← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γεώργιος ΠΑΣΤΕΛΛΑΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7811/13, 16/7/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Γεώργιος ΠΑΣΤΕΛΛΑΣ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 7811/13, 16/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B92 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7811/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον 1. Γεώργιος ΠΑΣΤΕΛΛΑΣ 2. Βασιλική ΑΝΔΡΕΟΥ Κατηγορουμένων ----------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16 Ιουλίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Χ' Κωνσταντή Για τους Κατηγορούμενους αρ. 1 και 2: κα Β. Κλεόπα Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 ήταν σύζυγοι. Πριν από κάποιο χρονικό διάστημα αγόρασαν από την παραπονούμενη Χαρούλλα Συμιλλίδου ένα ακίνητο στην οδό Αμφιάραου 6 στο Καϊμακλί. Το εν λόγω ακίνητο μεταβιβάστηκε επ' ονόματι της κατηγορούμενης 2. Μεταξύ κατηγορουμένων και παραπονούμενης υπάρχουν πολλές διαφορές σε σχέση, μεταξύ άλλων, με το πραγματικό συμφωνηθέν τίμημα και την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου. Σημειώνω ότι η παραπονούμενη μετά την πώληση και μεταβίβαση του εν λόγω ακινήτου επ' ονόματι της κατηγορούμενης 2 συνέχισε να διαμένει στο ακίνητο υπό την ιδιότητα του ενοικιαστή τα θέματα αυτά που δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση, εξ όσων έγινε αντιληπτό, αποτελούν αντικείμενα άλλων δικαστικών διαδικασιών μεταξύ τους. Εκείνο που είναι σαφές είναι ότι οι σχέσεις τους (κατηγορουμένων‑ παραπονούμενης) δεν βρίσκονται σε καθόλου καλό σημείο και η υπό κρίση υπόθεση δεν είναι η μοναδική φορά που η κατηγορούμενη έχει υποβάλει καταγγελίες στην Αστυνομία εναντίον, τουλάχιστον του κατηγορούμενου 1. Όπως διαφάνηκε υπάρχουν και άλλες ποινικές υποθέσεις, που είτε εκκρεμούν είτε εκδικάστηκαν ενώπιον άλλων Δικαστηρίων. Σε ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση, ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει την κατηγορία της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη και ειδικότερα ότι στις 23 Οκτωβρίου του 2012 επιτέθηκε εναντίον της Χαρούλλας Συμιλλίδου και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη και ότι την ίδια ημερομηνία εισήλθε στην οικία που βρίσκεται στην κατοχή της Χαρούλλας Συμιλλίδου με σκοπό να της προκαλέσει όχληση. Με τη δεύτερη αυτή κατηγορία είναι αντιμέτωπη και η δεύτερη κατηγορούμενη. Καθίσταται από την αρχή σαφές ότι η οικία περί ης ο λόγος είναι η οικία στην οδό Αμφιάραου 6 στο Καϊμακλί. Για την παρούσα υπόθεση κλήθηκαν και έδωσαν μαρτυρία από πλευράς κατηγορούσας αρχής η παραπονούμενη Χαρούλλα Συμιλλίδου, ο Δρ Μ. Ηροδότου που τη δεδομένη ημερομηνία υπηρετούσε στο ΤΑΕΠ (Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών) του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και η Γυναίκα Αστυφύλακας 3288, Σ. Ζάκου. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή και αφού οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία, τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους και έδωσαν και οι δύο ένορκη μαρτυρία. Κλήθηκε επίσης ως μάρτυρας υπεράσπισης η υπάλληλος της Αρχής Ηλεκτρισμού Παυλίνα Σίφουνα. Ήταν η θέση της παραπονούμενης ότι την επίδικη ημερομηνία ήταν η νόμιμη κάτοχος του ακινήτου στην οδό Αμφιάραου 6, αφού εντός της οικίας βρισκόταν η περιουσία της. Δεν διέμενε όμως εκεί είπε ότι εκείνη την ημέρα έλαβε τηλεφώνημα από γειτόνισσα της ότι οι κατηγορούμενοι βρίσκονται εντός της οικίας της και απομακρύνουν την περιουσία της. Μετέβηκε στο μέρος όπου συνάντησε τους κατηγορούμενους. Είδε τον πρώτο κατηγορούμενο να βγάζει από το σπίτι τα πράγματα της και να τα βάζει σε φορτηγό. Αμέσως τηλεφώνησε στην αστυνομία και μιλούσε σχετικά στο τηλέφωνο υποβάλλοντας καταγγελία. Είχε συσκευή Βluetooth στο αυτί της. Θέση της ήταν ότι την πλησίασαν οι κατηγορούμενοι και άρχισε μια έντονη συζήτηση. Όταν ο κατηγορούμενος 1 αντελήφθηκε ότι η ίδια μιλούσε με την αστυνομία, χτύπησε με το δεξί του χέρι πάνω στο bluetooth που είχε στο αυτί της το οποίο έπεσε στο έδαφος. Η κατηγορούμενη 2 το πήρε από το έδαφος και της το έδωσε. Η ίδια απευθυνόμενη στον κατηγορούμενο 1 του είπε να μην βγάλει άλλα πράγματα από το σπίτι γιατί έρχεται η αστυνομία και αυτός της έδωσε ένα πάτσο με το δεξί του χέρι πάνω στο αριστερό της μάγουλο και μάτι. Ο κατηγορούμενος 1 φώναζε πολύ δυνατά, της έλεγε να βγει έξω από το κάγκελο του σπιτιού και ότι το σπίτι είναι δικό του. Επίσης την εξύβρισε. Η ίδια βγήκε εκτός του χώρου της οικίας, πήγε στο αυτοκίνητο της που βρισκόταν στη γωνιά και περίμενε να έρθει η αστυνομία. Όταν ήρθαν οι αστυνομικοί, πήγαν όλοι μαζί στο Σταθμό. Υπέβαλε προφορικά παράπονο για την επίθεση, πήρε ιατρικό παραπεμπτικό, εξετάστηκε από γιατρό στο ΤΑΕΠ ο οποίος την παρέπεμψε και σε οφθαλμίατρο. Θέση της ήταν ότι ενώ η ίδια είχε αλλάξει την κλειδαριά του σπιτιού στις 13/9/2012, ο κατηγορούμενος 1 την είχε ξαναλλάξει στις 23/10/2012. Όπως αναφέρει επίσης στην κατάθεση της ο λόγος που δεν είχε εγκατασταθεί ακόμα στο σπίτι στην οδό Αμφιάραου 6 ήταν ότι χρωστούσε ρεύμα και νερό, προσπάθησε να κάνει διακανονισμό για να τα