← Κύπρος

REDA REZK SAAD YOUSSEF ν. ΗΛΙΑ ΣΚΟΥΛΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:34045/12, 17/6/2015

REDA REZK SAAD YOUSSEF ν. ΗΛΙΑ ΣΚΟΥΛΛΟΥ, Αρ. Υπόθεσης:34045/12, 17/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Αρ. Υπόθεσης:34045/12 ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. REDA REZK SAAD YOUSSEF εναντίον ΗΛΙΑ ΣΚΟΥΛΛΟΥ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 17 Ιουνίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Κατήγορο: - Παραπονούμενο: κα Χριστοφή Για Κατηγορούμενο: κος Θωμά Κατηγορούμενος :παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (δυνάμει του άρθρου 74

(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Δυνάμει του κατηγορητηρίου της υπό τον ως αριθμό υπόθεσης, ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μια κατηγορία για ισχυριζόμενη παράβαση των άρθρων 2, 3, 5, 6, 9, 19 και 20 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμος του 2007 (N. 35(I)/2007). Ειδικότερα ο Κατηγορούμενος κατηγορείται ότι παρέλειψε να καταβάλει στον Παραπονούμενο «από την 23 Δεκεμβρίου 2010 και κατά ολόκληρο το έτος 2011 και κατά τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Μάρτιο 2012, στα Λιβάδια της επαρχίας Λάρνακας, ενώ ήταν εργοδότης δεν κατέβαλε στον εργοδοτούμενο του, Reda Rezk Saad Youssef, τους μισθούς του». Προς απόδειξη της υπόθεσης της, η πλευρά του κατηγόρου, παρουσίασε δύο μάρτυρες. Ως πρώτος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο ίδιος ο παραπονούμενος ενώ κλητεύθηκε επίσης λειτουργός του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης οπόταν και συναφώς παρουσιάστηκε ο κος Μιχάλης Κάπας (Μ.Κ.2). Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης του Παραπονουμένου, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων πέραν της εισήγησης του ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτοις όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου, ήγειρε και θέμα αναρμοδιότητας και έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου προς εκδίκαση της υπό κρίση υπόθεση. Αντίθετη ήταν η θέση της πλευράς του κατηγόρου. ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Παραθέτω σε σύνοψη τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά του Κατηγόρου προς απόδειξη της υπόθεσης του. Εμφαντικά σημειώνεται τόσο για το κεφάλαιο αυτό όσο και για όλα τα σημεία που υπάρχει αναφορά σε μαρτυρία ότι, η παράθεση γίνεται αποκλειστικά για σκοπούς κατάληξης στην παρούσα και όχι ως προϊόν αξιολόγησης αυτής και αποδοχής της ως βάσης για εξαγωγή ευρημάτων. Ό,τι αυστηρά εξετάζεται και μόνο, είναι η ύπαρξη μαρτυρίας κατά τρόπο ώστε εκ πρώτης όψεως και μόνο να έχουν σκιαγραφηθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. ΜΚ1 - REDA REZK SAAD YOUSSEF - Παραπονούμενος: Ο μάρτυρας αυτός ετοίμασε γραπτή δήωση η οποία και κατατέθηκε ως «Τεκμήριο Α» στη διαδικασία. Ανέγνωσε αυτήν και την υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέταση του με ταυτόχρονη μετάφραση της στα ελληνικά. Σύμφωνα με το συμβόλαιο εργασίας, ο μισθός του ανερχόταν στα €425.- Μετά από 1 χρόνο εργασίας έπρεπε να λάβει 13 μισθό και 24 μέρες άδεια ως ετήσια άδεια και υπερωρίες. Από 23/12/10 μέχρι 31/03/12 δούλευε με άλλα 4 άτομα από την Αίγυπτο στα χωράφια του Κατηγορούμενου στα οποία καλιεργούντο πατάτες. Δούλευαν 7 μέρες τη βδομάδα, 16 ώρες την ημέρα. Άρχιζαν την εργασία τους στις 7 το πρωί μέχρι τις 6 το απόγευμα με διάλλειμα μόνο μισής ώρας για φαγητό. Σε αυτό το χρονικό διάστημα των 10 ωρών ήταν στα χωράφια με τους υπόλοιπους. Από τις 06μ.μ μέχρι τις 11μ.μ. με τους υπόλοιπους εργοδοτούμενους τακτοποιούσαν πατάτες σε κιβώτια ώστε να τεθούν στην αγορά ή για εξαγωγές εκτός Κύπρου. Κατά την περίοδο φύτευσης των πατατών, το απόγευμα όταν δεν υπήρχε φως, χρησιμοποιούντο τα φώτα των τρακτέρ για να φωτίζεται το έδαφος. Ήταν αυτοί υπεύθυνοι για το πότισμα των πατατών μέχρι η ώρα
  1. Όταν δε το χειμώνα «χιόνιζε» και έπεφτε η θερμοκρασία, εργάζονταν όλη τη νύκτα για να προστατευόσουν τις πατάτες από το κρύο. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι διέμενε σε ακατάλληλο σπίτι δίνοντας λεπτομέρειες. Στο χρονικό διάστημα που εργαζόταν στον κατηγορούμενο από 23/12/10 μέχρι 31/03/12 ο κατηγορούμενος του κατέβαλε σε διάφορες περιόδους το συνολικό ποσό των €1750.- Αυτά τα χρήματα αναφέρει, τα έλαβε μετρητά. Το σύνολο της εργασίας του από 23/12/11 μέχρι και 31/03/12 δηλαδή 15 μήνες ο κατηγορούμενος έπρεπε να του δίνει €425.- μηνιαίως του κατέβαλε ωστόσο μόνο €1750.- Όταν ζητούσε τον μισθό του από τον κατηγορούμενο, του έλεγε να περιμένει και ότι δεν είχε λεφτά να τον πληρώσει. Του έλεγε επίσης ότι όταν θα έφευγε από την Κύπρο θα τον πληρώσει. Συνεπεία της κακομεταχείρισης και του γεγονότος ότι δεν τους κατέβαλλε τους μισθούς τους έφυγαν από την εργασία χωρίς να τους καταβληθούν οι μισθοί. Στις 04/04/14 υπέβαλε σχετικό παράπονο στο γραφείο εργασίας. Το Υπουργείο Εργασίας ζήτησε από τον ίδιο και τον Κατηγορούμενο συνάντηση. Του κοινοποιήθηκε επιστολή ημ. 04/09/12 από το Υπουργείο εσωτερικών δυνάμει της οποίας ο Κατηγορούμενος θα έπρεπε να του καταβάλει το ποσό των €4.032.- Ανέφερε επίσης ότι δεν έλαβε την άδεια που δικαιούτο, ούτε έλαβε πληρώθηκε τις επιπλέον ώρες που εργάστηκε και οι οποίες έχουν υπολογιστεί στο ποσό των €17.199.- Ο ΜΚ1 κατέθεσε τα ακόλουθα Τεκμήρια: Τεκμήριο 1: Αντίγραφο αδείας εισόδου στη Δημοκρατία για χρήση της μέχρι 07/03/11 και με ισχύ της αδείας παραμονής τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία άφιξης Τεκμήριο 2: Φωτοαντίγραφο συμφωνίας εργοδότησης ημερομηνίας 10/11/10 στην οποία φαίνεται ως εργοδότης ο Κατηγορούμενος και ως εργοδοτούμενος ο Κατήγορος. Το τεκμήριο αυτό, μεταξύ άλλων προνοούσε ότι ο κατήγορος θα εργοδοτείτο στον τομέα της γεωργίας για περίοδο 4 μηνών. Η είσοδος και η διαμονή του εργοδοτουμένου θα διέπετο από τις πρόνοιες του Ο περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμος (ΚΕΦ.105) και τους συναφείς κανονισμούς. Ο μηνιαίος μισθός του εργοδοτουμένου θα ανερχόταν στο ποσό των €425.- από το ποσό αυτό ο εργοδότης θα απέκοπτε ποσό μέχρι €46.- Οι περικοπή αυτή περιελάμβανε έξοδα διατροφής και διαμονής του εργοδοτουμένου 6,3% συνεισφορά στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και αποκοπές για συνεισφορά σε συντεχνίες. Οι προβλεπόμενες στο Τεκμήριο 2 ώρες εργασίας ήταν 80 ώρες ανά 2 βδομάδες σκορπισμένες σε 6 μέρες ανά βδομάδα. Υπάρχει επίσης στη συμφωνία πρόνοια για 13ο μισθό και για αντιμισθία για υπερωρίες, πρόνοια για ετήσια αδεία, άδεια ασθενείας και τις εθνικές αργίες. Τεκμήριο 3: Έγγραφο το οποίο ετοιμάστηκε από το δικηγόρο του Κατηγόρου στο οποίο γίνεται υπολογισμός των υπερωριών που κατ' ισχυρισμό εργάστηκε ο κατήγορος. Το συνολικό ποσό ανέρχεται σε €17.199.- ΜΚ2 Μιχάλης Κάπα: Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι εργάζεται στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Σε ό,τι αφορά το Τεκμήριο 2 ανέφερε ότι «είναι το έντυπο υποβολής παραπόνου του αλλοδαπού εναντίον του εργοδότη του». Στον διοικητικό φάκελο υπάρχει μόνο η πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου προς αναγνώριση
  2. Μετά την υποβολή του συγκεκριμένου παραπόνου, το παράπονο κατατέθηκε εις το Επαρχιακό Τμήμα του Υπουργείο Εργασίας στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων. Εκεί έγινε εκδίκαση από την πρωτόδικη επιτροπή του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων. Η εισήγηση της πρωτόδικης επιτροπής προς το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης όπως καταβληθεί το ποσό των €4023.- ευρώ ως διαφορά μισθών και διαφορά άδειας για τον αλλοδαπό και να επιτραπεί στον αλλοδαπό όπως εξεύρει νέο εργοδότη. Ακολούθως τα πρακτικά με την εισήγηση είχαν σταλεί στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης. Οπόταν και έγινε εκδίκαση του συγκεκριμένου παραπόνου από την επιτροπή εξέτασης Εργατικών Διαφορών στο τμήμα μας, δηλαδή στο Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης το οποίο φαίνεται ότι υιοθέτησε πλήρως την εισήγηση του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων του Υπουργείου Εργασίας. Το αποτέλεσμα ήταν να αποφασίσει η επιτροπή όπως καταβληθούν οι μισθοί σαν μισθοί €4.0243.- στον αλλοδαπό, καθώς επίσης να του επιτραπεί να έβρει και νέο εργοδότη. Το συγκεκριμένο τμήμα είχε ακούσει προφορικά τον παραπονούμενο και τον γιο του εργοδότη. Παραδεκτό έγινε ως γεγονός και εγκρίθηκε συναφώς ότι καταχωρήθηκε στις 18/02/13 από το γραφείο Ροτσίδης & Σία ΔΕΠΕ η αίτηση ΑΡ 102/13 του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Λάρνακας/Αμμοχώστου εκ μέρους του κατηγόρου - ΜΚ1 εναντίον του Κατηγορουμένου και στην οποία καταχωρήθηκε απάντηση στις 04/07/13 από το δικηγορικό γραφείο Θέμη Θωμά εκ μέρους του κατηγορούμενου και η οποία είναι ορισμένη στις 30/11/
  3. ΕΙΣΗΓΉΣΕΙΣ ΣΥΝΗΓΟΡΩΝ: Παραθέτω εν συντομία τις βασικότερες τω εισηγήσεων του ευπαιδεύτου συνηγόρου του Κατηγορουμένου κατωτέρω, χωρίς ωστόσο τούτο να σημαίνει ότι, παραγνωρίζεται παν ό,τι ανεφέρθη κατά τη διαδικασία και εντοπίζεται στα πρακτικά του Δικαστηρίου τα οποία και οποία έχουν μελετηθεί για σκοπούς κατάληξης στην παρούσα. Πρώτη εισήγηση του κου Θωμά ήταν ότι το παρόν Δικαστήριο είναι αναρμόδιο για την εκδίκαση της υπόθεσης καθότι:
  4. Εκκρεμεί η αίτηση με αριθμό 102/13 του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Λάρνακας. Το γεγονός τούτο σε συνδυασμό με τα άρθρα 19 και 20 του Ν 35
(1)/2007 και η έννοια «αστική διαφορά», οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το παρόν Δικαστήριο είναι αναρμόδιο. Εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου είναι ότι το άρθρο 20 δεν αναφέρει οτιδήποτε που να παραπέμπει σε ποινική δίκη.
  1. Έχει ακουστεί μαρτυρία ήταν θέση του κου Θωμά ότι τα αδίκημα έγινε στην περιοχή των αγγλικών βάσεων Δεκέλειας. «Είναι στην περιοχή Άχνας», που έγινε, αναφέρει ο κος Θωμά, που είναι στις βάσεις Το κατηγορητήριο αναφέρεται ως τόπο διάπραξης τα Λιβαδειά. Αν θα έπρεπε να γίνει ποινική υπόθεση θα έπρεπε να γίνει στο Δικαστήριο της Βάσεως Δεκέλειας.
  2. Στο άρθρο 23.3 του Περί Δικαστηρίου Νόμου επεξηγείται «ποιες είναι οι βάσεις Ακρωτηρίου και Δεκέλειας» και άρα σε καμιά περίπτωση η Λευκωσία. Η δεύτερη εισήγηση του κου Θωμά ήταν ότι ιδιωτική ποινική υπόθεση καταχωρείται μόνο αν αρνηθούν οι αρμόδιες αρχές να προωθήσουν υπόθεση. Δεν έχει «ζητηθεί» οτιδήποτε από το τμήμα εργασιακών σχέσεων αλλά και έχει γίνει ήδη διαδικασία από τους λειτουργούς ως ανέφερε ο Μ.Κ.2.. Τέλος, η τρίτη εισήγηση του κου Θωμά εστιάζεται στο ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και τούτο αφού η μαρτυρία που έχει δοθεί είναι τόσο αντωνομική και αντιφατική και στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχτεί επί τούτης για να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο. Στον αντίποδα, η ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγόρου, εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ζήτησε από το Δικαστήριο να καλέσει τον Κατηγορούμενο σε απολογία. ΝΟΜΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗΣ ΤΗΣ ΥΠΟ ΚΡΊΣΗ ΥΠΌΘΕΣΗΣ ΑΠΌ ΙΔΙΏΤΗ Κρίνω σκόπιμο να ξεκινήσω από τη δεύτερη εισήγηση του κου Θωμά και να αναφέρω τα ακόλουθα: Θεμελιακή για το ζήτημα της νομιμοποίησης προσώπου να προωθεί ποινική διαδικασία και να προσάπτει κατηγορίες εναντίον άλλου προσώπου παρουσιάζεται στην κυπριακή νομολογία η υπόθεση Ttofinis v. Theocharides and Another
(1983)2 C.L.R. 363. Το σκεπτικό της απόφασης αυτής έχει αποτελέσει βάση για ανάπτυξη του ζητήματος του ύπαρξης δικαιώματος ενός πολίτη να εγείρει ποινική δίωξη και των αρχών που διέπουν το δικαίωμα αυτό (βλ Kalia v. Lambrou and Another
(1985)2 CLR 217, Hogg v. Παπαδοπούλου
(1992)2 ΑΑΔ 36, Αιπεία Λτδ ν. Sirocco Estates Co Ltd κ.ά.
(1997)2 AAΔ 434, Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμος
(2002)2 ΑΑΔ 522,, Κλεάνθης Δημοσθένους ν. Τύχωνα Τύχωνος, Ποιν. Εφ. Αρ. 153/2011, ημερ. 16.1.2013, Νεόφυτος Παναγιώτου ν. Σάββα Ευαγγέλου, Ποινική Έφεση Αρ. 194/2013, 2/12/2014). Σύμφωνα με τα λεχθέντα στην απόφαση Ttofinis (ανωτέρω)[1], το δικαίωμα ενός πολίτη να εγείρει ποινική δίωξη, πηγάζει από το αγγλικό κοινοδίκαιο[2] το οποίο εφαρμόζεται στο δικό μας δικαιϊκό σύστημα, στη βάση του άρθρου 29
(1)(γ) του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960. Στην Ttofinis (ανωτέρω) το Δικαστήριο, αφού ανέτρεξε στις ιστορικές καταβολές της προώθησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης, με αναφορά στην υπόθεση Gourier v. Union of Post Office Workers and Others
(1977)3 All ER 70, 97 (HL), τόνισε ότι, η ποινική δίωξη, αποτελεί «χρήσιμη συνταγματική εγγύηση εναντίον της αυθαίρετης διεφθαρμένης ή μεροληπτικής παράλειψης ή άρνησης των αρμοδίων αρχών να διώξουν αδικοπραγούντες»[3]. Δυνάμει των όσων διατυπώθηκαν στη Ttofinis (ανωτέρω) δεν έχει οιοσδήποτε το δικαίωμα άσκησης ποινικής δίωξης ενώ δεν αναγνωρίζεται ούτε στο ποινικό δίκαιο . «Not every individual has the right to private prosecution. Only victims of crime have this right. Unlike Roman Law, the common law never recognized actio popularis in any sphere of the law». Με αναφορά στα γεγονότα και στο αντικείμενο εκείνης της υπόθεσης το Δικαστήριο έκανε δύο ειδικότερες και πιο συγκεκριμένες αναφορές εισάγοντας τις έννοιες: «directly affected (rights)» και «direct encroachment (upon one's rights)». Παρατίθεται το εν λόγω απόσπασμα: - « Only where the rights of an individual are directly affected, as in this case where, allegedly, the illegal structure was erected upon his land, a right to prosecute accrues. In other words, there must be direct encroachment upon one's rights in order to sustain a private prosecution. In every other case the body entrusted by law for its enforcement, is the appropriate authority. In consequence, the owner of adjoining property does not have a right per se to move the machinery of the law whenever his neighbour builds on his own land in violation of the provisions of Cap. 96.» Στην πολύ πρόσφατη απόφαση, Νεόφυτος Παναγιώτου (ανωτέρω), το Δικαστήριο με αναφορά και περαιτέρω ανάλυση στην ήδη υπάρχουσα νομολογία, αναπτύχθηκε και διασαφηνίστηκε έτι περισσότερο το ζήτημα της νομιμοποίησης έγερσης και προώθησης ιδιωτικής ποινική δίωξης. Στην υπόθεση αυτή το Δικαστήριο, αφού υιοθέτησε την ανάλυση του δικαστικού λόγου της υπόθεσης Ttofinis (ανωτέρω) ως παρουσιάζεται στην απόφαση Κλεάνθης Δημοσθένους (ανωτέρω) προχώρησε έτι περισσότερο δίνοντας την ερμηνεία της έννοιας «άμεσος επηρεασμός»: «Ο άμεσος επηρεασμός, ως προϋπόθεση για νομιμοποίηση στην καταχώρηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης, δεν ταυτίζεται με την πιθανολόγηση έννομου συμφέροντος μέσα στα πλαίσια του ΄Αρθρου 146.2 του Συντάγματος. Θα πρέπει εννοιολογικά να αντικρισθεί υπό το φως των λόγων ύπαρξης του δικαιώματος άσκησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης, του εντοπισμού δηλαδή βλάβης στα δικαιώματα του θύματος από ποινική πράξη. Υπό αυτές τις συνθήκες ο άμεσος επηρεασμός έχει την έννοια ότι με συγκεκριμένη παράνομη πράξη τα δικαιώματα κάποιου, του παρανομούντος, εκτείνονται εις βάρος τρίτων προσώπων κατά τρόπο που να παρατηρείται πλέον σφετερισμός και οικειοποίηση των νόμιμων δικαιωμάτων των τρίτων αυτών προσώπων.[4] Με αυτή την εννοιολογική διάσταση του όρου είναι, καταλήγει το Δικαστήριο, που το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεών του, έκρινε ότι εντοπιζόταν, υπό το φως των γεγονότων τους, άμεση επέμβαση στα περιουσιακά δικαιώματα των παραπονούμενων και που νομιμοποιούσε στην έγερση ιδιωτικής ποινικής δίωξης κατ΄ ακολουθία των λεχθέντων στην απόφαση Tfofinis (ανωτέρω). Στην απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμος
(2002)2 ΑΑΔ 522, νομολογήθηκε ότι το δικαίωμα ενυπάρχει όπου διαπιστώνεται βλάβη στα δικαιώματα του θύματος από ποινική πράξη. Με αναφορά στη Ttofinis (ανωτέρω), «ιδιωτικό δικαίωμα δίωξης συμβολίζει το κοινό συμφέρον των παθόντων να καταφύγουν στην ποινική διαδικασία για την αυτοπροστασία τους.». Με βάση τη μέχρι τώρα μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο και χωρίς να προβαίνω σε οιανδήποτε αξιολόγηση αυτής και με βάση την ανωτέρω παραταθείσα Νομολογία επί του θέματος δεν θεωρώ ότι έχει καταδειχθεί με βάση πάντα τις εισηγήσεις του κου Θωμά ότι δεν υπάρχει νομιμοποίηση στην καταχώρηση και προώθηση της υπό κρίση υπόθεσης από τον Κατήγορο. Ό,τι τέλος θα πρέπει θεωρώ να προστεθεί είναι ότι, στη Toffinis (ανωτέρω) υπογραμμίστηκε ότι, το ιδιωτικό δικαίωμα δίωξης συμβολίζει το κοινό συμφέρον για την εφαρμογή του νόμου καθώς και το συμφέρον των παθόντων να καταφύγουν στην ποινική διαδικασία για την αυτοπροστασία τους. Η εξουσία των αρμοδίων αρχών να προωθήσουν δίωξη εναντίον παραβατών ουδόλως επηρεάζει το δικαίωμα της ιδιωτικής δίωξης παραμένει ανεπηρέαστο[5]. ΚΑΘ' ΥΛΗΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΌΠΟ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ: Δυνάμει των προνοιών του άρθρου 19 του Ν. 35(I)/2007 «19.-
(1)Αρμόδιο Δικαστήριο για επίλυση οποιασδήποτε αστικής φύσεως διαφοράς, μέσα στα πλαίσια του παρόντος Νόμου, είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών.
(2)Σε περίπτωση που ο εργοδότης καταδικαστεί για παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, τότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών θα μπορεί να εκδίδει διάταγμα καταβολής χρηματικών οφειλών του εργοδότη που προκύπτουν από τη μη πληρωμή μισθών.» Το δε άρθρου 20 του ιδίου Νόμου υπό τον τίτλο «Αδικήματα και ποινές» «20.-
(1)Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)του παρόντος άρθρου, εργοδότης ο οποίος παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2)Το Δικαστήριο επιπρόσθετα από τις ποινές που προβλέπονται στο εδάφιο
(1), δύναται, με την καταδίκη του εργοδότη, να εκδώσει και Διάταγμα καταβολής του οφειλόμενου ποσού προς τον εργοδοτούμενο.» Ότι θεωρώ ότι προκύπτει από τη συνδυασμένη ανάγνωση των δύο αυτών άρθρων, είναι ότι το Δικαστήριο Ελέγχου Εργατικών Διαφορών έχει αρμοδιότητα για την επίλυση οιασδήποτε φύσης αστικής διαφοράς. Όταν όμως υπεισερχόμαστε στη διάγνωση ύπαρξης ή μη ποινικής ευθύνης, (ο Νόμος αναφέρεται σε «αδικήματα» και «ποινές») και επιβολής «τιμωρίας» (με την έννοια του άρθρου 24
(1)«τιμωρούμενα») σε περίπτωση διάγνωσης της, αρμοδιότητα έχει δυνάμει των προνοιών του άρθρου 24 του περί Δικαστηρίων Νόμος του 1960 (N. 14/1960 το οποίο προνοεί υπό τον τίτλο «Ποινική δικαιοδοσία Επαρχιακού Δικαστηρίου» ότι: «24.-
(1)Έκαστος Πρόεδρος Επαρχιακού Δικαστηρίου, έκαστος Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής και έκαστος Επαρχιακός Δικαστής θα έχωσιv αρμοδιότητα να εκδικάζωσι συvoπτικώς πάτα τα αδικήματα τα τιμωρούμενα με φυλάκιση διά περίοδο μη υπερβαίvoυσαv τα πέντε έτη ή με πρόστιμov μη υπερβαίνον τας πενήντα χιλιάδες λίρες ή με αμφoτέρας τας πoιvάς και δύνανται επιπρoσθέτως ή εν υποκαταστήσει oιασδήπoτε τoιαύτης τιμωρίας, να διατάξωσιv oιovδήπoτε πρόσωπov καταδικασθέν υπ' αυτών όπως πληρώση πρoς oιovδήπoτε πρόσωπov βλαβέv υπό του αδικήματος αυτού, απoζημίωσιv μη υπερβαίvoυσαv τις έξι χιλιάδες ευρώ (€6.000,00)». Καθ' ύλην αρμόδιο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο. Κατά συνέπεια δεν έχω πεισθεί με βάση τα όσα έχουν αναφερθεί από τον συνήγορο του κατηγορουμένου ότι το Δικαστήριο τούτο δεν έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει την υπό κρίση υπόθεση. Αναφορικά με τη θέση ότι δικαιοδοσία έχει το Δικαστήριο των Βάσεων Δεκέλειας τα ακόλουθα μπορούν να λεχθούν: Δυνάμει του άρθρου 5.1 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 «5.-
(1)Ο Ποινικός Κώδικας και οποιοσδήποτε άλλος νόμος που συνιστά αδίκημα, εφαρμόζονται σε όλα τα αδικήματα τα οποία διαπράχτηκαν- (α) εντός του εδάφους της Δημοκρατίας, ή (β) εντός των Κυρίαρχων Περιοχών των Βάσεων, από Κύπριο εναντίον ή σε σχέση με Κύπριο, ή.» Δυνάμει δε το άρθρου 6 του Κεφ. 154 «6.
(1)Αδίκημα που διαπράχθηκε σε ξένη χώρα, αναφορικά με το οποίο εφαρμόζεται ο Ποινικός Κώδικας ή οποιοσδήποτε άλλος νόμος της Δημοκρατίας δυνάμει του άρθρου 5, εκδικάζεται από το αρμόδιο Δικαστήριο της Επαρχίας Λευκωσίας.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, "ξένη χώρα" έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο εδάφιο
(3)του άρθρου 5». Δυνάμει δε του άρθρου 24
(1)των περί Δικαστηρίων Νόμων τoυ 1960 έως (Αρ. 3) τoυ 1998 (14/1960) 24.-
(1)Έκαστoς Πρόεδρoς Επαρχιακoύ Δικαστηρίoυ, έκαστoς Αvώτερoς Επαρχιακός Δικαστής και έκαστoς Επαρχιακός Δικαστής θα έχωσιv αρμoδιότητα vα εκδικάζωσι συvoπτικώς πάvτα τα αδικήματα τα τιμωρoύμεvα με φυλάκισιv διά περίoδov μη υπερβαίvoυσαv τα πέντε έτη ή με πρόστιμov μη υπερβαίvov τας πεvήvτα χιλιάδες λίρες ή με αμφoτέρας τας πoιvάς και δύvαvται επιπρoσθέτως ή εv υπoκαταστάσει oιασδήπoτε τoιαύτης τιμωρίας, vα διατάξωσιv oιovδήπoτε πρόσωπov καταδικασθέv υπ' αυτώv όπως πληρώση πρoς oιovδήπoτε πρόσωπov βλαβέv υπό τoυ αδικήματoς αυτoύ, απoζημίωσιv μη υπερβαίvoυσαv τις έξι χιλιάδες ευρώ (€6.000,00). Καθόλα σχετικά με τα πιο πάνω άρθρα είναι τα λεχθέντα στην υπόθεση Σιακαλλής Χαράλαμπος ν. Δημοκρατίας,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1956 όπου έγινε δεκτή η εισήγηση ότι το άρθρο 5 του Ποινικού Κώδικα ενέτασσε την εκεί υπόθεση την περίπτωση στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Επισημάνθηκε μάλιστα ότι η παράγραφος
(2)του άρθρου 5 μάλιστα προβλέπει πότε δεν θα ασκείται ποινική δίωξη στη Δημοκρατία σε σχέση με αδίκημα που διαπράχθηκε σε ξένη χώρα, όπως ακριβώς προσδιορίζεται στην παράγραφο
(1). Το δε άρθρο 6
(1)προσδιορίζει τρόπο καθορισμού, προς εκδίκαση πάλι κάθε τέτοιου αδικήματος, του αρμόδιου εκ των Δικαστηρίων της Δημοκρατίας. Με αναφορά στην απόφαση της Ολομέλειας στη Γενικός Εισαγγελέας,
(1992)2 Α.Α.Δ. 191 λέχθηκε ότι σε εκείνη την υπόθεση καθορίστηκε ακριβώς δυνάμει του άρθρου 6
(1)του Κεφ. 154 ο τόπος διεξαγωγής της δίκης. Στην τελευταία αυτή απόφαση καθορίστηκε ότι η δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων καθορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 24 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60 και 3 του περί Δικαστηρίων (Προσωρινοί Διατάξεις) Νόμου του 1974, Ν 43/74 Το δε Επαρχιακό Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο με την εκδίκαση αδικημάτων στις κυρίαρχες περιοχές των Βρετανικών Βάσεων σε βάρος ή σε σχέση με Κύπριο με βάση τον Νόμο 14/60 άρθρο 23(β). Στην υπό κρίση υπόθεση δεν θεωρώ ότι έχει καταδειχθεί σε αυτό το στάδιο ότι το επίδικο αδίκημα έγινε σε περιοχή των βρετανικών βάσεων, ούτε θεωρώ ορθό σε αυτό το στάδιο να υπεισέλθω σε περαιτέρω λεπτομέρειες που αφορούν στη μαρτυρία που προσκομίστηκε στο Δικαστήριο. Ας σημειωθεί επίσης ότι σε κανένα στάδιο της διαδικασίας δεν έγινε είτε υποβολή είτε αναφορά από την πλευρά του Κατηγορουμένου ότι ο ίδιος δεν είναι κύπριος υπήκοος. Ως εκ τούτο και στο παρόν τουλάχιστον στάδιο θεωρώ ότι, δεν μπορώ να οδηγηθώ στο συμπέρασμα ότι, το Δικαστήριο τούτο δεν έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της υπό κρίση υπόθεση. ΑΠΟΔΕΙΞΗ «ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ ΟΨΕΩΣ» ΥΠΌΘΕΣΗΣ: Θεωρώ σκόπιμο προτού υπεισέλθω στην εξέταση του κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση στην υπό κρίση υπόθεση, να αναφερθώ στις αρχές που διέπουν το στάδιο αυτό της διαδικασίας ως τούτες προκύπτουν από την Νομολογία επί τούτου. Στην πρόσφατη απόφαση στις ποινικές εφέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Δράκου και άλλων,
(2012)2 Α.Α.Δ. 851, υπό του εντίμου Ναθαναήλ, Δ. λέχθηκαν τα ακόλουθα διαφωτιστικά, συνοψίζοντας επίσης την επί του θέματος προϋπάρχουσα νομολογία: «.... το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Στην υπόθεση Azinas Andreas and Another v The Police
(1981)2 CLR 9 υιοθετήθηκε η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Με αναφορά σε απόσπασμα του συγγράμματος Criminal Procedure In Cyprus by Loizou & Pikis, διευκρινίστηκε ότι, στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει, εάν η ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία χρήζει απάντησης («the Court is required to decide whether there is enough to call for an answer»). Οι παράμετροι που καθορίζουν το θέμα ύπαρξης ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αναλύθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου,
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά επίσης στην δικαστηριακή πρακτική του 1962 (ανωτέρω) συνόψισε εκείνες τις προϋποθέσεις, που όταν συντρέχουν σωρευτικά ή και διαζευκτικά δικαιολογούν την απαλλαγή κατηγορουμένου από αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Οι εν λόγω περιπτώσεις είναι οι ακόλουθες: «(α) όπου δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου.» Επισημάνθηκε δε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και «να αντέχει τη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα.»[6] Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Κόκου Αριστοτέλους άλλων
(1992)2 CLR 356, στη σελ. 363, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά σε αντικειμενική θεώρηση τούτης. Λεπτομερής αξιολόγηση θα λάβει χώρα μόνο όταν παρουσιαστεί όλη η μαρτυρία στο τέλος της δίκης. Η απόφαση του, περιορίζεται σε αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Επίσης στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, επισημάνθηκε ότι : «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Η λογική υποψία, έχει νομολογηθεί ότι, δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση.[7] Επίσης, εκεί που η μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΦΕΣΕΙΣ ΑΡ. 6739 και 6740, 27 Μαρτίου 2000 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 7107, 13 Φεβρουαρίου, 2002) Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο με βάση την τεθείσα μαρτυρία και την συνάρτηση αυτής με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που επικαλούνται οι παραπονούμενοι, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενου ΑΔΙΚΉΜΑ - ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ: Ως συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος εκλαμβάνω ότι είναι: 1.Η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτουμένου ως τουτη καθορίζεται στο ερμηνευτικό του Νόμου άρθρο 2 ήτοι «"εργοδοτούμενος" σημαίνει πρόσωπο που εργάζεται για άλλο πρόσωπο, είτε δυνάμει σύμβασης εργασίας ή μαθητείας, είτε κάτω από τέτοιες περιστάσεις, από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου και ο όρος "εργοδότης" θα ερμηνεύεται ανάλογα και θα περιλαμβάνει την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας· 2. παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και ειδικότερα στην υπό κρίση υπόθεση μη καταβολή μισθού εβδομαδιαίως ή μηνιαίως ανάλογα με την περίπτωση (βλ. άρθρο 9 «εκτός για μηνιαίως αμειβόμενο προσωπικό») Η έννοια του μισθού για τους σκοπούς του υπό αναφορά Νόμου καθορίζεται ως «κάθε χρηματική αντιμισθία που προκύπτει από απασχόληση εργοδοτούμενου και κάθε κέρδος από τέτοια απασχόληση που είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, και περιλαμβάνει τις εισφορές ταμείων προνοίας, καθώς επίσης και την εισφορά που πρέπει να καταβάλλεται στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, το οποίο ιδρύθηκε δυνάμει του περί Ετήσιων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου και δεν περιλαμβάνει έκτακτες προμήθειες ή κατά χάριν (ex- gratia) πληρωμές» Με βάση την ενώπιον μου και χωρίς να θεωρώ ορθό να υπεισέλθω στο παρόν στάδιο σε περαιτέρω λεπτομέρειες κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις έχει τεθεί αρκετή μαρτυρία ώστε να κληθεί ο Κατηγορούμενος σε απολογία. Αναφορικά με τις εισηγήσεις ότι η μαρτυρία έχει υπάρξει τόσο αντινομική που κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να στηριχθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον Κατηγορούμενο καθότι βρίθει αντιφάσεων ουδόλως με βρίσκει σύμφωνη. Δεν εντοπίζω στη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί τέτοια θεμελιακή αντίφαση και αναξιοπιστία, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης στο σύνολο της. Εξ αντιδιαστολής, υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας, είναι έργο το οποίο επιτελείται στο τέλος της δίκης. Κατάληξη: Κατά συνέπεια και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορουμένου και συνεπώς, ο τελευταίος καλείται σε απολογία. (Υπ.) ........ Ν. Οικονόμου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής (Εξηγούνται στον Κατηγορούμενο τα δικαιώματα του) [1] σελ 367 [2] Χρήσιμη αναφορά στις καταβολές της καταχώρησης και προώθησης ιδιωτικής ποινική δίωξης εντοπίζεται στην ακόλουθη απόφαση. Gujra, R (on the application of) v Crown Prosecution Service [2012] UKSC 52 (14 November 2012) [3] "private prosecution is still regarded at common law as a fundamental constitutional right of the 'citizen, the importance of which has not 5 been minimised by the creation of public authorities for the prosecution of crime, in the words of Lord Diplock in Couriet v. Union of Post Office Workers [197η 3 All E.R. 70, 97 (HL), "it exists and is a useful constitutional safeguard against capricious, corrupt or biased failure or refusal of those authorities 10 to prosecute offenders against the criminal law". [4] "Η νομική έννοια του όρου «encroachment» αποτυπώνεται ως εξής: «The act of extending one's own rights at the expense of others, particularly by taking in adjoining land to make it appear part of one's own.» («A dictionary of Law» - 3rd Edition (Oxford Reference)) «An unlawful gaining on the possession of another.»(Mozley & Whiteley's «Law Dictionary», 11th Edition) «ENCROACH. To enter by gradual steps or stealth into the possessions or rights of another; to trespass; intrude.»(«Black's Law Dictionary», Revised Fourth Edition) «Where a person attempts to extend a right possessed by him, as where a tenant of land takes in or adds to it other land adjoining or near to it, so as to make the added land appear to be part of his original holding.» (Jowitt's «Dictionary of English Law», Second Edition)" [5] «There is nothing in the Constitution neutralising the position at common law as regards private prosecutions. On the contrary, Article 113.2 is an empowering enactment conferring wide powers upon the Attorney-General with regard to prosecution, in addition and not in derogation of those vesting in other persons or authorities. Likewise, the power conferred upon Police authorities to prosecute under s.17
(2)and s.19 of the Police Law-Cap. 285, is not exclusive but supplementary to the right of the victim of crime to prosecute the suspect. [6] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Κόκου Αριστοτέλους άλλων
(1992)2 CLR 356 [7] Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, σελ. 365-366: cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.