Δημοκρατία ν. Αντώνη Νικολάου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 894/15, 14/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2015:17 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 894/15 Δημοκρατία v.
- Αντώνη Νικολάου
- Άθου Χαραλάμπους
- Νέαρχου Μαλεκκίδη
- Αχιλλέα Παφίτη Κατηγορούμενων Ημερομηνία: 14 Μαϊου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τη Δημοκρατία: κα Α. Κωνσταντίνου, για Γενικόν Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Ν. Καλλής Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Δημητρίου Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Δημητρίου Για τον Κατηγορούμενο 4: κ. Μ. Κιτρομιλίδης Κατηγορούμενοι παρόντες ----------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Κατηγορούμενοι 1, 2, 3 και 4 στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζουν από κοινού τις ακόλουθες κατηγορίες: - Την Κατηγορία 1 για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 και του άρθρου 6
(3)και του Πρώτου Πίνακα Μέρος Ι και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, και συγκεκριμένα ότι την 23.3.2015 συνωμότησαν να κατέχουν κοκαΐνη με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα. - Την Κατηγορία 2 για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(2), 30
(1)
(2)
(3), 31, 31Α και του Μέρος Ι του Πρώτου Πίνακα και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, και συγκεκριμένα ότι την 23.3.2015 είχαν στην κατοχή τους 999,1 γραμμάρια κοκαΐνης. - Την Κατηγορία 3 για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(3), 30Α και του Μέρους Ι του Πρώτου και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, και συγκεκριμένα ότι την 23.3.2015 είχαν στην κατοχή τους την αναφερόμενη στην Κατηγορία 2 ποσότητα κοκαΐνης με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα. Ο Κατηγορούμενος 1 επίσης αντιμετωπίζει τις πιο κάτω κατηγορίες: - Την Κατηγορία 4 για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(2), 30
(1)
(2)
(3), 31, 31Α και του Μέρους Ι του Πρώτου Πίνακα και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, και συγκεκριμένα ότι την 23.3.2015 είχε στην κατοχή του 49.3965. - Την Κατηγορία 5 για κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Α με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6
(1)
(3), 30Α και του Μέρους Ι του Πρώτου και του Τρίτου Πίνακα του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, και συγκεκριμένα ότι την 23.3.2015 είχε στην κατοχή του την αναφερόμενη στην Κατηγορία 4 ποσότητα κοκαΐνης με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα. Μετά την απαγγελία των εν λόγω κατηγοριών και αφού οι Κατηγορούμενοι απάντησαν σε όλες μη παραδοχή το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για ακρόαση στις 22 Ιουνίου
- Μετά τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση υπήρξε από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής αίτημα για την κράτηση των Κατηγορουμένων 1,2 και 4 μέχρι την ακρόαση. Στο αίτημα αυτό ενέστη η Υπεράσπιση. Τα αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής ουσιαστικά στηρίχθηκε στον κίνδυνο μη προσέλευσης των Κατηγορούμενων για να αντιμετωπίσουν την δίκη τους. Ως επιπρόσθετος λόγος σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 προβλήθηκε ο κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 4 το αίτημα κράτησης υποβάλλεται για πρώτη φορά και τούτο υπό το φως μαρτυρίας που προσφάτως έχει εξασφαλιστεί και η οποία, με βάση τη θέση της Κατηγορούσας Αρχής, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για κίνδυνο φυγοδικίας και εκ μέρους του Κατηγορουμένου
- Το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής προσέκρουσε στην ένσταση των συνηγόρων και των τριών Κατηγορούμενων 1, 2 και
