← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Ανδρέα Ανδρέου κ.α., Ποιν. Υπόθεση: 83/15, 16/7/2015

Δημοκρατία ν. Ανδρέα Ανδρέου κ.α., Ποιν. Υπόθεση: 83/15, 16/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2015:27 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, A.Ε.Δ. M. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 83/15 Δημοκρατία ν 1. Ανδρέα Ανδρέου 2. Χρίστου Κυριάκου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 16 Ιουλίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Λ. Χατζηαθανασίου με κα Α. Παπαμιχαήλ για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Χ. Δημητρίου με τον κ. Σ. Χατζησέργη Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Χ. Ιωάννου Κατηγορούμενοι παρόντες ------------------------------------ Π Ο Ι Ν Η Κατόπιν παραδοχής τους οι Κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι ο μεν Κατηγορούμενος 1 στις κατηγορίες 1-4, ο δε Κατηγορούμενος 2 στις κατηγορίες 6 και 7. Οι κατηγορίες έχουν ως εξής: Κατηγορούμενος 1: Κατηγορία 1: Συνωμοσία προς διάπραξη του κακουργήματος της κατοχής και της κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλους 996.8 γρ. κάνναβης. Κατηγορία 2: Κατοχή 996.8 γρ. κάνναβης. Κατηγορία 3: Κατοχή 996.8 γρ. κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε άλλους. Κατηγορία 4: Κατοχή 45.97 γρ. κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Ας σημειωθεί ότι η Κατηγορία 5 που αφορούσε την κατοχή της ποσότητας των 45.97 γρ. με σκοπό την προμήθεια έχει ανασταλεί. Κατηγορούμενος 2: Κατηγορία 6: Κατοχή ιχνών κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη. Κατηγορία 7: Κατοχή 3.59 γρ. κάνναβης από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη. Γεγονότα Σύμφωνα με τα εκτεθέντα γεγονότα στις 13.1.15 και περί ώρα 17.35, κατόπιν πληροφορίας ότι το αυτοκίνητο LBJ954 κατευθυνόταν από Λεμεσό προς Λευκωσία και ότι σε αυτό μεταφερόταν ποσότητα ναρκωτικών, μέλη της ΥΚΑΝ το εντόπισαν στην αερογέφυρα Αγίας Βαρβάρας και το έθεσαν υπό παρακολούθηση. Περί ώρα 17.50 στα Λατσιά δύο μέλη της ΥΚΑΝ ανέκοψαν το προαναφερθέν όχημα και διαπίστωσαν ότι συνοδηγός ήταν ο Κατηγορούμενος 1 και οδηγός ο Κατηγορούμενος 2. Όταν οι αστυνομικοί της ΥΚΑΝ ανέφεραν την πρόθεση τους να ερευνήσουν το όχημα ο Κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι μέσα στο σακίδιο που βρισκόταν στο πάτωμα ανάμεσα στα πόδια του, υπήρχε ένα κιλό κάνναβης. Ο ένας εκ των αστυνομικών, αφού παρέλαβε το επιδειχθέν σακίδιο, στην παρουσία των Κατηγορουμένων το άνοιξε και ανηύρε μέσα σε αυτό ένα νάιλον σακούλι που περιείχε ξηρή φυτική ύλη κάνναβης βάρους 996.8 γραμμαρίων, την οποία ο Κατηγορούμενος 1 είχε σκοπό να προμηθεύσει σε άγνωστο πρόσωπο, με το οποίο είχε συνωμοτήσει προηγουμένως για τον σκοπό αυτό. (Κατηγορίες 1-3). Στη συνέχεια ο αστυνομικός επέστησε την προσοχή των κατηγορουμένων στο Νόμο και ο Kατηγορούμενος 1 απάντησε «έν δικό μου», ενώ ο Κατηγορούμενος 2 απάντησε «εν έχω ιδέα τι εν τούτο το πράμα». Αμέσως ο αστυνομικός συνέλαβε τον κατηγορούμενο 1 για αυτόφωρο αδίκημα και αφού του επέστησε εκ νέου την προσοχή στο Νόμο εκείνος απάντησε «εν δικό μου, ο Χρίστος εν έχει ιδέα για τούτο το πράμα». Ακολούθως, σε περαιτέρω έλεγχο που διενεργήθηκε, στην μπροστινή θήκη του σακιδίου εντοπίστηκαν μια θήκη γυαλιών, ένα ρούχινο πουγκί και ένα μπλε κουτί. Εντός των τριών αυτών θηκών υπήρχαν κυλινδρικά δοχεία, σακουλάκια και φακελάκια τα οποία περιείχαν συνολικά 22 συσκευασίες κάνναβης βάρους μεταξύ 0.8255 γρ. η μικρότερη έως 6.4601 γρ. η μεγαλύτερη. Οι 22 αυτές συσκευασίες συμποσούνται σε κάνναβη συνολικού βάρους 45.97 γραμμαρίων, από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη (Κατηγορία 4). Αφού επιστήθηκε εκ νέου η προσοχή του Κατηγορουμένου 1 στο νόμο αυτός απάντησε «αφού είπα σου εν δικά μου». Σε συνέχεια της έρευνας του οχήματος στην πόρτα του οδηγού, ο Αστ. 3494 Α.Ανδρέου, εντόπισε ένα κίτρινο πλαστικό δοχείο με την επιγραφή «MENTOS», το οποίο περιείχε ίχνη ξηρής φυτικής ύλης κάνναβης (Κατηγορία 6). Επέστησε την προσοχή των Κατηγορουμένων στο Νόμο και ο Κατηγορούμενος 2 απάντησε «έσσιει ενάμιση χρόνο που εδαμέ». Ακολούθως συνέλαβε και τον Κατηγορούμενο 2 για αυτόφωρο αδίκημα και αφού του επέστησε εκ νέου την προσοχή στο Νόμο αυτός απάντησε «έπινα παλιά αλλά τωρά σταμάτησα». Από τις επιστημονικές εξετάσεις που διενεργήθησαν το γενετικό υλικό του Κατηγορουμένου 1 βρέθηκε τόσο πάνω στη νάιλον τσάντα που περιείχε τα 996.8 γραμμάρια όσο και στις τρεις θήκες που περιείχαν τα υπόλοιπα 45.97 γραμμάρια. Επίσης στο σακίδιο του Κατηγορουμένου 1 βρέθηκε και ένα ζευγάρι μαύρα χειρουργικά γάντια επί των οποίων βρέθηκε μικτό γενετικό υλικό μέρος του οποίου ανήκει στον Κατηγορούμενο 1. Την ίδια μέρα και μεταξύ των ωρών 22:40-23:20 ο Αστ. 9, μαζί με άλλα μέλη της ΥΚΑΝ, διενήργησε έρευνα στην οικία του Κατηγορουμένου 2 στη Λευκωσία. Κατόπιν γραπτής του συγκατάθεσης, όπου εντός γραφείου στο υπνοδωμάτιο του, εντόπισε κάνναβη συνολικής ποσότητας 3.59 γραμμαρίων (Κατηγορία 7). Αφού την παρέλαβε του επέστησε την προσοχή στο νόμο και αυτός απάντησε «εν δικό μου ούλλο που εβρέθηκε μες στο δωμάτιο μου εν δικό μου». Σε ανακριτική κατάθεση του ο Κατηγορούμενος 1 παραδέχθηκε την κατοχή των ναρκωτικών που περιγράφονται στις κατηγορίες 2 και 3 και ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν γνώριζε τίποτε. Ο Αστ. Δαμιανός Χατζηχριστοφή την ίδια ημέρα και ώρα 23:40 συνέλαβε δυνάμει Δικαστικού Εντάλματος τον Κατηγορούμενο 2 και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο αυτός απάντησε «δεν ξέρω τίποτε δεν έχω σχέση». Στις 23:45 συνέλαβε με Δικαστικό Ένταλμα τον Κατηγορούμενο 1 και αφού του επέστησε την προσοχή στο Νόμο αυτός απάντησε «δεν έχω να πω τίποτε». Στη δική του ανακριτική κατάθεση ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε την κατοχή των ιχνών κάνναβης που βρέθηκαν στο αυτοκίνητο του (στην πόρτα του οδηγού). Σχετικά με την ποσότητα κάνναβης που βρέθηκε στο σπίτι του, δεν ανέφερε οτιδήποτε. Στις 15.01.2015 σε νέα ανακριτική κατάθεση του ο Κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε και την κατοχή των ναρκωτικών που βρέθηκαν στην οικία του. Στις 14.1.15 εναντίον του Kατηγορουμένου 1 εκδόθηκε διάταγμα προσωποκράτησης για οκτώ ημέρες ενώ εναντίον του Κατηγορούμενου 2 εκδόθηκε αρχικά διάταγμα προσωποκράτησης για έξι ημέρες, το οποίο ανανεώθηκε στις 20.1.15 για δύο ημέρες. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι λευκού ποινικού μητρώου. Κατόπιν αιτήματος του Κατηγορουμένου 2 και με τη σύμφωνη γνώμη της Κατηγορούσας Αρχής λαμβάνεται υπ' όψιν για τον ίδιο η υπόθεση 7342/15 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η οποία αφορά τις κατηγορίες της παράνομης κατοχής και καπνίσματος ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β της οποίας τα γεγονότα έχουν ως εξής: Γεγονότα υπόθεσης 7342/15 Στις 23.4.14 αστυνομικοί της ΥΚΑΝ Λεμεσού, κατόπιν πληροφορίας, μετέβηκαν στο πάρκο του Τμήματος Δασών στη Λεμεσό. Με την άφιξη τους στο μέρος, ένας εξ αυτών είδε ότι εκεί ευρίσκοντο δύο άτομα, το ένα εκ των οποίων ήταν ο Κατηγορούμενος 2. Όταν ο αστυνομικός αυτός κινήθηκε προς το μέρος τους και τους φώναξε: «Αστυνομία», είδε τον Κατηγορούμενο 2 να βγάζει από τη τσέπη και να ρίχνει με το δεξί του χέρι πάνω σε διπλανό του τραπεζάκι, ένα τεμάχιο άσπρου χαρτιού και ακολούθως να τρέχει. Αμέσως, τον καταδίωξε και σε απόσταση 10 περίπου μέτρων τον ανέκοψε. Αφού τού αποκάλυψε εκ νέου την ιδιότητα του, τον πληροφόρησε ότι θεωρείτο ύποπτος για παράνομη κατοχή ναρκωτικών ουσιών, και για την πρόθεση του να διενεργήσει έρευνα με σκοπό τον εντοπισμό τους. Στη συνέχεια επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και τον κάλεσε να τον ακολουθήσει προς το σημείο όπου θεάθηκε προηγουμένως να ρίχνει το τεμάχιο άσπρου χαρτιού και αφού του υπέδειξε το προαναφερθέν χαρτί τον κάλεσε να τού πει τι υπήρχε εντός αυτού, και εκείνος δεν έδωσε απάντηση. Στις 18:05 της ίδιας ημέρας, στην παρουσία του Κατηγορουμένου 2, σε έλεγχο που έκαμε ο αστυνομικός στο τεμάχιο άσπρου χαρτιού, διαπίστωσε ότι επρόκειτο για ένα τεμάχιο άσπρης χάρτινης κόλλας, εντός της οποίας υπήρχε 1.2265 γρ. κάνναβης ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης. Ακολούθως το παρέλαβε ως τεκμήριο, του το υπέδειξε και τον πληροφόρησε ότι η πράσινη ξηρή φυτική ύλη είναι κάνναβη, της οποίας η κατοχή απαγορεύεται, του επέστησε την προσοχή στον Νόμο και αυτός απάντησε: «Εν δικό μου εν χόρτο». Εν συνεχεία τον συνέλαβε για το αυτόφωρο αδίκημα της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β', και αφού του εξήγησε το λόγο της σύλληψης του, του επέστησε την προσοχή στο Νόμο και αυτός απάντησε: «Έκαμα λάθος και απολογούμαι». Αγορεύσεις για μετριασμό της ποινής Στην αγόρευση του για μετριασμό της ποινής ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 1 χωρίς να παραγνωρίζει τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων και ιδιαίτερα εκείνου της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια αναφέρθηκε σε σειρά ελαφρυντικών παραγόντων που, όπως εισηγήθηκε, υφίστανται στην παρούσα υπόθεση και θα πρέπει να προσμετρήσουν προς όφελός του Κατηγορουμένου 1 στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής. Ως προς τις συνθήκες τέλεσης των αδικημάτων ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψιν του ότι: · Ο Κατηγορούμενος 1 είχε ζητήσει από τρίτο πρόσωπο να τον προμηθεύσει με ποσότητα κάνναβης η οποία είναι αυτή που αναφέρεται στην 4η κατηγορία (45.97 γρ.) και το τρίτο αυτό πρόσωπο - ο προμηθευτής - του ζήτησε να του μεταφέρει από το Ζύγι στη Λευκωσία μια τσάντα στην οποία περιείχοντο τα ναρκωτικά που αναφέρονται στην 2η και 3η κατηγορία (996.8 γρ.) και εν συνεχεία να τα παραδώσει στον προμηθευτή. · Ο ρόλος του Κατηγορουμένου 1 ήταν να παραδώσει τα ναρκωτικά στον ίδιο τον προμηθευτή χωρίς ο ίδιος να ζητήσει ή να συμφωνήσει να πάρει οποιοδήποτε αντάλλαγμα. · Δεν υπήρχε από πλευράς του Κατηγορουμένου 1 οποιοσδήποτε προσχεδιασμός αλλά έλαβε την απόφαση του να παράσχει συνδρομή στον προμηθευτή ενεργώντας αυθόρμητα και στιγμιαία και με προφανή ερασιτεχνισμό. Ως μετριαστικούς παράγοντες ο κ. Δημητρίου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του: (
  2. i)Την άμεση παραδοχή του Κατηγορουμένου 1 τόσο στις ανακριτικές αρχές όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονός, πού, όπως επισήμανε, αποδεικνύει έμπρακτα τη μεταμέλεια του. (
  3. ii)Το λευκό ποινικό του μητρώο. (iii) Τις προσωπικές, οικογενειακές και άλλες περιστάσεις του Κατηγορούμενου 1 κατά το χρόνο διάπραξης των αδικημάτων τις οποίες ανέπτυξε σε έκταση. Όσον αφορά τον Κατηγορούμενο 2 ο συνήγορος του διέκρινε ευθύς εξ αρχής την περίπτωση από εκείνη του Κατηγορουμένου 1 υπογραμμίζοντας ότι ο πελάτης του αντιμετωπίζει ολιγότερο σοβαρά αδικήματα. Όπως επισήμανε ενόψει της ηλικίας του Κατηγορουμένου 2, ο οποίος είναι κάτω των 25 ετών, και του γεγονότος ότι αυτός είναι λευκού ποινικού μητρώου, οι προβλεπόμενες για αυτά ποινές είναι κατά ανώτατο όριο 2 χρόνια. Όπως τόνισε ο κ. Ιωάννου, ο Κατηγορούμενος 2 υπήρξε σε κάποιο στάδιο χρήστης κάνναβης, εξηγώντας ότι είναι κατ' εκείνο το χρόνο που είχε διαπράξει και το αδίκημα της υπόθεσης που λαμβάνεται υπόψιν (7342/15). Όπως πρόσθεσε ακολούθησε στη συνέχεια η απόφαση του Κατηγορουμένου να ζητήσει βοήθεια για να απεξαρτηθεί με αποτέλεσμα να παραπεμφθεί από την ΥΚΑΝ στο Σταθμό Συμβουλευτικής «ΑποφασίΖΩ» όπου συνεχίζει μέχρι σήμερα να τυγχάνει σχετικής θεραπείας. Όπως υπογράμμισε τα επίδικα αδικήματα τα οποία αφορούν στο αδίκημα της κατοχής - και όχι της χρήσης - ελεγχόμενου φαρμάκου αφορούν κάνναβη που ο Κατηγορούμενος είχε από παλιά και που βασικά αμέλησε να απαλλαχτεί από την κατοχή τους. Όσον αφορά δε τις προσωπικές του περιστάσεις ο κ. Ιωάννου υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκε για αυτόν. Νομική πτυχή Όσον αφορά τη νομική πτυχή είναι καλώς γνωστή η αρχή ότι η προβλεπόμενη ποινή στο νόμο αποτελεί τη βάση από την οποίαν ξεκινά το δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής που θα επιβάλει σε συγκεκριμένο αδίκημα. Στα πλαίσια αυτά σημειώνεται ότι για τη συνωμοσία προνοείται φυλάκιση μέχρι 7 έτη, για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β φυλάκιση μέχρι 8 έτη ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές και για την κατοχή του με σκοπό την προμήθεια προνοείται φυλάκιση διά βίου ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένως τονίσει ότι η κατοχή ναρκωτικών, ειδικότερα με σκοπό την προμήθεια, αποτελεί κοινωνική μάστιγα και απαιτεί αυστηρή αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια λαμβανομένων υπόψη των πολύ σοβαρών συνεπειών που συνεπάγεται η χρήση τους στην ανθρώπινη υπόσταση γενικά. Συγκεκριμένα έχει υποδειχθεί η ανάγκη για την επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών σε όσους εμπλέκονται με ναρκωτικά, τα οποία ενσπείρουν τον πόνο και τη δυστυχία σε μεγάλο αριθμό νέων, κυρίως, ανθρώπων, καθώς και στις οικογένειες τους. Προς τούτο έχουμε υπόψη μας τη σχετική νομολογία από την οποία διαπιστώνεται πως από το σύνολο των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής έχει εδραιωθεί στη δικανική κρίση ο παράγοντας που αφορά στην αποτροπή. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη τονισθεί στη συλλογική προσπάθεια που καταβάλλεται για την καταπολέμηση της μάστιγας των ναρκωτικών, ο παράγοντας που αφορά στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι περιορισμένης σημασίας, ενώ τονίζεται ιδιαίτερα η ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών με σκοπό την αποτροπή διάπραξης τέτοιων ή παρόμοιων αδικημάτων, γενικώς. Χαρακτηριστικά παραπέμπουμε στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Χρίστου ν. Δημοκρατίας

(2007)2 Α.Α.Δ. 448: «...Τα αδικήματα που παραβιάζουν τον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων Νόμο, και ιδιαίτερα η προμήθεια και εμπορία των παρανόμων ουσιών που αναφέρονται σ' αυτόν, είναι άκρως σοβαρά. Γι΄αυτό και πρέπει να αντιμετωπίζονται με αποτρεπτικές ποινές για να προστατευθεί η κοινωνία μας από τη μάστιγα των ναρκωτικών που δυστυχώς επέλασε και στη μικρή μας χώρα, μολονότι έχει μια μικρή κοινωνία η οποία παλαιότερα ήταν συνεκτική και συνδεδεμένη. Η ιδιότητα αυτή της κοινωνίας μας απέτρεπε το είδος του εγκλήματος, ειδικά του οργανωμένου, που σήμερα όμως παρουσιάζει αυξητική τάση με πολύ αρνητικές επιπτώσεις στην ευταξία του κράτους. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού η νομολογία ορίζει πως οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου έχουν περιθωριακή συμβολή ως ελαφρυντικό στοιχείο στην επιμέτρηση της ποινής. (Βλ. Mansour and other ν Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 434, Landau ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 178, Chanine ν. Δημοκρατίας
(1987)2 Α.Α.Δ. 183 και Ρεσλάν ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 127).» Η θεώρηση της πλούσιας, δυστυχώς, νομολογίας για υποθέσεις ναρκωτικών καταδεικνύει την αυστηρή αντιμετώπιση τέτοιας φύσης αδικημάτων με την επιβολή πολύχρονων ποινών φυλάκισης, το ύψος των οποίων εξαρτάται, μεταξύ άλλων παραγόντων, από το είδος, την ποσότητα και τον σκοπό κατοχής των ναρκωτικών. Στην υπόθεση Berne ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 437 επισημάνθηκε ότι το είδος και η ποσότητα των ναρκωτικών, καθώς επίσης ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται, είναι μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν στον καθορισμό της ποινής, η οποία πρέπει να είναι ιδιαίτερα σοβαρή σε περιπτώσεις όπου η κατοχή συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας των ναρκωτικών. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 466 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών για κατοχή 1 ½ περίπου κιλού κάνναβης με σκοπό την προμήθεια. Ο εφεσείων ήταν 25 ετών, είχε λευκό ποινικό μητρώο είχε παραδεχθεί και εξέφρασε τη μεταμέλεια του. Στην υπόθεση Soleimani v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 476 επικυρώθηκε η επιβολή ποινής φυλάκισης 8 ετών στον εφεσείοντα, 26 ετών, για κατοχή σχεδόν ενός κιλού ρητίνης κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο πρόσωπο. Η ίδια ποινή για ποσότητα 733 γρ. κάνναβης επικυρώθηκε λίγο αργότερα στην υπόθεση Πολυδώρου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 492. Στην υπόθεση Ahmed κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 801 επικυρώθηκε φυλάκιση 6 ετών για το αδίκημα της κατοχής 974 γρ. ρητίνης κάνναβης παρά το λευκό ποινικό μητρώο, το νεαρό της ηλικίας, τις οικογενειακές και προσωπικές περιστάσεις των εφεσειόντων, και παρά το ότι ο ιθύνων νους ήταν άλλο πρόσωπο. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Ευρυπίδου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. αρ. 187/13, ημερ. 22.5.14, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών για το αδίκημα της κατοχής 2818.77 γρ. φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Ο εφεσείων ήταν ηλικίας σχεδόν 26 ετών, από διαλυμένη οικογένεια, με πολλές οικονομικές δυσκολίες και αντιμετώπιζε ανέκαθεν σωρεία ψυχολογικών προβλημάτων που τον οδήγησαν στην εγκατάλειψη του σχολείου αρχικά και στην απαλλαγή του από μικρό μέρος της στρατιωτικής του θητείας αργότερα. Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης έχει ήδη αναφερθεί ότι κατά την ανεύρεση της ποσότητας των 996.8 γρ. και 45.97 γρ. στο αυτοκίνητο ο συνοδηγός - Κατηγορούμενος 1 - απάντησε ότι ήταν δικά του, απαλλάσσοντας μάλιστα ρητώς τον οδηγό - Κατηγορούμενο 2, από οποιαδήποτε γνώση για αυτά. Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 1 προέβαλε ενώπιον μας πως μόνον η ποσότητα των 45.97 γρ. ανήκε στον πελάτη του, ενώ η ποσότητα των 996.8 γρ. ανήκε σε τρίτο πρόσωπο (εφεξής «ο προμηθευτής») για λογαριασμό του οποίου την παρέλαβε ο Κατηγορούμενος 1 και κατ' απαίτησιν του οποίου τη μετέφερε, κατά την ανακοπή, από το Ζύγι προς τη Λευκωσία όπου και θα του την παρέδιδε. Η θέση αυτή δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής και βεβαίως είναι στη βάση αυτής που καλείται το Δικαστήριο να επιμετρήσει την αρμόζουσα ποινή. Σημειώνουμε βέβαια πως αυτή η θέση δεν αναιρεί την παραδοχή στην κατηγορία 1 της συνωμοσίας η οποία παραπέμπει στη συμφωνία για κατοχή της πιο πάνω ποσότητας με σκοπό την προμήθεια στον προμηθευτή. Πρόκειται για σημαντική ποσότητα η οποία ανήκε σε πρόσωπο το οποίο ήταν ήδη γνωστό στον Κατηγορούμενο 1 ως έμπορος, δεδομένου ότι και ο ίδιος, ο Κατηγορούμενος 1 προμηθεύετο από εκείνον τα δικά του ναρκωτικά. Δεχόμαστε βεβαίως και συνεκτιμούμε το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν εμπλέκετο στην απόκτηση και δεν σχεδίασε τη μεταφορά των ναρκωτικών από το Ζύγι στη Λευκωσία. Υπ' αυτή την έννοια η περίπτωση του προσομοιάζει με αυτήν των εφεσειόντων στην υποθ. Ahmed (ανωτέρω), στην οποία ιθύνων νους και ιδιοκτήτης των ναρκωτικών ήταν κάποιο άλλο πρόσωπο το οποίο επίσης δεν κατέστη δυνατό να συλληφθεί και προσαχθεί ενώπιον Δικαστηρίου. Επίσης δεχόμαστε και συνεκτιμούμε το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 1 δεν είχε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από την πράξη του αυτή. Όπως όμως έχει λεχθεί στην πιο πάνω υπόθεση «.. έστω και αν ο ιθύνων νους ήταν άλλο πρόσωπο, και όχι οι εφεσείοντες, η εγκληματική αυτή ενέργεια δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί χωρίς τη συνδρομή και τις άνομες πράξεις των εφεσειόντων». Σαφέστατα ο Κατηγορούμενος 1 δεν είναι δυνατόν να καταταχθεί στους οργανωμένους εμπόρους ναρκωτικών για τους οποίους σύμφωνα με την υπόθεση Κωνσταντίνου (ανωτέρω) πρέπει να επιβάλλεται αυστηρότερη ποινή από ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές. Ανεξαρτήτως όμως αυτού εκείνο που έχει σημασία σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση είναι πως είτε τα ναρκωτικά προωθούνται με σκοπό το κέρδος είτε για οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο όφελος η κατάληξη παραμένει η ίδια, δηλαδή η διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα. Κρίνουμε πως την εικόνα αποδίδει εναργώς το ακόλουθο απόσπασμα από την Salaryand v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 541: «Έχει λέχθει - και μπορεί να το επαναλάβουμε - ότι αυστηρή τιμωρία ατόμων που ενέχονται στη χρήση ναρκωτικών, όλως ιδιαίτερα των εμπόρων ναρκωτικών και των συνεργών τους, αποτελεί στοιχειώδη άμυνα της κοινωνίας και πράξη συμβάλλουσα στην παγκόσμια εκστρατεία καταπολέμησης και, ει δυνατόν, εκρίζωσης του κακού, που έχει επανειλημμένα χαρακτηριστεί ως η «μάστιγα των ναρκωτικών.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην παρούσα περίπτωση ο Κατηγορούμενος 1 αναμφίβολα κατέστη συνεργός ενός εμπόρου ναρκωτικών. Ο ίδιος βρέθηκε από τη Λευκωσία, όπου διαμένει, στο Ζύγι με σκοπό να παραλάβει τη δική του μικρότερη ποσότητα των 45.97 γρ. Δεχόμαστε τη θέση ότι δεν είχε προσχεδιάσει τη μεταφορά της μεγαλύτερης ποσότητας, εξ ου και ήταν στο Ζύγι χωρίς δικό του όχημα ή άλλο μέσο. Όπως όμως μας έχει λεχθεί και από το συνήγορο του όταν ο προμηθευτής του ζήτησε τη μεταφορά λέγοντας του ότι ο ίδιος παρακολουθείται από την Αστυνομία - και άρα δεν ήθελε να διακινδυνεύσει - τότε ο Κατηγορούμενος 1 και δέχθηκε να συμμετάσχει αλλά και διευθέτησε αμέσως την άφιξη του Κατηγορουμένου 2 στο Ζύγι για να τον μεταφέρει πίσω στη Λευκωσία. Είναι προφανές λοιπόν πως έστω και χωρίς άμεσο οικονομικό αντάλλαγμα ο Κατηγορούμενος 1 προσέφερε σημαντική εκδούλευση και συνδρομή στον προμηθευτή ο οποίος αντιμετώπιζε δυσκολίες στη μεταφορά. Η κατάληξη της ενέργειας του αυτής δεν μπορούσε να ήταν άλλη εκτός από την συνδρομή στην διακίνηση και διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα και βεβαίως αυτό το γνώριζε πάρα πολύ καλά εξ ιδίας πείρας. Ενόψει της σοβαρότητας τέτοιας φύσης αδικημάτων και της επιτακτικής ανάγκης για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου ή άλλοι ελαφρυντικοί παράγοντες δεν πρέπει να εξουδετερώνουν την προσπάθεια των Δικαστηρίων που καταβάλλεται για την προστασία της κοινωνίας από τη σύγχρονη μάστιγα των ναρκωτικών. Έτσι, παρόλο που αυτοί δεν παραγνωρίζονται στο πλαίσιο του καθήκοντος των Δικαστηρίων για εξατομίκευση της ποινής, εντούτοις περιορισμένη βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί σε αυτούς[1]. Ιδιαίτερα δε, σε περιπτώσεις εμπορίας ναρκωτικών, όπως είναι η προκειμένη περίπτωση, έχει νομολογηθεί ότι είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό της ποινής[2]. Εντός των πιο πάνω πλαισίων για τον Κατηγορούμενο 1 λαμβάνουμε υπόψιν τους ακόλουθους ελαφρυντικούς παράγοντες: Την πλήρη συνεργασία με τις Αστυνομικές Αρχές και την ομολογία του Κατηγορουμένου 1 στην Αστυνομία κατά το στάδιο της διερεύνησης της υπόθεσης. Επισημαίνεται και το ότι ο Κατηγορούμενος 1 έδωσε στην Αστυνομία όσες πληροφορίες κατείχε σε σχέση με τον προμηθευτή ασχέτως αν αυτές τελικώς δεν οδήγησαν στον εντοπισμό του. Την άμεση παραδοχή του και στο Δικαστήριο η οποία καταδεικνύει τη μεταμέλεια του και διασώζει πολύτιμο δικαστικό χρόνο και έξοδα και του δίνει το δικαίωμα για σχετική έκπτωση στην ποινή. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης.». Σημειώνουμε βεβαίως ότι υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες εξιχνιάστηκε η υπόθεση και περαιτέρω της επιστημονικής μαρτυρίας που υπήρχε ήταν περιορισμένες και οι επιλογές του Κατηγορούμενου, με αποτέλεσμα και η παραδοχή του να έχει αναλόγως μειωμένη βαρύτητα. iii. Το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου 1 αναμφίβολα αποτελεί μετριαστικό παράγοντα. Είναι νομολογημένο πως ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο δικαιούται να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου. iv. Τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις με βάση τα όσα προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και τα όσα έχει σε έκταση αναπτύξει ενώπιον μας ο συνήγορός του. Όπως προέκυψε ο Κατηγορούμενος 1, ηλικίας 29 ετών, προέρχεται από διαλυμένη οικογένεια. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο ίδιος ήταν ηλικίας 6 ετών. Οι αναμνήσεις του από την παιδική του ηλικία είναι άσχημες λόγω της συστηματικής άσκησης βίας του πατέρα του προς την μητέρα του, της οποίας ο ίδιος ήταν μάρτυρας. Μετά την αποφοίτηση του από το Λύκειο και την εκπλήρωση των στρατιωτικών του υποχρεώσεων μετέβη στην Αθήνα για σπουδές όπου με επιτυχία κατάφερε να τις ολοκληρώσει και να εξασφαλίσει από ιδιωτικό Πανεπιστήμιο πτυχίο Αθλητικών Επιστημών. Το 2010 παρουσίασε ρευματοειδή αρθρίτιδα η οποία είναι πλέον μία χρόνια κατάσταση μη θεραπεύσιμη η οποία του προκαλεί συμπτώματα όπως σοβαρή δυσκαμψία στις αρθρώσεις και έντονους πόνους. Είναι δε αυτή η κατάσταση που τον οδήγησε να χρησιμοποιήσει την κάνναβη όχι ως μέσο ψυχαγωγίας αλλά ως αναλγητικό. Σε ό,τι αφορά την επαγγελματική του δραστηριότητα ο Κατηγορούμενος 1 εργάστηκε ευκαιριακά σε βενζινάδικο και σε μπάρ. Βοηθούσε επίσης την αδελφή του όποτε η κατάσταση της υγείας του το επέτρεπε. Οικονομικά βοηθείτο από τη μητέρα του η οποία διατηρεί γραφείο εκπαίδευσης ηλεκτρονικών υπολογιστών. v. Τα προβλήματα υγείας του Κατηγορούμενου 1 όπως τα επεξήγησε ο συνήγορός του, παρουσιάζοντας και σχετικά έγγραφα. Η μια ενότητα των προβλημάτων αυτών αφορά την ψυχική υγεία του. Έχουμε υπόψιν ότι εκείνο που έχει επηρεάσει με τον πλέον αρνητικό τρόπο και ανεξίτηλα την ψυχική του κατάσταση ήταν όταν πληροφορήθηκε ότι η αδελφή του είχε πέσει θύμα βιασμού ενόσω ήταν φοιτήτρια στην Αγγλία. Δεν έχει παρουσιαστεί κάποιο ιατρικό πιστοποιητικό για κάποιες ειδικότερες συνέπειες, πλην όμως δεχόμαστε πως ένα τέτοιο περιστατικό αναμφίβολα τον επηρέασε τραυματίζοντας τον ψυχικά. Η δεύτερη ενότητα αφορά σωματικά προβλήματα υγείας, τα οποία μάλιστα διασυνδέονται χρονικά και αιτιολογικά με το πιο πάνω ψυχικό τραύμα, σύμφωνα τουλάχιστον με όσα ανέφερε ο συνήγορος του. Εξαιτίας των προβλημάτων αυτών καθηλώθηκε σε αναπηρική καρέκλα για περίοδο 6 μηνών. Ουσιαστικά πρόκειται για συμπτώματα τα οποία συγκαταλέγονται στην κατηγορία νόσων του συνδετικού ιστού, δηλαδή ρευματοπαθειών, όπως ρητώς καταγράφεται στο σχετικό πρόσφατο ιατρικό πιστοποιητικό της Δρος Χ. Αζίνα ημ. 1.7.
  1. Τόσο από αυτό το πιστοποιητικό όσο και από άλλο του ρευματολόγου Δρος Χρυσόστομου Ζηντίλη ημ. 2.3.15 προκύπτει ότι ο Κατηγορούμενος 1 επισκέφθηκε για πρώτη φορά την Παθολογική Κλινική του Γ. Ν. Λευκωσίας το 2010 για αρθρίτιδα δεξιού αγκώνα και αριστερής ποδοκνημικής. Από το πιστοποιητικό της Δρος Αζίνα συνάγεται λεπτομερέστερα πως το 2010 παρουσίαζε οίδημα, άλγος, θερμότητα και περιορισμό κίνησης στην άρθρωση του αριστερού αγκώνα, στη δεξιά ποδοκνημική και στην εγγύς φαλαγγοφαλαγγική του 3ου δακτύλου στο δεξί χέρι. Είναι αξιοσημείωτο πως τότε δόθηκαν οδηγίες για έναρξη φαρμακευτικής αγωγής πλην όμως ο Κατηγορούμενος 1 αρνήθηκε να τη λάβει και δεν επανήλθε στο νοσοκομείο, αν και σύμφωνα με το συνήγορο του ήταν εκείνη την περίοδο που είχε καθηλωθεί σε αναπηρική καρέκλα. Συνάγεται από το ίδιο πιστοποιητικό πως επισκέφθηκε πολύ αργότερα τα Εξωτερικά Ιατρεία του Γ. Ν. Λευκωσίας, ήτοι στις 21.4.15 λόγω αρθρίτιδας αριστερής πηχεοκαρπικής, δεξιάς καρποφαλαγγικής 4ου δακτύλου, οιδήματος και άλγους αριστερού αγκώνα και χαμηλής οσφυαλγίας. Ξαναεπισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο στις 26.5.15 όπου διαπιστώθηκε επιδείνωση της οσφυαλγίας χαμηλά, επιπρόσθετα οίδημα δεξιάς ποδοκνημικής, άλγος δεξιάς κατά γόνυ άρθρωσης και οίδημα δεξιάς μετακαρποφαλαγγικής άρθρωσης 3ου δακτύλου. Με την μαγνητική τομογραφία ημερομηνίας 5.6.15 αναγνωρίστηκαν στην περιοχή της οσφύος φλεγμονώδη στοιχεία στις αποφυσιακές αρθρώσεις των κατωτέρων οσφυϊκών σπονδύλων. Στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, τουλάχιστον με βάση τα έγγραφα που έχουν προσκομιστεί, ο Κατηγορούμενος 1 δεν έλαβε φαρμακευτική αγωγή και επανήλθε για ιατρική φροντίδα χρόνια μετά την διαπίστωση του προβλήματος του, και συγκεκριμένα εκκρεμούσης της κράτησης του για τις ανάγκες της παρούσας υπόθεσης. Δεν παρουσιάστηκε οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό για την πορεία και εξέλιξη της υγείας του στο ενδιάμεσο διάστημα και ιδιαίτερα από το 2010 που καθηλώθηκε σε αναπηρικό κάθισμα μέχρι το
  2. Η διαπιστωθείσα το 2015 κατάσταση της υγείας του σίγουρα συνιστά ελαφρυντικό παράγοντα και έτσι αποτιμάται από το παρόν Δικαστήριο αφού με βάση τη σχετική νομολογία αποτελεί παράγοντα που πρέπει να συνυπολογίζεται κατά την επιλογή της κατάλληλης ποινής και την επιμέτρηση της. Όμως τα οποιαδήποτε προβλήματα υγείας τα οποία αντιμετωπίζει ένας κατηγορούμενος δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης, όταν ο νόμος και οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος καθιστούν επιτακτική τέτοια φυλάκιση[3]. Η αναφορά δε του συνηγόρου ότι η κατάσταση της υγείας του Κατηγορούμενου έχει υποτροπιάσει στις Κεντρικές Φυλακές αφού το περιβάλλον δεν ενδείκνυται σε καμία περίπτωση για τη θεραπεία του, δεν μπορεί να επενεργήσει για την αποφυγή επιβολής ποινής φυλάκισης. Για τον απλούστατο λόγο ότι ουδεμία ιατρική ή άλλη μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον μας με την οποία να βεβαιώνεται ότι η κατάσταση της υγείας του Κατηγορούμενου επιδεινώθηκε ή θα επιδεινωθεί λόγω της φυλακής[4]. Αντιθέτως, θα σημειώναμε, ότι όταν το ίδιο το Δικαστήριο ζήτησε στοιχειοθέτηση της θέσης ότι υπάρχει επιδείνωση λόγω φυλάκισης ο κ. Δημητρίου παρουσίασε δημοσίευση του Ελληνικού Ιδρύματος Ρευματολογίας η οποία αναφέρεται γενικά στη ρευματοειδή αρθρίτιδα (Τεκμήριο Α). Τονίζεται δε πως οι περί Φυλακών Κανονισμοί αναφέρονται με λεπτομέρεια στην ιατρική περίθαλψη και περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων και πρόνοιες για εξέταση από ιατρό της επιλογής του ή για παραπομπή σε οποιαδήποτε αναγκαία θεραπεία, όπως ήδη έχει γίνει. Σημειώνεται επίσης ότι σύμφωνα με τη Δρα Αζίνα στους ασθενείς αυτούς ανάλογα με την εμφάνιση και την βαρύτητα των συμπτωμάτων χορηγούνται μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, ανοσοκατασταλτικά ή και βιολογικοί παράγοντες, πράγμα που κρίνουμε ότι δεν θα παρεμποδιστεί. Σε ό,τι αφορά τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος 2 είναι αδιαμφισβήτητο με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης ότι τόσο τα ίχνη όσο και η συνολική ποσότητα των 4.8165 γραμμαρίων που αφορά η δική του εγκληματική δραστηριότητα σχετίζονται με προσωπική χρήση ναρκωτικών από τον ίδιο σε παλαιότερο χρόνο. Ως εκ τούτου η προβλεπόμενη κατά μέγιστο όριο ποινή είναι αυτή των 2 χρόνων συμφώνως της επιφύλαξης του εδαφίου
(2)του Άρθρου 30 του Ν. 29/77 ως έχει μεταγενέστερα τροποποιηθεί, δεδομένου ότι αυτός είναι κάτω των 25 ετών και δεν βαρύνεται με προηγούμενη καταδίκη για αδίκημα ναρκωτικών (ή και άλλο αδίκημα). Η νομολογία αντιμετωπίζει τους χρήστες ναρκωτικών με μεγαλύτερη επιείκεια από τους εμπόρους, και στην περίπτωση των χρηστών η εξατομίκευση της ποινής αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Σε σχέση με αυτό το θέμα παραπέμπουμε στην υπόθεση Κυπριανίδη κ.α. ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 246, και στην υπόθεση Afroughi ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 174 στην οποία έγινε αναφορά στην Παγιαβλάς ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 240, όπου υπογραμμίστηκε η διάκριση μεταξύ της σοβαρότητας των εγκλημάτων κατοχής και χρήσης ναρκωτικών, από τη μια, και εμπορίας ναρκωτικών, από την άλλη, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζεται ότι είναι οι χρήστες που συντηρούν την εμπορία των ναρκωτικών. Παραθέτουμε, επίσης, το ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα από την υπόθεση Beyki v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 60: «Είναι θεμελιωμένο ότι τα ναρκωτικά αποτελούν σοβαρότατο κίνδυνο για τον άνθρωπο, ο οποίος κίνδυνος πρέπει να καταπολεμηθεί. Οι αυστηρές ποινές που επιβάλλονται για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά είναι το μέσο που έχουν τα δικαστήρια για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Γι΄ αυτό και οι ποινές που συνήθως επιβάλλονται για τέτοια αδικήματα ενέχουν και το στοιχείο της αποτροπής. Όμως, θεμελιωμένη είναι και η αρχή της διάκρισης της σοβαρότητας των αδικημάτων που αφορούν σε εμπορία ναρκωτικών και εκείνων που αφορούν σε κατοχή και χρήση. Οι έμποροι ναρκωτικών, όπως λέχθηκε στην Afroughi (ανωτέρω), καθιστούν επάγγελμα τους τη διασπορά του θανάτου και ως εκ τούτου είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό των ποινών που επιβάλλονται σ΄ αυτούς. Για τους χρήστες ναρκωτικών, όμως, υπάρχει κάποιο περιορισμένο περιθώριο για επίδειξη επιείκειας, το οποίον (περιθώριο) σχετίζεται με την αδυναμία του ανθρώπου και ειδικά των χρηστών ναρκωτικών, ανάλογα βέβαια με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.» Ο Κατηγορούμενος 2 υπήρξε εντός του 2014 περιστασιακός χρήστης και κατόπιν παραπομπής που του έγινε από την ΥΚΑΝ με αίτημα την απεξάρτηση του εντάχθηκε από τον Μάιο του 2014 στο Σταθμό Συμβουλευτικής 'ΑποφασίΖΩ' όπου και συνεχίζει μέχρι σήμερα. Όπως δε προέκυψε τόσο από την Έκθεση Ψυχολογικής Παρακολούθησης που ετοιμάστηκε από τον πιο πάνω Σταθμό ημερ. 27/5/15 όσο και από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας σε απροειδοποίητο ουροληπτικό έλεγχο ναρκωτικών ουσιών στον οποίο υποβλήθηκε ο Κατηγορούμενος 2 που πραγματοποιήθηκε στις 27/4/15 διαπιστώθηκε αρνητική ένδειξη σε όλες τις ανιχνεύσιμες ουσίες. Αρνητική ένδειξη διαπιστώθηκε και κατά τη διενέργεια προηγούμενων ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν στις 29/7/14, 16/10/14 και 11/12/14. Σύμφωνα δε με την Έκθεση του Κέντρου ο Κατηγορούμενος 2 'βρίσκεται σε σταθερή και εντός του φυσιολογικού ορίου ψυχική κατάσταση και ανταποκρίνεται ικανοποιητικά στο σχέδιο θεραπείας του για απεξάρτηση από τη χρήση κάνναβης'. Είναι προφανές λοιπόν ότι η κατοχή των επίδικων ναρκωτικών είναι απότοκο της χρήσης στην οποία προέβαινε πριν την ένταξη του στο πιο πάνω πρόγραμμα. Η σημασία της προσπάθειας απεξάρτησης, και ακόμα ο ρόλος του Δικαστηρίου στην ενθάρρυνση του χρήστη να τη συνεχίσει, φαίνεται χαρακτηριστικά στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148: «Σε σχέση λοιπόν με το θέμα της απεξάρτησης, σημασία δεν είχε μόνο το αν ο εφεσείων τελικά πέτυχε ή όχι. Σημασία είχε και το αν προσπάθησε και πόσο. Στον όλως ιδιαίτερα ευαίσθητο τομέα των εξαρτησιογόνων ουσιών είναι χρήσιμο να γνωρίζει κανείς ότι οι πιθανότητες αποτυχίας είναι μεγάλες, ιδίως σε ανοικτό θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης όπως αυτό που πρόσφερε το ΘΕΜΕΑ. Η άποψη του Κακουργιοδικείου ότι ο εφεσείων «ούτε εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία που του δόθηκε ούτε σεβάστηκε την απόφαση του Δικαστηρίου» μας φαίνεται να υποτιμά την προσπάθεια που γίνεται για απεξάρτηση σε περίπτωση αποτυχίας. Έχουμε τη γνώμη ότι θα πρέπει η όποια προσπάθεια να αποτιμάται και να ανταμείβεται ώστε να ενθαρρύνεται ο χρήστης να τη συνεχίζει.» Διαφωτιστικό και καθοδηγητικό είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 82, στην οποία γίνεται αναφορά στην υπόθεση Καρακάννας ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 463: «Έχουμε εξετάσει την υπόθεση, η οποία μας προβλημάτισε ιδιαίτερα, όπως και κάθε υπόθεση τέτοιας φύσης. Είναι γενικά παραδεκτό πως η καλύτερη αντιμετώπιση των χρηστών ναρκωτικών είναι η παροχή βοήθειας προς αυτούς ώστε μέσα από τη διαδικασία απεξάρτησης να σταματήσουν αυτόβουλα την κακή τους έξη. Ο νομοθέτης όμως έχει διαγράψει το πλαίσιο αντιμετώπισης τέτοιων αδικημάτων. Μέσα σ΄ αυτό το πλαίσιο τα Δικαστήρια έχουν καθήκον να κινούνται. Στην επιμέτρηση βέβαια της ποινής τα Δικαστήρια έχουν ευρύτατη ευχέρεια να λειτουργήσουν σύμφωνα με τις γνωστές πλέον και καθιερωμένες αρχές σ΄ αυτόν τον τομέα της απονομής της δικαιοσύνης. Στην έφεση που μας απασχόλησε υπάρχουν πράγματι τέτοια στοιχεία που εφόσον εκτιμηθούν δεόντως οδηγούν σε διαφορετική μεταχείριση του εφεσείοντα από αυτής που έτυχε από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Πράγματι, στην πρόσφατη απόφαση μας στην υπόθεση Καρακάννα, ανωτέρω, είχαμε επισημάνει την καταλυτική σημασία που είχε στην επιμέτρηση της ποινής το γεγονός πως ο ίδιος ο εφεσείων με τη δική του θέληση παρακολούθησε πρόγραμμα απεξάρτησης. Σε κείνη την υπόθεση το πρόγραμμα ήταν επιτυχές. Στην παρούσα δεν έχουμε τέτοιο στοιχείο, μια και η προσπάθεια συνεχίζεται. Να σημειώσουμε επίσης πως ο εφεσείων άρχισε αυτή την προσπάθεια πολύ αργά στη ζωή του, δεδομένου ότι είναι χρήστης ναρκωτικών, όπως είπαμε πιο πάνω, από τα 18 του. Σημαντικό στοιχείο όμως στην υπόθεση δεν είναι μόνο η άμεση παραδοχή του στην αστυνομία και το δικαστήριο αλλά και η γενική ομολογία του πως είναι και χρήστης ναρκωτικών για τόσα χρόνια, εκδηλώνοντας με αυτή του την ομολογία το αδιέξοδο στο οποίο ζει και ταυτόχρονα επικαλούμενος βοήθεια.» To Δικαστήριο, κατά την επιμέτρηση της ποινής, οφείλει να λάβει σοβαρά υπόψη τα πιο πάνω και να ενθαρρύνει και στηρίξει τον Κατηγορούμενο 2 σε αυτή την προσπάθεια του. Περαιτέρω, λαμβάνουμε υπόψη τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου 2 όπως προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και τα όσα σχετικά έχει αναπτύξει ο συνήγορος του. Όπως προέκυψε ο Κατηγορούμενος 2 ηλικίας 23 ετών προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια και διαμένει μαζί με τους γονείς του και την αδελφή του. Είναι φοιτητής στο 4ο έτος στο Τμήμα Μηχανολόγων Μηχανικών σε ιδιωτικό Πανεπιστήμιο στη Λευκωσία. Στο παρόν στάδιο και μέχρι την έναρξη του νέου ακαδημαϊκού έτους εργάζεται στην εταιρεία εισαγωγής, πώλησης και συντήρησης μηχανημάτων που προμηθεύονται σε εργοστάσια που διατηρούν οι γονείς του όπου παράλληλα εκπαιδεύεται στο αντικείμενο του ως μηχανολόγος μηχανικός. Ο Κατηγορούμενος από την εφηβική του ηλικία περνούσε αρκετές ώρες στην επιχείρηση των γονιών του ενώ τα τελευταία χρόνια εργάζεται κιόλας στη διάρκεια των θερινών διακοπών καθώς και την περίοδο των Χριστουγεννιάτικων εορτών και του Πάσχα. Ως ελαφρυντικούς παράγοντες λαμβάνουμε ακόμα υπόψη το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορούμενου καθώς επίσης την άμεση παραδοχή του για την αξιόποινη συμπεριφορά του όπως αυτή αντικατοπτρίζεται στις επίδικες κατηγορίες που παραδέκτηκε, τόσο στην Αστυνομία όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, και τη συνεργασία του με τις Αστυνομικές Αρχές. Τόσο η παραδοχή του Κατηγορούμενου 2 όσο και η προσπάθεια που καταβάλλει για απεξάρτηση αποδεικνύουν την έμπρακτη μεταμέλεια του για τα αδικήματα που διέπραξε και την αποφασιστικότητα του να θέσει ένα τέρμα σε μία νοσηρή κατάσταση. Για τον Κατηγορούμενο 2 λάβαμε επίσης υπόψιν ότι για τις ανάγκες διερεύνησης της υπόθεσης παρέμεινε υπό 8ήμερη προσωποκράτηση. Θεωρούμε ότι η περίπτωση του σαφώς διακρίνεται από αυτή του Κατηγορουμένου 1, ενόψει της μικρής ποσότητας, του σκοπού κατοχής και όσων άλλων σημειώσαμε ανωτέρω και ως εκ τούτου κρίνουμε πως δύναται να τύχει χειρισμού με χρηματική ποινή, σε αντίθεση με τον Κατηγορούμενο 1 για τον οποίον η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι η φυλάκιση. Συνεκτιμώντας αφενός τη σοβαρότητα των αδικημάτων, τις προβλεπόμενες ποινές και την ανάγκη για αποτροπή και αφετέρου τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, καθώς και όλους τους ελαφρυντικούς παράγοντες κρίνουμε κατάλληλες και επιβάλλουμε: Στον Κατηγορούμενο 1: Στην κατηγορία 1: Καμιά ποινή έχοντας υπόψιν ότι θα επιβληθεί ποινή στο ουσιαστικό αδίκημα. Στην κατηγορία 2: Καμιά ποινή δεδομένου ότι τα γεγονότα της εμπεριέχονται στα γεγονότα της κατηγορίας 3. Στην κατηγορία 3: Φυλάκιση 4,5 ετών. Στην κατηγορία 4: Φυλάκιση 6 μηνών. Στον κατηγορούμενο 2: Στην κατηγορία 6 πρόστιμο €500. Στην κατηγορία 7 πρόστιμο €2.500. Οι ποινές φυλάκισης για τον Κατηγορούμενο 1 να συντρέχουν και να ξεκινούν από τις 22.1.15 που τέθηκε υπό κράτηση. Τα ναρκωτικά κατάσχονται προς καταστροφή από την Αστυνομία. Τα υπόλοιπα τεκμήρια, ήτοι τα κινητά τηλέφωνα και το σακίδιο, να επιστραφούν στους νόμιμους δικαιούχους τους. Το ποσόν των €5.000 που είχε κατατεθεί εκ μέρους του Κατηγορούμενου 2 να επιστραφεί στον νόμιμο δικαιούχο αφού προηγουμένως αφαιρεθούν τα ποσά των χρηματικών ποινών στην παρούσα υπόθεση, ήτοι €3.000. (υπ.) ................ Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (υπ) ................ Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. (υπ) ................ Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. [1]Δέστε Παναγιώτου v. Δημοκρατίας (ανώτερω) και Tomatari v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 169. [2] Δέστε Beyki v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 60 [3] Δέστε Attorney-General v. Mavrokefalos
(1966)2 C.L.R. 93 και Christinel v. Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 742 [4] Δέστε Σοφοκλέους ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 144 και Kara v. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 239. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.