πληρώνει με το μήνα χωρίς αποτέλεσμα. Θέση της ήταν ότι αν μπορούσε να είχε ρεύμα και νερό θα διέμενε στο σπίτι στην οδό Αμφιαράου από τον Αύγουστο του 2012 γιατί το διαμέρισμα στο οποίο έμενε και ανήκει στον Οργανισμό Χρηματοδότησης Στέγης, της είχαν δώσει διορία μέχρι τα Χριστούγεννα να το εγκαταλείψει. Όπως επίσης ανέφερε, όταν εξελισσόταν το επίδικο επεισόδιο, ο κατηγορούμενος 1 ισχυρίστηκε ότι η ίδια έστειλε μήνυμα στη σύζυγο του, κατηγορούμενη 2, να πάνε να πάρουνε τα πράγματα της από το σπίτι στην οδό Αμφιάραου και να της τα μεταφέρουν στο διαμέρισμα πράγμα το οποίο η ίδια ουδέποτε έκανε γιατί δεν είχε κανένα σκοπό να εγκαταλείψει το σπίτι στην οδό Αμφιάραου. Θέση της ήταν ότι η επικοινωνία της με τη κατηγορούμενη 2 ήταν για εντελώς άλλα θέματα. Εξήγησε επίσης στο Δικαστήριο ότι μετά που πώλησε το σπίτι στους κατηγορούμενους η ίδια παρέμεινε ως ενοικιαστής. Όταν άρχισαν τα προβλήματα και οι διαφωνίες τους, τον Μάιο του 2012 κατόπιν συμβουλών της δικηγόρου του κατηγορούμενου 1 έφυγε από το σπίτι στην Αμφιαράου παίρνοντας κάποια πράγματα, αφήνοντας όμως τα περισσότερα πράγματα της εκεί γιατί αν δεν μετακόμιζε αμέσως θα έχανε το σπίτι που της έδωσε ο Οργανισμός Χρηματοδότησης Στέγης. Ουδέποτε όμως έδωσε κλειδί στον κατηγορούμενο και ουδέποτε του παρέδωσε την οικία στην οδό Αμφιαράου. Τον Αύγουστο του 2012 η δικηγόρος των κατηγορουμένων της είπε να πάει πίσω στο σπίτι στην οδό Αμφιάραου γιατί οι κατηγορούμενοι δεν συμφωνούν να της δώσουν άλλα χρήματα. Έτσι, άρχισε να παίρνει σιγά σιγά τα πράγματα της πίσω στο σπίτι στην οδό Αμφιαράου και προσπαθούσε να κανονίσει το θέμα του ρεύματος και του νερού. Αντεξεταζόμενη αρνήθηκε ότι το σπίτι στην οδό Αμφιαράου 6 ανήκει στον κατηγορούμενο 1 και την κατηγορούμενη 2, θέση της ήταν ότι δεν τίμησαν το συμβόλαιο για την πώληση και αγορά του και ότι με το ζόρι μπήκαν στο σπίτι. Θέση της ήταν επίσης ότι η ίδια ουδέποτε εγκατέλειψε την οικία στην Αμφιάραου 6 και μάλιστα ότι, πριν να γίνει το συγκεκριμένο επεισόδιο, 2 ‑ 3 φορές προηγουμένως είχε πάει να καθαρίσει το σπίτι πάνω για να μπορέσει να κατοικήσει σε αυτό. Δέχτηκε ότι δεν γνώριζε αν την επίδικη ημέρα του επεισοδίου το σπίτι είχε ρεύμα και νερό και δέχτηκε επίσης ότι δεν γνωρίζει σίγουρα ότι ο κατηγορούμενος 1 άλλαξε την κλειδαριά επειδή δεν την άφησε να μπει στο σπίτι και να διαπιστώσει τι έγινε. Δέχτηκε επίσης τη θέση που της υποβλήθηκε, ότι μετά που εκδικάστηκε η πρώτη υπόθεση μεταξύ τους από άλλο Δικαστήριο μετάνιωσε και πήρε τηλέφωνο την κατηγορούμενη 2 και της είπε να της μεταφέρουν τα πράγματα της από την οδό οδό Αμφιαράου στο διαμέρισμα της στην οδό Εφέσσου. Ενώ συμφώνησε με αυτή τη θέση, προέβαλε μετά τον ισχυρισμό ότι κατήγγειλε τους κατηγορούμενους για κλοπή γιατί έλειπε μέρος της περιουσίας της. Σε ό,τι αφορά την επίθεση που κατ' ισχυρισμό δέχτηκε από τον κατηγορούμενο 1 όταν της υπεβλήθη ότι στην κατάθεση της στην αστυνομία δεν αναφέρει δύο πάτσους αλλά μόνον έναν, ισχυρίστηκε ότι ήταν δύο οι φορές που την χτύπησε, στον πρώτο πάτσο έπεσε κάτω το Bluetooth και μετά της έδωσε τον δεύτερο πάτσο, στο μάγουλο και το μάτι. Η Γ/Αστυφύλακας 3288 Ζάκου, ήταν το πρόσωπο που έλαβε το παράπονο από την παραπονούμενη και της χορήγησε το ιατρικό πιστοποιητικό. Μετά που η παραπονούμενη εξετάστηκε της πήρε το ιατρικό έντυπο συμπληρωμένο με τα ευρήματα του Δρ Μ. Ηροδότου. Έλαβε επίσης την γραπτή κατάθεση - καταγγελία της παραπονουμένης. Στις 28/10/2012 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον πρώτο κατηγορούμενο το όποιον και κατηγόρησε γραπτώς, ενώ στις 31/10/2012 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τη δεύτερη κατηγορούμενη την οποία ακολούθως επίσης κατηγόρησε γραπτώς. Και οι δύο αρνήθηκαν τις κατηγορίες που τους απαγγέλθηκαν. Αντεξεταζόμενη αρνήθηκε ότι μεροληπτεί υπέρ της παραπονούμενης και ότι η δεύτερη τουλάχιστον κατηγορία που συμπεριλαμβάνεται στο υπό κρίση κατηγορητήριο, αυτή της παράνομης εισόδου με σκοπό την ενόχληση, δεν έχει γίνει επί τη βάση των όσων η παραπονούμενη της είχε αναφέρει την επίδικη μέρα, αλλά με βάση όλα τα οποία γνωρίζει για όλες τις υποθέσεις που εκκρεμούν μεταξύ τους. Η μάρτυρας αρνήθηκε ότι διακατέχεται από αρνητικά αισθήματα εναντίον των κατηγορουμένων αλλά δέχτηκε ότι γνώριζε το ιστορικό της υπόθεσης από προηγούμενες καταγγελίες της παραπονούμενης εναντίον των κατηγορούμενων για παράνομη είσοδο, αναφέροντας ότι ουδέποτε η παραπονούμενη αναίρεσε προηγούμενη κατάθεση της. Όταν ερωτήθηκε για το πώς κατέληξε να τους κατηγορήσει για το αδίκημα της παράνομης εισόδου, είπε ότι στηρίχτηκε στη θέση της παραπονούμενης ότι ο κατηγορούμενος 1 είχε αλλάξει την κλειδαριά αλλά δεν πήγε επί τόπου ούτε και διερεύνησε κατά πόσο όντως έγινε αλλαγή της κλειδαριάς. Θέση της ήταν ότι εξέτασε την υπόθεση όπως όλες τις υποθέσεις που καταλήγουν κοντά της και όταν ρωτήθηκε γιατί δεν κατηγόρησε τότε τον κατηγορούμενο 1 και για εξύβριση αφού θέση της Συμιλλίδου ήταν ότι την εξύβρισε, είπε ότι δε θυμάται να της υπέβαλε καταγγελία για αυτό η παραπονούμενη. Της υπεβλήθη επίσης ότι o κατηγορούμενος 1 είχε υποβάλει καταγγελίες εναντίον της Συμιλλίδου τις οποίες η ίδια δεν προώθησε, θέση που αρνήθηκε. Δεν θυμόταν κατά πόσο παρατήρησε οποιεσδήποτε εξωτερικές κακώσεις στην παραπονούμενη όταν πήγε να υποβάλει την καταγγελία της. Ο Δρ Μ. Ηροδότου την επίδικη μέρα εξέτασε την παραπονούμενη στο ΤΑΕΠ (Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών) του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Σύμφωνα με το πιστοποιητικό του «Η παραπονούμενη αναφέρει ότι χτυπήθηκε από άλλο άτομο, φέρει εκχύμωση μετά τοπικής ερυθρότητας στην αριστερή ζυγωματική περιοχή, παραπονείται δια θαμβός οράσεως, παραπέμπεται για οφθαλμολογική εξέταση.». Συμφώνησε ότι όλα όσα του ανέφερε παραπονούμενη είναι υποκειμενικά συμπτώματα και ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει ούτε το λόγο ούτε την γενεσιουργό αιτία για αυτά τα τραύματα και/ή τα συμπτώματα της. Όπως ανέφερε, εξ όσων θυμάται όπως είδε την παραπονούμενη το τραύμα που έφερε δεν μπορεί να είχε προκληθεί πέραν των 12 ωρών από την ώρα που την είδε. Δεν γνωρίζει ποιο ήταν το αποτέλεσμα της οφθαλμολογικής εξέτασης. Το πιστοποιητικό της Δρ Ελένης Λουκιανού, Χειρούργου Οφθαλμίατρου στο Νοσοκομείο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ', κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9 στο οποίο αναφέρει τα ακόλουθα: «Η ασθενής ανάφερε ξυλοδαρμό, δηλαδή και κάκωση αριστερού οφθαλμού, κατά την οφθαλμολογική εξέταση η οπτική οξύτητα στον αριστερό οφθαλμό ανέρχεται σε 8/10 SC, η βυθοσκόπηση δεν έδειξε παθολογικά ευρήματα από τον βυθό. Παρατηρείται περιοφθαλμικό οίδημα και ήπιο οίδημα επίπεφυκωτος στον αριστερό οφθαλμό. Συνεστήθηκε επανεξέταση σε 1 εβδομάδα». Σε σχέση με το πιστοποιητικό αυτό έγιναν παραδεκτά τα ευρήματα της γιατρού, όχι όμως η αιτία όπως την περιγράφει η γιατρός η οποία προέρχεται από πληροφόρηση της από την παραπονούμενη. Ο κατηγορούμενος 1 στη γραπτή του δήλωση αναφέρει το ιστορικό αγοράς του επίδικου ακινήτου στην Αμφιάραου 6. Συμφώνησε ότι η παραπονούμενη μετά την πώληση συνέχισε να μένει σε αυτό και υπεγράφη σχετικά ενοικιαστήριο συμβόλαιο το οποίο η παραπονούμενη ουδέποτε τήρησε αλλά επειδή αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας αποφάσισαν με την πρώην σύζυγο του και κατηγορούμενη 2 να μην προχωρήσουν με διαδικασίες έξωσης. Η παραπονούμενη εν τω μεταξύ αγόρασε σπίτι με δάνειο από τον Οργανισμό Χρηματοδότησης Στέγης στην οδό Εφέσου 6 και της ζήτησε τότε να του παραδώσει το ακίνητο στη οδό Αμφιαράου. Η απάντηση της ήταν αρνητική και εκκρεμούν σχετικά δικαστικές διαδικασίες και διάφορα άλλα θέματα ενώπιον των δικηγόρων τους. Τον Μάιο του 2012 η παραπονούμενη εγκατέλειψε το σπίτι στην οδό Αμφιάραου 6 γιατί θα έχανε το σπίτι που της παραχωρήθηκε από τον Οργανισμό. Μετά που η παραπονούμενη μετακόμισε στην οδό Εφέσου 6, ο ίδιος της ζητούσε να του παραδώσει τα κλειδιά του σπιτιού στην οδό Αμφιαράου αλλά ήταν αρνητική. Την Πέμπτη 6/9/2012 ο ίδιος με άλλα πρόσωπα μετέβηκαν στην οδό Αμφιάραου 6, μπήκαν εντός του υποστατικού και για την υπόθεση αυτή αντιμετώπισε άλλη ποινική δικαστική διαδικασία. Θέση του ήταν ότι είχε δώσει διορία στην παραπονούμενη να πάρει τα πράγματα από το σπίτι οδό Αμφιάραου 6 μέχρι τις 10 Σεπτεμβρίου του 2012 διαφορετικά θα τα μετέφερε ο ίδιος σε αποθήκη για την ασφαλή φύλαξη τους μέχρι η παραπονούμενη να πάει να τα πάρει. Ήταν επίσης η θέση του ότι η παραπονούμενη τέλη Σεπτεμβρίου του 2012 αρχές Οκτωβρίου του 2012 προσπαθούσε επίμονα να επικοινωνήσει με τη δεύτερη κατηγορούμενη. Όταν της απάντησε τελικά το τηλέφωνο η δεύτερη κατηγορούμενη, η παραπονούμενη της είπε ότι η ιστορία μεταξύ τους έπρεπε να τελειώσει και την κάλεσε όπως μεριμνήσει μαζί με τον κατηγορούμενο 1 για μεταφορά των όποιων περιουσιακών της στοιχείων έμειναν στην Αμφιάραου 6 στην οδό Εφέσου. Συνεπεία αυτού ο ίδιος και η δεύτερη κατηγορούμενη προέβηκαν σε απαραίτητες ενέργειες για αποκατάσταση της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος στην οδό Αμφιάραου 6 η οποία και αποκαταστάθηκε στις 19/10/2012. Στις 23/10/2012 πήγε μαζί με τη δεύτερη κατηγορούμενη στην Αμφιάραου 6 να εκτελέσουν τις οδηγίες της παραπονούμενης, δηλαδή να της μεταφέρουν τα πράγματα της. Η παραπονούμενη εμφανίστηκε εκεί ξαφνικά και ήταν απίστευτα εχθρική μαζί τους, τον έβριζε και δεν σταματούσε να μιλά στο τηλέφωνο έντονα. Ο ίδιος με το δεξί του χέρι χωρίς να την ακουμπήσει απομάκρυνε το ακουστικό από το αυτί της, οπόταν μια ξαφνική κίνηση της παραπονούμενης είχε ως αποτέλεσμα να του πέσει το ακουστικό στο έδαφος. Το μάζεψε η δεύτερη κατηγορούμενη και της το έδωσε. Θέση του ήταν ότι την επίδικη μέρα εισήλθε στο υποστατικό μετά από άδεια της παραπονούμενης και σε καμία περίπτωση δεν την χτύπησε είτε μια είτε δύο φορές, ούτε κατά την απομάκρυνση του ακουστικού από το αυτί της. Στις ίδιες γραμμές κινήθηκε και η μαρτυρία της δεύτερης κατηγορούμενης η οποία επιβεβαίωσε ότι η παραπονούμενη της έστελλε μηνύματα, της τηλεφωνούσε και τη χρησιμοποιούσε σαν μεσάζων για να επικοινωνά με τον πρώτο κατηγορούμενο. Επιβεβαίωσε ότι της ζήτησε να πάει μαζί με τον κατηγορούμενο 1 στο σπίτι στην οδό Αμφιαράου και να της μεταφέρουν τα πράγματα της στην οδό Εφέσου. Είπε ότι δεν έχει κανένα λόγο να υποστηρίζει τον πρώτο κατηγορούμενο με τον οποίο εν τω μεταξύ χώρισαν και ο χωρισμός τους ήταν ιδιαίτερα άσχημος. Διαφώνησε ότι ο κατηγορούμενος 1 χτύπησε την παραπονούμενη είτε μια είτε δύο φορές την επίδικη ημέρα, επιβεβαίωσε ότι ο κατηγορούμενος 1 απλά απομάκρυνε με το χέρι του την συσκευή Bluetooth από το αυτί της παραπονούμενης το οποίο ακολούθως έπεσε στο έδαφος και η ίδια το μάζεψε και της το έδωσε. Επέμενε ότι την επίδικη μέρα μετέβηκε με τον κατηγορούμενο 1 στην οδό Αμφιάραου 6 μετά από οδηγίες της παραπονούμενης για να μεταφέρουν τα πράγματα της, η ίδια μάλιστα ήταν αυτή που είχε πει στον πρώτο κατηγορούμενο ότι αυτό της είχε ζητήσει η παραπονούμενη σε τηλεφώνημα τους γι' αυτό και διευθέτησαν και πήραν αυτοκίνητο για να της φορτώσουν τα πράγματα της. Η Παυλίνα Σίφουνα υπάλληλος της ΑΗΚ είχε στη φύλαξη της το φάκελο που αφορά την οικία στην οδό Αμφιάραου 6 στο Καϊμακλί και ανέφερε ότι ο λογαριασμός ρεύματος ήταν συνδεδεμένος στο όνομα της Χαρούλλας Συμιλλίδου από το 1989 μέχρι τις 25/6/2012. Εκείνη την ημέρα, 26/6/12 διακόπηκε η παροχή επειδή υπήρχε υπόλοιπο οφειλόμενο εκ 539,34 ευρώ. Το ποσό αυτό μεταφέρθηκε σε άλλο λογαριασμό ρεύματος που διατηρεί η Συμιλλίδου στην οδό Εφέσου στη Λευκωσία και έχει εξοφληθεί. Το ρεύμα στην οδό Αμφιάραου 6 επανασυνδέθηκε στις 19/10/2012 μετά από αίτημα της Βασιλικής Αντρέου. Από τις 25/6/2012 μέχρι τις 19/10/2012, υπάρχει μηδενική κατανάλωση, ενώ η επόμενη καταγραφή που είναι στις 27/11/2012 δείχνει ότι υπήρξε κατανάλωση και συγκεκριμένα 112 κιλοβατώρες (
  2. kw)από την ημερομηνία επανασύνδεσης, 19/10/2012 μέχρι 27/11/2012. Βεβαίως δεν γνωρίζει ποιός έκανε την κατανάλωση, το μόνο που γνωρίζει είναι ότι ο λογαριασμός επανασυνδέθηκε και είναι στο όνομα της κατηγορούμενης 2. Αξιολόγηση Μαρτυρίας: Η Νομολογία έχει καθορίσει διάφορες παραμέτρους σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.09. Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενα του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Λαμβάνονται επίσης υπόψη, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων στα όσα αναφέρει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο. Η ειλικρίνεια ενός μάρτυρα κρίνεται από τη θετικότητα, την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό του. σχετικές είναι οι αποφάσεις C & Α Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1 Β Α.Α.Δ. 1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη, Π.Ε. 10825, ημερ. 26.3.2002 και Δημήτρης Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 75/2005, ημερ. 26.1.
  1. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες στο Δικαστήριο ενώ έδιδαν την μαρτυρία τους και παρακολούθησα τις αντιδράσεις τους, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους έχουν τεθεί όπως επίσης και την όλη στάση τους στη διαδικασία. Θεωρώ ότι η αξιολόγηση τους δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα προβλήματα. Ο μάρτυρας κατηγορίας 1 Δρ Μ. Ηροδότου ήταν ουσιαστικά τυπικός μάρτυρας, επανέλαβε τα ευρήματα του χωρίς να γνωρίζει τη γενεσιουργό αιτία των όσων διαπίστωσε. Αυτή είναι η μοναδική αξία της μαρτυρίας του. Τα ίδια ισχύουν και για το ιατρικό πιστοποιητικό της Δρ. Ελένης Λουκιανού, Χειρούργου Οφθαλμίατρου. Η ΜΚ2 Ζάκου όντως θεωρώ ότι για να προωθήσει τη συγκεκριμένη καταγγελία έλαβε υπόψη της όλα όσα γνώριζε για τις διαφορές παραπονουμένης ‑ κατηγορουμένων από προγενέστερη ημερομηνία. Δεν θεωρώ όμως ότι διακατέχεται από αρνητικά αισθήματα εναντίον των κατηγορούμενων ή μεροληπτεί υπέρ της παραπονούμενης. Σίγουρα ήταν λάθος της το ότι δεν πήγε να διαπιστώσει αν όντως είχε γίνει αλλαγή της κλειδαριάς την επίδικη μέρα από τον κατηγορούμενο 1 ως της κατάγγειλε η παραπονούμενη. Επίσης μου δημιουργεί έκπληξη το γεγονός ότι στην καταγγελία της παραπονούμενης εναντίον του κατηγορούμενου 1 συμπεριλαμβάνεται καταγγελία για απειλές και εξυβρίσεις και ότι και ο πρώτος κατηγορούμενος της είπε ότι η παραπονούμενη τον εξύβριζε και τον απειλούσε αλλά η μάρτυρας αυτή δεν θεώρησε σωστό να συμπεριλάβει και αυτές τις κατηγορίες στο κατηγορητήριο. Δέχομαι επίσης ότι λόγω της ελλειπούς της διερεύνησης σε σχέση με την 2η κατηγορία το τι την οδήγησε να κατηγορήσει τους κατηγορούμενους 1 και 2 για το αδίκημα της παράνομης εισόδου ήταν τα όσα από προηγούμενες υποθέσεις γνώριζε, κάτι το οποίο εξάλλου παραδέχτηκε. Σίγουρα αυτός ο τρόπος δεν είναι ο ενδεδειγμένος για τη διερεύνηση μιας ποινικής υπόθεσης που καταλήγει στο Δικαστήριο. Η παραπονούμενη δεν μου έχει κάνει καλή εντύπωση. Σίγουρα διακατέχεται από πολύ αρνητικά αισθήματα εναντίον και των δύο κατηγορουμένων και ήταν άκρως υπερβολική. Θεωρώ περαιτέρω ότι υπάρχουν κάποιες αντιφάσεις στη μαρτυρία της που έχουν ιδιαίτερη σημασία σε ότι αφορά την αξιοπιστία της. Όπως επίσης και κάποιες παραδοχές οι οποίες είναι σε αντίθεση με τα όσα έχει καταγγείλει. Στη γραπτή της καταγγελία που έδωσε στην αστυνομία την ημέρα του επεισοδίου, δεν αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος 1 της έδωσε δύο πάτσους. Είναι σαφής η θέση της ότι ο κατηγορούμενος 1 κτύπησε με το δεξί του χέρι το Βluetooth που είχε στο αυτί της το οποίο ακολούθως έπεσε στο έδαφος και μετά ισχυρίζεται ότι της έδωσε «ένα» πάτσο με το δεξί του χέρι στο αριστερό της μάγουλο και μάτι. Εάν όντως τις έδιδε δύο πάτσους αυτό θα περιέγραφε και στην κατάθεση της. Παραδέκτηκε ότι την επίδικη ημερομηνία αλλά και από αρκετό καιρό προηγουμένως και συγκεκριμένα από τον Μάιο του 2012 δεν διέμενε στην επίδικη οικία, στην οποία δεν ήταν συνδεδεμένο το νερό και το ρεύμα. Θέση της ήταν ότι υπήρχαν εκεί τα περιουσιακά της στοιχεία και πρόθεση της ήταν να επανεγκατασταθεί. Είπε ότι ο κατηγορούμενος 1 άλλαξε την κλειδαριά την επίδικη μέρα για να δεχτεί όμως στην αντεξέταση της ότι αυτό δεν το γνωρίζει, το υπολογίζει, γιατί ουδέποτε ανέβηκε στο πάνω μέρος της οικίας για να διαπιστώσει κάτι τέτοιο. Θέση της επίσης κατά την κυρίως εξέταση της ήταν ότι δεν έδωσε οδηγίες στην κατηγορούμενη 2 μαζί με τον κατηγορούμενο 1 να πάρουν τα πράγματα της από την οδό Αμφιάραου και να της τα μεταφέρουν στην οδό Εφέσου, αλλά αυτό ακριβώς παραδέχτηκε στην αντεξέταση της από την κυρία Κλεόπα. Ήταν η θέση της επίσης ότι ο λόγος που δεν είχε μετακομίσει ακόμα στην οδό Αμφιάραου ήταν επειδή βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με την ΑΗΚ για επανασύνδεση του ρεύματος και όταν της υπεβλήθη ότι την επίδικη μέρα, 23/10/2012, το ρεύμα είχε ήδη συνδεθεί όπως και το νερό, είπε ότι δεν το γνώριζε αυτό ούτε και το διαπίστωσε. Εντύπωση μου κάνει η θέση της μετά την παραδοχή της, ότι είπε στην κατηγορούμενη 2 να πάνε μαζί με τον κατηγορούμενο 1 και να πάνε να πάρουν τα πράγματα της από την οδό Αμφιαράου και να της τα πάρουν στην οδό Εφέσου, μετά τους κατήγγειλε για κλοπή. Όλα αυτά κατά την άποψη μου δείχνουν τα έντονα αρνητικά αισθήματα της εναντίον των κατηγορουμένων. Όπως την έχω δει επίσης στο εδώλιο, τα αρνητικά αυτά συναισθήματα ήταν ολοφάνερα όπως και η θέση της ότι οι εκκρεμότητες της με τους κατηγορούμενους δεν έχουν ακόμα τελειώσει. Σε ό,τι αφορά την επίθεση που έχει περιγράψει από τον πρώτο κατηγορούμενο και πάλι όπως έχω ήδη αναφέρει εντοπίζονται αντιφάσεις αλλά και προσπάθειες κατά την αντεξέταση της να διορθώσει τα κενά της καταγγελίας της σε σχέση με την προφορική της μαρτυρία στο Δικαστήριο αναφέροντας τους δύο πάτσους που κατ' ισχυρισμό της έδωσε ο κατηγορούμενος. Η μαρτυρία της Παυλίνας Σίφουνα ΜΥ1 ουσιαστικά έμεινε αναντίλεκτη και με ασφάλεια εξάγεται από αυτή το εύρημα ότι η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στην οικία στην Αμφιάραου 6 διακόπηκε στις 25/6/
  2. Μέχρι εκείνη την ημέρα ο λογαριασμός ήταν επ' ονόματι της παραπονούμενης. Η επανασύνδεση του ηλεκτρικού ρεύματος έγινε στις 19/10/2012 κατόπιν εντολών της ιδιοκτήτριας της οικίας Βασιλικής Αντρέου. Από τις 25/6/2012 μέχρι τις 19/10/2012 οι καταναλώσεις είναι μηδενικές, ενώ από τις 19/10/2012 μέχρι τις 27/11/2012 υπάρχει κατανάλωση 112 kw χωρίς όμως να γνωρίζει ποιος προέβηκε σε αυτή την κατανάλωση. Η κατηγορούμενη 2 παρέπεμπε συνεχώς στον κατηγορούμενο 1 σε ό,τι αφορά τις διαπραγματεύσεις του με την παραπονούμενη για την αγορά της οικίας στην Αμφιαράου 6 και την απόφαση να παραμείνει εντός αυτής ως ενοικιάστρια η παραπονούμενη. Η ίδια ήταν φανερό ότι δεν γνώριζε σχεδόν καθόλου λεπτομέρειες για αυτά που είχαν συμφωνηθεί. Επίσης, έχοντας χωρίσει με τον κατηγορούμενο 1 και μάλιστα με άσχημο τρόπο όπως έχει αναφέρει ήταν θεωρώ ολοφάνερο ότι όντως δεν τρέφει καλά αισθήματα για τον ίδιο, εξ ου και απέφυγε να απαντήσει την ερώτηση της κυρίας Χατζηκωσταντή ως προς το χαρακτήρα του. Εντούτοις παρέμεινε σταθερή στη θέση της ότι ο κατηγορούμενος 1 ουδέποτε χτύπησε την παραπονούμενη την επίδικη μέρα, παρά μόνο με κίνηση του χεριού του απομάκρυνε το Bluetooth από το αυτί της το οποίο έπεσε κάτω και η ίδια το μάζεψε και το έδωσε στην παραπονούμενη. Ιδιαίτερης σημασίας είναι και η ενίσχυση της μαρτυρίας του κατηγορούμενου 1 ότι ήταν η ίδια που του είπε ότι είχε επικοινωνήσει μαζί της η παραπονούμενη. Επέμενε επίσης και ενίσχυσε επίσης σε αυτό το σημείο την μαρτυρία του κατηγορούμενου 1 ότι η παραπονούμενη είχε επικοινωνήσει μαζί της μετά από επανειλημμένες προσπάθειες και της είπε να της παραδώσουν όσα πράγματα της παρέμειναν στην οδό Αμφιαράου στο διαμέρισμα της στην οδό Εφέσου γιατί ήθελε να λήξει η εκκρεμότητα μεταξύ τους. Η ίδια κατόπιν τούτου είχε αναφέρει στον κατηγορούμενο 1 την επιθυμία της παραπονούμενης και την σχετική τους συνομιλία και ήταν μετά από αυτό που συνεννοήθηκαν με τον κατηγορούμενο 1 και μετέβηκαν την επίδικη μέρα στην οδό Αμφιαράου 6 για να απομακρύνουν τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία της παραπονούμενης και να της τα μεταφέρουν στο σπίτι της. Δεν θεωρώ ότι έχει λόγο να καλύψει τον πρώτο κατηγορούμενο και πιστεύω ότι ανέφερε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Ο κατηγορούμενος 1 σίγουρα δεν τρέφει θετικά αισθήματα για την παραπονούμενη. Ήταν έντονη η θέση του ότι έχει ταλαιπωρηθεί πολύ από την απόφαση του να αγοράσει την επίδικη κατοικία από αυτήν μετά από τη μεσολάβηση κάποιου Ιερέα, του Πάτερ Μάριου, αλλά η θέση του για το πώς οδηγήθηκε την επίδικη μέρα να μπει στο υποστατικό παρέμεινε σταθερή και όπως έχω ήδη πει την ενίσχυσε σε όλες τις πτυχές η μαρτυρία της κατηγορούμενης 2, η οποία όπως έχω ήδη κρίνει, δεν είχε κανένα συμφέρον να πράξει τούτο μετά την άσχημη κατάληξη του γάμου τους. Η ίδια η παραπονούμενη έχει επίσης στην αντεξέταση της δεχτεί ότι επικοινώνησε με την κατηγορούμενη 2 και της ζήτησε να της μεταφέρουν τα πράγματα της έστω και αν μετά πρόσθεσε ότι τους κατηγόρησε για κλοπή. Υπάρχουν στο μυαλό μου κάποια ερωτηματικά για τη συμπεριφορά του την επίδικη μέρα. Όπως έχει και o ίδιος δεχτεί, μιλούσε έντονα με την κατηγορούμενη και φώναζαν μεταξύ τους, αλλά δεν μου έχει δώσει την εντύπωση προσώπου που θα χτυπούσε την παραπονούμενη, λαμβάνοντας υπόψη μου και τη φυσική της κατάσταση, είναι ανάπηρη από το ένα χέρι. Σημειώνω επίσης ότι τα όσα ανάφερε ο ίδιος στο Δικαστήριο και στη δήλωση του ήταν η θέση του εξ αρχής στην αστυνομία. Όσον αφορά την νομική πτυχή της υπόθεσης το αδίκημα της παράνομης εισόδου βασίζεται στο άρθρο 280 του Ποινικού Κώδικα το οποίο προνοεί ότι: «Όποιος εισέρχεται σε περιουσία που είναι στην κατοχή άλλου, με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία ή με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή όποιος αφού εισέλθει νόμιμα σε τέτοια περιουσία, παραμένει σε αυτή παράνομα, με σκοπό εκφοβισμού, εξύβρισης ή όχλησης του κατόχου τέτοιας περιουσίας ή με σκοπό διάπραξης ποινικού αδικήματος που τιμωρείται σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό ή με οποιοδήποτε άλλο νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δυο χρόνων». Από το λεκτικό του υπό αναφορά άρθρου σε συνδυασμό με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας 1 συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι:
  3. Η παράνομη είσοδος του κατηγορούμενου σε περιουσία.
  4. Η περιουσία αυτή να βρίσκεται στην κατοχή άλλου.
  5. Η είσοδος να έγινε με σκοπό την όχληση του κατόχου της περιουσίας ή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Σημειώνεται δε σύμφωνα και με τη νομολογία ότι το πιο πάνω άρθρο δεν προστατεύει μόνο τον ιδιοκτήτη αλλά και τον κάτοχο περιουσίας (βλέπε Κυριάκου ν. Αστυνομίας
(2007)2 ΑΑΔ 354). Ο σκοπός ή η πρόθεση διάπραξης του ποινικού αδικήματος ή της όχλησης δεν είναι πάντοτε δεκτικά θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενα αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του. Το τεκμήριο είναι μαχητό, αλλά εάν δεν ανατραπεί θα ισχύσει. Στην υπόθεση Ανθία ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ 404 τα γεγονότα της οποίας διαφέρουν κατά πολύ από αυτά της παρούσας όπου ο εφεσείοντας κρίθηκε ένοχος, κατόπιν τροποποίησης του κατηγορητηρίου με την προσθήκη 2ης κατηγορίας για είσοδο σε περιουσία κατά παράβαση του άρθρου 280 του Ποινικού Κώδικα και αθωώθηκε και απαλλάγηκε στην κατηγορία της διάρρηξης κατά τη διάρκεια της νύκτας λέχθηκαν τα ακόλουθα: «....η πρόθεση μπορεί να συναχθεί ως πραγματικό γεγονός από τις περιστάσεις που περιβάλλουν την συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν είναι αρκετό ότι το συμπέρασμα για ύπαρξη πρόθεσης είναι εύλογο, πρέπει να είναι το μόνο εύλογο συμπέρασμα το οποίο μπορεί να συναχθεί από τα γεγονότα. Το βάρος αποδείξεως της πρόθεσης το φέρει η κατηγορούσα αρχή σε όλα τα στάδια της δίκης...Η πρόθεση δεν μπορεί να αποδειχθεί με θετική άμεση απόδειξη. Ωστόσο τεκμαίρεται ότι κάθε πρόσωπο έχει την πρόθεση να επιφέρει τις φυσικές συνέπειες των πράξεων του.» Από τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης αποφασίστηκε ότι η πρόθεση ενόχλησης ήταν αυτονόητη και αυταπόδεικτη και αποτελούσε φυσική συνέπεια της παράνομης εισόδου. Το Κακουργιοδικείο μάλιστα δικαιολογώντας την προσθήκη της 2ης κατηγορίας όπως πιο πάνω ανέφερε τα ακόλουθα: «"Ο κατηγορούμενος ανεξάρτητα από το συγκεκριμένο σκοπό της εισόδου του στο διαμέρισμα προέβη σε ενέργειες εν γνώσει του ότι η φυσική τους συνέπεια θα ήταν η ενόχληση του κατόχου του διαμερίσματος. Γνώριζε ότι στο διαμέρισμα κατοικούσαν κάποια πρόσωπα αλλά αποδέχθηκε όπως εισέλθει και ερευνήσει το διαμέρισμα. Το ότι τελικώς ο αποδέκτης της ενόχλησης είναι πρόσωπο άλλο αυτού που ανέμενε είναι άσχετο. Πιστεύουμε και είναι το εύρημα μας ότι ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να ενοχλήσει μέσα στην έννοια του άρθρου 280 του ΚΕΦ. 154. ....................................... Η γραμμή της υπεράσπισης ήταν από την αρχή μέχρι τέλους ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στο διαμέρισμα του παραπονουμένου. Σε πολλά σημεία της μαρτυρίας του ο κατηγορούμενος ο ίδιος μίλησε για αδίκημα που διέπραξε εννοώντας την παράνομη είσοδο του στο διαμέρισμα του παραπονουμένου.» (βλέπε επίσης και Δημητριάδης «Ρώτας» ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 203). Καθοδήγηση όσον αφορά το θέμα της κατοχής αντλώ και από υποθέσεις όπου εξετάστηκε το θέμα της «κατοχής» από πλευράς κατηγορουμένων. Σύμφωνα με την νομολογία. Ένα πρόσωπο θεωρείται ότι έχει κάτι στην κατοχή του όταν αυτό βρίσκεται υπό τη φύλαξη ή υπό τον έλεγχο του (βλ. D.P.P. v. Brooks
(1974)2 All E.R. 840 A.C 862, P.C). Αλληλένδετο στοιχείο της κατοχής είναι το στοιχείο της γνώσης (βλ. Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 211,218 - 219 και Κυριάκος Καιμης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 662). Θα πρέπει δηλαδή να προσκομισθεί μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι ο φερόμενος κάτοχος είχε γνώση της κατοχής αλλά και γνώση του είδους του αντικειμένου. Στην υπόθεση Ιακώβου (πιο πάνω) λέχθηκε ότι η ύπαρξη της απαραίτητης γνώσης δεν είναι κάτι που συνήθως αποδεικνύεται με άμεση μαρτυρία. Κατά κανόνα συμπεραίνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Εκεί τονίστηκε ότι η λέξη «κατοχή» εξ υπακούει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου. Η γνώση ότι έχει υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο του το αντικείμενο για το οποίο κατηγορείται, συνιστά απαραίτητο νοητικό στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος (βλέπε επίσης Σιβιτανίδης ν. Δημοκρατία
(2011)2 Α.Α.Δ. 166). Όσον αφορά την κατοχή ακίνητης ιδιοκτησίας οι αρχές θεωρώ ότι είναι οι ίδιες. Ακόμη μάλιστα όπου κάποιο πρόσωπο βρίσκεται ή παραμένει παράνομα σε μια ακίνητη περιουσία θεωρείται ότι την κατέχει και όπως θα αναφερθεί πιο κάτω ο ιδιοκτήτης θα πρέπει να ζητήσει τη συνδρομή του Δικαστηρίου για να λάβει κατοχή του υποστατικού του (βλέπε Thanos Hotels Limited κ.α. ν. Γεώργιου Ιωακείμ
(2004)1 Α.Α.Δ. 1167, Kennedy Hotels Ltd v. Haig Indirgjian
(1992)1 CLR 400). Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση που κάποιος ενοικιαστής ή άλλο πρόσωπο δεν διαμένει σε ένα υποστατικό - «non occupying tenant» - όπου στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με τη νομολογία, όλα είναι θέμα βαθμού και γεγονότων. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Ikosi v. Karayiannis
(1971)με παραπομπή και στην υπόθεση Denman v. Brise
(1949)1 K.B. 22 στην οποία έγινε εκτεταμένη αναφορά. Από την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου είναι αναντίλεκτο γεγονός ότι την επίδικη μέρα εντός της οικίας στην οδό Αμφιαράου 6 βρισκόταν περιουσία της παραπονούμενης. Αυτό, με βάση τη νομολογία, είναι αρκετό για να της δοθεί κατοχή. Όμως βασική θέση των κατηγορούμενων η οποία όχι μόνο δεν αντικρούστηκε αλλά ουσιαστικά επιβεβαιώθηκε από την παραπονούμενη είναι ότι την επίδικη μέρα μπήκαν στην οικία στην οδό Αμφιαράου 6 μετά από παράκληση της παραπονούμενης για να μεταφέρουν την όποια περιουσία της είχε μείνει εκεί στη νέα της οικία στην οδό Εφέσου 6. Από τα πιο πάνω είναι φανερό ότι δεν αποδεικνύεται πρώτα απ' όλα ότι η είσοδος τους ήταν παράνομη και κατά δεύτερο ότι έγινε με σκοπό να οχληθεί η παραπονούμενη. Περαιτέρω αναφέρω ότι η εξεταστής της υπόθεσης δεν διερεύνησε πως εισήλθαν στη εν λόγω περιουσία οι κατηγορούμενοι αφού θέση της ήταν ότι της είπε η παραπονούμενη ότι είχαν αλλάξει κλειδαριά αλλά ουδέποτε η ίδια διερεύνησε κατά πόσο είχε γίνει αλλαγή κλειδαριάς. Από τα πιο πάνω είναι κατά την άποψη μου σαφές ότι η κατηγορία 2 δεν έχει αποδειχθεί και οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται από αυτή. Σε ότι αφορά την κατηγορία 1 την οποία αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 1 και η οποία αφορά το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, έχω ήδη αναφέρει ότι τα ιατρικά ευρήματα είναι αδιαμφισβήτητα, όχι όμως όσον αφορά την αιτία τους. Η Μ.Κ.2 η οποία προώθησε την παρούσα υπόθεση λαμβάνοντας υπόψη και τα προηγούμενα μεταξύ τους όπως ανέφερε δεν θυμόταν εάν υπήρχε οποιοδήποτε σημάδι στο πρόσωπο της παραπονούμενης από την επίθεση. Η ίδια η παραπονούμενη είπε στο Δικαστήριο κατά την κυρίως εξέταση της ότι ο κατηγορούμενος 1 της έδωσε δύο πάτσους την επίδικη μέρα, ένα στο αυτί της πάνω στο Bluetooth και ο άλλος στο μάτι και το μάγουλο, στην κατάθεση της όμως που δόθηκε στην Αστυνομία την ίδια μέρα του επεισοδίου είναι διαφορετική η περιγραφή που έχει κάνει. Ειδικότερα ήταν η θέση της εκεί ότι όταν ο κατηγορούμενος 1 κατάλαβε ότι η ίδια μιλούσε με την Αστυνομία «έδωσε μια με το δεξί του χέρι πάνω στο Bluetooth που είχε στο αυτί της και αυτό έπεσε στο έδαφος». Είναι δηλαδή ξεκάθαρο από τα όσα αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος 1 κτύπησε το Bluetooth και όχι την ίδια. Πιο κάτω στην κατάθεση της ανέφερε ότι ακολούθως «.μου έδωσε ένα πάτσο με το δεξί του χέρι πάνω στο αριστερό της μάγουλο και μάτι.». Από το πιο πάνω εξάγεται με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι έχει καταγγείλει τον κατηγορούμενο ότι της έδωσε ένα πάτσο. Στο Δικαστήριο βέβαια προσπάθησε να αναφέρει κάτι άλλο για να καλύψει την όποια ασάφεια και ή κενό παρατηρήθηκε. Θέση της επίσης ήταν ότι της δόθηκε το παραπεμπτικό από την Αστυνομία όπου πήγε να καταγγείλει το συμβάν χωρίς η ίδια να το ζητήσει διότι ήταν ολοκόκκινο το μάγουλο της από την επίθεση. Το παραπεμπτικό, το οποίο έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο 1, δόθηκε στην παραπονούμενη από την Γ/Αστ. 3288 η οποία ήταν η ΜΚ2 στην παρούσα υπόθεση. Όπως έχω ήδη αναφέρει, στην μαρτυρία της η εν λόγω μάρτυρας κάθε άλλο παρά ενίσχυσε αυτή την θέση της παραπονούμενης για τα κατ' ισχυρισμό εμφανή σημάδια στο πρόσωπο της από την επίθεση αφού ανέφερε ότι δεν θυμόταν να είχε προσέξει οτιδήποτε στο πρόσωπο της παραπονούμενης. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς της επίθεσης είχαν κοινή σταθερή θέση ότι ο κατηγορούμενος 1 απομάκρυνε το Bluetooth από το αυτί της κατηγορούμενης χωρίς όμως να την αγγίξει. Αρνήθηκαν και οι δύο τον ισχυρισμό για πάτσο και οποιαδήποτε χειροδικία ή επίθεση εναντίον της παραπονούμενης. Ο κατηγορούμενος 1 στην ανακριτική του κατάθεση αρνήθηκε αυτή την θέση της παραπονούμενης και ανέφερε ότι καθένας δικαιούται να λέει ότι θέλει δηλώνοντας άγνοια για το πώς μπορεί να προκλήθηκε ερυθρότητα στο μάγουλο της ή θάμβος οράσεως. Η κατηγορούμενη 2 αναφέρει ξεκάθαρα ότι ο κατηγορούμενος 1 έφυγε από το αυτί της το Bluetooth για να μπορέσουν να μιλήσουν αφού η παραπονούμενη συνέχιζε να μιλά στο τηλέφωνο και να μην μπορούν να εξηγηθούν μεταξύ τους. Έχω ήδη αναφέρει τις αντιφάσεις στη μαρτυρία της παραπονούμενης σε όλα τα σημεία της μαρτυρίας της συμπεριλαμβανομένης και της περιγραφής της κατ' ισχυρισμό επίθεσης εναντίον της από τον κατηγορούμενο 1, και ότι για τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω και άπτονται της αξιοπιστίας της παραπονούμενης, η μαρτυρία της δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με την νομολογία, επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη, που γίνεται με πρόθεση ή με απερισκεψία (recklessly), να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του. Ο όρος «επίθεση» χρησιμοποιείται συχνά με την έννοια ότι περιλαμβάνει "assault" και "battery" (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788, 794). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης χρήσης παράνομης βίας από κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Στην απόφαση Δήμος Πετρόπουλος ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 574 αναφέρθηκαν τα εξής: «Το Άρθρο 242 του Νόμου δε συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα - παρανόμως - (unlawfully). Όπως προκύπτει από την Νομολογία, για στοιχειοθέτηση του νοητικού στοιχείου (mens rea) του αδικήματος αρκεί και η αδιαφορία, ήτοι όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παρά ταύτα προβαίνει στην ενέργεια, επιδεικνύοντας έτσι αδιαφορία για τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του. Το αδίκημα της επίθεσης μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο. Πρέπει όμως να υπάρξει κάποια εχθρική πράξη για να στοιχειοθετηθεί η επίθεση, μια απειλή, ή μια κίνηση που μπορεί να εκληφθεί ως απειλή (βλ. Fagan ν. Metropolitan Police Commissioner
(1968)3 All E.R. 442), R. ν. Rolphe
(1953)36 Cr. Αρρ. R.4 Βλέπε επίσης Archbold Pleading and Practice, 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-2. Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Η μεγάλη αδιαφορία που μπορεί να στοιχειοθετήσει εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη νομολογία του κοινοδίκαιου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, πάρα ταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1 All E.R. 974, 982, R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964, 966 και Archbold, 42η έκδοση, παρ. 17-25). Το αδίκημα στοιχειοθετείται παρόλο που ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να εξασκήσει τη βία που επέφερε το τελικό αποτέλεσμα, αν αποδειχθεί ότι αυτός υπήρξε αδιάφορος (reckless) ως προς το κατά πόσο ο παραπονούμενος θα υφίστατο άμεση και παράνομη βία (βλ. Kimber
(1983)77 Cr. Αρρ. R. 225, 228, D.P.P. v. Morgan
(1975)2 All E.R. 347, 363-364). Για το θέμα της αδιαφορίας (recklessness) βλέπε επίσης Archbold, 42η έκδοση, παρ. 20-114 και Russel on Crime, 11η έκδοση, τόμος 1, σελ. 724. Περαιτέρω, δεν είναι απαραίτητο η άδικη επίθεση να είναι άμεση. Στο σύγγραμμα Russel, πιο πάνω, σελ. 729, γίνεται αναφορά στην υπόθεση Scott v. Shepherd
(1773)2W.BI.892 όπου ρίχθηκε από τον εναγόμενο ένα αντικείμενο σε κάποια αγορά το οποίο τινάχθηκε από χέρι σε χέρι από διάφορα άτομα και τελικά κτύπησε τον ενάγοντα βγάζοντας του το μάτι και ο εναγόμενος κρίθηκε υπόλογος για επίθεση και βιαιοπραγία. Το ίδιο κρίθηκε και στην υπόθεση Short v. Lovejoy
(1752)Bull. Ν.P. 16 όπου κάποιος έσπρωξε ένα μεθυσμένο προς άλλο πρόσωπο με αποτέλεσμα το τελευταίο πρόσωπο να τραυματισθεί. Λαμβάνοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω αλλά και τα ευρήματα μου δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 1 έχει επιτεθεί εναντίον της παραπονούμενης. Δεν έχω διαπιστώσει ούτε πρόθεση για άσκηση βίας, ούτε άσκηση βίας σε βάρος της παραπονούμενης. Ούτε υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και τα γεγονότα που την περιβάλλουν μπορώ να θεωρήσω ότι η πράξη του κατηγορουμένου 1 να απομακρύνει τον Bluetooth από το αυτί της παραπονούμενης, η οποία είναι κοινό έδαφος ότι έλαβε χώρα, μπορεί να θεωρηθεί ως εχθρική πράξη ή κίνηση που μπορεί να εκληφθεί ως απειλή. Ούτε υπάρχει μαρτυρία ότι από αυτή την κίνηση του κατηγορούμενου 1 υπήρξε κίνδυνος για την παραπονούμενη αλλά ούτε και υπάρχει σύνδεση με τα ιατρικά ευρήματα των γιατρών και την πράξη του κατηγορούμενου 1 να απομακρύνει το Bluetooth από το αυτί της παραπονούμενης. Ως εκ των ανωτέρω είναι η θέση μου ότι ούτε και η 1η κατηγορία δεν έχει αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και συνεπώς ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται και από αυτή την κατηγορία. Επομένως οι κατηγορούμενοι αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ..................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.