Δημοκρατία ν. Π. Π., Αρ. Υπόθεσης: 9158/15, 11/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2015:21 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9158/15 Δημοκρατία v Π. Π. Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 11 Ιουνίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Κ. Κυθραιώτου για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Μάγος με κ. Χ. Μάγο Κατηγορούμενος παρών --------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Η διαδικασία στην παρούσα υπόθεση έχει διεξαχθεί ΚΕΚΛΕΙΣΜΕΝΩΝ ΤΩΝ ΘΥΡΩΝ και οι οδηγίες του Δικαστηρίου είναι ότι ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η δημοσιοποίηση οποιουδήποτε στοιχείου ή πληροφορίας θα ήταν δυνατό να οδηγήσει στην εξακρίβωση της ταυτότητας των εμπλεκομένων προσώπων.) Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 23 κατηγορίες εκ των οποίων οι εννέα αφορούν στα αδικήματα του βιασμού κατά παράβαση των Άρθρων 144 και 145 του Ποινικού Κώδικα και οι 14 στα αδικήματα της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού κατά παράβαση των Άρθρων 2 και 6
(4)(γ) του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Ν.91(Ι)/
- Μετά την καταχώρηση μη παραδοχής του Κατηγορουμένου σε όλες τις κατηγορίες η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 14.9.
- Μετά τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση υπήρξε από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής αίτημα για την κράτηση του Κατηγορουμένου μέχρι την επόμενη εμφάνιση του ενώπιον του Δικαστηρίου. Στο αίτημα αυτό ενέστη η Υπεράσπιση. Το αίτημα κράτησης το οποίο υπέβαλε η κα Κυθραιώτου εδράζεται στον κίνδυνο φυγοδικίας. Είναι πολύ καλά γνωστή η νομολογία επί του θέματος αυτού. Ξεκινούμε λέγοντας ότι είναι κατ' εξαίρεση που εκδίδονται διατάγματα κράτησης ενός κατηγορούμενου, ενόψει του ότι κάθε Κατηγορούμενος τεκμαίρεται αθώος και πρέπει ως θέμα αρχής να παραμένει ελεύθερος εκτός εάν διαπιστωθεί ότι υπάρχουν σοβαροί λόγοι που δικαιολογούν την κράτηση του[1]. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, εφόσον ο λόγος στον οποίο επικεντρώθηκε η Κατηγορούσα Αρχή είναι ο κίνδυνος φυγοδικίας, λέμε ότι αυτός ο κίνδυνος εξετάζεται υπό το φως συγκεκριμένων παραγόντων που αναγνώρισε η νομολογία και συγκεκριμένων εγγενών στοιχείων της ίδιας της υπόθεσης την οποία αυτός αντιμετωπίζει. Οι σχετικοί παράγοντες είναι: (α) Η σοβαρότητα του αδικήματος αντικειμένου της κατηγορίας (β) Η εκτιμούμενη πιθανότητα για καταδίκη του, με βάση τη διαθέσιμη μαρτυρία και (γ) Η αυστηρότητα της ποινής η οποία πιθανόν να επιβληθεί. Η πρόβλεψη αναφορικά με την ύπαρξη και την αποτίμηση τέτοιων κινδύνων δεν μπορεί παρά να στηρίζεται είτε σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υποδίκου ή της υπόθεσης είτε σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της[2]. Σε καμία περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατ' απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα, δηλ. χωρίς συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το δε εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικαστεί ο Κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος Κατηγορούμενος[3]. Άλλοι σχετικοί παράγοντες που ανάγονται σε υποκειμενικά δεδομένα είναι εκείνοι που συνδέονται με το χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμα του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται[4], όπως επίσης και οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου μπορούν να ληφθούν υπόψη, χωρίς όμως όλα αυτά να απομονώνονται και να υπερφαλαγγίζουν το γενικότερο δημόσιο συμφέρον προς απονομή της Δικαιοσύνης[5]. Η στάθμιση όλων αυτών των δεδομένων γίνεται στα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η οποία βέβαια πρέπει να ασκείται δικαστικά. Στη στάθμιση αυτή αποτιμάται και ο παράγοντας του χρόνου ο οποίος συνιστά στοιχείο που διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο καθόσον αφορά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου και επομένως και αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη[6]. Εξέταση παραγόντων Η σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος προκύπτει τόσο από τη φύση τους όσο και από τις προβλεπόμενες ποινές σε περίπτωση καταδίκης του. Στην προκείμενη περίπτωση οι ποινές που προβλέπονται για τα επίδικα αδικήματα είναι πολύ σοβαρές. Επισημαίνουμε συναφώς ότι για το αδίκημα του βιασμού προβλέπεται κατά ανώτατο όριο ποινή φυλάκισης δια βίου. Η ίδια ποινή, δηλ. αυτή της ισόβιας κάθειρξης προβλέπεται κατά ανώτατο όριο και στη περίπτωση των αδικημάτων που βασίζονται στο άρθρο 6
(4)(γ) του Ν.91(Ι)/14. Τούτου δοθέντος η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη. Όπως έχει αναγνωρισθεί στη νομολογία όσο πιο σοβαρή είναι μια κατηγορία ανάλογα μεγαλύτερο είναι και το κίνητρο ενός κατηγορουμένου να αποφύγει τη δίκη του[7]. Για την εξέταση της παραμέτρου της ποινής που δυνατόν να επιβληθεί αναφέρουμε ότι, λαμβάνουμε δικαστική γνώση ότι σε περίπτωση καταδίκης, με βάση τα περιστατικά διάπραξης των αδικημάτων και ανάλογα, βεβαίως, με τις ιδιαίτερες συνθήκες του Κατηγορουμένου αναμένεται η επιβολή πολυετών ποινών φυλάκισης. Όσον αφορά στο θέμα της πιθανότητας καταδίκης τονίζουμε ότι εξετάζοντας το δεν προβαίνουμε με οποιοδήποτε τρόπο σε αξιολόγηση της μαρτυρίας και σε εξαγωγή ευρημάτων σε σχέση με τις κατηγορίες, έργο που επιτελείται στο στάδιο εκδίκασης της υπόθεσης. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109: «Η αξιολόγηση της πιθανότητας καταδίκης αποτελεί μια απόλυτα θεμιτή διαδικασία η οποία στοχεύει να επιλύσει τα επίδικα θέματα στη διαδικασία τα οποία είναι η κράτηση του υποδίκου ή απόλυση του με εγγύηση. Δεν έχει σχέση με την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης και δεν την επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο.» Τονίζουμε ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά ούτε και μπορεί να εξεταστεί η οποιαδήποτε βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στις καταθέσεις που ενοχοποιούν τον Κατηγορούμενο. Όπως περαιτέρω επεξηγήθηκε στην Ευριπίδου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 337 στο στάδιο που ένα Δικαστήριο αποφασίζει ζήτημα κράτησης: «... δεν εξετάζεται αν παρουσιάστηκε ενώπιον του εκ πρώτης όψεως υπόθεση όπως εισηγήθηκαν οι δικηγόροι των εφεσειόντων, αλλά κατά πόσο υπάρχει το ενδεχόμενο, πιθανολόγηση δηλαδή, καταδίκης του κατηγορουμένου. Και τούτο κρίνεται από το αποδεικτικό υλικό που παρουσιάζεται ενώπιον του, χωρίς να αξιολογηθεί η βαρύτητά του. Αποφασίζεται μόνο αν η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής έχει τόση δύναμη ώστε να πιθανολογείται καταδίκη.». Παρόμοια, στην Κουννάς ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ 423, επαναλήφθηκε ότι δεν είναι δυνατό να αναλύεται η μαρτυρία που προσάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου που διατάσσει την κράτηση υπόπτου ή κατηγορουμένου προσώπου, διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε την έναρξη της δίκης ενώπιον του, πριν την εκδίκαση της υπόθεσης από το αρμόδιο Δικαστήριο. Αναφέρθηκε δε ότι: «Η νομολογία, ευθυγραμμισμένη επί του σημείου αυτού, λέγει πως το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία εξετάζει μόνο κατά πόσο από το αποδεικτικό υλικό που έχει ενώπιον του αναδεικνύεται το ενδεχόμενο καταδίκης του Κατηγορούμενου.» Το μαρτυρικό υλικό το οποίο τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου και τέθηκε ενώπιον μας μέσω των Τεκμηρίων Α, Β, Γ και Δ εκτιμάται μόνο στην όψη του και χωρίς οποιοδήποτε συμπεράσματα, χωρίς οριστικές διαπιστώσεις, με ένα μόνο σκοπό. Να διαπιστώσουμε κατά πόσο πιθανολογείται στη βάση αυτών των μαρτυριών καταδίκη και, βεβαίως, χωρίς να υπεισερχόμαστε σε θέματα αποδεκτότητας της μαρτυρίας ή αξιοπιστίας του μάρτυρα, αντιφάσεων κ.λ.π ζητήματα τα οποία ανάγονται στο πεδίο εξέτασης του Δικαστηρίου κατά το στάδιο της εκδίκασης της υπόθεσης[8]. Εξετάζοντας λοιπόν το μαρτυρικό υλικό που σχετίζεται με τον Κατηγορούμενο για σκοπούς εκτίμησης της πιθανότητας καταδίκης μπορούμε συνοπτικά να επισημάνουμε τα κατωτέρω: Τόσο στην απομαγνητοφωνημένη κατάθεση της Παραπονούμενης - (Τεκμ. Α) - όσο και στην προφορική συνομιλία της Παραπονούμενης με την Αστ. 2514 Α. Σάββα, η Παραπονούμενη - (Τεκμ. Β) - σχετικά με την παρούσα υπόθεση, αναφέρεται ότι για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα - γύρω στους 6 μήνες - υπήρξε συνεχής και επαναλαμβανόμενη σεξουαλική κακοποίηση σε βάρος της από πλευράς του Κατηγορουμένου. Στις καταθέσεις της αυτές γίνεται λεπτομερής περιγραφή των συνθηκών κάτω από τις οποίες ο Κατηγορούμενος ήρθε σε σεξουαλική επαφή μαζί της, αναφερόμενη σε απειλές από μέρους του, σε πόνο που έτυχε να έχει στην διάρκεια των επαφών αυτών, στη μη χρήση προφυλακτικού, στην εκσπερμάτωση στον κόλπο της και στην σεξουαλική επαφή ακόμα και στη διάρκεια της περιόδου της. Πέραν των πιο πάνω τέθηκε υπόψη μας ιατροδικαστική έκθεση -(Τεκμ.Γ) - η οποία αναφέρεται σε εξέταση που διενεργήθηκε στην Παραπονούμενη από την ιατροδικαστή Δρα Α. Παπέττα οπότε διαπιστώθηκε άθικτος ο παρθενικός της υμένας χωρίς εκδορές. Το στοιχείο αυτό, βεβαίως, θα συνεκτιμηθεί στο τέλος και με το Τεκμ.Δ στο οποίο αναφέρεται ότι η Παραπονούμενη με βάση την παιδοχειρουργό Δρα Σ. Αργυρού, η οποία εξέτασε την Παραπονούμενη στην παρουσία της ιατροδικαστού Δρος Α. Παπέττα και του Γυναικολόγου Δρος Χριστοφίδη, δεν φέρει τον κλασικό τύπο παρθενικού υμένα που εντοπίζεται σε μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών αλλά παραλλαγή αυτού-μια εκ των οποίων είναι «ελαστικός παρθενικός υμένας» - με συνεπακόλουθη την εκτίμηση ότι η μη ρήξη του να μην αναιρεί την όποια πιθανότητα εισχώρησης πέους στον κόλπο. Υπό το φως όλων των πιο πάνω στοιχείων από το ενώπιον μας τεθέν μαρτυρικό υλικό κρίνουμε ότι η πιθανολόγηση καταδίκης στην περίπτωση του Κατηγορουμένου είναι υπαρκτή και στηρίζεται στην πιο πάνω μαρτυρία η οποία βεβαίως θα πρέπει να αξιολογηθεί από το εκδικάζον Δικαστήριο. Εκτιμώντας τον κίνδυνο ο Κατηγορούμενος να μην εμφανιστεί κατά τη δίκη του οι προσωπικές περιστάσεις του και η σχέση του με την Κύπρο λόγω καταγωγής, οικογένειας και εργασίας λαμβάνονται υπόψη[9]. Ανάμεσα στα δεδομένα που μας έχουν τεθεί σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορούμενου είναι και το ότι είναι πατέρας δύο παιδιών τα οποία απέκτησε από δύο διαφορετικές γυναίκες και τα οποία διέμεναν μαζί του. Ο μεγαλύτερος γιος του σε λίγες μέρες συμπληρώνει την ηλικία των 18 ετών και στη συνέχεια, βεβαίως, θα καταταχθεί στην Εθνική Φρουρά, ενώ ο δεύτερος είναι ηλικίας 13-14 ετών. Πρόκειται για παιδιά των οποίων την φύλαξη είχε ο Κατηγορούμενος και στο παρόν στάδιο μετά την κράτηση του τα παιδιά αυτά διαμένουν με την γιαγιά τους. Η μητέρα του μικρότερου παιδιού καταχώρισε ήδη αίτηση για τροποποίηση και ρύθμιση του δικαιώματος επικοινωνίας μαζί του, η οποία είναι ορισμένη σήμερα στο αρμόδιο Οικογενειακό Δικαστήριο (Αίτηση 672/14). Όσον αφορά τους δεσμούς του Κατηγορούμενου με την Κύπρο, ως κριτήριο για την υπό εγγύηση παραμονή του εκτός συνθηκών κράτησης, στο οποίο κριτήριο λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες κάθε Κατηγορούμενου, είναι αυτονόητο ότι ένας Κύπριος κατηγορούμενος έχει κατά κανόνα δεσμούς με τη χώρα του που μπορεί να είναι δυνατοί ή χαλαροί, ανάλογα με τις ιδιαίτερες του συνθήκες. Η σημασία, βεβαίως, της ύπαρξης δεσμών με την χώρα στην οποία διώκεται ένας Κατηγορούμενος έγκειται στο ότι μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά στο ενδεχόμενο διαφυγής του Κατηγορουμένου στο εξωτερικό για να μην εμφανιστεί στη δίκη. Οι δεσμοί αυτοί από μόνοι τους δεν επενεργούν ωστόσο ως ασπίδα για τον Κατηγορούμενο ώστε να υπερφαλαγγιστεί η σοβαρότητα του αδικήματος στο οποίο εμπλέκεται. Ό,τι εξετάζεται είναι πάντοτε η επίπτωση που δυνατόν να έχουν οι προσωπικές αυτές συνθήκες επί του κριτηρίου του κινδύνου μη προσέλευσης του Κατηγορούμενου στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τη δίκη του. Όπως αναφέρθηκε στη Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, είναι τελικά ο συνυπολογισμός όλων των σχετικών δεδομένων που πρέπει να αποτιμηθούν στην εκτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο Κατηγορούμενος τη δίκη του. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σιδερένιου κ.α.
(2008)2 Α.Α.Δ. 319, οι προσωπικές συνθήκες ενός Κατηγορούμενου εξετάζονται με αναφορά στο μοναδικό κριτήριο, κατά πόσο δηλαδή οι συνθήκες αυτές ανατρέπουν τη σκέψη στον Κατηγορούμενο να μην εμφανιστεί στο Δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται. Δεν εξετάζονται οι προσωπικές συνθήκες με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στον Κατηγορούμενο, απαλλάσσοντας τον από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Κρασοπούλης κ.α. ν. Δημοκρατίας,
(2012)2 Α.Α.Δ. 450, η απόφαση διαφυγής προς αποφυγή των συνεπειών πιθανής καταδίκης δεν είναι εύκολη όταν μάλιστα υπάρχουν ισχυροί δεσμοί οι οποίοι συνδέουν τον υπόδικο με τη χώρα του, τους ανθρώπους που έχει γύρω του και τον τόπο όπου μονίμως διαμένει. Από την άλλη όμως, επισημάνθηκε ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο ποτέ δεν πρέπει να θεωρείται ως εντελώς απίθανο και να αποκλείεται. Έτσι όσο πιο σοβαρή είναι η ποινή που ενδεχομένως θα επιβληθεί σε περίπτωση καταδίκης, τόσο πιο δυνητικά πραγματοποιήσιμος είναι ο κίνδυνος διαφυγής. Τονίσθηκε δε ότι είναι αυτονόητο ότι εκεί όπου η προβλεπόμενη ποινή είναι η ποινή της ισόβιας κάθειρξης το ενδεχόμενο διαφυγής είναι ακόμη μεγαλύτερο εφόσον η σκέψη για διαφυγή μπορεί να επενεργήσει ως δέλεαρ αποφυγής της ισόβιας φυλάκισης. Είναι μέσα σε αυτό το πλαίσιο που έχουμε συνεκτιμήσει και συνυπολογίσει όλα όσα έχουν τεθεί αναφορικά με τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου . Όσον αφορά τον αποκλεισμό διαφυγής του Κατηγορουμένου λόγω ακριβώς των πιο πάνω οικογενειακών του υποχρεώσεων, σημειώνουμε πως όπως τονίστηκε στην υπόθεση Νίκος Νικολάου ν. Δημοκρατίας
(2009), 2 Α.Α.Δ. 170 σε παρόμοια περίπτωση, το επιχείρημα δεν είναι πειστικό, ιδιαίτερα αν κάποιος σκεφτεί ότι σε περίπτωση καταδίκης του αυτός πιθανόν να παραμείνει μακράν των παιδιών για μεγάλο, ίσως, χρονικό διάστημα. Κατά συνέπεια δεν θεωρούμε τις πιο πάνω προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου τέτοιες ώστε να αποτρέπουν σκέψεις αποφυγής εμφάνισης του στη δίκη και να δικαιολογούν επιβολή όρων εγγύησης. Πρέπει, περαιτέρω, να υπογραμμισθεί ότι ο χρόνος κράτησης υπόδικου προσώπου αναμφίβολα αποτελεί παράγοντα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο. Παρά το γεγονός ότι το Σύνταγμα μας, αντίθετα με την περίπτωση της κράτησης για διερεύνηση αδικήματος, δεν προβλέπει συνολικό χρόνο κράτησης αυτό δεν δίνει δικαίωμα για επ' αόριστο κράτηση. Δεν πρέπει ποτέ να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ο κατ' εξαίρεση χαρακτήρας της κράτησης ατόμου χωρίς καταδίκη από αρμόδιο Δικαστήριο. Αυτός είναι ένας επιπρόσθετος λόγος που επιτάσσει την ανάγκη για την όσο το δυνατό γρηγορότερη εκδίκαση των ποινικών υποθέσεων[10]. Όσον αφορά το χρόνο κράτησης λαμβάνοντας υπόψη το διάστημα που μεσολαβεί μέχρι τις 14.9.15 που η παρούσα υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση, δεν κρίνεται ότι ξεφεύγει από τα πλαίσια του εύλογου χρόνου. Υπό το φως όλων αυτών των δεδομένων που έχουμε συνυπολογίσει, θεωρούμε ότι ο κίνδυνος της φυγοδικίας είναι υπαρκτός στη βάση την οποία έχουμε θέσει προηγουμένως και έτσι θεωρούμε ότι δικαιολογείται το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής, το οποίο και εγκρίνουμε. Ως εκ τούτου διατάσσεται η κράτηση του Κατηγορουμένου μέχρι την επόμενη δικάσιμο (14.9.15). (Υπ.) Λ. Δημητριάδου ‑ Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ C:my documents/assize/ΕΝΔΙΑΜΕΣΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ [1] Δέστε Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 130. [2] Δέστε Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 [3] Δέστε Κρίνος Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48. [4] Δέστε Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109. [5] Δέστε Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7. [6] Δέστε Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 και Παντελής Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 596. [7] Δέστε Τσαπατσάρης ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ 600, Θεοδωρίδη κ.α. ν. Αστυνομία
(2001)2 Α.Α.Δ 139, Νίκος Νικολάου ν. Αστυνομία
(2008)2 Α.Α.Δ 790. [8] Δέστε Στέλλα Μαλά ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ.
- [9] Δέστε Χριστόδουλος Νικήτα κ.α ν. Δημοκρατίας Π.Ε. 195/10 και 196/10 ημερ. 18.2.
- [10] Δέστε Χαράλαμπος Κυριάκου Σιακαλλή ν. Δημοκρατίας
(1977)2 Α.Α.Δ. 130 και Φώτος Χ'Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ 45. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο