Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Θωμάς Νικολαΐδης, Αρ. Υπόθεσης: 15083/11, 10/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟN: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 15083/11 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Θωμάς Νικολαΐδης Κατηγορούμενος -------------------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10/06/2015 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Σιαπανή Για Κατηγορούμενο: κος Στεφάνου Κατηγορούμενος: Παρών -------------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος, αντιμετωπίζει συνολικά τέσσερεις κατηγορίες άσεμνης επίθεσης, κατά παράβαση του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Στην ουσία, η Κατηγορούσα Αρχή, με τις κατηγορίες 3, 4 και 5, αποδίδει στον Κατηγορούμενο τρεις πανομοιότυπες (σύμφωνα με την Παραπονούμενη), άσεμνες επιθέσεις εναντίον της Παραπονούμενης, οι οποίες έλαβαν χώρα σε τρεις διαφορετικές ημερομηνίες κατά το μήνα Ιανουάριο του 2010. Με την 6η κατηγορία, η Κατηγορούσα Αρχή, αποδίδει στον Κατηγορούμενο έτερη άσεμνη επίθεση, εναντίον της ίδιας Παραπονούμενης, η οποία (σύμφωνα και πάλι με την Παραπονούμενη), αφενός διαπράττεται με εντελώς διαφορετικό τρόπο απ' ότι οι προηγούμενες τρεις περιπτώσεις και αφετέρου, λαμβάνει χώρα σε χρόνο μεταξύ Φεβρουαρίου και Αυγούστου του 2010. Αρχικά, ο Κατηγορούμενος αντιμετώπιζε και τις κατηγορίες 1 και 2, οι οποίες όμως, κατόπιν της προσθήκης των κατηγοριών 3-6, διεκόπησαν, με αποτέλεσμα να απαλλαγεί από αυτές. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε επτά μάρτυρες, το Λοχ. 501 Σ. Χρυσοστόμου (ΜΚ1), την Dang Thi Thuy (ΜΚ2 -Παραπονούμενη), τον Α/Αστ. 1323 Ν. Μιχαήλ (ΜΚ3), την Ta Thi Thao (ΜΚ4), την Αστ. 4100 Α. Ιωαννίδου (ΜΚ5), την Αντριάνα Κόσσοβα (ΜΚ6) και τη Λοχ. 1383 Δ. Παρασκευά (ΜΚ7). Ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση. Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω με λεπτομέρεια την ενώπιον μου μαρτυρία. Σκοπός της παρούσας απόφασης, δεν είναι η λεπτομερής παράθεση του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κάτι τέτοιο δεν πιστεύω ότι θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό. Εκτενέστερη αναφορά στην αμφισβητούμενη μαρτυρία, θα γίνει όπου αυτό κριθεί αναγκαίο στο στάδιο της αξιολόγησης της. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, θεωρώ ορθό να παραθέσω τα πιο κάτω γεγονότα, τα οποία, είτε πηγάζουν από αναντίλεκτη ενώπιον μου μαρτυρία, είτε αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Κατά τον Αύγουστο του 2009, η ΜΚ2 κατέφθασε στην Κύπρο από το Βιετνάμ, απ' όπου και κατάγεται, ώστε να εργοδοτηθεί ως οικιακή βοηθός. Τις πρώτες τρεις μέρες της παραμονής της στην Κύπρο, διέμεινε στην οικία του αφεντικού μίας ομοεθνούς της επ' ονόματι Huyen, η οποία Huyen, ήταν το πρόσωπο που μεσολάβησε για τον ερχομό της ΜΚ2 στην Κύπρο. Μετά την πάροδο των τριών ημερών και αφού προηγουμένως η σύζυγος του Κατηγορούμενου (η οποία είναι μέλος της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου), είχε την ευκαιρία να εξετάσει τις ικανότητες της αναφορικά με παροχή υπηρεσιών οικιακής βοηθού, η ΜΚ2 εργοδοτήθηκε από τη σύζυγο του Κατηγορούμενου. Με βάση προφορική συμφωνία των δύο γυναικών (πέραν της γραπτής σύμβασης εργοδότησης που υπογράφτηκε μεταξύ τους), η ΜΚ2 θα διέμενε στην οικία της πεθεράς του Κατηγορουμένου και κατά τις πρωινές ώρες, θα φρόντιζε τα δύο, εκ των τριών, παιδιά του Κατηγορούμενου (δίδυμα, τότε, ηλικίας περίπου 1½ ετών), τα οποία η σύζυγος του Κατηγορούμενου μετέφερε κάθε πρωί στην οικία της μητέρας της (ως προς το κατά πόσο η ΜΚ2 θα παρείχε και άλλες υπηρεσίες καθ΄ ον χρόνο βρισκόταν στην οικία της πεθεράς του Κατηγορούμενου, π.χ. καθάρισμα, οι δύο πλευρές προώθησαν συγκρουόμενες θέσεις). Από τις 13:00 μέχρι και τις 16:00, καθημερινά, η ΜΚ2 θα είχε χρόνο ανάπαυσης. Στις 16:00, σε κάποιες περιπτώσεις, η σύζυγος του Κατηγορούμενου θα μετέφερνε τη ΜΚ2 και τα δίδυμα στην οικία της, όπου η ΜΚ2 θα παρείχε υπηρεσίες οικιακής βοηθού στην εν λόγω οικία, μέχρι και τις 19:00 το βράδυ (ως προς το κατά πόσο, η μεταφορά της ΜΚ2, από την οικία της πεθεράς του Κατηγορούμενου, στην οικία του τελευταίου γινόταν καθημερινά, οι δύο πλευρές διαφωνούν). Έπειτα, η ΜΚ2, θα μεταφέρετο εκ νέου στο σπίτι της πεθεράς του Κατηγορούμενου. Κατά τις Κυριακές, και παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με τους γραπτούς όρους εργασίας της, η ΜΚ2 δεν εργαζόταν, οι δύο γυναίκες είχαν συμφωνήσει προφορικά όπως, η ΜΚ2, συνεχίζει να παρέχει τις υπηρεσίες της και προς τούτο να λαμβάνει ως αποζημίωση €15 για κάθε Κυριακή που εργάζεται. Περί τον Ιούλιο του 2010, η ΜΚ2 ενημερώθηκε από τη σύζυγο του Κατηγορούμενου ότι, οι υπηρεσίες της κατά τις Κυριακές, δεν ήταν πλέον αναγκαίες. Η ΜΚ2, στο άκουσμα της πιο πάνω ανακοίνωσης, αντέδρασε έντονα εκφράζοντας δυσφορία και ζητώντας από τη σύζυγο του Κατηγορούμενου να αποδεχτεί μία από τις δύο πιο κάτω αναφερόμενες προτάσεις της. Ή να συνεχίσει να την εργοδοτεί τις Κυριακές και να την αποζημιώνει ανάλογα, όπως συνέβαινε μέχρι τότε, ή να της επιτρέπει να εγκαταλείπει το χώρο διαμονής της κατά τις Κυριακές, ώστε να μπορεί να εξεύρει αλλού εργασία για να έχει επιπρόσθετα εισοδήματα. Η σύζυγος του Κατηγορούμενου, δεν αποδέχθηκε καμία εκ των δύο προτάσεων της ΜΚ2, με αποτέλεσμα η τελευταία, αφενός να δυσαρεστηθεί και αφετέρου, κατά το επόμενο χρονικό διάστημα να επιδιώκει εκ νέου την αποδοχή μίας εκ των προτάσεων της. Την 1η Αυγούστου 2010 και μετά από σχετικές απαιτήσεις της ΜΚ2 προς τη σύζυγο του Κατηγορούμενου, ώστε η τελευταία να αποδεχθεί μία εκ των δύο προτάσεών της, οι δύο γυναίκες, ήρθαν σε λεκτική αντιπαράθεση. Στα πλαίσια της εν λόγω αντιπαράθεσης, η ΜΚ2 ανέφερε προς τη σύζυγο του Κατηγορούμενου, ότι επιθυμούσε να παραιτηθεί από οικιακή βοηθός και απαίτησε όπως η τελευταία της υπογράψει σχετικό έγγραφο αποδέσμευσης για να δυνηθεί να βρει εργασία σε άλλο εργοδότη. Η εν λόγω απαίτηση της ΜΚ2 δεν ικανοποιήθηκε από τη σύζυγο του Κατηγορούμενου. Την επομένη και δη στις 2 Αυγούστου 2010, κατά τις πρωινές ώρες, η ΜΚ2 παρατήρησε ότι και η πεθερά του Κατηγορούμενου, με εντελώς πρωτοφανή, για τα μέχρι τότε δεδομένα, συμπεριφορά προς την ίδια, την αντιμετώπισε εχθρικά και με τρόπο αδικαιολόγητο. Κατόπιν τούτου, η ΜΚ2 επικοινώνησε με τη σύζυγο του Κατηγορούμενου αναφέροντας προς αυτή τον τρόπο συμπεριφοράς της μητέρας της και ζητώντας της να μεσολαβήσει ώστε να επιλυθεί το πρόβλημα που προέκυψε. Κατά το μεσημέρι της ίδιας μέρας, η σύζυγος του Κατηγορούμενου ζήτησε από τη ΜΚ2 να τοποθετήσει τα υπάρχοντά της σε αποσκευές, με σκοπό να εγκαταλείψει το χώρο εργασίας της, πράγμα το οποίο έπραξε. Έπειτα, η σύζυγος του Κατηγορούμενου έφυγε από το σπίτι αφήνοντας τη ΜΚ2 με τις αποσκευές της, έξω από αυτό, να την αναμένει. Κατά την απουσία της από το σπίτι, η σύζυγος του Κατηγορούμενου μεταξύ άλλων, κατήγγειλε τη ΜΚ2 στην αστυνομία αναφορικά με κλοπή €1.000 τοις μετρητοίς και δύο ρολογιών μάρκας ΩΜΕΓΑ, αξίας €2.000 έκαστο. Σε κάποια στιγμή, η σύζυγος του Κατηγορούμενου κατέφθασε εκ νέου στο σπίτι, μαζί με μια αστυφύλακα ένστολη, η οποία, αφού αρχικά ανάφερε στη ΜΚ2 ότι την υποπτεύεται για το αδίκημα της κλοπής, άρχισε να ερευνά το περιεχόμενο των αποσκευών της. Από την έρευνα, δεν προέκυψε οτιδήποτε το επιλήψιμο. Έπειτα ο Κατηγορούμενος, ο οποίος είχε στο μεταξύ φθάσει και αυτός στο μέρος, μαζί με τη σύζυγο του, καθώς επίσης και τη ΜΚ2, εισήλθαν σε ένα εκ των οχημάτων της οικογένειας και πορεύθηκαν προς το αεροδρόμιο Λάρνακας. Εκεί, η ΜΚ2 αρνήθηκε επίμονα να επιβιβαστεί σε αεροπλάνο με σκοπό την επιστροφή της στο Βιετνάμ (με αεροπορικό εισιτήριο που η σύζυγος του Κατηγορούμενου είχε ήδη εξασφαλίσει εν αγνοία της ΜΚ2), με αποτέλεσμα και οι τρεις να εισέλθουν εκ νέου στο όχημα της οικογένειας και να επιστρέψουν στη Λευκωσία. Κατά τον ερχομό τους, σε κάποιο σημείο εντός της επαρχίας Λευκωσίας, επί κάποιας διασταύρωσης που ελέγχεται από φώτα τροχαίας, και ενώ το φως στην πορεία του οχήματος, εντός του οποίου επέβαιναν, ήταν κόκκινο, η ΜΚ2 άνοιξε την πόρτα του οχήματος, εξήλθε από αυτό και κατευθύνθηκε προς παρακείμενο κατάστημα αναφέροντας στους εκεί παρευρισκόμενους ότι, οι εργοδότες της, αφενός την κατηγορούν αδίκως για κλοπή και αφετέρου, ότι επιθυμούν να την υποχρεώσουν να επιστρέψει στη χώρα της άνευ της θελήσεως της. Στο ρηθέν κατάστημα, κατέφθασαν αστυνομικοί κατόπιν κλήσης τους από τους παρευρισκόμενους, οι οποίοι αστυνομικοί, συνεπεία και της εκκρεμούσας καταγγελίας της συζύγου του Κατηγορούμενου για κλοπή, παρέλαβαν τη ΜΚ2, και την επομένη και δη στις 3 Αυγούστου 2010, της λήφθηκε ανακριτική κατάθεση με συγκεκριμένη, σχετική με το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου, προειδοποίηση (Έγγραφα Β(
- i)και Β(ii)). Στην εν λόγω κατάθεσή της, αφού αρνείται ότι έκλεψε την περιουσία, ως της αποδίδει η σύζυγος του Κατηγορούμενου, προωθεί ισχυρισμούς για εργασιακή εκμετάλλευσή της από την τελευταία. Την ίδια μέρα, και δη στις 3 Αυγούστου 2010, και τούτο κατόπιν απόφασης του Γενικού Εισαγγελέα περί του ότι δεν στοιχειοθετείτο το αδίκημα της κλοπής το οποίο κατήγγειλε εναντίον της ΜΚ2 η σύζυγος του Κατηγορούμενου (σχετική είναι η αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΚ1), εκδόθηκε διάταγμα απέλασης της ΜΚ2, από τον τότε Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών (Τεκμήριο 2). Συνεπεία της έκδοσης του διατάγματος απέλασης, η ΜΚ2 τοποθετήθηκε στην πτέρυγα 9 των Κεντρικών Φυλακών, εν αναμονή της απέλασης της. Στις 4 Αυγούστου 2010, κατόπιν σχετικής πληροφόρησης που λήφθηκε από ομοεθνή της ΜΚ2, η Κίνηση για Ισότητα, Στήριξη και Αντιρατσισμό (στο εξής η «ΚΙΣΑ»), απέστειλε δύο επιστολές (Τεκμήριο 3), μία προς την Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά Μελών της Αστυνομίας και μία προς το Τμήμα Καταπολέμησης της Εμπορίας Προσώπων στο Αρχηγείο Αστυνομίας, με τις οποίες ενημέρωνε τους παραλήπτες των επιστολών ότι, η ΜΚ2, τύγχανε εργασιακής εκμετάλλευσης από τους εργοδότες της και ζητούσε από τους εν λόγω φορείς όπως εξετάσουν, έκαστος στα πλαίσια των καθηκόντων του, το όλο θέμα. Στις 9 Αυγούστου 2010, λήφθηκε 2η (ανοιχτή στην προκειμένη περίπτωση) κατάθεση από τη ΜΚ2, στα πλαίσια της οποίας η τελευταία, επαναλαμβάνει στην ουσία, τα όσα ισχυρίστηκε στην 1η της κατάθεση. Η 2η κατάθεση της ΜΚ2 και η μετάφρασή της, κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως Έγγραφα Ζ(
