RETROBAY LIMITED ν. JAVIER PEREZ DOLSET κ.α., Αρ. Υπόθεσης:30273/14, 12/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:30273/14 Μεταξύ: RETROBAY LIMITED, εκ Λευκωσίας -ν- 1. JAVIER PEREZ DOLSET, εξ Ισπανίας 2. ALEXEY AZARENKOV, εκ Ρωσικής Ομοσπονδίας Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 12 Ιουνίου, 2015 Για Κατήγορο: κος Ιεροθέου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για έκδοση διατάγματος και/ή οδηγιών για επίδοση κατηγορητηρίου προς τους Κατηγορουμένους 1 και 2) Εισαγωγή: Την 07/11/14 η Κατήγορος καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο υπόθεση με την οποία προσάπτει στους κατηγορούμενους 1 και 2 πέντε συνολικά κατηγορίες. Σημειώνεται ότι η πρώτη κατηγορία έχει αποσυρθεί σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας. Οι κατηγορίες αφορούν σε ισχυριζόμενες παραβάσεις των άρθρων 255, 262, 366, 371, 373 ως επίσης και των άρθρων 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Με την υπό κρίση αίτηση η Κατήγορος-Αιτήτρια εξαιτείται την έκδοση διαταγμάτων ως ακολούθως: «Α. Απόφαση και/ή Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η επίδοση κλήσεως και/ή εντάλματος και/ή του κατηγορητηρίου και/ή μετάφραση αυτών και/ή η προώθηση αιτήματος για παροχή αναγκαίας αμοιβαίας δικαστικής και/ή νομικής συνδρομής στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό υπόθεση για την επίδοση και/ή αποστολή κλήσεως και/ή εντάλματος και/ή του κατηγορητηρίου και/ή πιστού αντιγράφου αυτού και/ή της πιστής μετάφρασης τους στους:
- i)Κατηγορούμενο 1 - [παρατίθεται διεύθυνση στην Ισπανία]
- ii)Κατηγορούμενο 2 - [παρατίθεται η διεύθυνση στη Ρωσική Ομοσπονδία] Β. Απόφαση και ή Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η προώθηση αιτήματος για παροχή της αναγκαίας αμοιβαίας δικαστικής και/ή νομικής συνδρομής στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο υπόθεση για την επίδοση και/ή αποστολή κλήσεως και/ή εντάλματος και/ή του κατηγορητηρίου και/ή πιστού αντιγράφου αυτού και/ή της πιστής μετάφρασης τους στον:
- i)Κατηγορούμενο 1 - δυνάμει της Σύμβασης που καταρτίστηκε από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 34 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην Ισπανία στη διεύθυνση [παρατίθεται η διεύθυνση]
- ii)Κατηγορούμενο 2 - δυνάμει της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για την παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα αστικού και ποινικού δικαίου η οποία κυρώθηκε από το Ν. 172/86, στη Ρωσική Ομοσπονδία [παρατίθεται η διεύθυνση] Γ. Απόφαση και/ή Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η έκδοση κλήσεως και/ή εντάλματος και/ή η μετάφραση αυτών με τα οποία να εξαναγκάζονται οι κατηγορούμενοι 1 και/ή 2 να παραστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Δ. Οιαδήποτε άλλη θεραπεία. Ε. Έξοδα πλέον ΦΠΑ [παρατίθεται αριθμός μητρώου]». Νομική βάση της αιτήσεως απετέλεσαν τα άρθρα 18 μέχρι και 22, 44, 45 και 46 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, τα άρθρα 1, 3, 4, 5 και 6, της Σύμβασης που καταρτίστηκε από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 34 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ένωση για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία κυρώθηκε με τον Ν.25(ΙΙΙ)/2004 και στα άρθρα 1 μέχρι και 9, 13 και 15 της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου που κυρώθηκε με το Ν. 172/1986, στο άρθρο 4 του περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμου του 2001 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εντοπίζονται στην επισυνημμένη Ένορκη Δήλωση του κ. Κωνσταντίνου Κώστα, συνεργάτη στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου της Αιτήτριας, ημερομηνίας επίσης 05/02/15. Ο ομνύων εξηγεί καταρχήν τους λόγους για τους οποίους προβαίνει ο ίδιος στην Ένορκη Δήλωση και δηλώνει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος προς τούτο. Παραθέτω κατωτέρω σε σύνοψη, το περιεχόμενο της εν λόγω Ενόρκου Δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση και χωρίς τούτο να σημαίνει ότι έχει παραγνωριστεί οτιδήποτε άλλο περιέχεται