- Εκ μέρους του Κατηγορουμένου 1 ο κ. Καλλής εισηγήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος 1 θα πρέπει να τύχει της ίδιας μεταχείρισης με τον Κατηγορούμενο 3, αφού ο κανόνας είναι ότι οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι. Ο Κατηγορούμενος 1 είναι Κύπριος, οικογενειάρχης, πατέρας ενός 5χρονου παιδιού ο οποίος εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος ενώ δεν διατηρεί δεσμό με οποιαδήποτε άλλη χώρα. Ήταν η θέση του ότι η παρουσία του Κατηγορουμένου 1 στην δίκη μπορεί να εξασφαλιστεί με την επιβολή όρων, ενώ είναι απαραίτητο, εισηγήθηκε, όπως αυτός είναι ελεύθερος για σκοπούς ετοιμασίας της υπεράσπισης του. Εκ μέρους του Κατηγορουμένου 2 ο κ. Δημητρίου εισηγήθηκε ότι το αίτημα για κράτηση αυτού από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής με επίκληση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων είναι καταχρηστικό, αφού αυτός έχει ήδη τιμωρηθεί αναφορικά με το αδίκημα που διέπραξε, και αποφυλακίστηκε το 2014 λόγω καλής διαγωγής. Δεν υπάρχουν, εισηγήθηκε, ευλογοφανείς πιθανότητες διάπραξης άλλου αδικήματος από τον Κατηγορούμενο 2, αντιθέτως οι προσωπικές του συνθήκες πλέον συνιστούν αντικίνητρο για κάτι τέτοιο. Όπως εξήγησε, ο Κατηγορούμενος 2, ο οποίος είναι παντρεμένος, απέκτησε παιδί μόλις 3 μήνες μετά την σύλληψη του για το αδίκημα της προηγούμενης καταδίκης με το οποίο πλέον διατηρεί στενή επαφή. Αναφορικά με τις πιθανότητες καταδίκης του Κατηγορουμένου 2 για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει, ο ευπαίδευτος συνήγορος εισηγήθηκε ότι δεν υφίστανται ούτε καν εύλογες υποψίες, αφού δεν υπάρχει καμία μαρτυρία που να συνδέει τον Κατηγορούμενο 2 με φυσική ή υπονοούμενη κατοχή των ναρκωτικών, ούτε και πραγματική μαρτυρία, παρά μόνο το ότι αυτός έφτασε στην σκηνή λίγα λεπτά αργότερα. Εισηγήθηκε και αυτός ότι η παρουσία του Κατηγορουμένου 2 στην δίκη μπορεί να εξασφαλιστεί με την επιβολή όρων. Εκ μέρους του Κατηγορουμένου 4 ο κ. Κιτρομηλίδης επικεντρώθηκε στον παράγοντα της πιθανότητας καταδίκης του, και ειδικότερα εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να συνδέει τον Κατηγορούμενο 4 με τα υπό εκδίκαση αδικήματα. Με παραπομπή στις καταθέσεις που τέθηκαν ενώπιον μας, υπέδειξε ότι παρήλθε αρκετός χρόνος από την ώρα που ο Κατηγορούμενος 1 αντιλήφθηκε την ΥΚΑΝ μέχρι και τη στιγμή που ήρθε στη σκηνή ο Κατηγορούμενος 4, ενώ ο τελευταίος ουδέποτε ήρθε σε επαφή με τα ναρκωτικά. Τα ίχνη κοκαΐνης που ανεευρέθηκαν στην τσάντα που κρατούσε ο Κατηγορούμενος 4 δεν σχετίζονται με τα επίδικα. Διαφώνησε με την θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα αποδεικνύουν ψεύδη του Κατηγορουμένου 4, αφού επεξήγησε ότι η εμβέλεια της κυψέλης είναι τόσο μεγάλη ώστε να μην μπορεί να εξαχθεί τέτοιο συμπέρασμα. Περαιτέρω, ο κ. Κιτρομηλίδης επεσήμανε ότι ο Κατηγορούμενος 4 είναι ελεύθερος με όρους από τις 30.3.2015 μέχρι και σήμερα, με τους οποίους συμμορφώνεται, αποδεικνύοντας έτσι έμπρακτα ότι δεν υφίσταται κίνδυνος φυγοδικίας του. Νομική Πτυχή Η στέρηση της ελευθερίας κατηγορουμένου σε ποινική υπόθεση προτού δικαστεί συνιστά εξαιρετικό μέτρο. Κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται αθώος και ως θέμα γενικής αρχής πρέπει να παραμείνει ελεύθερος εκτός αν διαπιστωθεί ότι υπάρχουν σοβαροί λόγοι οι οποίοι συνηγορούν υπέρ της κράτησης του οπότε δικαιολογείται εξαίρεση από τον κανόνα. Το Δικαστήριο προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο ο κατηγορούμενος θα παραμείνει ελεύθερος ή θα τεθεί υπό κράτηση σταθμίζει τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης στη βάση των καθιερωμένων από τη νομολογία κριτηρίων.΄ Το ερώτημα αν ένας Κατηγορούμενος θα παραμείνει υπό κράτηση μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης του εξετάζεται με αναφορά: (α) Στον κίνδυνο μη προσέλευσης του στο Δικαστήριο κατά τη δικάσιμο (β) Στην πιθανότητα διάπραξης άλλων αδικημάτων και (γ) Στην πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων. Οι τρεις αυτοί λόγοι δεν είναι ανάγκη να συνυπάρχουν αλλά δύνανται ανεξάρτητα ο ένας από τον άλλο να επενεργήσουν κατά τρόπο που δικαιολογούν την κράτηση[1]. Όσον αφορά δε τον κίνδυνο μη προσέλευσης του κατηγορούμενου στη δίκη η ύπαρξη του εξετάζεται στη βάση συγκεκριμένων παραγόντων και συγκεκριμένων εγγενών στοιχείων της ίδιας της υπόθεσης την οποία αυτός αντιμετωπίζει. Οι σχετικοί παράγοντες είναι: (α) Η σοβαρότητα του αδικήματος αντικειμένου της κατηγορίας (β) Η εκτιμούμενη πιθανότητα για καταδίκη του, με βάση τη διαθέσιμη μαρτυρία και (γ) Η αυστηρότητα της ποινής η οποία πιθανόν να επιβληθεί. Η πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη και την αποτίμηση τέτοιων κινδύνων δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υποδίκου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της[2]. Σε καμία περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα, δηλ. χωρίς συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το δε εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος[3]. Άλλοι σχετικοί παράγοντες που ανάγονται σε υποκειμενικά δεδομένα είναι εκείνοι που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται[4], όπως επίσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου μπορούν να ληφθούν υπόψη, χωρίς όμως όλα αυτά να απομονώνονται και να υπερφαλαγγίζουν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της Δικαιοσύνης[5]. Η στάθμιση όλων αυτών των δεδομένων γίνεται στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η οποία βέβαια πρέπει να ασκείται δικαστικά. Στη στάθμιση αυτή αποτιμάται και ο παράγοντας του χρόνου ο οποίος συνιστά στοιχείο που διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο καθόσον αφορά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και επομένως και αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη[6]. Εξέταση παραγόντων Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι συναρτάται άμεσα με το ανώτατο ύψος της προβλεπόμενης από το Νόμο ποινής σε περίπτωση καταδίκης τους. Στην προκείμενη περίπτωση οι ποινές που προβλέπονται για τα επίδικα αδικήματα είναι πολύ σοβαρές και σε περίπτωση καταδίκης θα επιφέρουν αναπόφευκτα (και ανάλογα βέβαια με τις ιδιαίτερες συνθήκες των Κατηγορουμένων) πολυετείς ποινές φυλάκισης. Τούτου δοθέντος η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη. Όπως έχει αναγνωρισθεί στη νομολογία όσο πιο σοβαρή είναι μια κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη του[7]. Όσον αφορά στο θέμα της πιθανότητας καταδίκης τονίζουμε ότι εξετάζοντας το δεν προβαίνουμε με οποιοδήποτε τρόπο σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και σε εξαγωγή ευρημάτων σε σχέση με τις κατηγορίες, έργο που επιτελείται στο στάδιο εκδίκασης της υπόθεσης. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109: «Η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης αποτελεί μια απόλυτα θεμιτή διαδικασία η οποία στοχεύει να επιλύσει τα επίδικα θέματα στη διαδικασία τα οποία είναι η κράτηση του υποδίκου ή απόλυση του με εγγύηση. Δεν έχει σχέση με την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και δεν την επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο.» Τονίζουμε ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά ούτε και μπορεί να εξεταστεί η οποιαδήποτε βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στις καταθέσεις που ενοχοποιούν τον Κατηγορούμενο. Σε ό,τι αφορά το μαρτυρικό υλικό που εμπλέκει τον Κατηγορούμενο 1 επισημαίνουμε ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αναφερθεί στις καταθέσεις Τεκμήρια Α (κατάθεση Λοχ.2626 Κ. Παναγιώτου), Β (βιβλιάριο φωτογραφιών), Γ (κατάθεση Α/στ.479 Σ. Θεοδοσίου), Δ (Έκθεση Χημείου), Ε (κατάθεση Αστ.1402 Χ. Φραγκούδη), ΣΤ (Εκθεση για αποτυπώματα). Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 και τον Κατηγορούμενο 4 έγινε επιπροσθέτως αναφορά και στο Τεκμήριο Η (κατάθεση Α/Λοχ. 2301 Α.Μελανίδη ) ενώ για τον Κατηγορούμενο 4 έγινε επίσης αναφορά στο Τεκμήριο Ι ( τηλεπικοινωνιακά δεδομένα ), Τεκμήριο Κ (κατάθεση Κατηγορούμενου 4) και Τεκμήριο Θ (συμπληρωματική Έκθεση Χημείου ). Όπως περαιτέρω επεξηγήθηκε στην Ευριπίδου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 στο στάδιο που ένα Δικαστήριο αποφασίζει ζήτημα κράτησης: «... δεν εξετάζεται αν παρουσιάστηκε ενώπιον του εκ πρώτης όψεως υπόθεση όπως εισηγήθηκαν οι δικηγόροι των εφεσειόντων, αλλά κατά πόσο υπάρχει το ενδεχόμενο, πιθανολόγηση δηλαδή, καταδίκης του κατηγορουμένου. Και τούτο κρίνεται από το αποδεικτικό υλικό που παρουσιάζεται ενώπιον του, χωρίς να αξιολογηθεί η βαρύτητά του. Αποφασίζεται μόνο αν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη.». Παρομοίως, στην Κουννάς ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ 423, επαναλήφθηκε ότι δεν είναι δυνατό να αναλύεται η μαρτυρία που προσάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου που διατάσσει την κράτηση υπόπτου ή κατηγορουμένου προσώπου, διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε την έναρξη της δίκης ενώπιον του, πριν την εκδίκαση της υπόθεσης από το αρμόδιο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε δε ότι: «Η νομολογία, ευθυγραμμισμένη επί του σημείου αυτού, λέγει πως το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία εξετάζει μόνο κατά πόσο από το αποδεικτικό υλικό που έχει ενώπιον του αναδεικνύεται το ενδεχόμενο καταδίκης του Κατηγορούμενου.» Ουσιαστικά αυτό που προκύπτει είναι πως το μαρτυρικό υλικό το οποίο τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου και τέθηκε ενώπιον μας μέσω των πιο πάνω Τεκμηρίων εκτιμάται μόνο στην όψη του και χωρίς οποιοδήποτε συμπέρασμα, χωρίς οριστικές διαπιστώσεις, με ένα μόνο σκοπό. Να διαπιστωθεί κατά πόσο πιθανολογείται στη βάση αυτών των μαρτυριών καταδίκη και, βεβαίως, χωρίς να υπεισερχόμαστε σε θέματα αποδεκτότητας της μαρτυρίας ή αξιοπιστίας των μαρτύρων, αντιφάσεων κ.λ.π ζητήματα τα οποία ανάγονται στο πεδίο εξέτασης του Δικαστηρίου κατά το στάδιο της εκδίκασης της υπόθεσης[8]. Στις καταθέσεις που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου για σκοπούς εκτίμησης της πιθανότητας καταδίκης, αναφέρεται ότι, μετά από σχετική πληροφορία στις 11.00 της 23.3.2015 αναφορικά με συναλλαγή και παραλαβή ναρκωτικών στην περιοχή Χαλεπιανών, Αστυνομικοί της ΥΚΑΝ μετέβησαν στην εν λόγω περιοχή και εγκαταστάθηκαν γύρω στις 11.30 σε ένα ύψωμα παρά την έξοδο Τσερίου κοντά στον αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας-Λεμεσού θέτοντας υπό παρακολούθηση τη συγκεκριμένη περιοχή. Περί ώρα 12.40 θεάθηκε να κινείται ύποπτα το όχημα με αριθμούς εγγραφής LBN 282 το οποίο πριν τον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού - Λευκωσίας εισήλθε σε χωματόδρομο με κατεύθυνση προς το ύψωμα από το οποίο παρακολουθούσαν ο Α/Α 479 και ο Αστ.
- Σε κάποιο σημείο του χωματόδρομου το πιο πάνω όχημα σταμάτησε και από αυτό εξήλθε ο Κατηγορούμενος 1 κρατώντας ένα άσπρο σακούλι με μπλέ ρίγες. Εν συνεχεία τοποθέτησε το εν λόγω σακούλι κάτω από ένα παλιό ελαστικό και προχώρησε προς το όχημα του. Όπως διαπιστώθηκε μεταγενέστερα στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης από σχετική εξέταση του Κρατικού Χημείου το εν λόγω σακούλι περιείχε κοκαΐνη βάρους 999,1 γρ. (Τεκμήριο Δ). Επίσης σε μεταγενέστερο στάδιο κατόπιν διενέργειας εξετάσεων σε επίπεδο DNA προέκυψε σύνδεση του Κατηγορουμένου 1 με το πιο πάνω σακούλι (Τεκμήριο Ζ). Λόγω του ότι ο Κατηγορούμενος 1 αντιλήφθηκε την παρουσία των Αστυνομικών που τον κατόπτευαν τράπηκε σε φυγή διασχίζοντας το χωράφι και τον αυτοκινητόδρομο και εισήλθε στη Βιομηχανική Περιοχή Ιδαλίου. Κατά το στάδιο που ο Κατηγορούμενος έτρεχε διασχίζοντας το χωράφι πέταξε ένα μικρό νάιλον σακούλι το οποίο, όπως διαπιστώθηκε, περιείχε άσπρη σκόνη που σύμφωνα με την εξέταση από το Κρατικό Χημείο επρόκειτο για κοκαΐνη ποσότητας 49,3965 γρ. (Τεκμήριο Δ). Μετά από λίγα λεπτά θεάθηκε το όχημα με αριθμούς εγγραφής BAH 270 να πλησιάζει τη σκηνή με οδηγό τον Κατηγορούμενο 2 και συνοδηγό τον Κατηγορούμενο 3 ακολουθούμενο από μοτοσυκλέτα μεγάλου κυβισμού χωρίς αριθμούς εγγραφής την οποία οδηγούσε ο Κατηγορούμενος 4 μεταφέροντας επί του ώμου του μια άδεια τσάντα. Εντός της τσάντας αυτής διεπιστώθη αργότερα στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης ότι υπήρχαν ίχνη κοκαΐνης (Τεκμήριο Θ). Υπό το φως όλων των πιο πάνω στοιχείων από το ενώπιον μας τεθέν μαρτυρικό υλικό - αφενός εκείνο το οποίο προέρχεται από τους Αστυνομικούς που παρακολούθησαν τις κινήσεις και τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου 1 στη συγκεκριμένη περιοχή και αφετέρου εκείνο το οποίο προέρχεται από τις επιστημονικές εξετάσεις - κρίνουμε ότι η πιθανολόγηση καταδίκης στην περίπτωση του Κατηγορουμένου 1 είναι υπαρκτή και στηρίζεται στην πιο πάνω άμεση μαρτυρία η οποία βεβαίως θα πρέπει να αξιολογηθεί από το εκδικάζον δικαστήριο. Σε ό,τι αφορά τους Κατηγορούμενους 2 και 4 από τα πιο πάνω προκύπτει βασικά η παρουσία τους λίγα λεπτά αργότερα πλησίον της σκηνής όπου προηγουμένως είχε θεαθεί ο Κατηγορούμενος
- Σε ό,τι αφορά τον Κατηγορούμενο 4 η μαρτυρία αναφέρεται και στον εντοπισμό ιχνών κοκαΐνης στη τσάντα που μετέφερε επ ώμου- χωρίς τα εν λόγω ίχνη να αποτελούν μέρος της συνολικής ποσότητας των ναρκωτικών αντικείμενο των επίδικων κατηγοριών. Επίσης το γεγονός ότι δύο μέρες πριν το επίδικο περιστατικό και τον εντοπισμό από την ΥΚΑΝ δύο σακουλιών κοκαΐνης στο χώρο όπου είχε θεαθεί ο Κατηγορούμενος 1 να κινείται με τον τρόπο που περιγράφηκε ανωτέρω το κινητό του τηλέφωνο του Κατηγορουμένου 4 λάμβανε σήμα από τη διεύθυνση κυψέλης Νήσου (Δάσος Νερούδια). Και τούτο ενώ στην ανακριτική του κατάθεση είχε δηλώσει ότι ποτέ δεν είχε ξαναπάει στο μέρος όπου τον ανέκοψε η Αστυνομία. Εν σχέσει με τους Κατηγορούμενους 2 και 4 δηλαδή δεν έχει γίνει αναφορά για ύπαρξη άμεσης μαρτυρίας περί επαφής τους με τα ναρκωτικά. Δεν πρέπει όμως να παραγνωρίζεται ότι κατηγορούνται για συνωμοσία προς προμήθεια των επίδικων ναρκωτικών και τούτο σε συσχετισμό με το ότι, όπως αναφέρθηκε στην Μιχαήλ ν. Αστυνομίας, 118/08 ημερ. 7.8.08 σε περιπτώσεις υποθέσεων ναρκωτικών λαμβάνει μέρος συνήθως αριθμός προσώπων που κάθε ένας από αυτούς με τη συμμετοχή του συνεισφέρει στην τελική διάπραξη και έστω και μικρή συμμετοχή δεν παύει να έχει τη σοβαρότητα της. Η αρχική πληροφορία μιλούσε για παραλαβή από τον Κατηγορούμενο 2 ποσότητας ναρκωτικών. Από την πιο πάνω μαρτυρία φαίνεται ότι εντοπίστηκαν στο μέρος που απεικονίζεται στις φωτογραφίες του Τεκμηρίου Β σκληρά ναρκωτικά σημαντικής ποσότητας. Η παρουσία των Κατηγορουμένων 2 και 4 σε μιαν τέτοια σκηνή στην οποία απεκρύβησαν ναρκωτικά και σε τέτοιον χρόνο ενδεχομένως και σε συνάρτηση με την απάντηση του Κατηγορουμένου 2 ότι είδαν κίνηση στο μέρος και πήγαν να δουν τι έχει, θα εξεταστεί κατά την ακρόαση. Όμως δεν διαφωνούμε ότι η μαρτυρία για τους Κατηγορούμενους 2 και 4 σαφώς δεν είναι της ίδιας ισχύος με αυτή που υπάρχει για τον Κατηγορούμενο
- Θα λέγαμε, με άλλα λόγια, πως υπάρχει μαρτυρία που τους εμπλέκει και δυνατόν να οδηγήσει σε καταδίκη, πλην όμως δεν είναι του ιδίου βαθμού με εκείνη που εμπλέκει τον Κατηγορούμενο
- Με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 2 και 4 δεν θα προχωρούσαμε στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας να διατάξουμε την κράτηση τους. Βεβαίως για τον Κατηγορούμενο 2 το αίτημα κράτησης δεν στηρίχθηκε μόνο σε αυτή τη βάση εφόσον έγινε επίκληση και της πιθανότητας διάπραξης άλλων αδικημάτων. Ο εν λόγω προταθείς λόγος κράτησης θα εξετασθεί στη συνέχεια. Επανερχόμενοι στον Κατηγορούμενο 1 προχωρούμε να εξετάσουμε και τους λοιπούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν προς διαπίστωση του κινδύνου φυγοδικίας. Για την εξέταση της παραμέτρου της ποινής που δυνατόν να επιβληθεί αναφέρουμε ότι, σε περίπτωση καταδίκης, με βάση τα περιστατικά διάπραξης των αδικημάτων και ανάλογα, βεβαίως, με τις ιδιαίτερες συνθήκες του Κατηγορούμενου αναμένεται η επιβολή πολυετών ποινών φυλάκισης. Εκτιμώντας τον κίνδυνο ο Κατηγορούμενος να μην εμφανιστεί κατά τη δίκη του οι προσωπικές περιστάσεις του και η σχέση του με την Κύπρο λόγω καταγωγής, οικογένειας και εργασίας λαμβάνονται υπόψη[9]. Όσον αφορά τους δεσμούς του Κατηγορούμενου με την Κύπρο, ως κριτήριο για την υπό εγγύηση παραμονή του εκτός συνθηκών κράτησης, στο οποίο κριτήριο λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες κάθε Κατηγορούμενου, είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Η σημασία, βεβαίως, της ύπαρξης δεσμών με την χώρα στην οποία διώκεται ένας Κατηγορούμενος έγκειται στο ότι μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο διαφυγής του Κατηγορουμένου στο εξωτερικό για να μην εμφανιστεί στη δίκη. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ως ασπίδα για τον Κατηγορούμενο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του Κατηγορούμενου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Όπως αναφέρθηκε στη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, είναι τελικά ο συνυπολογισμός όλων των σχετικών δεδομένων που πρέπει να αποτιμηθούν στην εκτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο Κατηγορούμενος τη δίκη του. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σιδερένιου κ.α.
(2008)2 Α.Α.Δ. 319, οι προσωπικές συνθήκες ενός Κατηγορούμενου εξετάζονται με αναφορά στο μοναδικό κριτήριο, κατά πόσο δηλαδή οι συνθήκες αυτές ανατρέπουν τη σκέψη στον Κατηγορούμενο να μην εμφανιστεί στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται. Δεν εξετάζονται οι προσωπικές συνθήκες με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στον Κατηγορούμενο, απαλλάσσοντας τον από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Κρασοπούλης κ.α. ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 450, η απόφαση διαφυγής προς αποφυγή των συνεπειών πιθανής καταδίκης δεν είναι εύκολη όταν μάλιστα υπάρχουν ισχυροί δεσμοί οι οποίοι συνδέουν τον υπόδικο με τη χώρα του, τους ανθρώπους που έχει γύρω του και τον τόπο όπου μονίμως διαμένει. Από την άλλη όμως, επισημάνθηκε ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο ποτέ δεν πρέπει να θεωρείται ως εντελώς απίθανο και να αποκλείεται. Έτσι όσο πιο σοβαρή είναι η ποινή που ενδεχομένως θα επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης, τόσο πιο δυνητικά πραγματοποιήσιμος είναι ο κίνδυνος διαφυγής. Τονίσθηκε δε ότι είναι αυτονόητο ότι εκεί όπου η προβλεπόμενη ποινή είναι η ποινή της ισόβιας κάθειρξης το ενδεχόμενο διαφυγής είναι ακόμη μεγαλύτερο εφόσον η σκέψη για διαφυγή μπορεί να επενεργήσει ως δέλεαρ αποφυγής της ισόβιας φυλάκισης. Είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο που έχουμε συνεκτιμήσει και συνυπολογίσει όλα όσα έχουν τεθεί αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου
- Πρέπει, περαιτέρω, να υπογραμμισθεί ότι ο χρόνος κράτησης υπόδικου προσώπου αναμφίβολα αποτελεί παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Παρά το γεγονός ότι το Σύνταγμα μας, αντίθετα με την περίπτωση της κράτησης για διερεύνηση αδικήματος, δεν προβλέπει συνολικό χρόνο κράτησης αυτό δεν δίνει δικαίωμα για επ' αόριστο κράτηση. Δεν πρέπει ποτέ να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ο κατ' εξαίρεση χαρακτήρας της κράτησης άτομο χωρίς καταδίκη από αρμόδιο Δικαστήριο. Αυτός είναι ένας επιπρόσθετος λόγος που επιτάσσει την ανάγκη για την όσο το δυνατό γρηγορότερη εκδίκαση των ποινικών υποθέσεων[10]. Όσον αφορά το χρόνο κράτησης λαμβάνοντας υπόψη το διάστημα που μεσολαβεί μέχρι τις 22/6/15 που η παρούσα υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση δεν κρίνεται ότι ξεφεύγει από τα πλαίσια του εύλογου χρόνου. Όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω η Κατηγορούσα Αρχή καθόσον αφορά τον Κατηγορούμενο 2 στήριξε το αίτημα της και στον κίνδυνο διάπραξης άλλων αδικημάτων. Και τούτο επί τη βάση του ποινικού του μητρώου και του μικρού χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε από της αποφυλάκισης του και της διάπραξης των επιδίκων αδικημάτων. Συγκεκριμένα ο Κατηγορούμενος 2 έχει καταδικαστεί στις 17/6/09 στην υπόθεση με αρ. 1371/08 στα αδικήματα κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου και κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια όπου του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 6 και 10 χρόνια αντίστοιχα και αποφυλακίστηκε στις 6/5/14 βάσει αναστολής έκτισης του υπολοίπου της ποινής. Το κατηγορητήριο της παρούσας υπόθεσης καταχωρήθηκε στις 6/5/15 ένα ακριβώς χρόνο μετέπειτα αφορά δε αδικήματα τα οποία φέρονται να διαπράχθηκαν στις 23/3/
- Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Σπανού κ.α. ν. Δημοκρατίας Ποινικές Εφέσεις Αρ. 26/13 και 28/13, ημερ. 29.3.2013, αναμφίβολα το ποινικό μητρώο ενός Κατηγορουμένου είναι ανάμεσα στις συντεταγμένες που λαμβάνονται υπόψη μέσα στα πλαίσια εξέτασης του παράγοντα που αφορά στην πιθανότητα διάπραξης νέων αδικημάτων.[11]Σημειώνουμε ότι αυτή αποτελεί μίαν από τις υποθέσεις στις οποίες η κράτηση διετάχθη στη βάση μόνο του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων, ενώ απερρίφθη το αίτημα στη βάση του κινδύνου φυγοδικίας. Όπως τονίσθηκε στην υπόθεση Νικολάου ν. Αστυνομίας,
(2012)2 Α.Α.Δ.840, η ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλων αδικημάτων στον ενδιάμεσο χρόνο μέχρι τη δίκη μπορεί να στοιχειοθετηθεί είτε από στοιχεία που αφορούν σε προηγούμενη καταδίκη ή προηγούμενες καταδίκες, είτε και από το γεγονός ότι εναντίον του Kατηγορούμενου εκκρεμούν προς εκδίκαση ή καταχώρηση άλλες υποθέσεις σε σχέση με διάπραξη άλλων παρόμοιων αδικημάτων.[12] Στην προαναφερθείσα υπόθεση εναντίον του εφεσείοντα εκκρεμούσαν προς εκδίκαση ή προς καταχώρηση σωρεία άλλων σοβαρών αδικημάτων παρόμοιας φύσης με τα υπό κρατηγορία στην υπό εξέταση υπόθεση. Ο εφεσείων αντιμετώπιζε κατηγορίες για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, για απόκτηση περιουσίας με απειλές προς το σκοπό κλοπής, για εκβιασμό, για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, για απαγωγή, για κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου και για κατοχή και μεταφορά εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια. Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 30 η σημασία που δίδεται στον παράγοντα της πιθανολόγησης διάπραξης νέου αδικήματος ουσιαστικά αντανακλά την προσπάθεια προστασίας του κοινωνικού συνόλου στις περιπτώσεις όπου η διάπραξη νέου αδικήματος από Κατηγορούμενο είναι πιθανή. Παράθέτουμε σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση στη σελίδα 136: «Η έννοια της εξέτασης της πιθανολόγησης διάπραξης νέου αδικήματος δεν συνδέεται μόνο με το υπό εξέταση αδίκημα, αλλά και με την επιθυμία προστασίας του κοινωνικού συνόλου. Ακόμα μπορεί να λεχθεί ότι εξυπηρετούνται και τα συμφέροντα του ίδιου του κατηγορούμενου ο οποίος λόγω του περιορισμού του αποτρέπεται από τη διάπραξη νέων αδικημάτων που επιφέρουν τιμωρία (βλέπε R. ν. Wharton 1955 Cr. L. R. 565). Όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση R. ν. Phillips 32 Cr. App. R. 47 ορισμένα αδικήματα δεν είναι πιθανόν να επαναληφθούν κατά την περίοδο που εκκρεμεί η διαδικασία, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις η απόλυση στο κοινωνικό σύνολο προσώπου με βεβαρυμένο ποινικό μητρώο που συνελήφθη για τη διάπραξη νέου αδικήματος πριν ακόμα αντιμετωπίσει την εναντίον του κατηγορία δεν ενδείκνυται. Στο τέλος της ημέρας το δικαστήριο έχει να σταθμίσει την ελευθερία του συγκεκριμένου κατηγορούμενου, υπό το φως πάντοτε όλων όσων έχουν λεχθεί προηγουμένως, με την ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου.» Κρίθηκε δε ότι αυτό ήταν ένα σοβαρό στοιχείο το οποίο μπορούσε και έπρεπε να συνσταθμιστεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο και ότι μπορούσε να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της κράτησης του εφεσείοντα δεδομένου ότι στοιχειοθετούσε την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης αδικημάτων στο μεσοδιάστημα παρά την ύπαρξη λευκού ποινικού μητώου του εφεσείοντα, στοιχείο το οποίο, επίσης, λήφθηκε υπόψη. Ένα τέτοιο ζήτημα πρέπει να προσεγγισθεί έχοντας κατά νουν τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Σιακαλλή v. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130 και που παρατίθενται ως ακολούθως (στη σελ. 135):- «Όπως τονίζεται και στην υπόθεση Φώτος Χατζηδημητρίου v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφεση 6285, ημερ. 5.3.97, η πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη και αποτίμηση των διαφόρων κινδύνων που σταθμίζονται κατά την εξέταση του ενδεχόμενου κράτησης, όπως είναι η πιθανότητα διάπραξης στο μεταξύ άλλων αδικημάτων, δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υπόδικου ή της υπόθεσης, είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της. Τα στοιχεία που είναι σχετικά περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο παρελθόν, όπως η προσέλευσή του ή μη στο δικαστήριο σε προηγούμενες περιπτώσεις ή η προηγούμενη καταδίκη για παρόμοια αδικήματα, αλλά και τις τάσεις που επιδεικνύει και οι οποίες ανάγονται βέβαια στο μέλλον, όπως είναι η πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων ή η πιθανολόγηση περί της διάπραξης και άλλων αδικημάτων. Για κατάληξη σε συμπέρασμα για την ύπαρξη πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν απαιτείται ακριβής μαρτυρία. Αρκεί αν με βάση όλα τα ενώπιον του δικαστηρίου στοιχεία δημιουργείται η ισχυρή εντύπωση ότι υπάρχει η πιθανότητα. Πλήρης απόδειξη της πιθανότητας διάπραξης άλλου αδικήματος δεν είναι εξάλλου ούτε και θεωρητικά δυνατή. Διερωτάται κανένας πώς μπορεί να αποδειχθεί μία πιθανολόγηση. Το δικαστήριο μπορεί, τηρώντας πάντα ορισμένους κανόνες, να καταλήξει σε συμπεράσματα ως προς την πιθανότητα διάπραξης αδικήματος, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να αναμένεται ότι η πιθανότητα διάπραξης αδικήματος στο μέλλον μπορεί να αποδειχθεί με την αυστηρή έννοια του όρου. Η πιθανολόγηση αναφέρεται σε τάση για συγκεκριμένη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο μέλλον, για την οποία το δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα βασιζόμενο μεταξύ άλλων, στο ιστορικό του ή σε διάφορες άλλες περιστάσεις..» Να σημειώσουμε και την Αριστοδήμου ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ.567 στην οποία διατάχθηκε η κράτηση μόνο στη βάση του κινδύνου διάπραξης άλλων αδικημάτων και τούτο όχι με αναφορά σε παλαιότερη καταδίκη, αλλά στην ύπαρξη δύο άλλων υποθέσεων που εκκρεμούσαν για εκδίκαση. Όπως και την υπόθεση Πιριπίτσης ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ.9 στην οποίαν ο κίνδυνος αυτός στοιχειοθετήθηκε στη βάση του ότι διερευνάτο άλλη υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου. Στην παρούσα περίπτωση λαμβάνοντας υπόψιν ότι ο Κατηγορούμενος 2 βαρύνεται με προηγούμενη καταδίκη για ομοειδές αδίκημα (κατοχής με σκοπό την προμήθεια) και ότι 10 μήνες μετά την αναστολή σημαντικού μέρους της ποινής του βρέθηκε υπό τις περιστάσεις που εξηγήσαμε πιο πριν, κατηγορούμενος στην παρούσα για σκληρά ναρκωτικά, θεωρούμε ότι ο κίνδυνος εμπλοκής του σε νέα αδικήματα στο μέλλον δεν είναι μόνο μια απλή πιθανότητα αλλά περισσότερο από ορατός. Συνεπώς θεωρούμε ότι για τον Κατηγορούμενο 2 ο ορατός κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων, δικαιολογεί την διαφορετική μεταχείριση του με την ανάλογη διαταγή κράτησης. Με βάση όλα τα πιο πάνω διατάσσουμε την κράτηση των Κατηγορουμένων 1 και 2 μέχρι την επόμενη δικάσιμο. Οι Κατηγορούμενοι 3 και 4 δεσμεύονται να εμφανιστούν με τους ίδιους όρους, όπως ίσχυαν και προηγουμένως. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ (Υπ.) Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Δέστε Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ 7, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 538. [2] Δέστε Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 [3] Δέστε Κρίνος Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48. [4] Δέστε Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109. [5] Δέστε Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7. [6] Δέστε Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 και Παντελής Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 596. [7] Δέστε Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 600, Θεοδωρίδη κ.α. ν. Αστυνομία
(2001)2 Α.Α.Δ 139, Νίκος Νικολάου ν. Αστυνομία
(2008)2 Α.Α.Δ 790. [8] Δέστε Στέλλα Μαλά ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.
- [9] Δέστε Χριστόδουλος Νικήτα κ.α ν. Δημοκρατίας Π.Ε. 195/10 και 196/10 ημερ. 18.2.
- [10] Δέστε Χαράλαμπος Κυριάκου Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ. 130 και Φώτος Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ
- [11] Δέστε και Γιαννάκης Γ. Σπανού κ.α. ν. Δημοκρατίας, Ποιν.Εφ. Αρ. 10/13, 11/13, ημερ. 22.1.
- [12] Δέστε, μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373, Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο