Δημοκρατία ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 32370/14, 17/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2015:23 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, A.Ε.Δ. M. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 32370/14 Δημοκρατία ν
- Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Θεόδωρου Αριστοδήμου
- Αντρέα Αρτέμη
- Ανδρέα Ηλιάδη
- Γιάννη Πεχλιβανίδη
- Γιάννη Κυπρή Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 17 Ιουνίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Ευθυβούλου για Γενκόν Εισαγγελέα Για την Κατηγορούμενη 1: κα Σ. Πολυβίου Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Δ. Αραούζος με κ. Ν. Μακρίδη και κ. Ν. Κωνσταντινίδη Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Χ. Τριανταφυλλίδης με κ. Δ. Αραούζο Για τον Κατηγορούμενο 4: κ. Ε. Ευσταθίου με κ. Π. Σταύρου Για τον Κατηγορούμενο 5: κ. Χ. Τριανταφυλλίδης Για τον Κατηγορούμενο 6: κ. Η. Στεφάνου Κατηγορούμενοι παρόντες --------------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση έχουν ήδη επιλυθεί διάφορα προδικαστικά ζητήματα και αιτήματα με τις δύο προηγηθείσες Ενδιάμεσες Αποφάσεις μας ημερ. 5.5.15 και 26.5.
- Λίγο πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ο κ. Τριανταφυλλίδης και στη συνέχεια οι κ. Αραούζος, κ. Ευσταθίου και κα Πολυβίου εισηγήθηκαν εκ μέρους των Κατηγορουμένων 1-5 ότι το Κακουργοδικείο θα πρέπει να εξετάσει προδικαστικά ακόμα ένα θέμα, σχετιζόμενο με την ισχύ της Κ.Δ.Π. 406/
- Ζητήσαμε από τους συνηγόρους να αγορεύσουν καταρχάς επί του κατά πόσον ενδείκνυται η εξέταση ενός τέτοιου θέματος σ΄ αυτό το στάδιο, δηλαδή μετά την απολογία των Κατηγορουμένων και τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση. Αναπτύσσοντας το θέμα ο κ. Τριανταφυλλίδης υπέδειξε ότι η συμπεριληφθείσα στην έκθεση αδικήματος της Κατηγορίας 2 Οδηγία της Επιτροπής δημοσιεύθηκε μεν στις 17.10.11 ως Κ.Δ.Π. 406/11, πλην όμως κατά το επόμενο έτος ανακλήθηκε ως εκδοθείσα από Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς του οποίου ο διορισμός έπασχε. Επικαλέστηκε προς τούτο απόφαση[1] του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία διαπιστώθηκε κακή σύνθεση του Υπουργικού Συμβουλίου το οποίο προέβη στον εν λόγω διορισμό στις 14.9.11, καθώς και απόσπασμα από την Ετήσια Έκθεση του νέου Συμβουλίου της Επιτροπής του 2012, στο οποίο αναφέρεται ότι λόγω του επαναδιορισμού του Συμβουλίου η Επιτροπή προέβη σε αναδημοσίευση όλων των Οδηγιών της. Υποστήριξε ότι το νέο Συμβούλιο αναγνωρίζοντας το πρόβλημα ανακάλεσε την Κ.Δ.Π. 406/11 και προχώρησε στη θέσπιση της Κ.Δ.Π. 469/12 η οποία δημοσιεύθηκε στις 26.11.