σε αυτή. · Πληροφόρηση ο ομνύων, έλαβε από τον κ. Vladimir Turovetsky, εκ Μόσχας έναν εκ των «πραγματικών δικαιούχων (beneficial owner)» της Αιτήτριας, που γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης και ο οποίος δεν μπορούσε να μεταβεί στην Κύπρο για να ορκιστεί αναφορικά με την υπό κρίση υπόθεση. · Αναφέρει ότι τα ισχυριζόμενα αδικήματα έλαβαν χώρα και στη Κύπρο από τους Κατηγορουμένους εναντίον της Παραπονούμενης η οποία είναι Κυπριακή εταιρεία. Τούτα αφορούν μεταξύ άλλων πράξεις προς σκοπό οικειοποίησης μετοχών που κατείχε η παραπονούμενη σε δύο άλλες εταιρείες, μια ρώσικη και μια κυπριακή. Στην υπόθεση εμπλέκεται και μια 4ης εταιρεία, ισπανική. Αναφορά γίνεται επίσης σε «Συμφωνία Επιλογής». · Αναφέρεται επίσης ότι, μεταξύ της ισπανικής εταιρείας που ελέγχεται από τον Κατηγορούμενο 1, και της Αιτήτριας εκκρεμεί διαιτητική διαδικασία στο London Court of International Arbitration. Με την διαδικασία ενώπιον του διαιτητικού Δικαστηρίου ο Κατηγορούμενος 1, απαιτεί τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων που καλύπτοντο από τη Συμφωνία Επιλογής που επίσης αναφέρεται στην παράγραφο 4 (ε) της Ενόρκου Δηλώσεως του. · Παρατίθενται εν συνεχεία διευθύνσεις στις οποίες μπορούν να εντοπιστούν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 · Είναι επίσης θέση του ότι η υπόθεση της Αιτήτριας έχει καλή εκ πρώτης όψεως καλές πιθανότητες επιτυχίας. Η δε έκδοση των διαταγμάτων από το Δικαστήριο ως αρμόδια Δικαστική Αρχή είναι καθόλα αναγκαία για την ορθή επίδοση των κατηγορητηρίων και των άλλων εγγράφων που απαιτούνται προς τους Κατηγορούμενους 1 και 2. Αγορεύσεις Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατήγορου κλήθηκε να αγορεύσει προς υποστήριξη του Αιτήματος και με αναφορά ειδικότερα στην εξουσία του Δικαστηρίου τούτου προς έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, ετοίμασε προς τούτο την αγόρευση του γραπτώς με παραπομπή σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις. Τέθηκαν επίσης συγκεκριμένα ζητήματα από το Δικαστήριο με αναφορά στην απόφαση του Εντίμου κ. Ναθαναήλ, Δ στην Αίτηση 38/2015 για άδεια για καταχώρηση αίτηση για έκδοση προνομιακών ενταλμάτων φύσεως certiorari και mandamus ERISKHAN KURAZOV κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 38/2015, 17/3/2015 και αναφορικά με την ενσωμάτωση της Σύμβασης που καταρτίστηκε από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 34 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ένωση, για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την ισχύ της στην Ισπανία στα οποία ο ευπάιδευτος συνήγορος και πάλιν τοποθετήθηκε μετά από έρευνα του με γραπτές εισηγήσεις. Οι θέσεις και οι εισηγήσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Κατηγόρων έχουν με προσοχή μελετηθεί για σκοπούς κατάληξης στην παρούσα. Δεν θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω λεπτομερώς στο σημείο αυτό τις θέσεις και εισηγήσεις του συνηγόρου αφού τούτες εύκολα εντοπίζονται στις αγορεύσεις του τις οποίες είχε την ευγενή προνόηση να ετοιμάσει γραπτώς. Περιορίζομαι να αναφέρω πολύ επιγραμματικά τις βασικότερες των εισηγήσεων του αμέσως κατωτέρω: Α. Αναφορικά με την εφαρμογή της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου που κυρώθηκε με το Ν. 172/1986 (από τούδε και στο εξής «ΣΥΝΘΗΚΗ»): Ψ Με παραπομπή στην πρωτόδικη απόφαση που λήφθηκε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης MD REFERRALS LTD ν. CJSC INTERTECHELECTRO κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 18800/13, 3/2/2015 απόφαση ημερομηνίας όπου γίνεται αναφορά στο άρθρο 3 και στο άρθρο 2 της Συνθήκης που κυρώθηκε με το Ν. 172/86 εισηγείται ότι αρμόδια αρχή είναι οι «Δικαστικές Αρχές». Το αυτό εισηγήθηκε και με την παραπομπή στην υπόθεση Σταύρου Μαυρόσαββα ν. Cyprus Popular Public Co Ltd κ.α., Αρ.Υπόθεσης: 18567/12, 27/2/2014, για να καταδειχθεί ότι προαπαιτείται μεσολάβηση των δικαστικών αρχών προτού ο κατήγορος απευθυνθεί στο Υπουργείο Δικαιοσύνης για σκοπούς επίδοσης των δικαστικών εγγράφων. Ας σημειωθεί ωστόσο από τώρα ότι η τελευταία υπόθεση αφορούσε στον Κυρωτικό Νόμο της Σύμβασης Νομικής Συνεργασίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας σε θέματα Αστικού, Οικογενειακού, Εμπορικού και Ποινικού Δικαίου Νόμου του 1984 (Ν. 55/84) που ουδόλως σχετίζεται με την υπό κρίση υπόθεση. Ενώ σε ό,τι αφορά την πρώτη υπόθεση που αναφέρει ο συνήγορος των Κατηγόρων σημειώνεται ότι τα πραγματικά περιστατικά σε εκείνη την υπόθεση ήταν παντελώς διαφορετικά από την παρούσα. Ψ Με αναφορά στην απόφαση ERISKHAN KURAZOV κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 38/2015, 17/3/2015 και ειδικότερα στο ακόλουθο απόσπασμα που αφορά την υπό κρίση αίτηση. «Οι πρόνοιες των ως άνω νομοθεσιών τίθενται για πρώτη φορά και μάλιστα χωρίς ιδιαίτερη επεξήγηση ή περαιτέρω σχολιασμό, στην υπό κρίση αίτηση. Κακώς όμως. Αγορεύοντας οι συνήγοροι ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου δέχθηκαν ότι δεν είχαν τεθεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου οι πρόνοιες της Συνθήκης, αλλά έπρεπε το ίδιο να ακολουθήσει την ορθόδοξη διαδικασία που καθορίζεται στη Συνθήκη. Εξηγήθηκε όμως ήδη πιο πάνω ότι οι αιτητές, όπως και οι άλλοι κατηγορούμενοι, περιγράφονται στο κατηγορητήριο ως προερχόμενοι από τη Λευκωσία και, επομένως, κατά λογική ακολουθία, ως διοικητικοί σύμβουλοι της Τράπεζας Κύπρου κατηγορουμένης 1, είχαν έδρα τους για σκοπούς των αποφάσεων της Τράπεζας Κύπρου για τις οποίες και κατηγορούνται συμφώνως του κατηγορητηρίου, τη Λευκωσία. Και, όπως επίσης αναφέρθηκε προηγουμένως, ο κ. Στεφάνου ο οποίος προώθησε ορισμένα θέματα σε σχέση και με τους παρόντες αιτητές, ουδέν ανέφερε σε σχέση με την πιο πάνω Συνθήκη και την εφαρμογή της. Δεν είναι επομένως θέματα που επιτρέπεται εκ των υστέρων να εγείρονται και μάλιστα στην προνομιακή διαδικασία ως δεικνύοντα ότι το Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του ή ενήργησε χωρίς δικαιοδοσία. Να σημειωθεί δε και το εξής: είναι πολύ αμφίβολο αν η Συνθήκη έχει καθόλου εφαρμογή στα υπό κρίση δεδομένα. Η Συνθήκη είναι διακρατική, μεταξύ της Δημοκρατίας και της τότε Ε.Σ.Σ.Δ., και συμφώνως του Άρθρου 4 αυτής, η παροχή νομικής συνδρομής μεταξύ των συμβαλλομένων μερών γίνεται μέσω της διπλωματικής οδού και από τις αρχές των μερών («the authorities of the Contracting Parties shall communicate with each other through diplomatic channels»). Περαιτέρω, με βάση το άρθρο 5, η παραγγελία νομικής συνδρομής υποβάλλεται από την «παραγγέλουσα αρχή» προς την «παραγγελόμενη αρχή». Η παρούσα υπόθεση αφορά ιδιωτική ποινική δίωξη και, επομένως, όχι τις αρχές των συμβαλλομένων μελών. (η έμφαση και η υπογράμμιση για τους σκοπούς της παρούσας) Ο κος Ιεροθέου εισηγείται ότι, το εν λόγω απόσπασμα αποτελεί obiter και όχι τη ratio της απόφασης, η χρήση των φράσεων «πολύ αμφίβολο» και υπό «κρίση δεδομένα» οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν έχει αποφασιστεί κάτι τέτοιο. Σημείωσε επίσης ότι δεν επηρεάζουν τα εκεί λεχθέντα την υπό κρίση υπόθεση, καθότι στην υπόθεση εκείνη δεν είχε εγερθεί πρωτόδικα το ζήτημα και η αναφορά γίνεται σχετικά με τα γεγονότα που αφορούσαν την υπόθεση εκείνη. Ψ Προς υποστήριξη των ισχυρισμού του παρέπεμψε επίσης στις αποφάσεις Alfred C Toepfer International GMBH ν. Broda Agro Trade (Cyprus) Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1473 και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ DALEMONT LIMITED, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ. 2/2013, 4/1/
- Ψ Θέση του ήταν επίσης ότι ακόμα και από το κείμενο της ίδιας της συνθήκης εξάγεται το συμπέρασμα ότι τούτη «εφαρμόζεται και σε ιδιωτικές διαφορές». Παραπέμπει δε σε συνδυασμένη ανάγνωση των άρθρων 1, 5, 16, 17, 20, 21 και 22 ως επίσης και στα άρθρα 23-34 της Συνθήκης, εισηγούμενος ότι τα τελευταία ρυθμίζουν θέματα «καθαρά ιδιωτικών διαφορών» Β. Αναφορικά με την εφαρμογή της Σύμβασης που καταρτίστηκε από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 34 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή 'Ένωση, για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία κυρώθηκε με τον Ν.25(ΙΙΙ)/2004 (από τούδε και στο εξής «ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΕ» ):. Ψ Παραπέμπει στο άρθρο 27 που αναφέρεται στην έναρξη της ισχύς της Σύμβασης και θέση του μετά από έρευνα στην οποία έχει προβεί στο διαδίκτυο διαφαίνεται ότι η Σύμβαση τέθηκε σε ισχύ στις 23/08/
- Προς τούτο επισυνάπτει τα ακόλουθα: · Έγγραφο το οποίο εκτύπωσε από τη σελ. EUR-Lex με τίτλο Αμοιβαία δικαστική Συνδρομή επί Ποινικών Υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών, στου οποίου τη 2η σελίδα αναφέρεται ότι η Σύμβαση τέθηκε σε ισχύ την 23/08/2005 («Παράρτημα Α») · ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 8ης Νοεμβρίου 2007 σχετικά με την προσχώρηση της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας στη σύμβαση, η οποία καταρτίστηκε από το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 34 της συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. («Παράρτημα Β») · Σύσταση για απόφαση του Συμβουλίου για την προσχώρηση της Κροατίας στη Σύμβαση της 29ης Μαΐου 2000, που καταρτίστηκε από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 34 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο πρωτόκολλό της 16ης Οκτωβρίου
- («Παράρτημα Γ») · Στο «Convention established by the Council in accordance with Article 34 of the Treaty on European Union the Convention on Mutual Assistance in Criminal Matters between the Member States of the European Union με το οποίο ενσωματώθηκε στην αγγλική έννομη τάξη η Σύμβαση» Με ιδιαίτερη αναφορά στη σελ. 22 του εν λόγω παραρτήματος όπου σύμφωνα με το συνήγορο παρατίθεται πίνακας με τις ημερομηνίες που τέθηκε σε ισχύ για την κάθε χώρα η σύμβαση μεταξύ αυτών και η Ισπανία. («Παράρτημα Δ») · Σε σχετική ιστοσελίδα της Ολλανδικής κυβέρνησης σε σχέση με τη σύμβαση όπου παρατίθεται σχετικό πίνακας επικύρωσης (ratification) και έναρξης ισχύος (entry into force) της Σύμβαση από την κάθε χώρα μέλος Για να καταδείξει ακριβώς ότι η σύμβαση έχει τεθεί σε ισχύ και εφαρμόζεται στην Ισπανία. Νομική Πτυχή και Εφαρμογή στην Υπό κρίση Υπόθεση: Το Άρθρο 30 του Συντάγματος διασφαλίζει το δικαίωμα εκάστου προσώπου να πληροφορηθεί τους λόγους, για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του δικαστηρίου ενώ το Άρθρο 12 στην παράγραφο 5 αυτού κατοχυρώνει τα ελάχιστα δικαιώματα του κατηγορούμενου για αδίκημα μεταξύ αυτών και το δικαίωμα του κατηγορουμένου να πληροφορηθεί σε καταληπτή υπ' αυτού γλώσσα αμέσως και λεπτομερώς την φύση και τους λόγους της εις αυτόν αποδιδομένης κατηγορίας. Συνδυασμένη ανάγνωση των άρθρων 45 και 46 του Κεφ.155, οδηγεί αναπόδραστα στην κατάληξη ότι, κάθε κλήση που εκδίδεται από Δικαστή πρέπει να εκδίδεται κατά τον καθορισμένο τύπο και να υπογράφεται από Δικαστή ή λειτουργό Δικαστηρίου από το οποίο εκδίδεται. Θα πρέπει δε να απευθύνεται προς τον κατηγορούμενο ζητώντας από αυτόν να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου σε χρόνο και τόπο που αναφέρεται σε αυτή. Δύναται δε να επιδοθεί οπουδήποτε στη Δημοκρατία σύμφωνα με το άρθρο 46 του Κεφ.
- Ειδικότερα θέματα ανακύπτουν όταν καθίσταται αναγκαία επίδοση Κατηγορητηρίου σε πρόσωπο εκτός της Δημοκρατίας, οπόταν και ανακύπτει ενδεχόμενη ενεργοποίηση διακρατικών συμφωνιών. Στην υπό κρίση υπόθεση μας απασχολούν ειδικότερα δύο εργαλεία του Διεθνούς Δικαίου τα οποία η Βουλή έχει ενσωματώσει στο ημεδαπό δίκαιο διά Νόμου: Α. Η Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου» (από τούδε και στο εξής «Συνθήκη») που κυρώθηκε με το Ν. 172/1986[1]. και Β. Η Σύμβαση για Αμοιβαία Δικαστική Συνδρομή επί Ποινικών Υποθέσεων 2000/C 197 της 29/05/2000,(από τούδε και στο εξής η «Σύμβαση») η οποία κυρώθηκε με τον Ν.25(ΙΙΙ)/2004 Α. Η Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου» (από τούδε και στο εξής «Συνθήκη») που κυρώθηκε με το Ν. 172/
- Το άρθρο 2 της Συνθήκης διαλαμβάνει καταρχήν ότι, οι δικαστικές αρχές των συμβαλλομένων μερών παρέχουν αμοιβαία νομική συνδρομή σε αστικές και ποινικές υποθέσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης.[2] Δυνάμει του άρθρου 3 της Συνθήκης υπό τον τίτλο «Extent of Legal Assistance - Έκταση Νομικής Συνδρομής» η νομική αρωγή περιλαμβάνει συνδρομή σε θέματα τόσο αστικού όσο και ποινικού δικαίου και ειδικότερα: «αποστολή και επίδοση εγγράφων, την παροχή πληροφοριών για το ισχύον δίκαιο και τη δικαστική πρακτική, τη διενέργεια ειδικών διαδικαστικών πράξεων που προβλέπονται από το δίκαιο του παραγγελλόμενου Συμβαλλόμενου Μέρους και ιδιαίτερα, τη λήψη μαρτυρίας διαδίκων, κατηγορουμένων, εναγομένων, μαρτύρων και πραγματογνωμόνων, καθώς και την αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων σε αστικές υποθέσεις, την έναρξη ποινικών διώξεων και την έκδοση παραβατών. « Το άρθρο 4 της Συνθήκης καθορίζοντας τον τρόπο επικοινωνίας («Mode of Communication») προνοεί ότι για την παροχή νομικής αρωγής οι Αρχές των συμβαλλομένων χωρών θα επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω της διπλωματικής οδού[3]. «Άρθρο 4 Τρόπος Επικοινωνίας Για την παροχή νομικής συνδρομής οι αρχές των Συμβαλλόμενων Μερών θα επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω της διπλωματικής οδού.» Σύμφωνα με το άρθρο 5 η Παραγγελία Νομικής Συνδρομής πρέπει να υποβάλλεται γραπτώς και να περιέχει τα ακόλουθα: «
(1)το όνομα της παραγγέλλουσας αρχής
(2)το όνομα της παραγγελλόμενης αρχής·
(3)το σαφή προσδιορισμό της υπόθεσης για την οποία ζητείται η νομική συνδρομή και το περιεχόμενο της παραγγελίας·
(4)ονοματεπώνυμα των προσώπων στα οποία αφορά η παραγγελία, την ιθαγένεια, το επάγγελμα και τη μόνιμη ή προσωρινή διαμονή αυτών
(5)ονοματεπώνυμα και διευθύνσεις των νομικών εκπροσώπων των προσώπων που αναφέρονται στην υποπαράγραφο
(4)της παραγράφου αυτής·
(6)αν είναι αναγκαίο, τα γεγονότα που πρέπει να διευκρινισθούν, καθώς και τον κατάλογο των ζητούμενων εγγράφων και κάθε άλλης μαρτυρίας
(7)στα θέματα ποινικού δικαίου, επιπρόσθετα με τα πιο πάνω και πληροφορίες για το αδίκημα και το νομικό καθορισμό του. 2.; Η παραγγελία νομικής συνδρομής θα υπογράφεται από το αρμόδιο πρόσωπο και θα σφραγίζεται.» Εξετάζοντας για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, τις πρόνοιες της Συνθήκης που κατοχυρώθηκε με το Ν.172/1986, δεν εντοπίζω σε αυτή να παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να ζητήσει το ίδιο, την επίδοση κατηγορητηρίου στην αλλοδαπή. Δεν εντοπίζω επίσης οιαδήποτε εξουσία να εκδώσει διάταγμα ή και να δώσει οδηγίες για επίδοση του κατηγορητηρίου εκτός δικαιοδοσίας παρακάμπτοντας τη «διπλωματική οδό» και τις όποιες διευθετήσεις έχουν γίνει μεταξύ των αρμόδιων αρχών. Δεν θεωρώ επίσης έχοντας κατά νου τις βασικές αρχές του κυπριακού δικαιικού συστήματος στα πλαίσια των ποινικών διαδικασιών, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει ή και μπορεί να υπεισέρθει και να καταστήσει εαυτό, «παραγγέλουσα αρχή» για σκοπούς επίδοσης κατηγορητηρίου προωθώντας το ίδιο τα στοιχεία που απαιτούνται να αποσταλούν σύμφωνα με το άρθρο 5 της Συνθήκης. Παντελώς διάφορα είναι τα πράγματα σε ότι αφορά αστικής φύσης διαφορές, εξ ου και οι σχετικές αποφάσεις στις οποίες έγινε αναφορά από τον ευπαίδευτο συνήγορο της Κατηγόρου. (βλ. επίσης άρθρο 27 και άρθρο 28 παρα 2 όπου ρητώς και σαφώς η Συνθήκη προνοεί πότε ιδιώτης μπορεί να επικαλεστεί την συμφωνία και να ζητήσει θεραπεία από τα Δικαστήρια). Η πιο κατάληξη μου ενισχύεται θεωρώ και με αντίστοιχο συσχετισμό των διατάξεων του N. 23(I)/2001, στο οποίο γίνεται εκτενέστερα αναφορά κατωτέρω. Β. Η Σύμβαση για Αμοιβαία Δικαστική Συνδρομή επί Ποινικών Υποθέσεων 2000/C 197 της 29/05/2000,(από τούδε και στο εξής η «Σύμβαση») η οποία κυρώθηκε με τον περί της Σύμβασης καταρτιζόμενης από το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 34 της Συν θήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, για την Αμοιβαία Δικαστική Συνδρομή επί Ποινικών Υποθέσεων μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Πρωτοκόλλου της (Κυρωτικός) Νόμος του 2004 Ν.25(ΙΙΙ)/2004 Η Σύμβαση υπεγράφη από όλες τις χώρες μελή της Ευρωπαϊκή Ένωσης, ως και το προοίμιο αυτής αναφέρει, της Ισπανίας περιλαμβανομένης. Διαφορετικό είναι ωστόσο το ζήτημα έναρξης ισχύς της σύμβασης και της επικύρωσης, αποδοχής ή έγκρισης στο εσωτερικό δίκαιο της Ισπανίας. Ο σκοπός της ως εντοπίζεται στο προοίμιο αυτής είναι η βελτίωση της δικαστικής συνεργασίας επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ένωσης, χωρίς να θίγονται οι κανόνες για την προστασία της ατομικής ελευθερίας, με την συμπλήρωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Αμοιβαίας Δικαστικής Συνδρομής επί Ποινικών Υποθέσεων της 20ής Απριλίου 1959 και των άλλων συβάσεων που ισχύουν στο τομέα αυτόν. Βάση της απετέλεσε μεταξύ άλλων, το κοινό συμφέρον των κρατών μελών να εξασφαλίσουν ότι η αμοιβαία δικαστική συνδρομή μεταξύ τους θα παρέχεται γρήγορα και αποτελεσματικά κατά τρόπο σύμφωνο με τις θεμελιώδεις αρχές του εθνικού τους δικαίου και σύμφωνα με τα ατομικά δικαιώματα και τις αρχές της Σύμβασης της Ρώμης. O Νόμος και η Σύμβαση αυτή θα πρέπει να διαβάζονται σε συνδυασμό με την ίδια τη Σύμβαση του 1959, με το Πρόσθετο Πρωτόκολλο ως επίσης και με το 2ο Πρόσθετο Πρωτόκολλο στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για αμοιβαία αρωγή σε ποινικά θέματα[4], τουλάχιστον. Παρά τα Παραρτήματα που επισυνάπτονται στην αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Αιτήτριας καμιά μαρτυρία δεν έχει προσκομιστεί αναφορικά με την εφαρμογή της υπό αναφορά σύμβασης στην Ισπανία και με ποια μορφή έχει τούτη σήμερα μετά και την υπογραφή και του 2ου πρόσθετου Πρωτοκόλλου. Κατά συνέπεια δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία για την εφαρμογή της σύμβασης επί του θέματος της επίδοσης κατηγορητηρίου στην Ισπανία. Σημειώνεται ότι το αλλοδαπό δίκαιο αποδεικνύεται ως γεγονός και η υπό κρίση σύμβαση δεν εμπίπτει στις πηγές δικαίου που έχουν άμεση εφαρμογή στα κράτη μέλη (τελεί υπό αίρεση βλ. άρθρο 27 της Σύμβασης) αλλά υπόκεινται σε έγκριση σύμφωνα με την εσωτερική δικαιική τάξη των. Δυνάμει του άρθρου 4 του Δεύτερου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση του 2012 το οποίο έχει κυρωθεί με το Ν. 5(ΙΙΙ)/2012 Το άρθρο 15 της Σύμβασης του 1959, αντικαθίσταται από τις ακόλουθες διατάξεις: «1. Αιτήσεις για αμοιβαία αρωγή, όπως επίσης και για αυτόματες πληροφορίες, θα απευθύνονται γραπτώς από το Υπουργείο Δικαιοσύνης του αιτούντος Μέρους προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης του Μέρους προς το οποίο υποβάλλεται η αίτηση και θα επιστρέφονται μέσω των ίδιων οδών. Εντούτοις, δύνανται να προωθούνται άμεσα από τις δικαστικές αρχές του αιτούντος Μέρους προς τις δικαστικές αρχές του Μέρους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση και να επιστρέφονται μέσω των ιδίων οδών.» Δεν έχει γίνει επίκληση της πιο πάνω διάταξης για σκοπούς προώθησης του αιτήματος κατά συνέπεια δεν θεωρώ ορθό να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως η εφαρμογή της. Παρατίθεται μόνο για να καταδειχθεί η κατάργηση διά της αντικατάστασης προηγούμενων διατάξεων που αφορούν στον τρόπο επίδοσης για να καταδειχθεί εν τέλει ότι δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής. Γ. Ο περί Διεθνούς Συνεργασίας σε Ποινικά Θέματα Νόμος του 2001 (N. 23(I)/2001) Καθόλα σχετικός με τους αμέσως ανωτέρω αναφερθέντες Νόμους είναι ο N. 23(I)/2001, ως τούτος έχει τροποποιηθεί με τους Νόμους 177
(1)/2012 και Ν.171(Ι)/2014 επίκληση του οποίου γίνεται και από την Αιτήτρια. Ο N. 23(I)/2001, έχει ψηφιστεί ως προκύπτει από την συνοδευτική έκθεση, για διευκόλυνση κατά κύριο λόγο, της εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για Αμοιβαία Συνδρομή σε Ποινικά Θέµατα, αλλά και για διευκόλυνση της εφαρμογής άλλων διµερών Συµβάσεων. Το αυτό προκύπτει και από το γράμμα του Νόμου όπου στο άρθρο 15 υπό τον τίτλο πεδίο εφαρμογής εντοπίζονται τα ακόλουθα: «15.-
(1)Οι διατάξεις του Νόμου αυτού εφαρμόζονται σε ότι αφορά αιτήματα από ή προς- (α) όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, (β) . (γ) όλες τις χώρες με τις οποίες η Δημοκρατία έχει συνάψει διμερή Σύμβαση ή δεσμεύεται από πολυμερή Διεθνή Σύμβαση για συνεργασία σε θέματα ποινικής δικαιοσύνης, Ρητά στο Νόμο αυτό και ειδικότερα στο άρθρο 4 προβλέπεται η διαδικασία επίδοσης σε ξένη χώρα «εγγράφων διαδικασίας» της Δημοκρατίας και ειδικότερα προνοεί και για έγγραφα κλήσης του κατηγορουμένου. Το άρθρο 4 του Νόμου προνοεί: «4.-
(1)Σύμφωνα με διευθετήσεις που έχουν γίνει από αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας δύναται να επιδοθεί σε πρόσωπο που βρίσκεται σε ξένη χώρα- (α) Κλητήριο κατηγορουμένου, (β) ., για εμφάνιση του ενώπιον Δικαστηρίου της Δημοκρατίας.» Στην έννοια του όρου «Διαδικασία» σύμφωνα με το ερμηνευτικό του Νόμου αυτού άρθρου 2 εμπίπτει η «ποινική διαδικασία» όπως ο όρος αυτός ερμηνεύεται στον περί Ποινικής ∆ικονοµίας Νόµο, Κεφ. 155. Στο άρθρο 2 του Κεφ. 155 στην έννοια «ποινική διαδικασία» προσδίδεται η ακόλουθη ερμηνεία: "ποινική διαδικασία" και συναφείς εκφράσεις σημαίνουν οποιαδήποτε διαδικασία που εγείρεται ενώπιον Δικαστηρίου εναντίον οποιουδήποτε προσώπου προς τιμωρία του για ποινικό αδίκημα που διαπράχθηκε κατά παράβαση οποιουδήποτε νομοθετήματος∙ Ανατρέχοντας στο άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου για σκοπούς προσδιορισμού της αρμόδιας αρχής τούτη φαίνεται να είναι: «αρµόδια αρχή της ∆ηµοκρατίας" σηµαίνει τον Υπουργό ∆ικαιοσύνης και ∆ηµοσίας Τάξεως» Ως προκύπτει ακόμα και από αυτό το Κεφ. 155, το Δικαστήριο μετά την παραχώρηση άδειας για καταχώρηση του Κατηγορητηρίου, δεν αναμιγνύεται στα θέματα της επίδοσης πλην όπου ο Νόμος ρητά του επιτρέπει να πράξει τοιουτοτρόπως (άλλωστε στο τέλος της μέρας το Δικαστήριο θα πρέπει να ελέγξει ότι έχει το κατηγορητήριο έχει επιδοθεί δεόντως). Το Κεφ. 155 παρέχει την δυνατότητα στον Κατήγορο δυνάμει των προνοιών του άρθρου 46(1Α) με προφορικό αίτημα στην κατάλληλη περίπτωση, να ζητήσει από το Δικαστήριο την έκδοση διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης του κατηγορητηρίου. Πέραν τούτου όμως, καμιά άλλη ευχέρεια δεν παρέχεται. (Ας σημειωθεί στο σημείο αυτό και προς ενίσχυση της πιο πάνω αντίληψης ότι, δυνάμει του άρθρου 37 του Κεφ. 155 η ποινική δίωξη προσώπου αρχίζει με την απαγγελία του κατηγορητηρίου εναντίον του προσώπου αυτού, ενώπιον του Δικαστηρίου.) Ανατρέχοντας στο N. 23(I)/2001, δεν εντοπίζω κάτι αντίστοιχο ήτοι οτιδήποτε που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να αναμιχθεί στα θέματα επίδοσης. Η πρόθεση του Νομοθέτη εκλαμβάνω είναι να αφήσει το ζήτημα αυτό να τύχει χειρισμού από αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας σύμφωνα με διευθετήσεις που έχουν γίνει με τις αρμόδιες αρχές της χώρας από την οποία ζητείται να γίνει η επίδοση. Έντονη είναι εντύπωση που αφήνεται ότι, τέτοιου είδους ζητήματα ο Νομοθέτης επιδιώκει να τύχουν χειρισμού διά της διπλωματικής οδού. Το εν λόγω Νομοθέτημα άλλωστε δημιουργήθηκε για την καλύτερη εφαρμογή των διεθνών συνθηκών που η Δημοκρατία υπέγραψε αναφορικά με ποινικές διαδικασίες. Αναφερόμαστε σε Συνθήκες και όχι λ.χ. σε Κανονισμό του Συμβουλίου της ΕΕ όπου ο Ευρωπαίος Νομοθέτης ρητά καθορίζει κατά τρόπο δεσμευτικό προς τα κράτη μέλη τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται και τις υποχρεώσεις των κρατών μελών (βλ. π.χ Regulation (EC) No 1393/2007). Παντελώς διάφορος είναι ο σκοπός και η φύση της ποινικής διαδικασίας από την οιαδήποτε αστική διαδικασία και εντελώς διαφορετική είναι η επέμβαση στα ατομικά δικαιώματα και τις συνταγματικές ελευθερίες του Κατηγορουμένου. Ό,τι επίσης εντοπίζεται στο N. 23(I)/2001και ενισχύει την πιο πάνω θέση είναι, η ρητή αναφορά που κάνει ο Νόμος στα άρθρα 5, 9 και 12 όπου σαφώς αναφέρεται και προσδιορίζεται πότε το Δικαστήριο λαμβάνει μέρος σε διαδικασίες που αποτελούν απόρροια δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που δημιουργούν οι συνθήκες στα συμβαλλόμενα κράτη. Λαμβάνοντας ως παράδειγμα το άρθρο 5 του πιο πάνω νόμου, το οποίο υπό τον τίτλο «Μαρτυρία από ξένη χώρα για χρήση στη Δημοκρατία όταν εκκρεμεί διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου» υπαγορεύει ότι: 5.-
(1)Το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί διαδικασία δύναται, ύστερα από αίτηση ή με δική του πρωτοβουλία, να εκδώσει έγγραφο αίτημα (letter of request) με το οποίο να ζητείται συνδρομή ξένης χώρας για να εξασφαλιστεί εκτός της Δημοκρατίας η μαρτυρία που περιγράφεται στο αίτημα. παρατηρώ ότι στο άρθρο 5 της Συνθήκης, υπάρχει ρητή αναφορά στην εξουσία του Δικαστηρίου είτε με δική του πρωτοβουλία είτε κατόπιν αιτήματος να εκδώσει έγγραφο αίτημα για λήψη μαρτυρίας. Δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε αντίστοιχο που να αφορά σε αίτημα για επίδοση του κατηγορητηρίου για έκδοση αιτήματος από το ίδιο το Δικαστήριο για συνδρομή του συμβαλλόμενου κράτους για σκοπούς επίδοσης κατηγορητηρίου. Ούτε θεωρώ πως το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει διάταγμα που να διατάζει ή να δώσει οδηγίες τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης, ως αρμόδια αρχή να υποβάλει αίτημα για επίδοση του Κατηγορητηρίου. Ενώ αν ήθελε γίνει δεκτό ότι το Δικαστήριο αντλεί δικαιοδοσία δυνάμει των προνοιών του άρθρου 4 του Πρωτοκόλλου, επίκληση του οποίου δεν έχει γίνει, αμφίβολο είναι κατά πόσο υπό τις περιστάσεις τις υπό κρίση υπόθεσης θα ασκούσε το Δικαστήριο τη διακριτική του ευχέρεια («Εντούτοις, δύνανται») υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Τούτο όμως δεν εξετάζεται και δεν αποφασίζεται με την παρούσα αφού δεν έχει γίνει σχετική επίκληση. Κατάληξη: Ως χαρακτηριστικά επισημαίνεται και στην απόφαση στην υπόθεση Alfred C Toepfer International GMBH ν. Broda Agro Trade (Cyprus) Ltd,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1473 στην οποία με παρέπεμψε και ο ευπάιδευτος συνήγορος της Αιτήτριας, η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου περιορίζεται εντός της περιοχής της επικράτειας και σε υπηκόους της Δημοκρατίας εκτός αυτής. Το Δικαστήριο αναλαμβάνει δικαιοδοσία σε πρόσωπα που βρίσκονται εκτός του κράτους και δεν έχουν την ιθαγένειά του με πολλή φειδώ και περίσκεψη, ύστερα από άσκηση διακριτικής ευχέρειας βάσει ορισμένων κανόνων (βλ .επίσης Δημητρίου ν. Dolphin Shipping Ltd and another
(1990)1 Α.Α.Δ. 351). Ενόψει των όσων αναφέρονται στο αμέσως ανωτέρω αναφερθέν κεφάλαιο, καταλήγω ότι δεν παρέχεται εξουσία στο δικαστήριο τούτο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα κατά τρόπον ώστε το δικαστήριο να μην κέκτηται δικαιοδοσίας προς τούτο. Ό,τι άλλο κρίνω ότι πρέπει να αναφερθεί για σκοπούς κατάληξης είναι ότι, η ερμηνεία των διεθνών συμβάσεων πρέπει να αναζητείται στη πρόθεση των συμβαλλομένων μερών (βλ. Αναφορικά με την αίτηση Habeas Corpus του Vladimir Petrov
(1996)1Β Α.Α.Δ 856 στην οποία γίνεται επίσης αναφορά στην Athanasiadis v. The Government of Greece [1969] 3All E.R. 293). Με βάση την πιο πάνω ανάλυση καταλήγω ότι τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα ήταν εκτός της προθέσεως των συμβαλλομένων χωρών σε ό,τι αφορά τα ιδιαιτέρα χαρακτηριστικά της υπό κρίση ιδιωτικής, ως επικράτησε ο όρος, ποινικής υπόθεσης. Κατά συνέπεια και ενόψει όλων των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι, η υπό κρίση αίτηση δεν αποκαλύπτει το νομικό εκείνο υπόβαθρο επί του οποίου θα μπορούσε να στηριχθεί η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ενόψει όλων των όσων αναφέρονται ανωτέρω και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω κρίνω ότι, τα αιτούμενα διατάγματα δεν μπορούν να εγκριθούν και συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται. (Υπ)................................ Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. επίσης Ν. 34(ΙΠ)/2001 Ο περί του Πρωτοκόλλου μεταξύ της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και τηςΚυβέρνησης της Ρωσικής Ομοσπονδίας για το Ευρετήριο των Διμερών Συμφωνιών(Κυρωτικός) Νόμος του 2001 [2] «1. The judicial authorities of the Contracting Parties shall provide each other with legal assistance in civil and criminal matters in accordance with the provisions of this Treaty.» [3] Article 4 - «Mode of Communication- «In providing legal assistance the authorities of the Contracting Parties shall communicate with each other through diplomatic channels.» [4] Ως έχει κυρωθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία με τον Περί του Δεύτερου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση του 2012 Ν. 5(ΙΙΙ)/2012 και ως τούτος έχει τροποποιηθεί με το Ν. 19(ΙΙΙ)/14 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο