← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Ανδρέα Κότσαπα κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 27891/14, 10/6/2015

Δημοκρατία ν. Ανδρέα Κότσαπα κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 27891/14, 10/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2015:20 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 27891/14 Δημοκρατία v 1. Ανδρέα Κότσαπα 2. Νίκου Μελιφρονίδη 3. Ανδρέα Στυλιανού Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 10 Ιουνίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Χατζηαθανασίου για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Α. Μαππουρίδης Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Σ. Αργυρού Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Σ. Μάτσας Κατηγορούμενοι παρόντες --------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα υπόθεση και στη βάση των Κατηγοριών 1-4 η Κατηγορούσα Αρχή προωθεί την εκδοχή ότι μεταξύ Απριλίου του 2014 και 4.9.14 οι Κατηγορούμενοι 1,2 και 3 συνωμότησαν, καλλιέργησαν και κατείχαν 210 φυτά κάνναβης με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα. Όταν οι Κατηγορούμενοι κλήθηκαν να προβάλουν την Υπεράσπιση τους επέλεξαν όλοι να καταθέσουν ενόρκως, δηλώνοντας ότι θα καλέσουν και μάρτυρες, πράγμα που ήδη έπραξαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2. Κάθε Κατηγορούμενος ζήτησε και του επιτράπηκε να αντεξετάσει τους συγκατηγορούμενους του. Κατά την αντεξέταση του Κατηγορουμένου 3 από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 1, τον κ. Μαππουρίδη, ο τελευταίος ζήτησε άδεια να τον αντεξετάσει και σε σχέση με τον καλό του χαρακτήρα και συγκεκριμένα σε σχέση με άλλη βιντεογραφημένη σε ψηφιακό δίσκο (
  2. cd)παράνομη συμπεριφορά, η οποία σχετίζεται με επεξεργασία φυτών κάνναβης. Στηριζόμενος στον Criminal Evidence Act 1898 και σε σχετική νομολογία προέβαλε: i. Ότι ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 3 με αναφορά στην §33 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο 27) έθεσε ευθέως θέμα και προέβαλε τον καλό του χαρακτήρα και ii. Ότι υπερασπιζόμενος ο Κατηγορούμενος 3 προέβαλε θέσεις που επηρεάζουν την υπεράσπιση του Κατηγορουμένου 1, εναντίον του οποίου δεν άφησε απλώς υπονοούμενα, αλλά εκ της αναφοράς του (Κατηγορουμένου 3) ότι ο ίδιος δεν ασχολείται με καλλιέργεια φυτών κάνναβης σε οποιοδήποτε μέρος είτε στον Πύργο είτε αλλού, προκύπτει σαφώς η θέση του ότι ο Κατηγορούμενος 1 ως ιδιοκτήτης του χώρου - στον οποίο εντοπίστηκαν φυτά κάνναβης - και ο Κατηγορούμενος 2 ως ο διαμένων εκεί είναι τα άτομα που διέπραξαν τα αδικήματα. Στο αίτημα αυτό ενέστη ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 3 κ. Μάτσας και με αναφορά σε σχετική νομολογία, προέβαλε τα ακόλουθα: i. Ο Κατηγορούμενος 3 ουδέποτε μίλησε για τον καλό του χαρακτήρα. Η δε αναφορά του στην §34 του Εγγράφου 27 ότι δεν έχει καμία σχέση με τη φυτεία των φυτών κάνναβης για τα οποία κατηγορείται αφορά ακριβώς τις επίδικες κατηγορίες ως μέρος της Υπεράσπισης του. Όσον αφορά την §33 της ίδιας δήλωσης η αναφορά που γίνεται εκεί είναι για να δώσει εξηγήσεις ο Κατηγορούμενος 3 σε σχέση με τις έρευνες που διενεργήθηκαν από την Αστυνομία, ήτοι τη θέση του ότι οι πληροφοριοδότες έλεγαν ψέματα. Εν πάση δε περιπτώσει η εν λόγω αναφορά του Κατηγορουμένου 3 είναι άμεσα συνδεδεμένη με τα επίδικα φυτά κάνναβης εφόσον οι έρευνες της Αστυνομίας στον Πύργο έγιναν εξαιτίας της αποκάλυψης των επίδικων φυτών κάνναβης. ii. Ο Κατηγορούμενος 3 ουδέποτε αντεξέτασε οποιοδήποτε μάρτυρα για τον καλό του χαρακτήρα. iii. Ο Κατηγορούμενος 3 δεν έχει καταθέσει ως μάρτυρας εναντίον άλλου προσώπου που κατηγορείται για το ίδιο αδίκημα, αλλά απλώς προβάλλει την υπεράσπιση του και iv. Δεν τέθηκε οποιοδήποτε υπόβαθρο μαρτυρίας για τον ψηφιακό δίσκο (CD), δεν παρουσιάστηκε ο παραγωγός του δίσκου και καμιά μαρτυρία για τις συνθήκες βιντεογράφησης ή για την αυθεντικότητα του δίσκου. Ως εκ τούτου είναι αδύνατο να κατατεθεί ως τεκμήριο. Νομική Πτυχή Το δικαίωμα ενός κατηγορουμένου να μην αντεξεταστεί σε σχέση με το χαρακτήρα του και τις προηγούμενες καταδίκες του διέπεται από το Άρθρο 1(
  3. f)του Criminal Evidence Act, 1898[1]. Το εν λόγω Άρθρο βασικά επενεργεί ως ασπίδα για τον κατηγορούμενο παρέχοντας του μια προνομιακή μεταχείριση και απαγορεύοντας την υποβολή ερωτήσεων σχετικώς με τον κακό του χαρακτήρα. Η προστασία αυτή αίρεται στις περιπτώσεις που ρητώς καθορίζονται στα υποεδάφια (i), (
  4. ii)και (iii) του εδ. (
  5. f)του Άρθρου 1, οπότε και υπόκειται σε αντεξέταση τόσο για τον κακό του χαρακτήρα όσο και για τις προηγούμενες καταδίκες του. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι και σε αυτές ακόμη τις περιπτώσεις το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να αποκλείει ερωτήσεις όταν μια τέτοια πορεία ενδέχεται να επηρεάσει τον κατηγορούμενο υπέρμετρα σε σύγκριση με την αποδεικτική αξία μιας τέτοιας μαρτυρίας. Το εδ.(
  6. f)του Άρθρου 1 έχει ερμηνευθεί σε σειρά υποθέσεων από την Αγγλική νομολογία. Στη Maxwell ν. D.Ρ.Ρ.

(1935)A.C. (H.L.) 309[2] o Λόρδος Sankey υπέδειξε (βλ. σελ. 317) ότι σκοπός της σχετικής πρόνοιας είναι να μην καταστεί ο κατηγορούμενος ένας συνήθης μάρτυρας. Αν αυτό επιτρεπόταν, ο κατηγορούμενος θα αντεξεταζόταν επί των προηγούμενων καταδικών του με αποτέλεσμα τη σπάνια αθώωση ενός αδικοπραγήσαντος. Μια τέτοια πορεία - συνεχίζει ο Λόρδος Sankey - θα παραβίαζε μια από τις πλέον θεμελιώδεις αρχές του Ποινικού Δικαίου[3] η οποία, όπως έχει διατυπωθεί στην Makin v. Attorney-General of New South Wales
(1894)A.C. 57, 65,[4] έχει ως εξής: "It is undoubtedly not competent for the prosecution to adduce evidence tending to show that the accused has been guilty of criminal acts other than those covered by the indictment for the purpose of leading to the conclusion that the accused is a person likely from his criminal conduct or character to have committed the offence of which he is being tried." Σε μετάφραση: «Χωρίς αμφιβολία δεν είναι ορθό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάζει μαρτυρία που να τείνει να δείξει ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος εγκληματικών πράξεων άλλων από εκείνες που καλύπτονται από το κατηγορητήριο με σκοπό να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο το οποίο λόγω της εγκληματικής συμπεριφοράς του ή του χαρακτήρα του πιθανόν να διέπραξε το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται.» Κύριος και μοναδικός σκοπός του Άρθρου 1(
  1. f)είναι η προστασία των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων. Οι κανόνες που έχουν τεθεί από το επίμαχο Άρθρο στοχεύουν στο να καταστήσουν τη δίκη δίκαιη και αποτελούν πτυχές της δίκαιης δίκης.[5] Όσον αφορά ειδικά την παρούσα υπόθεση με βάση τις τοποθετήσεις του κ. Μαππουρίδη αντιλαμβανόμαστε πως επικαλείται ότι ο Κατηγορούμενος 3: 1. Αφενός κατέστησε ο ίδιος επίδικο τον δικό του χαρακτήρα, και 2. Αφετέρου έδωσε μαρτυρία εις βάρος του Κατηγορουμένου 1. Εκλαμβάνουμε συνεπώς πως ο κ. Μαππουρίδης επικαλείται τα υποεδάφια (
  2. ii)και (iii) του Άρθρου 1(
  3. f)τα οποία έχουν ως εξής: "1. Εvery person charged with an offence .shall be a competent witness for the defence at every stage of the proceedings. Provided as follows: (
  4. f)A person charged and called as a witness in pursuance of this Act shall not be asked, and if asked shall not be required to answer, any question tending to show that he has committed or been convicted of or been charged, with any offence other than that wherewith he is then charged, or is of bad character, unless (
  5. i).................. or (
  6. ii)he has personally or by his advocate asked questions of the witnesses for the prosecution with a view to establish his own good character, or has given evidence of his good character, or the nature or conduct of the defence is such as to involve imputations on the character of the prosecutor or the witnesses for the prosecution; or (iii) he has given evidence against any other person charged with the same offence." Σε μετάφραση: «Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για διάπραξη αδικήματος .... θα είναι ικανός μάρτυρας για την υπεράσπιση σε όλα τα στάδια της διαδικασίας ... Νοείται ότι: ... (
  7. f)Πρόσωπο που κατηγορείται και καλείται ως μάρτυρας δυνάμει του Νόμου τούτου δεν θα ερωτηθεί, και αν ερωτηθεί δεν θα απαιτηθεί να απαντήσει, οποιαδήποτε ερώτηση που τείνει να δείξει ότι τούτο έχει διαπράξει ή έχει καταδικαστεί ή έχει κατηγορηθεί για οποιοδήποτε αδίκημα άλλο από εκείνο για το οποίο κατηγορείται ή ότι είναι κακού χαρακτήρα εκτός αν (
  8. i)............... ή (
  9. ii)έχει ο ίδιος ή μέσω του δικηγόρου του υποβάλει ερωτήσεις στους μάρτυρες κατηγορίας με σκοπό να αποδείξει το δικό του καλό χαρακτήρα ή έχει δώσει μαρτυρία για το δικό του καλό χαρακτήρα, ή η φύση ή ο τρόπος προβολής της υπεράσπισής του είναι τέτοια που εμπεριέχει υπονοούμενα για το χαρακτήρα του Κατήγορου ή των μαρτύρων της Κατηγορούσας Αρχής ή (iii) έχει δώσει μαρτυρία εναντίον άλλου προσώπου που κατηγορείται για το ίδιο αδίκημα ...» (οι εμφάσεις είναι του παρόντος Δικαστηρίου) 1. Προβολή Καλού Χαρακτήρα Άρθρο 1(f)(
  10. ii)Το κατά πόσο κάποιος κατηγορούμενος έχει προβάλει τον καλό του χαρακτήρα σε βαθμό που να επιτραπεί η αντεξέταση του εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης. Στον Cross on Evidence, 5η έκδοση, σελ. 425[6], υποδεικνύεται ότι, γενικώς ομιλούντες, η μαρτυρία του κατηγορουμένου για το χαρακτήρα του λαμβάνει τη μορφή υπαινιγμών σε σχέση με το αθώο ή αξιέπαινο παρελθόν του και οι αποφάσεις βεβαίως δεν καταδεικνύουν οποιαδήποτε μεγάλη απροθυμία εκ μέρους των Δικαστηρίων να κρίνουν ότι έχει καταστήσει τον χαρακτήρα του επίδικο με μια τέτοια αναφορά. Ισχυρισμός κάποιου σε σχέση με τον τακτικό εκκλησιασμό του,[7] ισχυρισμός του ότι κέρδιζε τίμια το ψωμί του για σημαντικό χρονικό διάστημα[8] και η καταφατική απάντηση του στην ερώτηση κατά πόσο είναι παντρεμένος έχοντας οικογένεια και σταθερή εργασία[9], έχουν θεωρηθεί ως περιπτώσεις στις οποίες θα χαθεί η προστασία που προσφέρεται από το Άρθρο 1(f). Στην υπόθεση Γρηγορίου v. Δημοκρατίας (Αρ. 2)
(2001)2 Α.Α.Δ 571 ο εφεσείων, κατά τη διάρκεια της ένορκης του μαρτυρίας, ισχυρίστηκε πως αδίκως η Αστυνομία τον κατέτρεχε ενώ από το 1991 δεν είχε διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα ή ενόχλησε οποιονδήποτε. Επικαλέστηκε στο πλαίσιο αυτών των ισχυρισμών και την ύπαρξη πιστοποιητικού της Αστυνομίας για τον καλό του χαρακτήρα. Το Κακουργιοδικείο, επέτρεψε την αντεξέταση του και η εν λόγω κρίση του επικυρώθηκε κατ' έφεσιν. Έχοντας κατά νουν όλα τα πιο πάνω, κεντρικό σημείο εξέτασης στην παρούσα αποτελεί η ερμηνεία των αναφορών στις οποίες προέβη ο Κατηγορούμενος 3 στην §33 της Γραπτής Δήλωσης του, Έγγραφο 27. Με άλλα λόγια διερευνάται κατά πόσο μέσω αυτών των αναφορών του έθεσε ευθέως θέμα του καλού του χαρακτήρα. Η §33 έχει ως εξής: «33. Ουδέποτε καλλιεργούσα ή είχα φυτά κάνναβης στον Πύργο ή οπουδήποτε αλλού και όπως αποδείκτηκε μετά από εκτεταμένες έρευνες της Αστυνομίας οι πληροφοριοδότες έλεγαν ψέματα και ουδέποτε μετέφερα είτε από τον Πύργο ή από οπουδήποτε αλλού και ουδέποτε φύτεψα είτε μόνος μου είτε με τον Κατηγορούμενο 1 τα φυτά κάνναβης που κατηγορούμαι.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Για να καταστεί κατανοητό το ευρύτερο πλαίσιο εντός του οποίου έγινε η πιο πάνω αναφορά θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι: i. Στις 14.9.14 στην κατάθεση του, Τεκμήριο 74, ο Κατηγορούμενος 2 είχε αναφέρει πως όπως έμαθε από τον Κατηγορούμενο 1 «..τα φυτά είχαν τα μαζί με τον Στυλιανού (Κατηγορούμενο 3) στον Πύργο και θα τα έφερναν να τα φυτέψουν στο hangar γιατί άρχισαν να μεγαλώνουν», πράγμα για το οποίο είχε αναφέρει στην προηγούμενη του κατάθεση, Τεκμήριο 72, πως είχαν πράξει από τον Μάιο του 2014, δηλαδή τη φύτευση. ii. Στην προφορική του μαρτυρία ο Κατηγορούμενος 2 αναφέρθηκε στις γραπτές του καταθέσεις στην Αστυνομία υποστηρίζοντας πως δεν περιέχουν οποιοδήποτε ψέμα, δηλαδή τις υιοθέτησε ενώπιον μας. iii. Στη γραπτή δήλωση του, Έγγραφο 24, ο Κατηγορούμενος 2, αναφέρεται σε συνεργασία των Κατηγορουμένων 1 και 3 για τη φυτεία («.σιγουρεύτηκα ότι είχαν βάλει φυτεία μέσα στην αποθήκη»). Τα πιο πάνω, εξ όσων εκτιμούμε, είναι μέρος της εκδοχής την οποία στηριζόμενη και σε άλλη μαρτυρία προωθεί η Κατηγορούσα Αρχή όσον αφορά όλους και ιδιαίτερα τους Κατηγορούμενους 1 και 3. Περαιτέρω προσκομίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή μαρτυρία ότι στη βάση πληροφοριών για ύπαρξη ναρκωτικών είχαν διενεργηθεί από την Αστυνομία έρευνες με τη χρήση εκσκαφέων σε ανοικτό χώρο και εγκαταλελειμμένα υποστατικά στον Πύργο στις 9.9.14 και 11.9.14 αντίστοιχα, στη βάση γραπτών συγκαταθέσεων (Τεκμήρια 78 και 79)[10]. Η παρουσιασθείσα μαρτυρία αναφέρει ότι από τις έρευνες αυτές δεν προέκυψε οτιδήποτε το επιλήψιμο σε βάρος του Κατηγορουμένου 3. Εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να σημειώσουμε πως ο Κατηγορούμενος 3 δεν κατηγορείται για οποιοδήποτε ναρκωτικό ή φυτό ανευρέθηκε στον Πύργο. Κατηγορείται για 210 φυτά τα οποία εντοπίστηκαν στη Λακατάμεια. Η προσαχθείσα μαρτυρία δεν αναφέρεται σε οποιαδήποτε διασύνδεση των επιδίκων φυτών κάνναβης με τις όποιες πληροφορίες υπήρξαν για ναρκωτικά σε άλλους χώρους στον Πύργο με εμπλεκόμενο τον Κατηγορούμενο 3. Είναι δε θέμα κοινής λογικής πως τα ανευρεθέντα και κατασχεθέντα δεν θα μπορούσαν να αναζητούνται στις έρευνες στον Πύργο. Επίσης, ως θέμα κοινής λογικής η υπερασπιστική γραμμή του Κατηγορουμένου 3 στη βάση της προωθούμενης από την Κατηγορούσα Αρχή εκδοχής εξυπηρετείτο με την άρνηση του: (
  1. i)ότι τον Μάιο του 2014 καλλιεργούσε φυτά (
  2. ii)ότι καλλιεργούσε τα επίδικα φυτά στον Πύργο (iii) ότι τον Μάιο του 2014 μετέφεραν και φύτεψαν τα επίδικα φυτά στη Λακατάμεια, καλλιεργώντας τα εφεξής με τον Κατηγορούμενο 1. Ακριβώς τα πιο πάνω φαίνεται να προέβαλε στην επόμενη §34 η οποία έχει ως ακολούθως: «34. Δεν έχω καμία σχέση με την φυτεία των φυτών κάνναβης που κατηγορούμαι ή την κατασκευή της αποθήκης μέσα στην οποία βρέθηκαν ή την εγκατάσταση του συστήματος ποτίσματος ή την αγορά ή επιλογή των λάστιχων και εξαρτημάτων ποτίσματος ή την επιχωμάτωση της αποθήκης ή την καλλιέργεια της φυτείας.» Στην σχετική αναφορά του στην §33 όμως ο Κατηγορούμενος 3 δεν περιορίστηκε στα επίδικα φυτά, ούτε έθεσε άλλο χρονικό ή τοπικό περιορισμό ο οποίος να παραπέμπει σ΄ αυτά. Βασικά έπραξε ακριβώς το αντίθετο, προβάλλοντας ότι ουδέποτε καλλιέργησε ή είχε φυτά κάνναβης στον Πύργο ή οπουδήποτε αλλού, με αποτέλεσμα η εν λόγω θέση του να ισοδυναμεί ουσιαστικά με τον ισχυρισμό ότι «εγώ ποτέ και πουθενά δεν καλλιέργησα ή είχα φυτά κάνναβης». Τη θέση αυτή μάλιστα επιβεβαίωσε και προφορικά προς τον κ. Μαππουρίδη. Σημειώνεται ότι και ο κ. Μάτσας δεν αμφισβήτησε το γεγονός ότι οι έρευνες που είχαν διενεργηθεί στον Πύργο, αν και αφορούσαν αδικήματα της ίδιας φύσης με τα επίδικα, δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση ή διασύνδεση με τα επίδικα αδικήματα και φυτά κάνναβης. Μάλιστα αποδίδει τη σχετική αναφορά του Κατηγορουμένου 3 ότι ουδέποτε ασχολήθηκε με τέτοια πράγματα - δηλ. κατοχή ή καλλιέργεια φυτών κάνναβης στον Πύργο ή οπουδήποτε αλλού - στην ανάγκη του να σχολιάσει το θέμα των άλλων ερευνών που διενεργήθηκαν από την Αστυνομία. Το γεγονός ότι εξ αφορμής της μαρτυρίας για τις πιο πάνω έρευνες ο Κατηγορούμενος 3 αισθάνθηκε την ανάγκη να δηλώσει ότι ουδέποτε καλλιεργούσε ή είχε φυτά κάνναβης στον Πύργο ή οπουδήποτε αλλού δεν μπορεί ασφαλώς να θεωρηθεί ως μέρος της υπερασπιστικής του γραμμής. Κατά την άποψη μας ο Κατηγορούμενος 3 έχει από μόνος του επιλέξει να επεκταθεί, χωρίς να ήταν υποχρεωμένος για σκοπούς υπεράσπισης του να το πράξει, και με αυτό τον τρόπο έθεσε ευθέως θέμα για τον καλό του χαρακτήρα, καθιστώντας τον με άλλα λόγια επίδικο. Με αυτό τον τρόπο έχει, επομένως, απολέσει την ασπίδα προστασίας που του δίδει ο Νόμος, με συνέπεια πλέον να υπόκειται σε αντεξέταση για τον κακό του χαρακτήρα και στη βάση αυτή το αίτημα θα πρέπει να εγκριθεί. 2. Μαρτυρία εναντίον Συγκατηγορουμένου - Άρθρο 1(f)(iii) Το Άρθρο 1(f)(iii) του Criminal Evidence Act, 1898 αναφέρεται στις περιπτώσεις εκείνες όπου ο κατηγορούμενος δίδει μαρτυρία εναντίον συγκατηγορουμένου ο οποίος αντιμετωπίζει την ίδια κατηγορία. Στην υπόθεση R. v. Davis
(1975)1 W.L.R. 345 δύο κατηγορούμενοι συνεκδικάζονταν για το αδίκημα της κλοπής. Από τη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής προέκυπτε ότι είτε μόνο ο ένας έκλεψε τα αντικείμενα είτε ότι τα έκλεψαν και οι δύο μαζί. Από τη στιγμή δε που ο ένας κατηγορούμενος θα προέβαλλε την υπεράσπιση ότι δεν τα έκλεψε ο ίδιος, θα συναγόταν ότι τα έκλεψε ο άλλος κατηγορούμενος. Στην κυρίως εξέταση του ο κατηγορούμενος είπε «Δεν λέω ότι ο άλλος πήρε τα αντικείμενα. Αφού όμως δεν τα πήρα εγώ και χάθηκαν θα πρέπει να τα πήρε. Αλλά δεν λέω ότι το έκανε»[11]. Ενόψει αυτού επετράπη πρωτοδίκως η απόδειξη των προηγουμένων καταδικών του. Το Εφετείο επικυρώνοντας την πιο πάνω κρίση είπε ότι επειδή η άρνηση του ενός κατηγορούμενου ότι διέπραξε το αδίκημα αναγκαστικά υπέσκαπτε την υπεράσπιση του συγκατηγορούμενου του, η άρνηση αυτή αποτελούσε μαρτυρία ενάντια στον συγκατηγορούμενο εντός της έννοιας του Άρθρου 1(f)(iii). Κρίνουμε σκόπιμο στο σημείο αυτό να παραθέσουμε την ακόλουθη περικοπή από την πιο πάνω απόφαση στη σελίδα 348: "The meaning of the words "he had given evidence against any other person charged with the same offence" in section 1 (f)(iii) of the Criminal Evidence Act 1898 was considered by the House of Lords in Murdoch v. Taylor [1965] A.C.
  1. The following propositions were clearly established by that case: first, that what an accused person says in cross- examination is just as much a part of his evidence as what he says in examination; secondly, that "evidence against" means evidence which supports the prosecution's case or undermines the defence of the co-accused; and thirdly, that it is not necessary to show the witness to have had a hostile intent against his co-accused. When what happened in this case is examined against these propositions it seems clear to us that the defendant did give evidence against the co- accused. As only he or the co-accused or both of them could have stolen the cross on a chain, his denial that he had done so necessarily meant that the co-accused had. In cross-examination, whilst trying to avoid saying that the co-accused had stolen these articles, he said he must have done so. In our judgment these answers would have undermined the co-accused's defence. We should add that we have attached no importance to the use by the defendant of such phrases as "pack of lies" and "that was dreamed up yesterday" as forms of denial. A denial in restrained language is often more likely to undermine the evidence of a co-accused than a denial in more vehement terms. It was submitted on behalf of the defendant that there was a fallacy in our reasoning because mere denials are not the kind of evidence contemplated by section 1 (f) (iii). This was based on an opinion expressed by Winn J. in Reg. v. Stannard [1965] 2 Q.B. 1, 12, approved and adopted by Lord Donovan in Murdoch v. Taylor [1965] A.C. 574,
  2. It may well be that, as Winn J. put it in Reg. v. Stannard, at p. 12: ". mere conflict between a version of fact given by one defendant and a version given by another defendant is quite insufficient to amount to evidence given by the one against the other." Much will depend, however, upon the relevance of the conflict to the issues in the case. Here the conflict went to the very root of the case. If the jury accepted the defendant's denial, the co-accused had little chance of acquittal. For his part the defendant had to make the denial if he was to have any chance of being acquitted and in making it, by under-mining the co-accused's defence, he exposed himself to cross-examination about his previous convictions, thereby severely damaging, probably destroying, such chances as he had." (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην υπόθεση R. v. Varley
(1982)75 Cr. App. R.242 το Άρθρο 1(f)(iii) του Criminal Evidence Act, 1898 επεξηγήθηκε έτι περαιτέρω. Εκεί ο D κατηγορούμενος κατέθεσε ότι είχε λάβει μέρος στην επίδικη ληστεία γιατί τον υποχρέωσε προς τούτο ο V κατηγορούμενος. Ο V αρνήθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή και ισχυρίστηκε ότι η εκδοχή του D ήταν ψευδής. Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να επιτρέψει την αντεξέταση του V κατηγορούμενου επί των προηγουμένων καταδικών του κρίθηκε κατ' έφεσιν ορθή. Στα πλαίσια της απόφασης του το Εφετείο διατύπωσε ως ακολούθως τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπ' όψιν από το Δικαστήριο όταν εξετάζει θέμα εφαρμογής του Άρθρου 1(f)(iii): "Now putting all the reported cases together, are there established principles which might serve as guidance to trial judges when called upon to give rulings in this very difficult area of the law? We venture to think that they are these and, if they are borne in mind, it may not be necessary to investigate all the relevant authorities.
(1)If it is established that a person jointly charged has given evidence against the co-defendant that defendant has a right to cross-examine the other as to previous convictions and the trial judge has no discretion to refuse an application.
(2)Such evidence may be given either in chief or during cross-examination.
(3)It has to be objectively decided whether the evidence either supports the prosecution case in a material respect or undermines the defence of the co-accused. A hostile intent is irrelevant.
(4)If consideration has to be given to the undermining of the other's defence care must be taken to see that the evidence clearly undermines the defence. Inconvenience to or inconsistency with the other's defence is not of itself sufficient,
(5)Mere denial of participation in a joint venture is not of itself sufficient to rank as evidence against the co-defendant. For the proviso to section 1 (f) (iii) to apply, such denial must lead to the conclusion that if the witness did not participate then it must have been the other who did.
(6)Where the one defendant asserts or in due course would assert one view of the joint venture which is directly contradicted by the other such contradiction may be evidence against the co-defendant." (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το βασικό κριτήριο για το τι συνιστά κατάθεση ενάντια σε άλλο συγκατηγορούμενο είναι κατά πόσο η μαρτυρία τείνει να καταστήσει την αθώωση του άλλου λιγότερο πιθανή. Η αγγλική υπόθεση R v. Hatton
(1976)64 Cr.App. R. 88 κρίνεται, κατά την άποψη μας, ιδιαίτερα χρήσιμη αναφορικά με την ερμηνεία του εδ.1(f)(iii). Μαρτυρία ενάντια σε συγκατηγορούμενο υφίσταται και όταν αυτή έχει ως αποτέλεσμα να υποστηρίξει ένα σημαντικό σημείο της εκδοχής που προωθεί η Κατηγορούσα Αρχή και που ο συγκατηγορούμενος έχει αρνηθεί, καθιστώντας με αυτό τον τρόπο την καταδίκη του πιο πιθανή και μειώνοντας έτσι τις πιθανότητες του για αθώωση. Στην υπόθεση εκείνη ο εφεσείων και άλλοι δύο κατηγορούντο για κλοπή παλιοσιδερικών. Ο Κατηγορούμενος 1 αρνήθηκε ότι υπήρχε σχέδιο για την κλοπή τους, ενώ οι άλλοι δύο, ένας εκ των οποίων ήταν ο εφεσείων, ισχυρίστηκαν ότι υπήρχε σχέδιο άλλά δεν έδρασαν ανέντιμα. Επετράπη στο συνήγορο του Κατηγορουμένου 1 να αντεξετάσει τον εφεσείοντα στη βάση του ότι είχε καταθέσει ενάντια στον Κατηγορούμενο 1 εντός της έννοιας του εδ.1(f)(iii), εφόσον η μαρτυρία του υπέσκαπτε την εκδοχή του Κατηγορουμένου
  1. Στην έφεση αποφασίστηκε ότι η μαρτυρία του εφεσείοντος, εφόσον υποστήριζε σημαντικό σημείο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής που ο Κατηγορούμενος 1 είχε αρνηθεί, καθιστούσε την καταδίκη του πιθανότερη και ως εκ τούτου περιόριζε τις πιθανότητες του για αθωώση. Παραθέτουμε στο σημείο αυτό σχετική περικοπή από την πιο πάνω απόφαση: "...Hatton, on the other hand, had supported a material part of the prosecution's case which Hildon had denied, namely that Hildon had set out for the site with Hatton and Ripley to collect scrap for Hildon's step-brother and he had contradicted Hildon's evidence that he had only joined them later on the site. That evidence of Hatton, if believed, brought Hildon into a plan to collect scrap, albeit honest; and although it provided Hildon with another defence, it not merely undermined his credit but on balance did more to undermine his defence than to undermine the prosecution's case. Indeed it supported the prosecution's case in a material respect, that there was a plan to take scrap from the site, and thereby rendered Hildon's conviction more likely and reduced his chances of acquittal.." (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην παρούσα περίπτωση κατέστη σαφές ότι η υπερασπιστική γραμμή του Κατηγορουμένου 1 είναι πως παρότι ο ίδιος κατέχει το επίδικο τεμάχιο, παρότι είχε εκεί πολλές από τις επαγγελματικές του δραστηριότητες και παρότι εμπλέκεται στην ανέγερση της αστέγαστης αποθήκης στην οποίαν εντοπίστηκαν τα φυτά, εντούτοις δεν σχετίζεται με τα φυτά κάνναβης και δεν γνωρίζει ποιος τα καλλιεργούσε. Έχοντας υπ' όψιν του την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής και ιδιαίτερα τη θέση ότι τα φυτά φυτεύτηκαν αρχές Μαΐου του 2014 τόσο μέσα από την αντεξέταση άλλων μαρτύρων όσο και κατά τη δική του μαρτυρία, αλλά και μέσω μαρτύρων που κάλεσε, προσπάθησε αφενός να καταδείξει τις δραστηριότητες και τις διάφορες ενέργειες του στο τετράμηνο μέχρι τις 4.9.14 και αφετέρου να αποσυνδεθεί από άλλες ενέργειες ή αντικείμενα που πιθανόν να ερμηνευθούν τελικώς ότι σχετίζονται με την παρουσία του στον χώρο ή με την καλλιέργεια των φυτών. Το όλο ιστορικό το οποίο προώθησε καταγράφεται στη Γραπτή Δήλωση του, Έγγραφο 18, και συμπληρώνεται από την προφορική του μαρτυρία. Αντεξετάζοντας τον Κατηγορούμενο 1 ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 3 κ. Μάτσας τού υπέβαλε ότι δεν είναι λογικό να κλείδωνε την αστέγαστη αποθήκη αν δεν υπήρχε κάτι μέσα[12], ότι η γραμμή αποστασιοποίησης του από το τι βρέθηκε στον δικό του χώρο είναι σκέψεις εκ των υστέρων, ότι αυτή δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και ότι αν όλα όσα ισχυρίζεται σήμερα ήταν αλήθεια[13] θα τα είχε πει και στις γραπτές ερωτήσεις της Αστυνομίας κατά τη λήψη της κατάθεσης του[14]. Για ό,τι μας ενδιαφέρει στο εξεταζόμενο θέμα επισημαίνουμε ότι: (α) Στο Έγγραφο 18 ο Κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι από τις 18.7.14 δεν εισήλθε στην αστέγαστη αποθήκη και ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε για τα φυτά και για διάφορα άλλα αντικείμενα - τεκμήρια, μεταξύ των οποίων ούτε για τον ψεκαστήρα, Τεκμήριο 17 τον οποίο ισχυρίστηκε ότι είδε για πρώτη φορά στα τεκμήρια του Δικαστηρίου. Αντεξετάζοντας ο κ. Μάτσας υπέβαλε στον Κατηγορούμενο 1 ότι ο ίδιος τον ζήτησε από τον Κατηγορούμενο 3, ο οποίος τού τον έφερε, χωρίς ο τελευταίος να γνωρίζει πού θα τον χρησιμοποιούσε. Την υποβολή αυτή αρνήθηκε ο Κατηγορούμενος 1[15]. (β) Στο Έγγραφο 18 επίσης, περιγράφοντας τις δραστηριότητες του για τις 2.9.14 ο Κατηγορούμενος 1 δεν ανέφερε συνάντηση του στο τεμάχιο του με τον Κατηγορούμενο
  2. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Κατηγορουμένου 3, κ. Μάτσα, αρνήθηκε ότι υπήρξε τέτοια συνάντηση, καθώς και ότι ο ίδιος μετέφερε τον Κατηγορούμενο 3 εκείνη τη μέρα στο Δάλι για να παραλάβει σκυλάκι[16]. Κατ' ανάλογον τρόπο και η υπερασπιστική γραμμή του Κατηγορουμένου 3 ήταν πως παρότι υπήρξε φίλος και συνεργάτης με τον Κατηγορούμενο 1 και παρότι πήγαινε στο επίδικο τεμάχιο μεταφέροντας εκεί και διάφορα πράγματα (π.χ. ψεκαστήρα, ποτά κ.λ.π) εντούτοις ο ίδιος δεν σχετίζεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο με την καλλιέργεια των επίδικων φυτών κάνναβης. Παρέθεσε και αυτός το ιστορικό των διαφόρων ενεργειών του για το επίδικο χρονικό διάστημα. Όσον αφορά τα δύο σημεία υπό (α) και (β) ανωτέρω: (α) Στη Γραπτή Δήλωση του, Έγγραφο 27, (§17) ανέφερε ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 του ζήτησαν και τους έφερε το Τεκμήριο 17 (ψεκαστήρα) και σε άλλο σημείο (§20) ότι ο ίδιος έφερε το Τεκμήριο 17 στον Κατηγορούμενο 1 όταν τού το είχε ζητήσει. Την ίδια θέση επανέλαβε και προφορικά λέγοντας ότι το έφερε του φίλου του, του Κατηγορουμένου 1[17]. (β) Στη Γραπτή Δήλωση του επίσης (Έγγραφο 27) ανέφερε ότι στις 2.9.14 πήγε στο τεμάχιο παίρνοντας εκεί διάφορα ποτά, μεταξύ άλλων και ποτά όπως το Τεκμήριο
  3. Προσέθεσε ότι περί τις 17:00 συνάντησε εκεί τον Κατηγορούμενο 1, ο οποίος περί τις 18:00-18:30 τον μετέφερε στο Δάλι όπου παρέλαβε το σκυλάκι και επέστρεψαν πίσω. Αυτό επανέλαβε και προφορικά[18], αρνούμενος υποβολή περί του αντιθέτου. Θα πρέπει λοιπόν τα πιο πάνω να εξεταστούν υπό το φως των σχετικών αρχών και συγκεκριμένα να διερευνηθεί κατά πόσον αυτά συνιστούν μαρτυρία που είτε υποστηρίζει την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής σε ουσιώδη πτυχή, είτε υποσκάπτει σαφώς την υπεράσπιση του Κατηγορουμένου
  4. Όσον αφορά τον ψεκαστήρα, για να αντιληφθεί κάποιος τη σημασία που δυνατόν στο τέλος να αποδοθεί σ' αυτό το τεκμήριο, θα πρέπει καταρχάς να έχει υπ΄ όψιν του τις φωτογραφίες 14 και 15 του Τεκμηρίου
  5. Η προσφερθείσα μαρτυρία αναφέρεται στο ότι αυτές απεικονίζουν τον ψεκαστήρα στο σημείο που εντοπίστηκε στις 4.9.
  6. Το σημείο αυτό είναι δεξιά μόλις εισέλθει κάποιος στην αστέγαστη αποθήκη, αν τελικά γίνει δεκτή η μαρτυρία του Μ.Κ.
  7. Οι φωτογραφίες απεικονίζουν τον ψεκαστήρα δίπλα από τα φυτά κάνναβης και δίπλα από διάφορα κιβώτια με άλλα χρειώδη για καλλιέργεια φυτών π.χ. λιπάσματα (Fetrilon Combi 2), εντομοκτόνα (Dursban) και ορμόνες (Tecamin), αν γίνει δεκτή η μαρτυρία του γεωπόνου, Μ.Κ.
  8. Η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής είναι πως ο ψεκαστήρας σχετίζεται με την καλλιέργεια, τη συντήρηση και ανάπτυξη των φυτών και μέσω του Μ.Κ.10 προωθεί τη θέση ότι υπήρξε ζιζανιοκτονία (Έγγραφο 11). Με αυτά και μόνο τα στοιχεία, τα οποία αναφέρονται ενδεικτικά και υπό τον όρο ότι κριθούν τελικώς αποδεκτά, καθίσταται προφανής η σημασία του ψεκαστήρα στην υπόθεση και κυρίως του ποιος τον παρήγγειλε, παρέλαβε, κατείχε ή χρησιμοποίησε. Οτιδήποτε από τα πιο πάνω θα ήταν σίγουρα ένα στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας το οποίο, αναλόγως της αξιολόγησης του ή και του συνδυασμού του με τυχόν άλλα στοιχεία, θα αύξανε τις πιθανότητες οποιουδήποτε για καταδίκη και αντίστοιχα θα μείωνε τις πιθανότητες του για αθώωση[19]. Είναι λοιπόν αυτονόητο πως αν γίνει δεκτή η θέση του Κατηγορουμένου 1 (ότι δεν γνωρίζει κάτι για τον ψεκαστήρα) αυτός αποφεύγει οποιοδήποτε κίνδυνο χρήσης αυτού του στοιχείου εναντίον του. Αντιθέτως όμως εάν γίνει δεκτή η θέση του Κατηγορουμένου 3 αυξάνονται οι πιθανότητες ενοχοποίησης του Κατηγορουμένου
  9. Υπ΄ αυτή την τελευταία έννοια η σχετική μαρτυρία του Κατηγορουμένου 3 και υποστηρίζει σε ουσιώδη πτυχή την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής για εμπλοκή του Κατηγορουμένου 1 αλλά και σαφώς υποσκάπτει σε ανάλογη πτυχή την υπερασπιστική γραμμή του τελευταίου ότι ουδέποτε παρήγγειλε τον ψεκαστήρα και ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε γι΄ αυτόν. Με βάση τα πιο πάνω και κατ΄ εφαρμογήν των προαναφερθεισών αρχών θεωρούμε ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής και του Άρθρου 1(f)(iii). Ως εκ τούτου η σχετική άδεια για αντεξέταση πρέπει να δοθεί και γι' αυτό τον λόγο. Δεν θεωρούμε ότι ισχύει το ίδιο όσον αφορά τη συνάντηση μεταξύ των Κατηγορουμένων 1 και 3 στις 2.9.14 στο τεμάχιο. Καταρχάς ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 1 έχει αναφερθεί στην παρουσία του εκείνη τη μέρα στο τεμάχιο όχι σε μια αλλά σε τρεις περιπτώσεις, ήτοι όταν ήρθε από το Governor's, όταν έφερε τα ελαστικά από το συνεργείο και όταν έφερε το όπλο από την Ανάγια. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν παρουσίασε άμεση μαρτυρία για ενέργειες του Κατηγορουμένου 1 εν σχέσει με τα φυτά εκείνη τη μέρα. Η παρουσία του στο τεμάχιο στις 2.9.14 ενδεχομένως να έχει τη σημασία της αλλά και τούτο ανεξαρτήτως από το αν συναντήθηκε με τον Κατηγορούμενο 3 και από το αν τον μετέφερε στο Δάλι. Με τα υφιστάμενα ενώπιον μας δεδομένα και χωρίς οποιαδήποτε αξιολόγηση έχουμε την αίσθηση πως η διαφορετική περιγραφή μάλλον αποτελεί μια απλή σύγκρουση επί γεγονότων η οποία όμως δεν πληροί τις προϋποθέσεις του Άρθρου 1(f)(iii) και δεν θα δίδαμε την άδεια για αντεξέταση βάσει αυτής. Πριν την τελική μας κατάληξη σημειώνουμε πως όντως ο κ. Μαππουρίδης υπέβαλε το αίτημα του παραδίδοντας ψηφιακό δίσκο και αναφέροντας ότι αυτός περιέχει βιντεογράφηση διάρκειας 35 λεπτών με τον Κατηγορούμενο 3 να ασχολείται με επεξεργασία φυτών κάνναβης. Οφείλουμε όμως να παρατηρήσουμε πως το αίτημα το οποίο εξετάζει σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο είναι το κατά πόσον θα επιτραπεί η αντεξέταση του Κατηγορουμένου 3 για τον καλό του χαρακτήρα με το να του ζητηθεί ως πρώτο βήμα να αναγνωρίσει το cd. Οποιοδήποτε άλλο ζήτημα το οποίο αφορά τον περαιτέρω τρόπο αντεξέτασης και την αποδεκτότητα οποιασδήποτε μαρτυρίας επιθυμεί να προσκομίσει η πλευρά του Κατηγορουμένου 1 συνιστούν ζητήματα τα οποία θα τύχουν εξέτασης σε κατάλληλο στάδιο, εάν και όταν απαιτηθεί. Στη βάση των λόγων που έχουμε εξηγήσει δίδεται άδεια για αντεξέταση του Κατηγορουμένου 3 για τον χαρακτήρα του. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ C:my documents/assize/endiames apofasis [1] Το οποίο τυγχάνει εφαρμογής στην Κύπρο δυνάμει του Άρθρου 3 του περί Αποδείξεως Νόμου, ΚΕΦ.
  10. [2] Δέστε και
(1934)All E.R. Rep.
  1. [3] "It was clear that if you allowed a prisoner to go into the witness-box, it was impossible to allow him to be treated as an ordinary witness. Had that been permitted, a prisoner who went into the box to give evidence on oath could have been asked about any previous conviction, with the result that an old offender would seldom, if ever, have been acquitted. This would have offended against one of the most deeply rooted and jealously guarded principles of our criminal law". [4] Δέστε και (1891-4) Αll E.R. Rep.
  2. [5] Δέστε Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104, στη σελίδα 128. [6] "Generally speaking the accused's own evidence of his character takes the form of allusions to his innocent or praiseworthy past, and the decisions certainly do not indicate any great reluctance on the part of the courts to hold that he has put his character in issue by such a reference. A man's allegations concerning his regular attendance at mass (R. v. Fergusson [1909] 2 Cr. App. Rep. 250), his assertion that he had been earning an honest living for a considerable time (R. v. Baker [1912] 7 Cr. App. R. 252), and his affirmative answer to the question whether he is a married man with family in regular work (R. v. Coulman [1927] 20 Cr. App. R. 106) have been treated as instances in which the sides provided by s. 1(f) would be thrown away." [7] R. v. Ferguson
(1909)2 Cr. Αpp. Rep. 250. [8] R. v. Baker
(1912)7 Cr. Αpp. Rep. 252. [9] R. v. Coulman
(1927)20 Cr. Αpp. Rep.
  1. [10] Δέστε μαρτυρία Μ.Κ.15 Α/Αστ. 263 Π. Ανδρέου, σελ. 664 και σελ. 673-674 πρακτικών ημερ. 3.4.15 όπως και μαρτυρία Μ.Κ.14 Σώζου Σώζου σελ. 632-633, πρακτικών ημερ. 31.3.
  2. [11] "I am not suggesting he took the cross and chain. As I never, and it is missing, he must have done but I am not saying he did. If it is not in the house, who did steal it I do not know. I am not going to implicate (sic) that he stole it because I never saw him steal it. I have got no idea." [12] Δέστε πρακτικά ημερ. 20.4.15, σελ. 743-
  3. [13] Δέστε πρακτικά ημερ. 20.4.15, σελ.
  4. [14] Δέστε πρακτικά ημερ. 20.4.15, σελ. 746-
  5. [15] Δέστε πρακτικά ημερ. 20.4.15, σελ.
  6. [16] Δέστε πρακτικά ημερ. 20.4.15, σελ. 721 και
  7. [17] Δέστε πρακτικά ημερ. 28.5.15, σελ.
  8. [18] Δέστε πρακτικά ημερ. 28.5.15, σελ.
  9. [19] Βλέπε R. v. Hatton
(1977)64 Cr.App.R. 88. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.