← Κύπρος

G.S.PLAS - TECH LTD ν. M.PASANTAS U.P.V.C. (CYPRUS) LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης:42794/11, 8/6/2015

G.S.PLAS - TECH LTD ν. M.PASANTAS U.P.V.C. (CYPRUS) LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης:42794/11, 8/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B77 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:42794/11 G.S.PLAS - TECH LTD Εναντίον 1. M.PASANTAS U.P.V.C. (CYPRUS) LTD 2. ΜΑΡΙΟΣ ΠΑΣΑΝΤΑΣ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 08 Ιουνίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Κατήγορο: κ. Χ. Γαβριηλίδης Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κος Δημητρίου Κατηγορούμενος 2:παρών ΑΠΟΦΑΣΗ (δυνάμει του άρθρου 74

(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Δυνάμει του κατηγορητηρίου της υπό τον ως αριθμό υπόθεσης, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν τέσσερις συνολικά κατηγορίες, δύο έκαστος, για ισχυριζόμενες παραβάσεις των προνοιών των άρθρων 305Α
(1), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Οι κατηγορίες με περιττό αριθμό αφορούν την 1η Κατηγορουμένη, ενώ οι υπόλοιπες τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος κατηγορείται ως διευθυντής ή και ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Δυνάμει των λεπτομερειών του τροποποιηθέντος την 20/02/15 κατηγορητηρίου, η 1η Κατηγορούμενη, «περί την 05-05-11 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου, εξέδωσε προς την G.S. PlAS TECH LTD, εκ Λάρνακας την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 96643753 ημερομηνίας 25/05/11 για το ποσό των €6.600.- η οποία δεν ετιμήθη λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και αυτή παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως της». Η 3η κατηγορία που έχει επακριβώς το ίδιο λεκτικό, αναφέρεται σε επιταγή με αριθμό 96643762 ημερομηνίας 03/06/11 για το ποσό των €3.420.- που εξεδόθη επίσης στην Πάφο, περί την 12/05/
  2. Με τις κατηγορίες 2 και 4 στον Κατηγορούμενο 2, προσάπτεται η κατηγορία ότι, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής ή και ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο της κατηγορουμένης 1 στις αντίστοιχες ημερομηνίες που αναφέρονται ανωτέρω εξέδωσε και/ή παρείχε συνδρομή στην έκδοση των πιο πάνω επιταγών. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης των Παραπονουμένων, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτοις όψεως υπόθεση εναντίον των εντολέων του. Οι εισηγήσεις του εντοπίζονται στην αγόρευση του που είχε την ευγενή προνόηση να ετοιμάσει γραπτώς με επιμέλεια και την οποία υιοθέτησε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Αντίθετος με τις εισηγήσεις του συνηγόρου των κατηγορουμένων, ήταν ο συνήγορος της παραπονουμένης εταιρείας ο οποίος με ικανότητα ανέπτυξε τις θέσεις επί του σημείου, στην αγόρευση του που επίσης είχε την ευγενή καλοσύνη να ετοιμάσει γραπτώς, εισηγούμενος ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει τους κατηγορούμενους σε απολογία. Δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω αυτούσιες και στο σύνολο τους τις θέσεις και εισηγήσεις των συνηγόρων. Επιγραμματικά μόνο παραθέτω αυτές σε κατοπινό σημείο για σκοπούς κατανόησης της συλλογιστικής της παρούσας. ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Παραθέτω σε σύνοψη τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά της Κατηγόρου προς απόδειξη της υπόθεσης της. Εμφαντικά σημειώνεται τόσο για το κεφάλαιο αυτό όσο και για όλα τα σημεία που υπάρχει αναφορά σε μαρτυρία ότι η παράθεση γίνεται αποκλειστικά για σκοπούς κατάληξης στην παρούσα και όχι ως προϊόν αξιολόγησης αυτής και αποδοχής της ως βάση για εξαγωγή ευρημάτων. Ό,τι παντελώς αυστηρά εξετάζεται και μόνο είναι η ύπαρξη μαρτυρίας κατά τρόπο ώστε εκ πρώτης όψεως και μόνο να έχουν σκιαγραφήθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Γρηγόρης Γρηγορίου, (ΜΚ1): Ως πρώτος μάρτυρας κατηγορίας, κλήθηκε ο Γρηγόρης Γρηγορίου, (ΜΚ1). Ο μάρτυρας ετοίμασε γραπτή δήλωση την οποία και υιοθέτησε κατά τη διαδικασία (Τεκμήριο Α). Παραθέτω σε σύνοψη τα όσα καταγράφονται σε αυτή. Ανέφερε ότι είναι διευθυντής της παραπονούμενης εταιρείας, η οποία ασχολείται με την κατασκευή, πώληση και τοποθέτηση κουφωμάτων από υλικό PVC, χονδρικώς και λιανικώς. Διατηρούν εργοστάσιο στην βιομηχανική περιοχή Φρενάρου και κατάστημα στη Λάρνακα. Η κατηγορούμενη εταιρεία έχει ως αριθμό εγγραφής ΗΕ273069, ιδρύθηκε στις 06/09/2010 και διευθυντής αυτής είναι ο Κατηγορούμενος 2 (Τεκμήριο 1). Το γνωρίζει διότι κατά τη συνεργασία τους του είχε συστηθεί υπό αυτή του την ιδιότητα ενώ τα σχετικά στοιχεία προκύπτουν και από την έρευνα του στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών,. Περί τις 5/4/11 ο κατηγορούμενος 2 επικοινώνησε τηλεφωνικώς και συμφώνησε την αγορά κουφωμάτων σε χονδρικές τιμές, τα οποία θα τοποθετούσε ο κατηγορούμενος
  3. Στις 27/04/11, έστειλε με φαξ την παραγγελία η οποία ετοιμάστηκε για να σταλεί στις 05/05/11 οπόταν και ανοίχθηκε και «λογαριασμός πελάτη» (Τεκμήριο 2). Ο Κατηγορούμενος 2, στις 05/05/11 με δικό του όχημα πήγε στο εργοστάσιο στο Φρέναρος, του εκδόθηκε σχετικό τιμολόγιο με αριθμό 10156 (Τεκμήριο 3) ύψους €10.107 και εξέδωσε την ίδια μέρα ήτοι στις 05/05/11 2 επιταγές επί της Τράπεζας Κύπρου με αριθμούς 96643752 και 96643753 (Τεκμήριο 9). Η πρώτη αφορούσε το ποσό των €3.500 και είχε ως ημερομηνία πληρωμής την 09/05/2011 και η 2η ποσό ύψους €6.600 με ημερομηνία πληρωμής 25/05/
  4. Του δόθηκε η απόδειξη με αριθμό 10121 (Τεκμήριο 4), την επόμενη μέρα του εστάλησαν τα εμπορεύματα στην Πάφο και χρεώθηκε με επιπλέον €130.- για τα μεταφορικά. Στις 04/05/11 και στις 10/05/11, ο 2ος κατηγορούμενος έκανε δύο άλλες παραγγελίες. Την 12/05/11 επισκέφθηκε τα γραφεία της εταιρείας στο Φρέναρος οπόταν και παραδόθηκε τιμολόγιο με αριθμό 10159 (Τεκμήριο 5) για το ποσό των €5.920,55 έναντι του οποίου ο Κατηγορούμενος εξέδωσε δύο επιταγές. Την επιταγή με αριθμό 96643761 για το πόσο των €2.500 με ημερομηνία πληρωμής την 18/05/11 και η δεύτερη με αριθμό 96643762 (Τεκμήριο 10) για το ποσό των €3.420.- με ημερομηνία πληρωμής την 03/06/
  5. Σχετικά εξεδόθη η απόδειξη με αριθμό 10127 (Τεκμήριο 6). Τα εμπορεύματα του παραδόθηκαν την επόμενη μέρα στη Πάφο και εχρεώθηκε επιπλέον €
  6. Στις 18/05/11 ο κατηγορούμενος μετέφερε στο εργοστάσιο της παραπονούμενης εταιρείας ένα κούφωμα για επιδιόρθωσης και αγόρασε υλικά αξίας 63,
  7. Σχετικά είναι τα τιμολόγια 10163 και 10172 Τεκμήρια 7 και 8 αντίστοιχα. Ως φαίνεται από την κατάσταση λογαριασμού, τόσο η επιταγή υπ 'αριθμό 96643753 όσο και η επιταγή υπ' αριθμό
  8. Οι επιταγές επεστράφησαν με την ένδειξη ανεπαρκή υπόλοιπα να παρουσιαστούν ξανά. Η επιταγή 96643752 για το ποσό των €3.500 που αφορούσε στο πρώτο τιμολόγιο τιμήθηκε. Μετά την εξέλιξη αυτή επικοινώνησαν με τον Κατηγορούμενο 2 και τον ενημέρωσαν. Ο τελευταίος τους υποσχέθηκε ότι θα διευθετήσει το υπόλοιπο το οποίο ανερχόταν στις €12.673,
  9. Στις 14/07/11, ο Κατηγορούμενος 2 επισκέφτηκε εκ νέου τα γραφεία της εταιρείας και εξέδωσε νέα επιταγή με αριθμό 96643767 για εξόφληση τα επιταγής 96643761 για το ποσό των €2.500.- η τελευταία επιταγή του επεστράφη ενώ η 96643767 τιμήθηκε παραμένοντας έτσι υπόλοιπο το ποσό των €10.173,
  10. Στις 21/07/11 επισκέφτηκε εκ νέου τα γραφεία της εταιρείας ο Κατηγορούμενος 2 και έδωσε μετρητά ύψους 1.500.-έναντι της επιταγής με αριθμό 96643762 που αφορά στις κατηγορίες 3 και 4, διαμορφώνοντας το τελικό υπόλοιπο σε €8.673,
  11. Κάποια στιγμή ο Κατηγορούμενος 2 τους ανέφερε να επανακαταθέσουν την επιταγή με αριθμό 96643762 (Τεκμ. 9). Όταν το έπραξαν στις 29/07/11 η επιταγή ξαναεπεστράφη απλήρωτη την 05/09/11 με την ένδειξη ο «Λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ». Κινήθηκε σχετικά η αγωγή υπ' αριθμό 1209/11 στην οποία εξεδόθη απόφαση. Σχετικως ο μάρτυρας κατέθεσε επιστολή ημερομηνίας 28/09/11(Τεκμήριο 11), ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο της Αγωγής Αρ. 1209/11 (Τεκμήριο 12) και η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/12/11 (Τεκμήριο 13) και ειδοποίηση μη εκτέλεσης εντάλματος κινητής περιουσίας ημερομηνίας 08/03/
  12. Ο 2ος κατηγορούμενος ήταν ο μόνος που χειριζόταν τα θέματα της κατηγορουμένης 1 εταιρείας και κυρίως τις πληρωμές και ήταν ο μόνος που γνώριζε ή και μπορούσε να γνωρίζει εάν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα ή όχι. Κατά την αντεξέταση ανέφερε μεταξύ άλλων ότι τον Κατηγορούμενο τον γνωρίζει εδώ και πολλά χρόνια, πριν ακόμα συνεργαστούν. Κατά τη συνεργασία μίλησε και ο ίδιος μαζί του αλλά τη συμφωνία την έκαμε με την Άντρη, υπάλληλο της παραπονούμενης εταιρείας και κόρη του ως ανέφερε. Κατατέθηκαν δε ως Τεκμήρια ακόμη δύο έγγραφα το Τεκμήριο 15 και το Τεκμήριο 16 τα οποία έχουν τη μορφή τηλεομοιοτυπίας και ειδικότερα αποστολής του Τεκμ. 3 και του Τεκμ. 6 με τηλεομοιότυπο από αριθμό φαξ τον οποίο ο ΜΚ1 αναγνώρισε ως το τηλεομοιότυπο της παραπονούμενης εταιρείας. Ο συνήγορος αμφισβήτησε την αλήθεια των όσων ανέφερε ο μάρτυρας ότι ο κατηγορούμενος 2 επισκέφτηκε τα γραφεία της παραπονούμενης εταιρείας. Ενώ επίσης υπέβαλε τη θέση ότι η πληρωμή των €1.500 έγινε μέσω τράπεζας. Ο ΜΚ1 απάντησε ότι μπορεί να είναι και έτσι. Στην ερώτηση του συνηγόρου του κατηγορουμένου αν σε πλήρωνε ο Κατηγορούμενος 2 θα απέσυρες την υπόθεση ο μάρτυρας απάντησε ότι «το πιο πιθανό ναι, δεν θα υπήρχε θέμα. Δεν ήταν παρών όταν παραδόθηκε η επιταγή ούτε γνωρίζει ποιος παρέλαβε τις επιταγές. Στην υποβολή ότι ο διανομέας παρέλαβε τις επιταγές από υπάλληλο της κατηγορουμένη ο μαρτυράς επέμεινε ότι αυτές παρεδόθησαν από τον Κατηγορούμενο 2 στο εργοστάσιο. Υπεβλήθη επίσης στο μάρτυρα ότι στις επίδικες επιταγές δικαιούχος δεν ήταν η Παραπονούμενη 1 αλλά άλλο πρόσωπο το οποίου το όνομα εμπεριείχε τη λέξη PLUS και όχι PLAS ως ήταν η παραπονούμενη αφού αυτό αναγράφεται στην επιταγή, ο μάρτυρας απάντησε ότι το υπό αναφορά γράμμα επί της επιταγής είναι «Α» και όχι "U". Μετά την τροποποίηση του Κατηγορητηρίου που έλαβε χώρα μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ΜΚ1 ο μάρτυρας αυτός επαναντεξετάστηκε από το συνήγορο των Κατηγορουμένων επί των σημείων της τροποποίησης. Κατά την αντεξέταση κατετέθη επίσης ως Τεκμήριο 17 ή Ένορκη Δήλωση του ΜΚ1 που κατεχωρήθη στα πλαίσια της αγωγής αρ. 1209/11για σκοπούς απόδειξης της αξίωσης της εκεί Ενάγουσας ΄ - Παραπονούμενης. ΜΚ2 Ιωάννης Στυλιανού: Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι το 2011 τραπεζικός υπάλληλος στο Τμήμα Συναλλαγών της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ στο κατάστημα αρχιεπισκόπου Μακαρίου στη Λεμεσό. Γνωρίζει τον κατηγορούμενο ο οποίος επισκέφτηκε το κατάστημα στις 14/4/11 για να ανοίξει λογαριασμό της Κατηγορουμένης 1 εταιρείας. Τα έγγραφα που αφορούν την εταιρεία τα φωτοτύπησε από τα αρχεία της Τράπεζας και φέρουν αντίγραφο από το γραφείο της Κατηγορούμενης εταιρείας. Αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολουθείται από την Τράπεζα η επιταγή ελέγχεται με βάση τα αρχαία της Τράπεζας αυθημερόν. Στα Τεκμ. 9 και 10 αναφέρθηκε ότι οι επιταγές κατατέθηκαν και επεστράφησαν στον καταθέτη λόγω ανεπαρκών υπολοίπων. Δεν υπήρξε καταγγελία για πλαστογραφία ή παράπονο για απώλεια επιταγής από τη μέρα ανοίγματος του λογαριασμού. Ο λογαριασμός δεν είχε ποτέ το πιστωτικό υπόλοιπο ημερησίως το ποσό των €6.600.- Μέχρι 03/04/12 είναι οι λογαριασμοί καθότι σε εκείνη την ημερομηνία ο Κατηγορούμενος 2 επισκέφθηκε το κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου κατέθεσε το ποσό των 70,98 και ο λογαριασμός έκλεισε. Κατέθεσε επίσης τα ακόλουθα Τεκμήρια: Τεκμήριο 18: Φωτοαντίγραφο Πιστοποιητικού Σύστασης της εταιρείας M.PASANTAS U.P.V.C (CYPRUS) LTD ημερομηνίας 06/09/10 το οποίο φέρει σφραγίδα «Πιστό Αντίγραφο Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ» και δύο υπογραφές. Τεκμήριο 19: Φωτοαντίγραφο Πιστοποιητικού Αξιωματούχων της εταιρείας M.PASANTAS U.P.V.C (CYPRUS) LTD ημερομηνίας 07/09/10 το οποίο φέρει σφραγίδα «Πιστό Αντίγραφο Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ» και δύο υπογραφές και φαίνεται ως μοναδικός γραμματέας και διευθυντής ο Κατηγορούμενος
  13. Τεκμήριο 20: Φωτοαντίγραφο Πιστοποιητικού Μέτοχων της εταιρείας M.PASANTAS U.P.V.C (CYPRUS) LTD ημερομηνίας 07/09/10 το οποίο φέρει σφραγίδα «Πιστό Αντίγραφο Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ» και δύο υπογραφές και φαίνεται ως μοναδικός μέτοχος της εταιρείας ο Κατηγορούμενος 2 Τεκμήριο 21: Φωτοαντίγραφο Ιδρυτικού Εγγράφου και Καταστατικού εταιρείας M.PASANTAS U.P.V.C (CYPRUS) LTD ημερομηνίας 07/09/10 το οποίο φέρει σφραγίδα «True Copy -Ακριβές Αντίγραφο», υπογραφή και σφραγίδα «Γραμματέας - Secretary». Τεκμήριο 22: Φωτοαντίγραφο Πιστοποιητικού Εγγεγραμμένου Γραφείου της εταιρείας M.PASANTAS U.P.V.C (CYPRUS) LTD ημερομηνίας 07/09/10 το οποίο φέρει σφραγίδα «Πιστό Αντίγραφο Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ» και δύο υπογραφές. Τεκμήριο 23: Φωτοαντίγραφο Πολιτικής Ταυτότητας του Κατηγορούμενου
  14. το οποίο φέρει σφραγίδα «Πιστό Αντίγραφο Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ» και δύο υπογραφές. Τεκμήριο 24: Κατάσταση Λογαριασμού με αριθμό 033101091584 της εταιρείας M.PASANTAS U.P.V.C (CYPRUS) LTD ημ. 26/01/15 για την περίοδο από 03/04/12 μέχρι και 15/04/
  15. (Το οποίο ας σημειωθεί από το σημείο αυτό κατατέθηκε χωρίς ένσταση). Τεκμήριο 25: Καταστάσεις του Λογαριασμού με αριθμό 0331-01-091584-00 της εταιρείας M.PASANTAS U.P.V.C (CYPRUS) LTD ημερομηνιών 31/05/11 μέχρι και 03/04/
  16. (Το οποίο ας σημειωθεί από το σημείο αυτό κατατέθηκε χωρίς ένσταση). Τεκμήριο 26: Αντίγραφο Εγγράφου με τίτλο «Application for the Opening of an account» ημερομηνίας 14/04/11 το οποίο φέρει σφραγίδα «Πιστό Αντίγραφο Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ» και δύο υπογραφές. Τεκμήριο 27: Αντίγραφο Έγγραφου απευθυνόμενο στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημερομηνίας 14/04/11 το οποίο φέρει σφραγίδα «Πιστό Αντίγραφο Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ» και δύο υπογραφές. Τεκμήριο 28: Αντίγραφο Έγγραφου δείγματος υπογραφής το οποίο φέρει σφραγίδα «Πιστό Αντίγραφο Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ» και δύο υπογραφές. Τεκμήριο 28 Α: Το πρωτότυπο του Τεκμ. 28 Έγγραφου δείγματος υπογραφής το οποίο φέρει σφραγίδα «Πιστό Αντίγραφο Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ» και δύο υπογραφές. Τεκμήριο 29: Έντυπο κατάθεσης κλεισίματος λογαριασμού ημ 03/04/12 ΜΚ3 Άντρη Γρηγορίου: Αναφέρθηκε στις συναλλαγές που είχε η εταιρεία του με την Κατηγορούμενη 1 και τον Κατηγορούμενο
  17. Αναφορικά με την επιταγή Τεκμ. 9 σχετική είναι η παράγραφος 7 της δήλωσης της («Τεκμήριο Β»). Ανέφερε ότι στις 05/05/11 εξέδωσε τιμολόγιο υπ' αριθμό 10156 και ο Κατηγορούμενος 2 εξέδωσε δύο επιταγές μεταξύ αυτών και η επιταγή Τεκμ.
  18. Της απέστειλε μέσω φαξ αντίγραφο των επιταγών για να εκδώσει απόδειξη η οποία θα του παραδιδόταν μαζί με το εμπόρευμα. Την επιταγή Τεκμ. 10 την είχε στην κατοχή της μεταξύ των ημερομηνιών 12 -17 Μάιου χωρίς να μπορεί να θυμηθεί πως παρέλαβε τις επιταγές .Κατά τη μαρτυρία της κατατεθήκαν τα Τεκμ.30-
  19. ΜΚ4 Μάριος Μαρκίδης: Ανέφερε ότι είναι εμπειρογνώμονας γραφολόγος. Κατέθεσε τη σχετική έκθεση που ετοίμασε ως «Τεκμήριο 47». Κατάληξη της οποίας ήταν ότι οι επιταγές των Τεκμηρίων 9, 10,21, 26,27 και 28 έγιναν από το ίδιο πρόσωπο. ΜΚ5 Γρηγόρης Γρηγορίου: Αναφέρθηκε στο πως παραλήφθηκε η επιταγή Τεκμ. 10 από τον ίδιο τον κατηγορούμενο 2 ενώ δεν ήταν βέβαιος πως παραλήφθηκε η επιταγή Τεκμ. 9 αν δηλαδή την παρέλαβε ο ίδιος ή αν εστάλη με ΤΑΧΙ ή με άλλο τρόπο στο εργοστάσιο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Θεωρώ σκόπιμο προτού υπεισέλθω στην εξέταση του κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση στην υπό κρίση υπόθεση, να αναφερθώ στις αρχές που διέπουν το στάδιο αυτό της διαδικασίας ως τούτες προκύπτουν από την Νομολογία επί τούτου. Στην πρόσφατη απόφαση στις ποινικές εφέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Δράκου και άλλων,
(2012)2 Α.Α.Δ. 851, υπό του εντίμου Ναθαναήλ, Δ. λέχθηκαν τα ακόλουθα διαφωτιστικά, συνοψίζοντας επίσης την επί του θέματος προϋπάρχουσα νομολογία: «.... το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Στην υπόθεση Azinas Andreas and Another v The Police
(1981)2 CLR 9 υιοθετήθηκε η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Με αναφορά σε απόσπασμα του συγγράμματος Criminal Procedure In Cyprus by Loizou & Pikis, διευκρινίστηκε ότι, στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει, εάν η ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία χρήζει απάντησης («the Court is required to decide whether there is enough to call for an answer»). Οι παράμετροι που καθορίζουν το θέμα ύπαρξης ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αναλύθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου,
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά επίσης στην δικαστηριακή πρακτική του 1962 (ανωτέρω) συνόψισε εκείνες τις προϋποθέσεις, που όταν συντρέχουν σωρευτικά ή και διαζευκτικά δικαιολογούν την απαλλαγή κατηγορουμένου από αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Οι εν λόγω περιπτώσεις είναι οι ακόλουθες: «(α) όπου δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου.» Επισημάνθηκε δε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και «να αντέχει τη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα.»[1] Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Κόκου Αριστοτέλους άλλων
(1992)2 CLR 356, στη σελ. 363, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά σε αντικειμενική θεώρηση τούτης. Λεπτομερής αξιολόγηση θα λάβει χώρα μόνο όταν παρουσιαστεί όλη η μαρτυρία στο τέλος της δίκης. Η απόφαση του, περιορίζεται σε αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Επίσης στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, επισημάνθηκε ότι : «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Η λογική υποψία, έχει νομολογηθεί ότι, δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση.[2] Επίσης, εκεί που η μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΦΕΣΕΙΣ ΑΡ. 6739 και 6740, 27 Μαρτίου 2000, ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, Υπόθεση Αρ. 131/03, 22 Δεκεμβρίου, 2003 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 7107, 13 Φεβρουαρίου, 2002) Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο με βάση την τεθείσα μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και την συνάρτηση αυτής με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που επικαλούνται οι παραπονούμενοι, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενου. ΕΙΣΗΓΉΣΕΙΣ ΣΥΝΗΓΟΡΩΝ: Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων στήριξε την εισήγηση του περί μη αποδείξεως εκ πρώτης όψεως υπόθεσης στα ακόλουθα: · Η Κατήγορος απέτυχε να αποδείξει την ένοχη διάνοια του Κατηγορουμένου
  1. Επισημαίνοντας επίσης ότι, η συνέργια συντελείται κατά το χρόνο υπογραφής της επιταγής. · Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι ο Κατηγορούμενος γνώριζε την κατάσταση λογαριασμού ή και τα υπόλοιπα του λογαριασμού κατά τις ισχυριζόμενες ημερομηνίες υπογραφής. Ο Μ.Κ.2 ουδέν ανέφερε αναφορικά με την οιανδήποτε ενημέρωση του Κατηγορουμένου 2 για την κατάσταση του λογαριασμού είτε πριν είτε κατά την ισχυριζόμενες ημερομηνίες υπογραφής των επιταγών. Η προσκομισθείσα μαρτυρία είναι φανερά συγκρουόμενη και αντιφατική. Ειδικότερα αναφέρει ο συνήγορος, η μαρτυρία των μαρτύρων ΜΚ1 και ΜΚ3, συγκρούεται στο στον χρόνο έκδοσης των επιταγών, στο ουσιώδες γεγονός της υπογραφής, στο τόπο έκδοσης των επιταγών αλλά και την ισχυριζόμενη συμπεριφορά των Κατηγορουμένων. · Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να αποδεικνύει ότι ο Κατηγορούμενος 2, γνώριζε ότι η επιταγή Τεκμ. 9 δεν θα πληρωνόταν την 25/05/11 και η επιταγή Τεκμ. 10, δεν θα πληρωνόταν την 03/06/11 ήτοι ότι, υπήρχε συνεπώς γνώση ότι η εταιρεία θα διέπραττε τα αδικήματα εκείνη τη μέρα. · Την ημέρα έκδοση της επιταγής Τεκμ. 9, εκδόθηκε και η μεταχρονολογημένη επιταγή αριθμός 96643752 η οποία, η οποία σύμφωνα με τη μαρτυρία έχει τιμηθεί τη μέρα που ήταν πληρωτέα ήτοι στις 09/05/11 και άρα αντικειμενικά συμπεραίνεται ότι η πρόθεση ή και η ένοχη διάνοια ελλείπει φανερά ή και ότι δεν υπάρχει. Οι υποθέσεις της ΜΚ3, δεν μπορούν να μεταθέσουν το βάρος απόδειξης. · Καμιά μαρτυρία δεν υπάρχει για το χρόνο έκδοσης της επιταγής Τεκμ.
  2. Οι υποθέσεις της ΜΚ3 ότι η επιταγή Τεκμ.10 υπήρχε στην κατοχή της μεταξύ 12 και 17/05 δεν μπορεί να θεωρηθεί αρκετή και δη με εφόσον ως η ίδια ανέφερε εκδίδει απόδειξη όταν η ίδια λάβει την επιταγή και η απόδειξη που παρουσίασε φέρει ημερομηνία 18/05/11 και απεστάλη 17/05/
  3. · Οι καταστάσεις που κατατέθηκαν δεν αποτελούν αντίγραφο τραπεζικού βιβλίου εν τη έννοια του άρθρου 22
(1)του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.
  1. Κατά συνέπεια δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές από το Δικαστήριο ως μαρτυρία λόγος που παρέχεται η ασφαλιστική αυτή δικλείδα είναι διότι μόνο το πρόσωπο που υπέγραψε το βιβλίο και τις καταχωρήσεις και θα φέρει τη μέρα της ακρόασης αντίγραφο είναι το μόνο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ότι πράγματι προέβη σε αυτή την εργασία και διαπιστώνει κατόπιν σύγκρισης ότι η αντιγραφή είναι ορθή. Στην υπό κρίση υπόθεση ο ΜΚ2, ουδέποτε ανέφερε ότι ο ίδιος αντέγραψε ή εξέδωσε από το τραπεζικό βιβλίο. Ούτε ότι σύγκρινε τις καταστάσεις λογαριασμού κατά τρόπο ώστε να μην μπορούν να γίνουν δεκτές ως μαρτυρία και συνεπώς να μην υπάρχει καμιά μαρτυρία που να αποδεικνύει τα υπόλοιπα λογαριασμού. Προσθετά, ο ΜΚ2 δεν ήταν το πρόσωπο που έθεσε τις σφραγίδες επί του Τεκμ. 9 και επί του Τεκμ. 10 που αποτελεί μαχητό τεκμήριο. Η υποθέσεις δεν είναι επιτρεπτές. · Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι τα έγγραφα που κατέθεσε ο ΜΚ2 αναφορικά με το άνοιγμα λογαριασμού και τα δείγματα υπογραφών υπεγράφησαν από τον Κατηγορούμενο 2 αφού ο ΜΚ2 δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή. Αυτά τα έγγραφα είναι που έλαβε υπόψιν ο γραφολόγος για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι επίδικες επιταγές φέρουν την ίδια υπογραφή με το δείγμα υπογραφής. Κατά συνέπεια δεν μπορεί να αποδειχθεί στον ύψιστο βαθμό η υπογραφή. Ούτε και η μαρτυρία της ΜΚ2 ότι τηλεφωνικώς της ανεφέρθη ότι ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε τις επιταγές. · Ως δικαιούχος στις επιταγές φαίνεται να είναι πρόσωπο με την επωνυμία «G.SPLUS TECH LTD» ήτοι άλλο πρόσωπο από τους παραπονούμενους. Ο δικαιούχος πρέπει να καθορίζεται με ακρίβεια. Ο ΜΚ4 ανέφερε ότι λόγω του μικρού δείγματος δεν μπορεί να προβεί σε απόλυτο συμπέρασμα. · Κατά συνέπεια και ενόψει του ανωτέρω αναφερθέντος σημείου οι κατηγορούμενοι δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την υπό κρίση υπόθεση. · Η προώθηση της παρούσας διαδικασίας συνιστά κατάχρηση καθότι ο ΜΚ1 ανέφερε ότι αν πληρωνόταν θα απέσυρε τη υπόθεση θεραπείες τις οποίες πέτυχε μέσω αστικής υπόθεσης ως ανέφερε. Στον αντίποδα, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγόρου, με παραπομπές στην προσκομισθείσα μαρτυρία ως τούτη εκλαμβάνεται από την πλευρά της Παραπονούμενης, εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ζήτησε από το Δικαστήριο να καλέσει τον Κατηγορούμενο σε απολογία. Ειδικότερα, ο κος Γαβριηλίδης εισηγείται ότι: · Από το συνδυασμό των Τεκμ. 9, 10, 24 μέχρι και 28 και τη μαρτυρία του ΜΚ4, καταδεικνύεται ότι ο υπογράφων την επιταγή είναι ο Κατηγορούμενος
  2. · Μοναδικός Διευθυντής και Γραμματέας της εταιρείας ήταν ο Κατηγορούμενος 2 ο οποίος και συμβλήθηκε με την Κατήγορο με την οποία υπήρχε συνεργασία, δημιουργώντας αγώγιμο δικαίωμα. Σχετικά είναι τα Τεκμ. 1,19, 20 και 21). · Η κατηγορούσα αρχή προσκόμισε μαρτυρία μέσω του ΜΚ2 ο οποίος και κατέθεσε τα Τεκμ. 24 και 25 και το τελευταίο δε αποστέλλεται στον Κατηγορούμενο 2 στη δηλωθείσα από αυτό διεύθυνση κατά το άνοιγμα του λογαριασμού. Σε αυτά τα Τεκμήρια φαίνεται ότι κατά την έκδοση των επιταγών δεν υπήρχαν επαρκή υπόλοιπα όπως δεν υπήρχαν και κατά την κατάθεση τους για πληρωμή. · Από τη μαρτυρία του ΜΚ2 προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήταν ο μόνος που διαχειριζόταν τον λογαριασμό της Κατηγορουμένης
  3. · Ανεφέρθη από τη ΜΚ3 ότι ο Κατηγορούμενος έθετε τις παραγγελίες και με αυτόν μιλούσε μόνο για τις πληρωμές αυτών. Οι θέσεις και οι εισηγήσεις των δύο πλευρών ως τούτες περιέχονται στις αγορεύσεις τους και ως διευκρινίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, έχουν τύχει μελέτης και εξέτασης στο σύνολο τους και πέραν των όσων περιληπτικά παρατίθενται ανωτέρω, για σκοπούς κατάληξης στην παρούσα. ΑΔΙΚΉΜΑΤΑ - ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΊΑ: Η παράγραφος
(1)του άρθρου 305Α του Κεφ.154 προνοεί τα ακόλουθα: «305Α.-
(1)Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές..» Ως προκύπτει από το γράμμα του Νόμου, συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)φαίνεται να είναι τα ακόλουθα: Η έκδοση επιταγής. Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε. Η παρουσίαση αυτή να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή καθίσταται πληρωτέα. Η μη εξόφληση της επιταγής, η οποία να οφείλεται, είτε στην έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, είτε στο ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του ήταν κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της επιταγής, και Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Στην Kυριακίδης Σάββας, Σταύρος Nεοφύτου ν. (Αρ. 1) ,
(1999)2 Α.Α.Δ. 102 σημειώθηκε ότι η έννοια της επιταγής στην οποία αναφέρεται ο Ποινικός Κώδικας έχει την ίδια έννοια της επιταγής που αναφέρεται και στον περί Συναλλαγματικών Νόμο, Κεφ. 262. (βλ. επίσης Ερμογένους ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 387, LCD DOMIKI LTD ν. RKA KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 30/1/2015) Ο κατηγορούμενος 2, αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 2 και 4 ως συνεργός υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής και/ή ως αντιπρόσωπος της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας κατά παράβαση του Άρθρου 305 Α
(1)σε συνδυασμό με το Άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα: «20. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετείχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος και για αυτό δύναται να διωχθεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α)...................................................................................... (β)...................................................................................... (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά την διάπραξη ποινικού αδικήματος. (δ).......................................................................................» Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2 καθόλα σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Παυλόπουλος Αθανάσιος ν. Skopy Shoe Factory Ltd,
(2003)2 Α.Α.Δ. 261[3]. Στην οποία αποφασίστηκε ουσιαστικά ότι διευθυντής ή σύμβουλος εταιρείας θεωρείται ο αντιπρόσωπος της και το γεγονός ότι υπογράφει μια επιταγή υπό αυτή του την ιδιότητα, o ίδιος δεν δημιουργεί στο ίδιο αστική ευθύνη. Ο αποκλεισμός της αστικής ευθύνης δεν σημαίνει ταυτόχρονα και τον αποκλεισμό της δυνατότητας ύπαρξης ποινικής ευθύνης ως συνεργός του αδικήματος. Έτσι σε κατάλληλη υπόθεση και όπου αποδεικνύεται υποκειμενική υπόσταση (mens rea), τότε μπορεί ο διευθυντής να κριθεί ένοχος. Συναφώς έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. (Βλ. επίσης Ch. Zakakiotis (Disco) Ltd (διά του Επίσημου Παραλήπτη και Εκκαθαριστή) ν. Kalavas Associates Ltd και Άλλων,
(1999)2 Α.Α.Δ. 523 και ΝΙΚΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΝΑΝΑΙΜΟ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α, Ποινική Έφεση αρ. 7903, 19 Οκτωβρίου 2005. Στο σύγγραμμα Blackstone΄s Criminal Practice 2000 στη σελ. 70 παρα. Α.5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή παρακίνηση β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Υποδεικνύεται μάλιστα ότι πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στη διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα[4]. Η παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης σκέψης, δηλαδή, πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων[5]. Τούτο ισχύει όπως καταδεικνύεται στην Παυλόπουλος (ανωτέρω) ακόμη και στις περιπτώσεις όπου το κύριο αδίκημα είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης. (βλ. επίσης ΝΙΚΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΝΑΝΑΙΜΟ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α, Ποινική Έφεση αρ. 7903, 19 Οκτωβρίου 2005). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω που αφορούν τα υπό κρίση αδικήματα προχωρώ να εξετάσω κατά ποσό με την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα υπό της Παραπονούμενης μαρτυρία έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο για το στάδιο αυτό, βαθμό τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση ή αποδοχή της μαρτυρίας που έχει προσκομισθεί. ΑΑΝΑΛΥΣΗ ΕΙΔΗΓΉΣΕΩΝ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Σκόπιμο είναι θεωρώ να ξεκινήσω από την εισήγηση της πλευράς των κατηγορουμένων ότι, η παραπονούμενη δεν νομιμοποιείται να προωθεί την υπό κρίση διαδικασία. Επί του θέματος παραπέμπω σχετικά στα λεχθέντα στην αθεντία επί του θέματος, Ttofinis v. Theocharides and Another
(1983)2 C.L.R. 363, όπου λέχθηκε ότι "Not every individual has the right to private prosecution. Only victims of crime have this right". Με αναφορά στα γεγονότα και στο αντικείμενο εκείνης της υπόθεσης το Δικαστήριο έκανε δύο ειδικότερες και πιο συγκεκριμένες αναφορές εισάγοντας τις έννοιες: «directly affected (rights)» και «direct encroachment (upon one's rights)».Στο σχετικό απόσπασμα εντοπίζονται τα ακόλουθα: « Only where the rights of an individual are directly affected, as in this case where, allegedly, the illegal structure was erected upon his land, a right to prosecute accrues. In other words, there must be direct encroachment upon one's rights in order to sustain a private prosecution. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νεόφυτος Παναγιώτου ν. Σάββα Ευαγγέλου Αρ. 194/2013, 2/12/2014 το Εφετείο αφού υιοθέτησε την ανάλυση του δικαστικού λόγου της Ttofinis (ανωτέρω), στην απόφαση Κλεάνθης Δημοσθένους ν. Τύχωνα Τύχωνος, Ποιν. Εφ. Αρ. 153/2011, ημερ. 16.1.2013 ανέλυσε έτι περισσότερο την έννοια του άμεσου επηρεασμού. Σε ό,τι αφορά ειδικότερα τη νομιμοποίηση στις υποθέσεις της φύσης που εξετάζουμε στη υπό κρίση υπόθεση καθόλα σχετική είναι αποφάσεις στη Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμος
(2002)2 ΑΑΔ 522, υπόθεση η οποία εκδικάστηκε από διευρυμένη σύνθεση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και δεν χωρεί παρερμηνείας. Όπως νομολογήθηκε, το δικαίωμα ενυπάρχει όπου διαπιστώνεται βλάβη στα δικαιώματα του θύματος από ποινική πράξη. Ζητήματα νομιμοποιημένου κομιστή και αγώγιμου δικαιώματος για σκοπούς κατάληξης ύπαρξης νομιμοποίησης προώθησης της υπό κρίση υπόθεσης, εξετάστηκαν και στην υπόθεση Νεοφύτου ν. Κυριακίδη (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 102, όπου λέχθηκε ότι το πρόσωπο που έχει δικαίωμα να υποβάλει παράπονο για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των Άρθρων 305Α
(1)και
(2)του Ποινικού Κώδικα είναι ο νομιμοποιημένος κομιστής της επιταγής, μέσα στην έννοια του νόμου, δηλαδή το πρόσωπο που έχει αγώγιμο δικαίωμα να εγείρει αγωγή με βάση τη συναλλαγή που οδήγησε στην έκδοση της επιταγής. Στην υπόθεση Τσιακλίδης ν. Σιάνου
(2008)1(Α) Α.Α.Δ. 296 τονίστηκε ότι νομιμοποιημένος κομιστής υπό την έννοια του άρθρου 29
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, είναι το πρόσωπο στου οποίου την κατοχή νομίμως περιήλθε η συναλλαγματική, επειδή δόθηκε αξία γι' αυτήν. Ο κάτοχος, για αξία, μιας επιταγής έχει εκ του νόμου (άρθρο 38 του Κεφ. 262) δικαιώματα ανάμεσα στα οποία και το δικαίωμα έγερσης αγωγής στο όνομα του, εναντίον του εκδότη της επιταγής.[6]. Η εισήγηση της πλευράς της υπεράσπισης είναι ότι, ο κατονομαζόμενος δικαιούχος στην επιταγή πρόκειται για διαφορετικό πρόσωπο και/ή δεν αφορά την παραπονούμενη αφού φαίνεται να έχει χρησιμοποιηθεί το γράμμα "U"και συνεπώς PLUS αντί του γράμματος «Α» και συνεπώς PLAS. Είναι γεγονός ότι με την έκδοση της επιταγής, ο εκδότης αυτής, καλεί την Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε η επιταγή να πληρώσει καθορισμένο ποσό στο πρόσωπο που κατονομάζεται στην επιταγή. Η εντολή πρέπει να είναι σαφής και καθαρή. Ακόμα όμως και εάν ήθελε δεκτή ότι η αναγραφή είναι PLUS και όχι PLAS ως η εισήγηση της πλευρά της Υπεράσπισης, δεν είμαι βέβαιη κατά πόσο η εν λόγω παρατήρηση θα οδηγούσε σε απαλλαγή των Κατηγορουμένων από το στάδιο αυτό και τούτο αφού ό,τι απαιτείται από το Νόμο, είναι ο καθορισμός επί της επιταγής του δικαιούχου προσώπου με «εύλογη βεβαιότητα»[7] ενώ όταν ο δικαιούχος είναι εικονικό ή ανύπαρκτο πρόσωπο η συναλλαγματική δύναται να θεωρηθεί ως πληρωτέα στον κομιστή[8]. Ενώ έχει δοθεί επαρκής μαρτυρία που συνδέει την παραπονούμενη εταιρεία με την Κατηγορούμενη εταιρεία διά των μεταξύ τους ισχυριζόμενων από την πλευρά της παραπονούμενης εταιρείας συναλλαγών. Σημειώνεται ότι, ουδόλως διαλανθάνει την σκέψη μου ότι στις ποινικές υποθέσεις ο προωθών την ποινική διαδικασία θα πρέπει να καταδείξει ότι τα δικαιώματα του έχουν προσβληθεί άμεσα από την παράνομη κατ' ισχυρισμό ενέργεια του κατηγορουμένου. Έχοντας κατά όμως το σύνολο της μαρτυρίας ως επίσης και αυτό καθ' αυτό τον τρόπο αναγραφής του κρίσιμου γράμματος επί της επιταγής και χωρίς να αποφαίνομαι στο στάδιο αυτό καταλυτικά κρίνω υπό της περιστάσεις ότι η εισήγηση της πλευράς των κατηγορουμένων δεν μπορεί να στηρίξει εισήγηση για μη νομιμοποίηση της παραπονουμένης να προωθεί την υπό κρίση υπόθεση από αυτό το στάδιο. Κατάχρηση: Σχετική με το θέμα της κατάχρησης είναι η απόφαση της πλειοψηφίας της ολομέλειας στη υπόθεση Μιχάλη Χαραλαμπίδη ν. Νικόλαου Κωμοδρόμου, ΠΟΙΝΙΚ Η ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 7063, 11 Νοεμβρίου, 2002 με αναφορά στη Νεοφύτου ανωτέρω, όπου κρίθηκε ότι το ελατήριο του κατήγορου ήταν στοιχείο άσχετο, αφού αυτό «δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να απολήξει στην είσπραξη του λαβείν του (κατηγόρου)» και στο πνεύμα της απόφασης, στην υπόθεση Ταμείο Πρόνοιας Σ.Ε.Κ., αποφασίστηκε ότι: «.το πώς εκείνος (ο κατήγορος) βλέπει το σκοπό της διαδικασίας δεν μπορεί να έχει αποφασιστική σημασία. Σημασία έχει, όπως διευκρινίζει η Ttofinis και η παραπάνω αγγλική νομολογία, ότι ο παθών μπορεί να ασκήσει το δικαίωμά του, άσχετα από οποιαδήποτε ελατήρια του που δεν λείπουν και από άλλης φύσεως διώξεις. Η αντίδραση του κατηγόρου στη Βασιλείου βρίσκεται μέσα στο συνηθισμένο ανθρώπινο μέτρο, αλλά αυτό δεν προσδιορίζει το δικαίωμα ούτε αλλοιώνει το σκοπό της διαδικασίας. Αυτή καθαυτή η δίωξη δεν υποβοηθά ούτε σκοπεί στην είσπραξη της απαίτησης. Άλλωστε στην προκείμενη περίπτωση ο εφεσείων είπε ουσιαστικά ότι επιδίωκε την τιμωρία του εφεσιβλήτου και όχι την ικανοποίηση της απαίτησης. Διερωτόμαστε αν μια τέτοια απάντηση, σε περίπτωση που γινόταν δεκτή, θα διέσωζε τη διαδικασία. Θα καθιερώναμε όμως τότε ένα πλασματικό κριτήριο. Θα μπορούσε επίσης να λεχθεί ότι ένα από τα κύρια αιτιολογικά στηρίγματα της Βασιλείου είναι η αγγλική νομολογία, η οποία αφορά σε πτωχευτικές και άλλες διαδικασίες στις οποίες κατεστάλη η έκδηλη επιδίωξη παράλληλου ωφελήματος, παντελούς ξένου και ανεξάρτητου από τη φύση ή το σκοπό ή τις ανάγκες της συγκεκριμένης διαδικασίας. Η διάκριση με την προκείμενη περίπτωση είναι εμφανής.» (η υπογράμμιση για τους σκοπούς της παρούσας). Ενόψει των λεχθέντων στην αμέσως ανωτέρω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου η οποία μάλιστα αποτελεί απόφαση της διευρυμένης ολομέλειας του Ανωτάτου δεν θεωρώ ότι έχει καταδειχθεί κατάχρηση τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Έχοντας με προσοχή μελετήσει την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και συνεπώς τόσο η κατηγορούμενη 1όσο και ο κατηγορούμενος 2. Καλούνται σε απολογία. Αναφέρεται δε στο σημείο αυτό αναφορικά με το λόγο του κου Δημητρίου επί της αποδεκτότατης ως μαρτυρικού υλικού που αντλείται από τους λογαριασμούς ότι η σφράγιση που φέρουν οι επιταγές αποτελούν καταρχήν ικανή μαρτυρία ως μαχητό Τεκμήριο, για απόδειξη εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον της μη πληρωμής των επιταγών λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων. Σε ότι αφορά το θέμα της συνέργειας του Κατηγορουμένου 2 σχετικό είναι πέραν του άρθρου 20 του ΚΕφ. 154 και το άρθρο 42 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, ΚΕΦ. 155, ευθέως ορίζει ότι ο συνεργός μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός. Το Άρθρο 42 προβλέπει:- «42. Καθένας ο οποίος υπόκειται σε τιμωρία δυνάμει οποιουδήποτε νομοθετήματος ως πρόσωπο που μετείχε σε ποινικό αδίκημα δύναται να κατηγορηθεί είτε για διάπραξη του εν λόγω ποινικού αδικήματος ή για συμμετοχή στη διάπραξη αυτού ή για άμεση ή έμμεση παρακίνηση οποιουδήποτε άλλου προσώπου να διαπράξει το ποινικό αδίκημα, είτε το άλλο πρόσωπο που μετείχε στο αδίκημα έχει ή δεν έχει κατηγορηθεί ή καταδικαστεί είτε υπόκειται ή όχι στη δικαιοσύνη.» Στις περιπτώσεις αδικημάτων βασικής πρόθεσης, ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων (,Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Η συνδρομή των στοιχείων που συνιστούν την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος προκύπτει, ως εξυπακουόμενη, επί τη βάσει των γεγονότων. Στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν αναμένεται άμεση απόδειξη της πρόθεσης. Τα γεγονότα παρέχουν, συχνά, έρεισμα για τα συμπεράσματα ως προς την πρόθεση. Όμως, δεν υπάρχει αμάχητο τεκμήριο για την πρόθεση κάποιου να προκαλέσει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Είναι απαραίτητη η δικαστική κρίση, η οποία, επί τη βάσει της μαρτυρίας, θα καταλήξει κατά πόσον έτσι σκεφτόταν ο συγκεκριμένος δράστης. Με βάση την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις έχει τεθεί αρκετή μαρτυρία ώστε να κληθεί και ο Κατηγορούμενος 2 σε απολογία. Κατάληξη: Κατά συνέπεια και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον όλων των κατηγορουμένων και συνεπώς καλούνται σε απολογία σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν (Εξηγούνται στους κατηγορούμενους τα δικαιώματα τους) (Υπ.) ........ Ν. Οικονόμου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Κόκου Αριστοτέλους άλλων
(1992)2 CLR 356 [2] Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, σελ. 365-366: [3] Το σχετικό απόσπασμα από την Παυλόπουλος (ανωτέρω) έχει ως ακολούθως: «Η ευθύνη με βάση το άρθρο 305Α βαρύνει τον εκδότη και σε περιπτώσεις επιταγών εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή σύμβουλος που υπογράφει την επιταγή, που γενικά θεωρείται ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Στην υπόθεση Chapman v. Smethurst
(1909)1 K.B. 927, κρίθηκε πως πρόσωπο που υπογράφει γραμμάτιο ή επιταγή με τρόπο που να φαίνεται ότι πράττει τούτο υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, δεν υπέχει προσωπικά αστική ευθύνη. Επίσης στην υπόθεση Bondina Ltd v. Rollaway Shower Blinds Ltd
(1986)1 W.L.R. 517, αναφέρθηκε πως οι διευθυντές εταιρείας, που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Στην παρούσα περίπτωση, προφανώς ο εφεσείων υπόγραψε ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Το γεγονός όμως ότι πιθανώς να μην είχε αστική ευθύνη, δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής του ευθύνης ως συνεργού. [4] Λόρδος Goddard C.J. στην υπόθεση Johnson v. Youden
(1950)1 K.B. 455 στη σελ. 546 [5] Devlin J. στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble
(1959)1 K.B. 11 στη σελ. 20 [6] Βλ. επίσης:Τρικωμίτης ν. Ανδρέου (Αρ. 2)
(2003)2 Α.Α.Δ. 597, Λούτσιου ν. Αστυνομίας (Αρ. 2)
(2003)2 Α.Α.Δ. 343,Νεόφυτου ν. Κυριακίδη (Αρ. 1)
(1999)2 Α.Α.Δ. 102, Tρικωμίτης Γεώργιος ν. Φιλόκυπρου Aνδρέου (Aρ. 2),
(2003)2 Α.Α.Δ. 597. [7] Άρθρο 7.-
(1)Κεφ. 262 Όταν συναλλαγματική δεν είναι πληρωτέα στον κομιστή, ο δικαιούχος πρέπει να κατονομάζεται ή άλλως πως να δηλώνεται σε αυτήν με εύλογη βεβαιότητα [8] Άρθρο 7
(3)Κεφ. 262 Όταν ο δικαιούχος είναι εικονικό ή ανύπαρκτο πρόσωπο η συναλλαγματική δύναται να θεωρηθεί ως πληρωτέα στον κομιστή. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.