← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Υπόθεσης: 32370/14, 5/5/2015

Δημοκρατία ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αρ. Υπόθεσης: 32370/14, 5/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλ

οποία μεταξύ άλλων αναφερόταν ότι οι ανάγκες για κάλυψη των απαιτήσεων της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (εφεξής «ΕΑΤ») περιορίζοντο σε €200 εκ. περίπου. 2. Στις 14.6.12 πραγματοποιήθηκε συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου (εφεξής «Δ.Σ.») της Κατηγορουμένης 1

οποία παρευρέθηκαν μεταξύ άλλων: - Ο Κατηγορούμενος 2 ως Πρόεδρος - Ο Κατηγορούμενος 3 ως Αντιπρόεδρος - Οι Κατηγορούμενοι 4,5 και 6 ως Εκτελεστικοί Σύμβουλοι.

  1. Στις 19.6.12 συγκλήθηκε Γενική Συνέλευση (εφεξής «Γ.Σ.») των μετόχων της Κατηγορουμένης
  2. Στις 20.6.12 η Κατηγορουμένη 1 με επιστολή της προς την Κεντρική Τράπεζα ζήτησε παράταση 6 μηνών για την ανακεφαλαιοποίηση της και μεταξύ άλλων ανέφερε ότι κατ΄ εκτίμηση θα απαιτούντο €400 εκ. για αυτό το σκοπό ("Τhe estimate capital shortfall ... is around €400 million").
  3. Στις 26.6.12 πραγματοποιήθηκε επίσης συνεδρίαση του Δ.Σ. της Κατηγορουμένης
  4. Στις 27.6.12 η Κατηγορουμένη 1 εξέδωσε νεώτερη ανακοίνωση το Τεκμήριο Θ,

οποία μεταξύ άλλων αναφερόταν ότι θα αποτείνετο στο Κράτος για προσωρινής μορφής κεφαλαιακή στήριξη της τάξης των €500 εκ. 7. Στις 4.2.13 η Επιτροπή διόρισε ερευνώντες λειτουργούς για τη διεξαγωγή έρευνας κατά πόσον υπήρξε παράβαση από την Κατηγορουμένη 1 του άρθρου 11

(1)(α) του Νόμου. Μετά τη συλλογή στοιχείων και αφού συνεκτίμησε και τις γραπτές παραστάσεις που υπέβαλε η Κατηγορουμένη 1 ημερ. 23.7.13 η Επιτροπή έλαβε στις 29.7.13 την απόφαση της διαπιστώνοντας ότι: (α) Στις 14.6.12, ημερομηνία συνεδρίασης του Δ.Σ., υπήρχε η «εμπιστευτική πληροφορία» ότι οι κεφαλαιακές ανάγκες της Κατηγορουμένης 1 για κάλυψη των απαιτήσεων της ΕΑΤ είχαν αυξηθεί από €200 εκ. (που είχε ανακοινωθεί στις 10.5.12) σε €400 εκ. περίπου, με το ενδεχόμενο περαιτέρω αύξησης λόγω ενδεχόμενων επιπρόσθετων προβλέψεων. (β) Η πιο πάνω «πληροφορία» κρίθηκε «εμπιστευτική» και θα έπρεπε να δημοσιοποιηθεί το ταχύτερο δυνατόν δηλαδή την επόμενη ημέρα (15.6.12). (γ) Εξαιτίας της μη δημοσιοποίησης της πληροφορίας αυτής προέκυπτε διοικητική παράβαση του άρθρου 11
(1)(α) του Νόμου εκ μέρους της Κατηγορουμένης 1 στις 15.6.
  1. Ακολούθως η Επιτροπή με επιστολή της ημερ. 1.8.13, Τεκμήριο Β, κοινοποίησε την απόφαση της αυτή

Κατηγορουμένη 1 ενημερώνοντας την παράλληλα ότι δεν καθόρισε διοικητικό πρόστιμο για την ίδια και ότι θα καλούσε σε γραπτές παραστάσεις όλα τα μέλη του Δ.Σ. της, τα οποία ήταν παρόντα στη συνεδρίαση ημερ. 14.6.12, πράγμα που έπραξε. 9. Μεταξύ των μελών του Δ.Σ. που κλήθηκαν ήταν και οι Κατηγορούμενοι 2-6, προς εξέταση του ενδεχομένου επιβολής σ΄ αυτούς διοικητικού προστίμου, στη βάση του άρθρου 48

(4)(α) του Νόμου. 10. Σε συνεδρία της ημερ. 13.9.13 η Επιτροπή αναφορικά με ενδεχόμενη παράβαση του Άρθρου 19 του Νόμου από την Κατηγορουμένη 1 με βάση την προηγηθείσα απόφαση της ημερ. 29.7.13, αποφάσισε όπως σύμφωνα με το Άρθρο 35
(1)(α) του Ν.79(Ι)/09 συντάξει πόρισμα/έκθεση γεγονότων και το υποβάλει με όλα τα στοιχεία στον Γενικό Εισαγγελέα. Πράγμα που τελικά έπραξε με επιστολή της ημερ. 19.12.13, Τεκμήριο Λ. 11. Η Επιτροπή έλαβε απόφαση στις 11.11.13, Τεκμήριο Μ, την οποία κοινοποίησε στους Κατηγορούμενους με επιστολές ημερ. 26.11.13 και ανακοίνωσε στις 27.11.13, Τεκμήριο Δ, με βάση την οποία: (α) Επέβαλε

Κατηγορουμένη 1 διοικητικό πρόστιμο €70.000 για την παράβαση του άρθρου 11

(1)(α). (β) Έκρινε ότι η εν λόγω παράβαση οφείλετο σε υπαιτιότητα και αμέλεια και των Κατηγορουμένων 2,4,5 και 6 και επέβαλε διοικητικά πρόστιμα στους Κατηγορουμένους 2 και 4 ύψους €60.000 στον καθένα και στους Κατηγορουμένους 5 και 6 ύψους €50.000 στον καθένα. (γ) Ικανοποιήθηκε από τις γραπτές παραστάσεις του Κατηγορουμένου 3 ότι η παράβαση δεν οφειλόταν σε δική του υπαιτιότητα, εσκεμμένη παράλειψη ή αμέλεια.
  1. Εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας η Κατηγορουμένη 1, καταχώρισε Προσφυγές στο Ανώτατο Δικαστήριο ζητώντας ακύρωση και των δύο αποφάσεων. Παρομοίως καταχώρισαν Προσφυγές και οι Κατηγορούμενοι 2,4,5 και 6 εναντίον της δεύτερης απόφασης. Αντίγραφα των Προσφυγών σημειώθηκαν ως ακολούθως: Κατηγορουμένη 1 5881/13 Τεκμήριο Α (14.8.13) 18/14 Τεκμήριο Γ (08.1.14) Κατηγορούμενος 2 79/13 Τεκμήριο ΣΤ (24.1.14) Κατηγορούμενος 4 128/14 Τεκμήριο Κ (05.2.14) Κατηγορούμενος 5 139/14 Τεκμήριο Ζ (07.2.14) Κατηγορούμενος 6 78/14 Τεκμήριο Ι (12.3.14)
  2. Όλες οι πιο πάνω Προσφυγές έχουν συνενωθεί και εκκρεμεί η εκδίκαση τους σε πρώτο βαθμό από Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
  3. Στις 17.10.14 η Επιτροπή καταχώρισε την αγωγή υπ΄ αρ. 5955/14 στο Ε.Δ. Λευκωσίας εναντίον της Κατηγορουμένης 1, αξιώνοντας μεταξύ άλλων την καταβολή του επιβληθέντος προστίμου εξ €70.000 (Τεκμήριο Ε).
  4. Η παρούσα ποινική υπόθεση καταχωρίστηκε στις 19.12.14 και μετά την παραπομπή της, ήτοι στις 27.2.15 ο Γενικός Εισαγγελέας καταχώρισε το κατηγορητήριο που εκκρεμεί ενώπιον μας δια του οποίου, με βάση τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, κατηγορούνται:

Κατηγορία 1 οι Κατηγορούμενοι 1-6: Ότι μεταξύ 14.6.12 και 19.6.12 συνωμότησαν για μη ενημέρωση του κοινού ότι οι κεφαλαιουχικές ανάγκες της Κατηγορουμένης 1 είχαν αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με το ποσό των €200 εκ. που είχε ανακοινωθεί στις 10.5.12 (Άρθρο 302 του Ποινικού Κώδικα ΚΕΦ. 154).

Κατηγορία 2 οι Κατηγορούμενοι 1-6: Ότι μεταξύ 14.6.12 και 26.6.12 χειραγώγησαν την αγορά, δηλαδή παρέλειψαν να προβούν στις δέουσες ενέργειες έτσι ώστε να εκδοθεί από την Κατηγορουμένη 1 δημόσια ανακοίνωση ότι οι κεφαλαιουχικές ανάγκες της είχαν αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με το ποσό των €200 εκ. που είχε ανακοινωθεί στις 10.5.12 (Άρθρα 19, 20

(2)και 23
(3)του Νόμου).

Κατηγορία 3 οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 και

Κατηγορία 4 οι Κατηγορούμενοι 1 και 4: Ότι μεταξύ 19.6.12 και 26.6.12 χειραγώγησαν την αγορά, δηλαδή

Ετήσια Γ.Σ. της Κατηγορουμένης 1 στις 19.6.12 διέδωσαν πληροφορίες που έδιδαν παραπλανητικές ενδείξεις σχετικά με τα χρηματοοικονομικά μέσα, δηλαδή ενώπιον των μετόχων προέβηκαν σε παραπλανητικές δηλώσεις σε σχέση με το κεφαλαιουχικό έλλειμμα της Κατηγορουμένης 1 (Άρθρα 19, 20

(1)(γ) και 23
(3)του Νόμου).

Κατηγορία 5 οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 και

Κατηγορία 6 οι Κατηγορούμενοι 1 και 4: Ότι στις 19.6.12 κατά την παροχή πληροφορίας σχετικά με την χρηματοοικονομική κατάσταση της Κατηγορουμένης 1

Ετήσια Γ.Σ. της Κατηγορουμένης 1 απέκρυψαν ουσιώδη στοιχεία σχετικά με το κεφαλαιουχικό έλλειμμα της εν λόγω εταιρείας (Άρθρα 11

(1)
(2)(α)(β) και 15
(3)του Νόμου). Αγορεύσεις Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων κινήθηκαν οι αγορεύσεις και εισηγήσεις τόσο από πλευράς Κατηγορουμένων, όσο και από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής, οι οποίες δύνανται να συνοψιστούν επιγραμματικά ως ακολούθως: Εκ μέρους της Κατηγορουμένης 1 ο κ. Πολυβίου εισηγήθηκε ότι η Τράπεζα υποβάλλεται σε ποινική διαδικασία και εκτίθεται σε κίνδυνο καταδίκης ενώ εκκρεμεί πρότερη διαδικασία ενώπιον του Ανωτάτου από την οποία θα προκύψει αυθεντική ερμηνεία και διασαφήνιση και ενδεχομένως καθοριστική απόφαση για την εγκυρότητα και ορθότητα βασικών στοιχείων των κατηγοριών. Κατά τον ίδιο, δεδομένου ότι τα θέματα και τα γεγονότα είναι ουσιαστικώς τα ίδια ή παρόμοια, έπεται ή ενδέχεται ότι η ετυμηγορία του Ανωτάτου θα επηρεάσει την πορεία και το αποτέλεσμα της παρούσας δεύτερης διαδικασίας. Στηριζόμενος σε αγγλική νομολογία υποστήριξε ότι η προώθηση της παρούσας συνιστά κατάχρηση λόγω της εκκρεμοδικίας στις προσφυγές και θα πρέπει να ανασταλεί, κατ΄ εφαρμογήν της υπόθεσης Thames Launches v. Trinity House
(1961)Ch. 197[1]. Εκ μέρους του Κατηγορουμένου 2 ο κ. Αραούζος αναφέρθηκε επίσης στα γεγονότα μεταξύ 10.5.12 έως 27.6.12, επισήμανε ότι αυτά είναι ουσιαστικά τα ίδια τόσο για τις προσφυγές, όσο και για την παρούσα υπόθεση και επικαλούμενος την απόφαση του ΕΔΑΔ

Grande Stevens v. Italy, Αιτ. Αρ. 18640/10, ημερ. 3.4.14, εισηγήθηκε ότι κατά παρόμοιο τρόπο και η διαδικασία ενώπιον της Κυπριακής Επιτροπής μπορεί να θεωρηθεί

πράξη ότι είναι ποινική (ή οιονεί ποινική) λόγω των εξουσιών της Επιτροπής και του τιμωρητικού χαρακτήρα των επιβληθέντων διοικητικών προστίμων. Ήταν η εισήγηση του ότι το ΕΔΑΔ σε ανάλογη περίπτωση έκρινε ότι η ακολουθήσασα (μετά από διοικητικές κυρώσεις) ποινική διαδικασία ήταν καταχρηστική και γι΄ αυτό διέταξε να σταματήσει πάραυτα διότι παραβιαζόταν ο κανόνας του διπλού κινδύνου (double jeopardy). Κατά την άποψη του αυτό συμβαίνει και

παρούσα περίπτωση αφού τόσο τα αδικήματα που εξέτασε η Επιτροπή όσο και αυτά που εξετάζει το παρόν Κακουργιοδικείο προκύπτουν από τα ίδια γεγονότα. Υποστήριξε ότι η Επιτροπή επέλεξε να εξετάσει μόνο θέμα παράβασης του Άρθρου 11

(1)(α) ενώ μπορούσε να εξετάσει όλα όσα συμπεριελήφθησαν

παρούσα ποινική υπόθεση, ή να παραπέμψει την διερεύνηση όλων των αδικημάτων στον Γενικό Εισαγγελέα. Εξ ου και είναι καταχρηστική η ποινική αυτή διαδικασία, αφού αποτελεί μέρος παράλληλων διαδικασιών που στοχεύουν στον ίδιο σκοπό. Η τελική του εισήγηση ήταν ότι το παρόν Δικαστήριο θα πρέπει να διακόψει τη διαδικασία ενώπιον του. Εκ μέρους του Κατηγορουμένου 3 ο κ. Αραούζος και επικουρικά ο κ. Τριανταφυλλίδης επιχειρηματολόγησαν επίσης περί του ότι η διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής ήταν ποινικής φύσεως και ενόψει του ότι ο δικός τους πελάτης είχε αθωωθεί εκεί, κάλεσαν το παρόν Δικαστήριο να τον απαλλάξει στη βάση του δόγματος autrefois acquit. Προσέθεσαν όμως πως είναι επιπρόσθετα και καταχρηστικό να αφεθούν να προωθηθούν οι Κατηγορίες 1 και 2 εναντίον του διότι όλες οι κατ΄ ισχυρισμόν παραβάσεις πηγάζουν από τα ίδια γεγονότα. Εκ μέρους του Κατηγορουμένου 4 ο κ. Ευσταθίου καταρχάς υιοθέτησε τα λεχθέντα υπό των κ. Πολυβίου και κ. Αραούζου, και στη συνέχεια τόνισε ότι είναι ανεπιθύμητο να συνυπάρχουν δύο παράλληλες διαδικασίες. Κατέληξε ότι επειδή υπάρχει προσδοκία για μια αυθεντική ερμηνεία νομικών όρων από το Ανώτατο στις προσφυγές, θα ήταν καλύτερο να αναμένεται αυτή η ερμηνεία, προς το συμφέρον της καλής απονομής της δικαιοσύνης. Κάλεσε το Δικαστήριο να προστατεύσει το δικαίωμα των Κατηγορουμένων να προβάλουν σε κάποιο στάδιο το δραστικό υπερασπιστικό δικαίωμα του autrefois acquit ή autrefois convict, το οποίο δεν μπορούν τώρα να προβάλουν λόγω μη υφιστάμενης ακόμα τελεσιδικίας. Ουσιαστικά υιοθέτησε τη θέση του κ. Πολυβίου για αναστολή της διαδικασίας, εξομοιώνοντας μάλιστα την αναστολή με απλή αναβολή μέχρι να ερμηνεύσει το Ανώτατο τα διάφορα θέματα που τέθηκαν ενώπιον του για αυτό το σκοπό. Εκ μέρους του Κατηγορουμένου 5 ο κ. Τριανταφυλλίδης εν πρώτοις υιοθέτησε και αυτός τους προλαλήσαντες. Στη συνέχεια τόνισε ότι η Επιτροπή και ο Γενικός Εισαγγελέας είναι δύο από τους βραχίονες του Κράτους, το οποίο υποχρεούται να ασκεί την εξουσία του με τρόπο που να μην καταλήγει σε καταπίεση των πολιτών και σε κατάχρηση των διαδικασιών, όπως είναι η ενεργοποίηση δικαστικής διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Η δε διαφορετική ερμηνεία που μπορεί να προκύψει από τα δύο Δικαστήρια θα συνιστά εξευτελισμό του δικαστικού συστήματος. Κατέληξε εισηγούμενος ότι η παρούσα πρέπει είτε να ανασταλεί είτε να διακοπεί διότι η Πολιτεία ήδη επέλεξε άλλο δρόμο, εννοώντας τη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής. Εκ μέρους του Κατηγορουμένου 6 ο κ. Στεφάνου υιοθέτησε αφενός τη θέση του κ. Πολυβίου ότι η Επιτροπή εξέτασε την ουσία των ίδιων γεγονότων και αφετέρου την ανάλυση της νομοθεσίας από τον κ. Αραούζο. Διαφοροποιήθηκε ως προς τον πρώτο αναδεικνύοντας και τη σημασία του προστίμου - ποινής ως προς το λεκτικό της και ως προς τον δεύτερο για τον χαρακτηρισμό της διαδικασίας

Επιτροπή ως ποινικής, καθότι σημασία έχει εάν το αποτέλεσμα είναι ποινή. Αναλύοντας τα κριτήρια της υπόθεσης Engel[2] εισηγήθηκε ότι

παρούσα η φύση και ο σκοπός του παραπτώματος, καθώς και η επαπειλούμενη στο διοικητικό μέτρο κύρωση, όπως έτυχε εφαρμογής και από την Επιτροπή με στόχο την αυστηρή τιμωρία, καταδεικνύουν ότι το εκδικασθέν υπό της Επιτροπής αδίκημα ήταν ποινικής φύσεως. Συνεπώς, σκοπός είναι η τιμωρία μέσω δύο παράλληλων διαδικασιών και ακριβώς αυτή την κατάχρηση πρέπει να αποτρέψει το Δικαστήριο. Ενόψει της εκκρεμοδικίας επί των ίδιων γεγονότων ενώπιον του Ανωτάτου εισηγήθηκε ότι το παρόν Δικαστήριο έχει την αρμοδιότητα να διακόψει με μόνιμη αναστολή την πάσχουσα παρούσα διαδικασία. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής κα Ευθυβούλου αγορεύοντας τόνισε ότι η Επιτροπή στα πλαίσια των εξουσιών της εξέτασε τη συμμόρφωση στις 15.6.12 με συγκεκριμένη υποχρέωση της Κατηγορουμένης 1 βάσει του Άρθρου 11

(1)(α) του Νόμου. Το εν λόγω Άρθρο συνδέεται με διοικητική κύρωση και δεν δημιουργεί ποινικό αδίκημα όπως το Άρθρο 11
(2), ενώ στο κατηγορητήριο υπάρχουν κατηγορίες για συνωμοσία και χειραγώγηση αγοράς στο διάστημα 14.6.12 έως 26.6.12. Συνεπώς δεν υπάρχει ταύτιση θεμάτων με ό,τι εξέτασε η Επιτροπή. Κατά την εισήγηση της

περίπτωση ισχυριζόμενης κατάχρησης θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η ποινική δίωξη είναι άδικη ή καταπιεστική, ενώ οι αρχές της Stevens (ανωτέρω) δύνανται να τύχουν εφαρμογής μόνον όταν έχει ενεργοποιηθεί το δεδικασμένο με την ύπαρξη τελικής απόφασης και ταύτισης γεγονότων. Όσον αφορά την ειδική απολογία του Κατηγορουμένου 3, αφού επισήμανε ότι το βάρος απόδειξης ανήκει στον ίδιο, εισηγήθηκε ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν το κατηγορητήριο δεν είναι τα ίδια με αυτά για τα οποία αυτός έχει «απαλλαγεί» από την Επιτροπή, ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε την ενδεχόμενη διοικητική παράβαση του Άρθρου 19, και ότι η Stevens (ανωτέρω) διαφοροποιείται ουσιωδώς από την παρούσα. Κάλεσε το Δικαστήριο, όπως,

περίπτωση που κρίνει ότι υπάρχει ταύτιση γεγονότων, καταλήξει εφαρμόζοντας τα κριτήρια Engel πως η διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής δεν ήταν «ποινική» και πως ούτε το επιβληθέν πρόστιμο αποτελεί «ποινή». ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Εισερχόμενοι

εξέταση των εγερθέντων ζητημάτων κρίνουμε ότι προέχει η εξέταση των εισηγήσεων περί ύπαρξης κατάχρησης διαδικασίας για τους Κατηγορουμένους 1,2,4,5 και 6 και στη συνέχεια η εξέταση της ειδικής απολογίας δεδικασμένου που προέβαλε ο Κατηγορούμενος 3. Α. Κατάχρηση Γενικά Πριν την εξειδικευμένη αναφορά στις επιμέρους εισηγήσεις για το θέμα της κατάχρησης αξίζει να σημειωθεί ότι το Ανώτατο Δικαστήριο έχει εξετάσει σε αρκετές περιπτώσεις τις αρχές που διέπουν γενικά την άσκηση της εξουσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου. Πρόκειται για σύμφυτη (inherent) δικαιοδοσία που ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Archbold 2000, §4-54, η εξουσία για αναστολή διαδικασίας έχει χαρακτηριστεί ως μια δεινή προστασία που έχει αναπτυχθεί από το κοινοδίκαιο ("... as a formidable safeguard, developed by the common law ..")[3]. Είναι προφανές λοιπόν πως δεν πρόκειται για έννοια η οποία περιλαμβάνεται

ΕΣΔΑ. Εξ ου και δεν αποτέλεσε ποτέ τη βάση αφενός οποιασδήποτε απόφασης του ΕΔΑΔ και αφετέρου οποιουδήποτε θέματος σε νομικά συγγράμματα ασχολούμενα με την ΕΣΔΑ ή τη νομολογία του ΕΔΑΔ[4].

πραγματικότητα και η αναφορά του κ. Αραούζου ότι στη Stevens (ανωτέρω) «[Ε]ίπε το ΕΔΑΔ ότι η ποινική διαδικασία .. ήταν καταχρηστική ...» δεν ανταποκρίνεται

πραγματικότητα, αφού όπως θα διαφανεί και κατωτέρω η εν λόγω υπόθεση κρίθηκε σε εντελώς διαφορετική βάση. Βάσει αυτών ακριβώς των αρχών του Kοινοδικαίου είναι που και τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα Αγγλικά να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας. Είναι μια εξουσία αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της. Αποτελεί δε καλώς καθιερωμένη αρχή ότι επιβάλλεται η περιστολή της χρήσης διαδικασίας όταν διαστρεβλώνεται ο σκοπός ύπαρξης της και εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Όπως έχει νομολογηθεί η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές ενώ ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της.

υπόθεση Αναφορικά με την Beogradska

(1996)1(Β) A.A.Δ. 911 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι η κλασική διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της εξουσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου έχει γίνει

υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα

(1995)1 Α.Α.Δ. 217 από την οποία παραθέτουμε το ακόλουθο απόσπασμα: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα· μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Προτού γίνει εκτενέστερη αναφορά στις σχετικές νομολογιακές αρχές κρίνουμε σκόπιμο να σημειώσουμε ότι η σύμφυτη αυτή δραστική εξουσία για αναστολή της δίκης ή για απόρριψη υπόθεσης ένεκα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας ασκείται φειδωλά και μόνο εφόσον το Δικαστήριο βεβαιωθεί ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα. Όπως τονίστηκε σχετικά με αγωγή

Αγγλική υπόθεση Lawrance v. Norreys [1890] 15 App. Cas. 210, 219: «It is a jurisdiction which ought to be very sparingly exercised, and only in very exceptional cases." Θέμα κατάχρησης της διαδικασίας εγείρεται όταν αυτή χρησιμοποιείται για σκοπό άλλον από εκείνον για τον οποίο προορίζεται, ήτοι για αλλότριο σκοπό. Όπως έχει τονισθεί σε σχετική αγγλική νομολογία γίνεται κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας όταν εκτρέπεται από την αληθινή πορεία της για να εξυπηρετήσει εκβιασμό ή καταπίεση ή την άσκηση πίεσης για να πετύχει ανάρμοστο σκοπό. Έχει δε λεχθεί πως το Δικαστήριο δύναται να αναστείλει τη διαδικασία όταν με το να επιτρέψει τη συνέχιση της θα οδηγήσει το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης σε ανυποληψία από τους ορθώς σκεπτόμενους ανθρώπους και ότι αυτό θα συνέβαινε εάν το Δικαστήριο άφηνε τη διαδικασία του να χρησιμοποιείται ως μέσο καταπίεσης, αδικίας ή μεροληψίας[5]. Κατάχρηση διαδικασίας έχει επεξηγηθεί

υπόθεση Hui Chi-Ming v. R

(1992)1 AC 34 ότι συνίσταται σε κάτι τόσο άδικο και λανθασμένο έτσι ώστε το Δικαστήριο να μην πρέπει να επιτρέψει στον Κατήγορο να προχωρήσει με μία κατά τα άλλα συνήθη διαδικασία[6].

αγγλική υπόθεση D.P.P. v. Ηussain The Times, June 1 1994 επαναλήφθηκε ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διακοπής ποινικής διαδικασίας από τα Δικαστήρια στη βάση κατάχρησης διαδικασίας. Τονίσθηκε ότι τέτοια διαταγή δεν θα πρέπει ποτέ να δίδεται όταν υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι διασφάλισης του δικαίου της δίκης και ακόμη περισσότερο όταν δεν υπάρχουν ενδείξεις για δυσμενή επηρεασμό του κατηγορουμένου. Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από το σύγγραμμα Archbold 2009, §4-56: "In DPP v. Hussain, The Times, June 1, 1994, the Divisional Court reiterated the exceptional nature of an order staying proceedings on the ground of abuse of process and stated that such an order should never be made where there were other ways of achieving a fair hearing of the case, still less where there was no evidence of prejudice to the defendant."

παρούσα περίπτωση οι εισηγήσεις περί κατάχρησης προεβλήθησαν αφενός υπό την έννοια που ανέπτυξε διεξοδικότερα ο κ. Πολυβίου, δηλαδή εν αναμονή πιθανής καθοριστικής ερμηνείας από το Ανώτατο και αφετέρου υπό την έννοια που ανέπτυξε εκτενέστερα ο κ. Αραούζος, δηλαδή λόγω της κατ' ισχυρισμόν ύπαρξης εν εξελίξει άλλης ποινικής διαδικασίας. Β. Κατάχρηση εν Αναμονή Ερμηνείας Εξετάζοντας την εισήγηση του κ. Πολυβίου διευκρινίζουμε εξαρχής πως ο ίδιος ευθαρσώς αναγνώρισε ότι

παρούσα δεν έχουμε ούτε το φαινόμενο της έγερσης δύο διαδικασιών για προώθηση του ίδιου σκοπού ούτε αλλότριο κίνητρο εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής. Πρέπει δε να παρατηρήσουμε πως το πρώτο σκέλος της πιο πάνω αποδοχής δεν συνάδει με την εισήγηση του κ. Αραούζου, ο οποίος προσπάθησε επιχειρηματολογώντας να πείσει για το ακριβώς αντίθετο, ότι δηλαδή υφίστανται δύο παράλληλες διαδικασίες που στοχεύουν στον ίδιο σκοπό. Η ουσία της εισήγησης του κ. Πολυβίου είναι πως «εκ του αποτελέσματος όμως, έχουμε παράδειγμα κατάχρησης καθότι υπάρχουν τώρα δύο Δικαστήρια τα οποία αντιμετωπίζουν το ίδιο ζήτημα ή ουσιωδώς το ίδιο ζήτημα». Εισηγείται δηλαδή ότι εκ του αποτελέσματος και ανεξάρτητα από το ποιος έχει εγείρει τις δύο διαδικασίες η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν μπορεί παρά να επηρεάσει την παρούσα διαδικασία, καθότι ενδεχομένως να κρίνει ότι δεν υπήρξε μεμπτή πληροφόρηση ή παραπληροφόρηση ή μη δημοσιοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών, πράγμα που θα έχει σοβαρότατες συνέπειες επί του αντικειμένου της παρούσας διαδικασίας. Υπό το φως των ανωτέρω υποστήριξε ότι τυγχάνει εφαρμογής η αγγλική υπόθεση Thames Launches v. Trinity House

(1961)1 All E.R. 26. Οι Ενάγοντες σε εκείνη την υπόθεση είχαν αποταθεί στο Δικαστήριο με εναρκτήρια κλήση (originating summons) ημερ. 13.4.1960 για να αποφασιστεί κατά πόσο με βάση την ορθή ερμηνεία του Άρθρου 11 του Pilotage Act 1913 είχαν δικαίωμα τα επιβατικά τους σκάφη να διέρχονται δια σκοπούς εκδρομών αναψυχής μέσω του λιμανιού του Λονδίνου χωρίς να έχουν πάνω στο σκάφος αδειούχο πλοηγό. Στη διαδικασία εκείνη εναγόμενοι ήταν το Corporation του Trinity House, δηλ. η Αρχή Πλοηγήσεων της περιφέρειας Λονδίνου. Μεταγενέστερα και συγκεκριμένα στις 21.10.1960 και ενώ η διαδικασία της εναρκτήριας κλήσης εκκρεμούσε, καταχωρήθηκαν δύο κατηγορητήρια από τον Διευθυντή του Τμήματος Πλοηγήσεων του Trinity House εναντίον ενός υπαλλήλου των εναγόντων ο οποίος ήταν ο καπετάνιος ενός σκάφους των εναγόντων για διάπραξη αδικημάτων δυνάμει των Άρθρων 11 και 43 αντίστοιχα του Pilotage Act 1913 λόγω του ότι παρέλειψε να έχει προσοντούχο πλοηγό πάνω στο σκάφος. Σε αίτηση των εναγόντων για απαγορευτικό διάταγμα που να εμποδίζει τους εναγόμενους να προχωρήσουν με τα κατηγορητήρια ενώπιον του Πταισματοδικείου (Thames Magistrates' Court) μέχρι την εκδίκαση των θεμάτων που εγείρονταν

εναρκτήρια αίτηση κρίθηκε ότι θα έπρεπε να εκδοθεί το αιτούμενο απαγορευτικό διάταγμα εφόσον το ουσιαστικό νομικό ζήτημα που εγείρετο

ποινική διαδικασία ήταν το ίδιο με εκείνο που εγείρετο

πολιτική διαδικασία. Είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι

πιο πάνω υπόθεση το Δικαστήριο εξετάζοντας το θέμα τόνισε ότι η δικαιοδοσία αναστολής δικαστικής διαδικασίας πρέπει να ασκείται με τη μεγαλύτερη προσοχή και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι πολύ φειδωλό στο να επεμβαίνει

πορεία της ποινικής διαδικασίας. Τόνισε παράλληλα ότι μπορεί να ασκηθεί τέτοια δικαιοδοσία εκεί όπου είναι βέβαιο ότι τα επίδικα θέματα

πολιτική και την ποινική διαδικασία

ουσία εγείρουν το ίδιο επίδικο ζήτημα και εφόσον η πολιτική διαδικασία πετύχει η ποινική πρέπει κατ' ανάγκη να αποτύχει. Υπογράμμισε περαιτέρω ότι το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι το να αφεθεί η ποινική διαδικασία να προχωρήσει ενώ εκκρεμεί απόφαση

πολιτική διαδικασία θα ήταν πραγματικά ενοχλητικό. Παραθέτουμε στο σημείο αυτό το σχετικό απόσπασμα: "I have read the whole of Lord Hardwicke's judgment because it makes it clear that the part of the headnote which refers to the corporation being themselves judges in their own cause was not really any part of his decision; and it does establish that where matters which involve substantially the same issues are raised both in civil proceedings and at a later stage by criminal proceedings, this court can restrain the prosecutors in the criminal proceedings from continuing such proceedings until the civil proceedings have been decided. Jurisdiction of that kind, in my judgment, is very clearly a jurisdiction which must be exercised with the greatest care; and this court would be very slow to interfere with the course of criminal proceedings unless it was clear that the issues in the civil proceedings and the criminal proceedings really raised in substance the same issue and that if the civil proceedings succeeded the criminal proceedings must necessarily fail. In principle the court discourages multiplicity of litigation in any form. In other words, the court must be satisfied that to allow the criminal proceedings to be proceeded with pending the decision of the civil proceedings would really be vexatious." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

εισήγηση του συνηγόρου των εναγομένων ότι δεν πρέπει κάποιος να προωθεί μια θεραπεία σε σχέση με το ίδιο ζήτημα σε περισσότερα από ένα Δικαστήρια, το Δικαστήριο στη Thames Launches υπογράμμισε ότι η αρχή είναι μάλλον ευρύτερη, επεξηγώντας ότι βασικά υποδηλοί ότι σε κανένα δεν πρέπει να επιτρέπεται να εγείρει διαδικασία σε οποιοδήποτε Δικαστήριο εάν οι περιστάσεις είναι τέτοιες που αν του επιτρέπετο να το πράξει

πραγματικότητα αυτό θα ήταν ενοχλητικό. Η σχετική περικοπή από την εν λόγω απόφαση έχει ως εξής: "Mr. Naisby says that the principle is that a man should not pursue a remedy in respect of the same matter in more than one court. In my judgment, the principle is rather wider than that. I think it is that no man should be allowed to institute proceedings in any court if the circumstances are such that to do so would really be vexatious." Ο κος Πολυβίου υποστήριξε ότι από την υπόθεση Thames Launches (ανωτέρω) προκύπτει ότι: o Δεν έχει σημασία ότι οι δύο διαδικασίες έχουν εγερθεί από διαφορετικά πρόσωπα. o Δεν έχει σημασία ότι η πρώτη διαδικασία είναι πολιτική/αστική και η δεύτερη ποινική, ούτε ότι με την επίκληση της αρχής της κατάχρησης διαδικασίας θα ανασταλεί η ποινική διαδικασία. o Εκείνο που έχει σημασία, όπως το έθεσε, είναι το κατά πόσο τα θέματα και τα γεγονότα είναι ουσιαστικώς τα ίδια, με αποτέλεσμα η ετυμηγορία του πρώτου Δικαστηρίου να επηρεάζει την πορεία και το αποτέλεσμα της δεύτερης διαδικασίας. Όπως δε χαρακτηριστικά ανέφερε η υπόθεση Thames Launches (ανωτέρω) επικεντρώνεται σε επίδικο θέμα και όχι σε διάδικους. Προσεκτική εξέταση της Thames Launches (ανωτέρω) δεν οδηγεί, κατά την εκτίμηση μας, στις πιο πάνω διαπιστώσεις. Ακριβώς ένα από τα επιχειρήματα που είχε προβληθεί από μέρους του συνηγόρου των εναγομένων, ότι δηλαδή οι διάδικοι στις δύο διαδικασίες δεν ήταν οι ίδιοι, δεν έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα ο συνήγορος των εναγομένων είχε προβάλει τη θέση ότι οι διάδικοι

αστική διαδικασία ενώπιον του Chancery Division ήταν αφενός η ενάγουσα εταιρεία και αφετέρου η Αρχή Πλοηγήσεων της Περιφέρειας Λονδίνου (Trinity House) ενώ η ποινική διαδικασία ηγέρθη από τον Κατήγορο Sydney Rawlings (Διευθυντή του Τμήματος Πλοηγών του Trinity House) με Κατηγορούμενο υπάλληλο των εναγόντων ο οποίος ήταν ο καπετάνιος του σκάφους των εναγόντων. Το Δικαστήριο απορρίπτοντας τη θέση αυτή τόνισε ότι κοιτάζοντας τις πραγματικότητες της περίπτωσης οι διάδικοι

ουσία ήταν οι ίδιοι και στις δύο διαδικασίες. Σχετική είναι η ακόλουθη περικοπή από την απόφαση : "Mr. Naisby, who appears for the defendants, has contended that the case does not come within that principle on three grounds. He says, first, that the parties to the two sets of proceedings are not the same. In the Chancery Division the parties are Thames Launches Ltd. and Trinity House. In the criminal proceedings the parties are the person by whom the information is laid, that is to say, the complainant, and the master of the vessel. I do not think, with respect to Mr. Naisby, that there is really any substance in that point. It is not disputed that the complainant is promoting the prosecution in the course of his duties as an employee of Trinity House, and in so doing is acting as their agent, and the matter in respect of which the prosecution is brought is something which the master of the vessel did in the course of his employment by the plaintiff company. I think, looking at the reality of the situation, that the parties are the same in both sets of proceedings. " (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Περαιτέρω

υπόθεση αυτή τέθηκε από την Υπεράσπιση θέμα ότι η Αρχή Πλοηγήσεων (Trinity House) - που ήταν οι εναγόμενοι

εναρκτήρια κλήση - δεν επεδίωκαν την εξασφάλιση οποιασδήποτε θεραπείας σε δύο διαφορετικά Δικαστήρια αναφορικά με το ίδιο ζήτημα εφόσον στη διαδικασία εκείνη ενώπιον του Chancery Division δεν ήταν η Αρχή Πλοηγήσεων (Trinity House) η οποία ζητούσε θεραπεία αφού εκεί είχε την ιδιότητα των εναγομένων. Με άλλα λόγια η θέση που προβλήθηκε ήταν ότι δεν επρόκειτο για περίπτωση όπου ένας διάδικος επεδίωκε την εξασφάλιση θεραπείας σε σχέση με το ίδιο ζήτημα σε περισσότερα από ένα Δικαστήρια. Το Δικαστήριο δεν αποδέχτηκε ότι υπό αυτές τις περιστάσεις διαφοροποιείτο η κατάσταση. Όπως δε τέθηκε με σαφήνεια, η σχετική αρχή είναι ότι είναι ενοχλητικό (vexatious) κάποιος να εγείρει διαδικασία για να εξασφαλίσει θεραπεία σε σχέση με ένα θέμα όταν το ίδιο ζήτημα εγείρεται από τον αντίδικο του σε διαδικασία που έχει ήδη καταχωρηθεί σε άλλο Δικαστήριο όπου δεν είναι ο ίδιος ενάγων αλλά εναγόμενος. Μάλιστα τονίστηκε ότι ουδόλως έχει σημασία η ιδιότητα που έχει ένας διάδικος σε μια διαδικασία, δηλ. κατά πόσο είναι αυτή του ενάγοντα ή του εναγομένου. Η σχετική περικοπή έχει ως εξής: "In my judgment, it is vexatious if somebody institutes proceedings to obtain relief in respect of a particular subject-matter where exactly the same issue is raised by his opponent in proceedings already instituted in another court in which he is not the plaintiff but the defendant. The following will illustrate what I mean. Supposing a question of construction were to arise upon a will in respect of which the High Court and the Palatine Court had concurrent jurisdiction. If one party affected by that question started proceedings in the High Court for its determination making another party defendant, in my opinion it would be grossly vexatious for that defendant subsequently to start proceedings in the Palatine Court raising precisely the same question. I do not think that the way in which the proceedings are constituted from the point of view of who is the plaintiff and who is the defendant can be the test to be applied. " (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Είναι προφανές από τα πιο πάνω ότι η υπόθεση Thames Launches (ανωτέρω) δεν αφορά περίπτωση δύο διαδικασιών με διαφορετικά διάδικα μέρη όπου τα θέματα και τα γεγονότα που τις αφορούσαν ήταν ουσιαστικά τα ίδια, αφού κρίθηκε ότι και στις δύο διαδικασίες οι διάδικοι

πραγματικότητα ήταν οι ίδιοι. Με δεδομένο ότι η Κατηγορούσα Αρχή

ποινική υπόθεση θα έπρεπε να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος είχε διαπράξει το επίδικο αδίκημα, ότι δηλ. οι ενάγοντες παρέλειψαν να έχουν προσοντούχο/αδειούχο πλοηγό στο σκάφος τους, η ουσία του ζητήματος που έχρηζε απόφανσης και στις δύο διαδικασίες ήταν κατά πόσο η χρήση του σκάφους των εναγόντων θα έπρεπε να γίνει με αδειούχο πλοηγό ή όχι. Αυτό ακριβώς ήταν και το ερώτημα που εγείρετο

εναρκτήρια κλήση. Κάτω από αυτές τις συνθήκες κρίθηκε ότι η ποινική δίωξη δεν θα έπρεπε να αφεθεί να συνεχισθεί μέχρις ότου το ερώτημα για ερμηνεία του σχετικού Νόμου είχε προηγουμένως αποφασισθεί από το Chancery Division. Παραθέτουμε στο σημείο αυτό σχετική περικοπή από την απόφαση: "The prosecution would have to establish, unless it were admitted, that the person prosecuted had in fact committed the offence in respect of which he was prosecuted. But the question of substance to be decided in both these cases is whether or not the use which was being made of the motor vessel Viscountess was in law one which involved compulsory pilotage. That is precisely the question raised on the originating summons. I do not anticipate that there would really be any issue of fact in the magistrates' court, although, of course, I cannot be sure of that, but the question of substance would be one of law whether or not the circumstances were such as to be struck at by section 11 or section 43 of the Pilotage Act, 1913. That, as I say, is precisely the question raised by the proceedings in the Chancery Division. It seems to me, in those circumstances, that this case comes within the principle to which I have referred and is one in which it would be proper to say that the criminal proceedings should not be proceeded with until the question of construction had been decided in the Chancery Division, the Chancery proceedings having been on foot before the criminal proceedings were instituted and, indeed, before the offence in respect of which the criminal proceedings were taken was committed. " (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Σημειώνουμε από το πιο πάνω τελευταίο αυτό απόσπασμα τη διάκριση

οποία πολύ ορθώς προέβη το Δικαστήριο μεταξύ τυχόν ζητήματος γεγονότων ("... any issue of fact...") και ζητήματος νόμου ("..one of law.."). Η διάκριση αυτή οφείλεται

καλώς αναγνωρισμένη αρχή ότι η αξιολόγηση, καθώς και τα συνακόλουθα ευρήματα και συμπεράσματα είναι έργο του εκάστοτε πρωτόδικου Δικαστηρίου με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του[7]. Βάσει αυτής της αρχής, η οποία έχει επιβεβαιωθεί πολλάκις και από το δικό μας Ανώτατο, δεν μπορεί ασφαλώς να γίνεται λόγος για «ολότελα λανθασμένη αξιολόγηση γεγονότων» από την Επιτροπή και για «δεσμευτική αξιολόγηση των γεγονότων» που θα προκύψει από το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού ακόμα και να προκύψει κάτι τέτοιο, είναι κάτι που δεν δύναται να επηρεάσει τα μελλοντικά δικά μας ευρήματα και συμπεράσματα. Εκείνο για το οποίο ίσως θα μπορούσε να γίνεται λόγος είναι η σημασία που τυχόν δύναται να έχει η κρίση του Ανωτάτου επί της ερμηνείας σχετικών προνοιών του Νόμου και επί της εφαρμογής των προνοιών αυτών σε γεγονότα που με κατάλληλη μαρτυρία αποδεικνύονται και στις δύο διαδικασίες. Διευκρινίζουμε δε πως από το όλο λεκτικό εκλαμβάνουμε τη σχετική εισήγηση του κ. Πολυβίου να εννοεί απόφαση του Ανωτάτου στη δευτεροβάθμια αναθεωρητική δικαιοδοσία του, δηλαδή λειτουργούντος ως πενταμελούς Εφετείου και όχι

πρωτοβάθμια που λειτουργεί με βάση το Άρθρο 155.2 του Συντάγματος υπό μονομελή σύνθεση του οποίου οι αποφάσεις δεν συνιστούν δεσμευτικό προηγούμενο (binding authority). Προτού όμως εξετάσουμε κατά πόσο υπάρχουν τέτοια ζητήματα με βάση τα οποία να εγείρεται καν θέμα αναμονής σημειώνουμε πως από τα πιο πάνω έχει καταστεί σαφές πως το γεγονός και μόνο ότι ενώπιον δύο Δικαστηρίων εκκρεμούν θέματα ή ζητήματα που είναι τα ίδια ή ουσιαστικά τα ίδια δεν αποτελεί αφ' εαυτού κατάχρηση της διαδικασίας. Αν και πρέπει γενικώς να αποθαρρύνεται η πολλαπλότητα διαδικασιών, το Δικαστήριο για να προχωρήσει σε οποιοδήποτε σχετικό διάβημα, θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι η μεταγενέστερη δικαστική διαδικασία που αφορά το ίδιο ζήτημα με μία προγενέστερη διαδικασία θα ήταν ενοχλητική (vexatious) ή, για να το θέσουμε με πιο σύγχρονους όρους υπό το φώς και της ΕΣΔΑ, θα συνιστούσε κατάχρηση η οποία θα επηρέαζε ή υπονόμευε καθ' οιονδήποτε τρόπο την έννοια της δίκαιης δίκης[8]. Συνεπώς δεν είναι δυνατό να γίνει δεκτή η ύπαρξη αρχής ότι όποτε δύο Δικαστήρια τυγχαίνει να έχουν να αποφασίσουν το ίδιο νομικό θέμα ακόμα και επί των ίδιων γεγονότων, τότε υπάρχει κατάχρηση. Κλασικές περιπτώσεις θα μπορούσαν π.χ. να θεωρηθούν πρώτον η πολιτική αγωγή της Δημοκρατίας για αποζημιώσεις λόγω αμέλειας οδηγού και η παράλληλη ποινική δίωξη του ίδιου οδηγού επίσης για αμέλεια και δεύτερον η ιδιωτική ποινική δίωξη και παράλληλη αγωγή για ακάλυπτη επιταγή[9]. Ποτέ δεν έχει τεθεί ζήτημα κατάχρησης ή αναστολής της μεταγενέστερης διαδικασίας εν αναμονή εκδίκασης της αρχικής, ακόμα και αν

αρχική αναμένεται απόφαση από το ίδιο το Ανώτατο. Άλλωστε θα πρέπει να υπενθυμίσουμε πως ειδικά για ποινικές διαδικασίες ο νομοθέτης εν τη σοφία του με το Άρθρο 148 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και σε κατάλληλες περιπτώσεις παρέχει το δικαίωμα σε όποιον πιστεύει ότι είναι απαραίτητη η άποψη του Ανωτάτου κατά τη διάρκεια δίκης να αιτηθεί και πείσει το πρωτόδικο Δικαστήριο να επιφυλάξει οποιοδήποτε νομικό ζήτημα για γνωμοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης μας αυτό που κληθήκαμε να πράξουμε

παρούσα ήταν όπως κατ' αναλογίαν προς την υπόθεση Thames Launches, και έχοντας υπ΄ όψιν αφενός τις αποφάσεις της Επιτροπής και τις προσφυγές και αφετέρου το ενώπιον μας κατηγορητήριο: (α) Εξετάσουμε και δεχθούμε ότι το κεντρικό θέμα ή το ουσιώδες σημείο και στις δύο διαδικασίες είναι το ίδιο (substantially the same) και (β)

περίπτωση που συμφωνήσουμε ότι όντως υφίσταται τέτοιο ίδιο σημείο να αναστείλουμε ή διακόψουμε την παρούσα ποινική διαδικασία εν αναμονή της επίλυσης του από το Ανώτατο. Στα πλαίσια αυτά θεωρούμε ότι αξίζει, έχοντας υπ' όψιν όλα τα πιο πάνω να παρατηρήσουμε τα εξής: i. Από τα προαναφερθέντα γεγονότα, τις αγορεύσεις, καθώς και τις προσφυγές συνάγεται ότι η Επιτροπή στις 29.7.13 και 11.11.13 εξέτασε αποκλειστικά κατά πόσον υπήρξε παράβαση του υποεδαφίου 11

(1)(α). Επίσης από τις προσφυγές συνάγεται ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όλοι οι προσφεύγοντες στο Ανώτατο ισχυρίζονται ότι η Επιτροπή παρερμήνευσε το Νόμο και ειδικά το εν λόγω υποεδάφιο και ή ότι δεν πληρούντο οι προϋποθέσεις εφαρμογής του και ή ότι η απόφαση είναι αποτέλεσμα εσφαλμένης εφαρμογής και ή ερμηνείας του Νόμου. ii. Μια απλή ανάγνωση του υποεδαφίου 11
(1)(α) καταδεικνύει ότι αυτό επιβάλλει δύο υποχρεώσεις στους εκδότες, εκ των οποίων ενδιαφέρει

παρούσα βασικά η πρώτη, βάσει της οποίας "[O]φείλουν να δημοσιοποιούν το ταχύτερο δυνατό τις εμπιστευτικές πληροφορίες που τους αφορούν". Τα υπόλοιπα υποεδάφια επιβάλλουν άλλες υποχρεώσεις στους εκδότες, επίσης σχετιζόμενες με τη δημοσιοποίηση πληροφοριών. Η παράβαση οποιασδήποτε από τις πιο πάνω υποχρεώσεις του εδαφίου 11

(1)καθίσταται διοικητική παράβαση από το Άρθρο 15
(1)και υπόκειται σε διοικητικό πρόστιμο (Λ.Κ.200.000, δηλαδή €341.720). iii. Από πλευράς γεγονότων η παράβαση την οποίαν εξέτασε και την οποία τελικά διαπίστωσε η Επιτροπή ήταν ότι στις 14.6.12 υπήρχε «εμπιστευτική πληροφορία», την οποία οι Κατηγορούμενοι δεν δημοσιοποίησαν «το ταχύτερο δυνατό», δηλαδή την επομένη ημέρα, 15.6.
  1. Παρατηρούμε ότι η Επιτροπή ασχολήθηκε αποκλειστικά καταρχάς με το κατά πόσον υπήρχε στις 14.6.12 «εμπιστευτική πληροφορία» και εν συνεχεία με το κατά πόσον αυτή δημοσιοποιήθηκε «το ταχύτερο δυνατό», καταλήγοντας σε καταφατική απάντηση για το πρώτο και σε αρνητική για το δεύτερο. iv. Δεδομένου ότι ο κ. Πολύβιου εισηγείται ότι το βασικό θέμα είναι και στις δύο διαδικασίες το ίδιο, δηλαδή, όπως το έθεσε, το κατά πόσον η Κατηγορουμένη 1 είχε υποχρέωση να δημοσιοποιήσει ή όχι απαιτείται λοιπόν εξέταση τόσο του κατηγορητηρίου όσο και των στοιχείων, τα οποία βαρύνεται η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει, σε μία προσπάθεια ακριβώς ελέγχου της εισήγησης αυτής. Αρχίζοντας από την Κατηγορία 1 τονίζουμε ότι αυτή με βάση τη νομολογία μας προϋποθέτει την απόδειξη συμφωνίας για καταδολίευση του κοινού διά της μη ενημέρωσης του, η οποία (συμφωνία αυτή) να έγινε μεταξύ 14.6.12 και 19.6.
  2. Όπως είναι νομολογημένο αυτό που ενδιαφέρει σε μια τέτοια κατηγορία είναι το να υπήρξε όντως τέτοια συμφωνία, ασχέτως του αν μετά υπαναχώρησαν οι εμπλεκόμενοι. Σημειώνουμε ότι το αδίκημα αυτό απαιτεί να καταδειχθεί μεταξύ άλλων συνωμοσία όπως με απάτη ή δόλο καταδολιευθεί το κοινό. Η ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας είναι θέμα πραγματικό και εξαρτάται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης[10]. Δεν είναι δηλαδή θέμα νομικό. Δεν παραγνωρίζουμε ότι είναι όμως ενδεχόμενο να μην υπάρξει άμεση μαρτυρία για τέτοια συμφωνία και να κληθεί το Δικαστήριο να εξαγάγει ένα τέτοιο συμπέρασμα από περιστατική μαρτυρία μέρος της οποίας κατά πάσαν πιθανότητα θα είναι συνολικά και τα διαδραματισθέντα στη συνεδρίαση του Δ.Σ και στη Γ.Σ, αν κρίνουμε από τις κατ' ισχυρισμόν ημερομηνίες διάπραξης του αδικήματος. Κάτι τέτοιο όμως θα είναι πάντοτε με την προοπτική να διαφανεί κατά πόσον υπήρξε συνωμοσία για μη ενημέρωση του κοινού. Δηλαδή σε μια τέτοια υποτιθέμενη περίπτωση καταλυτικής σημασίας θα είναι η ύπαρξη ή όχι συνωμοσίας για μη ενημέρωση (και όχι η ερμηνεία του όρου «εμπιστευτική πληροφορία»). Οι Κατηγορίες 2, 3 και 4 αφορούν όλες τα αδικήματα της χειραγώγησης της αγοράς, με κάποια διαφοροποίηση όμως όσον αφορά το νομικό υπόβαθρο και τα γεγονότα μεταξύ Κατηγορίας 2 από τη μια και Κατηγοριών 3 και 4 από την άλλη. Για την Κατηγορία 2 θα πρέπει να καταδειχθεί ότι συνιστά χειραγώγηση η παράλειψη έκδοσης δημόσιας ανακοίνωσης σημαντικού γεγονότος κατά το διάστημα 14.6.12 έως 26.6.12, ενώ για τις Κατηγορίες 3 και 4 θα πρέπει να αποδειχθεί ότι συνιστά χειραγώγηση η διάδοση πληροφοριών στη Γ.Σ. ημερ. 19.6.12, οι οποίες έδιδαν παραπλανητικές ενδείξεις σχετικά με τα χρηματοοικονομικά μέσα. Παρατηρούμε λοιπόν ότι: (α) Τόσον η Κατηγορία 2, όσον και οι Κατηγορίες 3 και 4 στηρίζονται σε άρθρα άσχετα από το υποεδάφιο 11
(1)(α). (β) Η Κατηγορία 2 δεν αφορά μόνο τη συνεδρία του Δ.Σ, όπως η διοικητική παράβαση που εξέτασε η Επιτροπή, αλλά όλη την περίοδο μεταξύ 14.6.12 έως 26.6.12, δηλαδή αφορά και τη Γ.Σ. (γ) Οι Κατηγορίες 3 και 4 αφορούν περίοδο άσχετη από τις 14.6.12 και πάντως όχι την παράλειψη ανακοίνωσης ή δημοσιοποίησης, αλλά αντιθέτως τη διάδοση πληροφοριών. (δ) Οι έννοιες οι οποίες πιθανόν να χρειαστούν ερμηνεία για τις Κατηγορίες αυτές είναι η «χειραγώγηση», το «σημαντικό γεγονός», η «διάδοση πληροφοριών» και οι «παραπλανητικές ενδείξεις». Όσον αφορά τις Κατηγορίες 5 και 6 παρότι

έκθεση αδικήματος εκάστης καταγράφεται και το εδ. 11

(1), θα πρέπει να διευκρινιστεί πως αυτές αφορούν το ποινικό αδίκημα που δημιουργείται από το συνδυασμό των εδαφίων 11
(2)και 15
(3). Το αδίκημα αυτό σαφώς διακρίνεται από τις διοικητικές παραβάσεις του εδ. 11
(1). Το εδ. 11
(1), όπως έχει λεχθεί ήδη, καθορίζει τις υποχρεώσεις των εκδοτών, οι παραβάσεις των οποίων καθίστανται διοικητικά αδικήματα από το εδ. 15
(1), ενώ το εδ. 11
(2)καθιστά ποινικό αδίκημα την περίπτωση που εντός των πλαισίων συμμόρφωσης με το άρθρο 11
(1)κάποιος εκδότης παρέχει πληροφορία ψευδή, παραπλανητική ή απατηλή ή αποκρύπτει κάτι το ουσιώδες. Δηλαδή το Άρθρο 11
(2)δεν αφορά το αν θα δημοσιοποιηθεί ή όχι κάποια πληροφορία, αλλά αποσκοπεί στο να διασφαλίσει ότι δεν θα υπάρξει ψεύδος, παραπλάνηση, απάτη ή απόκρυψη στοιχείου κατά τη διαδικασία δημοσιοποίησης της. Παρατηρούμε λοιπόν και εδώ ότι: (α) Οι Κατηγορίες 5 και 6 αναφέρονται σε χρόνο άλλο από τις 14.6.12, ήτοι στις 19.6.
  1. (β) Αφορούν όχι τη συνεδρίαση του Δ.Σ. αλλά τη Γ.Σ. της Κατηγορουμένης
  2. (γ) Αναφέρονται όχι σε παράλειψη δημοσιοποίησης, αλλά αντιθέτως σε παροχή πληροφορίας στις 19.6.12 και απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων κατά τη διαδικασία παροχής της (πληροφορίας). (δ) Οι έννοιες που πιθανόν να χρειαστούν ερμηνεία γι αυτές τις Κατηγορίες είναι οι φράσεις «κατά την παροχή πληροφορίας» και «απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία». Με βάση τα πιο πάνω θα μπορούσε να λεχθεί πως για καμία κατηγορία δεν αναμένεται ότι θα έχει καταλυτική σημασία η ερμηνεία είτε του υποεδαφίου 11
(1)(α) είτε του όρου «εμπιστευτική πληροφορία» είτε άλλης έννοιας με την οποία ασχολήθηκε η Επιτροπή, κατά τρόπο που θα ταυτίζοντο θέματα τα οποία πιθανόν να ερμηνεύσει το Ανώτατο Δικαστήριο. Σημειώνουμε βεβαίως πως ακόμα και για τα εγειρόμενα διά των προσφυγών ζητήματα δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα προκύψει όντως τέτοια ερμηνεία. Όπως εντίμως αναγνώρισε και ο κ. Πολυβίου πρόκειται για ένα ενδεχόμενο, μία πιθανότητα. Το παρόν Δικαστήριο λαμβάνει δικαστική γνώση μέσα από τις εκδοθείσες ποινικές και αναθεωρητικές εφέσεις για τον μέσο όρο του απαιτούμενου χρόνου εκδίκασης τους. Εξαιτίας λοιπόν της ταχύτερης εκδίκασης σε πρώτο και δεύτερο βαθμό των ποινικών υποθέσεων στη χώρα μας (εν συγκρίσει με τις διοικητικές) δεν είναι καθόλου παράλογο να εκτιμηθεί ότι η παρούσα αναλόγως της έκβασης της δύναται να αχθεί και ολοκληρωθεί πολύ συντομότερα ενώπιον του Ανωτάτου ως Ποινικού Εφετείου απ' ότι μια Αναθεωρητική Έφεση στα πλαίσια των Προσφυγών. Δεν μπορεί λοιπόν βασίμως να ζητείται παγοποίηση μιας ποινικής διαδικασίας επειδή υπάρχει «πιθανότητα» να ερμηνευθούν σε κάποια χρόνια κάποιες έννοιες οι οποίες δεν έχουν και κυρίαρχη σημασία για την παρούσα ποινική υπόθεση. Διαφαίνεται λοιπόν από τα ανωτέρω πως το υποεδάφιο 11
(1)(α) και η περιεχόμενη σ' αυτό φράση «εμπιστευτικές πληροφορίες» ενδεχομένως να εμπλέκονται

εξέταση των Κατηγοριών 5 και 6 αλλά και τούτο όχι ως καθοριστικό στοιχείο ή τουλάχιστον όχι υπό την έννοια που το παρουσίασαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι. Στο τέλος, καθοριστικής σημασίας μάλλον θα είναι το κατά πόσον απεκρύβη κατά την Γ.Σ. ουσιώδες στοιχείο. Με άλλα λόγια η Κατηγορούσα Αρχή για να επιτύχει στις Κατηγορίες 5 και 6 θα πρέπει στο τέλος να έχει αποδείξει ότι οι Κατηγορούμενοι 1,2 και 4 ενημερώνοντας τη Γ.Σ. απέκρυψαν στοιχεία για το κεφαλαιουχικό έλλειμμα τα οποία ήταν ουσιώδη ασχέτως του αν τα ουσιώδη αυτά στοιχεία δυνατόν να συνιστούν παράλληλα και εμπιστευτική πληροφορία που θα έπρεπε να δημοσιοποιήσουν σωρευτικά με ανακοίνωση στο ΧΑΚ, με ανακοίνωση

Επιτροπή και με ανακοίνωση στον διαδικτυακό τους χώρο (Άρθρο 14 του Νόμου). Με βάση όλα τα ανωτέρω καταλήγουμε πως η σχετική εισήγηση εκ μέρους της Κατηγορουμένης 1 δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Γ. Κατάχρηση λόγω Παράλληλης Εκκρεμούσας Ποινικής Διαδικασίας Όπως έχουμε ήδη αναφέρει ο κ. Αραούζος στη δική του αγόρευση ήγειρε ζήτημα κατάχρησης διαδικασίας υπό μία διαφορετική σκοπιά και προσέγγιση από εκείνη του κ. Πολυβίου. Η ουσία της εισήγησης του ήταν ότι η παρούσα είναι δεύτερη ποινική διαδικασία και είναι καταχρηστική για το λόγο ότι βασίζεται σε αδικήματα τα οποία προέκυπταν από τα ίδια γεγονότα που ήσαν ενώπιον της Επιτροπής, και τα οποία θα μπορούσε να τα είχε εξετάσει η Επιτροπή αλλά επέλεξε να μην το πράξει. Επισήμανε ότι τόσο αυτά που εξέτασε η Επιτροπή όσο και αυτά τα οποία εκκρεμούν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προκύπτουν από τα ίδια ουσιαστικά γεγονότα. Τόνισε δε ότι ένας ο οποίος αποφασίζει να διώξει κάποιον για ένα αδίκημα στη βάση των ενώπιον του γεγονότων θα πρέπει να συμπεριλάβει όλα τα αδικήματα που προκύπτουν από αυτά τα γεγονότα και δεν μπορεί να τα αφήνει για να εξετασθούν σε μεταγενέστερες διαδικασίες. Βασικά οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2,4,5 και 6, οι οποίοι επικαλέστηκαν αυτής της μορφής κατάχρηση αναγνωρίζουν ότι δεν υπάρχει τελική απόφαση (final judgment) και ότι αυτό διαφοροποιεί την παρούσα από την Stevens (ανωτέρω). Αυτός είναι και ο λόγος που δεν εισηγήθηκαν την ύπαρξη δεδικασμένου. Εισηγούνται όμως ότι κατ΄ αναλογίαν προς τη Stevens θα πρέπει να κριθεί ότι η διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής είναι ποινική και στη συνέχεια με βάση την Connelly v. D.P.P.

(1964)AC 1254 όπως έχει ερμηνευθεί

R. v. Beedie

(1997)2 Cr. App. R 167 θα πρέπει να κριθεί ότι υπάρχει κατάχρηση διαδικασίας υπό την έννοια ότι οι πιο πάνω Κατηγορούμενοι έχουν ήδη καταδικαστεί και δεν μπορούν να δικάζονται ξανά για άλλα αδικήματα τα οποία πηγάζουν από τα ίδια γεγονότα και τα οποία (αδικήματα) μπορούσαν και έπρεπε να συμπεριληφθούν

πρώτη διαδικασία. Όπως το έθεσε ο κ. Στεφάνου «..

παρούσα υπόθεση επιδιώχθηκε ένας και ο ίδιος σκοπός, δηλαδή η τιμωρία, μέσω δύο παράλληλων διαδικασιών» και είναι αυτή την κατάχρηση που οφείλει να αποτρέψει το παρόν Κακουργιοδικείο. Ενόψει των σχετικών αυτών εισηγήσεων απαιτείται καταρχάς κάποια αναφορά στη σχετική νομολογία, αρχής γενομένης από την Connelly (ανωτέρω).

υπόθεση Connelly (ανωτέρω) κατ΄ ακρίβειαν ο Λόρδος Morris διατύπωσε τις αρχές που κατά την άποψη του αφορούν την ειδική απολογία του autrefois acquit. Ανάμεσα σε αυτές τις αρχές συμπεριλαμβάνονται και αυτές βάσει των οποίων δύναται να γίνει επίκληση του δόγματος autrefois acquit αν η κατηγορία που περιέχεται σε μεταγενέστερο κατηγορητήριο είναι μια για την οποία θα μπορούσε ο κατηγορούμενος να καταδικασθεί κατά την εκδίκαση του αρχικού κατηγορητηρίου ή αν η νεώτερη κατηγορία είναι

πραγματικότητα η ίδια με την παλαιότερη ή είναι κατ΄ ουσίαν η ίδια με αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε ή διαφορετικό αδίκημα για το οποίο θα μπορούσε να καταδικαστεί. Συγκεκριμένα στη σελίδα 1305 αναφέρει, μεταξύ άλλων: "....In my view, both principle and authority establish:

(1)that a man cannot be tried for a crime in respect of which he has previously been acquitted or convicted;
(2)that a man cannot be tried for a crime in respect of which he could on some previous indictment have been convicted;
(3)that the same rule applies if the crime in respect of which he is being charged is in effect the same, or is substantially the same, as either the principal or a different crime in respect of which he has been acquitted or could have been convicted or has been convicted;
(4)that one test as to whether the rule applies is whether the evidence which is necessary to support the second indictment, or whether the facts which constitute the second offence, would have been sufficient to procure a legal conviction upon the first indictment either as to the offence charged or as to an offence of which, on the indictment, the accused could have been found guilty;... " (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ο ίδιος Δικαστής στη σελ. 1311 της απόφασης,

οποία παρέπεμψε και δική μας νομολογία[11], ανέφερε : "My Lords, the authorities to which I have referred show that the plea of autrefois acquit has availed if the charge contained in a later indictment is one of which a man could have been convicted on the trial of an earlier indictment. " Ωστόσο

Connelly (ανωτέρω) οι άλλοι Λόρδοι θεώρησαν ότι οι αρχές

(3)και
(4)όπως διατυπώθηκαν από τον Λόρδο Morris δεν ενέπιπταν

αρχή του autrefois ώστε να συνιστούν απόλυτο κώλυμα για να συνεχιστεί η δεύτερη διαδικασία, αλλά ότι σχετίζονται με μια ευρύτερη, διακριτή και ξεχωριστή, διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποτρέπει την κατάχρηση της διαδικασίας του. Το ζήτημα εξετάζεται και

πρόσφατη έκδοση του Archbold του 2015 όπου, αφού διαπιστώνεται η διαφορά προσέγγισης στις ομιλίες

Connelly (ανωτέρω) σε σχέση με την εμβέλεια του δόγματος του autrefois, διατυπώνεται η θέση με αναφορά

υπόθεση R. v. Beedie (ανωτέρω) ότι η 3η και 4η αρχή που διατύπωσε ο Λόρδος Morris αφορούν, ή καλύτερα, εμπίπτουν

αρχή της κατάχρησης και όχι

αρχή του δεδικασμένου (autrefois). Παραθέτουμε τη σχετική περικοπή από την §4-183 του Archbold του 2015: "The third principle identified by Lord Morris suggested that the doctrine of autrefois extends to situations where the crime charged is in effect the same or substantially the same as one in respect of which the person charged has previously been acquitted or convicted, or in respect of which he could on some previous indictment have been convicted. The fourth principle set out the test of whether the evidence necessary to support the second indictment, or whether the facts which constitute the second offence, would have been sufficient to procure a legal conviction upon the first indictment either as to the offence charged or as to an offence of which, on the indictment, the accused could have been found guilty. However, others of their Lordships took the view that the situations encompassed by these two principles fell not within the doctrine of autrefois, which gives the accused an absolute right to relief, but relate to the wider, distinct and separate, discretionary power of the court to prevent abuse of its process (see Lord Devlin at pp. 1340 and 1358 and Lord Pearce at p. 1364). In R. v. Beedie [1997] 2 Cr.App.R. 167, the Court of Appeal confirmed that the third and fourth principles identified by Lord Morris relate to the doctrine of abuse of process and not to the doctrine of autrefois (see further ante, § 4-88)." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στο ίδιο σύγγραμμα υπό τον τίτλο "Situations akin to autrefois[12]" επεξηγείται πάλι η Connelly (ανωτέρω) ως απόφαση η οποία έχει υιοθετήσει την αρχή που διατυπώθηκε από τον Λόρδο Cockburn CJ

παλιά Αγγλική απόφαση R v. Elrington

(1861)1B. & S. 688, με βάση την οποία κανένας δεν πρέπει να τιμωρείται δύο φορές για αδίκημα το οποίο προκύπτει από το ίδιο ή ουσιωδώς το ίδιο πλαίσιο γεγονότων και ότι κάτι τέτοιο θα παραβίαζε την καθιερωμένη αρχή ότι δεν θα πρέπει να υφίσταται ακολουθία δικών για αδικήματα σε μια κλίμακα αυξανόμενης βαρύτητας. Τονίζεται δε ότι ο κανόνας αυτός δεν αποτελεί μέρος του δόγματος του autrefois και ότι θα πρέπει,

απουσία εξαιρετικών περιστάσεων, να οδηγεί

άσκηση της ευρύτερης διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να αναστέλλει διαδικασίες οι οποίες συνιστούν κατάχρηση. Η σχετική περικοπή από το σύγγραμμα Archbold του 2015[13] έχει ως εξής: "In Connelly v. DPP [1964] A.C. 1254, the House of Lords approved the general rule explained by Lord Cockburn C.J. in R. v. Elrington

(1861)1 B. & S. 688, to the effect that no man should be punished twice for an offence arising out of the same or substantially the same set of facts and that to do so would offend the established principle that there should be no sequential trials for offences on an ascending scale of gravity. This rule is not part of the doctrine of autrefois (post, §§ 4-183 et seq.), but should, in the absence of special circumstances, give rise to the exercise of the wider discretionary power to stay proceedings which constitute an abuse of the process of the court: R. v. Beedie [1997] 2 Cr.App.R. 167, CA (charge of manslaughter should have been stayed where the accused had already been dealt with for a summary offence relating to the defective state of a gas installation which had resulted in the relevant death; the public interest in a prosecution for manslaughter and the understandable concern of the victim's family did not give rise to special circumstances)." (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Βασικά

υπόθεση R. v. Beedie (ανωτέρω) είχε ακριβώς τονιστεί ιδιαίτερα η αρχή η οποία αναφέρθηκε από τον Δικαστή Λόρδο Cockurn CJ

προαναφερθείσα απόφαση R. v. Elrington (ανωτέρω) και επαναλήφθηκε

Connelly (ανωτέρω), ήτοι ότι κάποιος κατηγορούμενος ο οποίος έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικαστεί για ελαφρύτερο αδίκημα δεν πρέπει να κατηγορηθεί ξανά για σοβαρότερο αδίκημα επί των ίδιων γεγονότων. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: "we must bear in mind the well-established principle of our criminal law that a series of charges shall not be preferred, and, whether a party accused of a minor offence is acquitted or convicted, he shall not be charged again on the same facts in a more aggravated form." Βεβαίως πρέπει να σημειωθεί ότι, ενώ βάσει της γενικής αρχής θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στο ίδιο κατηγορητήριο όλα τα αδικήματα τα οποία προκύπτουν από το ίδιο πλαίσιο γεγονότων, δεν συνιστά κατ' ανάγκη κατάχρηση της διαδικασίας το γεγονός ότι ένα άτομο διώκεται για αδίκημα το οποίο θα μπορούσε να είχε συμπεριληφθεί

προηγούμενη διαδικασία. Είναι σημαντικό να εξετασθεί η φύση της δεύτερης διαδικασίας. Παραθέτουμε αυτούσια δύο σχετικά αποσπάσματα από την υπόθεση Connelly (ανωτέρω) όπου αρχικά στη σελίδα 1347 ο Λόρδος Devlin αναφέρει: "I consider it to be within this power for the court to declare that the prosecution must as a general rule join in the same indictment charges that "are founded on the same facts, or form or are a part of a series of offences of the same or a similar character" (I quote from the Indictments Act, 1915, Schedule I, rule 3 , which I shall later examine); and power to enforce such a direction (as indeed is already done in the civil process) by staying a second indictment if it is satisfied that its subject-matter ought to have been included in the first. " Και στη σελίδα 1360: "But a second trial on the same or similar facts is not always and necessarily oppressive, and there may in a particular case be special circumstances which make it just and convenient in that case. The judge must then, in all the circumstances of the particular ease, exercise his discretion as to whether or not he applies the general rule." Αναφορά στις πιο πάνω υποθέσεις έγινε

υπόθεση Regina v Gore

(2009)EWCA Crim 1424[14].

υπόθεση εκείνη είχε επιβληθεί στους κατηγορούμενους εξώδικο πρόστιμο (fixed penalty notice) για δημόσια ανησυχία. Την επόμενη μέρα κατόπιν εξέτασης από την Αστυνομία του οπτικού μαρτυρικού υλικού αποφασίστηκε ότι η έκδοση εξώδικου προστίμου δεν ήταν υπό τις περιστάσεις ενδεικνυόμενο μέτρο. Κατόπιν τούτου οι κατηγορούμενοι διώχθησαν για το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης. Κατά το στάδιο εκδίκασης της υπόθεσης τέθηκε από την Υπεράσπιση αίτημα για αναστολή του κατηγορητηρίου στη βάση των αρχών της κατάχρησης διαδικασίας για το λόγο ότι η δίωξη αφορούσε την ίδια ακριβώς συμπεριφορά για την οποία είχε εκδοθεί το εξώδικο πρόστιμο και ότι με την πληρωμή αυτού η πιθανότητα καταδίκης τους για αδίκημα βίας δεν θα προέκυπτε. Το αίτημα αυτό απερρίφθη και αποφασίστηκε ότι δεν υπήρχε αθέμιτη κλιμάκωση κατηγοριών («improper escalation of charge») από πλευράς βαρύτητας, ούτε εύλογη πεποίθηση ή προσδοκία ότι οι κατηγορούμενοι δεν θα διώκονταν αν πιο σοβαρές συνέπειες προέκυπταν από τη συμπεριφορά τους στη βάση μαρτυρίας που ήλθε στο φως μετά την έκδοση του εξώδικου προστίμου. Το Αγγλικό Εφετείο χαρακτηριστικά επισήμανε ότι

πραγματικότητα κατά το επίδικο βράδυ οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να ευγνωμονούσαν την τύχη τους για το ότι ενώ είχαν εμπλακεί σε πράξεις σοβαρής βίας βασικά «την είχαν γλυτώσει» και τόνισε με εμφαντικό τρόπο ότι δεν αποτελεί κατάχρηση εάν αντιμετώπιζαν στη συνέχεια τη δικαιοσύνη. Η σχετική περικοπή στη σελ. 2459 έχει ως ακολούθως: "There was here no improper escalation of charge, nor any departure from any reasonable expectation that either appellant would not be prosecuted, if any more serious consequences of their conduct, and evidence justifying prosecution for an offence of violence came to light after the issue of the notice. The reality is that on the night in question the defendants must have been thanking their lucky stars that they got away with the serious violence they had perpetrated. It was not an abuse of process for justice to catch up with them."

ουσία η πιο πάνω υπόθεση αποδεικνύει το αυτονόητο, ότι δηλαδή κάθε περίπτωση εξετάζεται στη βάση των δικών της ιδιαίτερων περιστατικών. Και ότι αποτελεί θέμα πραγματικό το κατά πόσο μια μεταγενέστερη ποινική διαδικασία είναι άδικη και καταπιεστική για τον κατηγορούμενο. Συνάγεται λοιπόν πως το Δικαστήριο αναμφίβολα έχει γενική και συμφυή διακριτική ευχέρεια να προστατεύει τη διαδικασία του από κατάχρηση. Όπως δε σημειώνεται στο σύγγραμμα Archbold 2015[15] παρότι αυτή η ευχέρεια δύναται να ασκηθεί σε πολλές διαφορετικές περιπτώσεις, εντούτοις το Δικαστήριο έχει την εξουσία να αναστείλει τη διαδικασία σε δύο κατηγορίες υποθέσεων και συγκεκριμένα: i. Εκεί όπου θα είναι αδύνατο να παρασχεθεί στον Κατηγορούμενο δίκαιη δίκη. ii. Εκεί όπου η αναστολή (ή διακοπή) της διαδικασίας είναι αναγκαία για να προστατεύσει το κύρος και την υπόληψη του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης. Σημειώνεται πως το βάρος απόδειξης ότι η προώθηση συγκεκριμένης διαδικασίας συνιστά κατάχρηση ανήκει στον κατηγορούμενο και το απαιτούμενο επίπεδο απόδειξης είναι το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Με βάση τα προαναφερθέντα είναι αυτονόητο πως αυτό που πρέπει να καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό

παρούσα είναι:

  1. Ότι οι Κατηγορούμενοι 2,4,5 και 6 έχουν καταδικαστεί σε άλλη προγενέστερη ποινική διαδικασία.
  2. Ότι τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζουν

παρούσα είναι

πραγματικότητα τα ίδια ή κατ΄ ουσίαν τα ίδια με εκείνα στα οποία έχουν καταδικαστεί ή είναι διαφορετικά αδικήματα στα οποία όμως θα μπορούσαν να είχαν καταδικαστεί

παλαιότερη διαδικασία.

  1. Ότι η παρούσα εμπίπτει στις περιπτώσεις στις οποίες οφείλει το Δικαστήριο εν τη ασκήσει της διακριτικής του ευχέρειας να διατάξει την αναστολή της.
  2. Καταδίκη σε Ποινική διαδικασία Ως προς το πρώτο στοιχείο συνιστά κοινό έδαφος ότι οι Κατηγορούμενοι 2,4,5 και 6 έχουν κριθεί ένοχοι παράβασης του Άρθρου 11

(1)(α) του Νόμου από την Επιτροπή. Εκείνο το οποίο χρήζει εξέτασης είναι η φύση της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής και ειδικότερα το κατά πόσον αυτή συνιστά «ποινική διαδικασία». Πρέπει να παρατηρήσουμε πως για το θέμα αυτό, καθώς και για τις παρεμφερείς έννοιες «ποινική κατηγορία» ή «ποινή» δεν υπήρξε στο στάδιο των αγορεύσεων από πλευράς Κατηγορουμένων ιδιαίτερη αναφορά

Κυπριακή νομοθεσία και νομολογία. Ενδεχομένως επειδή δεν ενισχύουν το επιχείρημα ότι η διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής είναι ποινική.

πραγματικότητα ο κ. Αραούζος ήταν σ΄ αυτό το σημείο που επικαλέστηκε την Stevens ακριβώς σε μια προσπάθεια να πείσει ότι η διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής «όπως συμπληρώνεται από το δικαίωμα προσφυγής, μπορεί να είναι διοικητικής φύσης αλλά

πράξη είναι ποινική».

εν λόγω υπόθεση δύο εταιρείες μέτοχοι της FIAT, κατηγορήθηκαν ενώπιον της Ιταλικής Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (εφεξής «η CONSOB») ότι είχαν παραλείψει σε Δελτία Τύπου να αναφερθούν

πρόθεση επαναδιαπραγμάτευσης σύμβασης χρηματοδότησης με Τράπεζα παρόλο που κάτι τέτοιο ήδη υφίστατο. H CONSOB κρίνοντας τους ένοχους για διάδοση ψευδών πληροφοριών[16] επέβαλε διοικητικά πρόστιμα. Σε κατοπινό στάδιο ενώπιον των ποινικών Δικαστηρίων τα ίδια πρόσωπα είχαν κατηγορηθεί στη βάση άλλου άρθρου του ίδιου νόμου και πάλι για διάδοση ψευδών πληροφοριών ότι στα ίδια Δελτία Τύπου είχαν αναφέρει ότι δεν είχαν ξεκινήσει, ούτε εξεταστεί οποιεσδήποτε πρωτοβουλίες αναφορικά με τη λήξη της σύμβασης χρηματοδότησης. Ενώπιον του ΕΔΑΔ οι αιτητές ισχυρίστηκαν ότι υπήρξε παράβαση του Άρθρου 6 της ΕΣΔΑ το οποίο κατοχυρώνει την αρχή της δίκαιης δίκης και του Άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου αυτής, το οποίο κατοχυρώνει την αρχή ne bis in idem. Το κατά πόσον η διαδικασία ενώπιον της CONSOB ήταν ποινική εξετάστηκε αρχικά στα πλαίσια ενασχόλησης με το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και ειδικότερα κατά την εξέταση των εννοιών «ποινική κατηγορία» και «ποινικό αδίκημα» ("criminal charge" και "criminal offence") οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στο εν λόγω Άρθρο. Η κατάληξη σ' αυτό το θέμα υιοθετήθηκε αργότερα[17] και για την εξέταση της φράσης «ποινική διαδικασία» ("criminal proceedings") στα πλαίσια του Άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου. Αυτό που ενδιαφέρει επί του παρόντος είναι πως το ΕΔΑΔ σταθερά χρησιμοποιεί για τα πιο πάνω θέματα τα γνωστά κριτήρια Engel από την παλαιότερη ομώνυμη υπόθεση.

υπόθεση Engel το ΕΔΑΔ ανέφερε ότι ο όρος «criminal charge» είναι αυτόνομος και πρέπει να ερευνάται μέσα στα πλαίσια της ΕΣΔΑ. Η ΕΣΔΑ επιτρέπει σε κάθε χώρα να καθιδρύει και διατηρεί διάκριση μεταξύ του Ποινικού Νόμου και του Πειθαρχικού. Κάθε χώρα είναι ελεύθερη να καθορίζει ως ποινικό αδίκημα πράξη ή παράλειψη ή να μην ποινικοποιεί ορισμένες πράξεις ή παραλείψεις. Τα κριτήρια για την ύπαρξη ή μη ποινικής κατηγορίας είναι τα ακόλουθα τρία: i. Ο χαρακτηρισμός που δίδει το δίκαιο της χώρας, δηλαδή η ταξινόμηση της παράβασης στο εθνικό δίκαιο. ii. Η φύση του αδικήματος αυτού και iii. Η φύση και ο βαθμός σοβαρότητας της προνοούμενης κύρωσης. Τα κριτήρια εξετάζονται εναλλακτικά και όχι απαραίτητα σωρευτικά. Ωστόσο δεν αποκλείεται η υιοθέτηση μιας σωρευτικής προσέγγισης σε περίπτωση που η ξεχωριστή εξέταση κάθε κριτηρίου δεν καθιστά εφικτή τη συναγωγή σαφούς συμπεράσματος ως προς την ύπαρξη ή όχι «ποινικής κατηγορίας». Αυτά αποτέλεσαν σταθερό σημείο αναφοράς σε σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ που ακολούθησε την απόφαση Engel (ανωτέρω). Αρκεί να παραπέμψουμε

πολύ πρόσφατη απόφαση Glantz v. Finland 20.8.14

οποία (

§.49) επαναλήφθηκαν τα πιο πάνω κριτήρια ως ακολούθως: «49. The Court's established case-law sets out three criteria, commonly known as the "Engel criteria" (see Engel and Others v. the Netherlands, 8 June 1976, Series A no. 22), to be considered in determining whether or not there was a "criminal charge". The first criterion is the legal classification of the offence under national law, the second is the very nature of the offence and the third is the degree of severity of the penalty that the person concerned risks incurring. The second and third criteria are alternative and not necessarily cumulative. This, however, does not rule out a cumulative approach where separate analysis of each criterion does not make it possible to reach a clear conclusion as to the existence of a criminal charge (see Jussila v. Finland [GC], no. 73053/01, §§ 30-31, ECHR 2006‑XIV; and Ezeh and Connors v. the United Kingdom [GC], nos. 39665/98 and 40086/98, §§ 82-86, ECHR 2003‑X).» Ως προς το πρώτο κριτήριο σημειώνεται ότι παρότι η κατάταξη από τον εσωτερικό νομοθέτη ορισμένης παράβασης ως διοικητικής είναι στοιχείο το οποίο λαμβάνεται υπ' όψιν, αυτό με βάση τα νομολογηθέντα από το ΕΔΑΔ συνιστά μόνο το εναρκτήριο σημείο. Ως καθοριστικό κριτήριο για τους σκοπούς ερμηνείας και εφαρμογής της Σύμβασης λέχθηκε ότι είναι η αυτόνομη έννοια των όρων της. Τα ακόλουθα από την απόφαση Engel είναι χαρακτηριστικά (

§81

): «The Convention without any doubt allows the States, in the performance of their function as guardians of the public interest, to maintain or establish a distinction between criminal law and disciplinary law, and to draw the dividing line, but only subject to certain conditions. The Convention leaves the States free to designate as a criminal offence an act or omission not constituting the normal exercise of one of the rights that it protects. This is made especially clear by Article 7 (art. 7). Such a choice, which has the effect of rendering applicable Articles 6 and 7 (art. 6, art. 7), in principle escapes supervision by the Court. The converse choice, for its part, is subject to stricter rules. If the Contracting States were able at their discretion to classify an offence as disciplinary instead of criminal, or to prosecute the author of a "mixed" offence on the disciplinary rather than on the criminal plane, the operation of the fundamental clauses of Articles 6 and 7 (art. 6, art. 7) would be subordinated to their sovereign will. A latitude extending thus far might lead to results incompatible with the purpose and object of the Convention. The Court therefore has jurisdiction, under Article 6 (art. 6) and even without reference to Articles 17 and 18 (art. 17, art. 18), to satisfy itself that the disciplinary does not improperly encroach upon the criminal.» Στα πλαίσια ανάλυσης του όρου «ποινική κατηγορία» (criminal charge) με αναφορά στη νομολογία του ΕΔΑΔ έχουν επισημανθεί και σειρά άλλων παραγόντων που θα πρέπει να συνεκτιμούνται. Μεταξύ αυτών είναι και το κατά πόσο η σχετική νομοθετική διάταξη τυγχάνει γενικής εφαρμογής, ήτοι κατά πόσον εφαρμόζεται στο κοινό γενικά ή σε μέρος αυτού και όχι απλώς στα μέλη μιας συγκεκριμένης ομάδας[18], καθώς και η φύση και οι εξουσίες του οργάνου ενώπιον του οποίου διεξήχθη η πρώτη διαδικασία. Έχοντας υπ' όψιν τα ανωτέρω

παρούσα περίπτωση παρατηρούμε ότι: (α) Όσον αφορά την εθνική νομική κατάταξη της κύρωσης, έχουμε ήδη αναφέρει πως η παράβαση του υποεδ. 11

(1)(α) καθίσταται ρητώς, σαφώς και αποκλειστικά μάλιστα διοικητική παράβαση από το εδ. 15
(1)του Νόμου. Δεν παραγνωρίζουμε καθόλου ότι η κατάταξη αυτή με βάση την Stevens, έχει μόνο σχετική σημασία και όχι αποφασιστική για το εξεταζόμενο ζήτημα. Είναι αξιοσημείωτο όμως πως η παράβαση αυτή, δηλαδή η μη δημοσιοποίηση εμπιστευτικής πληροφορίας το ταχύτερο δυνατό, σε καμία περίπτωση δεν θεωρήθηκε από το Νομοθέτη τέτοια που να χρειάζεται να καθοριστεί ως ποινικό αδίκημα, σε αντίθεση με την πιο πάνω υπόθεση. (β) Όσον αφορά τη φύση της παράβασης είναι προφανές ότι το υποεδ. 11
(1)(α) αποσκοπεί

εξασφάλιση της ταχείας δημοσιοποίησης πληροφοριών (όπως εξηγείται και στο προοίμιο του Νόμου).

πραγματικότητα επιβάλλεται η υποχρέωση δημοσιοποίησης με έμφαση στον χρόνο που αυτή πρέπει να γίνει, ο οποίος και καθορίζεται με τις λέξεις «το ταχύτερο δυνατό». Ως προς αυτό το σημείο θα μπορούσε να λεχθεί ότι η Stevens διακρίνεται κατά το ότι εκεί τόσο το διοικητικό αδίκημα, όσο και το ποινικό αφορούσαν τη διάδοση ψευδών πληροφοριών και αποσκοπούσαν και τα δύο (άρθρα 187ter και 185 §1)

αποτροπή χειραγώγησης της αγοράς, όπως εξάλλου και το ίδιο το Ιταλικό Εφετείο είχε αναγνωρίσει[19]. Μάλιστα το διοικητικό αδίκημα έφερε αυτόν ακριβώς τον τίτλο ("Market Manipulation"). Δεν προκαλεί λοιπόν οποιαδήποτε εντύπωση η θέση του ΕΔΑΔ (

§96

) ότι οι πρόνοιες εκείνες αποσκοπούσαν στη διασφάλιση της ακεραιότητας των αγορών, στη διατήρηση της εμπιστοσύνης του κοινού προς αυτές, στόχοι οι οποίοι σε συνδυασμό με την αποστολή της CONSOB για προστασία των επενδυτών, για διαφάνεια και για ανάπτυξη των αγορών, αποτελούσαν γενικά συμφέροντα της κοινωνίας, τα οποία συνήθως τυγχάνουν προστασίας από το ποινικό δίκαιο. Διαπίστωση η οποία κρίνουμε ότι ήταν καθοριστικής σημασίας ως προς την κατάληξη του ΕΔΑΔ για το συγκεκριμένο ζήτημα. Ακριβώς όμως ο δικός μας νομοθέτης, εν τη σοφία του, επέλεξε όπως καταστήσει την παροχή ψευδών πληροφοριών ως ποινικό μόνο αδίκημα και όχι διοικητικό. Δηλαδή όσα το ΕΔΑΔ έκρινε ότι συνήθως προστατεύονται από το ποινικό δίκαιο αφέθηκαν από τη δική μας νομοθεσία όντως σ' εκείνο τον τομέα με το άρθρο 15

(2)που αφορά τις ψευδείς πληροφορίες, διαχωρίζοντας τα από τις ρυθμιστικές διατάξεις του Άρθρου 11
(1), οι οποίες κρίθηκε από το Νομοθέτη πως μπορούσαν να τυγχάνουν χειρισμού μέσω διοικητικών κυρώσεων. (γ) Όσον αφορά τη φύση και το βαθμό σοβαρότητας της κύρωσης επισημαίνουμε ότι αυτό που κατά κύριο λόγο εξετάζεται είναι η προβλεπόμενη στο Νόμο ποινή και οι εξουσίες του Οργάνου που την επέβαλε. Όπως ανέφερε το ΕΔΑΔ στη Stevens (§98): "..the criminal connotation of proceedings depends on the degree of severity of the penalty to which the person concerned is a priori liable." Η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (εφεξής ΝΠΔΔ), το οποίο ιδρύθηκε καταρχάς με τον Ν.64(Ι)/01 και συνέχισε να λειτουργεί βάσει του μεταγενέστερου περί Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Ν.73(Ι)/
  1. Μεταξύ άλλων έχει την αρμοδιότητα γενικής εποπτείας προς διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της κεφαλαιαγοράς και της χρηματιστηριακής αγοράς, της προστασίας των επενδυτών και της παρακολούθησης των συναλλαγών. Η Επιτροπή έχει την εξουσία να «επιλαμβάνεται διοικητικών παραβάσεων είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν καταγγελίας που υποβάλλεται σε αυτή» και «σε περίπτωση που διαπιστώνεται παράβαση» «να επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο». Σημειώνουμε λοιπόν ότι οι γενικές αρμοδιότητες της Επιτροπής παρατίθενται στο Άρθρο 25 και οι γενικές εξουσίες της στα Άρθρα 32-40 του βασικού Ν.73(Ι)/
  2. Μεταξύ άλλων η Επιτροπή έχει εξουσίες συλλογής πληροφοριών, διενέργειας ελέγχων, εισόδου και έρευνας (επαγγελματικών χώρων), επιβολής διοικητικού προστίμου, συμβιβασμού οποιασδήποτε παράβασης, λήψης αστικών μέτρων για είσπραξη του προστίμου και έκδοσης οδηγιών. Διευκρινίζουμε ότι τις ίδιες πιο πάνω εξουσίες η Επιτροπή διατηρεί κατά βάσιν και στα πλαίσια του Ν.116(Ι)/05 δυνάμει του Άρθρου 48
(4)[20] με βάση τις ρητές πρόνοιες του οποίου οι διατάξεις του Ν.73(Ι)/09 σε σχέση με την εξουσία της Επιτροπής «να συλλέγει πληροφορίες, να διενεργεί έρευνες και ελέγχους, να επιβάλλει κυρώσεις» ισχύουν για σκοπούς εφαρμογής και εποπτείας του Ν.116(Ι)/05 «με την επιφύλαξη των ειδικότερων διατάξεων όπως αυτές προνοούνται στον παρόντα Νόμο αναφορικά με την επιβολή κυρώσεων». Για παραβάσεις των Άρθρων 11 - 14 έχει εξουσία επιβολής διοικητικού προστίμου μέχρι €341.720, σε περίπτωση επανάληψης μέχρι €682.440, τα οποία δυνατόν σε κατάλληλη περίπτωση να φθάσουν μέχρι το διπλάσιο του προσπορισθέντος στον παραβάτη οφέλους, ενώ για παραβάσεις των Άρθρων 19 και 20 έχει εξουσία επιβολής διοικητικού προστίμου μέχρι €854.300, σε περίπτωση επανάληψης μέχρι €1.708.600, τα οποία δυνατόν να φθάσουν και πάλι μέχρι το διπλάσιο του τυχόν οφέλους. Με το Άρθρο 48
(4)παρέχονται

Επιτροπή και οι επιπρόσθετες εξουσίες της απαίτησης τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, της απαίτησης διακοπής πρακτικής, της αναστολής διαπραγμάτευσης χρηματοοικονομικών μέσων, της αξίωσης δέσμευσης ή κατάσχεσης περιουσιακών στοιχείων και της αξίωσης προσωρινής απαγόρευσης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας[21]. Βάσει του Άρθρου 48

(1)η Επιτροπή ως η αρμόδια αρχή για εποπτεία και εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας ασκεί τις πιο πάνω εξουσίες της είτε άμεσα, είτε σε συνεργασία με άλλες αρχές, είτε με εκχώρηση εξουσιών, είτε με αίτηση προς τις δικαστικές αρχές. Είναι λοιπόν έκδηλο από τα πιο πάνω ότι η σχετική νομοθεσία παρέχει ρητή εξουσία

Επιτροπή να επιβάλει στις περιπτώσεις που καθορίζει διοικητικό πρόστιμο. Με σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει πάγια νομολογηθεί ότι η δια Νόμου παροχή εξουσίας σε διοικητικό όργανο να επιβάλλει, ως διοικητικό μέτρο, διοικητικά πρόστιμα, δεν παραβιάζει το Σύνταγμα[22]. Εν πρώτοις δεν τίθεται θέμα παράβασης της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, η οποία είναι διάχυτη στο Σύνταγμα μας, εφόσον η Επιτροπή δεν συνιστά Δικαστήριο αλλά αρχή η οποία ασκεί εκτελεστική και διοικητική λειτουργία. Η διοικητική κύρωση διακρίνεται από την ποινική ποινή. Οι δύο διαφορετικές κυρώσεις αντιστοιχούν αφενός με το διοικητικό μέτρο και αφετέρου με την ποινική ποινή κολασμού ποινικών αδικημάτων. Είναι

τελευταία που αναφέρεται η φράση, «ποινική κατηγορία», ("criminal charge"). Να επισημάνουμε στο σημείο αυτό ότι η αρχή ne bis in idem δεν εμποδίζει την ύπαρξη πρόνοιας για επιβολή για την ίδια πράξη (ή παράλειψη) διοικητικής και ποινικής κύρωσης, νοουμένου ότι η πρώτη δεν ενέχει ποινικό χαρακτήρα[23]. Το ζήτημα αυτό έχει αποσαφηνιστεί πλήρως

πρόσφατη απόφαση του ΔΕΕ

υπόθεση Aklagaren v. Hans Akerberg Fransson C-617/10, ημερ. 26.2.13 όπου λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "The ne bis in idem principle laid down in Article 50 of the Charter of Fundamental Rights of the European Union does not preclude a Member State from imposing successively, for the same acts of non-compliance with declaration obligations in the field of value added tax, a tax penalty and a criminal penalty in so far as the first penalty is not criminal in nature, a matter which is for the national court to determine." Ιστορικά η καθιέρωση διοικητικών ποινών οφείλεται αφενός

ανάγκη διασφάλισης συμμόρφωσης με αποφάσεις της διοίκησης και αφετέρου

ανάγκη ταχείας αντίδρασης σε κάποιες αντικοινωνικές συμπεριφορές, οι οποίες δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με την καθυστέρηση που παρατηρείτο στα ποινικά Δικαστήρια. Θεωρούμε πως τα ακόλουθα αναφερόμενα στο σύγγραμμα «Γενικό Διοικητικό Δίκαιο» Π.Δ. Δαγτόγλου, 2004, §859 εφαρμόζονται πλήρως και στο δικό μας νομικό σύστημα: «Εφόσον και καθόσον το πρόστιμο δεν έχει ποινικό χαρακτήρα αλλά αποτελεί διοικητικό μέτρο, η ανάθεση από τον νόμο της επιβολής του σε διοικητική αρχή (και όχι δικαστήριο) δεν προσκρούει κατ' αρχήν στο Σύνταγμα. Εντούτοις, το μεγάλο ύψος των προστίμων (ανερχόμενο μερικές φορές σε δεκάδες εκατομμυρίων) που προβλέπουν μερικοί νόμοι, θέτει ζήτημα συνταγματικότητας της διοικητικής απλώς επιβολής τους. Η δυνατότητα πάντως προσφυγής στα δικαστήρια και αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως της πράξεως που επιβάλλει το πρόστιμο πρέπει, στο τέλος της αναλύσεως, να θεωρηθεί ότι ικανοποιεί τις συνταγματικές απαιτήσεις. Πρέπει μάλιστα να ληφθεί υπ' όψη η ανάγκη ταχείας αντιδράσεως σε έντονα αντικοινωνικές συμπεριφορές και ότι η αντίδραση αυτή ανατίθεται σε πολλές δημοκρατικές χώρες σε διοικητικά όργανα υπό δικαστικό έλεγχο.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Επί του παρόντος και με βάση τα ανωτέρω παρατηρούμε πως αυτά ακριβώς τα στοιχεία και όρια εξετάζει στα πλαίσια του αναθεωρητικού δικαστικού ελέγχου τον οποίο ασκεί το Ανώτατο μας Δικαστήριο. Ως προς το ειδικότερο θέμα του χαρακτήρα της διαδικασίας επισημαίνουμε πως το Άρθρο 2 του Κεφ. 155 καθορίζει ως «ποινική διαδικασία» οποιαδήποτε διαδικασία που εγείρεται ενώπιον Δικαστηρίου εναντίον προσώπου προς τιμωρία του για ποινικό αδίκημα. Ανάλογος είναι και ο σχετικός ορισμός στον περί Δικαστηρίων Ν.14/60. Αλλά και από πλευράς ημεδαπής νομολογίας το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεων του παρέμεινε σταθερό στη θέση ότι ο όρος «ποινική διαδικασία» περιλαμβάνει κάθε διαδικασία, ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, η οποία έχει ως αντικείμενο την τιμωρία ατόμου για αδίκημα που προκύπτει από παράβαση Νόμου[24]. Ειδικότερα όμως όσον αφορά τη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής παραπέμπουμε σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η οποία έχει ερμηνεύσει παρόμοια πρόνοια με εκείνη του Άρθρου 35 του Ν.73(Ι)/09 και συγκεκριμένα το Άρθρο 39

(1)του προϊσχύσαντος Ν.64(Ι)/01. Στο παλαιότερο άρθρο περιλαμβάνεται η φράση «ενδεχόμενη παράβαση» και στο νεώτερο η φράση «ενδεχόμενο παράβασης». Επί του προκειμένου σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει τονίσει ότι δεν υπάρχει

έννοια του σχετικού άρθρου αντίληψη περί «ενοχής», ούτε και η Επιτροπή διαπιστώνει «ενοχή», αλλά μόνο «ενδεχόμενη παράβαση» έννοια που όπως επισημάνθηκε δεν παραπέμπει σε διαπίστωση «ενοχής», κατά τα αντίστοιχα σε πειθαρχική δίκη ή ποινική δίωξη. Σχετικές είναι οι αποφάσεις E. & G. Electricplus v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Υποθ. 1198/08, ημερ. 25.9.09, ASPIS Πρόνοια Α.Ε.Γ.Α κ.α. ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Υποθ. 1006/09 ημερ. 22.7.10. Όπως επισημάνθηκε

τελευταία υπόθεση - με παραπομπή

απόφαση της Ολομέλειας Sigma Radio TV Ltd v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης

(2004)3 Α.Α.Δ.134 - μια διοικητική αρχή δεν είναι Δικαστήριο stricto sensu και δεν υπάρχει παραβίαση του Άρθρου 30.2 του Συντάγματος και του Άρθρου 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, δεδομένου ότι παρέχονται τα εχέγγυα της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας. Στις πιο πάνω αποφάσεις τονίστηκε επίσης ότι το διοικητικό πρόστιμο δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως «ποινή» εντός της έννοιας του Άρθρου 12 του Συντάγματος ώστε να γίνεται λόγος για πρόσαψη ποινικών κατηγοριών ή διατύπωση και απαγγελία ποινικού κατηγορητηρίου. Η πιο πάνω αντίκρυση του όλου ζητήματος με την προβλεπόμενη διαδικασία της Επιτροπής που ολοκληρώνεται με την επιβολή διοικητικού προστίμου παρατηρείται κατά τον ίδιο τρόπο και σε μεταγενέστερη νομολογία η οποία αφορούσε το νέο Ν.73(Ι)/09. Πρόκειται για την υπόθεση Ζένιος Δημητρίου ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Υποθ. 159/11 ημερ. 29.4.11.

εν λόγω υπόθεση

οποία επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο στον Αιτητή για παράβαση των Άρθρων 32

(3)και 32
(5)του Νόμου υιοθετήθηκε αναφορά από τη υπόθεση E. & G. Electricplus (ανωτέρω) η οποία έχει ως εξής: «Δεν υπάρχει

έννοια του άρθρου 39

(1)του Νόμου, αντίληψη περί «ενοχής», ούτε και η Επιτροπή διαπιστώνει «ενοχή», αλλά μόνο «ενδεχόμενη παράβαση» έννοια που δεν παραπέμπει σε διαπίστωση «ενοχής» κατά τα αντίστοιχα σε πειθαρχική δίκη ή ποινική δίωξη. Η εξουσία που παρέχει ο Νόμος

Επιτροπή για επιβολή ενδεχόμενου διοικητικού προστίμου είναι διάφορη από τις περιπτώσεις όπου η Επιτροπή δύναται να καταγγείλει υπόθεση για δίωξη στο Ποινικό Δικαστήριο. Το διοικητικό πρόστιμο δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως «ποινή», εντός της εννοίας του Άρθρου 12 του Συντάγματος, ώστε να γίνεται λόγος για πρόσαψη ποινικών κατηγοριών ή διατύπωση και απαγγελία ποινικού κατηγορητηρίου, ως η εισήγηση του κ. Αγγελίδη. Το διοικητικό πρόστιμο δεν αποτελεί μέτρο αντίθετο προς το Σύνταγμα, επιβάλλεται δε στους ιδιώτες που δεν συμμορφώνονται προς διοικητική νομοθεσία, τηρουμένης όμως της αρχής της αναλογικότητας (δέστε την απόφαση της πλειοψηφίας στη Δημοκρατία ν. Demand Shipping Co Ltd

(1994)3 Α.Α.Δ. 460 όπου

εκεί κριθείσα πρόνοια του άρθρου 8 του Νόμου 77/85, χρησιμοποιείτο η λέξη «τιμωρείται» - λέξη πιο ισχυρή από ό,τι η φράση «επιβολή διοικητικού προστίμου» - στα πλαίσια επιβολής χρηματικής ποινής).» Η πιο πάνω θέση έχει επιβεβαιωθεί και από την Ολομέλεια σε σχέση με άλλη, αλλά αντίστοιχη με το Άρθρο 39, νομοθετική ρύθμιση

υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου v. Επιτρόπου Ρύθμισης Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείων

(2009)3 Α.Α.Δ.465 όπου αποφασίστηκε ότι το διοικητικό πρόστιμο σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί ως «ποινή» ώστε να γίνεται λόγος για πρόσαψη

ουσία ποινικών κατηγοριών, ενόψει του ότι το διοικητικό πρόστιμο επιβάλλεται ως διοικητική κύρωση στις περιπτώσεις όπου ο νόμος επιβάλλει τη συμμόρφωση με ορισμένες πρόνοιες του, παράβαση των οποίων επιφέρει όχι ποινική, αλλά διοικητική επίπτωση.

υπόθεση ASPIS Πρόνοια ΑΕΓΑ κ.α. (ανωτέρω), έγινε αναφορά

υπόθεση Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ν. Εξέλιξη Επενδυτική Λτδ

(2006)3 Α.Α.Δ. 310 όπου η Ολομέλεια αποφάσισε ότι η προβλεπόμενη διαδικασία από το Άρθρο 39 του Ν.64(Ι)/01 επιβάλλει μεν

Επιτροπή να λαμβάνει υπ΄ όψιν τις παραστάσεις πριν προβεί

έκδοση απόφασης για επιβολή διοικητικού προστίμου και στον καθορισμό αυτού αλλά αυτή «...η διαδικασία αντιδιαστέλλεται από την ποινική όπου η αυστηρή τήρηση των προδιαγραμμένων τύπων αποτελεί στις πλείστες περιπτώσεις προϋπόθεση της νομιμότητας της διαδικασίας.». Η ίδια προσέγγιση υπήρξε και

υπόθεση Χατζηγιάννης v. Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου

(2005)4 Α.Α.Δ. 244 όπου τονίστηκε ότι δεν εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Άρθρου 12.5 του Συντάγματος σε διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς εφόσον δεν πρόκειται ούτε για ποινική δίκη ούτε για πειθαρχική διαδικασία αλλά διαδικασία διοικητικής φύσεως για επιβολή διοικητικού προστίμου για παράβαση υποχρέωσης βάσει του Νόμου. Επισημάνθηκε ακόμη ότι στη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής δεν τίθεται θέμα εξέτασης και αντεξέτασης μαρτύρων καθότι δεν πρόκειται για δίκη. Θεωρούμε όμως χρήσιμο να επισημάνουμε και την πρωτόδικη απόφαση του Δικαστή (τότε) Καλλή

υπόθεση C.N. Hadjigavriel Stockbrokers Ltd

(2002)1 A.A.Δ. 557[25]

οποία ζητείτο προνομιακό ένταλμα αναστολής διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής για διοικητικό αδίκημα. Είναι αξιοσημείωτη η αναφορά του εν λόγω Δικαστή ότι το μόνο ζήτημα που έπρεπε να εξεταστεί ήταν κατά πόσον η επίδικη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής, η οποία είναι διοικητικό όργανο, ήταν δικαστικής φύσεως ή διοικητικής φύσεως. Λέχθηκε πως σε κάθε περίπτωση η φύση των εξουσιών και το καθεστώς του οργάνου, καθώς και ο τρόπος και η μέθοδος άσκησης των εξουσιών του πρέπει να εξετάζονται λεπτομερώς για να αποφασιστεί κατά πόσον η διαδικασία είναι δικαστικής φύσεως. Επισημάνθηκε δε με αναφορά σε σχετική νομολογία ότι πρωταρχικός σκοπός της δικαστικής διαδικασίας είναι η κρίση επί των δικαιωμάτων των μερών δυνάμει του Νόμου και η επίλυση της διαφοράς τους με αναφορά στο Νόμο, ενώ στη διοικητική διαδικασία η προαγωγή του δημοσίου συμφέροντος σε ένα δοσμένο πεδίο αποτελεί πάντοτε ένα σημαντικό στοιχείο. Για να υπογραμμισθεί στη συνέχεια ότι το χαρακτηριστικό εκείνο που διακρίνει τη δικαστική από τη διοικητική διαδικασία είναι ότι η πρώτη ασχολείται με την εφαρμογή της γενικής νομοθεσίας του τόπου. Υπό το φώς όλων των ανωτέρω κρίθηκε ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αποτελεί Διοικητικό Όργανο. Όσον αφορά τη φύση της σχετικής διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, αφού τονίστηκε ότι σκοπός της δεν είναι η επίλυση της διαφοράς μεταξύ δύο πολιτών ή μεταξύ ενός πολίτη και του Κράτους αλλά σχετίζεται με την τήρηση των προνοιών της συγκεκριμένης νομοθεσίας, ήτοι της νομοθεσίας που αφορά

Κεφαλαιαγορά, κρίθηκε ότι είναι διοικητική και όχι δικαστική. Κυρίως όμως πρέπει να σημειώσουμε την παραπομπή

παλαιά μεν, πλην όμως σημαντική υπόθεση Frangos v. Medical Disciplinary Board

(1983)1 C.L.R. 256 και την επαναβεβαίωση της εξίσου θεμελιακής διαπίστωσης για τη συνταγματική τάξη κάθε ευνομούμενης πολιτείας πως «[Ε]να καθολικά αποδεκτό γνώρισμα της δικαστικής εξουσίας είναι ότι δεν μπορεί να εκχωρηθεί» ("..it cannot be delegated"). Θα μπορούσε λοιπόν να λεχθεί πως τα πιο πάνω συνάδουν πλήρως με τις θεμελιώδεις συνταγματικές πρόνοιες ότι η σύσταση δικαστικών επιτροπών ή έκτακτων δικαστηρίων υπό οιονδήποτε όνομα απαγορεύεται (Συντ. 30), ότι κάθε κατηγορούμενος πολίτης δικαιούται ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου (Συντ. 30.2) και ότι οι νομοθετικές, εκτελεστικές και δικαστικές αρχές υποχρεούνται να διασφαλίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή των πιο πάνω (Συντ. 35). Κατ΄ αναλογίαν λοιπόν των όσων αναφέρει ο Καθηγητής Δαγτόγλου (ανωτέρω) θα λέγαμε εν πρώτοις πως εάν τα επιβληθέντα πρόστιμα

παρούσα έχουν ποινικό χαρακτήρα τότε ευλόγως πρέπει να αναμένεται ότι αυτό θα διαπιστωθεί κατά τον δικαστικό έλεγχο, πλην όμως τον θεσμοθετημένο και προβλεπόμενο από το Άρθρο 146 του Συντάγματος δικαστικό έλεγχο, με τις ανάλογες βεβαίως συνέπειες ως προς τη νομιμότητα τους. Επισημαίνουμε εδώ ότι στον Ν.73

(1)/09 ρητώς διαλαμβάνεται δικαίωμα άσκησης προσφυγής εναντίον των αποφάσεων της Επιτροπής οι οποίες επιβάλλουν διοικητικό πρόστιμο[26]. Κατά συνέπεια η νομιμότητα των αποφάσεων της Επιτροπής ελέγχεται από Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του Άρθρου 146 του Συντάγματος σε πρώτο βαθμό και σε δεύτερο βαθμό από Πενταμελές Εφετείο. Εισήγηση που τέθηκε σε σχετική νομολογία περί παραβίασης του Άρθρου 12 του Συντάγματος λόγω του ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης και ότι δεν μπορεί να εκτιμήσει κατά πόσον η ποινή είναι ανάλογη με τη συμπεριφορά ενός αιτητή έχει κριθεί ανεδαφική. Όπως συναφώς τονίστηκε

υπόθεση Jupiwind Ltd v. Διοικητή Κεντρικής Τράπεζας συνεκδ. υπ.αρ 791/10 και 886-889/10, ημερ. 28.2.12 μπορεί το διοικητικό δικαστήριο να μην διαγιγνώσκει πρωτογενώς γεγονότα και να μην υποκαθιστά την ουσιαστική κρίση της Διοίκησης με τη δική του, αλλά εξετάζει τη νομιμότητα της πράξης. Όπου κρίνει ότι το διοικητικό όργανο δεν ενήργησε σύμφωνα με τις αρχές του διοικητικού δικαίου ή όπου διαπιστώνει ότι αυτό έχει ξεφύγει των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, όπως για παράδειγμα

περίπτωση επιβολής διοικητικής ποινής, τότε ακυρώνει την πράξη[27]. Κατά δεύτερο όμως θα λέγαμε πως η αξίωση αναστολής της διαδικασίας ενός συνταγματικώς και διά νόμου ιδρυόμενου αρμόδιου ποινικού δικαστηρίου στη βάση του ότι άλλο, μη δικαστικό όργανο, περιεβλήθη το ρόλο δικαστηρίου θα εσήμαινε ακριβώς εκχώρηση δικαστικής εξουσίας. Παρέλκει να εξηγήσουμε για ποιο λόγο μια τέτοια εκχώρηση θα ήταν σαφώς συνταγματικώς ανεπίτρεπτη και θα αποτελούσε κατά τη γνώμη μας συμμετοχή της δικαστικής εξουσίας

καταστρατήγηση του άρθρου 35 μέσω κατάργησης των δικαστηρίων. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω επισημάνσεων παραθέτουμε κατωτέρω απόσπασμα από την απόφαση C.N. Hadjigavriel Stockbrokers Ltd (ανωτέρω) από το οποίο φαίνεται ο τρόπος που εξέτασε το θέμα ο δικαστής Καλλής: «Λαμβάνω υπόψη τη φύση των εξουσιών που παρέχονται από το Νόμο 64(Ι)/2001

Επιτροπή και τον τρόπο και μέθοδο άσκησης τους (βλ. άρ. 36, 38 και 39). Η διαδικασία δεν προβλέπει τη διατύπωση κατηγορητηρίου και προβλέπει μόνο μια κύρωση - την επιβολή διοικητικού προστίμου. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη το καθεστώς της Επιτροπής. Θεωρώ ότι αποτελεί Διοικητικό 'Οργανο. Θεωρώ περαιτέρω ότι σκοπός της επίδικης διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής δεν είναι η επίλυση της διαφοράς μεταξύ δύο πολιτών ή μεταξύ ενός πολίτη και του Κράτους. Σκοπός της είναι - όπως ρητά προβλέπεται από το άρ. 36 του Νόμου 64(Ι)/2001 - η συμμόρφωση με τις διατάξεις του Νόμου 64(Ι)/2001, «των δυνάμει αυτού εκδοθέντων κανονισμών ή της κείμενης νομοθεσίας που αφορά

Κεφαλαιαγορά ...». Το πιο πάνω άρ. 67 σίγουρα αποτελεί μέρος της νομοθεσίας που αφορά την Κεφαλαιαγορά. Σκοπός της σχετικής διαδικασίας είναι καθαρά πειθαρχικός και σχετίζεται με την τήρηση των προνοιών μιας συγκεκριμένης νομοθεσίας - της νομοθεσίας που αφορά

Κεφαλαιαγορά. Κρίνω, επομένως, ότι η επίδικη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής δεν είναι δικαστική αλλά διοικητική. Αποκλειστικός σκοπός της είναι η επιβολή πειθαρχικών κυρώσεων με τη μορφή διοικητικών μέτρων.» Ειδικότερα για την παρούσα περίπτωση σημειώνουμε τα εξής: (α) Η βασικότερη αρμοδιότητα της Επιτροπής είναι η εποπτεία και έλεγχος της λειτουργίας του ΧΑΚ και των εκδοτών. Εκδότης σημαίνει πρόσωπο που έχει εκδώσει χρηματοοικονομικά μέσα, είτε εισηγμένα, είτε για τα οποία έχει υποβληθεί αίτηση εισαγωγής. Συνεπώς οι διατάξεις που αφορούν τους εκδότες και ειδικά τα διοικητικά αδικήματα συνιστούν πρόνοιες εφαρμοζόμενες σε περιορισμένη ομάδα προσώπων και όχι στο ευρύ κοινό. (β) Η μόνη ποινή την οποία μπορούσε να επιβάλει η Επιτροπή για το αδίκημα του υποεδ. 11

(1)(α) ήταν διοικητικό πρόστιμο, το ύψος του οποίου έχει ήδη αναφερθεί. Σε αντίθεση με την CONSOB η επιβολή του προστίμου από την Επιτροπή δεν επιφέρει αυτομάτως οποιαδήποτε άλλη συνέπεια, όπως π.χ. περιορισμούς

επαγγελματική δραστηριότητα. (γ) Η μόνη άλλη εξουσία που δύναται να ασκήσει από μόνη της η Επιτροπή είναι η αναστολή της διαπραγμάτευσης των σχετικών χρηματοοικονομικών μέσων, ενώ για τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, για δέσμευση ή κατάσχεση περιουσίας, για απαγόρευση άσκησης επαγγέλματος ή για διακοπή πρακτικής έχει δικαίωμα να το αξιώσει και στις πλείστες των περιπτώσεων είναι αυτονόητο πως πρέπει να το πράξει με αίτηση προς τις αρμόδιες δικαστικές αρχές (Άρθρο 48

(1)(ε) του Ν.116
(1)/05). Μάλιστα κάτι τέτοιο προβλέπεται ρητώς για την δέσμευση ή επιβάρυνση ή παγοποίηση περιουσίας (Άρθρο 25
(1)(ιδ) του Ν.73(Ι)/09. Επισημαίνουμε ότι η εξουσία του Δικαστηρίου για δήμευση ή κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων όταν ασκείται στα πλαίσια της διαδικασίας επιβολής ποινής συνιστά πάντοτε μέρος της ποινής, και έχει τις ίδιες συνέπειες με εκείνες της επιβολής χρηματικής ποινής. (δ) Το διοικητικό πρόστιμο εισπράττεται ως αστικό χρέος πράγμα που εκ των πραγμάτων αποκλείει τη μετατροπή του σε στερητική της ελευθερίας ποινή, εφόσον στο Άρθρο 39
(2)διαλάμβανεται ότι σε περίπτωση παράλειψης καταβολής διοικητικού προστίμου η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δύναται να λαμβάνει δικαστικά μέτρα προς είσπραξη του.[28] Είναι πιστεύουμε σημαντικό στο σημείο αυτό να επισημάνουμε ότι με βάση το Άρθρο 41
(2)του παλαιού Ν.64(Ι)/01οι διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλονταν με βάση το Νόμο εισπράττονταν ως χρηματικές ποινές επιβαλλόμενες από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της ποινικής του δικαιοδοσίας. Συνεπώς, τότε υπήρχε όντως το ενδεχόμενο η παράλειψη πληρωμής του διοικητικού προστίμου, να οδηγούσε στη φυλάκιση του προσώπου στο οποίο είχε επιβληθεί, με βάση τις σχετικές πρόνοιες της Ποινικής Δικονομίας. Ωστόσο με τον υφιστάμενο Ν.73(Ι)/09τέτοια πρόνοια δεν υφίσταται πλέον. (ε) Το διοικητικό πρόστιμο δεν καταχωρείται στο ποινικό μητρώο οποιουδήποτε (βάσει του περί Αποκαταστάσεως Καταδικασθέντων Ν.70/1981). (στ) Παρότι αργότερα μειώθηκαν από το Εφετείο, η CONSOB επέβαλε μεταξύ άλλων ποινή €5.000.000, δηλαδή το maximum που μπορούσε να επιβάλει σε αντίθεση με την Κυπριακή Επιτροπή της οποίας το πιο ψηλό πρόστιμο (€70.000) ήταν περίπου το 1/5 της προβλεπόμενης κύρωσης για το συγκεκριμένο διοικητικό αδίκημα (€341.720). (ζ) Παρέχεται με βάση το Άρθρο 38
(7)του Ν.73(Ι)/09 η δυνατότητα δικαστικής αναθεώρησης της απόφασης της Επιτροπής η οποία επιβάλλει διοικητικό πρόστιμο μέσω άσκησης προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146
(1)του Συντάγματος. Με αυτόν τον τρόπο, όπως ήδη επισημάνθηκε ανωτέρω, ελέγχεται η νομιμότητα των αποφάσεων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Ο έλεγχος περιλαμβάνει και το κατά πόσον το πρόστιμο είναι ποινικού χαρακτήρα. Έχοντας παραθέσει τα πιο πάνω κρίνουμε πως δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε τα όσα σαφώς προκύπτουν από την ημεδαπή νομοθεσία και νομολογία και τα οποία αποκλείουν καθ' οιονδήποτε τρόπο την κρίση ότι η διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής είναι ποινική ή ότι αφορούσε ποινική κατηγορία ή ποινικό αδίκημα ή ότι η ποινή ήταν ποινικού χαρακτήρα. Αλλά και πέραν αυτού έχοντας υπ' όψιν και τα όσα το ΕΔΑΔ επεσήμανε οφείλουμε με κάθε σεβασμό να παρατηρήσουμε πως η Κυπριακή Επιτροπή σε καμία περίπτωση δεν διέθετε τις δραστικότατες εξουσίες της CONSOB και ως προς αυτό το στοιχείο θεωρούμε πως η παρούσα περίπτωση διακρίνεται από την υπόθεση Stevens.

εν λόγω υπόθεση αφενός η σοβαρότητα των κυρώσεων που τελικώς επιβλήθηκαν τόσο από άποψης ύψους των διοικητικών προστίμων όσο και από άποψης των σημαντικών επιπτώσεων που προκάλεσε στους αιτητές και αφετέρου οι προνοούμενες κυρώσεις οδήγησαν το ΕΔΑΔ

κατάληξη ότι επρόκειτο για ποινικής φύσεως κυρώσεις. Υπενθυμίζουμε ότι είχαν επιβληθεί στους αιτητές πρόστιμα μεταξύ €500.000 και €3 εκ. ενώ απαγορεύτηκε στους αξιωματούχους και στο δικηγόρο των εμπλεκομένων εταιρειών να διαχειρίζονται, διευθύνουν ή συντονίζουν εταιρείες εισηγμένες στο Χρηματιστήριο. Μάλιστα η τελευταία αυτή κύρωση κρίθηκε ότι ήταν τέτοιας φύσης που επηρέαζε αρνητικά την ακεραιότητα των εμπλεκομένων προσώπων ("This last penalty was such as to compromise the integrity of the persons concerned (...), and, given their amount, the fines were of undeniable severity and had significant financial implications for the applicants").

  1. Ίδια ή Παρόμοια Αδικήματα Ίδιο πλαίσιο γεγονότων Ανεξαρτήτως της κατάληξης μας για τον χαρακτήρα της διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής θεωρούμε ότι θα πρέπει να εξετάσουμε και την εισήγηση ότι το παρόν κατηγορητήριο αφορά τα ίδια ή ουσιωδώς τα ίδια αδικήματα ή γεγονότα με τη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει το φάσμα-πλαίσιο των γεγονότων στα οποία έχει γίνει αναφορά από όλες τις πλευρές φαίνεται να αρχίζει στις 10.5.12 με την Ανακοίνωση, Τεκμήριο Η και φθάνει μέχρι τις 27.6.12 με την Ανακοίνωση, Τεκμήριο Θ. Αναμφίβολα πρόκειται για μια 50ήμερη περίοδο χρόνου εντός της οποίας σημειώθηκαν, εκτός των δύο πιο πάνω ανακοινώσεων και αρκετά άλλα γεγονότα, με σημαντικότερα ίσως την συνεδρία του Δ.Σ. στις 14.6.12, τη Γ.Σ. των μετόχων στις 19.6.12, την επιστολή της Κατηγορουμένης 1 προς την Κεντρική Τράπεζα στις 20.6.12 και τη συνεδρία του Δ.Σ. στις 26.6.
  2. Στο Τεκμήριο Β (σελ. 13) αναφέρεται ότι η Επιτροπή διόρισε ερευνώντες λειτουργούς για τη «διεξαγωγή της συγκεκριμένης έρευνας» βάσει της οποίας τεκμηριώθηκε το διοικητικό αδίκημα του Άρθρου 11

(1)(α). Δεν έχουμε ενώπιον μας είτε τα έγγραφα διορισμού, είτε τα σημειώματα των ερευνώντων λειτουργών ούτως ώστε να γνωρίζουμε με ακρίβεια ποια γεγονότα παρουσίασαν

Επιτροπή. Στο ίδιο Τεκμήριο Β το οποίο συνιστά την απόφαση ημερ. 1.8.13 καταγράφεται ως «θέμα» η παράβαση από την Κατηγορουμένη 1 του Άρθρου 11

(1)(α). Από το περιεχόμενο της πρώτης παραγράφου εξάγεται το συμπέρασμα ότι η Κατηγορουμένη 1 κλήθηκε σε παραστάσεις για την ενδεχόμενη παράβαση του Άρθρου 11
(1)(α). Το βέβαιο είναι πως όταν αργότερα κλήθηκαν οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι σε παραστάσεις με τις επιστολές ημερ. 1.8.13 οι κλήσεις επίσης αφορούσαν το υποεδ. 11
(1)(α) και ενδεχόμενη παράβαση του στις 14.6.12 για την οποία ήδη είχε κριθεί ένοχη η Κατηγορουμένη 1. Δεν θα μπορούσε άλλωστε να είναι διαφορετικά, αφού οι Κατηγορούμενοι 2-6 κλήθηκαν σε παραστάσεις εξαιτίας της καταδίκης της Κατηγορουμένης 1 για το υποεδ. 11
(1)(α). Η προσεκτική μελέτη του Τεκμηρίου Β καταδεικνύει πως η μοναδική αναφορά σε γεγονότα διαδραματισθέντα μετά τις 14.6.12 είναι στις σελ. 12 και 13. Βασικά η Επιτροπή στις προηγούμενες σελίδες εξέτασε τη νομική πτυχή του υποεδ. 11
(1)(α), τα οικονομικά στοιχεία, ένα ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 9.6.12, τα πρακτικά του Δ.Σ. ημερ. 14.6.12 και την παλαιότερη ανακοίνωση ημερ. 10.5.12, Τεκμήριο Η. Εξ όσων γίνεται αντιληπτό,

κλήση για γραπτές παραστάσεις προς την Κατηγορουμένη 1 είχε γίνει αναφορά στις επιστολές της τελευταίας προς την Κεντρική Τράπεζα ημερ. 20.6.12 και

επιστολή Μιχάλη Ολύμπιου προς τους ερευνώντες λειτουργούς ημερ. 4.6.13. Προφανώς αυτός ήταν και ο λόγος που η Κατηγορουμένη 1 προέβαλε ότι αυτές (οι επιστολές) ήταν «άσχετες» με τα όσα λέχθηκαν

συνεδρία του Δ.Σ. την οποίαν και διερευνούσε η Επιτροπή. Ήταν λοιπόν στα πλαίσια των παραστάσεων και εξαιτίας αυτών που η Επιτροπή ασχολήθηκε με το περιεχόμενο της επιστολής προς την Κεντρική, διασυνδέοντας την (επιστολή) χρονικά με την Γ.Σ. της προηγούμενης μέρας (19.6.12) και χωρίς να τίθεται, σ' εκείνο το στάδιο, ζήτημα παράβασης για τα διαδραματισθέντα στη Γ.Σ. Έχουν τεθεί ενώπιον μας οι κλήσεις για παραστάσεις που απέστειλε η Επιτροπή προς τους Κατηγορουμένους 4 και 6 ημερ. 1.8.13[29], οι οποίες είναι πανομοιότυπες μεταξύ τους. Ευλόγως θεωρούμε ότι οι ίδιες ακριβώς επιδόθηκαν και στους υπόλοιπους (Κατηγορούμενους 2,3,5). Παρατηρούμε λοιπόν πως ούτε στις κλήσεις αυτές υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στη Γ.Σ. ημερ. 19.6.12. Επίσης έχουν τεθεί ενώπιον μας οι γραπτές παραστάσεις των Κατηγορουμένων 2,3,4 και 6[30]. Παρατηρούμε και εδώ πως ούτε ο Κατηγορούμενος 2 (είτε στο αρχικό λεπτομερές 50σέλιδο είτε στο συμπληρωματικό 15σέλιδο κείμενο των συνηγόρων του), αλλά ούτε και οι Κατηγορούμενοι 3,4,6 στις δικές τους παραστάσεις αναφέρονται σε οποιαδήποτε περίπτωση στη Γ.Σ. Παρατήρηση η οποία κρίνουμε ότι ενισχύει την κατάληξη ότι δεν είχε τεθεί τέτοιο ζήτημα από την Επιτροπή στις κλήσεις που είχε αποστείλει προς αυτούς. Επιθυμούμε επίσης να σημειώσουμε πως

αγωγή 5955/14, Τεκμήριο Ε, που καταχώρισε η Επιτροπή, γίνεται αναφορά μεταξύ άλλων αφενός στις συνεδρίες της ημερ. 2.7.13 και 30.9.13 κατά τις οποίες εξέτασε και επέβαλε άλλα δύο διοικητικά πρόστιμα

Κατηγορουμένη 1 για παραβάσεις του υποεδ. 11

(1)(α) που κατά την κρίση της είχαν διαπραχθεί στις 13.1.10 και 28.4.10 και αφετέρου στη συνεδρία της ημερ. 28.4.14

οποία επέβαλε διοικητικά πρόστιμα για παραβάσεις του Άρθρου 19 που κατά την κρίση της είχαν διαπραχθεί στο διάστημα 13.1.10-24.4.

  1. Διαφαίνεται δηλαδή πως η Επιτροπή ασχολείτο κατά καιρούς και σε διάφορες άλλες ξεχωριστές διαδικασίες της με ενδεχόμενες παραβάσεις από την Κατηγορουμένη
  2. Στη συνεδρία της ημερ. 29.7.13 κατά την οποίαν είχε κρίνει ένοχη διοικητικής παράβασης την Κατηγορουμένη 1 η Επιτροπή είχε ενώπιον της τα Σημειώματα των Α. Πιερίδη, Γ. Χατζησάββα και Π. Σταύρου ημερ. 24.7.
  3. Στις 11.11.13 όταν ασχολήθηκε με τους Κατηγορούμενους 2-6 είχε ενώπιον της άλλα Σημειώματα των ίδιων προσώπων ημερ. 3.10.13 και 15.10.13, καθώς και Σημείωμα των Χ. Βωβίδου και Ε. Ιωάννου ημερ. 23.10.
  4. Πάντως όπως συνάγεται από τα πρακτικά ημερ. 11.11.13, Τεκμήριο Μ, και πάλι δεν υπήρξε οποιαδήποτε αναφορά για τη Γ.Σ. ημερ. 19.6.
  5. Για να ολοκληρωθεί ο κύκλος της λεπτομερούς αυτής παράθεσης γεγονότων και ημερομηνιών σημειώνουμε ότι κάποιο φως στο πώς η Επιτροπή χειρίστηκε το θέμα της χειραγώγησης τείνει να προσφέρει η επιστολή της προς τον Γενικό Εισαγγελέα, Τεκμήριο Λ. Σ΄ αυτήν αναφέρεται σε δύο συνεδριάσεις της ημερ. 13.9.13 και 29.7.13, εκ των οποίων μόνον η πρώτη αφορούσε το θέμα της χειραγώγησης. Αυτό που συνάγεται είναι πως ενώ η διαδικασία αναφορικά με το υποεδ. 11

(1)(α) ευρίσκετο στο στάδιο υποβολής των γραπτών παραστάσεων από τους Κατηγορουμένους 2-6 η Επιτροπή ασχολήθηκε με άλλο θέμα τιτλοφορούμενο ως «Ενδεχόμενη παράβαση του Άρθρου 19.». Σημειώνουμε πως τώρα είχε ενώπιον της άλλο Σημείωμα, του Α. Πιερίδη ημερ. 13.9.13, δηλαδή διαφορετικό από εκείνα που είχε ενώπιον της κατά τη συνεδρία ημερ. 29.7.13. Είναι ηλίου φαεινότερο πως η Επιτροπή ασχολήθηκε με το Άρθρο 19, ζήτησε σημείωμα από τον Α. Πιερίδη και τελικά συζήτησε το θέμα αυτό ως ξεχωριστό στη συνεδρία της ημερ. 13.9.13 έχοντας υπόψιν της την προηγηθείσα καταδικαστική της απόφαση για την Κατηγορουμένη 1 (ημερ. 29.7.13). Ειδικότερα η Επιτροπή είχε υπόψιν της την ήδη διαπιστωθείσα παράβαση για το υποεδ. 11
(1)(α), δηλαδή ότι «.. στις 15.6.12 η Εταιρεία είχε υποχρέωση την οποία δεν εκπλήρωσε, να δημοσιοποιήσει την πληροφορία ότι.». Εξ ου και παρέπεμψε

παλαιότερη απόφαση της. Είναι σαφές επίσης πως η Επιτροπή έθεσε σε εφαρμογή το Άρθρο 35[31] το οποίο επιτρέπει δύο ενέργειες, οι οποίες δυνατόν να ασκηθούν και σωρευτικά, ήτοι: (α)

περίπτωση που η ενδεχόμενη παράβαση δυνατόν εκ πρώτης όψεως να συνιστά ποινικό αδίκημα τότε η Επιτροπή μπορεί να συντάξει πόρισμα ή έκθεση γεγονότων και να τα υποβάλει με όλα τα στοιχεία στον Γενικό Εισαγγελέα, και (β) να επιληφθεί η ίδια, να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η επιβολή διοικητικού προστίμου και να προχωρήσει

επιβολή διοικητικού προστίμου, ανεξαρτήτως ποινικής ευθύνης. Έχει τη σημασία του να τονιστεί πως τουλάχιστον με βάση το πιο πάνω άρθρο η Επιτροπή είχε την εξουσία να επιληφθεί και να εξετάσει αν δικαιολογείτο η επιβολή διοικητικού προστίμου «ανεξαρτήτως τυχόν ποινικής ευθύνης», δηλαδή ουσιαστικά ανεξαρτήτως της αποστολής των στοιχείων στον Γενικό Εισαγγελέα. Το ερώτημα όμως είναι για ποια γεγονότα θα έπραττε κάτι τέτοιο αν επέλεγε αυτή την πορεία. Η απάντηση είναι απλή. Όταν η Επιτροπή αναφέρει στο Τεκμήριο Λ ότι «. τα γεγονότα της υπόθεσης για τη στοιχειοθέτηση ενδεχόμενη (sic) παράβαση (sic) του ΄Αρθρου 19 του Νόμου, έχουν εξεταστεί στα πλαίσια του Άρθρου 11

(1)(α) του Νόμου όπου: - Διαπιστώθηκε παράβαση από την Εταιρεία..» αναφέρεται βεβαίως από πλευράς γεγονότων

παράβαση που η ίδια είχε ήδη διαπιστώσει και η οποία περιορίζεται σε δύο απλά γεγονότα ήτοι: - Ότι στις 14.6.12 υπήρχε εμπιστευτική πληροφορία και - Ότι η Κατηγορουμένη 1 δεν την δημοσιοποίησε το ταχύτερο δυνατό. Γι΄ αυτό η Επιτροπή παραπέμπει σε διαπιστωθείσα παράβαση. Όταν όμως λάμβανε την αρχική απόφαση της ημερ. 29.7.13 το «ταχύτερο δυνατό» δεν ήταν μια γενική και αόριστη έννοια για την Επιτροπή. Ούτε και ήταν δυνατό η έννοια αυτή να αναφέρεται σε πέραν της μιας χρονικής στιγμής. Είναι δηλαδή θέμα κοινής λογικής πως το «ταχύτερο» ως χρονικό γεγονός επέρχεται άπαξ. Με άλλα λόγια το «ταχύτερο» εφόσον διαπιστωθεί για τις 15.6.12 δεν θα μπορούσε να συντρέχει και στις 16.6.12 και στις 17.6.12 ή και σε οποιαδήποτε άλλη μεταγενέστερη ημερομηνία. Εξ ου και η Επιτροπή εξετάζοντας την διοικητική παράβαση είχε καθορίσει το χρόνο αυτό με βάση τα στοιχεία που είχε λέγοντας στη σελ.3 του Τεκμηρίου Β ότι η πληροφορία «.. θα έπρεπε να ανακοινωθεί στο ΧΑΚ την επόμενη ημέρα, Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012». Εξετάζοντας το Άρθρο 19 η Επιτροπή είχε υπ' όψιν το Άρθρο 4(δ)(iv) της ΟΔ 116-2005-03 στο οποίο καθορίζεται ως μέθοδος χειραγώγησης μεταξύ άλλων η «παράλειψη δημόσιας ανακοίνωσης σημαντικών γεγονότων». Από πλευράς γεγονότων όμως λάμβανε υπ΄ όψιν της μόνο τα διατρέξαντα στις 14.6.12 και 15.6.12. Αυτός είναι ο λόγος που κατέληξε στη σελ. 2 του Τεκμηρίου Λ λέγοντας ότι «.. με τα ίδια γεγονότα έχει ήδη διαπιστωθεί διοικητική παράβαση.» εννοώντας το Άρθρο 11

(1)(α). Βασικά η αναφορά της αυτή παρέπεμπε

πρώτη της απόφαση ημερ. 29.7.13 και στα γεγονότα που κατά τη γνώμη της στοιχειοθετούσαν εκείνη την παράβαση, τα οποία σε χρόνο δεν υπερέβαιναν την 15.6.12. Οπότε η όποια ερμηνεία εκλαμβάνει ότι η αναφερόμενη (στο Τεκμήριο Λ) φράση «ίδια γεγονότα» σημαίνει το σύνολο των διαδραματισθέντων μεταξύ 10.5.12 - 27.6.12 σαφέστατα και δεν ανταποκρίνεται

πραγματικότητα. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που η Επιτροπή, έχοντας υπ΄όψιν τις ενέργειες στις οποίες βάσει του Νόμου μπορούσε να προβεί και κυρίως συνεκτιμώντας ότι για εκείνα τα γεγονότα (της 14.6.12 και 15.6.12) υπήρχε ήδη διαδικασία σε εξέλιξη και (ενδεχομένως) θα επιβάλλοντο διοικητικά πρόστιμα, επέλεξε να προβεί μόνο

μία ενέργεια του Άρθρου 35

(1)(α), ήτοι να ενημερώσει σχετικά τον Γενικόν Εισαγγελέα. Ο Γενικός Εισαγγελέας όμως ως ανεξάρτητος αξιωματούχος και απόλυτος υπεύθυνος για κάθε δίωξη στη Δημοκρατία (βάσει του αρ. 113.2 του Συντάγματος) δεν δεσμεύετο από την όποια δράση ή άποψη της Επιτροπής. Αντιλαμβανόμαστε ότι στα πλαίσια των εξουσιών του διέταξε διερεύνηση της υπόθεσης. Σε συμμόρφωση με την Ποινική Δικονομία στο κατηγορητήριο αναφέρεται ότι αντίγραφα των καταθέσεων που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση δόθηκαν στους Κατηγορουμένους. Ως προς την παραλαβή τους από τους Κατηγορουμένους, καθώς και ειδικά ως προς το ογκώδες του μαρτυρικού αυτού υλικού παραπέμπουμε στις χαρακτηριστικές δηλώσεις ορισμένων από τους συνηγόρους ενώπιον μας, μεταξύ των οποίων και αναφορές για «χιλιάδες σελίδες» και «πολλά κιλά» εγγράφων. Στο δε κατηγορητήριο έχουν συμπεριληφθεί 33 συνολικά μάρτυρες, οι καταθέσεις των οποίων προφανώς και προέκυψαν μετά τη διερεύνηση που διέταξε ο Γενικός Εισαγγελέας. Με βάση δε αυτό το ογκώδες υλικό ο Γενικός Εισαγγελέας προχώρησε στη σύνταξη και καταχώριση του ευρισκόμενου ενώπιον μας Κατηγορητηρίου. Έχουμε ήδη παραθέσει μια πρώτη καταγραφή και ανάλυση των κατηγοριών (κατά την εξέταση της εισήγησης του κ. Πολυβίου) και υιοθετούμε και για σκοπούς του παρόντος μέρους τις εν λόγω παρατηρήσεις μας. Τονίζουμε όμως και τα ακόλουθα: (α) Όσον αφορά την Κατηγορουμένη 1 η ίδια η συνωμοσία, δηλαδή η συμφωνία καταδολίευσης, ως πραγματικό γεγονός είναι ανεξάρτητο από το αν υλοποιήθηκε οτιδήποτε είχε συμφωνηθεί, άρα είναι αυθύπαρκτο και αυτόνομο γεγονός, μη σχετιζόμενο με την όποια τυχόν μη ενημέρωση του κοινού, οποτεδήποτε και αν τελικώς ακολούθησε τέτοια παράλειψη. Κυρίως όμως λόγω του χρονικού διαστήματος στο οποίο τοποθετείται η συμφωνία παραμένει ανοικτό το ενδεχόμενο να καταδειχθεί ότι έγινε σε χρόνο άλλο από τις 14 - 15.6.12. (β) Με την Κατηγορία 2 αποδίδεται στους Κατηγορουμένους το αδίκημα της χειραγώγησης. Μπορεί η Επιτροπή να είχε την άποψη καλώς ή κακώς ότι με τα γεγονότα της παράβασης του Άρθρου 11
(1)(α) από την Κατηγορουμένη 1, δηλαδή στις 14-15.6.12 υπήρχε και ενδεχόμενη χειραγώγηση, πλην όμως δεν είναι αυτό που προβάλλει ο Γενικός Εισαγγελέας. Με την Κατηγορία 2 φαίνεται να ισχυρίζεται ότι υπήρξε ένα συνεχόμενο διάστημα 12 ημερών κατά τη διάρκεια του οποίου σημειώθηκε χειραγώγηση της αγοράς διά της παράλειψης των Κατηγορουμένων να προβούν στις δέουσες ενέργειες για δημόσια ανακοίνωση, προφανώς μέχρι και τις 27.6.
  1. Πρόκειται δηλαδή για κατ' ισχυρισμόν συνεχιζόμενη παράλειψη που δυνατόν να αποδειχθεί για όλο το διάστημα ή για οποιοδήποτε μέρος αυτού και το κυριότερο είναι ότι στη συνέχεια θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο κατά πόσον συνιστά χειραγώγηση της αγοράς. (γ) Για τις Κατηγορίες 3-6 είναι πολύ πιο ξεκάθαρα ακόμα τα πράγματα. Τα γεγονότα τα οποία τις αφορούν αναφέρονται - όπως έχουμε πει - είτε σε διάδοση παραπλανητικών πληροφοριών (Κατηγορίες 3+4) είτε σε απόκρυψη ουσιωδών στοιχείων κατά την παροχή πληροφορίας (Κατηγορίες 5+6). Αυτές οι τέσσερις κατηγορίες κατά συνέπειαν αφορούν όχι παράλειψη (δημοσιοποίησης), αλλά αντιθέτως ενέργεια, δηλαδή διάδοση ή παροχή πληροφορίας. Το κυριότερο και εδώ είναι πως οι κατ' ισχυρισμόν αυτές πράξεις, διάδοση ή παροχή πληροφορίας, έγιναν στο διάστημα 19-26.6.12 και πάντως σε περιβάλλον άλλο από ότι η συνεδρία του Δ.Σ., ημερ. 14.6.12 με την οποία ασχολήθηκε η Επιτροπή.
  2. Διακριτική Ευχέρεια Αναστολής Έχοντας αναλύσει τα πιο πάνω στοιχεία απομένει να εξεταστεί κατά πόσον αυτή είναι κατάλληλη περίπτωση για να διαταχθεί αναστολή. Συνολικά και με βάση τις λεπτομέρειες του Κατηγορητηρίου είναι προφανές πως ο Γενικός Εισαγγελέας σε καμιά περίπτωση δεν περιορίστηκε στα γεγονότα της 14ης και 15ης Ιουνίου
  3. Έχοντας εξετάσει το συγκεντρωθέν μαρτυρικό υλικό κατέληξε στα πλαίσια των εξουσιών που κατέχει ότι δικαιολογείτο η δίωξη για τα έξι επίδικα αδικήματα, τα οποία από πλευράς γεγονότων καλύπτουν ευρύτερο χρονικό διάστημα, καθώς και περισσότερες ενέργειες ή παραλείψεις. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το ογκώδες αυτό υλικό δεν ευρίσκετο ενώπιον της Επιτροπής είτε στις 29.7.13 είτε στις 11.11.
  4. Η ίδια η Επιτροπή δεν μπορούσε ούτως η άλλως να ασχοληθεί με αμιγώς ποινικά αδικήματα (π.χ. συνωμοσία) ούτε και έστρεψε την προσοχή της στο κατά πόσον ενέργειες σε άλλο χρόνο δυνατό να αποκάλυπταν εκ πρώτης όψεως ενδεχόμενες παραβάσεις (π.χ. παροχή πληροφοριών στη Γ.Σ ημερ. 19.6.12), πράγμα που όμως έπραξε καθηκόντως ο Γενικός Εισαγγελέας. Υπό αυτή την έννοια θεωρούμε ότι η παρούσα περίπτωση όντως παρουσιάζει ομοιότητες με την υπόθεση Regina v. Gore (ανωτέρω), παρότι πρέπει να πούμε πως εντοπίζονται και διαφορές, οι οποίες όμως αποδυναμώνουν έτι περαιτέρω την εισήγηση για κατάχρηση (π.χ. ως προς το χρονικό διάστημα διάπραξης των κατ' ισχυρισμόν αδικημάτων). Εξετάζοντας κάποιος την εισήγηση και τα γεγονότα εξ αποστάσεως και αντικειμενικά, διαπιστώνει ότι ζητείται να τερματιστεί μία ποινική διαδικασία ενώπιον του αρμοδίου Ποινικού Δικαστηρίου ως καταχρηστική επειδή ένα διοικητικό όργανο επέβαλε διοικητικό πρόστιμο για παράλειψη συγκεκριμένης ημερομηνίας, το οποίο (πρόστιμο), εάν ευσταθούν τα όσα οι ίδιοι οι συνήγοροι ανέπτυξαν ενώπιον μας, ενδεχομένως θα πρέπει να ακυρωθεί με βάση την ημεδαπή νομολογία (εάν δηλαδή τελικά κριθεί ως ποινικού χαρακτήρα από το Ανώτατο Δικαστήριο). Από δικής μας πλευράς καταλήγουμε ότι: (α) Δεν θεωρούμε τη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής ως ποινική. (β) Ακόμα και αν κριθεί ως ποινική δεν συμφωνούμε ότι αφορά τα ίδια ή παρόμοια γεγονότα ή ίδια αδικήματα ή διαφορετικά αδικήματα για τα οποία θα μπορούσαν να καταδικαστούν οι Κατηγορούμενοι 2-6 στη συγκεκριμένη διαδικασία που εξετάστηκε για την Κατηγορουμένη 1 τυχόν παράβασή του υποεδ. 11
(1)(α) στις 14.6.12. (γ) Ακόμα και αν θεωρηθεί ποινική η προηγούμενη διαδικασία, τότε, κατ΄ αναλογίαν προς την υπόθεση Regina v. Gore (ανωτέρω) δεν συμφωνούμε ούτε ότι δημιουργήθηκε οποιαδήποτε προσδοκία στους Κατηγορουμένους 2-6 ότι αν αποκαλύπτοντο άλλα ποινικά αδικήματα δεν θα διώκοντο για αυτά ούτε και ότι υπήρξε αθέμιτη κλιμάκωση κατηγοριών. (δ) Κανένας σχετικός ισχυρισμός δεν υπεβλήθη και δεν συμφωνούμε ότι δεν μπορεί να παρασχεθεί στους Κατηγορουμένους 2-6 μία δίκαιη δίκη ή ότι η συνέχιση της υπόθεσης ενδέχεται να προκαλέσει δυσμενή επηρεασμό των κατηγορουμένων ή να θέσει οποιαδήποτε σκιά

υπόληψη της Ποινικής Δικαιοσύνης στον τόπο μας. Αντιθέτως, ως προς το τελευταίο, θα τολμούσαμε να πούμε ότι η απεμπόληση εξουσίας των Δικαστηρίων ενδεχομένως θα έθετε αυτά σε ανυποληψία

κρίση ενός αντικειμενικού παρατηρητή. (ε) Τέλος δεν συμφωνούμε ότι η προώθηση της παρούσας είναι καταπιεστική ή άδικη για τους Κατηγορούμενους 2-6 και υπ' αυτή την έννοια δεν τίθεται κατά τη γνώμη μας οποιοδήποτε ζήτημα κατάχρησης, υπό την έννοια που αναλύεται πιο πάνω. Ως εκ τούτων η σχετική εισήγηση απορρίπτεται. Δ. Ειδική Απολογία Κατηγορουμένου 3 (autrefois acquit) Οι κ.κ. Τριανταφυλλίδης και Αραούζος ήγειραν εκ μέρους του Κατηγορουμένου 3 ως προδικαστική ένσταση την ειδική απάντηση του autrefois acquit/autrefois convict με βάση το Άρθρο 69

(3)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και το Άρθρο 12
(2)του Συντάγματος αλλά και τα όσα διαλαμβάνονται στο Άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου 7 της ΕΣΔΑ[32] και το Άρθρο 50 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης[33]. Ενόψει της διαφωνίας της Κατηγορούσας Αρχής ως προς τη βασιμότητα της ειδικής απάντησης ακολουθήθηκε η διαδικασία εκδίκασης που προβλέπεται στο εδάφιο
(2)του Άρθρου 69 του Κεφ. 155[34]. Όπως είναι πάγια νομολογημένο το βάρος απόδειξης ότι ευσταθεί η εν λόγω απολογία το φέρει ο Κατηγορούμενος και πρέπει να το αποσείσει επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων[35]. Το υπόβαθρο γεγονότων που τέθηκε για σκοπούς εκδίκασης της ειδικής απολογίας ήταν κοινώς παραδεκτό και από τις δύο πλευρές και μέσα σε αυτά τα πλαίσια κατατέθηκαν επιπροσθέτως των υπολοίπων εγγράφων τα ακόλουθα τεκμήρια: · Το Τεκμήριο Μ που αποτελεί μέρος των πρακτικών της συνεδρίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ημερ. 11.11.13 και · Το Τεκμήριο Λ που αποτελεί την επιστολή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς προς το Γενικό Εισαγγελέα, ημερ. 19.12.13. Αντικείμενο εξέτασης αποτέλεσαν στο πλαίσιο της σχετικής επιχειρηματολογίας, τα ακόλουθα τρία βασικά ζητήματα: i. Κατά πόσον η προηγούμενη διαδικασία έχει τελεσιδικήσει. ii. Κατά πόσον η διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής συνιστά ποινική διαδικασία στα πλαίσια της Νομολογίας του ΕΔΑΔ. iii. Κατά πόσο το αδίκημα

προηγούμενη διαδικασία είναι το «ίδιο» με αυτό που έχει ενώπιον του σήμερα το Δικαστήριο

παρούσα διαδικασία ή κατά πόσο «προκύπτει από τα ίδια ή ουσιαστικά τα ίδια γεγονότα». Όπως έχει αναφερθεί κατ΄ επανάληψη στη νομολογία του ΕΔΑΔ, ο σκοπός του Άρθρου 4 του Πρωτοκόλλου 7 είναι η απαγόρευση της επανάληψης ποινικής διαδικασίας η οποία έχει ολοκληρωθεί με την έκδοση τελικής απόφασης. Σύμφωνα με το Explanatory Report του Πρωτοκόλλου 7 μία απόφαση είναι τελική εάν έχει αποκτήσει την ισχύ του res judicata. Αυτό συμβαίνει όταν είναι αμετάκλητη, κάτι το οποίο συμβαίνει όταν δεν είναι διαθέσιμα περαιτέρω συνήθη ένδικα μέσα/θεραπείες ή όταν οι διάδικοι έχουν εξαντλήσει τέτοια ένδικα μέσα ή έχουν αφήσει να παρέλθει η προθεσμία που προβλέπεται για τη λήψη τέτοιων ενδίκων μέσων, χωρίς να τα ασκήσουν. Σχετική είναι η ακόλουθη αναφορά από την υπόθεση Zolotukhin v. Russia 14939/03, ημερ. 10.2.09[36]: "107. The Court reiterates that the aim of Article 4 of Protocol No. 7 is to prohibit the repetition of criminal proceedings that have been concluded by a "final" decision (see Franz Fischer, cited above, § 22, and Gradinger, cited above, § 53). According to the Explanatory Report to Protocol No. 7, which itself refers back to the European Convention on the International Validity of Criminal Judgments, a "decision is final 'if, according to the traditional expression, it has acquired the force of res judicata. This is the case when it is irrevocable, that is to say when no further ordinary remedies are available or when the parties have exhausted such remedies or have permitted the time-limit to expire without availing themselves of them'". This approach is well entrenched in the Court's case-law (see, for example, Nikitin v. Russia, no.50178/99, § 37, ECHR 2004‑VIII, and Horciag v. Romania (dec.), no. 70982/01, 15 March 2005)." Με δεδομένο ότι η προηγούμενη διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς εναντίον του Κατηγορούμενου 3 είχε ως κατάληξη την αθώωση του και αναπόφευκτα τη μη ύπαρξη οποιασδήποτε εκκρεμοδικίας, προκύπτει αναμφίβολα το στοιχείο της τελεσιδικίας που αποτελεί προαπαιτούμενο για την έγερση της πιο πάνω ειδικής απολογίας. Τόσο η εισήγηση που έγινε αναφορικά με την ύπαρξη κατάχρησης όσον και εκείνη που αφορά το autrefois acquit προϋποθέτει τη διαπίστωση ότι η διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς είναι ποινική. Το ερώτημα αυτό έχει ήδη απαντηθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης της προδικαστικής ένστασης για την κατάχρηση, και δεν κρίνουμε σκόπιμο να επαναλάβουμε τα όσα παρατίθενται λεπτομερώς πιο πάνω, τα οποία υιοθετούμε και σ΄ αυτό το στάδιο. Παρά την κατάληξη μας επί του θέματος αυτού, η οποία σφραγίζει και την τύχη της ειδικής απολογίας του autrefois acquit, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μας θα προχωρήσουμε και

εξέταση των λοιπών θεμάτων που προβλήθηκαν από τους ευπαίδευτους συνηγόρους για τον Κατηγορούμενο 3. Μεγάλο μέρος της αγόρευσης αυτών επικεντρώθηκε στο κατά πόσον υπάρχει ταύτιση μεταξύ των γεγονότων της προηγούμενης διαδικασίας και της παρούσας διαδικασίας ή κατά πόσον τα επίδικα αδικήματα προκύπτουν από ουσιαστικώς τα ίδια γεγονότα. Ήταν συναφώς η εισήγηση των συνηγόρων ότι οι Κατηγορίες 1 και 2 που αφορούν τον Κατηγορούμενο 3, αλλά και οι υπόλοιπες Κατηγορίες, έχουν ως αφετηρία την απόδειξη του γεγονότος ότι πριν τις 27.6.12 - όταν έγινε η ανακοίνωση ότι, μεταξύ άλλων, οι κεφαλαιουχικές ανάγκες της Κατηγορουμένης 1 υπολογίζονταν σε €500 εκ. και ότι θα αποτεινόταν στο Κράτος για προσωρινής μορφής κεφαλαιακή στήριξη - δηλαδή στις 14.6.12 ή το αργότερο την επομένη η Κατηγορούμενη 1 όφειλε με βάση το Άρθρο 11

(1)του Ν.116(Ι)/05, να προβεί σε ενδιάμεση ανακοίνωση. Και ότι, παρά το γεγονός ότι οι Κατηγορίες 1 και 2 που ο Κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει βασίζονται σε διαφορετικά άρθρα είτε του Ποινικού Κώδικα είτε του Ν.116(Ι)/05, αυτές βασίζονται στα ίδια γεγονότα που εξέτασε η Επιτροπή, ότι δηλα

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.