- Κατά την εισήγηση του κ. Τριανταφυλλίδη με βάση το πιο πάνω υπόβαθρο: Συνάγεται ότι στο διάστημα 17.10.11 έως 26.11.12 ενόψει της ανάκλησης δεν ευρίσκετο σε ισχύ οποιαδήποτε σχετική Οδηγία και δη η Κ.Δ.Π. 406/11 στην οποίαν στηρίζεται η Κατηγορία
- Ενόψει του νομικού αυτού κενού υπάρχει παραβίαση του Άρθρου 12.1 του Συντάγματος το οποίο για την κήρυξη ενοχής επιτάσσει την ύπαρξη νόμου ισχύοντος κατά την τέλεση της πράξης, εξ ου και εγείρεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας. Το Κεφ. 155 πρέπει να προσαρμόζεται προς το Σύνταγμα και δεδομένης της ανυπαρξίας οποιασδήποτε πρόνοιας η οποία να απαγορεύει την έγερση σε οποιοδήποτε στάδιο ζητήματος αντισυνταγματικότητας, θα πρέπει να επιτραπεί η έγερση τέτοιου θέματος σ' αυτό το στάδιο και όχι να αφεθεί η εξέταση του στα πλαίσια της δίκης. Ο κ. Αραούζος προσέθεσε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αντικρύσει το θέμα ως να είχε ενώπιον του μόνο την Κατηγορία 2 και συνεκτιμώντας την εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου και εξόδων να απαλλάξει σήμερα τους Κατηγορουμένους και όχι στο εκ πρώτης όψεως στάδιο και αφού θα έχουν ακουστεί όλοι οι μάρτυρες. Ο κ. Ευσταθίου με τη σειρά του εξήγησε ότι διαπίστωσαν εκ των υστέρων το πρόβλημα με την Κ.Δ.Π. 406/11 και γι΄ αυτό δεν το είχε εγείρει κατά την προηγούμενη προδικαστική ένσταση του. Αυτό, κατά τη γνώμη του, δεν συνιστά κώλυμα στην έγερση του οποτεδήποτε. Υποστήριξε ότι πρόκειται για περίπτωση μη υπαρκτού αδικήματος στο Νόμο και ήγειρε θέμα έλλειψης δικαιοδοσίας του Κακουργοδικείου να προχωρήσει με την εκδίκαση της υπόθεσης. Η κα Πολυβίου υιοθέτησε τα όσα ανάφεραν οι συνάδελφοι της αγορεύοντας. Η κα Ευθυβούλου, εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, είπε πως δεν πρόκειται για αμιγώς νομικό ζήτημα και πως δεν αφορά θέμα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ήταν η εισήγηση της πως θα πρέπει να προχωρήσει η εκδίκαση της υπόθεσης, στα πλαίσια της οποίας θα εγερθούν και εξεταστούν τα αναφερθέντα ζητήματα όταν πλέον θα προσκομιστεί και η σχετική μαρτυρία. Τόνισε δε πως το αδίκημα της χειραγώγησης προβλέπεται στο Άρθρο 19 του Ν.116(Ι)/
- Όπως έχουμε ήδη αναφέρει το θέμα αυτό τέθηκε μετά την έκδοση Ενδιάμεσων Αποφάσεων του Δικαστηρίου επί αριθμού νομικών θεμάτων που είχαν εγερθεί υπό την μορφή προδικαστικών ενστάσεων και αφού οι Κατηγορούμενοι απάντησαν στις Κατηγορίες. Μεταξύ των νομικών αυτών ζητημάτων ήταν και η παλαιότερη εισήγηση του κ. Ευσταθίου για μη αποκάλυψη υπαρκτού ποινικού αδικήματος όπου μάλιστα ο κ. Ευσταθίου, αναπτύσσοντας τότε τη σχετική εισήγηση του, εντρύφησε ιδιαίτερα στην Οδηγία της Επιτροπής 116-2005-03/2011 (Κ.Δ.Π. 406/11). Εν πάση περιπτώσει εκείνο το οποίο προέχει να αποφασιστεί είναι το κατά πόσο αυτό είναι το κατάλληλο στάδιο εξέτασης των τεθέντων ζητημάτων. Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να εξετάζει θέματα που αναφέρονται στη διεξαγωγή της δίκης σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας κρίνεται αναγκαίο, ανάλογα με τις συνέπειες που ενέχει το θέμα στη διεξαγωγή και την πορεία της δίκης, είναι δεδομένη και αδιαμφισβήτητη[2]. Προτού γίνει αυτό οφείλουμε να επισημάνουμε ότι ενώπιον μας βασικά υπάρχουν δύο εισηγήσεις. Αφενός αυτή του κ. Τριανταφυλλίδη ο οποίος έθεσε το θέμα ως ζήτημα αντισυνταγματικότητας δια της παραβίασης του Άρθρου 12 του Συντάγματος και αφετέρου αυτή του κ. Ευσταθίου, ο οποίος έθεσε το θέμα υπό τη μορφή της ελλείψεως αρμοδιότητας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την Κατηγορία
- Όπως έχουμε αντιληφθεί, η επίκληση από πλευράς του κ. Ευσταθίου ζητήματος δικαιοδοσίας δεν διαφέρει κατ' ουσίαν από την εισήγηση που προώθησε ο κ. Τριανταφυλλίδης, αφού και οι δύο εισηγήσεις εδράζονται στην μη ύπαρξη αδικήματος. Όπως ήδη αναφέραμε ο ίδιος ο κ. Ευσταθίου είχε εγείρει συγκεκριμένη προδικαστική ένσταση για την ίδια Κατηγορία εισηγούμενος ότι δεν αποκαλύπτετο υπαρκτό ποινικό αδίκημα πάνω σε μία άλλη βάση, θέση η οποία και αποτέλεσε το αντικείμενο ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, έχει καταστεί πιστεύουμε σαφές ότι δεν εγείρεται στην πραγματικότητα ζήτημα δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας του Δικαστηρίου, αλλά ζήτημα μη ύπαρξης ποινικού αδικήματος. Παραμένει συνεπώς η απόφαση επί της εισήγησης, όπως αποκρυσταλλώνεται, ότι το ζήτημα θα πρέπει να εξεταστεί στο παρόν στάδιο ένεκα του ότι παραβιάζονται Συνταγματικές πρόνοιες. Ο κ. Τριανταφυλλίδης επικαλέστηκε προς υποστήριξη της θέσης του αυτής την απόφαση Δημοκρατία ν Ηρακλέους
(1994)2 Α.Α.Δ. 225, υποστηρίζοντας ότι το παρόν στάδιο είναι το κατάλληλο για εξέταση του εγερθέντος ζητήματος λόγω της καταλυτικής συνέπειας που αυτό αναμένεται να έχει. Όπως έχει νομολογηθεί ο περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος Κεφ. 155 - όπως και κάθε Νόμος που ίσχυε κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Συντάγματος - ερμηνεύεται και εφαρμόζεται προσαρμοσμένος στο μέτρο που είναι αναγκαίο προς το Σύνταγμα. Ανεξάρτητα δε από τις όποιες δικονομικές δυνατότητες παρέχει το Κεφ. 155, ο Κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να εγείρει ζήτημα παραβίασης Συνταγματικού δικαιώματος του και αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάσει τον ισχυρισμό και τις ενδεχόμενες επιπτώσεις αυτού. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Αστυνομία ν. Φάντη κ.α.
