← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γρηγόριος ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 518/2013, 16/6/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γρηγόριος ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Αρ. Υπόθεσης: 518/2013, 16/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 518/2013 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Γρηγόριος ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Κατηγορούμενου ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16 Ιουνίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Χ' Κωνσταντή Για τον Κατηγορούμενο: κ. Π. Σαββίδης Κατηγορούμενος παρών. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η (εκ πρώτης όψεως) Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της πλαστοπροσωπίας, κατά παράβαση των άρθρων 360 και 35 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και ειδικότερα του αποδίδεται ότι μεταξύ του μηνός Απριλίου και του μηνός Ιουλίου 2011, στην Αγία Βαρβάρα, της Επαρχίας Λευκωσίας με σκοπό την καταδολίευση, παρέστησε τον εαυτό του ψευδώς ότι ήταν άλλο πρόσωπο ζωντανό, δηλαδή ότι ήταν ο αρχιμανδρίτης Πανάρετος, από το Λευκόνοικο. Επίσης του αποδίδεται το αδίκημα της κλοπής, κατά παράβαση των άρθρων 255, 262, και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας επί του κατηγορητηρίου, ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, έκλεψε από το παρεκκλήσι της «Παναγιάς Ιεροσολυμίτισσας», ένα βιβλιάριο επιταγών της τράπεζας Κύπρου με αρ. επιταγών 80021851 μέχρι 80021800, με αρ. λογαριασμού 0161-01-003489, αξίας €5.=, περιουσία του Φιλανθρωπικού Ιδρύματος «Η ΝΕΑ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ». Αντιμετωπίζει επίσης την κατηγορία της εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση των άρθρων 297, 298

(1)και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 18(Ι)/2006 και 130
(1)
  1. Ως οι λεπτομέρειες της 3ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά τον χρόνο και τόπο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία, διά ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση απέσπασε από τον Τάκη Παπαβασιλείου, πρόεδρο του Φιλανθρωπικού Ιδρύματος «Η ΝΕΑ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ», χρηματικό ποσό των €1200, δηλαδή αφού παρουσιάστηκε ως ιερέας και λειτουργούσε το παρεκκλήσι της «Παναγιάς Ιεροσολυμίτισσας», εξασφάλισε το προαναφερθέν χρηματικό ποσό δήθεν για να αγοράσει μια εικόνα της «Παναγιάς Ιεροσολυμίτισσας», πράγμα το οποίο δεν έπραξε και οικειοποιήθηκε ποσό. O κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε ενοχή. Διεξήχθη ακροαματική διαδικασία όπου η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε έξι μάρτυρες κατηγορίας εκ των οποίων οι τέσσερεις ήταν Αστυνομικοί οι οποίοι κατέθεσαν, ο καθένας τις δικές του ενέργειες σε ότι αφορά την διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Οι Αστυφύλακες 4916 Θ. Νεοφύτου Μ.Κ.1, 1390 Κανιός Μ.Κ.2, 55 Φουλίδης Μ.Κ.3 και 291 Κόκκινος Μ.Κ.4 και των οποίων η μαρτυρία παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη, ασχολήθηκαν καθαρά με διαδικαστικά θέματα για την παρούσα υπόθεση. Ο Μ.Κ.4 ήταν το πρόσωπο που έλαβε την κατάθεση-καταγγελία από τον παραπονούμενο στα πλαίσια της οποίας παρέλαβε από αυτόν και κάποια έγγραφα που υποστήριζαν την καταγγελία του, όπως ανέφερε. Ο Μ.Κ.3 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο και διενήργησε έρευνα στην οικία του χωρίς να βρεθεί οτιδήποτε το επιλήψιμο, ο Μ.Κ.2 ήταν το πρόσωπο που κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ενώ ο Μ.Κ.1 που είναι ο εξεταστής της υπόθεσης είναι το πρόσωπο στο οποίο στάληκε ο φάκελος από το ΤΑΕ Μόρφου και τον προώθησε για την καταχώριση της υπόθεσης, δεν έλαβε καμιά κατάθεση σε σχέση με την υπόθεση. Ο ουσιαστικός μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή και Μ.Κ.5, ήταν ο παραπονούμενος Τάκης Παπαβασιλείου ο οποίος έδωσε στην Αστυνομία δύο καταθέσεις για το παράπονο-καταγγελία του εναντίον του κατηγορουμένου. Όπως αναφέρει είναι ο Πρόεδρος του Φιλανθρωπικού Ιδρύματος «Η ΝΕΑ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ» που βρίσκεται στο χωριό Αγία Βαρβάρα. Στο ίδρυμα αυτό ανήκει και το παρεκκλήσι «Παναγία Ιεροσολυμίτισσα» που βρίσκεται επίσης στο χωριό Αγία Βαρβάρα και είναι Χριστιανική Ορθόδοξη, εκκλησία. Από την Άνοιξη του 2011 παρουσιάστηκε κοντά του, ο Γρηγόριος Χαραλάμπους από την Κυθραία, ως ένας συγγενής του ονόματι Πανάρετος από το Λευκόνικο τον οποίο εμπιστεύτηκε για να λειτουργεί την εκκλησία ως Αρχιμανδρίτης. Αγοράστηκε όλος ο εξοπλισμός που χρειαζόταν για να λειτουργήσει το παρεκκλήσι, μέσω του Γρηγόριου Χαραλάμπους, αφού του έδινε χρήματα, για την αγορά του εξοπλισμού. Μετά από μερικούς μήνες, παρουσιάστηκε ο πραγματικός Αρχιμανδρίτης Πανάρετος και αμέσως κατάλαβε ότι είχε εξαπατηθεί και δεν επρόκειτο για τον εξάδελφο του τον πραγματικό Πανάρετο, αλλά όπως ο κατηγορούμενος του αποκάλυψε την πραγματική του ταυτότητα, ήταν ο Γρηγόριος Χαραλάμπους, γιός του Ικκή από την Κυθραία ο οποίος διαμένει στο χωριό Ποτάμι. Τον πατέρα του τον γνωρίζει γιατί είναι συγχωριανοί. Ο Μ.Κ.5 όπως αναφέρει, αμέσως επικοινώνησε με τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Ευθύμιο στην Θεσσαλονίκη, ο οποίος τον επισκέφθηκε και τον διαβεβαίωσε ότι ο κατηγορούμενος ήταν Αρχιμανδρίτης τον οποίο είχε χειροτονήσει ο ίδιος και όπως μετά έμαθε, τον καθαίρεσε εκ τον υστέρων. Αφού έμαθε την αλήθεια εκδίωξε τον κατηγορούμενο από την εκκλησία, τέλος Ιουλίου του
  2. Κατά την διάρκεια που βρισκόταν στην Εκκλησία ο κατηγορούμενος, είχε χαθεί ένα βιβλιάριο επιταγών του Φιλανθρωπικού Ιδρύματος «Η ΝΕΑ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ» , της Τράπεζας Κύπρου με αριθμούς από το 80021851 μέχρι 80021900, του Τραπεζικού λογαριασμού με αρ. 0161-01-
  3. Το βιβλιάριο αυτό ήταν φυλαγμένο σε κλειδωμένο κουτί εντός του Παρεκκλησίου, δίπλα από το παγκάρι. Τα κλειδιά του κουτιού τα είχε φυλαγμένα σε ένα ερμάρι του γραφείου στην εκκλησία. Την απουσία του βιβλιαρίου την αντιλήφθηκε όταν χρειάστηκε να εκδώσει επιταγή κατά τον μήνα Ιούνιο του
  4. Αμέσως το ανέφερε στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στην Αγία Βαρβάρα και του εκδώσαν μετά από λίγες μέρες καινούργιο. Δεν γνωρίζει κατά πόσο η Τράπεζα του είχε ακυρώσει το βιβλιάριο που είχε απολέσει. Στις 05/01/2012 τον πληροφόρησε υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου, ότι παρουσιάστηκε μία επιταγή του Ιδρύματος με αριθμό 80021860 με το ποσό των €800=, χωρίς να υπάρχει στο λογαριασμό το απαιτούμενο ποσό για να εξαργυρωθεί. Αμέσως υποψιάστηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά αφού το Ίδρυμα δεν είχε εκδώσει καμία επιταγή για το ποσό αυτό εδώ και καιρό. Στις 10/01/2012, μετέβηκε στην Τράπεζα όπου του έδωσαν φωτοαντίγραφο της επιταγής αυτής. Τότε κατάλαβε ότι το βιβλιάριο αυτό είχε κλαπεί από το Παρεκκλήσι από τον Γρηγόριο Χαραλάμπους, καθότι η επιταγή ήταν εκδομένη επί ονόματι του και οπισθογραφημένη από ότι φαίνεται από τον ίδιο, με αρ. Δελτίο Ταυτότητας 705088, η οποία από ότι γνωρίζει του ανήκει. Όπως φαίνεται στο πίσω μέρος της επιταγής αυτός την έδωσε σε κάποιον άλλο άτομο τον οποίο γνωρίζει από το τηλέφωνο 96597199 που αναγράφεται και είναι ο Σάββας Κατήρης από το χωριό Ποτάμι, ο οποίος τυγχάνει να είναι και μυρωδικός του κουμπάρος. Ο τελευταίος με την σειρά του την έδωσε σε άλλο πρόσωπο, στην εταιρεία Ζωοτροφές Πελαργός. Πιστεύει ότι το βιβλιάριο επιταγών το έχει κλέψει ο Γρηγόριος Χαραλάμπους Δ.Τ.705088, από το Ποτάμι. Πιστεύει επίσης ότι ο Γρηγόριος τον είδε που είχε βάλει τα κλειδιά και τα πήρε, άνοιξε το κουτί, πήρε το βιβλιάριο και αφού το έκλεισε τα έβαλε στην θέση τους. Το κουτί δεν είχε παραβιαστεί και κανένας άλλος δεν γνώριζε που ήταν το βιβλιάριο, ούτε είχε αντικλείδι. Για να εξαργυρωθούν οι επιταγές πρέπει να υπογράψουν δύο άτομα, ο Πρόεδρος που είναι ο ίδιος και ο Ταμίας που είναι ο Δημητράκης Μιχαήλ. Όπως αναφέρει στο βιβλιάριο επιταγών μερικά φύλλα συνήθως τέσσερα-πέντε ήταν κενά και υπογραμμένα από τον Δημητράκη Μιχαήλ, μόνο. Έλειπε η δική του υπογραφή. Η επιταγή με αριθμό 80021860 είχε μόνο μία υπογραφή που ανήκει στον Δημητράκη Μιχαήλ και η οποία δεν έπρεπε να εξαργυρωθεί, από την Τράπεζα. Επίσης όπως περαιτέρω αναφέρει, κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο ναό ως ιερέας του είχαν δώσει €1200= σε χαρτονομίσματα για να αγοράσει για το ναό μία εικόνα ασημένια της Παναγίας της Ιεροσολυμίτισσας, όμως αυτός μέχρι σήμερα δεν έφερε αυτήν την εικόνα ούτε και επέστρεψε πίσω τα λεφτά που του έδωσαν. Έχει παράπονο και θέλει να πάει δικαστήριο. Σε συμπληρωματική του κατάθεση ο Μ.Κ.5 αναφέρει ότι όσον αφορά για την επιταγή με αριθμό 80021860, της Τράπεζας Κύπρου με το ποσό των €800=, λόγω του ότι ο λογαριασμός του Ιδρύματος δεν έχει χρεωθεί με το πιο πάνω ποσό, δεν έχει παράπονο από τον Γρηγόρη Χαραλάμπους, ούτε επιθυμεί να πάει Δικαστήριο γι αυτήν την επιταγή. Για την κλοπή του βιβλιάριου επιταγών έχει παράπονο γιατί δεν έχει ανευρεθεί μέχρι σήμερα ούτε γνωρίζει που μπορεί να βρίσκεται. Επίσης έχει παράπονο και για τα €1200= που τον έχει ξεγελάσει ο Γρηγόρης σχετικά με την εικόνα που θα του έφερνε όπως ανέφερε στην προηγούμενη του κατάθεση. Ο Μ.Κ.5 κατά την κυρίως εξέταση του στο Δικαστήριο ανέφερε ότι τον εξάδερφο του Αρχιμανδρίτη Πανάρετο τον είχε γνωρίσει και ήταν αυτός που τον βοήθησε να κτίσει την εκκλησία και τον περίμενε να έρθει στην Κύπρο για να λειτουργήσει την εκκλησία. Στη θέση του όμως ήρθε ο κατηγορούμενος ο οποίος του παρουσιάστηκε ως ο εξάδερφος του Πανάρετος. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι γνώρισε τον κατηγορούμενο το 1982 στα Ιεροσόλυμα και μάλιστα του ζήτησε να μεσολαβήσει για να δει τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων. Είπε ότι τον Πανάρετο τον γνώρισε στη Γεσθημανή, όπως γνωρίζει μετά πήγε στη Βηθλεέμ και ακολούθως ήρθε στην Κύπρο όπου μέχρι σήμερα είναι ιερέας στο Κάτω Δρυ. Είπε ότι όσες φορές πήγαινε στο χωριό Ποτάμι ζητούσε από τον κατηγορούμενο να δει τον πατέρα του και συγγενή του, πιστεύοντας πάντα ότι μιλούσε με τον Πανάρετο, αλλά ο κατηγορούμενος πάντα έδινε δικαιολογίες και ουδέποτε έγινε τέτοια συνάντηση. Συμφώνησε ότι ο Μητροπολίτης Ευθύμιος είχε αναφέρει στον ίδιο ότι χειροτόνησε τον κατηγορούμενο αλλά δεν θυμόταν πως προσφωνούσε ο Ευθύμιος τον κατηγορούμενο. Σε ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης πως ο ίδιος γνώριζε τον κατηγορούμενο, απάντησε ότι τον γνώριζε ως «Γρηγόρη Αρχιμανδρίτη, τίποτε άλλο, Πατέρα Γρηγόριο, αλλά αν με ρωτάς πως τον έλεγε εκείνος (αναφερόμενος στον Ευθύμιο) δεν ξέρω». Σε ερώτηση κατά πόσο αφού είχε γνωρίσει τον Πανάρετο προηγουμένως δεν θυμόταν πως ήταν και δέχτηκε τον κατηγορούμενο να του παρουσιαστεί ως Πανάρετος, ανέφερε ότι είχε πάθει δύο εγκεφαλικά και έχει κενά μνήμης. Ανέφερε περεταίρω ότι εμπιστεύτηκε τον κατηγορούμενο να λειτουργήσει την εκκλησία του, του έδινε χρήματα για αγορά εξοπλισμού που χρειαζόταν πάντοτε μετρητά αναφέροντας ότι όλα προέρχονταν από την σύνταξη του. Σε ότι αφορά το ποσό των €1.200 για την αγορά της εικόνας της Παναγίας Ιεροσολυμίτισσας ανέφερε ότι η εικόνα όπως του είχαν πει κόστιζε περίπου £3.500, ο κατηγορούμενος όμως του είπε ότι μπορούσε να την εξασφαλίσει για το Ίδρυμα με €1.200 και του δόθηκε αμέσως αυτό το ποσό από τον ίδιο και κάποιο άλλο πρόσωπο που ήταν εκεί και χρήματα που είχαν μαζευτεί από τους πιστούς στην εκκλησία. Σε ότι αφορά το βιβλιάριο επιταγών εξήγησε ότι αυτό φυλαττόταν μέσα στο συρτάρι που βρισκόταν στο παγκάρι, το κλειδί ήταν μέσα στο γραφείο σε ένα κουτί, το γραφείο είναι ένα δωμάτιο που βρίσκεται ακριβώς δίπλα από το παγκάρι, είναι γραφείο και βιβλιοθήκη, υπάρχει πρόσβαση στον κόσμο στο δωμάτιο αυτό, η πόρτα του γραφείου έχει κλειδαριά αλλά ποτέ δεν την είχαν κλειδώσει όλα μέσα στην εκκλησία είναι πάντα ανοικτά. Δεν είδε τον κατηγορούμενο να παίρνει το βιβλιάριο επιταγών αλλά θέση του ήταν ότι ο κατηγορούμενος ίσως γνώριζε που ήταν το κλειδί του συρταριού του παγκαριού και επίσης το γεγονός ότι η επιταγή παρουσιάστηκε στην Τράπεζα (σημειώνω ότι για αυτή την καταγγελία εκκρεμεί άλλη ποινική υπόθεση) και ως δικαιούχος αναφερόταν ο κατηγορούμενος οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι ο κατηγορούμενος που είχε πάρει το βιβλιάριο επιταγών. Δέχτηκε όμως ότι οποιοδήποτε πρόσωπο μπορούσε να μπαίνει και να βγαίνει ελεύθερα και στο γραφείο και στην εκκλησία. Ανέφερε επίσης ότι ο Μητροπολίτης Ευθύμιος του είχε αναφέρει σε μεταγενέστερο στάδιο, μετά που ο ίδιος του τηλεφώνησε όταν έγινε η παρουσίαση της επιταγής στην Τράπεζα, ότι ο κατηγορούμενος είναι καθαιρεμένος. Επανέλαβε ότι στην παρούσα υπόθεση δεν έχει παράπονο για το ποσό της επιταγής η οποία δεν εξαργυρώθηκε, το παράπονο-καταγγελία του είναι για την κλοπή του βιβλιαρίου επιταγών. Θέση του ήταν ότι πρώτα πήγε στην Τράπεζα και είπε ότι χάθηκε το βιβλιάριο επιταγών και τους ζήτησε να του εκδώσουν άλλο και ακολούθως παρουσιάστηκε η επιταγή για εξαργύρωση, οπόταν και τον ειδοποίησε η Τράπεζα και ακολούθως πήγε στην Αστυνομία. Επέμενε ότι ο λόγος που ανάθεσε στον κατηγορούμενο να λειτουργεί στην εκκλησία του ήταν ότι επειδή νόμιζε ήταν συγγενής του ο Πανάρετος, θέση του ήταν ότι ουδέποτε έδινε επιταγές στον κατηγορούμενο για να αγοράσει οτιδήποτε για εξοπλισμό της εκκλησία του έδινε πάντα μετρητά αλλά συμφώνησε με την υποβολή ότι είναι με την δική του θέληση που ανέθεσε στον κατηγορούμενο να λειτουργεί την εκκλησία και ότι χρήματα του έδωσε για σκοπούς της εκκλησίας ο κατηγορούμενος τα αξιοποίησε για τον εν λόγω σκοπό. Ο τελευταίος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή Μ.Κ.6 Δημήτρης Μιχαήλ είναι συνταξιούχος πρώην υπάλληλος στην Τράπεζα Κύπρου και είναι ο ταμίας του ιδρύματος «Η Νέα Αγία Σοφία», Πρόεδρος του οποίου είναι ο Τάκης Παπαβασιλείου. Δεν γνώρισε ποτέ τον κατηγορούμενο, όσες φορές τον είδε ήταν μόνο στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης στο Δικαστήριο. Ως ταμίας του ιδρύματος εξήγησε ότι το ίδρυμα είχε λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου με βιβλιάριο επιταγών. Για την έκδοση επιταγών έπρεπε να υπάρχουν δύο υπογραφές, η δική του και του Τάκη Παπαβασιλείου. Για να διευκολύνει τον Πρόεδρο του ιδρύματος αφού ζούσαν μακριά ο ένας από τον άλλο, πάντα υπέγραφε τέσσερα, πέντε φύλλα επιταγών από το βιβλιάριο επιταγών του ιδρύματος και τις έδιδε στον Τάκη Παπαβασιλείου. Ο Τάκης Παπαβασιλείου δεν τον είχε ενημερώσει για την απώλεια του βιβλιαρίου επιταγών παρά μόνο μετά που τράπεζα του ζήτησε να καλύψει μια επιταγή στις 10.1.
  5. Την επόμενη μέρα, μαζί με τον Τάκη Παπαβασιλείου, πήγαν στην Τράπεζα για να ακυρώσουν το βιβλιάριο επιταγών που είχε χαθεί όπου ο υπάλληλος τους έδειξε την επιταγή που είχε κατατεθεί στην οποία αναγνώρισε την υπογραφή του και αφού στο όνομα φαινόταν το όνομα του κατηγορούμενου ο Παπαβασιλείου είχε καταλάβει ότι ήταν ο κατηγορούμενος που έκλεψε το βιβλιάριο επιταγών ο οποίος είχε φύγει από το ίδρυμα πριν περίπου ένα μήνα και φεύγοντας είχε κλέψει διάφορα εκκλησιαστικά αντικείμενα και χρηματικά ποσά για τα οποία ο ίδιος δεν είχε ενημερωθεί. Ο Μ.Κ.5 του είχε αναφέρει επίσης ότι ο κατηγορούμενος του είχε παρουσιαστεί πριν 8 περίπου μήνες ως ο Ηγούμενος Πανάρετος και τον Ιούλιο ανακάλυψε ότι δεν ήταν ο Πανάρετος αλλά κάποιος Γρηγόριος Χαραλάμπους Ικκής από το Ποτάμι. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το βιβλιάριο επιταγών που είχε απωλεσθεί ήταν το μοναδικό που υπήρχε, ο Τάκης Παπαβασιλείου δεν τον ενημέρωνε όταν συμπλήρωνε επιταγές ούτε για τον σκοπό που τις συμπλήρωνε, ούτε και ο ίδιος κρατούσε τα λογιστικά βιβλία. Ο όλος του ρόλος ήταν καθαρά συμβουλευτικός προς τον Τάκη Παπαβασιλείου. Είπε όμως ότι έτυχε να είχαν εκδοθεί επιταγές για τον εξοπλισμό της εκκλησίας και διευκρίνισε ότι η δική του αναφορά ότι ο κατηγορούμενος πήρε το βιβλίο επιταγών είναι καθαρά από τα όσα του έχει αναφέρει ο Τάκης Παπαβασιλείου χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει οτιδήποτε. Δεν γνώριζε καν που φύλαττε το βιβλίο επιταγών ο Τάκης Παπαβασιλείου παρά μόνο ότι ήταν στην κατοχή του. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου έθεσε στο Δικαστήριο την εισήγηση του ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου τόσο λόγω του ότι δεν αποδείχτηκαν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει αλλά κυρίως βασιζόμενος στο ότι η μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή παρουσιάζει πολλά και μεγάλα κενά και αντιφάσεις μεταξύ μαρτύρων της σε τέτοιο βαθμό που δεν δικαιολογείται η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία. Επικεντρώθηκε κυρίως στην μαρτυρία του Μ.Κ.5 υπογραμμίζοντας κενά και αντιφάσεις που εντόπισε στη μαρτυρία του και ακολούθως παρέθεσε και την μαρτυρία του Μ.Κ.6 την οποία και σύγκρινε με αυτή του Μ.Κ.5 και υπέδειξε αντιφάσεις μεταξύ των. Αντίθετη βέβαια ήταν η θέση της κας Χ' Κωνσταντή η οποία ισχυρίστηκε ότι η ποιότητα της μαρτυρίας που έχει δοθεί σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί τις εισηγήσεις του συνηγόρου του κατηγορούμενου περί αντιφατικότητας και κενών και διαφώνησε επίσης με την θέση ότι δεν έχουν αποδειχτεί συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την άρνηση των Κατηγοριών ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Η αποτυχία απόδειξης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, οδηγά σε αντίστοιχη αποτυχία απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, και ανάγεται στο ίδιο το αδίκημα το οποίο αφορά η κατηγορία και όχι στην οποιαδήποτε γραπτή κατηγορία που προηγήθηκε (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας Π.Ε. 6739 και 6740, ημερ. 27.3.2000). Το βάρος απόδειξης που έχει η Κατηγορούσα Αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στο στάδιο αυτό που εξετάζεται με την παρούσα, είναι αρκετό για την Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Η εύλογη υποψία δεν μπορεί να εξισωθεί με την έννοια της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιος Θεοδώρου, Π.Ε. 7107, ημερ. 13.2.2002). Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Criminal Procedure in Cyprus των κ.κ. Πικής και Λοΐζου στις σελ. 111 και 167, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης που φέρει η Κατηγορούσα Αρχή σύγκειται στην δημιουργία τεκμηρίου ενοχής σε αντιπαράθεση προς το συμπέρασμα ενοχής που απαιτείται στο τελικό στάδιο της δίκης. Ο Κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο όταν η Κατηγορούσα Αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του Κατηγορουμένου μία πραγματική δυνατότητα αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση. Σε διαφορετική περίπτωση ο Κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στην μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. Police v. Kallenos
(1980)J.S.C. 145). Όπως αναφέρθηκε και στην γνωστή επί του θέματος απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133: «Η απαλλαγή του εφεσίβλητου δικαιολογείται μόνο όταν, (α) δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της Κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του εγκλήματος, και (β) Οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σ' αυτή την καταδίκη του κατηγορούμενου». Επομένως το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε αθώωση του κατηγορουμένου από το στάδιο αυτό είτε σε περίπτωση που η Κατηγορούσα Αρχή αποτύχει να αποδείξει συστατικό στοιχείο του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είτε εάν η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής είναι αντιφατική ή στερείται πειστικότητας σε τέτοιο βαθμό που δεν θα ήταν λογικό να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία. Το κριτήριο, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση, είναι και στις δύο περιπτώσεις αντικειμενικό. Δεν προβαίνει ο Δικαστής στο στάδιο αυτό της δίκης σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όταν όλη η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από την Κατηγορούσα Αρχή εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση να απαντηθεί (βλ. Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας (πιο πάνω)). (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας ν. Νίκου Π. Κλεάνθους Π.Ε. 6619, ημερ. 21.6.1999, Azinas v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9, Shaban Bin Houssein v. Chong Fukkan
(1969)3 All E.R. 1626). Η έννοια «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» δεν αναφέρεται μόνο στην ποσότητα της μαρτυρίας και στα αντικειμενικά και επιφανειακά συμπεράσματα από αυτήν, αλλά και στην εσωτερική ποιότητα της και επάρκεια της να οδηγήσει σε συμπεράσματα ενοχής. Το Δικαστήριο οφείλει, ακόμα και στα στάδιο τούτο, να οδηγήσει το μυαλό του, αν και μόνο προκαταρκτικά, στο κατά πόσο το Δικαστήριο θα μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί. Για παράδειγμα, έχουν οι μάρτυρες γίνει πιστευτοί; Και έτσι και αλλιώς, θα ήταν το Δικαστήριο διατεθειμένο να βασισθεί στη μαρτυρία τους; Εκείνο που το άρθρο 74
(1)(β) διαλαμβάνει είναι ότι στο κλείσιμο της υπόθεσης της κατηγορίας πρέπει να υπάρχει τέτοια αξιόπιστη μαρτυρία μπροστά στο Δικαστήριο, που να είναι αρκετή για να οδηγήσει σε τεκμήριο ενοχής, που αν αφεθεί αμάχητο, θα μπορούσε να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Με λίγα λόγια, ένας κατηγορούμενος τότε μόνο πρέπει να καλείται ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορουμένου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από τον κατηγορούμενο μια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα καλείται, όχι για να υπερασπίζει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώνει τις ατέλειες που υπάρχουν». Η μαρτυρία των Μ.Κ.1 - Μ.Κ.4 δηλαδή των Αστυνομικών που κλήθηκαν στο Δικαστήριο όπως έχω αναφέρει έμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη αλλά όπως έχω εξ αρχής δηλώσει από αυτή δεν προκύπτει οτιδήποτε ουσιαστικό για την υπόθεση στα πλαίσια της διερεύνησης της πλην της θέσης του Μ.Κ.3 ότι στην έρευνα που έκαμε στην οικία του κατηγορούμενου δεν βρήκε κάτι το επιλήψιμο. Η πιο σημαντική μαρτυρία είναι αυτή του Μ.Κ.
  1. Από αυτή προκύπτουν στη θεώρηση της και χωρίς βεβαίως να αξιολογείται στο στάδιο αυτό τα εξής, τα οποία κατά την άποψη μου δημιουργούν ερωτηματικά: - Ως ο ίδιος ο Μ.Κ.5 ανέφερε είχε γνωρίσει τον εξάδερφο τον Αρχιμανδρίτη Πανάρετο προηγουμένως πριν να ολοκληρωθεί η εκκλησία και το ίδρυμα του αναφέροντας μάλιστα ότι ο Πανάρετος τον είχε βοηθήσει για να ολοκληρώσει το έργο του και τον ανέμενε να έρθει να λειτουργήσει. - Ο κατηγορούμενος του παρουσιάστηκε ως Πανάρετος ως ο ισχυρισμός του, και τον αποδέχτηκε να λειτουργήσει ενώ γνώριζε από προηγουμένως όπως είχε πει την όψη του Πανάρετου και θα μπορούσε θεωρώ εύκολα να καταλάβει κατά πόσο το πρόσωπο που παρουσιάστηκε ενώπιον του ήταν ο ξάδερφος του τον οποίο μάλιστα είχε γνωρίσει. - Όταν ρωτήθηκε από τον συνήγορο υπεράσπισης πως ο ίδιος γνώριζε τον κατηγορούμενο απάντησε «Τον γνώριζα ως Γρηγόριο Αρχιμανδρίτη, ως Πατέρα Γρηγόριο, τίποτε άλλο.». - Δεν θυμόταν να αναφέρει πως ο Μητροπολίτης Ευθύμιος ο οποίος ως του είχε αναφέρει είχε χειροτόνησε τον κατηγορούμενο και ήταν η θέση του ότι γνωρίζονταν και πολλές φορές βρέθηκαν οι τρεις τους, προσφωνούσε τον κατηγορούμενο. - Επικαλέστηκε κάποια εγκεφαλικά επεισόδια που έπαθε για να μην απαντήσει στις ερωτήσεις που αφορούσαν κενά και αντιφάσεις στη μαρτυρία του και ειδικότερα ως προς το πώς άφησε τον κατηγορούμενο, πατέρα Γρηγόριο ως τον γνώριζε, να λειτουργεί την εκκλησία του αφού δεν ήταν ο ξάδερφος του Πανάρετος. - Πώς γίνεται να γνωρίζει ότι το όνομα του κατηγορούμενου είναι πάτερ Γρηγόριος και ως έτσι να του επιτρέπει να λειτουργεί την εκκλησία του ενώ ο ξάδερφος του ονομαζόταν Πανάρετος; - Άλλα δείγματα αντιφάσεων στην μαρτυρία του αφορούν τα χρήματα με τα οποία αγοράστηκε ο εξοπλισμός της εκκλησίας. Αρχικά ανέφερε ότι όσα χρήματα έδινε στον κατηγορούμενο για να αγοράσει εξοπλισμό για την εκκλησία ήταν πάντοτε μετρητά , προέρχονταν από την σύνταξη του, η οποία όμως όπως διευκρίνισε στο Δικαστήριο σε ερώτηση του συνηγόρου υπεράσπισης δεν υπέρβαινε τα €566, μετά αναφέρθηκε και σε διάφορες αγορές εξοπλισμού που έγιναν με χρήματα των πιστών. - Σε ότι αφορά το θέμα της κλοπής του βιβλιαρίου επιταγών όπως ο ίδιος ανέφερε δεν είδε σε καμία περίπτωση τον κατηγορούμενο να το κλέβει, υποψιάστηκε ότι αυτός το έκλεψε όταν παρουσιάστηκε στην Τράπεζα επιταγή από το βιβλιάριο που είχε χαθεί με δικαιούχο τον κατηγορούμενο και ακολούθως προσπάθησε να πει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε που ήταν το βιβλιάριο επιταγών και μάλλον αυτός το έκλεψε, σημειώνω όμως την θέση του περί συρταριού στο παγκάρι το οποίο ήταν κλειδωμένο, το κλειδί κρυμμένο στο γραφείο, ο ίδιος δεν είπε στον κατηγορούμενο που ήταν το κλειδί αλλά ίσως ο κατηγορούμενος τον είδε που το έβαλε και το δωμάτιο του γραφείου ήταν πάντοτε ανοικτό και οποιοσδήποτε μπορούσε να έχει πρόσβαση σε αυτό. - Έδωσε επίσης διαφορετική εκδοχή για το που βρισκόταν το βιβλιάριο επιταγών και το κλειδί στην κατάθεση του και στη δια ζώσης μαρτυρία του. Στην κατάθεση του είπε σε κάτι δίπλα από το παγκάρι και το κλειδί στο ερμάρι στο γραφείο, στο Δικαστήριο είπε στο συρτάρι του παγκαριού και το κλειδί σε κουτί στο γραφείο. Περαιτέρω, η μαρτυρία του Μ.Κ.6 έρχεται να προσθέσει περισσότερα ερωτηματικά στην υπόθεση αφού εντοπίζονται στο συνδυασμό των μαρτυριών των Μ.Κ.5 και Μ.Κ.6 ακόμα περισσότερες αντιφάσεις. Ειδικότερα: - Ο Μ.Κ.5 είπε ότι ενημέρωσε την Τράπεζα ότι χάθηκε το βιβλιάριο επιταγών μόλις το ανακάλυψε τον Ιούνιο του 2011 ενώ ο Μ.Κ.6 είπε ότι είναι μετά που παρουσιάστηκε η επιταγή που μαζί ο ίδιος με τον Μ.Κ.5 πήγαν στην Τράπεζα για να ζητήσουν ακύρωση του βιβλιαρίου. - Ο Μ.Κ.6 είπε ότι πολλές φορές εξοπλισμός για την εκκλησία αγοραζόταν και πληρωνόταν με επιταγές τις οποίες ο ίδιος εκ των προτέρων υπόγραφε και έδιδε στον Μ.Κ.5 καταρρίπτοντας την θέση του Μ.Κ.5 ότι ο εξοπλισμός της εκκλησίας προερχόταν εξ ολοκλήρου από την σύνταξη του και ότι πάντα πλήρωνε σε μετρητά για αυτόν. - Ο Μ.Κ.6 ουδέποτε γνώριζε τον κατηγορούμενο και η αναφορά του ότι το βιβλιάριο επιταγών το έκλεψε αυτός από όλα όσα ο Μ.Κ.5 του ανέφερε. - Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία από την κατάθεση του Μ.Κ.6 την οποία και υιοθέτησε στο Δικαστήριο κατά την κυρίως εξέταση του είναι η αναφορά του ότι ο κατηγορούμενος είχε φύγει από την εκκλησία του Μ.Κ.5 ένα μήνα προηγουμένως (η κατάθεση έχει ημερομηνία 12.1.12) και είχε κλέψει διάφορα εκκλησιαστικά αντικείμενα και χρηματικά ποσά για τα οποία δεν είχε ενημερωθεί ο ίδιος προηγουμένως. Περαιτέρω αναφέρει ότι: «Ο Τάκης μου ανέφερε επίσης ότι ο ιερέας αυτός του παρουσιάστηκε πριν περίπου 8 μήνες ως ο Ηγούμενος Πανάρετος, Ηγούμενος Μονής στα Ιεροσόλυμα και τον Ιούλιο ανακάλυψε ότι δεν ήταν ο Πανάρετος αλλά κάποιος Γρηγόριος Χαραλάμπους Ικκής από το Ποτάμι». Δηλαδή ο Μ.Κ.6 αναφέρει σαφώς στην κατάθεση του ότι μετά που ο Μ.Κ.5 κατάλαβε ποιος πραγματικά ήταν ο κατηγορούμενος που αυτό έγινε τον Ιούλιο συνέχισε να λειτουργεί στην εκκλησία μέχρι πριν ένα μήνα που είχε φύγει δηλαδή περί τον Δεκέμβριο του 2011, δηλαδή μιλά για εντελώς διαφορετικά χρονικά διαστήματα απ' ότι ο Μ.Κ.5 και αποδίδει στον Μ.Κ.5 ότι μετά που έμαθε ότι ο κατηγορούμενος δεν ήταν ο Πανάρετος αλλά ο Γρηγόριος συνέχιζε να του επιτρέπει να λειτουργά την εκκλησία του. Είναι φανερό κατά την άποψη μου από τα πιο πάνω ότι υπάρχουν μεγάλες αντιφάσεις αλλά και κενά στην μαρτυρία του Μ.Κ.5, καίρια και καθοριστικά το γεγονός ότι γνώριζε τον Πανάρετο πριν ο κατηγορούμενος του παρουσιαστεί και συνεπώς δημιουργείται μεγάλο ερωτηματικό κατά πόσο τίθεται θέμα πλαστοπροσωπίας από αυτή την μαρτυρία, αλλά και μεγάλες αντιφάσεις μεταξύ μαρτυρίας των Μ.Κ.5 και Μ.Κ.
  2. Για τη δεύτερη κατηγορία αυτή της κλοπής ο Μ.Κ.6 δεν προσέφερε τίποτε στο Δικαστήριο με την δική του μαρτυρία αφού δεν γνώριζε τίποτε. Η κατάληξη του Μ.Κ.5 πως ο κατηγορούμενος έκλεψε το βιβλιάριο επιταγών έχει αναφερθεί σε έκταση πιο πάνω και θεωρώ ότι δεν πρέπει να αναφερθεί οτιδήποτε άλλο. Σε ότι αφορά την κατηγορία 3 ήταν η θέση του Μ.Κ.5 ότι γνώριζε ότι η εικόνα στοίχιζε περί τις £3.500 γι' αυτό και δεν την αγόρασε επειδή δεν είχε τα χρήματα. Ακολούθως ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι μπορούσε να την εξασφαλίσει με €1.200 και του έδωσε το ποσό αυτό το οποίο όπως ανέφερε δεν ήταν εξ ολοκλήρου από δικούς του πόρους και ο κατηγορούμενος ουδέποτε του πήρε την εικόνα. Πέραν της ασάφειας για το πως δόθηκαν τα χρήματα συνεπεία της μαρτυρίας του Μ.Κ.5, για το εν λόγω αδίκημα θα αναφερθώ περαιτέρω στην νομική ανάλυση. Όπως έχω ήδη πει ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου πέραν του ότι βάσισε την εισήγηση του στις αντιφάσεις και την κακή ποιότητα της μαρτυρίας, έχει εδράσει την εισήγηση του στο ότι δεν έχουν αποδειχτεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Το άρθρο 360 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «
  3. Όποιος, με σκοπό καταδολίευσης οποιουδήποτε προσώπου, παριστάνει τον εαυτό του ψευδώς ότι είναι άλλο πρόσωπο, ζωντανό ή πεθαμένο, είναι ένοχο πλημμελήματος». Από το λεκτικό της εν λόγω διάταξης συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού είναι τα εξής:
  4. Ο κατηγορούμενος να παριστάνει τον εαυτό του ότι είναι άλλο πρόσωπο ζωντανό ή πεθαμένο
  5. Το πιο πάνω να γίνεται με σκοπό καταδολίευσης οποιουδήποτε προσώπου. Σε σχέση με το πρώτο συστατικό στοιχείο θα πρέπει ο κατηγορούμενος να παρουσιάζει τον εαυτό του ως κάποιο άλλο πρόσωπο το οποίο και πλαστοπροσωπείται το οποίο να είναι εν ζωή ή και να υπήρξε στο παρελθόν. Όσον αφορά την πρόθεση ή τον σκοπό της καταδολίευσης το στοιχείο αυτό δεν είναι πάντοτε δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργά ενός κατηγορούμενου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης, σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold 35th edition σελ. 775, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του Αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P
(1960)44 Cr. Αρρ. R. 124 και μπορεί να ισχύσει και για το υπό εξέταση αδίκημα έχει ως εξής: «intend to defraud means an intend to practice a fraud on someone include an intend to deprive another person of a right, or to cause hm to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss» To άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «255.
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής έχουν αναλυθεί και πρόσφατα στην υπόθεση Ανδρόνικου ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 238/07, ημερ. 15.7.08. Αυτά είναι: (
  1. i)Η λήψη της περιουσίας. (
  2. ii)Δολίως, δηλαδή σκόπιμα και εκ προθέσεως. (iii) Χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. (
  3. iv)Χωρίς καλόπιστο δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης. (
  4. v)Με πρόθεση μόνιμης αποστέρησης του ιδιοκτήτη. Το άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «298. Όποιος δια ψευδούς παραστάσεως και επί σκοπώ καταδολιεύσεως αποκτά από οποιονδήποτε άλλο οτιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή υποκινεί άλλον να παραδώσει σε οποιονδήποτε αυτό το πράγμα είναι ένοχος κακουργήματος.» Συνεπώς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι: (
  5. i)Η κτήση αντικειμένου δυνάμενου να κλαπεί, (
  6. ii)Δια ψευδούς παραστάσεως και (iii) Επί σκοπώ καταδολιεύσεως. Σε ότι αφορά την πλαστοπροσωπία πέραν της ασάφειας της μαρτυρίας και την θέση του Μ.Κ.5 ότι γνώριζε τον Πανάρετο πριν να του παρουσιαστεί ο κατηγορούμενος έχω την άποψη ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί ότι ο κατηγορούμενος παρέστησε τον εαυτό του ότι είναι άλλο πρόσωπο λαμβάνοντας υπόψη μου και τα όσα πιο πάνω έχω αναφέρει για την γνωριμία του Μ.Κ.5 με τον Μητροπολίτη Ευθύμιο που χειροτόνησε τον κατηγορούμενο και την απάντηση του παραπονούμενου Μ.Κ.5 ότι ο ίδιος γνώριζε τον κατηγορούμενο ως «Αρχιμανδρίτη Γρηγόριο, πατέρα Γρηγόριο» και έτσι τον προσφωνούσε. Πώς μπορεί να προσφωνείς κάποιον Γρηγόριο και να πιστεύεις ότι είναι ο Πανάρετος; Σε σχέση με τον δεύτερο αδίκημα, της κλοπής δηλαδή, όπως έχω ήδη αναφέρει η ποιότητα της μαρτυρίας του Μ.Κ.5 ήταν τέτοια που δεν έχει στοιχειοθετηθεί ότι ο κατηγορούμενος έκλεψε ή απόκτησε κατοχής του βιβλιαρίου επιταγών που είχε κλαπεί. Το γεγονός ότι παρουσίασε επιταγή στην Τράπεζα για την οποία εκκρεμεί άλλη ποινική υπόθεση επ' ονόματι του για πληρωμή η οποία επιταγή περιλαμβανόταν στο βιβλιάριο που είχε κλαπεί άγνωστο πότε δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει το αδίκημα αυτό. Σε ότι αφορά την κατηγορία 3 με βάση το άρθρο 297 ψευδής παράσταση είναι «οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος παρελθόντος ή παρόντος γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή» και με βάση το άρθρο 298 το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις στην παρούσα περίπτωση τα αγαθά είναι χρήματα πρέπει να αποδειχτεί η ψευδής παράσταση με σκοπό καταδολίευσης αντικειμένου δυνάμενου να κλαπεί. Θέση του Μ.Κ.5 ήταν ότι έδωσε στον κατηγορούμενο το ποσό των €1.200 σε μετρητά από την σύνταξη του, εισφορά από κάποιο πρόσωπο και από τα χρήματα που είχε το παγκάρι για αγορά της εικόνας αυτής. Διερωτώμαι αν πρόσωπο που γνώριζε ότι η εικόνα αξίζει £3.500 μπορούσε να δεχτεί ότι θα αγοραστεί με €1.200 για να θεωρηθεί ότι έχει ξεγελαστεί και ότι του παρέστησαν, ψευδώς, γεγονός. Σημειώνω ότι ενόψει της ποιότητας της μαρτυρίας του Μ.Κ.5 δεν έχει αποδειχτεί ότι όντως δόθηκε τέτοιο ποσό στον κατηγορούμενο αφού πέραν της μαρτυρίας του Μ.Κ.5 με τις αντιφάσεις που έχουν πιο πάνω επισημανθεί ουδείς άλλος συνηγόρησε ή προσέφερε μαρτυρία για το θέμα αυτό. Σημειώνω την σαφή θέση του Μ.Κ.6 ότι ο Μ.Κ.5 δεν τον ενημέρωνε καθόλου για όλα αυτά που λάμβαναν χώρα τα χρήματα των επιταγών που υπέγραφε για ποιο σκοπό διατίθεντο και τι εξοπλισμό αγόραζε για την εκκλησία. Ενόψει των ανωτέρω είναι η θέση μου ότι καίρια και καθοριστικά λόγω της ποιότητας της μαρτυρίας κυρίως του Μ.Κ.5 που ήταν και ο ουσιαστικότερος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή αλλά και με βάση τα όσα αναφέρω και για τον Μ.Κ.6 και λόγω της μη απόδειξης συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, δεν έχουν αποδειχθεί οι κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει γι' αυτό και το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή από αθώωση και απαλλαγή του κατηγορούμενου από το στάδιο αυτό σε σχέση και με τις τρεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.