- i)και Ζ(
- ii)αντίστοιχα (των ρηθέντων εγγράφων, προηγήθηκε η κατάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου άλλων καταθέσεων της ΜΚ2, οι οποίες, χρονικά, λήφθηκαν μεταγενέστερα από τα Έγγραφα Ζ(
- i)και Ζ(ii), εξ ου και η ανακολουθία στη σήμανση των Τεκμηρίων). Στις 12 Αυγούστου 2010, και τούτο συνεπεία της παραλαβής από το Τμήμα Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων του Αρχηγείου Αστυνομίας, της σχετικής επιστολής της ΚΙΣΑ, Λειτουργός του εν λόγω Τμήματος (ο ΜΚ3), επισκέφθηκε, με τη ΜΚ7, τη ΜΚ2 στην πτέρυγα 9 των Κεντρικών Φυλακών και άρχισε να της λαμβάνει την 3η χρονικά κατάθεσή της (Έγγραφα Γ(i), Γ(
- ii)και Γ(iii)). Κατά τη λήψη της εν λόγω κατάθεσης, δόθηκαν οδηγίες προς το ΜΚ3 και τη ΜΚ7, όπως διακοπεί η λήψη της (πράγμα το οποίο και έγινε), συνεπεία του γεγονότος ότι είχε διοριστεί Ανεξάρτητος Ερευνών Λειτουργός από την Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά Μελών της Αστυνομίας, για να εξετάσει την καταγγελία της ΜΚ2 εναντίον της εργοδότριας της. Πράγματι, στις 13 Αυγούστου 2010, ο Ανεξάρτητος Ερευνών Λειτουργός Ε. Σολωμού, έλαβε την 4η στη σειρά κατάθεση της ΜΚ2 (Έγγραφα Στ(i), Στ(
- ii)και Στ(iii) - επίσης, των εν λόγω εγγράφων προηγήθηκε κατάθεση ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλων καταθέσεων της ΜΚ2, οι οποίες λήφθηκαν, χρονικά μεταγενέστερα, της λήψης των Εγγράφων Στ(i), Στ(
- ii)και Στ(iii)). Τρεις μέρες αργότερα και δη στις 16 Αυγούστου 2010, ο ΜΚ3 και η ΜΚ7, αφού ενημερώθηκαν από τους Προϊστάμενους τους ότι δεν υπήρχε εμπόδιο για συνέχιση της λήψης κατάθεσης από τη ΜΚ2 από το Τμήμα τους, επισκέφθηκαν εκ νέου, την πτέρυγα 9 των Κεντρικών Φυλακών και έλαβαν την 5η, χρονικά, κατάθεση της ΜΚ2 (Έγγραφα Δ(i), Δ(
- ii)και Δ(iii)). Κατά τη λήψη της εν λόγω κατάθεσης, η ΜΚ2, στα πλαίσια παράθεσης των ισχυρισμών της ως προς τις εργασιακές της συνθήκες, καθ' ον χρόνο ήταν εργοδοτούμενη της συζύγου του Κατηγορούμενου, για πρώτη φορά εξέφρασε παράπονο εναντίον του Κατηγορούμενου, αναφορικά με ισχυριζόμενες άσεμνες επιθέσεις του εναντίον της. Στις 6 Σεπτεμβρίου 2010 και αφού προηγουμένως η ΜΚ2 κρίθηκε, στα πλαίσια των προνοιών του Περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου, Ν.87(Ι)/2007, ως θύμα σεξουαλικής και εργασιακής εκμετάλλευσης, αφέθηκε ελεύθερη από τις Κεντρικές Φυλακές και τέθηκε σε πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων, λαμβάνοντας προς τούτο και σχετικό μηνιαίο επίδομα από το Κράτος. Στις 14 Σεπτεμβρίου 2010, κατόπιν και των πιο πάνω εξελίξεων, το διάταγμα απέλασης της ΜΚ2 ακυρώθηκε. Κατά τις 27 Νοεμβρίου 2010, λήφθηκε η 6η στη σειρά κατάθεση της ΜΚ2 (Έγγραφα Ε(i), Ε(
- ii)και E(iii)), η οποία καταπιάστηκε με τη γνωριμία της ίδιας με κάποιο άντρα Συριακής καταγωγής, ο οποίος, μέσω τρίτου προσώπου, εφοδίασε τη ΜΚ2 με κινητό τηλέφωνο κατά το χρόνο που η τελευταία κρατείτο στην πτέρυγα 9 των Κεντρικών Φυλακών, ώστε αυτή να έρχεται σε επαφή με τον εν λόγω Σύριο. Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, συνεπεία αφενός της καταγγελίας της συζύγου του Κατηγορούμενου εναντίον της ΜΚ2 για κλοπή και αφετέρου, της αποστολής των δύο επιστολών από την ΚΙΣΑ για υποβολή παραπόνου από πλευράς της ΜΚ2 για εργασιακή εκμετάλλευση, οι έξι καταθέσεις της παραπονούμενης, λήφθηκαν από διαφορετικά πρόσωπα, υπό διαφορετικές ιδιότητες και με διαφορετικό υπόβαθρο για τη λήψη τους. Στην ουσία, η ΜΚ5 έλαβε την 1η χρονικά κατάθεση της ΜΚ2, ως ανακρίτρια στη διερευνώμενη τότε υπόθεση κλοπής υπό υπαλλήλου εναντίον της ΜΚ2. Η 2η χρονικά κατάθεση της ΜΚ2, λήφθηκε από άλλο μέλος της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου, ως ανοιχτή κατάθεση, για σκοπούς υποβολής παραπόνου από πλευράς της ΜΚ2 σε σχέση με τις συνθήκες εργοδότησής της. Η 3η και 5η, χρονικά, κατάθεσή της, λήφθηκε από το ΜΚ3, στην παρουσία της ΜΚ7, στα πλαίσια εξέτασης του παραπόνου της ΜΚ2 για εργασιακή της εκμετάλλευση, από το Τμήμα στο οποίο άνηκαν οι εν λόγω μάρτυρες και δη το Τμήμα Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων του Αρχηγείου Αστυνομίας, συνεπεία της λήψης, της μιας από τις δύο επιστολές της ΚΙΣΑ. Η 4η χρονικά κατάθεση της ΜΚ2, λήφθηκε από τον Ερευνώντα Λειτουργό που διορίστηκε από την Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά Μελών της Αστυνομίας, και πάντα στα πλαίσια εξέτασης του παραπόνου της ΜΚ2 για εργασιακή της εκμετάλλευση από τη σύζυγο του Κατηγορούμενου (2η επιστολή της ΚΙΣΑ). Τέλος, η 6η χρονικά κατάθεσή της, λήφθηκε από το ΜΚ1, ο οποίος σε προχωρημένο χρονικά στάδιο (σε χρόνο μετά τη λήψη της 5ης χρονικά κατάθεσης της ΜΚ2), διορίστηκε ως ανακριτής της υπόθεσης αναφορικά με όλα τα παράπονα που κατά καιρούς εξέφρασε η ΜΚ2. Για τα μόλις πιο πάνω γεγονότα, κάμνω ανάλογα ευρήματα. Δεν παραγνωρίζω ότι, μέρος των πιο πάνω ευρημάτων μου, βασίζεται στη μαρτυρία της ΜΚ2, της οποίας η αξιοπιστία αμφισβητείται σφόδρα από την Υπεράσπιση, πλην όμως σημειώνω ότι, αφενός οι εν λόγω ισχυρισμοί της όχι απλά δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση αλλά παρέμειναν και αναντίλεκτοι, και αφετέρου, επί της αλήθειας των ρηθέντων ισχυρισμών της, βασίζει, σε μεγάλο βαθμό, η Υπεράσπιση τη θέση της περί αναξιοπιστίας της ΜΚ2. Νομική πτυχή Το άρθρο 151 του Ποινικού Κώδικα προνοεί ότι «όποιος παράνομα και άσεμνα επιτίθεται εναντίον γυναίκας, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα 5 χρόνια». Επειδή η παρούσα υπόθεση αφορά σε σεξουαλικά αδικήματα, ως θέμα αρχής και ή καλύτερα συνεπεία κανόνα πρακτικής, απαιτείται η αναζήτηση ενισχυτικής μαρτυρίας. Στην ουσία, το Δικαστήριο θα πρέπει να αναζητήσει κατά πόσο έχει τεθεί ενώπιον του, οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να ενισχύει τη μαρτυρία της Παραπονούμενης. Παρά τον πιο πάνω κανόνα, αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι είναι ασφαλές να καταλήξει σε συμπέρασμα ενοχής ενός Κατηγορούμενου βασισμένο μόνο στη μαρτυρία της Παραπονούμενης, τότε δύναται, αφού προηγουμένως προειδοποιήσει κατάλληλα τον εαυτό του για τους κινδύνους που ελλοχεύουν σε μια τέτοια περίπτωση, να προχωρήσει και να καταδικάσει έναν Κατηγορούμενο σε ένα σεξουαλικό αδίκημα, επί της μαρτυρίας της Παραπονούμενης και μόνο. Η προσέγγιση μιας μαρτυρίας που δίδεται από πρόσωπο για αδικήματα σεξουαλικής υφής, πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή και με γνώμονα πάντοτε αφενός την κοινή λογική και αφετέρου την πιθανότητα η μάρτυρας κατηγορίας να μη λέει την αλήθεια στο Δικαστήριο, (βλ. Ττοουλιάς ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 258, Παρμαξής ν. Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 224, Ιωάννης Γεωργίου Σοφοκλέους ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 259, Όμηρος Σάββα Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 506 και R v. Witts and Witts
(1991)CLR 562). Ως προς το τι συνιστά ενισχυτική μαρτυρία, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση R v. Baskerville 12 Cr. Αρρ. R. 81: «...evidence in corroboration must be independent testimony which affects the accused by connection or tending to connect him with the crime. In other words, it must be evidence which implicates him, that is, which confirms in some material particular not only the evidence that the crime has been committed, but also that the prisoner committed it. The test applicable to determine the nature and extent of the corroboration is thus the same whether the case falls within the rule of practice at common law or within that class of offences for which corroboration is required by statute.... The nature of the corroboration will necessarily vary according to the particular circumstances of the offence charged. It would be in a high degree dangerous to attempt to formulate the kind of evidence which would be regarded as corroboration, except to say that corroborative evidence is evidence which shows or tends to show that the story of the accomplice that the accused committed the crime is true, not merely that the crime has been committed, but that it was committed by the accused.». Πρέπει φυσικά να αναφερθεί ότι η ενισχυτική μαρτυρία μπορεί να είναι, είτε άμεση, είτε περιστατική. Πρέπει επίσης να προέρχεται από ανεξάρτητη πηγή. Αν όμως, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 10 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, τότε, ο κανόνας περί ανεξάρτητης πηγής προέλευσης της ενισχυτικής μαρτυρίας, δεν ισχύει. Οι πρόνοιες του άρθρου 10 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, τις οποίες παραθέτω ευθύς αμέσως αυτούσιες, έτυχαν ερμηνείας από το Ανώτατο Δικαστήριο σε πληθώρα αποφάσεων του. «Κάθε Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου δικάζεται πρόσωπο το οποίο κατηγορείται για οποιοδήποτε ποινικό αδίκημα, δύναται να δεκτεί ως απόδειξη, εκ μέρους της κατηγορίας, τις λεπτομέρειες οποιουδήποτε παραπόνου ή οποιασδήποτε δήλωσης που αφορά το ποινικό αδίκημα που γίνεται από το πρόσωπο επί του οποίου διαπράχτηκε αυτό ή από το πρόσωπο που έχει την ευθύνη οποιασδήποτε περιουσίας κατά της οποίας διαπράχτηκε το ποινικό αδίκημα και το οποίο ήταν παρόν όταν διαπράχτηκε το ποινικό αδίκημα: Νοείται ότι οι λεπτομέρειες οποιουδήποτε τέτοιου παραπόνου ή δήλωσης δεν είναι δεκτές, όταν προσάγονται εκ μέρους της κατηγορίας, εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ενώπιον το οποίου δικάζεται ο κατηγορούμενος, ότι το παράπονο ή δήλωση έγινε, αφού λήφθηκαν υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης, αμέσως μετά τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος, και προς το πρώτο πρόσωπο προς το οποίο ή τα πρώτα πρόσωπα προς τα οποία το πρόσωπο το οποίο προέβηκε στο παράπονο ή τη δήλωση, μίλησε μετά τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος, ή προς το πρόσωπο προς το οποίο ή προς τα πρόσωπα προς τα οποία το Δικαστήριο φρονεί ότι ήταν φυσικό να προβεί σε παράπονο ή δήλωση σε σχέση με το ποινικό αδίκημα.». Οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου, ως έχει αναφερθεί και ανωτέρω, έχουν τύχει ερμηνείας σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Sutton v. Republic 14 CLR 160, 173, Republic v. Votsis 19 CLR 306, Χ"Λουκάς v. Δημοκρατίας
(1961)CLR 57, Παρμαξής v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), Γεωργιάδης v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 1, Παπαδήμας ν. Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 251, Βούτουνος ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 71, Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 766, ΜΚ ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 14/13 ημερ. 20/3/2014 και ΣΠ ν. Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 207/13 ημερ. 25/6/14, βλέπε επίσης και Το Δίκαιο Της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Τάκη Ηλιάδη και Νικόλα Σάντη, σελ. 515-519 ). Εκείνο που προκύπτει από τα όσα σχετικά αναφέρονται στις πιο πάνω αυθεντίες, είναι ότι, το άμεσο της υποβολής του παραπόνου, αποτελεί ουσιαστικό παράγοντα για την κρίση τού κατά πόσο, σε μια δεδομένη περίπτωση, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου
- Και τούτο γιατί, όταν τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 10, το πρώτο παράπονο, δεν αποτελεί απλά ενισχυτική μαρτυρία της μαρτυρίας της Παραπονούμενης, αλλά μαρτυρία προς απόδειξη του καταγγελλόμενου γεγονότος. Τούτο, και δη το ουσιώδες της άμεσης υποβολής του παραπόνου, φαίνεται να υποστηρίζεται ιδιαίτερα από τον λόγο των υποθέσεων Γεωργιάδης, Παπαδήμα και Βούτουνος (ανωτέρω). Είναι γεγονός, ότι στην υπόθεση Αντωνίου (ανωτέρω), σημειώθηκε ότι οι υποθέσεις Γεωργιάδης και Βούτουνος, δεν έθεσαν οποιονδήποτε άκαμπτο κανόνα και ότι, υπό περιστάσεις, μη άμεση αναφορά Παραπονούμενης σε τρίτο πρόσωπο, ενδεχομένως να μπορεί να θεωρηθεί ως πρώτο παράπονο εντός της εμβέλειας των προνοιών του άρθρου
- Σημειώνεται φυσικά ότι, η Παραπονούμενη στην υπόθεση Αντωνίου ήταν ανήλικη, και ο λόγος της ήταν άρρηκτα συνδεδεμένος με το συγκεκριμένο γεγονός, καθώς επίσης και το γεγονός ότι, ανεξάρτητα της φύσης του αδικήματος, της ηλικίας και ψυχικού κόσμου του θύματος, κάθε ποινική υπόθεση θα πρέπει να αξιολογείται πάντοτε στη βάση του τεκμηρίου της αθωότητας, και κατ' εφαρμογή της αρχής ότι, το βάρος απόδειξης της ενοχής του Κατηγορουμένου πέφτει στους ώμους της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία πρέπει να αποδείξει την υπόθεση της, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως προς τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της άσεμνης επίθεσης, ως τούτα προκύπτουν από τις πρόνοιες του άρθρου 151 αλλά και από τη σχετική Αγγλική Νομολογία (R v. Court
(1989)AC 28) επί των προνοιών του άρθρου 14
(1)του Sexual Offices Act 1956, του οποίου οι πρόνοιες ομοιάζουν με αυτές του 151, τούτα είναι τα ακόλουθα: (α) Ότι ο Κατηγορούμενος σκόπιμα επιτέθηκε στην Παραπονούμενη, (β) ότι η επίθεση, περιλαμβανομένων και των περιστάσεων που την περιβάλλουν, στα μάτια του ορθά σκεπτόμενου πολίτη, μπορεί να εκληφθεί ως άσεμνη και (γ) ότι ο Κατηγορούμενος είχε πρόθεση, όταν ενεργούσε, να διαπράξει την επίθεση υπό τις περιστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο (β) ανωτέρω. Αναφέρθηκε ακόμα, ότι στην περίπτωση που τα γεγονότα που αφορούν στην υπόθεση, είναι δυνατό να επιδέχονται διττής ερμηνείας και δη, είτε αθώας, είτε άσεμνης πράξης από πλευράς του Κατηγορούμενου, η Κατηγορούσα Αρχή οφείλει, όχι μόνο να αποδείξει την εκ προθέσεως επίθεση του Κατηγορουμένου, αλλά και την ύπαρξη πρόθεσης εκ μέρους του να επιδείξει άσεμνη συμπεριφορά. Όπως σημειώθηκε ανωτέρω, συστατικό στοιχείο του αδικήματος της άσεμνης επίθεσης, αποτελεί η σκόπιμη επίθεση προς το θύμα. Κατά τον Archobold: Criminal Pleading, Evidence and Practice, 40η έκδοση, σελ. 1280, παρ. 2634, επίθεση σημαίνει την εκ προθέσεως και/ ή την απερίσκεπτη πράξη ενός προσώπου που δημιουργεί σε κάποιον τρίτο την αντίληψη της άμεσης και παράνομης βίας. Το κατά πόσο ή όχι υπάρχει επαφή θύτη και θύματος είναι άσχετο αν καταδειχθεί ότι η ενέργεια του θύτη επέφερε την πιο πάνω αντίληψη στο θύμα. Στην περίπτωση επαφής του θύτη με το θύμα, δεν είναι ανάγκη να αποδειχθεί ότι η παράνομη επαφή ήταν συγκεκριμένης δύναμης. Ακόμα και αμελητέας δύναμης επαφή, δυνατόν να εντάσσει την ενέργεια του θύτη εντός της πιο πάνω ερμηνείας, αν με αυτή προκάλεσε στο θύμα την αντίληψη ότι κινδυνεύει με άμεση εφαρμογή παράνομης βίας εναντίον του. Στην υπόθεση Fagan v. Metropolitan Police Commissioner
(1968)3 All ER 442, αναφέρθηκε ότι επίθεση μπορεί να διαπραχθεί ακόμα και με την τοποθέτηση του χεριού του θύτη επί του σώματος του θύματος. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση R. v. Dungey
(1864)4 F. & F. 99, αποφασίστηκε ότι, το φίλημα με βία αποτελεί επίθεση. Όσον τώρα αφορά στην πρόθεση ενός Κατηγορουμένου, τούτη αποδεικνύεται με άμεση μαρτυρία ή προκύπτει από όλα τα περιστατικά και γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση (βλ. R. v. Venna
(1975)3 LR 737). Φυσικά, στην περίπτωση που φανεί ότι το παραπονούμενο πρόσωπο συναινούσε και/ή συγκατατίθετο στις ενέργειες του φερόμενου δράστη, τότε δεν προκύπτει οποιαδήποτε ποινική ευθύνη του τελευταίου (βλ. R. v. Lang
(1975)CLR 65). Ως προς το κατά πόσο οποιαδήποτε επίθεση ενός δράστη, είναι ή όχι παράνομη, τούτο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ύπαρξη ή όχι νόμιμου σκοπού για τη διενέργεια της (βλ. Police v. Djioppou
(1972)10 JSC 1365). Ως προς το άσεμνο μιας ενέργειας, σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Rook & Ward on Sexual Offences, Criminal Law Library - No. 8, σελ. 4-8, παρ. 1.09-1.19. Στην υπόθεση R. v. Court (ανωτέρω), ο Δικαστής Ackner της Βουλής των Λόρδων, επικρότησε τη φράση που χρησιμοποίησε ο πρωτόδικος Δικαστής, ότι το άσεμνο («indecent»), στην άσεμνη επίθεση, σημαίνει προφανώς σεξουαλικό («overtly sexual»), όμως εισηγήθηκε ότι ο ορθότερος τρόπος αντιμετώπισης του θέματος είναι το κατά πόσο, ο λογικά σκεπτόμενος πολίτης, θα θεωρούσε τη συμπεριφορά ως άσεμνη ή όχι. Προχώρησε ακόμα, ο Δικαστής Ackner, να σημειώσει διάφορες περιπτώσεις, που θεωρήθηκαν άσεμνες. Σχετικά, ανέφερε ότι, η αφαίρεση από ένα άντρα, των ρούχων μίας γυναίκας χωρίς τη θέληση της, αποτελεί άσεμνη επίθεση. Με παραπομπή σε διάφορες αποφάσεις αγγλικών δικαστηρίων (R. v. Maurice Leeson 52 Cr. Αρρ. R. 185 και Goss and Goss
(1990)90 Cr. App. R. 400) υπέδειξε ότι, ένα φιλί σε ένα κορίτσι, ενάντια στη θέληση του συνοδευόμενο με εισηγήσεις συνουσίας ή συναφείς δραστηριότητες, αποτελεί άσεμνη επίθεση. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που μια γυναίκα, και προφανώς και ένας άντρας, αγκαλιάζει και χαϊδεύει ένα νεαρό κορίτσι με σκοπό την κοινή τους σεξουαλική ικανοποίηση, αν τούτα γίνονται χωρίς τη συγκατάθεση του κοριτσιού. Αξιολόγηση μαρτυρίας Από την αρχή σημειώνω, ότι η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής αναφορικά και με τις τέσσερεις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, ίσταται ή πίπτει επί της μαρτυρίας της ΜΚ
- Εν τούτοις, για τους λόγους που θα εξηγήσω στην ακριβώς επόμενη παράγραφο, κρίνεται ορθότερο όπως, της αξιολόγησης της ΜΚ2, προηγηθεί η αξιολόγηση της ΜΚ4, ενώ αναφορικά με τους ΜΚ3 και ΜΚ6, κρίνω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας τους, είναι ορθότερο, να γίνεται παράλληλα με την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΚ
- Ο λόγος που κρίνεται ορθότερο να ακολουθηθεί η πιο πάνω σειρά και/ή ο πιο πάνω τρόπος αξιολόγησης της μαρτυρίας των ΜΚ3, ΜΚ4 και ΜΚ6, είναι γιατί, οι ΜΚ3 και ΜΚ6, κατέθεσαν εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής και ως εμπειρογνώμονες αναφορικά με τις αντιδράσεις και εν γένει συμπεριφορά των θυμάτων εργασιακής και σεξουαλικής εκμετάλλευσης, ιδιαίτερα αναφορικά με τον τρόπο, που τέτοια πρόσωπα υποβάλλουν παράπονα εναντίον των εκμεταλλευτών τους και η ΜΚ4, παρουσιάστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή ως το πρόσωπο προς το οποίο, κατά καιρούς, η ΜΚ2 εξέφραζε παράπονα αναφορικά με την, ισχυριζόμενη από αυτήν, άσεμνη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου. Καθίσταται επομένως έκδηλο, ότι η μαρτυρία των πιο πάνω τριών μαρτύρων ή οιουδήποτε εξ αυτών, ενδεχομένως και νοουμένου ότι πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις, να αποτελεί ενισχυτική μαρτυρία της μαρτυρίας της ΜΚ
- Αρχικά, θα καταπιαστώ με την αξιολόγηση της μαρτυρίας των ΜΚ1 και ΜΚ
- Πρόκειται για μέλη της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου, οι οποίοι, ως ανακριτές, έλαβαν καταθέσεις και προέβησαν σε συγκεκριμένες ενέργειες στα πλαίσια των καθηκόντων τους. Οι εν λόγω μάρτυρες μου έκαναν άριστη εντύπωση. Ούτε η Υπεράσπιση αμφισβήτησε, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, την αξιοπιστία τους. Οι οποιεσδήποτε ερωτήσεις που τους τέθηκαν από το συνήγορο Υπεράσπισης, ήταν στην ουσία διευκρινιστικού αντί αντιπαραθετικού χαρακτήρα και σκοπό είχαν να τεθούν επιπρόσθετα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου, παρά να τεθεί υπό αμφισβήτηση η αξιοπιστία τους. Σε πλείστα μέρη της, η μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων καλύπτεται από τα όσα αδιαμφισβήτητα γεγονότα παρέθεσαν στο αρχικό στάδιο της παρούσας απόφασης και επί των οποίων κατέληξα και σε σχετικά ευρήματα. Εκείνο που προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΚ1 και δεν αναφέρεται στα εν λόγω ευρήματά μου, και το οποίο κρίνω ορθό να σημειώσω, είναι ότι, κατά το ΜΚ1, ο λόγος για τον οποίο επετράπη στη ΜΚ2 να παραμένει νόμιμα, από το 2010 μέχρι και σήμερα, στην Κύπρο, είναι για σκοπούς παρουσίασης της μαρτυρίας της για την υπό εκδίκαση υπόθεση. Τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ5, την αποδέχομαι στο σύνολό της. Προχωρώ τώρα στην αξιολόγηση της ΜΚ
- Η ΜΚ4 μου έκανε πολύ κακή εντύπωση ως μάρτυρας, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι, ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να αναφέρει οτιδήποτε που κατά τη γνώμη της βοηθούσε στην προώθηση του παραπόνου της ΜΚ2 (στενού συγγενικού της προσώπου), ανεξάρτητα εάν τούτο ήτο αληθές ή μη. Η μαρτυρία της, σε πλείστα ουσιώδη σημεία της, είναι εντελώς ασυμβίβαστη και/ή ακόμα συγκρούεται με τους σχετικούς ισχυρισμούς της ΜΚ
- Επιπρόσθετα, η μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος παρουσιάζει και εντελώς αδικαιολόγητες και ανεξήγητες συμπτώσεις με αυτή της ΜΚ
- Για σκοπούς πληρότητας και αιτιολογίας της μόλις πιο πάνω εκφρασθείσας κρίσης μου, ως προς την αξιοπιστία της εν λόγω μάρτυρος, σημειώνω τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τη ΜΚ4, η ΜΚ2, μεταξύ άλλων παραπόνων που εξέφρασε προς αυτήν αναφορικά με τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, ήταν και ότι, ο τελευταίος της ζητούσε επίμονα, και επί καθημερινής βάσεως, να έρθει σε σεξουαλική επαφή μαζί του. Επιπροσθέτως ότι, σε κάποια ή κάποιες περιπτώσεις της πρότεινε όπως, ως αντάλλαγμα για τη μεταξύ τους συνουσία, της δώσει χρήματα. Ακόμα ότι, σε μια περίπτωση, ο Κατηγορούμενος προσπαθούσε επίμονα με το χέρι του να κατεβάσει το παντελόνι, καθώς επίσης και το εσώρουχο που φορούσε η ΜΚ2, ώστε να δυνηθεί να δει κατά πόσο είχε ξυρισμένο το αιδοίο της και ότι η τελευταία αντέδρασε σθεναρά στην εν λόγω ενέργεια του Κατηγορούμενου. Όλες οι πιο πάνω θέσεις της ΜΚ4, συγκρούονται με τους ανάλογους ισχυρισμούς της ΜΚ2, η οποία, εν πάση περιπτώσει, ερωτηθείσα ειδικά για τα πιο πάνω θέματα, ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε ο Κατηγορούμενος της ζήτησε να συνουσιαστούν, με ή χωρίς αντάλλαγμα και ουδέποτε ο Κατηγορούμενος προσπάθησε με οποιαδήποτε χειρονομία του να της κατεβάσει τα ρούχα ώστε να δυνηθεί να δει, το αιδοίο της. Όπως ανάφερα και ανωτέρω, η μαρτυρία της ΜΚ4, παρουσιάζει και κάποιες εντελώς ανεξήγητες συμπτώσεις με αυτή της ΜΚ
- Η πιο κραυγαλέα εξ αυτών, αφορά στην απάντησή της αναφορικά με το πού τοποθετεί χρονικά την ισχυριζόμενη άσεμνη επίθεση του Κατηγορούμενου ως τούτη αποδίδεται στον τελευταίο με την κατηγορία
- Ερωτηθείσα ειδικά για το θέμα αυτό, στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής της, χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για την απάντησή της, ανάφερε «Δεν θυμάμαι ακριβώς, θυμάμαι πάντως μετά το Φεβρουάριο του 2010.». Σημειώνω, στο στάδιο αυτό, ότι σύμφωνα με τη ΜΚ4, η ΜΚ2, την ενημέρωνε όποτε τύγχανε άσεμνης επίθεσης από τον Κατηγορούμενο. Θα ήταν επομένως αναμενόμενο, έστω και αν δεν ενθυμείτο ακριβώς πότε η ΜΚ2 της ανέφερε το συγκεκριμένο περιστατικό, να δώσει κάποια εξήγηση γιατί τοποθετεί τούτο μετά το Φεβρουάριο του 2010, π.χ. αναφέροντας κάποιο περιστατικό που συνέβηκε προηγουμένως και για το οποίο είναι σίγουρη ότι τούτο προηγείται του υπό συζήτηση περιστατικού. Εν τούτοις, καμία εξήγηση δεν έδωσε για την εν λόγω απάντησή της. Το σημαντικό, όμως, δεν είναι αυτό, αλλά το ότι η εν λόγω απάντηση της ΜΚ4 είναι πανομοιότυπη με την απάντηση της ίδιας της ΜΚ2 επί του ιδίου θέματος, η οποία κατά την κυρίως εξέτασή της, ερωτηθείσα ειδικά από τη συνήγορο που εκπροσωπούσε την Κατηγορούσα Αρχή, να τοποθετήσει χρονικά το συγκεκριμένο περιστατικό, απάντησε «Δεν θυμάμαι ακριβώς ημερομηνία αλλά μετά το Φεβρουάριο
(2010)». Και διερωτάται κανείς. Πώς είναι δυνατόν, άνευ συνεννοήσεως των δύο μαρτύρων και/ή εν πάση περιπτώσει, άνευ γνώσης της ΜΚ4 ως προς το σχετικό ισχυρισμό της ΜΚ2 και χωρίς να δοθεί από τη ΜΚ4 εξήγηση για το λόγο που τοποθετεί το περιστατικό σε χρόνο μετά το Φεβρουάριο του 2010, να προωθήσει μια τέτοια θέση; Αξίζει ακόμα να σημειωθεί ότι ερωτηθείσα η ΜΚ4 ειδικά, κατά την αντεξέτασή της, ως προς το πότε ήταν η τελευταία φορά που συνομίλησε με τη ΜΚ2, άμεσα ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν πότε συνέβη τούτο. Ακολούθως όμως και τούτο κατόπιν επιμονής του συνηγόρου Υπεράσπισης, παραδέχθηκε ότι είχε επικοινωνία με τη ΜΚ2 το ίδιο πρωινό, ακριβώς πριν τη διά ζώσης μαρτυρία της. Ερωτηθείσα δε, ως προς το γιατί ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν ότι το συγκεκριμένο πρωί είχε συνομιλήσει με τη ΜΚ2, η ΜΚ4 περιορίστηκε απλά στο να γελάσει. Όπως ανάφερα και ανωτέρω, δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι η εν λόγω μάρτυρας δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο, με αποτέλεσμα η μαρτυρία της να απορρίπτεται στο σύνολό της. Εν πάση όμως περιπτώσει, η μαρτυρία της ΜΚ4 δεν θα μπορούσε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο να αποτελέσει ενισχυτική μαρτυρία της μαρτυρίας της ΜΚ
- Και τούτο για δύο λόγους: Πρώτο, γιατί η μαρτυρία της δεν έχει ανεξάρτητη, από τη μαρτυρία της ΜΚ2, πηγή (προέρχεται εν όλω από τα όσα, κατ΄ ισχυρισμό της ΜΚ4, η ΜΚ2 της έχει αναφέρει) και δεύτερο, γιατί, ούτε μέσω της ΜΚ4, αλλά ούτε και μέσω της ΜΚ2, έχουν τοποθετηθεί χρονικά οι σχετικές ισχυριζόμενες αναφορές της ΜΚ2 προς τη ΜΚ4, ώστε να μπορεί να εξεταστεί το άμεσο (πάντα σε σχέση με το χρόνο που κατ΄ ισχυρισμό έλαβε χώρα η άσεμνη επίθεση), της υποβολής του εν λόγω παραπόνου. Όπως ακριβώς εξηγήθηκε ανωτέρω, στα πλαίσια της παράθεσης της νομικής πτυχής που αφορά στην υπό εξέταση υπόθεση, το άμεσο της υποβολής ενός παραπόνου και/ή εν πάση περιπτώσει η δικαιολογία της οποιασδήποτε καθυστέρησης μέχρι την υποβολή ενός τέτοιου παραπόνου, αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για να μπορεί ένα τέτοιο παράπονο να αποτελέσει, είτε ενισχυτική μαρτυρία, είτε ακόμα και απόδειξη του καταγγελλόμενου γεγονότος, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 10 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.
- Προχωρώ τώρα να αξιολογήσω τη μαρτυρία των ΜΚ2, ΜΚ3 και ΜΚ
- Η ΜΚ2, δεν με έπεισε, στον απαραίτητο βαθμό, ότι είπε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια αναφορικά με τη σχέση της με τον Κατηγορούμενο. Δεν έχω αμφιβολία, ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της, αφορά σε πραγματικά γεγονότα τα οποία έζησε και εξιστόρησε ενώπιον του Δικαστηρίου. Εξ ου και μεγάλο μέρος της μαρτυρίας της, το οποίο δεν αμφισβητήθηκε ούτε από την Υπεράσπιση, έχει ήδη αποτελέσει τη βάση για εξαγωγή ευρημάτων από το Δικαστήριο, ως τούτα παρατέθηκαν στο αρχικό στάδιο της παρούσας απόφασης. Εν τούτοις, για τους λόγους που θα παραθέσω κατωτέρω, η μαρτυρία της αποτελεί ακροσφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων αναφορικά με τα επίδικα θέματα και ειδικότερα αναφορικά με τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου έναντι της. Πόσο μάλλον, όταν συνεπεία της φύσης των αδικημάτων, ως θέμα πρακτικής, καθίσταται αναγκαίο να αναζητηθεί μαρτυρία που να ενισχύει τη μαρτυρία της, που όπως θα εξηγήσω κατωτέρω, τέτοια μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε ενώπιόν μου. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό, απλά για να παραθέσω, με συνοπτικό τρόπο, τα όσα σχετικά με τις κατηγορίες 3, 4, 5 και 6 αποδίδει η ΜΚ2 στον Κατηγορούμενο. Κατά τη ΜΚ2, ο Κατηγορούμενος, καθημερινά τη μετέφερνε, με ένα εκ των οχημάτων της οικογένειας, κατά τις 19:00 κάθε βράδυ, από την οικία του, στην οικία της πεθεράς του, στην οποία διέμενε η ΜΚ
- Κατά τη διάρκεια κάθε τέτοιας μεταφοράς, και τούτο από τον Ιανουάριο του 2010 και μετά, την παρενοχλούσε σεξουαλικά και δη την άγγιζε στο χέρι, στο στήθος και στο πόδι. Σε μια δε περίπτωση, την οποία τοποθετεί σε χρόνο μετά το Φεβρουάριο του 2010, ο Κατηγορούμενος της επιτέθηκε άσεμνα υπό διαφορετικές περιστάσεις. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη ΜΚ2, μόλις κάθισε στη θέση του συνοδηγού ένιωσε άβολα λόγω της κλίσης του καθίσματος. Προσπάθησε να το φτιάξει αλλά δεν τα κατάφερε, με αποτέλεσμα να ζητήσει τη βοήθεια του Κατηγορούμενου, ο οποίος σταμάτησε το όχημα, έβγαλε τη ζώνη του, και σκύβοντας προς τα αριστερά του και πίσω από το κορμί της ΜΚ2 (η ΜΚ2 είχε στο μεταξύ σκύψει προς τα εμπρός), έβαλε το χέρι του μέσα στο παντελόνι της και την άγγιξε στα οπίσθια. Η ΜΚ2 σοκαρίστηκε και πήδηξε προς τα εμπρός, φωνάζοντας «παναγία μου». Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος διόρθωσε τη στάση του καθίσματος και συνέχισαν το ταξίδι τους. Ως προς τις πιο πάνω αναφερθείσες πανομοιότυπες άσεμνες επιθέσεις που αποδίδει στον Κατηγορούμενο, η ΜΚ2 ισχυρίστηκε ότι όλες γίνονταν πάντα με τον ίδιο τρόπο και δη, ο Κατηγορούμενος της επέβαλλε σεξουαλικού περιεχομένου ερωτήσεις, αυτή δεν απαντούσε και ο Κατηγορούμενος με τεντωμένα δάκτυλα και επαναλαμβανόμενες κινήσεις την ακουμπούσε στην εξωτερική πλευρά του δεξιού της χεριού, στη δεξιά πλευρά του δεξιού της στήθους και στην εξωτερική πλευρά του δεξιού της μηρού, ζητώντας από αυτήν να απαντήσει στις ερωτήσεις του. Η εν λόγω άσεμνες επιθέσεις του Κατηγορούμενου, κατά τη ΜΚ2, λάμβαναν χώρα καθημερινά. Για σκοπούς αιτιολογίας και πληρότητας της πιο πάνω ήδη εκφρασθείσας θέσης μου ως προς τη βαρύτητα που μπορεί να δοθεί στην επίμαχη μαρτυρία της ΜΚ2, σημειώνω τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τη ΜΚ2, ο βασικότερος λόγος που δεν ανέφερε προηγουμένως οτιδήποτε σχετικό με τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου έναντι της, ήταν η επιθυμία της να μην «διαλύσει» την οικογένεια της συζύγου του Κατηγορούμενου, με την οποία ως ισχυρίστηκε είχε φιλικές σχέσεις και δεν είχε κανένα πρόβλημα. Η εν λόγω όμως θέση της, συγκρούεται μετωπικά με την κοινή λογική, ως τούτη προκύπτει από τους λοιπούς ισχυρισμούς της ΜΚ2, τους οποίους παραθέτω ευθύς αμέσως: Σύμφωνα με τη ΜΚ2, οι πέντε πρώτες καταθέσεις της λαμβάνονται σε χρόνο που η ίδια βρίσκεται υπό κράτηση ως ύποπτη για το αδίκημα της κλοπής υπό υπαλλήλου, και τούτο κατόπιν σχετικής αβάσιμης, άδικης και ψευδούς, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, καταγγελίας της συζύγου του Κατηγορούμενου (ουδέποτε η ΜΚ2 ενημερώθηκε ότι η καταγγελία της συζύγου του Κατηγορούμενου, κρίθηκε, από το Γενικό Εισαγγελέα, αβάσιμη). Η σύζυγος του Κατηγορούμενου, είναι το πρόσωπο που αγόρασε, εν αγνοία της, αεροπορικό εισιτήριο και επιχείρησε να την επιβιβάσει σε αεροπλάνο, άνευ της επιθυμίας της (της ΜΚ2), ώστε να επιστρέψει στη χώρα της. Είναι ακόμα, το πρόσωπο που ετσιθελικά την υποχρέωνε να παραμένει στην οικία διαμονής της κατά τις Κυριακές, που είναι δημόσια αργία, και τούτο κατά παράβαση των όρων εργασίας της. Επίσης, είναι το πρόσωπο, που δεν της έδιδε έγγραφο αποδέσμευσης για να δυνηθεί να εργαστεί αλλού και συνέχιζε να την εκμεταλλεύεται εργασιακά. Όπως δε αποδίδει η ΜΚ2 στη σύζυγο του Κατηγορούμενου, η τελευταία την ανάγκασε, από την πρώτη κιόλας μέρα της εργοδότησής της, να εργάζεται με ένα μισθό σε δύο σπίτια. Είναι δε το πρόσωπο, που σύμφωνα με τη ΜΚ2, από το Μάιο του 2010, την απείλησε ότι αν δεν ενεργεί όπως της επιβάλλει, θα την «έστελλε» πίσω στο Βιετνάμ. Τέλος, ότι η σύζυγος του Κατηγορούμενου, είναι το πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφονται όλα τα πυρά και παράπονα της ΜΚ2, ως τούτα προωθήθηκαν μέσω των τεσσάρων πρώτων καταθέσεών της, αναφορικά με ισχυριζόμενη εργασιακή εκμετάλλευσή της. Πώς είναι δυνατό, με όλα τα πιο πάνω δεδομένα, να μπορεί να γίνει δεκτή η θέση της ΜΚ2, ότι ο βασικότερος λόγος για τον οποίο δεν ανάφερε προηγουμένως οτιδήποτε σχετικά με την ισχυριζόμενη άσεμνη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, ήταν γιατί δεν επιθυμούσε να διαλύσει την οικογένεια της συζύγου του Κατηγορούμενου, με την οποία τάχα είχε φιλική σχέση; Και φιλική σχέση να είχε με τη σύζυγο του Κατηγορούμενου κατά τη διάρκεια που εργοδοτείτο σ΄ αυτήν, το σίγουρο είναι ότι, η ίδια, με τις τέσσερεις πρώτες καταθέσεις της, εκδηλώνει ξεκάθαρη πικρία και συναισθήματα αδικίας, σχετιζόμενα αποκλειστικά με τις ενέργειες που αποδίδει στη σύζυγο του Κατηγορούμενου, την οποία και ευθαρσώς καταγγέλλει για εργασιακή εκμετάλλευση, παράνομο περιορισμό και άλλα αδικήματα, για τα οποία δεν κρίνω αναγκαίο να αναφερθώ με λεπτομέρεια στα πλαίσια της παρούσας επιχειρηματολογίας μου. Ένας άλλος λόγος τον οποίο η ΜΚ2 επικαλέστηκε, για το ότι δεν ανέφερε στις πρώτες τέσσερεις της καταθέσεις οτιδήποτε σχετικό με τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου έναντι της, ήταν και το ότι ντρεπόταν. Δεν παραγνωρίζω ότι ο συγκεκριμένος λόγος, είναι ένας από τους λόγους που ο ΜΚ3 και η ΜΚ6 ανέφεραν ως λόγους που συνήθως οδηγούν τα θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης στο να μην αναφέρουν από την αρχή οτιδήποτε περί της εκμετάλλευσής τους. Όπως, όμως, προκύπτει από τη μαρτυρία των εν λόγω μαρτύρων, ο συγκεκριμένος αυτός λόγος, αποτελεί, προφανώς, δικαιολογία για μια τέτοια παράλειψη, όταν εκ μέρους του θύματος λαμβάνουν χώρα ενέργειες, έστω και άνευ της θέλησής του και/ή ως αποτέλεσμα εκμετάλλευσης τρίτων, για τις οποίες όμως, υπό κάποιες περιστάσεις έστω, κρίνεται λογικό κάποιος να νιώθει ντροπή. Π.χ. η κατόπιν εκμετάλλευσης, εκπόρνευση μιας γυναίκας, που δημιουργεί συναισθήματα ντροπής στο εκμεταλλευόμενο θύμα, παρά το γεγονός ότι η εν λόγω εκπόρνευσή της είναι το αποτέλεσμα πλήρους εκμετάλλευσης τρίτου προσώπου και όχι της δικής της ελεύθερης βούλησης. Στην προκειμένη, όμως, περίπτωση, σύμφωνα με τα όσα ισχυρίζεται η ΜΚ2, ουδέποτε η ίδια έδωσε οποιοδήποτε δικαίωμα στον Κατηγορούμενο, είτε να την αγγίξει, είτε να σχηματίσει τη γνώμη ότι η ίδια επιθυμούσε την οποιαδήποτε επαφή μαζί του. Επιπροσθέτως, και πάντα σε σχέση με το ίδιο θέμα, η ΜΚ2 ισχυρίστηκε ότι, σε όλες ανεξαιρέτως τις προσπάθειες του Κατηγορούμενου να την αγγίξει, αυτή αντιδρούσε άμεσα υποδεικνύοντας και εκφράζοντας σαφέστατη δυσαρέσκεια και ουδέποτε η ίδια ενήργησε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο ενθαρρυντικά στις ισχυριζόμενες άσεμνες επιθέσεις του Κατηγορούμενου. Ούτε και ενέδωσε ποτέ στα ισχυριζόμενα καλέσματά του. Πώς, τότε, είναι δυνατόν να γίνει δεκτή η σχετική δικαιολογία της ΜΚ2; Ένας άλλος λόγος τον οποίο επικαλέστηκε η ΜΚ2, ως λόγο για τον οποίο δεν ανάφερε στις πρώτες τέσσερεις καταθέσεις της οτιδήποτε σχετικό με την υπό εκδίκαση υπόθεση, ήταν και το ότι, κατά την ίδια, δεν είχε οποιαδήποτε μαρτυρία, πέραν των δικών της ισχυρισμών, για να προωθήσει σχετική καταγγελία. Μα το ίδιο συμβαίνει και αναφορικά με την ισχυριζόμενη εργασιακή της εκμετάλλευση από τη σύζυγο του Κατηγορούμενου. Εν τούτοις, το γεγονός ότι η μοναδική μαρτυρία που μπορούσε να προσκομίσει προς υποστήριξη της θέσης της, περί εργασιακής της εκμετάλλευσης από τη σύζυγο του Κατηγορούμενου, ήταν οι δικοί της και μόνο ισχυρισμοί, δεν αποτέλεσε οποιοδήποτε λόγο και/ή αιτία για να μην υποβάλει σχετικό παράπονο για εργασιακή εκμετάλλευσή της. Τονίζω στο σημείο αυτό, ότι η σχετική με τις αντιδράσεις και εν γένει συμπεριφορά ενός θύματος εκμετάλλευσης, μαρτυρία των ΜΚ3 και ΜΚ6, αφορούσε στις συνήθεις αντιδράσεις και συμπεριφορές θυμάτων εκμετάλλευσης, ανεξάρτητα αν τα εν λόγω θύματα έτυχαν εργασιακής ή σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Με εξαίρεση το συναίσθημα ντροπής, το οποίο και οι δύο μάρτυρες συσχέτισαν με τα θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης και μόνο, οι λοιπές αντιδράσεις και γενικά συμπεριφορές στις οποίες αναφέρθηκαν, παρουσιάζονται και από τα δύο ειδών θύματα εκμετάλλευσης. Δράττομαι της ευκαιρίας, στο σημείο αυτό, να σημειώσω ότι η εμπειρογνωμοσύνη των ΜΚ3 και ΜΚ6, επί θεμάτων που άπτονται του τρόπου συμπεριφοράς και αντίδρασης των θυμάτων εκμετάλλευσης ως τούτη αποκτήθηκε μέσα από την πολυετή τριβή τους με τέτοια θέματα, αλλά και την παρακολούθηση σωρείας σχετικών διαλέξεων, σεμιναρίων και συνεδρίων, καθώς επίσης και από τις κατά καιρούς ομιλίες και/ή διαλέξεις που οι ίδιοι δίδουν προς τρίτους, δεν αμφισβητήθηκε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο από την Υπεράσπιση. Τουναντίον, ο συνήγορος Υπεράσπισης, με βάση και με αποδοχή την εν λόγω εμπειρογνωμοσύνη των εν λόγω μαρτύρων, έθετε προς αυτούς διευκρινιστικές ερωτήσεις, ζητώντας τους να εκφράσουν, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία τους, σχετικές γνώμες. Πρέπει όμως να σημειώσω ότι, οι οποιεσδήποτε γνώμες εκφράστηκαν από τους εν λόγω μάρτυρες ενώπιον του Δικαστηρίου, αφορούν σε γνώμες που σχετίζονται γενικά με θύματα εκμετάλλευσης (εργασιακής και/ή σεξουαλικής), και όχι σε σχέση με τις οποιεσδήποτε αντιδράσεις της ΜΚ
- Σύμφωνα με το ΜΚ3, λόγω του χρόνου που παρήλθε από τη μέρα λήψης της 5ης χρονικά κατάθεσης της ΜΚ2 (της μόνης κατάθεσής της, στην οποία καταγγέλλει τον Κατηγορούμενο για άσεμνες επιθέσεις), μέχρι και τη μέρα που κατέθετε ενόρκως, δεν ήταν σε θέση να ενθυμείται τις συνθήκες λήψης της εν λόγω κατάθεσής της, εξ ου και δεν εξέφρασε γνώμη ως προς το γνήσιο ή μη των ισχυρισμών της ΜΚ2, αναφορικά με τους λόγους που η τελευταία δεν ανέφερε οτιδήποτε σχετικό με την υπό εξέταση υπόθεση στις πρώτες τέσσερεις της καταθέσεις. Όσον δε αφορά στη ΜΚ6, τούτη, με πολύ ξεκάθαρο και σαφέστατο τρόπο, εξήγησε ότι η μοναδική επαφή που είχε με τη ΜΚ2 ήταν τηλεφωνική και τούτη έγινε με τη βοήθεια μεταφραστή, και ότι συνεπεία της περιορισμένης αυτής επαφής τους, δεν ήταν σε θέση να εκφράσει οποιαδήποτε γνώμη αναφορικά με το αληθές ή μη των ισχυρισμών της ΜΚ2 σε σχέση με τους λόγους που δεν ανέφερε προηγουμένως οτιδήποτε σχετικό με τις ισχυριζόμενες άσεμνες επιθέσεις του Κατηγορούμενου. Να σημειωθεί ότι, ούτε προς τη ΜΚ6, στα πλαίσια της εν λόγω τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχαν, η ΜΚ2 ανέφερε οτιδήποτε περί άσεμνων επιθέσεων του Κατηγορούμενου εναντίον της, και περιορίστηκε στο να κατηγορήσει τη σύζυγο του Κατηγορούμενου ότι την εκμεταλλευόταν εργασιακά. Οι ΜΚ3 και ΜΚ6, μου έκαναν άριστη εντύπωση ως μάρτυρες και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι είπαν στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα που υπέπεσαν στην αντίληψή τους. Ως προς την εμπειρογνωμοσύνη τους, έδωσαν στο Δικαστήριο όλα εκείνα τα απαραίτητα εχέγγυα και στοιχεία, ώστε, ως τελικός ανεξάρτητος κριτής, το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει στα δικά του ευρήματα και συμπεράσματα. Επανέρχομαι τώρα στη μαρτυρία της ΜΚ
- Είμαι της γνώμης ότι, η ΜΚ2, με τη μαρτυρία της, δεν δικαιολόγησε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο το γιατί δεν ανέφερε, σ΄ οποιοδήποτε προγενέστερο στάδιο, οτιδήποτε σχετικό με την ισχυριζόμενη άσεμνη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου εναντίον της. Τουναντίον, αν προστεθεί και ο έτερος ισχυρισμός της ότι, της σχετικής με την υπό εξέταση υπόθεσης αναφοράς της στην 5η χρονικά κατάθεσή της, προηγήθηκαν κάποιας μορφής επίμονες ερωτήσεις και υποβολές από πλευράς του ΜΚ3 (και τούτο σημειώνεται ως ισχυρισμός της ΜΚ2 και όχι ως εύρημά μου, μιας και επί τούτου, δεν τέθηκε ενώπιόν μου σχετική σαφής μαρτυρία), ο οποίος, ως η ΜΚ2 ισχυρίστηκε, της ζητούσε επίμονα να αναφέρει και άλλους (πέραν των όσων είχε αναφέρει μέχρι τότε), ισχυρισμούς αναφορικά με τη σχέση της ιδίας με την οικογένεια του Κατηγορούμενου και ότι, οι εν λόγω περαιτέρω ισχυρισμοί, θα έπρεπε να τεθούν από τη ΜΚ2 ώστε να είναι δυνατή η εξέταση της εναντίον της διερευνώμενης υπόθεσης για κλοπή, αλλά και για να αποφασιστεί τελικά το κατά πόσο θα πρέπει τούτη να απελαθεί ή όχι, και ότι ήταν κατόπιν τούτων των επίμονων ερωτήσεων και παροτρύνσεων που αποφάσισε να προωθήσει τους επίμαχους ισχυρισμούς της, τότε καθίσταται πλέον έκδηλο και εντελώς δικαιολογημένο το αμφίβολο των επίμαχων ισχυρισμών της ΜΚ2 και ιδιαίτερα ως προς το κατά πόσο τούτοι τέθηκαν με σκοπό η ίδια να επιτύχει την παραμονή της στην Κύπρο και δη την ακύρωση του διατάγματος απέλασής της, πράγμα το οποίο και επετεύχθη 20 περίπου μέρες μετά τη λήψη της εν λόγω κατάθεσής της ή αν πρόκειται για αληθείς ισχυρισμούς. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι, σύμφωνα με τη ΜΚ2, κατά το στάδιο που διέμενε στο Βιετνάμ, τα μηνιαία έσοδα της ιδίας, του συζύγου της, της αδελφής της, του αδελφού της, και των γονέων της, ανέρχονταν συνολικά, περίπου, στα $40, ενώ με την παραμονή της στην Κύπρο θα είχε η ίδια και μόνο, μηνιαία εισοδήματα μερικών εκατοντάδων ευρώ. Η εν λόγω αμφιβολία, ενισχύεται και από την ασυμβίβαστη με τη λογική, περιγραφή της άσεμνης επίθεσης που αποδίδεται στον Κατηγορούμενο στην 6η κατηγορία. Η ΜΚ2, ισχυρίστηκε σχετικά ότι, κάποια μέρα, μετά το Φεβρουάριο του 2010, εισήλθε στη θέση του συνοδηγού του οχήματος του Κατηγορούμενου και αφού κάθισε σε αυτήν, ένιωσε άβολα λόγω της κλίσης της πλάτης του καθίσματος. Ενώ το όχημα ήταν σε κίνηση, και αφού προσπάθησε να διορθώσει την κλίση και δεν τα κατάφερε, ζήτησε βοήθεια από τον Κατηγορούμενο. Ο τελευταίος, αρχικά, με σχετική κίνηση του χεριού του, της υπέδειξε ότι έπρεπε να χρησιμοποιήσει συγκεκριμένο μοχλό και της υπέδειξε και το χώρο στον οποίο θα έπρεπε να αναζητήσει τούτον. Παρά την προσπάθεια της ΜΚ2 να διορθώσει το πρόβλημα, τούτο δεν επετεύχθη, με αποτέλεσμα να ζητήσει εκ νέου τη βοήθεια του Κατηγορούμενου. Τότε, ο Κατηγορούμενος, ακινητοποίησε το όχημα, αποσύνδεσε τη ζώνη ασφαλείας που φορούσε και αφού η ΜΚ2, με δική της πρωτοβουλία, έσκυψε προς τα εμπρός για να δημιουργήσει χώρο μεταξύ του σώματός της και της πλάτης του καθίσματος, ο Κατηγορούμενος έσκυψε προς τα αριστερά του και πίσω από τη ΜΚ2 για να διορθώσει την κλίση του καθίσματος. Κατά τη στιγμή που τα χέρια του Κατηγορούμενου ήταν πίσω από τη ΜΚ2, σύμφωνα πάντα με την τελευταία, τούτος τοποθέτησε το ένα του χέρι μέσα στο παντελόνι της και την άγγιξε στα οπίσθια. Ο εν λόγω όμως ισχυρισμός της ΜΚ2, όπως ανάφερα και προηγουμένως, συγκρούεται με την κοινή λογική. Και τούτο για τους ακόλουθους λόγους: Σύμφωνα με τη ΜΚ2, το εν λόγω συμβάν έλαβε χώρα μετά το Φεβρουάριο του
- Ήδη, και τούτο σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της ΜΚ2, από τον Ιανουάριο του ιδίου έτους, επί καθημερινής βάσεως, δέχεται άσεμνες επιθέσεις από τον Κατηγορούμενο, σε τέτοιο βαθμό, που καθημερινά επιχειρεί ανεπιτυχώς, κατά την είσοδό της στο όχημα για μεταφορά της στην οικία διαμονής της, να καθίσει στα πίσω καθίσματα, αλλά ο Κατηγορούμενος δεν της το επιτρέπει και αναγκάζεται έτσι να καθίσει στη θέση του συνοδηγού. Κατά τη ΜΚ2, αυτό το καθημερινό ταξίδι της από τα Λατσιά (οικία Κατηγορούμενου), στο Δάλι (οικία πεθεράς Κατηγορούμενου), της προκαλούσε φόβο και της δημιουργούσε το συναίσθημα ότι βρισκόταν υπό συνεχή απειλή λόγω των δεδομένων, κατά την ίδια, σεξουαλικών παρενοχλήσεων που θα τύγχανε από τον Κατηγορούμενο. Πώς είναι δυνατόν, υπό αυτές τις περιστάσεις, να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός της περί της συγκεκριμένης άσεμνης επίθεσης του Κατηγορούμενου; Πώς είναι δυνατόν να δεχθώ ότι, μια γυναίκα που για πολλές μέρες, επί καθημερινής βάσεως, δέχεται άσεμνες επιθέσεις από τον εργοδότη της, και τούτο πάντα καθ΄ ον χρόνο βρίσκονται μόνοι εντός του αυτοκινήτου κατά τη μεταφορά της στο χώρο διαμονής της και υπό συνθήκες και περιστάσεις που η ίδια θεωρεί, αν όχι δεδομένη, σίγουρα αναμενόμενη την παρενόχλησή της, να ζητά επανειλημμένα βοήθεια από τον Κατηγορούμενο υπό τέτοιες συνθήκες (σκύβοντας η ίδια προς τα εμπρός), που καθίσταται η επαφή των χεριών του Κατηγορούμενου με το σώμα της (έστω άθελα), μια προφανής εξέλιξη; Δεν στέκει στην κοινή λογική, ένα πρόσωπο που βιώνει τα όσα η ΜΚ2 ισχυρίζεται ότι βίωσε πριν τη ρηθείσα αυτή ισχυριζόμενη άσεμνη επίθεση του Κατηγορούμενου, κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις, να προσκαλούσε στην ουσία τον Κατηγορούμενο, να τοποθετήσει τα χέρια του σε τόσο κοντινή απόσταση από τα οπίσθιά της. Πρέπει, όμως, στο σημείο αυτό, να σημειώσω ότι, η μαρτυρία της ΜΚ2 αποτελεί ακροσφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή οποιωνδήποτε ευρημάτων ή έστω και συμπερασμάτων αναφορικά με τη σχέση της με τον Κατηγορούμενο, συνεπεία και μιας άλλης πάρα πολύ ουσιαστικής αδυναμίας που παρουσιάζει η μαρτυρία της και για την οποία, ούτε η μαρτυρία των ΜΚ3 και ΜΚ6, αλλά ούτε και η μαρτυρία της ΜΚ7 (με την οποία θα ασχοληθώ κατωτέρω), μπορεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο να προσφέρει εξήγηση για την παρουσία της. Τούτη η αδυναμία, προκύπτει από τους διάφορους ισχυρισμούς της ΜΚ2, ως τούτοι τέθησαν από την ίδια, στην ένορκη μαρτυρία της ενώπιον Πειθαρχικού Δικαστηρίου, το οποίο εξέταζε καταγγελία της, εναντίον της συζύγου του Κατηγορούμενου. Για να γίνει πιο κατανοητή η πιο πάνω θέση μου, θεωρώ ορθότερο να παραθέσω συνοπτικά τα γεγονότα που κρίνονται σχετικά με το υπό συζήτηση θέμα. Τούτα αποτελούν αδιαμφισβήτητα γεγονότα με βάση την ενώπιόν μου αναντίλεκτη μαρτυρία, τις κοινές θέσεις των δύο πλευρών και το περιεχόμενο των πρακτικών της παρούσας υπόθεσης. Στις 16 Αυγούστου 2010, στα πλαίσια της 5ης χρονικά κατάθεσης που της λήφθηκε, η ΜΚ2 υπέβαλε, για πρώτη φορά, παράπονο εναντίον του Κατηγορούμενου για άσεμνες επιθέσεις. Στις 8 Ιουνίου 2011, καταχωρήθηκε το κατηγορητήριο της υπό εκδίκαση υπόθεσης με βάση το περιεχόμενο της εν λόγω κατάθεσης της ΜΚ
- Τούτο επιδόθηκε στον Κατηγορούμενο, ο οποίος παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για πρώτη φορά στις 13 Οκτωβρίου
- Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 28 Φεβρουαρίου 2012 και ένας από τους Μάρτυρες που κλήθηκε για να παρουσιαστεί εκείνη τη μέρα ήταν και η ΜΚ
- Πράγματι, την εν λόγω ημερομηνία, η ΜΚ2 παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως οι οδηγίες της σχετικής κλήσης που της επιδόθηκε και είδε τον Κατηγορούμενο στο εδώλιο του Κατηγορούμενου, αντιλαμβανόμενη προφανώς, ότι η καταγγελία της, ημερομηνίας 16 Αυγούστου 2010, οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης με την οποία διώκεται ο Κατηγορούμενος για τις ισχυριζόμενες εναντίον της άσεμνες επιθέσεις. Η ΜΚ2, κλήθηκε στις 29 Οκτωβρίου 2012, ενώπιον του Αστυνόμου Α. Κυριάκου Κουγιουντά (τούτο προκύπτει από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 το οποίο κατατέθηκε εκ συμφώνου, με την επιφύλαξη, ότι τα όσα αποδίδονται στο εν λόγω Τεκμήριο ως αναφορές της ΜΚ2, δεν κατατίθενται για την αλήθεια του περιεχομένου τους, αλλά μόνο για το γεγονός ότι αποτελούν όντως αναφορές της ΜΚ2), ώστε να καταθέσει ενόρκως εναντίον της συζύγου του Κατηγορούμενου, η οποία αντιμετώπιζε πειθαρχική δίωξη για τα όσα της απέδωσε με τις καταθέσεις της η ΜΚ
- Στα πλαίσια της μαρτυρίας της, ενώπιον του Πειθαρχικού αυτού Δικαστηρίου και τούτο, ως σημειώθηκε ανωτέρω, σε χρόνο μετά που έμαθε περί της δίωξης του Κατηγορούμενου για τις άσεμνες επιθέσεις που του αποδίδει, η ΜΚ2 αναφέρθηκε στους λόγους που επιθυμούσε να τερματίσει την εργοδότησή της στην οικία του Κατηγορούμενου και της συζύγου του. Κρίνω ορθότερο να παραθέσω αυτούσιες τις σχετικές ερωτοαπαντήσεις, ως τούτες εμφαίνονται στις σελίδες 17-20 του Τεκμηρίου
- Σημειώνω και πάλι ότι, τούτες λαμβάνονται υπόψη απλά ως ένορκες αναφορές της ΜΚ2 στα πλαίσια άλλης διαδικασίας και όχι για την αλήθεια του περιεχομένου τους. «Συνήγορος Υπεράσπισης: Εκτός από την κατηγορία για την κλοπή αν έχω αντιληφθεί σωστά ο μόνο λόγος που ήθελες να φύγεις από την Μαρία ήταν ότι δεν δούλευες τις Κυριακές και ήθελες να δουλεύεις για να βγάζεις επιπλέον λεφτά. Αυτός ήταν ο μόνος λόγος που ήθελες να φύγεις. Μάρτυρας: Ο δεύτερος λόγος είναι ότι πάθαινα ναυτία στο αυτοκίνητο από το ταξίδι με το αυτοκίνητο μεταξύ των δυο σπιτιών κάτι το οποίο δεν ήθελα. Συνήγορος Υπεράσπισης: Πότε πάθαινες ναυτία με τη Μαρία και ήθελες να φύγεις; Για ποιες μεταφορές αναφέρεσαι; Μάρτυρας: Στην αρχή αρρωστούσα με το αυτοκίνητα οπόταν συχνά φορούσα μάσκα. Συνήγορος Υπεράσπισης: Μάσκα για τον εμετό; Όχι από εκείνη τη μάσκα που συνηθίζεται να φορούν για τα μικρόβια στη χώρα σας. Μάρτυρας: Με τον τρόπο αυτό προσπάθησα να αποφύγω την εισπνοή του αέρα από το σύστημα κλιματισμού του αυτοκινήτου. Συνήγορος Υπεράσπισης: Άρα είναι ο αέρας του κλιματιστικού που σου έκανε πρόβλημα. Μάρτυρας: Ναι και ήθελα να κάνω εμετό. Συνήγορος Υπεράσπισης: Βλέπω στη τελευταία σου κατάθεση (την πέμπτη) στις 16/08 λες ότι δεν είχες πρόβλημα τους πρώτους 3-4 μήνες που βρισκόμουν στην Κύπρο, δεν είχα οποιοδήποτε πρόβλημα με τη Μαρία και το Θωμά. Άρα μέχρι τους τέσσερις μήνες δεν είχες κανένα παράπονο. Είναι μετά τους τέσσερις μήνες που ξεκίνησαν τα παράπονα σου. Μάρτυρας: Ναι. Συνήγορος Υπεράσπισης: Και τα παράπονα ήταν ότι δεν εργαζόσουν τις Κυριακές. Μάρτυρας: Δεν μου επιτρεπόταν να δουλεύω τις Κυριακές. Δεν μου επιτρεπόταν να βγαίνω έξω να κοινωνικοποιηθώ. Συνήγορος Υπεράσπισης: Αντιλαμβάνομαι αυτό σε πείραζε μετά τους τέσσερις μήνες. Όταν λες σου απαγόρευαν τι εννοείς. Σε κλείδωναν μέσα. Μάρτυρας: Όχι. Συνήγορος Υπεράσπισης: Αλλά; Μάρτυρας: Δεν μου επέτρεπαν να βγαίνω έξω από το σπίτι μόνο μέσα στο σπίτι. Συνήγορος Υπεράσπισης: Αντιλαμβάνομαι εσύ έμενες με την Βιολέτα. Μάρτυρας: Ναι. Συνήγορος Υπεράσπισης: Είναι η Βιολέτα που δεν σε άφηνε να βγεις έξω; Μάρτυρας: Δεν με άφηναν να βγω έξω μόνη μου όποτε η Βιολέτα επισκεπτόταν την αδερφή της με έπαιρνε μαζί της. Συνήγορος Υπεράσπισης: Άρα το παράπονο το είχες για την Βιολέτα; Μάρτυρας: Όχι. Μου είπε ότι η κυρία δεν θέλει να βγαίνω έξω. Συνήγορος Υπεράσπισης: Μετά από πέντε μήνες άρχισες και δεν περνούσες καλά με την Μαρία; Μάρτυρας: Όχι. Εκείνη την περίοδο δεν σκεφτόμουν να αλλάξω εργοδότη επειδή όταν ήρθα στην Κύπρο για να δουλέψω όλα εξαρτιόνταν από τον εργοδότη μου και έπρεπε να τον υπακούω. Συνήγορος Υπεράσπισης: Πότε θεώρησες ότι δεν περνούσες καλά με τον εργοδότη σου; Τον Αύγουστο του 2010 ή πιο πριν; Μάρτυρας: Μετά από αυτό που της ζήτησα να δουλεύω επιπλέον την Κυριακή ή αν μπορώ να βγω έξω την Κυριακή. Συνήγορος Υπεράσπισης: Αυτό έγινε τον Ιούλιο - Αύγουστο του 2010, εντελώς στο τέλος άρα τότε είχες παράπονο, τότε είχες πρόβλημα. Μάρτυρας: Δεν θυμάμαι ακριβώς την περίοδο. Συνήγορος Υπεράσπισης: Στην κατάθεση σου 37Α στις 13 Αυγούστου στη δεύτερη σελίδα λες στα αγγλικά «At the first eight months the treatment I have from my employers was quite well». Μάρτυρας: Ναι. Συνήγορος Υπεράσπισης: Άρα πρόβλημα είχες μετά τους τρεις - τέσσερις μήνες ή μετά τους οκτώ μήνες ή στο τέλος, πιο απ' όλα. Μάρτυρας: Μετά από τέσσερις - πέντε μήνες ένιωθα κουρασμένη αλλά δεν σκέφτηκα να αλλάξω και να βρω καινούριο εργοδότη, απλώς ήθελα να τους μιλήσω και να καταλάβουν το πώς νιώθω αλλά αρνήθηκα οπόταν προσπάθησαν να δουλέψω. Μπορεί μετά από οκτώ μήνες αργότερα ζήτησα να με αφήσουν να αλλάξω εργοδότη. Συνήγορος Υπεράσπισης: Άρα για να καταλάβω τότε που αποφάσισες να αλλάξεις εργοδότη ήταν για το λόγο ότι δεν σε άφηναν να δουλεύεις τις Κυριακές και αυτό έγινε λίγο πριν να σταματήσεις να εργάζεσαι στη Μαρία; Συμφωνούμε με αυτό; Τότε ήταν που είπες θέλω να αλλάξω εργοδότη. Όταν δεν σε άφηναν να εργαστείς Κυριακές. Μάρτυρας: Δεν θυμάμαι ακριβώς. Συνήγορος Υπεράσπισης: Εγώ θέλω τον λόγο. Να ξεκινήσουμε από αυτό. Ο λόγος είναι αυτός; Μάρτυρας: Πρώτον, ήθελα να αλλάξω εργοδότη, δεύτερο δεν με άφηναν να δουλεύω τις Κυριακές, τρίτον δεν με άφηναν να βγαίνω έξω και όταν ζήτησα να βγαίνω έξω την Κυριακή με άφηναν να δουλέψω για αυτούς αλλά η συμπεριφορά τους σε εμένα άλλαξε. Συνήγορος Υπεράσπισης: Η αλλαγή της συμπεριφοράς έγινε εντελώς στο τέλος που ήταν να φύγεις. Μάρτυρας: Ναι. Συνήγορος Υπεράσπισης: Άρα δεν υπήρχε άλλος λόγος εκτός από αυτά που μας είπες για να θέλεις να φύγεις από την Μαρία και τον Θωμά. Μάρτυρας: Επίσης και ο λόγος που έπρεπε να μετακινούμε μεταξύ δύο άλλων σπιτιών δεν υπήρχε άλλος λόγος.». Δεν παραγνωρίζω, ότι η εν λόγω μαρτυρία της ΜΚ2, δόθηκε στα πλαίσια πειθαρχικής δίωξης της συζύγου του Κατηγορούμενου. Τούτο όμως, δεν μπορεί να αποτελέσει οποιαδήποτε δικαιολογία για την ξεκάθαρη έλλειψη αναφοράς από πλευράς της ΜΚ2 περί άσεμνων επιθέσεων από τον Κατηγορούμενο. Πρώτο γιατί, η τελευταία πιο πάνω αυτουσίως παρατιθέμενη ερώτηση του συνηγόρου Υπεράσπισης της συζύγου του Κατηγορούμενου, τέθηκε όχι με αναφορά μόνο στη σύζυγο του Κατηγορούμενου, αλλά και με αναφορά στον ίδιο τον Κατηγορούμενο και δεύτερο, γιατί (ως τούτο προκύπτει από τη μαρτυρία της ΜΚ2 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και ιδιαίτερα ως τούτη προβλήθηκε στο στάδιο της επανεξέτασης), ο βασικότερος λόγος που επιθυμούσε (η ΜΚ2), να παύσει να εργάζεται στην οικία του Κατηγορούμενου, ήταν η επιθυμία της (ως τούτη πήγαζε από την άσεμνη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου), να αλλάξει εργοδότη και ως εργοδότη της, και παρά τη σωρεία των αντίθετων προς τούτο προγενέστερων ισχυρισμών της ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και σε όλες τις καταθέσεις της, κατονόμασε τον Κατηγορούμενο και όχι τη σύζυγό του. Δεν μπορεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο να δικαιολογηθεί η εν λόγω αδυναμία. Δεν είναι δυνατόν να θεωρεί η ΜΚ2 τον Κατηγορούμενο ως τον εργοδότη της, από τον οποίο επιθυμεί πάση θυσία να απαλλαγεί, συνεπεία της άσεμνης εναντίον της συμπεριφοράς του, και όταν ερωτάται, πέραν των δύο φορών, και σε χρόνο μετέπειτα της καταγγελίας της εναντίον του Κατηγορούμενου, ως προς τους λόγους που επιθυμούσε να αλλάξει εργοδότη, να μην αναφέρει, έστω και ως έναν από τους λόγους, τις ισχυριζόμενες άσεμνες επιθέσεις του Κατηγορούμενου εναντίον της, αν πράγματι αυτοί οι ισχυρισμοί της ήταν αληθείς. Η μαρτυρία της ΜΚ2 παρουσιάζει και άλλες αδυναμίες και/ή αντιφάσεις, όπως π.χ. αναφορικά με το πόσες φορές της επιτέθηκε άσεμνα ο Κατηγορούμενος, όπου αρχικά ανάφερε ότι από τον Ιανουάριο του 2010 μέχρι και τον Αύγουστο του ίδιου έτους, τούτο γινόταν επί καθημερινής βάσεως, μιας και σε κάθε περίπτωση που τη μετέφερε ο Κατηγορούμενος, από το σπίτι του, στο σπίτι της πεθεράς του, όπου διέμενε, (και αυτό γινόταν καθημερινά), της επιτίθετο άσεμνα, ενώ στην αντεξέτασή της δέχθηκε ότι, κατά τους 11 μήνες εργοδότησής της στη σύζυγο του Κατηγορούμενου, μόνο 4 φορές μεταφέρθηκε από το σπίτι της πεθεράς του Κατηγορούμενου, στο σπίτι του τελευταίου για να το καθαρίσει, αλλά δεν θεωρώ απαραίτητο να αναφερθώ ειδικά σ΄ αυτές. Και τούτο γιατί, θεωρώ ότι οι πιο πάνω παρατηρήσεις μου επαρκούν για να δικαιολογήσω του λόγου το ασφαλές της ήδη εκφρασθείσας κρίσης μου αναφορικά με την ποιότητα της επίμαχης μαρτυρίας της ΜΚ
- Συνεπώς, η μαρτυρία της ΜΚ2, αναφορικά με τους ισχυρισμούς της σε σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος, κρίνεται ως ακροσφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων ή έστω συμπερασμάτων, και ως εκ τούτου, τούτη δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Όσον, τώρα, αφορά στη ΜΚ7, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι τα όσα ανάφερε ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελούν τα πραγματικά γεγονότα που ήρθαν στην αντίληψή της. Και σε αυτή τη μάρτυρα, στην ουσία οι ερωτήσεις που τέθηκαν στο στάδιο της αντεξέτασής της, ήταν διευκρινιστικού παρά αντιπαραθετικού χαρακτήρα. Παρά ταύτα, για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω, η μαρτυρία της δεν κρίνεται βοηθητική για το σχηματισμό γνώμης ως προς την αξιοπιστία της ΜΚ2, γι΄ αυτό και δεν αξιολόγησα τη μαρτυρία της, παράλληλα με αυτή της ΜΚ
- Η ΜΚ7, επικαλούμενη απώλεια μνήμης, λόγω του χρόνου που παρήλθε από τη μέρα λήψης της 5ης χρονικά κατάθεσης της ΜΚ2, ισχυρίστηκε ότι δεν ενθυμείτο επακριβώς τις ερωτήσεις που υποβάλλοντο από το ΜΚ3 προς την ΜΚ2, αλλά θυμόταν ότι πράγματι γίνονταν προσπάθειες από το ΜΚ3, ώστε να πεισθεί η ΜΚ2 να αναφέρει και άλλα γεγονότα, που ενδεχομένως μέχρι τη δεδομένη στιγμή δεν είχε αναφέρει. Το σίγουρο είναι ότι, σύμφωνα πάντα με τη ΜΚ7, η ΜΚ2 γνώριζε για την ύπαρξη του εναντίον της διατάγματος απέλασης καθώς επίσης και του γεγονότος ότι ο λόγος που βρισκόταν υπό κράτηση στις Κεντρικές Φυλακές ήταν για σκοπούς εκτέλεσης του εν λόγω εντάλματος. Σημειώνω όμως ότι, το οποιοδήποτε μέρος της μαρτυρίας της ΜΚ7, που αφορά σε εκφράσεις γνώμης της εν λόγω μάρτυρος, αναφορικά με το δικαιολογημένο ή μη των ισχυρισμών της ΜΚ2 και γενικά εκφράσεις γνώμης σε σχέση με τον ψυχικό κόσμο και ψυχολογική κατάσταση της ΜΚ2, θα αγνοηθεί από το Δικαστήριο, μιας και δεν μπορεί να δοθεί σε αυτό οποιαδήποτε βαρύτητα. Δεν παραγνωρίζω ότι η εν λόγω μάρτυρας, ισχυρίστηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα που υπηρετούσε στο Τμήμα Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων του Αρχηγείου Αστυνομίας, είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει κάποια σεμινάρια και/ή συνέδρια και/ή διαλέξεις που άπτοντο θεμάτων για θύματα εργασιακής και σεξουαλικής εκμετάλλευσης, πλην όμως σημειώνω ότι η Μάρτυρας δεν ανέφερε οτιδήποτε άλλο σχετικό, είτε ως προς το ακριβές θέμα των εν λόγω σεμιναρίων, είτε ως προς την εμπειρία της σε τέτοιου είδους θέματα και/ή το εύρος της οποιασδήποτε επαφής της με θύματα εκμετάλλευσης, ώστε να είναι δυνατόν να εξεταστεί από το Δικαστήριο, κατά πόσο η εν λόγω μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας και κατά συνέπεια να μπορεί να εκφράσει σχετική γνώμη. Σημειώνω επί του προκειμένου ότι, σύμφωνα με την εν λόγω Μάρτυρα, υπηρέτησε στο συγκεκριμένο Τμήμα του Αρχηγείου Αστυνομίας για 2 μόνο χρόνια, ενώ κατά το στάδιο που κατέθετε, υπηρετούσε ήδη σε άλλο Τμήμα της Αστυνομίας. Επίσης σημειώνω, ότι και η Κατηγορούσα Αρχή, προφανώς αντιλαμβανόμενη την ανεπάρκεια της εμπειρίας της εν λόγω μάρτυρας σε τέτοιου είδους θέματα, στα πλαίσια των τελικών της αγορεύσεων, απέφυγε να χαρακτηρίσει την εν λόγω μάρτυρα ως εμπειρογνώμονα. Τουναντίον, με σαφή αναφορά της, η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής, στην τελική της γραπτή αγόρευση (σελ. 8 και 18), ζήτησε από το Δικαστήριο ρητά όπως θεωρήσει ως εμπειρογνώμονες, μόνο το ΜΚ3 και τη ΜΚ