(1994)2 Α.Α.Δ. 160 στην σελ. 167: «Δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί εκ των προτέρων ένα στάδιο ως κατάλληλο για έγερση και εξέταση ισχυρισμών για παραβίαση ατομικών δικαιωμάτων που κατοχυρώνει το Σύνταγμα. Το κατάλληλο στάδιο είναι υποχρεωτικά συναρτημένο προς τη φύση του ισχυρισμού και τη φερόμενη επίδραση του στη διαδικασία ή σε επί μέρους ζήτημα της. Εκείνο που έχει σημασία για τον καθορισμό του κατάλληλου σταδίου είναι το περιεχόμενο του ισχυρισμού όπως αυτός διατυπώνεται και όχι η προοιμιακή αντίληψη ως προς το αν τέτοιος ισχυρισμός, θα είναι δύσκολο ή ακόμα αδύνατο να τεκμηριωθεί». Όλοι οι συνήγοροι οι οποίοι αγόρευσαν για το θέμα φαίνεται να εκλαμβάνουν ως δεδομένο ότι μια πιθανή μη ισχύς της Κ.Δ.Π. 406/11 εκβαραθρώνει ολόκληρη την Κατηγορία 2. Από δικής μας πλευρά όμως εξετάζοντας την φερόμενη επίδραση του εγειρόμενου ζητήματος στην παρούσα διαδικασία, κρίνουμε ότι αυτή δεν θα είναι καταλυτικής φύσεως, όποια και να είναι η κατάληξη μας επί της ισχύος ή μη της Κ.Δ.Π.406/11 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Και τούτο γιατί το αδίκημα της Κατηγορίας 2 εδράζεται και επί του Άρθρου 19 του Ν.116
(1)/2005, το οποίο αναφέρει τα εξής: «19. Απαγορεύεται σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο να χειραγωγεί την αγορά». Όπως είχαμε επισημάνει στην ενδιάμεση μας απόφαση ημερ. 26.5.2015 ο ίδιος ο Νόμος απαγορεύει τη χειραγώγηση εξειδικεύοντας μάλιστα στο εδάφιο
(1)του Άρθρου 20 τρεις περιπτώσεις οι οποίες θεωρούνται ως χειραγώγηση της αγοράς και παράλληλα με το εδάφιο
(2)του ιδίου άρθρου παραχωρήθηκε εξουσία στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να καθορίζει «επιπρόσθετα» και άλλες ενέργειες οι οποίες συνιστούν χειραγώγηση. Είναι νομίζουμε αυτονόητο πως ακόμα και να κριθεί χωρίς ισχύ η Κ.Δ.Π. 406/11 αυτό δεν θα οδηγήσει στην κατάργηση του ίδιου του Νόμου ο οποίος στην πραγματικότητα είναι αυτός που έχει ποινικοποιήσει τη χειραγώγηση. Συνεπώς, ακόμα και να ευσταθεί η εισήγηση των ευπαιδεύτων συνηγόρων ότι η Κ.Δ.Π. 406/11 δεν είχε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο (πράγμα που θα εξεταστεί στο κατάλληλο στάδιο), αυτό δεν θα οδηγούσε αυτόματα σε κατάληξη περί ανυπαρξίας ποινικού αδικήματος, αφού στην έκθεση αδικήματος περιλαμβάνεται και το Άρθρο
- Η ερμηνεία και το πλαίσιο εφαρμογής του εν λόγω άρθρου θα εξεταστεί εν πάση περιπτώσει σε μεταγενέστερο στάδιο μέσα στα πλαίσια της δίκης. Τονίζουμε ότι το ζήτημα παραμένει ανοιχτό χωρίς να αποφαινόμαστε με οποιονδήποτε τρόπο σε σχέση με την ουσία της εισήγησης, αφού τελική κατάληξη επί του ζητήματος θα προκύψει στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας στο τέλος της δίκης, και αφού φυσικά τοποθετηθούν όλοι οι συνήγοροι των διαδίκων. Εν πάση περιπτώσει αισθανόμαστε την ανάγκη να σημειώσουμε και το ότι είναι αμφίβολο το κατά πόσον όλα όσα ανέφερε ο κ. Τριανταφυλλίδης ως πραγματικό υπόβαθρο είναι όντως ζητήματα για τα οποία το Δικαστήριο θα μπορούσε να λάβει δικαστική γνώση, ζήτημα για το οποίο δεν αποφαινόμαστε. Δεδομένων των πιο πάνω δεν θεωρούμε ότι το παρόν είναι το κατάλληλο στάδιο για να εξεταστούν τα εγερθέντα ζητήματα. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ C:my documents/assize/endiameses apofasis [1] Ανδρέου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. 570/09, ημερ. 15.3.
- [2] Δέστε Δημοκρατία v. Ford κ.α. (Αρ. 2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο