάλει στις περιπτώσεις που καθορίζει διοικητικό πρόστιμο. Με σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει πάγια νομολογηθεί ότι η δια Νόμου παροχή εξουσίας σε διοικητικό όργανο να επιβάλλει, ως διοικητικό μέτρο, διοικητικά πρόστιμα, δεν παραβιάζει το Σύνταγμα[22]. Εν πρώτοις δεν τίθεται θέμα παράβασης της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, η οποία είναι διάχυτη στο Σύνταγμα μας, εφόσον η Επιτροπή δεν συνιστά Δικαστήριο αλλά αρχή η οποία ασκεί εκτελεστική και διοικητική λειτουργία. Η διοικητική κύρωση διακρίνεται από την ποινική ποινή. Οι δύο διαφορετικές κυρώσεις αντιστοιχούν αφενός με το διοικητικό μέτρο και αφετέρου με την ποινική ποινή κολασμού ποινικών αδικημάτων. Είναι
τελευταία που αναφέρεται η φράση, «ποινική κατηγορία», ("criminal charge"). Να επισημάνουμε στο σημείο αυτό ότι η αρχή ne bis in idem δεν εμποδίζει την ύπαρξη πρόνοιας για επιβολή για την ίδια πράξη (ή παράλειψη) διοικητικής και ποινικής κύρωσης, νοουμένου ότι η πρώτη δεν ενέχει ποινικό χαρακτήρα[23]. Το ζήτημα αυτό έχει αποσαφηνιστεί πλήρως
πρόσφατη απόφαση του ΔΕΕ
υπόθεση Aklagaren v. Hans Akerberg Fransson C-617/10, ημερ. 26.2.13 όπου λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "The ne bis in idem principle laid down in Article 50 of the Charter of Fundamental Rights of the European Union does not preclude a Member State from imposing successively, for the same acts of non-compliance with declaration obligations in the field of value added tax, a tax penalty and a criminal penalty in so far as the first penalty is not criminal in nature, a matter which is for the national court to determine." Ιστορικά η καθιέρωση διοικητικών ποινών οφείλεται αφενός
ανάγκη διασφάλισης συμμόρφωσης με αποφάσεις της διοίκησης και αφετέρου
ανάγκη ταχείας αντίδρασης σε κάποιες αντικοινωνικές συμπεριφορές, οι οποίες δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με την καθυστέρηση που παρατηρείτο στα ποινικά Δικαστήρια. Θεωρούμε πως τα ακόλουθα αναφερόμενα στο σύγγραμμα «Γενικό Διοικητικό Δίκαιο» Π.Δ. Δαγτόγλου, 2004, §859 εφαρμόζονται πλήρως και στο δικό μας νομικό σύστημα: «Εφόσον και καθόσον το πρόστιμο δεν έχει ποινικό χαρακτήρα αλλά αποτελεί διοικητικό μέτρο, η ανάθεση από τον νόμο της επιβολής του σε διοικητική αρχή (και όχι δικαστήριο) δεν προσκρούει κατ' αρχήν στο Σύνταγμα. Εντούτοις, το μεγάλο ύψος των προστίμων (ανερχόμενο μερικές φορές σε δεκάδες εκατομμυρίων) που προβλέπουν μερικοί νόμοι, θέτει ζήτημα συνταγματικότητας της διοικητικής απλώς επιβολής τους. Η δυνατότητα πάντως προσφυγής στα δικαστήρια και αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως της πράξεως που επιβάλλει το πρόστιμο πρέπει, στο τέλος της αναλύσεως, να θεωρηθεί ότι ικανοποιεί τις συνταγματικές απαιτήσεις. Πρέπει μάλιστα να ληφθεί υπ' όψη η ανάγκη ταχείας αντιδράσεως σε έντονα αντικοινωνικές συμπεριφορές και ότι η αντίδραση αυτή ανατίθεται σε πολλές δημοκρατικές χώρες σε διοικητικά όργανα υπό δικαστικό έλεγχο.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Επί του παρόντος και με βάση τα ανωτέρω παρατηρούμε πως αυτά ακριβώς τα στοιχεία και όρια εξετάζει στα πλαίσια του αναθεωρητικού δικαστικού ελέγχου τον οποίο ασκεί το Ανώτατο μας Δικαστήριο. Ως προς το ειδικότερο θέμα του χαρακτήρα της διαδικασίας επισημαίνουμε πως το Άρθρο 2 του Κεφ. 155 καθορίζει ως «ποινική διαδικασία» οποιαδήποτε διαδικασία που εγείρεται ενώπιον Δικαστηρίου εναντίον προσώπου προς τιμωρία του για ποινικό αδίκημα. Ανάλογος είναι και ο σχετικός ορισμός στον περί Δικαστηρίων Ν.14/60. Αλλά και από πλευράς ημεδαπής νομολογίας το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεων του παρέμεινε σταθερό στη θέση ότι ο όρος «ποινική διαδικασία» περιλαμβάνει κάθε διαδικασία, ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, η οποία έχει ως αντικείμενο την τιμωρία ατόμου για αδίκημα που προκύπτει από παράβαση Νόμου[24]. Ειδικότερα όμως όσον αφορά τη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής παραπέμπουμε σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η οποία έχει ερμηνεύσει παρόμοια πρόνοια με εκείνη του Άρθρου 35 του Ν.73(Ι)/09 και συγκεκριμένα το Άρθρο 39
έννοια του σχετικού άρθρου αντίληψη περί «ενοχής», ούτε και η Επιτροπή διαπιστώνει «ενοχή», αλλά μόνο «ενδεχόμενη παράβαση» έννοια που όπως επισημάνθηκε δεν παραπέμπει σε διαπίστωση «ενοχής», κατά τα αντίστοιχα σε πειθαρχική δίκη ή ποινική δίωξη. Σχετικές είναι οι αποφάσεις E. & G. Electricplus v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Υποθ. 1198/08, ημερ. 25.9.09, ASPIS Πρόνοια Α.Ε.Γ.Α κ.α. ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Υποθ. 1006/09 ημερ. 22.7.10. Όπως επισημάνθηκε
τελευταία υπόθεση - με παραπομπή
απόφαση της Ολομέλειας Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης
εν λόγω υπόθεση
οποία επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο στον Αιτητή για παράβαση των Άρθρων 32
έννοια του άρθρου 39
Επιτροπή για επιβολή ενδεχόμενου διοικητικού προστίμου είναι διάφορη από τις περιπτώσεις όπου η Επιτροπή δύναται να καταγγείλει υπόθεση για δίωξη στο Ποινικό Δικαστήριο. Το διοικητικό πρόστιμο δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως «ποινή», εντός της εννοίας του Άρθρου 12 του Συντάγματος, ώστε να γίνεται λόγος για πρόσαψη ποινικών κατηγοριών ή διατύπωση και απαγγελία ποινικού κατηγορητηρίου, ως η εισήγηση του κ. Αγγελίδη. Το διοικητικό πρόστιμο δεν αποτελεί μέτρο αντίθετο προς το Σύνταγμα, επιβάλλεται δε στους ιδιώτες που δεν συμμορφώνονται προς διοικητική νομοθεσία, τηρουμένης όμως της αρχής της αναλογικότητας (δέστε την απόφαση της πλειοψηφίας στη Δημοκρατία ν. Demand Shipping Co Ltd
εκεί κριθείσα πρόνοια του άρθρου 8 του Νόμου 77/85, χρησιμοποιείτο η λέξη «τιμωρείται» - λέξη πιο ισχυρή από ό,τι η φράση «επιβολή διοικητικού προστίμου» - στα πλαίσια επιβολής χρηματικής ποινής).» Η πιο πάνω θέση έχει επιβεβαιωθεί και από την Ολομέλεια σε σχέση με άλλη, αλλά αντίστοιχη με το Άρθρο 39, νομοθετική ρύθμιση
υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου v. Επιτρόπου Ρύθμισης Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων
ουσία ποινικών κατηγοριών, ενόψει του ότι το διοικητικό πρόστιμο επιβάλλεται ως διοικητική κύρωση στις περιπτώσεις όπου ο νόμος επιβάλλει τη συμμόρφωση με ορισμένες πρόνοιες του, παράβαση των οποίων επιφέρει όχι ποινική, αλλά διοικητική επίπτωση.
υπόθεση ASPIS Πρόνοια ΑΕΓΑ κ.α. (ανωτέρω), έγινε αναφορά
υπόθεση Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ν. Εξέλιξη Επενδυτική Λτδ
Επιτροπή να λαμβάνει υπ΄ όψιν τις παραστάσεις πριν προβεί
έκδοση απόφασης για επιβολή διοικητικού προστίμου και στον καθορισμό αυτού αλλά αυτή «...η διαδικασία αντιδιαστέλλεται από την ποινική όπου η αυστηρή τήρηση των προδιαγραμμένων τύπων αποτελεί στις πλείστες περιπτώσεις προϋπόθεση της νομιμότητας της διαδικασίας.». Η ίδια προσέγγιση υπήρξε και
υπόθεση Χατζηγιάννης v. Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
υπόθεση C.N. Hadjigavriel Stockbrokers Ltd
οποία ζητείτο προνομιακό ένταλμα αναστολής διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής για διοικητικό αδίκημα. Είναι αξιοσημείωτη η αναφορά του εν λόγω Δικαστή ότι το μόνο ζήτημα που έπρεπε να εξεταστεί ήταν κατά πόσον η επίδικη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής, η οποία είναι διοικητικό όργανο, ήταν δικαστικής φύσεως ή διοικητικής φύσεως. Λέχθηκε πως σε κάθε περίπτωση η φύση των εξουσιών και το καθεστώς του οργάνου, καθώς και ο τρόπος και η μέθοδος άσκησης των εξουσιών του πρέπει να εξετάζονται λεπτομερώς για να αποφασιστεί κατά πόσον η διαδικασία είναι δικαστικής φύσεως. Επισημάνθηκε δε με αναφορά σε σχετική νομολογία ότι πρωταρχικός σκοπός της δικαστικής διαδικασίας είναι η κρίση επί των δικαιωμάτων των μερών δυνάμει του Νόμου και η επίλυση της διαφοράς τους με αναφορά στο Νόμο, ενώ στη διοικητική διαδικασία η προαγωγή του δημοσίου συμφέροντος σε ένα δοσμένο πεδίο αποτελεί πάντοτε ένα σημαντικό στοιχείο. Για να υπογραμμισθεί στη συνέχεια ότι το χαρακτηριστικό εκείνο που διακρίνει τη δικαστική από τη διοικητική διαδικασία είναι ότι η πρώτη ασχολείται με την εφαρμογή της γενικής νομοθεσίας του τόπου. Υπό το φώς όλων των ανωτέρω κρίθηκε ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποτελεί Διοικητικό Όργανο. Όσον αφορά τη φύση της σχετικής διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, αφού τονίστηκε ότι σκοπός της δεν είναι η επίλυση της διαφοράς μεταξύ δύο πολιτών ή μεταξύ ενός πολίτη και του Κράτους αλλά σχετίζεται με την τήρηση των προνοιών της συγκεκριμένης νομοθεσίας, ήτοι της νομοθεσίας που αφορά
Κεφαλαιαγορά, κρίθηκε ότι είναι διοικητική και όχι δικαστική. Κυρίως όμως πρέπει να σημειώσουμε την παραπομπή
παλαιά μεν, πλην όμως σημαντική υπόθεση Frangos v. Medical Disciplinary Board
παρούσα έχουν ποινικό χαρακτήρα τότε ευλόγως πρέπει να αναμένεται ότι αυτό θα διαπιστωθεί κατά τον δικαστικό έλεγχο, πλην όμως τον θεσμοθετημένο και προβλεπόμενο από το Άρθρο 146 του Συντάγματος δικαστικό έλεγχο, με τις ανάλογες βεβαίως συνέπειες ως προς τη νομιμότητα τους. Επισημαίνουμε εδώ ότι στον Ν.73
υπόθεση Jupiwind Ltd v. Διοικητή Κεντρικής Τράπεζας συνεκδ. υπ.αρ 791/10 και 886-889/10, ημερ. 28.2.12 μπορεί το διοικητικό δικαστήριο να μην διαγιγνώσκει πρωτογενώς γεγονότα και να μην υποκαθιστά την ουσιαστική κρίση της Διοίκησης με τη δική του, αλλά εξετάζει τη νομιμότητα της πράξης. Όπου κρίνει ότι το διοικητικό όργανο δεν ενήργησε σύμφωνα με τις αρχές του διοικητικού δικαίου ή όπου διαπιστώνει ότι αυτό έχει ξεφύγει των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, όπως για παράδειγμα
περίπτωση επιβολής διοικητικής ποινής, τότε ακυρώνει την πράξη[27]. Κατά δεύτερο όμως θα λέγαμε πως η αξίωση αναστολής της διαδικασίας ενός συνταγματικώς και διά νόμου ιδρυόμενου αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου στη βάση του ότι άλλο, μη δικαστικό όργανο, περιεβλήθη το ρόλο δικαστηρίου θα εσήμαινε ακριβώς εκχώρηση δικαστικής εξουσίας. Παρέλκει να εξηγήσουμε για ποιο λόγο μια τέτοια εκχώρηση θα ήταν σαφώς συνταγματικώς ανεπίτρεπτη και θα αποτελούσε κατά τη γνώμη μας συμμετοχή της δικαστικής εξουσίας
καταστρατήγηση του άρθρου 35 μέσω κατάργησης των δικαστηρίων. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω επισημάνσεων παραθέτουμε κατωτέρω απόσπασμα από την απόφαση C.N. Hadjigavriel Stockbrokers Ltd (ανωτέρω) από το οποίο φαίνεται ο τρόπος που εξέτασε το θέμα ο δικαστής Καλλής: «Λαμβάνω υπόψη τη φύση των εξουσιών που παρέχονται από το Νόμο 64(Ι)/2001
Επιτροπή και τον τρόπο και μέθοδο άσκησης τους (βλ. άρ. 36, 38 και 39). Η διαδικασία δεν προβλέπει τη διατύπωση κατηγορητηρίου και προβλέπει μόνο μια κύρωση - την επιβολή διοικητικού προστίμου. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη το καθεστώς της Επιτροπής. Θεωρώ ότι αποτελεί Διοικητικό 'Οργανο. Θεωρώ περαιτέρω ότι σκοπός της επίδικης διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής δεν είναι η επίλυση της διαφοράς μεταξύ δύο πολιτών ή μεταξύ ενός πολίτη και του Κράτους. Σκοπός της είναι - όπως ρητά προβλέπεται από το άρ. 36 του Νόμου 64(Ι)/2001 - η συμμόρφωση με τις διατάξεις του Νόμου 64(Ι)/2001, «των δυνάμει αυτού εκδοθέντων κανονισμών ή της κείμενης νομοθεσίας που αφορά
Κεφαλαιαγορά ...». Το πιο πάνω άρ. 67 σίγουρα αποτελεί μέρος της νομοθεσίας που αφορά την Κεφαλαιαγορά. Σκοπός της σχετικής διαδικασίας είναι καθαρά πειθαρχικός και σχετίζεται με την τήρηση των προνοιών μιας συγκεκριμένης νομοθεσίας - της νομοθεσίας που αφορά
Κεφαλαιαγορά. Κρίνω, επομένως, ότι η επίδικη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής δεν είναι δικαστική αλλά διοικητική. Αποκλειστικός σκοπός της είναι η επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων με τη μορφή διοικητικών μέτρων.» Ειδικότερα για την παρούσα περίπτωση σημειώνουμε τα εξής: (α) Η βασικότερη αρμοδιότητα της Επιτροπής είναι η εποπτεία και έλεγχος της λειτουργίας του ΧΑΚ και των εκδοτών. Εκδότης σημαίνει πρόσωπο που έχει εκδώσει χρηματοοικονομικά μέσα, είτε εισηγμένα, είτε για τα οποία έχει υποβληθεί αίτηση εισαγωγής. Συνεπώς οι διατάξεις που αφορούν τους εκδότες και ειδικά τα διοικητικά αδικήματα συνιστούν πρόνοιες εφαρμοζόμενες σε περιορισμένη ομάδα προσώπων και όχι στο ευρύ κοινό. (β) Η μόνη ποινή την οποία μπορούσε να επιβάλει η Επιτροπή για το αδίκημα του υποεδ. 11
επαγγελματική δραστηριότητα. (γ) Η μόνη άλλη εξουσία που δύναται να ασκήσει από μόνη της η Επιτροπή είναι η αναστολή της διαπραγμάτευσης των σχετικών χρηματοοικονομικών μέσων, ενώ για τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, για δέσμευση ή κατάσχεση περιουσίας, για απαγόρευση άσκησης επαγγέλματος ή για διακοπή πρακτικής έχει δικαίωμα να το αξιώσει και στις πλείστες των περιπτώσεων είναι αυτονόητο πως πρέπει να το πράξει με αίτηση προς τις αρμόδιες δικαστικές αρχές (Άρθρο 48
εν λόγω υπόθεση αφενός η σοβαρότητα των κυρώσεων που τελικώς επιβλήθηκαν τόσο από άποψης ύψους των διοικητικών προστίμων όσο και από άποψης των σημαντικών επιπτώσεων που προκάλεσε στους αιτητές και αφετέρου οι προνοούμενες κυρώσεις οδήγησαν το ΕΔΑΔ
κατάληξη ότι επρόκειτο για ποινικής φύσεως κυρώσεις. Υπενθυμίζουμε ότι είχαν επιβληθεί στους αιτητές πρόστιμα μεταξύ €500.000 και €3 εκ. ενώ απαγορεύτηκε στους αξιωματούχους και στο δικηγόρο των εμπλεκομένων εταιρειών να διαχειρίζονται, διευθύνουν ή συντονίζουν εταιρείες εισηγμένες στο Χρηματιστήριο. Μάλιστα η τελευταία αυτή κύρωση κρίθηκε ότι ήταν τέτοιας φύσης που επηρέαζε αρνητικά την ακεραιότητα των εμπλεκομένων προσώπων ("This last penalty was such as to compromise the integrity of the persons concerned (...), and, given their amount, the fines were of undeniable severity and had significant financial implications for the applicants").
Επιτροπή. Στο ίδιο Τεκμήριο Β το οποίο συνιστά την απόφαση ημερ. 1.8.13 καταγράφεται ως «θέμα» η παράβαση από την Κατηγορουμένη 1 του Άρθρου 11
κλήση για γραπτές παραστάσεις προς την Κατηγορουμένη 1 είχε γίνει αναφορά στις επιστολές της τελευταίας προς την Κεντρική Τράπεζα ημερ. 20.6.12 και
επιστολή Μιχάλη Ολύμπιου προς τους ερευνώντες λειτουργούς ημερ. 4.6.13. Προφανώς αυτός ήταν και ο λόγος που η Κατηγορουμένη 1 προέβαλε ότι αυτές (οι επιστολές) ήταν «άσχετες» με τα όσα λέχθηκαν
συνεδρία του Δ.Σ. την οποίαν και διερευνούσε η Επιτροπή. Ήταν λοιπόν στα πλαίσια των παραστάσεων και εξαιτίας αυτών που η Επιτροπή ασχολήθηκε με το περιεχόμενο της επιστολής προς την Κεντρική, διασυνδέοντας την (επιστολή) χρονικά με την Γ.Σ. της προηγούμενης μέρας (19.6.12) και χωρίς να τίθεται, σ' εκείνο το στάδιο, ζήτημα παράβασης για τα διαδραματισθέντα στη Γ.Σ. Έχουν τεθεί ενώπιον μας οι κλήσεις για παραστάσεις που απέστειλε η Επιτροπή προς τους Κατηγορουμένους 4 και 6 ημερ. 1.8.13[29], οι οποίες είναι πανομοιότυπες μεταξύ τους. Ευλόγως θεωρούμε ότι οι ίδιες ακριβώς επιδόθηκαν και στους υπόλοιπους (Κατηγορούμενους 2,3,5). Παρατηρούμε λοιπόν πως ούτε στις κλήσεις αυτές υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στη Γ.Σ. ημερ. 19.6.12. Επίσης έχουν τεθεί ενώπιον μας οι γραπτές παραστάσεις των Κατηγορουμένων 2,3,4 και 6[30]. Παρατηρούμε και εδώ πως ούτε ο Κατηγορούμενος 2 (είτε στο αρχικό λεπτομερές 50σέλιδο είτε στο συμπληρωματικό 15σέλιδο κείμενο των συνηγόρων του), αλλά ούτε και οι Κατηγορούμενοι 3,4,6 στις δικές τους παραστάσεις αναφέρονται σε οποιαδήποτε περίπτωση στη Γ.Σ. Παρατήρηση η οποία κρίνουμε ότι ενισχύει την κατάληξη ότι δεν είχε τεθεί τέτοιο ζήτημα από την Επιτροπή στις κλήσεις που είχε αποστείλει προς αυτούς. Επιθυμούμε επίσης να σημειώσουμε πως
αγωγή 5955/14, Τεκμήριο Ε, που καταχώρισε η Επιτροπή, γίνεται αναφορά μεταξύ άλλων αφενός στις συνεδρίες της ημερ. 2.7.13 και 30.9.13 κατά τις οποίες εξέτασε και επέβαλε άλλα δύο διοικητικά πρόστιμα
Κατηγορουμένη 1 για παραβάσεις του υποεδ. 11
οποία επέβαλε διοικητικά πρόστιμα για παραβάσεις του Άρθρου 19 που κατά την κρίση της είχαν διαπραχθεί στο διάστημα 13.1.10-24.4.
παλαιότερη απόφαση της. Είναι σαφές επίσης πως η Επιτροπή έθεσε σε εφαρμογή το Άρθρο 35[31] το οποίο επιτρέπει δύο ενέργειες, οι οποίες δυνατόν να ασκηθούν και σωρευτικά, ήτοι: (α)
περίπτωση που η ενδεχόμενη παράβαση δυνατόν εκ πρώτης όψεως να συνιστά ποινικό αδίκημα τότε η Επιτροπή μπορεί να συντάξει πόρισμα ή έκθεση γεγονότων και να τα υποβάλει με όλα τα στοιχεία στον Γενικό Εισαγγελέα, και (β) να επιληφθεί η ίδια, να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η επιβολή διοικητικού προστίμου και να προχωρήσει
επιβολή διοικητικού προστίμου, ανεξαρτήτως ποινικής ευθύνης. Έχει τη σημασία του να τονιστεί πως τουλάχιστον με βάση το πιο πάνω άρθρο η Επιτροπή είχε την εξουσία να επιληφθεί και να εξετάσει αν δικαιολογείτο η επιβολή διοικητικού προστίμου «ανεξαρτήτως τυχόν ποινικής ευθύνης», δηλαδή ουσιαστικά ανεξαρτήτως της αποστολής των στοιχείων στον Γενικό Εισαγγελέα. Το ερώτημα όμως είναι για ποια γεγονότα θα έπραττε κάτι τέτοιο αν επέλεγε αυτή την πορεία. Η απάντηση είναι απλή. Όταν η Επιτροπή αναφέρει στο Τεκμήριο Λ ότι «. τα γεγονότα της υπόθεσης για τη στοιχειοθέτηση ενδεχόμενη (sic) παράβαση (sic) του ΄Αρθρου 19 του Νόμου, έχουν εξεταστεί στα πλαίσια του Άρθρου 11
παράβαση που η ίδια είχε ήδη διαπιστώσει και η οποία περιορίζεται σε δύο απλά γεγονότα ήτοι: - Ότι στις 14.6.12 υπήρχε εμπιστευτική πληροφορία και - Ότι η Κατηγορουμένη 1 δεν την δημοσιοποίησε το ταχύτερο δυνατό. Γι΄ αυτό η Επιτροπή παραπέμπει σε διαπιστωθείσα παράβαση. Όταν όμως λάμβανε την αρχική απόφαση της ημερ. 29.7.13 το «ταχύτερο δυνατό» δεν ήταν μια γενική και αόριστη έννοια για την Επιτροπή. Ούτε και ήταν δυνατό η έννοια αυτή να αναφέρεται σε πέραν της μιας χρονικής στιγμής. Είναι δηλαδή θέμα κοινής λογικής πως το «ταχύτερο» ως χρονικό γεγονός επέρχεται άπαξ. Με άλλα λόγια το «ταχύτερο» εφόσον διαπιστωθεί για τις 15.6.12 δεν θα μπορούσε να συντρέχει και στις 16.6.12 και στις 17.6.12 ή και σε οποιαδήποτε άλλη μεταγενέστερη ημερομηνία. Εξ ου και η Επιτροπή εξετάζοντας την διοικητική παράβαση είχε καθορίσει το χρόνο αυτό με βάση τα στοιχεία που είχε λέγοντας στη σελ.3 του Τεκμηρίου Β ότι η πληροφορία «.. θα έπρεπε να ανακοινωθεί στο ΧΑΚ την επόμενη ημέρα, Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012». Εξετάζοντας το Άρθρο 19 η Επιτροπή είχε υπ' όψιν το Άρθρο 4(δ)(iv) της ΟΔ 116-2005-03 στο οποίο καθορίζεται ως μέθοδος χειραγώγησης μεταξύ άλλων η «παράλειψη δημόσιας ανακοίνωσης σημαντικών γεγονότων». Από πλευράς γεγονότων όμως λάμβανε υπ΄ όψιν της μόνο τα διατρέξαντα στις 14.6.12 και 15.6.12. Αυτός είναι ο λόγος που κατέληξε στη σελ. 2 του Τεκμηρίου Λ λέγοντας ότι «.. με τα ίδια γεγονότα έχει ήδη διαπιστωθεί διοικητική παράβαση.» εννοώντας το Άρθρο 11
πρώτη της απόφαση ημερ. 29.7.13 και στα γεγονότα που κατά τη γνώμη της στοιχειοθετούσαν εκείνη την παράβαση, τα οποία σε χρόνο δεν υπερέβαιναν την 15.6.12. Οπότε η όποια ερμηνεία εκλαμβάνει ότι η αναφερόμενη (στο Τεκμήριο Λ) φράση «ίδια γεγονότα» σημαίνει το σύνολο των διαδραματισθέντων μεταξύ 10.5.12 - 27.6.12 σαφέστατα και δεν ανταποκρίνεται
πραγματικότητα. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που η Επιτροπή, έχοντας υπ΄όψιν τις ενέργειες στις οποίες βάσει του Νόμου μπορούσε να προβεί και κυρίως συνεκτιμώντας ότι για εκείνα τα γεγονότα (της 14.6.12 και 15.6.12) υπήρχε ήδη διαδικασία σε εξέλιξη και (ενδεχομένως) θα επιβάλλοντο διοικητικά πρόστιμα, επέλεξε να προβεί μόνο
μία ενέργεια του Άρθρου 35
υπόληψη της Ποινικής Δικαιοσύνης στον τόπο μας. Αντιθέτως, ως προς το τελευταίο, θα τολμούσαμε να πούμε ότι η απεμπόληση εξουσίας των Δικαστηρίων ενδεχομένως θα έθετε αυτά σε ανυποληψία
κρίση ενός αντικειμενικού παρατηρητή. (ε) Τέλος δεν συμφωνούμε ότι η προώθηση της παρούσας είναι καταπιεστική ή άδικη για τους Κατηγορούμενους 2-6 και υπ' αυτή την έννοια δεν τίθεται κατά τη γνώμη μας οποιοδήποτε ζήτημα κατάχρησης, υπό την έννοια που αναλύεται πιο πάνω. Ως εκ τούτων η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. Δ. Ειδική Απολογία Κατηγορουμένου 3 (autrefois acquit) Οι κ.κ. Τριανταφυλλίδης και Αραούζος ήγειραν εκ μέρους του Κατηγορουμένου 3 ως προδικαστική ένσταση την ειδική απάντηση του autrefois acquit/autrefois convict με βάση το Άρθρο 69
προηγούμενη διαδικασία είναι το «ίδιο» με αυτό που έχει ενώπιον του σήμερα το Δικαστήριο
παρούσα διαδικασία ή κατά πόσο «προκύπτει από τα ίδια ή ουσιαστικά τα ίδια γεγονότα». Όπως έχει αναφερθεί κατ΄ επανάληψη στη νομολογία του ΕΔΑΔ, ο σκοπός του Άρθρου 4 του Πρωτοκόλλου 7 είναι η απαγόρευση της επανάληψης ποινικής διαδικασίας η οποία έχει ολοκληρωθεί με την έκδοση τελικής απόφασης. Σύμφωνα με το Explanatory Report του Πρωτοκόλλου 7 μία απόφαση είναι τελική εάν έχει αποκτήσει την ισχύ του res judicata. Αυτό συμβαίνει όταν είναι αμετάκλητη, κάτι το οποίο συμβαίνει όταν δεν είναι διαθέσιμα περαιτέρω συνήθη ένδικα μέσα/θεραπείες ή όταν οι διάδικοι έχουν εξαντλήσει τέτοια ένδικα μέσα ή έχουν αφήσει να παρέλθει η προθεσμία που προβλέπεται για τη λήψη τέτοιων ενδίκων μέσων, χωρίς να τα ασκήσουν. Σχετική είναι η ακόλουθη αναφορά από την υπόθεση Zolotukhin v. Russia 14939/03, ημερ. 10.2.09[36]: "107. The Court reiterates that the aim of Article 4 of Protocol No. 7 is to prohibit the repetition of criminal proceedings that have been concluded by a "final" decision (see Franz Fischer, cited above, § 22, and Gradinger, cited above, § 53). According to the Explanatory Report to Protocol No. 7, which itself refers back to the European Convention on the International Validity of Criminal Judgments, a "decision is final 'if, according to the traditional expression, it has acquired the force of res judicata. This is the case when it is irrevocable, that is to say when no further ordinary remedies are available or when the parties have exhausted such remedies or have permitted the time-limit to expire without availing themselves of them'". This approach is well entrenched in the Court's case-law (see, for example, Nikitin v. Russia, no.50178/99, § 37, ECHR 2004‑VIII, and Horciag v. Romania (dec.), no. 70982/01, 15 March 2005)." Με δεδομένο ότι η προηγούμενη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς εναντίον του Κατηγορούμενου 3 είχε ως κατάληξη την αθώωση του και αναπόφευκτα τη μη ύπαρξη οποιασδήποτε εκκρεμοδικίας, προκύπτει αναμφίβολα το στοιχείο της τελεσιδικίας που αποτελεί προαπαιτούμενο για την έγερση της πιο πάνω ειδικής απολογίας. Τόσο η εισήγηση που έγινε αναφορικά με την ύπαρξη κατάχρησης όσον και εκείνη που αφορά το autrefois acquit προϋποθέτει τη διαπίστωση ότι η διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς είναι ποινική. Το ερώτημα αυτό έχει ήδη απαντηθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης της προδικαστικής ένστασης για την κατάχρηση, και δεν κρίνουμε σκόπιμο να επαναλάβουμε τα όσα παρατίθενται λεπτομερώς πιο πάνω, τα οποία υιοθετούμε και σ΄ αυτό το στάδιο. Παρά την κατάληξη μας επί του θέματος αυτού, η οποία σφραγίζει και την τύχη της ειδικής απολογίας του autrefois acquit, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μας θα προχωρήσουμε και
εξέταση των λοιπών θεμάτων που προβλήθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους για τον Κατηγορούμενο 3. Μεγάλο μέρος της αγόρευσης αυτών επικεντρώθηκε στο κατά πόσον υπάρχει ταύτιση μεταξύ των γεγονότων της προηγούμενης διαδικασίας και της παρούσας διαδικασίας ή κατά πόσον τα επίδικα αδικήματα προκύπτουν από ουσιαστικώς τα ίδια γεγονότα. Ήταν συναφώς η εισήγηση των συνηγόρων ότι οι Κατηγορίες 1 και 2 που αφορούν τον Κατηγορούμενο 3, αλλά και οι υπόλοιπες Κατηγορίες, έχουν ως αφετηρία την απόδειξη του γεγονότος ότι πριν τις 27.6.12 - όταν έγινε η ανακοίνωση ότι, μεταξύ άλλων, οι κεφαλαιουχικές ανάγκες της Κατηγορουμένης 1 υπολογίζονταν σε €500 εκ. και ότι θα αποτεινόταν στο Κράτος για προσωρινής μορφής κεφαλαιακή στήριξη - δηλαδή στις 14.6.12 ή το αργότερο την επομένη η Κατηγορούμενη 1 όφειλε με βάση το Άρθρο 11
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.