- Και ορθά κατά τη γνώμη μου. Ως προς τις συνθήκες λήψης της 3ης και 5ης χρονικά κατάθεσης της ΜΚ2, η ΜΚ7 ανέφερε ότι, η πρώτη, γενικά ήταν μη συνεργάσιμη, τρομαγμένη και καθόλου ομιλητική. Ήταν συγκρατημένη και επιδείκνυε έντονη δυσφορία. Ανάφερε ακόμα ότι, τόσο πριν τη λήψη της 3ης, όσο και πριν τη λήψη της 5ης χρονικά κατάθεσης της ΜΚ2, η ίδια (η ΜΚ7) με το ΜΚ3, συνομίλησαν με τη ΜΚ2 διά της υποβολής σχετικών ερωτήσεων και κατόπιν τούτης της διαδικασίας, άρχισε ο ΜΚ3 να καταγράφει τα όσα προφορικά αναφέρθηκαν προηγουμένως, υπό μορφή πλέον γραπτής κατάθεσης. Ερωτηθείσα ειδικά, στο στάδιο της αντεξέτασής της, ως προς τις ακριβείς συνθήκες κάτω από τις οποίες η ΜΚ2 ανάφερε για πρώτη φορά περί άσεμνων επιθέσεων του Κατηγορούμενου εναντίον της, έδωσε διάφορους ισχυρισμούς, τους οποίους κρίνω ορθότερο να παραθέσω αυτούσιους, συνοδευόμενους και με τις σχετικές ερωτήσεις που της τέθηκαν, ώστε ακριβώς να υποδειχθεί με κάθε σαφήνεια, ότι η σχετική μαρτυρία της ΜΚ7 δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων ως προς το συγκεκριμένο αυτό επίμαχο και ουσιώδες θέμα: «Ε. Στο σημείο εκείνο που τις αναφέρατε τις σχετικές ερωτήσεις, που προχωρήσατε εσείς και την ρωτήσατε αν δέχτηκε κάποια πρόκληση σεξουαλική, απ΄ ότι αντιλαμβάνομαι από τον εργοδότη της, ποια η αντίδραση της και θα ήθελα να μας πείτε και πόσο αβίαστη ήταν αυτή η αντίδραση. Α. Δεν είμαι τώρα σε θέση μετά από 4 χρόνια να θυμάμαι ακριβώς την κάθε αντίδραση συγκεκριμένα, αλλά αν δεν με απατά η μνήμη μου, δεν απάντησε απευθείας η κοπέλα, ήταν πολύ συγκρατημένη και τα όσα έλεγε, όπως σας είπα και από την αρχή ήταν πολύ συγκρατημένη και δύσκολα απαντούσε και αναφερόταν σε οτιδήποτε. Ε. Προηγήθηκε δηλαδή κάποια παρότρυνση από τον κ. Μιχαήλ εκείνη την στιγμή; Α. Όχι καμία παρότρυνση, μόνο λόγια που μπορείς να πεις σε κάποιον να τον παροτρύνεις όπως το θέτετε εσείς, που δεν είναι παρότρυνση για εμάς. Καμία παρότρυνση δεν έγινε. Σίγουρα δεν της είπαμε ότι πρέπει να κάμει κάτι. Δεν θυμάμαι ακριβώς τις ερωτήσεις. Ε. Είπατε προηγουμένως στην κυρίως εξέταση ότι πρέπει να λέτε προς τα θύματα να μην φοβούνται, να πουν την αλήθεια και ούτω καθεξής. Τέτοιου είδους παρότρυνση έγινε στην προκειμένη περίπτωση; Α. Δεν θυμάμαι αλλά σίγουρα προσπάθειες. Σίγουρα και στην παρούσα περίπτωση προσπαθείς να κάμεις το θύμα να νιώσει καλύτερα για να μιλήσει. Ε. Στην προκειμένη περίπτωση έγινε; Α. Δεν έγινε οποιαδήποτε παρότρυνση. Δεν θυμάμαι στην συγκεκριμένη περίπτωση. Προσπαθώ να θυμηθώ ακριβώς λόγια γιατί δεν θέλω να αναφέρω λόγια που δεν ειπώθηκαν». Καθίσταται από το αυτουσίως πιο πάνω παρατιθέμενο σχετικό μέρος της μαρτυρίας της ΜΚ7 ότι, οτιδήποτε ανάφερε, σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η ΜΚ2 υπέβαλε για πρώτη φορά παράπονο στην αστυνομία για την επίδικη υπόθεση, δεν μπορούν αποτελέσουν στέρεο έδαφος, επί του οποίου να είναι δυνατόν να βασιστούν σχετικά ευρήματα ή έστω συμπεράσματα. Τη λοιπή μαρτυρία της ΜΚ7 και δη το μέρος της μαρτυρίας της για το οποίο δεν έχω αναφέρει ανωτέρω ειδικό λόγο για τον οποίο δεν μπορεί να γίνει δεκτό, την αποδέχομαι. Νομική Πτυχή περί ανώμοτης δήλωσης-κατάθεσης Κατηγορούμενου: Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με τη νομολογία, εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια του να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. Γενικά, η ανώμοτη δήλωση Κατηγορουμένου έχει πειστική παρά αποδεικτική σημασία ή αξία. Δεν πρέπει, βεβαίως, να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής από την επιλογή αυτή. Όσον αφορά τη γραπτή κατάθεση του Κατηγορουμένου, την οποία υιοθέτησε στα πλαίσια της ανώμοτης δήλωσης του, υπάρχει σωρεία αποφάσεων σχετικά με τη βαρύτητα την οποία το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει σ' αυτή. Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με την μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον Κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση (βλ. Vrakas α.ο. v. Republic
(1973)2 CLR 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 CLR 97, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195), Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 109 και Findlay Duncan 73 Cr. App. R. 359). Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας,
(1982)2 ΑΑΔ 109, και στην Αγγλική απόφαση Findlay Duncan, 73 Cr. App. Re. 359, σχετικά με την αξιολόγηση της κατάθεσης ενός Κατηγορούμενου, αναφέρθηκε ότι κάθε μέρος αυτής που γίνεται δεκτό αποτελεί μαρτυρία για την αλήθεια των γεγονότων στα οποία αναφέρεται, και όχι μόνο στο μέρος εκείνο που συνιστά άμεσα ή έμμεσα παραδοχή του αδικήματος. Κάθε μέρος όμως μιας τέτοιας κατάθεσης λαμβάνεται υπόψη, και το Δικαστήριο προβαίνει σε εκτίμηση των ισχυρισμών που προβάλλονται. Μπορεί όμως να δώσει όπως αυτό κρίνει ότι επιβάλλεται διαφορετική βαρύτητα σε διαφορετικά μέρη της κατάθεσης ή και μικρότερη σημασία ή και να απορρίψει ένα ή περισσότερα μέρη αυτής. Είναι με άλλα λόγια η εκτίμηση κατάθεσης, θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να κρίνει την αξιοπιστία των μαρτύρων. Το Δικαστήριο είναι ελεύθερο και μπορεί να αποδώσει την βαρύτητα που κρίνει ότι επιβάλλεται σε διαφορετικά μέρη κατάθεσης. Όπως είναι φυσικό μπορεί να αποδοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα στο μέρος εκείνο το οποίο συνθέτει παραδοχή στο αδίκημα ή περιέχει δηλώσεις ενάντια προς τα συμφέροντα του κατηγορουμένου. Συνοψίζοντας η απόφαση στην Duncan αφήνει το βάρος το οποίο θα αποδοθεί στα διάφορα μέρη της κατάθεσης Κατηγορουμένου στη διακριτική ευχέρεια του κριτή των γεγονότων της υπόθεσης. Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, ο Κατηγορούμενος, μετά που του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά του, επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, με την οποία, μεταξύ άλλων υιοθετεί και το περιεχόμενο της κατάθεσής του. Θεωρώ ορθότερο να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του Κατηγορούμενου: «Είμαι αθώος και άδικα κατηγορούμαι και ταλαιπωρούμαι εδώ και 4 χρόνια. Η υπόληψή μου, όσο και της συζύγου μου, έχουν καταρρακωθεί από μία ψευδή καταγγελία που έγινε εις βάρος μου με μόνο κίνητρο την εκδίκηση και την παραμονή της παραπονούμενης στην Δημοκρατία. Υιοθετώ την κατάθεση μου, Τεκμήριο 1Α, και επαναλαμβάνω ότι ουδέποτε παρενόχλησα είτε σεξουαλικά είτε λεκτικά ή με άλλο τρόπο την παραπονουμένη. Η συμπεριφορά μου, όπως και της οικογένειάς μου, προς την παραπονουμένη, μέχρι και την απώλεια των χρημάτων και ρολογιών, οπότε και κλονίστηκε η εμπιστοσύνη μας, ήταν φιλική και με σεβασμό προς το άτομό της και ποτέ δεν υπήρξε κανένα παράπονο από μέρους της». Αρχικά σημειώνω ότι, σε μια ποινική υπόθεση, ο Κατηγορούμενος δεν υπέχει οποιασδήποτε υποχρέωσης να αποδείξει την αθωότητά του. Έχοντας δε υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής και ειδικότερα αυτή της ΜΚ2, επί της οποίας στην ουσία βάσιζε και η Κατηγορούσα Αρχή τις οποιεσδήποτε ελπίδες της για καταδίκη του Κατηγορούμενου, αυτό που στην πραγματικότητα μένει να εξεταστεί, σε συνάρτηση με τις οποιεσδήποτε δηλώσεις του Κατηγορουμένου, είναι το κατά πόσο τούτος προώθησε, είτε με την ανώμοτή του δήλωση, είτε με την κατάθεσή του, οποιουσδήποτε ενοχοποιητικούς ή έστω εναντίον των συμφερόντων του, ισχυρισμούς, ώστε τούτοι, είτε μεμονωμένα, είτε σε συνδυασμό με τη λοιπή ενώπιόν μου αποδεκτή μαρτυρία, να μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για την εξαγωγή ευρήματος ή συμπεράσματος ενοχής του σε οποιαδήποτε κατηγορία που αντιμετωπίζει. Εκείνο που αβίαστα προκύπτει από την εξέταση των σχετικών δηλώσεών του, είναι ότι ελλείπει από αυτές ένας τέτοιος ενοχοποιητικός ή εναντίον των συμφερόντων του, ισχυρισμός. Ευρήματα Έχοντας κατά νου την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον μου, από την Κατηγορούσα Αρχή, τεθείσας μαρτυρίας, και με δεδομένη την κρίση μου ότι ο Κατηγορούμενος δεν προώθησε, είτε με την ανώμοτη δήλωσή του, είτε με τη γραπτή του κατάθεση, οποιονδήποτε ενοχοποιητικό γι΄ αυτόν ισχυρισμό ή έστω ισχυρισμό εναντίον των συμφερόντων του, που σε συνδυασμό με τη λοιπή ενώπιόν μου αποδεκτή μαρτυρία να οδηγεί σε εύρημα ή συμπέρασμα ενοχής του, κρίνω ότι, δεν καθίσταται αναγκαίο να προβώ σε περαιτέρω ευρήματα, ως τούτα προκύπτουν από την τελικώς αποδεκτή ενώπιόν μου μαρτυρία, μιας και θεωρώ ότι τούτη, δεν μπορεί να αποτελέσει το υπόβαθρο για να καταλήξω, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, σε οποιαδήποτε ευρήματα ή έστω συμπεράσματα αναφορικά με τα ενώπιόν μου επίδικα γεγονότα. Με τη μη αποδοχή της, σχετικής με τα επίδικα ζητήματα, μαρτυρίας της ΜΚ2, παρέμεινε στην ουσία άγνωστο, κατά πόσο ο Κατηγορούμενος, άνευ της συναινέσεως της ΜΚ2, άγγιξε και/ή ήρθε σε οποιαδήποτε επαφή με το σώμα της, υπό συνθήκες που τούτη η επαφή να είναι ποινικά κολάσιμη και να ισοδυναμεί με άσεμνη επίθεση. Κατάληξη Συνεπώς, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον του Κατηγορούμενου και ως εκ τούτου ο Κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .......... Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο