← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Comet Hatcheries LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 36876/12, 24/6/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Comet Hatcheries LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 36876/12, 24/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B88 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 36876/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον

  1. Σάββα ΠΑΠΑΕΥΣΤΑΘΙΟΥ
  2. Comet Hatcheries LTD Κατηγορουμένων ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24 Ιουνίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. X' Κωνσταντή Για την Κατηγορούμενη αρ. 2: κα Ε. Νικολάου ------------------------ Π Ο Ι Ν Η H παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 17.12.12 εναντίον δύο κατηγορούμενων, της κατηγορούμενης εταιρείας όπως φαίνεται πιο πάνω και του διευθυντή της Σάββα Παπαευσταθίου εναντίον του οποίου η υπόθεση αναστάληκε ενόψει των πολλών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει, τα οποία, σύμφωνα με τους θεράποντες ιατρούς του οι οποίοι κατέθεσαν ενόρκως στο Δικαστήριο, δεν του επιτρέπουν να παρακολουθήσει την δικαστική διαδικασία. Η κατηγορούμενη εταιρεία παραδέχτηκε και τις έξι κατηγορίες που αναγράφονται στο κατηγορητήριο. Οι πέντε εξ αυτών αφορούν το αδίκημα της εκμετάλλευσης στην εργασία, κατά παράβαση των άρθρων του περί της Καταπολέμησης, Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Ν.87

(1)/2007, σχετικές είναι οι κατηγορίες 1, 3, 4, 5 και 6 του κατηγορητηρίου ενώ η κατηγορία 2 αφορά το αδίκημα της κλοπής διά τεχνάσματος κατά παράβαση άρθρων του Ποινικού Κώδικα. Ως οι λεπτομέρειες των αδικημάτων εκτίθενται στο κατηγορητήριο, τα αδικήματα έλαβαν χώρα μεταξύ Ιουλίου του 2007 μέχρι Σεπτεμβρίου 2011 στην Κοκκινοτριμιθιά της επαρχίας Λευκωσίας. Σύμφωνα επίσης με το κατηγορητήριο, παραπονούμενοι είναι πέντε πρόσωπα, οι Jaswant Singh, Singh Satnam, Surjit Kaur, Gurmeet Chand και Kuldeep Kaur. Ειδικότερα η κατηγορούμενη παραδέχτηκε ότι μεταξύ του πιο πάνω χρονικού διαστήματος στην Κοκκινοτριμιθιά εκμεταλλεύτηκε την εργασία προσώπων υποβάλλοντας τους σε παρόμοια με μορφή δουλείας πρακτική μέσω απειλών δηλαδή την εργασία των πιο πάνω προσώπων, όλων από την Ινδία, υποχρεώνοντας τους υποχρέωναν να συνεχίσουν να εργάζονται στις εγκαταστάσεις της κατηγορούμενης εταιρείας, απειλώντας τους ότι σε αντίθετη περίπτωση θα τους απέλαυναν από την Κύπρο, κατακρατώντας τους επίσης μισθούς αρκετών μηνών. Συγκεκριμένα παραδέχτηκε σε ότι αφορά τον Jaswant Singh ότι με δόλιο τέχνασμα έκλεψαν από αυτόν το χρηματικό ποσό των €900, αναφέροντας του ότι με τα λεφτά αυτά θα του παράτειναν την άδεια παραμονής του στην Κυπριακή Δημοκρατία ενώ σε ότι αφορά τον Singh Satnam του κατακράτησαν μισθό 8,5 μηνών που ισοδυναμεί €5.950, τον Surjit Kaur κατακρατώντας του μισθό 10 μηνών αξίας €3.400, τον Gurmeel Chand κατακρατώντας του μισθό 10 μηνών που ισοδυναμεί €6.650 και τον Kuldeep Kaur κατακρατώντας του μισθό 10 μηνών που ισοδυναμεί €3.
  1. Τα γεγονότα όπως αναφέρθηκαν από την κα Χ' Κωνσταντή έχουν ως ακολούθως: Η κατηγορούμενη είναι η εταιρεία Comet Hatcheries LTD που ασχολείται με την πτηνοτροφία και διαθέτει φάρμες σε αρκετά χωριά της επαρχίας Λευκωσίας (Εργάτες, Αγ Ιωάννης Μαλούντα, Κοκκινοτριμιθιά, Αναγυα, Παλιομέτοχο, Εργάτες και Περιστερώνα) όπου δουλεύουν εργάτες κυρίως αλλοδαποί. Την 24/08/2011 η Κίνηση Στήριξης Αντιρατσισμού (ΚΙΣΑ) απέστειλε επιστολή στο γραφείο εμπορίας και εκμετάλλευσης προσώπων στο Αρχηγείο Αστυνομίας η οποία αναφέρει ότι οι παραπονούμενοι έτυχαν εκμετάλλευσης από τον κατηγορούμενο στον χώρο εργασίας τους. Αρχικά λήφθηκαν καταθέσεις από όλους τους παραπονούμενους από το εν λόγω γραφείο οι οποίες και απεστάλησαν στο Αστυνομικό Σταθμό Κλήρου για τα περαιτέρω. Συγκεκριμένα σύμφωνα με τον 1ον παραπονούμενο αυτός ήρθε στην Κύπρο μαζί με την σύζυγο του την 24/11/2006 μέσω κάποιου φίλου του, Raj Manjat, ο οποίος μεσολάβησε να έρθει για να εργαστεί στις φάρμες του κατηγορουμένου. Ο Raj ο οποίος ήδη εργαζόταν στην Κύπρο στις φάρμες της κατηγορουμένης του είπε ότι θα έπρεπε να πληρώσει το ποσό των 1.500 Κυπριακών Λιρών ως προμήθεια. Τελικά συμφώνησαν με τον Raj όπως πληρώσει το ποσό των 1500 λιρών ο Raj στην κατηγορούμενη και θα τον αποπλήρωνε ο ίδιος δίνοντας του 300 λίρες το μήνα, ποσό το οποίο τελικά εξόφλησε. Αφού δούλεψαν με την σύζυγο του για 3 μήνες σε φάρμα στην Περιστερώνα, στην συνέχεια μεταφέρθηκαν στην φάρμα της κατηγορουμένης κοντά στο παλιό αεροδρόμιο Λευκωσίας και μετά τον Φεβρουάριο του 2007 μεταφέρθηκε στην φάρμα στους Εργάτες πάλι ιδιοκτησίας της κατηγορουμένης. Σύμφωνα με τον 1ον παραπονούμενο η κατηγορούμενη του χρωστά μισθούς αρκετών μηνών και τον ανάγκαζαν να συνεχίσει να εργάζεται απειλώντας τον ότι σε αντίθετη περίπτωση θα τον απέλαυναν από την Κύπρο. Επίσης σύμφωνα πάντα με τον 1ον παραπονούμενο ο ίδιος πλήρωσε την κατηγορούμενη το ποσό των 900 ευρώ για να του ανανεώσουν τόσο του ιδίου όσο και της συζύγου του, την άδεια παραμονής τους η οποία έληγε την 03/10/2008 χωρίς όμως να το πράξουν. Οι ώρες εργασίας του ήταν από 0700 μέχρι 1600 καθημερινώς συμπεριλαμβανομένης της Κυριακής. Ο 2ος παραπονούμενος ήρθε στην Κύπρο για να εργαστεί στις φάρμες της κατηγορουμένης μαζί με την σύζυγο του, την 3ην παραπονούμενη, την 23/06/2006 μέσω κάποιου φίλου Balwinder από την Ινδία ο οποίος εργαζόταν τότε για την κατηγορούμενη. Αφού έφθασαν στην Κύπρο μετά από λίγες μέρες άρχισαν να εργάζονται στην Φάρμα της κατηγορουμένης στον Αγ Ιωάννη Μαλούντας. Οι ώρες εργασίας του ήταν από 7-12 το μεσημέρι και 1400-1700 το απόγευμα και για τις Κυριακές 8-9 το πρωί. Ο 2ος παράπονουμένος ανάφερε ότι ο Balwinder του ζήτησε το ποσό των 3000 σε Κυπριακές λίρες για όλα τα έξοδα για να έρθουν στην Κύπρο ποσό το οποίο αποπλήρωσε σε 7 μήνες στον Balwinder. Αυτός αναχώρησε ένα μήνα μετά που έφτασαν στην Κύπρο. Ο 2ος παραπονούμενος ανάφερε ότι η άδεια παραμονής τους έληξε τον Μάιο του 2010 και η κατηγορούμενη προέβηκε σε παραστάσεις ότι θα τους την ανανέωνε χωρίς όμως τελικά να το πράξει. Η κατηγορούμενη σύμφωνα με την κατάθεση του 2ον παραπονούμενου του χρωστά μισθούς 8½ μηνών δηλαδή το ποσό των 5950 ευρώ ενώ η άδεια παραμονής τόσο του ίδιου τόσο και της συζύγου του έληξαν τον Μάιο του 2010 και σύμφωνα με τον ίδιο η κατηγορούμενη υποσχέθηκε πριν λήξουν ότι θα τους τις ανανέωνε για ακόμη 10 μήνες χωρίς όμως να το πράξει τούτο ενώ παράλληλα του υποσχόταν ότι θα τον αποπλήρωνε σύντομα λέγοντας του ότι είναι αδύνατο για αυτόν να βρει άλλη δουλειά επειδή βρισκόταν παράνομα στην Κύπρο. Ο ίδιος ήθελε να προβεί σε παράπονο αλλά φοβόταν μήπως και η κατηγορούμενη ενημέρωνε την Υπηρεσία Αλλοδαπών και θα τον απέλαυναν. Η 3ην παραπονούμενη επίσης κατήγγειλε ότι η κατηγορούμενη δεν την πλήρωσε μισθούς από τον Σεπτέμβρη του 2010 μέχρι τον Ιούνιο του 2011, δηλαδή ποσό 3400 ευρώ. Η κατηγορούμενη υποσχέθηκε τόσο στην ίδια όσο και στον σύζυγο της, 2ου παραπονούμενου, ότι θα τους πλήρωνε σύντομα και θα τους ανανέωνε τις άδειες παραμονής τους χωρίς όμως τελικά να το πράξει τούτο. Επειδή είχε λήξει η άδεια παραμονής της φοβόταν να πάει να προβεί σε καταγγελία και συνέχιζε να εργάζεται με την ελπίδα ότι η κατηγορούμενη τελικά θα της πλήρωνε τα λεφτά που της χρωστούσε. Ο 4ος παραπονούμενος κατήγγειλε ότι ήρθε στην Κύπρο μαζί με την σύζυγο του, την 5ην παραπονούμενη, μέσω κάποιου φίλου του Ranjeet ο οποίος εργαζόταν στην φάρμα της κατηγορουμένης. Δούλεψε σε διάφορες φάρμες κοτόπουλων του κατηγορουμένου καθημερινά από 0430-1800 συμπεριλαμβανομένου Κυριακές και αργίες. Ο κατηγορούμενος του χρωστά το ποσό των €6.650 για μισθούς 9,5 μηνών ποσό. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η άδεια παραμονής του 4ου παραπονούμενου έληξε στις 21/12/2010 και η κατηγορούμενη ενώ υποσχόταν ότι θα την ανανέωνε δεν το έπραξε με αποτέλεσμα να συνεχίζει να εργάζεται κοντά της χωρίς άδεια παραμονής απειλώντας τον ότι αν φύγει από τον χώρο εργασίας του θα τον βρει η αστυνομία και θα τον απέλασει. Η 5η παραπονούμενη στην αρχή εργαζόταν στην φάρμα της κατηγορουμένης στον Αγ Ιωάννη Μαλούντας καθημερινά 0700-1200 και 1430-1700 ενώ μετά μεταφέρθηκε στην Φάρμα της κατηγορουμένης στο Παλιομέτοχο και δούλευε καθημερινά 0700-1300 με 1400-
  2. Ο κατηγορούμενος της χρωστά λεφτά για 11.5 μήνες δηλ το ποσό των 3921 ευρώ. Επίσης σύμφωνα με την 5η παραπονούμενη η άδεια παραμονής της έληξε την 21/12/2010 και η κατηγορούμενη παρόλο που της υποσχέθηκε ότι θα την ανανέωνε τελικά δεν το έπραξε. Η κατηγορούμενη την ανάγκαζε να συνεχίσει να εργάζεται υπόσχοντας της ότι θα την αποπλήρωνε σύντομα απειλώντας την επίσης ότι σε αντίθετη περίπτωση θα την απέλαυνε από την Κύπρο. Από τον Διευθυντή της Κατηγορούμενης λήφθηκε ανακριτική κατάθεση στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ότι όλοι παραπονούμενοι εργάζονταν κοντά του στην εταιρεία του και ουδέποτε πήρε οποιαδήποτε χρήματα για έκδοση άδειας παραμονής ούτε οποιαδήποτε προμήθεια για να έρθουν οι αλλοδαποί στην Κύπρο. Επίσης ανάφερε ότι για οποιεσδήποτε οικονομικές διαφορές έχει με τους παραπονούμενους η εταιρεία του είναι πρόθυμη να πληρώσει και το θέμα αυτό αφορά το Υπουργείο Εργασίας ως εργατικές διαφορές. Η κατηγορούμενη εταιρεία είναι λευκού ποινικού μητρώου. Για την παρούσα υπόθεση έχουν δημιουργηθεί έξοδα μαρτύρων κατηγορίας ανέρχονται σε €180 τα οποία η κα Χ΄Κωνσταντή ζήτησε όπως πληρωθούν από την κατηγορούμενη εταιρεία. Η ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης αγορεύοντας προς μετριασμό της ποινής που θα επιβληθεί σ' αυτήν, ανέφερε ότι η εν λόγω εταιρεία εδώ και χρόνια προσφέρει εισοδήματα τόσο στον τόπο όσο και σε πολλές οικογένειες αλλοδαπών. Οι παραπονούμενοι ήταν στη δούλεψη της για περίπου 4 χρόνια και προσέφερε στέγη και εργασία όχι μόνο σε αυτούς αλλά και σε όλη την οικογένεια τους. Η εταιρεία πλήγηκε οικονομικά, αντιμετώπισε μεγάλες δυσκολίες για να διατηρηθεί στη ζωή και να συνεχίσει να προσφέρει στον τόπο. Υπήρχαν χρέη σε τράπεζες οφειλές σε διάφορες κυβερνητικές υπηρεσίες και οργανισμούς και ο λόγος που προέβηκε στην κατακράτηση μέρους των μισθών των υπαλλήλων της - παραπονουμένων ήταν για να μπορέσει να αντεπεξέλθει στις οικονομικές υποχρεώσεις της και να βοηθηθεί να συνεχίσει να έχει κύκλο εργασιών. Σε καμία περίπτωση η κατακράτηση των μισθών των υπαλλήλων της δεν ήταν αυτοσκοπός. Αναφέρθηκε επίσης στην καθυστέρηση στην καταχώριση του κατηγορητηρίου σε σχέση με την ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, τα αδικήματα έλαβαν χώρα μεταξύ Ιουλίου 2007 και Σεπτεμβρίου του 2011 ενώ το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 17.12.
  3. Ανέφερε επίσης ότι υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή των παραπόνων των παραπονούμενων, αυτό έγιναν στις 24.8.11 σε σχέση με την ημερομηνία διάπραξης τους και εστιάστηκε επίσης στο μεγάλο χρονικό πλαίσιο που στο κατηγορητήριο φαίνεται ως η ημερομηνία διάπραξης των αδικημάτων, επαναλαμβάνω από τον Ιούλιο του 2007 μέχρι τον Σεπτέμβριο του
  4. Ανέφερε επίσης ότι η πρόθεση της κατηγορούμενης εταιρείας ήταν να αποζημιώσει τους παραπονούμενους, έγιναν σχετικές επαφές με αυτούς που βρίσκονται ακόμα στην Κύπρο αλλά αυτή της η επιθυμία και προσπάθεια προσέκρουσε στην ένσταση των παραπονούμενων. Αναφέρθηκε επίσης στο μεγάλο χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από την ημερομηνία των αδικημάτων μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο θα τους επιβάλει ποινή όπως και στο γεγονός ότι ο κύκλος εργασιών της κατηγορούμενης εταιρείας έχει σήμερα συρρικνωθεί, η κατηγορούμενη εταιρεία προσπαθεί με μεγάλη δυσκολία να ανταποκριθεί σε όλες τις υποχρεώσεις της και υπογράμμισε ότι δεν υπάρχει κίνδυνος επανάληψης του αδικήματος αφού δεν εργοδοτούνται πλέον αλλοδαποί στην εν λόγω εταιρεία. Προσέδωσε επίσης μεγάλη σημασία στο λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορούμενης, στην παραδοχή της στο Δικαστήριο και την γνήσια θέση και θέληση της να αποζημιώσει τους παραπονούμενους κάτι που δεν επιτεύχθηκε λόγω της δικής τους άρνησης. Κάλεσε δε το Δικαστήριο επιβάλλοντας τις ποινές προστίμων, να εξαντλήσει την επιείκεια του για την κατηγορούμενη εταιρεία λόγω των τεράστιων οικονομικών της δυσκολιών και τον αγώνα που κάνει για να διατηρηθεί σε δραστηριότητα και να συνεχίσει να προσφέρει στην Κυπριακή οικονομία. Όπως φαίνεται από τις λεπτομέρειες των κατηγοριών που έχει παραδεχτεί η κατηγορούμενη εταιρεία, όλες οι κατηγορίες αφορούν απειλές προς τους αλλοδαπούς να συνεχίσουν να εργάζονται στις εγκαταστάσεις της κατακρατώντας τους μισθούς και απειλώντας τους ότι σε αντίθετη περίπτωση θα τους απέλαυναν από την Κύπρο. Τα ποσά που σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων στον κατηγορούμενο κατακρατούνταν δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητα €5.950, €3.400, €6.650 και €3.
  5. Περαιτέρω σε σχέση με ένα εκ των παραπονούμενων η κατηγορούμενη παραδέχτηκε κλοπή διά τεχνάσματος συγκεκριμένα ότι του έκλεψε €900 αναφέροντας του ότι με το ποσό αυτό θα του παράτειναν την παραμονή του στην Δημοκρατία, κάτι που δεν έγινε. Ο Νόμος 87
(1)/2007 έχει θεσπισθεί για να συνάδει η Κυπριακή νομοθεσία με το άρθρο 4 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων δικαιωμάτων που προβλέπει ότι κανείς δεν μπορεί να υπόκειται σε καταναγκαστική εργασία. Σε αποφάσεις του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. Van Per Musscle ν Belgium 8919-80 ημερ. 23 Νοεμβρίου 1983) έχει ερμηνευθεί ότι καταναγκαστική εργασία είναι εκείνη η εργασία που εκτελείται από τον εργάτη κάτω από την απειλή κυρώσεως ή η εργασία που δεν θα προσφερόταν κανείς να την εκτελέσει εθελοντικά. Αυτό το πλαίσιο είναι αρκετά γενικό και ασαφές και κάθε περίπτωση θα πρέπει να κριθεί από τα δικά της γεγονότα αλλά και την αντίληψη της κάθε κοινωνίας για το τι συνιστά εργασία που εκτελείται κάτω από καταναγκασμό. Η Ευρωπαϊκή οδηγία έχει θεσμοθετήσει συγκεκριμένο πλαίσιο για την καταπολέμηση της Εμπορίας Προσώπων και της Εκμετάλλευσης τους και to αποτέλεσμα της οδηγίας είναι οι νόμοι που έχουν θεσπίσει από τα κράτη μέλη. Ένας τρόπος που γίνεται η εκμετάλλευση της εργασίας είναι η κατάχρηση της εξουσίας του προσώπου με επιρροή στον εργάτη συνήθως αλλοδαπό που βρίσκεται σε εξαιρετικά δεινή θέση και δεν μπορεί να αντιδράσει ή να αρνηθεί να κάνει την εργασία. Απτά παραδείγματα τέτοια συμπεριφοράς έχουν απασχολήσει Δικαστήρια άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.· Δικαστήριο του Βελγίου έκρινε ότι υπήρχε εκμετάλλευση αλλοδαπών εργατών σε εστιατόριο. Στην υπόθεση Public Ministry ν Wang Li Kane Oi Court of Appeal of Liege Decision No. 2007-245 πρόσωπα που είχαν επιβάλει απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης και εργοδότησης στους αλλοδαπούς είχαν φυλακισθεί για ένα χρόνο. Αυτοί οι αλλοδαποί προσλήφθηκαν με ακανόνιστο ποσό μισθού, ζούσαν σε ανεγειρόμενη οικοδομή και εργάζονταν 12 με 15 ώρες καθημερινά. Στην υπόθεση Public Ministry ν Gengiz Yonel Penal Court Verviers Decision No. 69.98.954-06) 15 Ιανουαρίου 2007 παράνομος αλλοδαπός προσλήφθηκε σε αρτοποιείο. Εργαζόταν κάτω από ανθυγιεινές συνθήκες και πληρωνόταν μισθό πολύ πιο χαμηλό από το κατώτατο όριο μισθού και του έδιναν επίσης ληγμένη τροφή. Κρίθηκε ότι τα πρόσωπα που τον προσέλαβαν εκμεταλλεύτηκαν την δεινή του θέση ως παράνομο αλλοδαπό και την μεγάλη του ανάγκη για κάποιο εισόδημα και τροφή για να τον εξαναγκάσουν σ' αυτή την εργασία με αυτές τις συνθήκες. Κρίθηκε ότι υπήρχε εκμετάλλευση και καταναγκαστική εργασία και επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 14 μηνών στον ένα υπαίτιο και στον άλλο ένα χρόνο ποινή φυλάκισης με αναστολή και ψηλό πρόστιμο. Γαλλικό Δικαστήριο στην υπόθεση Procurer de la Republique ν Monsieur Β. Decision Νo. 97-8641 Court of Appeal Poitiers 26 Φεβρουαρίου 2001 επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο ετών σε ιδιοκτήτη εργοστασίου. Το Δικαστήριο έκρινε ότι εκμεταλλεύτηκε την δεινή οικονομική θέση εργατών για να τους εξαναγκάσει να εργασθούν κάτω από αντίξοες και απαράδεκτες συνθήκες εργασίας. Οι εργάτες ήταν υποχρεωμένοι να εργαστούν στο εργοστάσιο στην ζέστη χωρίς να είναι ανοικτές οι πόρτες ή παράθυρα. Οι εργάτες δεν είχαν το δικαίωμα να μιλούν ή να σηκώσουν το κεφάλι τους την ώρα της εργασίας και υπήρχε επιθεωρητής ο οποίος επέβλεπε τους εργάτες και αν μιλούσαν ή σήκωναν το κεφάλι, υπήρχε τιμωρία. Ο ιδιοκτήτης τους απειλούσε ότι θα έκλεινε το εργοστάσιο εάν δεν δούλευαν σκληρά και έτσι ζούσαν συνεχώς με τον κίνδυνο να χάσουν την εργασία τους. Ήταν φανερό ότι υπήρχε κατάχρηση εξουσίας της δεινής οικονομικής κατάστασης των εργατών διότι απώλεια αυτής της εργασίας θα ήταν καταστροφική για τους ίδιους. Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του το κακό οικονομικό κλίμα και την απουσία εναλλακτικής εργοδότησης λόγω αυξημένης ανεργίας για να συμπεραίνει ότι υπήρχε πλήρη οικονομική εξάρτηση των εργατών από τον ιδιοκτήτη του εργοστασίου με αποτέλεσμα να υποστούν απάνθρωπη μεταχείριση και να υποβληθούν σε καταναγκαστική εργασία χωρίς να μπορούν να αντιδράσουν. Δικαστήριο στην Ολλανδία στην υπόθεση Public Prosecution Service ν Accused Wo. 07.976405.Q6 District Court Zwolle 29 Απριλίου 2008 έκρινε ότι οι αλλοδαποί εργάτες σε εργοστάσιο ήταν σε δυσμενή οικονομική κατάσταση λόγω χρεών στην δική χους χώρα όμως δεν βρήκε ότι υπήρχε εκμετάλλευση παρά την ύπαρξη υπερωριακής εργοδότησης επειδή οι εργάτες είχαν την επιλογή να εργασθούν και αλλού και ο κατηγορούμενος δεν είναι το πρόσωπο που τους επιστράτευσε για να εργασθούν στο εργοστάσιο αλλά είχαν προσέλθει μόνοι τους μετά από πληροφορίες ότι υπήρχε ζήτηση εργατών. Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Νόμου 87
(1)/2007: «Νομικό πρόσωπο που καταδικάζεται για την διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος που προβλέπεται στο Νόμο υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις £300.000 και το Δικαστήριο δύναται επιπρόσθετα από οποιοδήποτε άλλη ποινή να διατάξει: (α) Τον προσωρινό ή μόνιμο αποκλεισμό από δημόσιες παροχές ή ενισχύσεις' (β) την προσωρινή ή μόνιμη απαγόρευση άσκησης εμπορικής δραστηριότητας" (γ) την επιβολή δικαστικής εποπτείας' (δ) τη διάλυση του νομικού προσώπου' (ε) το προσωρινό ή μόνιμο κλείσιμο των εγκαταστάσεων που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη του αδικήματος' (στ) τη δήμευση οποιουδήποτε αντικειμένου ή μέσου το οποίο χρησιμοποιήθηκε για τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο.» Με βάση το άρθρο 8(α) του ίδιου Νόμου «όποιος εκμεταλλεύεται την εργασία ή τις υπηρεσίες προσώπου το υποβάλει σε καταναγκαστική ή υποχρεωτική εργασία ή υπηρεσίες ή σε οποιαδήποτε μορφή δουλείας ή παρόμοιας πρακτικής ή υποτέλειας μέσω απειλών, είναι ένοχος κακουργήματος.» Επομένως είναι δεδομένο και από το ύψος των ποινών που προβλέπονται στο Νόμο ότι τα επίδικα αδικήματα είναι άκρως σοβαρά και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπιστούν από το Δικαστήριο κατά την επιβολή ποινών. Το λευκό ποινικό μητρώο της κατηγορούμενης εταιρείας και η παραδοχή της εντέλει σε όλες τις κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου είναι τα ελαφρυντικά που το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη του. Σημασία θα δοθεί επίσης και στην πρόθεση της κατηγορούμενης εταιρείας η οποία εκφράστηκε και στο Δικαστήριο μέσω της συνηγόρου της, να αποζημιώσει τους παραπονούμενους, ασχέτως αν οι παραπονούμενοι μετά από νομική συμβουλή αρνήθηκαν την προσφορά αυτή. Η ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης εταιρείας επιχειρηματολόγησε και για τον χρόνο που έχει μεσολαβήσει από την ημέρα διάπραξης των αδικημάτων μέχρι την καταχώρηση του κατηγορητηρίου και ακολούθως μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή. Οι λεπτομέρειες των αδικημάτων τοποθετούν τα αδικήματα μεταξύ Ιουλίου του 2007 και Σεπτεμβρίου του 2011. Η καταγγελία έγινε από την ΚΙΣΑ στις 24.8.11 και η υπόθεση καταχωρήθηκε στις 17.12.12 δηλαδή 1½ περίπου χρόνο μεταγενέστερα. Για το χρόνο που μεσολάβησε μέχρι την καταγγελία της υπόθεσης βεβαίως οι διωκτικές αρχές δεν έχουν κανένα λόγο ούτε και μπορεί να τους αποδοθεί ευθύνη. Στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 6739 και 6740 ημερ. 27.3.2000 το Ανώτατο Δικαστήριο εξήγησε ότι δεν εξετάζεται το ζήτημα της καθυστέρησης χωρίς αναφορά στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και ιδιαίτερα στους λόγους που διαπιστώνεται καθυστέρηση στην ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου. Όπως φαίνεται από τα γεγονότα που έχουν αναφερθεί, για να καταχωρηθεί η παρούσα υπόθεση συνεργάστηκε το γραφείο Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων στο Αρχηγείο Αστυνομίας μαζί με τον Αστυνομικό Σταθμό Κλήρου. Οι παραπονούμενοι είναι όλοι αλλοδαποί, λήφθηκαν καταθέσεις με την βοήθεια διερμηνέων και όχι μόνο από αυτούς αλλά και από μέλη της οικογένειας τους όπως και από τους Διευθυντές της κατηγορούμενης. Σίγουρα η υπόθεση δεν ήταν απλή μέχρι την διεκπεραίωση των εξετάσεων για να καταχωρηθεί, όμως σημειώνω ότι υπήρχε κάποια καθυστέρηση. Μετά την καταχώρηση της υπόθεσης όμως μέχρι την διάγνωση της ποινικής ευθύνης της κατηγορούμενης δεν θεωρώ ότι η όποια καθυστέρηση επήλθε εν τω μεταξύ μπορεί να έχει οποιαδήποτε σημασία σε ότι αφορά την ποινή που θα επιβληθεί στην κατηγορουμένη εταιρεία και τούτο γιατί η καθυστέρηση οφείλεται εξ ολοκλήρου σε παράγοντες που βαρύνουν την κατηγορούμενη και τον πρώην κατηγορούμενο 1 και Διευθυντή της, Σάββα Παπαευσταθίου. Έχει ήδη αναφερθεί ότι εναντίον του προσώπου αυτού η υπόθεση έχει τελικά ανασταλεί λόγω των πολλαπλών και σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετωπίζει. Από τα πρακτικά της διαδικασίας προκύπτει ότι ο πρώην κατηγορούμενος 1 παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο μόνο μία φορά στις 27.5.13 και έκτοτε δεν ξαναπαρουσιάστηκε και υπάρχουν εντός του φακέλου σωρεία ιατρικών πιστοποιητικών που να δικαιολογούν, το κάθε ένα, την απουσία του σε συγκεκριμένη ημερομηνία. Είχε εκδοθεί εναντίον του ένταλμα σύλληψης το οποίο παρέμεινε ανεκτέλεστο για μεγάλο χρονικό διάστημα, δόθηκε μαρτυρία από τους αστυνομικούς υπεύθυνους για την εκτέλεση του αναφέροντας την αδυναμία εκτέλεσης του μετά από τις επισκέψεις τους στην οικία του κατηγορούμενου αλλά και από τον θεράπων ιατρό του, Δρ. Πέτρο Αγαθαγγέλου ο οποίος υποστήριξε ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν μπορούσε να μετακινηθεί ούτε και μπορούσε να αντέξει την δικαστική διαδικασία. Τούτα οδήγησαν στην αναστολή της διαδικασίας εναντίον του και ευθύς μετά έγινε η παραδοχή εκ πλευράς της κατηγορούμενης εταιρείας. Σύμφωνα με την υπόθεση Τσιολής ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 7461, ημερ. 8.3.2004 όταν ο κατηγορούμενος είναι αυτός που ευθύνεται για την καθυστέρηση τότε παύει να έχει την ίδια σημασία η καθυστέρηση ως στοιχείο για την επιμέτρηση της ποινής. Τα επιβαρυντικά στοιχεία πέραν των αδικημάτων καθ' εαυτών που έχει παραδεχτεί η κατηγορούμενη εταιρεία και που είναι άκρως σοβαρά, είναι η μεγάλη χρονική περίοδος για την οποία συνεχιζόταν αυτή η παράνομη ενέργεια της κατηγορούμενης εταιρείας τέσσερα περίπου χρόνια, ο αριθμός των αλλοδαπών που είχε εκμεταλλευτεί κατά τον τρόπο αυτό, πέντε πρόσωπα, όπως επίσης και τα μεγάλα χρηματικά ποσά που τους είχαν κατακρατηθεί από τον μισθό τους όπως αυτά φαίνονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων. Δεν μπορώ να δεχτώ σαν δικαιολογία για τις πράξεις αυτές της κατηγορούμενης εταιρείας την θέση ότι ο λόγος που κατακρατούντο τα ποσά αυτά ήταν για να βοηθηθεί η κατηγορούμενη εταιρεία να παραμείνει σε δραστηριότητα στον τομέα της. Ας μη ξεχνούμε ότι οι παραπονούμενοι οι οποίοι κατάγονται όλοι από την Ινδία ήρθαν στη χώρα μας για ένα καλύτερο αύριο, για να εργαστούν και να βοηθήσουν τις οικογένειες τους αποστέλλοντας χρήματα. Σημειώνω δε ότι εφόσον είναι όλοι αλλοδαποί είναι λογικό να υποθέσει κάποιος ότι ήταν δύσκολη η καθημερινότητα τους χωρίς να είναι γύρω τους τα αγαπημένα τους πρόσωπα, οι οικογένειες τους, πρόσωπα που να έχουν τα ίδια ενδιαφέροντα με αυτούς και να έχουν την ίδια κουλτούρα. Ευτυχώς οι υποθέσεις όπως η παρούσα δεν απαντώνται σε συχνή βάση στην Κυπριακή Δημοκρατία και η νομολογία δεν δείχνει να υπάρχει έντονα αυξητική τάση γι' αυτού του είδους τα αδικήματα. Δεν διαλανθάνει της προσοχής μου ότι πλέον έχουν ενεργοποιηθεί διάφοροι Φορείς αλλά και Οργανώσεις σε διεθνές επίπεδο που ελέγχουν ότι όντως οι πρόνοιες του Νόμου τηρούνται πιστά και δεν υπάρχει εκμετάλλευση στην εργασία αλλοδαπών προσώπων που φεύγουν από τις χώρες τους προσδοκώντας σε ένα καλύτερο μέλλον, κάτι που σίγουρα συντείνει στη μη αύξηση των αδικημάτων. Το γεγονός αυτό όμως, κατά την άποψη μου, δεν αδυνατίζει την υποχρέωση του Δικαστηρίου για επιβολή αυστηρής και αποτρεπτικής ποινής λαμβάνοντας υπόψη μου τα περιστατικά της υπόθεσης. Πέραν της τιμωρίας της κατηγορούμενης σκοπός της ποινής είναι να νοιώθει ασφάλεια ο οποιοσδήποτε αλλοδαπός εργάτης ότι θα είναι ασφαλής από τέτοιου είδους μεταχείριση στο μέλλον. Χρειάζεται επίσης να δοθεί το μήνυμα και σε άλλους εργοδότες οι οποίοι ίσως να εκμεταλλεύονται ή να έχουν πρόθεση να εκμεταλλεύονται αλλοδαπούς εργάτες. Τούτων δεομένων, επιβάλλονται στην κατηγορούμενη εταιρεία οι εξής ποινές: - Κατηγορία αρ. 1 ποινή προστίμου €25.000 - Κατηγορία αρ. 2 ποινή προστίμου €1.000 - Κατηγορία αρ. 3 ποινή προστίμου €25.000 - Κατηγορία αρ. 4 ποινή προστίμου €25.000 - Κατηγορία αρ. 5 ποινή προστίμου €25.000 - Κατηγορία αρ. 6 ποινή προστίμου €25.000 Με έχει προβληματίσει κατά πόσον θα ήταν ορθό να εκδοθούν διατάγματα αποζημίωσης των παραπονούμενων στην παρούσα περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη μου ότι με βάση το Άρθρο 26 του Ποινικού Κώδικα το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση τέτοιων διαταγμάτων. Όπως έχει ήδη λεχθεί όλοι οι παραπονούμενοι εκπροσωπούνται από δικηγόρο. Η κατηγορούμενη εταιρεία είχε δηλώσει την πρόθεση της για αποζημίωση κάτι που δεν αποδέχτηκαν όμως οι παραπονούμενοι. Με αυτό το δεδομένο και εφόσον δεν έχει ζητηθεί η έκδοση τέτοιου διατάγματος έχω αποφασίσει να μην προχωρήσω σε έκδοση τους. Περαιτέρω η κατηγορούμενη εταιρεία θα πληρώσει έξοδα €180 μαρτύρων κατηγορίας. (Υπ.) ..................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.