Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας ν. Λεόντιος Μιχαήλ, Αρ. Υπόθεσης: 7979/13, 23/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7979/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας εναντίον Λεόντιος Μιχαήλ Κατηγορουμένου -------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23 Ιουλίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Στ. Ναθαναήλ Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Τρίγγας Κατηγορούμενος παρών. ------------------------ Α Π Ο Φ Α Σ Η Στον Κατηγορούμενο αποδίδεται η διάπραξη των αδικημάτων της κλοπής από κατοικία αρ. κατηγορίας 1 και εξασφάλισης πίστωσης δια δόλου, αρ. κατηγορίας 2, αδικήματα κατά παράβαση άρθρων του Ποινικού Κώδικα. Συγκεκριμένα αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι μεταξύ Μαρτίου και Απριλίου του 2012 έκλεψε από την κατοικία της Ευρούλας Πέτρου διάφορα χρυσαφικά συνολικής αξίας 7.780 ευρώ και ότι μεταξύ 3 και 13 Απριλίου του 2012 δια ψευδών παραστάσεων εξασφάλισε πίστωση ύψους
- 845 ευρώ από τον Βάσο Κουρσάρη, ιδιοκτήτη χρυσοχοείου με την ονομασία Koursaris Gold Diamond, δηλαδή εξασφάλισε το πιο πάνω ποσό ως πίστωση αφού έδωσε στον Κουρσάρη χρυσαφικά συνολικού βάρους 113, 9 γραμμαρίων τα οποία αποτελούσαν προϊόν της κλοπής που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία. O Κατηγορούμενος δεν παραδέχτηκε ενοχή, διεξήχθη ακροαματική διαδικασία όπου η Κατηγορούσα Αρχή προς απόδειξη της υπόθεσης της κάλεσε στο Δικαστήριο και έδωσαν προφορική μαρτυρία πέντε μάρτυρες κατηγορίας. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας τους κατατέθηκε στο Δικαστήριο αριθμός τεκμηρίων. Μετά το πέρας της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή, υπεβλήθη αίτημα από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Κατηγορουμένου ότι δεν είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του ο οποίος και ζήτησε από το Δικαστήριο όπως τον αθωώσει και απαλλάξει και από τις δύο κατηγορίες από το στάδιο εκείνο. Αντίθετη ήταν η θέση της κυρίας Ναθαναήλ και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερομηνίας 11 Μαΐου του 15 απέρριψε το αίτημα του ευπαίδευτου συνηγόρου του Κατηγορουμένου για αθώωση και απαλλαγή του και κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία. Αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του με βάση το άρθρο 74 Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφάλαιο 155 ο Κατηγορούμενος επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία και κάλεσε επίσης έναν μάρτυρα υπεράσπισης. Η μαρτυρία είναι καταγραμμένη στα πρακτικά της υπόθεσης. Δεν έχω σκοπό να την αναπαράξω, θα αναφερθώ μόνο στα κυριότερα σημεία της με στόχο να γίνει κατανοητή η παρούσα απόφαση. Το ίδιο ισχύει και για τα διάφορα Τεκμήρια που έχουν κατατεθεί. Οι Μάρτυρες Κατηγορίας 1, 2, 3 ήταν οι αστυνομικοί που έλαβαν μέρος στη διερεύνηση της παρούσας υπόθεσης. Η ΜΚ1 Αστυφύλακας 330 Μ. Φλωρίδου ήταν το πρόσωπο που στις 30.06.12 έλαβε και κατέγραψε το παράπονο‑ καταγγελία της Ευρούλας Πέτρου ότι περί τον μήνα Απρίλιο του 2012 κλάπηκαν από την κατοικία της στον Βόρειο Πόλο διάφορα χρυσαφικά αξίας περίπου 7,400 ευρώ. Η Πέτρου εξέφρασε ισχυρές υποψίες εναντίον του Κατηγορουμένου με τον οποίο διατηρούσε δεσμό αναφέροντας ότι ήταν το μόνο πρόσωπο που κατείχε τα κλειδιά της κατοικίας της και είχε ελεύθερη πρόσβαση σε αυτήν. Η μάρτυρας αυτή δεν αντεξετάστηκε. Ο ΜΚ2, Αστυφύλακας 4858 Π. Μοδέστου στις 03.07.12 εκτέλεσε δικαστικό ένταλμα έρευνας που αφορούσε το χρυσοχοείο Koursaris Gold Diamond στην παρουσία του ιδιοκτήτη του Βάσου Κουρσάρη με τη βοήθεια της Λοχία 4785, ΜΚ3, Σταυριανής Αντρέου. Ο Κουρσάρης του παρέδωσε αριθμό χρυσαφικών τα οποία είχε συσκευασμένα σε διαφορετικά σακουλάκια αναφέροντας ότι αυτά τα είχε πάρει στο κατάστημα του ο Λεόντιος Μιχαήλ σε διάφορες ημερομηνίες κατά τον Απρίλιο του
- Κάλεσε στο μέρος την παραπονούμενη Ευρούλα Πέτρου στην οποία και υπέδειξε τα χρυσαφικά. Αυτή, αφού τα έλεγξε με προσοχή, προέβηκε σε αναγνώριση των χρυσαφικών που κατήγγειλε ότι κλάπηκαν από την κατοικία της. Τα εν λόγω χρυσαφικά παρελήφθηκαν από τον ΜΚ2 ο οποίος συνέταξε απόδειξη παραλαβής την οποία υπέγραψε ο ίδιος και ο Βάσος Κουρσάρης που του τα παρέδωσε. Στην απόδειξη παραλαβής περιγράφονται 30 διαφορετικά είδη κοσμημάτων και χρυσαφικών. Ακολούθως, ο Κουρσάρης κατάγγειλε στον ίδιο ότι ο Λεόντιος Μιχαήλ του είχε πάρει τα χρυσαφικά ως ενέχυρο λαμβάνοντας χρηματικό ποσό σε μετρητά αναφέροντας του ότι ανήκαν στη γυναίκα του. Στις 05.07.12 ο ΜΚ2 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο στην οποία αρνήθηκε ενοχή και ακολούθως τον κατηγόρησε γραπτώς για το αδίκημα της κλοπής των χρυσαφικών και ανέφερε "εγώ δεν έχω κλέψει τίποτε από αυτά, μου τα είχε δώσει η ίδια ". Ο ΜΚ2 κατέθεσε τα χρυσαφικά στο Δικαστήριο τα οποία σημειώθηκαν ως Τεκμήριο
- Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας ανέφερε ότι όπως του ανέφερε ο Κουρσάρης ο Κατηγορούμενος δανείστηκε τα χρήματα με βάση το βάρος των χρυσαφικών και την ανάλογη αξία του χρυσού. Η ΜΚ3, Λοχίας 4785 Σταυριανή Αντρέου επιβεβαίωσε ότι στις 03.07.12 ο ΜΚ2 με τη δική της βοήθεια εκτέλεσε δικαστικό ένταλμα έρευνας που αφορούσε το χρυσοχοείο Koursaris Gold Diamond στην παρουσία του ιδιοκτήτη του Βάσου Κουρσάρη. Ο Κουρσάρης παρέδωσε στον ΜΚ2 αριθμό χρυσαφικών τα οποία ο ΜΚ2 υπέδειξε στην παραπονούμενη η οποία με τη σειρά της αφού τα έλεγξε ανέφερε ότι είναι αυτά που κλάπηκαν από την κατοικία της. Ο ΜΚ2 κατέγραψε τα χρυσαφικά που παραδόθηκαν σε απόδειξη παραλαβής και τα παρέλαβε ως Τεκμήρια. Η ΜΚ4 ήταν η παραπονούμενη Ευρούλα Πέτρου η οποία έδωσε στην Αστυνομία 4 καταθέσεις. Η πρώτη της κατάθεση φέρει ημερομηνία 30.6.12 και σε αυτήν ουσιαστικά προβαίνει σε καταγγελία εναντίον του Κατηγορουμένου. Θέση της ήταν ότι γνώρισε τον Κατηγορούμενο τον Οκτώβριο του 2011, αφού δούλευαν μαζί στην εταιρεία Speed Fire. Θέση της ήταν ότι ο Κατηγορούμενος «μπήκε» μεταξύ της ίδιας και του συζύγου της και από τον Φλεβάρη του 2012 ήταν σε διάσταση με τον σύζυγο της. Τον Μάρτιο του 2012 ο Κατηγορούμενος πήγε να μείνει για λίγες μέρες μαζί της στο σπίτι της όπου διαμένει με την κόρη της ηλικίας δέκα ετών. Δεν γνώριζε άλλα προσωπικά στοιχεία του Κατηγορουμένου, πέραν του τηλεφώνου και ονοματεπώνυμου του και ότι το πατρικό του σπίτι είναι στο Καϊμακλί. Ο κατηγορούμενος έφυγε από το σπίτι της περί τα τέλη Απριλίου του 2012 λόγω διάφορων προβλημάτων. Το διάστημα που ο Κατηγορούμενος έμενε στο σπίτι της διατηρούσαν δεσμό και είχε τα κλειδιά του σπιτιού της. Τον Μάρτιο του 2012 αποφάσισε όπως πωλήσει κάποια χρυσαφικά που δεν χρειαζόταν. Τα χρυσαφικά τα είχε σε πλαστικό κουτί μέσα στο συρτάρι μιας τουαλέτας σε ένα από τα υπνοδωμάτια του σπιτιού. Στην παρουσία του Κατηγορουμένου πήρε τα χρυσαφικά που δεν χρειαζόταν για να τα πωλήσει, αλλά άφησε τα υπόλοιπα τα οποία ήταν αξίας και τα χρειαζόταν. Περί τα μέσα Μαρτίου του 2012 μαζί με τον Κατηγορούμενο πήγαν στο χρυσοχοείο Koursaris Gold Diamond και η ίδια πώλησε στον Κουρσάρη τα κοσμήματα για να τα λιώσει και να της δώσει χρήματα που είχε ανάγκη. Από εκείνη την ημερομηνία, δηλαδή μέσα Μαρτίου του 2012, δεν ξανάνοιξε το κουτί με τα χρυσαφικά της. Αρχές Απριλίου του 2012 χρειάστηκε να φορέσει κάποια κοσμήματα και όταν πήγε να τα ψάξει από το κουτί που τα φύλαγε είδε ότι από αυτό έλειπαν όλα τα κοσμήματα που είχαν αξία και έμειναν μόνο τα ψεύτικα. Αμέσως υποψιάστηκε τον Κατηγορούμενο γιατί ήταν ο μόνος που γνώριζε πού τα φύλαγε και όταν τον ρώτησε αν τα πήρε της είπε ότι τα πήρε, τα έδωσε στον Κουρσάρη για να πάρει λεφτά έναντι ενεχύρου και όχι για να τα λιώσει. Της υποσχέθηκε ότι θα της έφερνε τα χρυσαφικά της πίσω μέχρι το Πάσχα. Δεν γνώριζε πόσα χρήματα πήρε ο Κατηγορούμενος από τον Κουρσάρη. Η ίδια επισκέφθηκε τον Κουρσάρη και διαπίστωσε ότι όντως τα χρυσαφικά της ήταν εκεί και ο Κουρσάρης της ανέφερε ότι για να της τα επιστρέψει ήθελε έξι χιλιάδες ευρώ πλέον τόκους. Τότε ανέφερε στον Κουρσάρη ότι τα χρυσαφικά που του είχε πάρει ο Κατηγορούμενος ήταν δικά της, ότι της τα είχε κλέψει και ότι η ίδια ουδέποτε συγκατατέθηκε για να τεθούν ενέχυρο. Ο Κουρσάρης της είπε ότι μόνο τον Κατηγορούμενο αναγνωρίζει ως ιδιοκτήτη των χρυσαφικών αφού εκείνος του τα πήρε και ότι δεν θα τα επιστρέψει εκτός εάν λάβει το ποσό των έξι χιλιάδων ευρώ πλέον τόκους. Η παραπονούμενη είχε καταρτίσει στις 30.6.12 έναν πρόχειρο κατάλογο με τα χρυσαφικά της που είχε διαπιστώσει ότι είχαν κλαπεί τον οποίο παρέδωσε στην Αστυνομία. Στις 03.07.12 η παραπονούμενη πήγε ξανά στην Αστυνομία και έδωσε δυο συμπληρωματικές καταθέσεις. Σε αυτές ανέφερε ότι την ίδια μέρα είχε κληθεί από την Αστυνομία να μεταβεί στο χρυσοχοείο του Κουρσάρη όπου στην παρουσία της Λοχίας 4785, του Αστυφύλακα 4858 και του Βάσου Κουρσάρη της υποδείχθηκε αριθμός χρυσαφικών από τα οποία αναγνώρισε ως δικά της που είχαν κλαπεί από την κατοικία της, 30 περίπου τεμάχια χρυσαφικών. Αυτά παραλήφθηκαν από την Αστυνομία ως Τεκμήρια. Δεν εντόπισε όμως συγκεκριμένα άλλα αντικείμενα τα οποία επίσης λείπουν από τα κοσμήματα της. Είπε ότι λόγω της σύγχυσης της την ημέρα της καταγγελίας δεν είχε δώσει πλήρη κατάλογο με όλα τα κοσμήματα της που είχαν κλαπεί, αλλά όταν τα είδε στο χρυσοχοείο του Κουρσάρη τα αναγνώρισε. Ήταν σίγουρη ότι ήταν δικά της και απέδωσε τη μη έγκαιρη καταγγελία για όλα σε σύγχυση και στον καιρό που είχε περάσει μέχρι να τα χρησιμοποιήσει. Ανέφερε επίσης ότι ο λόγος που καθυστέρησε να προβεί σε καταγγελία στην Αστυνομία εναντίον του κατηγορούμενου για την κλοπή των κοσμημάτων της ήταν ότι ο Κατηγορούμενος την απειλούσε ότι αν τον κατάγγελλε θα έδινε οδηγίες να λιώσουν τα χρυσαφικά και επίσης της υποσχόταν ότι από μέρα σε μέρα θα της τα επέστρεφε χωρίς ποτέ αυτό να γίνει. Στη δεύτερη συμπληρωματική της κατάθεση η οποία είχε προηγηθεί της κατάθεσης στην οποία γίνεται αναφορά πιο πάνω, είχε περιγράψει τα κοσμήματα που είχαν κλαπεί από την κατοικία της, προτού μεταβεί στο χρυσοχοείο Κουρσάρη για να τα αναγνωρίσει. Στην τελευταία συμπληρωματική της κατάθεση, ημερομηνίας 08.08.12 αναφέρει ότι μέχρι και την εν λόγω ημερομηνία ο Κατηγορούμενος ουδέποτε της έδωσε τα χρήματα που αφορούν τα χρυσαφικά που της έκλεψε, ούτε της επέστρεψε τα χρυσαφικά. Απαντώντας σε ερώτηση πόσες φορές είχε μεταβεί στο χρυσοχοείο του Κουρσάρη ανέφερε ότι μόνο μια φορά είχε πάει, μαζί με τον Κατηγορούμενο όπου του πώλησε κάποια παλιά χρυσαφικά δικά της για λιώσιμο και από ό,τι θυμάται έλαβαν περί τα 800 με 1000 ευρώ. Η ΜΚ4, αναγνώρισε στο Δικαστήριο τα χρυσαφικά που αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου 5 ως δικά της, κόρης της και του συζύγου της. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι όταν ο Κατηγορούμενος έμενε μαζί της δεν είχαν δεσμό, ότι έμεινε μαζί της το πολύ μια εβδομάδα και για να φύγει από το σπίτι της είχε παρέμβει η οικογένεια της. Της υπεβλήθη ότι δεχόταν πιέσεις από το οικογενειακό της περιβάλλον για να χωρίσει με τον Κατηγορούμενο και απάντησε ότι είχαν ένσταση οι δικοί της που τον φιλοξενούσε επαναλαμβάνοντας ότι δεν είχαν δεσμό. Αρνήθηκε ότι την περίοδο που ζούσε με τον Κατηγορούμενο είχαν οικονομικά προβλήματα και είπε ότι δεν θυμόταν κατά πόσο μαζί με τον Κατηγορούμενο είχαν επισκεφθεί μια ξαδέρφη της, την Άντρη Θεμιστοκλέους αναφορικά με πώληση‑ ενεχυρίαση κοσμημάτων. Ανέφερε ότι είχε δώσει στον Κατηγορούμενο κλειδιά του σπιτιού για να μπορεί να μπαίνει και να βγαίνει, αλλά επανέλαβε τη θέση της ότι δεν είχαν δεσμό. Αρνήθηκε ότι λόγω οικονομικών προβλημάτων από κοινού με τον Κατηγορούμενο συμφώνησαν να πάρουν κοσμήματα σε κοσμηματοπωλείο για ενεχυρίαση αναφέροντας ότι τη βοηθούσε οικονομικά η οικογένεια της και η μοναδική φορά που η ίδια πήρε κοσμήματα σε χρυσοχοείο ήταν όταν πήρε στον Κουρσάρη μαζί με τον κατηγορούμενο κομμένα χρυσαφικά και χρυσαφικά που δεν χρειαζόταν για να τα πωλήσουν. Συμφώνησε ότι δεν γνωρίζει επακριβώς την αξία των κοσμημάτων που κατ' ισχυρισμό της έκλεψε ο Κατηγορούμενος και τα οποία αναγνώρισε και ότι οι αξίες που ανέφερε είναι κατά προσέγγιση. Θέση της ήταν ότι είχε διαπιστώσει ότι έλειπαν τα κοσμήματα της πριν ο Κατηγορούμενος φύγει από το σπίτι της, αλλά την απειλούσε ότι αν τον καταγγείλει θα έλιωνε τα κοσμήματα γι' αυτό και δεν τον κατάγγειλε προηγουμένως. Αρνήθηκε ότι τα χρήματα που πήρε από την πώληση των κοσμημάτων από τον Κουρσάρη τα ξόδεψε με τον Κατηγορούμενο για ανάγκες τους όπως και ότι υποβάλλει τη συγκεκριμένη καταγγελία κατόπιν πιέσεων της οικογένειας της και δη του συζύγου της ο οποίος της είχε θέσει τον όρο αυτό για να επιστρέψει πίσω στο σπίτι τους. Είπε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο μαζί με τα δικά της κοσμήματα ο Κατηγορούμενος πήρε και χρήματα που ανήκαν στην οικογένεια του και δη στη μητέρα του για σκοπούς ενεχυρίασης και αρνήθηκε τη θέση ότι είναι με τη δική της συγκατάθεση και εν γνώση της και κατόπιν κοινής συνεννόησης που τα συγκεκριμένα κοσμήματα δόθηκαν ως ενέχυρο στον Κουρσάρη για χρήματα. Είπε ότι ο Κατηγορούμενος παραδέχτηκε στην ίδια ότι της έκλεψε τα κοσμήματα της και ότι είχε κλέψει και από τη μητέρα του δικά της κοσμήματα. Παραδέχτηκε επίσης ότι μετά που ο Κατηγορούμενος έφυγε από το σπίτι της, πήγε και τον επισκέφτηκε στην κατοικία των γονέων του, μια φορά μόνο, για να του πάρει τσιγάρα. Ο τελευταίος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή είναι ο Βάσος Κουρσάρης ο ιδιοκτήτης του χρυσοχοείου Koursaris Gold Diamond. Ήταν η θέση του ότι εκτός από κοσμηματοπώλης προσφέρει και υπηρεσίες ενεχυρίασης σε επιλεγμένους πελάτες. Είπε ότι ο Κατηγορούμενος είχε πάει στο μαγαζί του περί τις αρχές Απριλίου του 2012 όπου και κατά την συνομιλία τους διαπίστωσε ότι γνώριζε την οικογένεια του. Την πρώτη φορά που πήγε στο μαγαζί του, του ανέφερε ότι ήθελε επειγόντως χρήματα και ήθελε να βάλει ενέχυρο κάποια χρυσαφικά τα οποία ο ίδιος ζύγισε στην παρουσία του και του έδωσε ένα ποσό. Την ίδια ημέρα, που ήταν συγκεκριμένα η 04.04.12, ξαναπήγε και πήρε και άλλα χρυσαφικά για τον ίδιο σκοπό και συνολικά έλαβε από τον ίδιο το ποσό των 1050 ευρώ. Ήταν θέση του ότι ο κατηγορούμενος του είχε αναφέρει ότι σε δύο ‑ τρεις μέρες θα ερχόταν να πάρει τα χρυσαφικά και να του επιστρέψει το ποσό που του έδωσε. Πήγε στο κατάστημα του ακόμα 3‑4 φορές και έβαλε ενέχυρο διάφορα χρυσαφικά λαμβάνοντας διάφορα ποσά σε μετρητά. Ο κατηγορούμενος τον παρέπεμπε από ημερομηνία σε ημερομηνία για να του επιστρέψει τα χρήματα και να πάρει τα κοσμήματα λέγοντας του διάφορες δικαιολογίες. Μετά από περίπου δύο μήνες τυχαία, κάποιος φίλος του που δεν θέλει να αναφέρει το όνομα του, του είπε να μην δανείσει ξανά λεφτά στον κατηγορούμενο γιατί δεν θα του τα επέστρεφε. Τον επισκέφτηκε ακολούθως περίπου αρχές Ιουλίου του 2012 μια κοπέλα με το όνομα Ροδούλα και τον ρώτησε αν ο Κατηγορούμενος του είχε πάρει κοσμήματα. Απαντώντας καταφατικά, αυτή του είπε ότι τα χρυσαφικά ανήκαν στην αδελφή της και τον παρακάλεσε να μην τα λιώσει γιατί θα πάει η αδελφή της να τα πάρει. Ο ίδιος της ανέφερε ότι τα κοσμήματα θα μπορούσε να τα επιστρέψει μόνο στην παρουσία του Κατηγορουμένου που του τα είχε πάρει. Ο Κατηγορούμενος από εκείνην τη μέρα τον έπαιρνε συνεχώς τηλέφωνα και του έλεγε ότι θα πήγαινε να πάρει τα κοσμήματα. Στις 03.07.12 η Αστυνομία πήγε στο κατάστημα του για να εκτελέσουν ένταλμα έρευνας και ο ίδιος τους υπέδειξε τα χρυσαφικά που του πήρε ο Κατηγορούμενος. Στο μέρος κλήθηκε και η παραπονούμενη η οποία ανάμεσα σε άλλα χρυσαφικά αναγνώρισε κάποια ως δικά της. Ο ίδιος εξ όσων θυμάται πρώτη φορά την έβλεπε, αλλά αυτή του είπε ότι παλαιότερα είχε πάει με την αδελφή της στο κατάστημα του και του πήρε χρυσαφικά τα οποία πώλησε. Η Αστυνομία κατέγραψε τα κοσμήματα στην παρουσία του και τα παρέλαβε. Ανέφερε επίσης ότι ο ίδιος είχε ζυγίσει τα κοσμήματα και ήταν συνολικού βάρους 113, 9 γραμμαρίων. Αναγνώρισε τον κατηγορούμενο στο Δικαστήριο όπως και τα κοσμήματα, Τεκμήριο 5, ότι ήταν αυτά που του πήρε ο Κατηγορούμενος και αυτά που αναγνώρισε η παραπονούμενη κατά την εκτέλεση του εντάλματος έρευνας. Αντεξετάστηκε σε σχέση με την παράλληλη επιχείρηση ενεχυρίασης που ασκεί αναφέροντας ότι ο λόγος που εμπιστεύθηκε τον Κατηγορούμενο ήταν γιατί τον γνώριζε οικογενειακώς. Είπε ότι είχε πάει στο κατάστημα του τουλάχιστον 4‑ 5 φορές, ότι ήταν μόνος του εκτός από την πρώτη φορά που η κοπέλα επ' ονόματι Ροδούλα του πώλησε τα κοσμήματα, αναφέροντας ότι η Ροδούλα είναι το ίδιο πρόσωπο με την κοπέλα που αναγνώρισε τα χρυσαφικά στην παρουσία του. Ο Κατηγορούμενος ενόρκως υιοθέτησε την ανακριτική του κατάθεση στην Αστυνομία η οποία έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο
- Σε αυτήν αναφέρει ότι με την παραπονούμενη γνωρίστηκαν το 2011 στην εταιρεία Speed Fire που δούλευαν μαζί, έκαναν δεσμό από τον Φλεβάρη του 2012 μέχρι τον Μάιο του 2012 και διέμεναν μαζί στο σπίτι της στο Καϊμακλί. Η σχέση τους είχε προβλήματα και περί τον Απρίλιο του 2012 έφυγε από το σπίτι της επειδή η οικογένεια της δεν τον ήθελε και τσακώνονταν κάθε μέρα. Πήγε στο σπίτι της μητέρας του που είναι κοντά στο δικό της για να μπορούν να βρίσκονται εκεί, μετά από παρότρυνση της παραπονούμενης. Πριν να φύγει από το σπίτι της δεν είχαν χωρίσει. Θέση του ήταν ότι ουδέποτε έκλεψε κοσμήματα από την παραπονούμενη, ότι είναι η ίδια η παραπονούμενη που του είχε δώσει διάφορα χρυσαφικά των οποίων η αξία δεν ξεπερνούσε τις 3000 ευρώ για να τα πάρει σε ενεχυροδανειστήριο και να πάρουν χρήματα. Την πρώτη φορά μάλιστα πήγε μαζί του, πήγαν στον Βάσο Κουρσάρη του έδωσαν διάφορα κοσμήματα και πήραν 1700 ευρώ. Ο ίδιος πήγε ακόμα 4‑ 5 φορές στον Κουρσάρη παίρνοντας κοσμήματα που είχε δανειστεί από τη μητέρα του και άλλα που του είχε δώσει η Ευρούλα. Συνολικά πήρε κοσμήματα αξίας 6 χιλιάδων ευρώ και ο Κουρσάρης ήθελε να τα επιστρέψει 6,700 ευρώ. Ήταν η θέση του ότι τα κοσμήματα που του έδωσε η παραπονούμενη τα είχε σπίτι της και του τα έδωσε σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις. Δεν ήξερε πού τα είχε και από πού τα έπαιρνε. Την τρίτη και τελευταία φορά ήταν παρών όταν η ίδια τα πήρε από διάφορα κουτάκια που ήταν σκορπισμένα σε διάφορα συρτάρια διάφορων δωματίων του σπιτιού της. Είπε ότι την ιδέα της ενεχυρίασης τους την έδωσε μια ξαδέρφη της παραπονούμενης, η Άντρη για να τους βοηθήσει όταν αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσκολίες και ήταν η ίδια που τους παρέπεμψε στον Βάσο Κουρσάρη. Δεν θυμόταν ποια ακριβώς αντικείμενα είχε πάρει στον Κουρσάρη και θέση του ήταν ότι η αξία των χρυσαφικών της μητέρας του που πήρε στον Κουρσάρη ήταν περί τις 3000 με 3,500 ευρώ. Τα χρήματα που έλαβε από την ενεχυρίαση τα χρησιμοποιούσαν μαζί με την παραπονούμενη για τις ανάγκες τους και του σπιτιού. Δεν είχαν ξεχωριστά χρήματα, είχαν ένα κοινό ταμείο. Αρνήθηκε ότι παραδέχτηκε ο ίδιος στην παραπονούμενη ότι έκλεψε τα χρυσαφικά και ότι θα της τα επέστρεφε ζητώντας της πίστωση χρόνου. Είπε ότι στον Κουρσάρη εξήγησε ότι τα κοσμήματα ήταν της μητέρας του και της Ευρούλας και ανέφερε επίσης ότι ο Κουρσάρης γνώρισε την παραπονούμενη την πρώτη φορά που πήγαν μαζί η οποία του συστήθηκε ως γυναίκα του. Επανέλαβε επίσης στο Δικαστήριο ότι με την παραπονούμενη είχαν δεσμό, είναι η ίδια που ήθελε να συγκατοικήσουν, ενώ ο ίδιος δεν το ήθελε. Αρνήθηκε ότι απλά τον φιλοξενούσε αναφέροντας ότι μαζί τους διέμεναν κάποτε εκτός από την κόρη της Ευρούλας και η δική του η κόρη. Είπε ότι δεν είχε κλειδί του σπιτιού της διότι είχαν πολλά προβλήματα με την οικογένεια της που δεν τον ήθελαν και μάλιστα για να πάει ο ίδιος στο σπίτι έπρεπε να κοιμηθούν πρώτα οι συγγενείς της και ειδικά η αδελφή της που έμενε ακριβώς δίπλα τους. Για να φύγει από το σπίτι της έγινε μεγάλη φασαρία και ανέφερε ότι η καταγγελία εναντίον του έγινε εκδικητικά, όχι από την ίδια την παραπονούμενη, αλλά αρχικά από την αδελφή της που δεν τον ήθελε. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι παραδέχτηκε στην παραπονούμενη ότι έκλεψε τα κοσμήματα. Επέμενε ότι δεν είχε κλειδί, το σπίτι είχε συναγερμό και κάμερες και αυτό μπορεί να διαπιστωθεί. Επανέλαβε ότι ήταν κοινή η απόφαση για την ενεχυρίαση των κοσμημάτων για να αντιμετωπίσουν τις κοινές τους ανάγκες. Αρνήθηκε επίσης ότι ο ίδιος ήξερε τον Κουρσάρη από προηγουμένως, είπε ότι είναι η παραπονούμενη που τον πήγε στον Κουρσάρη και ισχυρίστηκε ότι τα περισσότερα που ανέφερε ο Κουρσάρης στο Δικαστήριο και στην κατάθεση του είναι ψέματα. Θέση του ήταν ότι ο Κουρσάρης έλιωσε όλα τα δικά του κοσμήματα και άφησε μόνο τα δικά της παραπονούμενης και επανέλαβε την θέση του για την παρότρυνση της ξαδέρφης της Άντρης για τη γνωριμία με τον Κουρσάρη και την ενεχυρίαση των κοσμημάτων. Ο ΜΥ1, Πιερής Μιχαήλ είναι ο πατέρας του Κατηγορουμένου σύμφωνα με κατάθεση του που έδωσε στην Αστυνομία 05.07.12 ο γιος του και Κατηγορούμενος περιστασιακά διέμενε μαζί του και με τη σύζυγο του. Τρεις μήνες περίπου προηγουμένως, δηλαδή περί τον Απρίλιο του 2012 ο Κατηγορούμενος χρειαζόταν χρήματα και ζήτησε από τη μητέρα του και του έδωσε κάποια οικογενειακά χρυσαφικά για να τα βάλει ενέχυρο. Δεν γνωρίζει ούτε πόσα χρήματα πήρε, ούτε σε ποιον ενεχυροδανειστήριο τα πήρε. Τα χρυσαφικά που του έδωσε η μητέρα του δεν της τα επέστρεψε. Δεν γνωρίζει κατά πόσο ο γιος του πήρε κοσμήματα από οποιονδήποτε άλλο για να τα βάλει ενέχυρο, γνωρίζει όμως ότι είχε δεσμό με κάποια κοπέλα από το Καϊμακλί, αλλά δεν γνωρίζει κατά πόσο τις μέρες που δεν έμενε μαζί με τον ίδιο και τη γυναίκα του ο γιος του διέμενε με την κοπέλα από το Καϊμακλί. Είπε ότι είδε πολλές φορές την παραπονούμενη η οποία ερχόταν σπίτι τους υπό την ιδιότητα της φίλης του γιου του όταν ο γιος του διέμενε μαζί τους ενώ κάποιες άλλες φορές έρχονταν επίσκεψη μαζί. Είπε ότι η παραπονούμενη του παραπονέθηκε ότι ο γιος του πήρε χρυσαφικά δικά της. Αντεξεταζόμενος είπε ότι δεν γνώριζε την προοπτική του δεσμού του με την παραπονούμενη, ήταν όπως είπε μεγάλα άτομα, ενήλικες και δεν τους ρωτούσε. Ξέρει ότι για κάποιο διάστημα διέμεναν μαζί, αλλά δεν γνωρίζει ούτε τι εξηγήσεις έκαναν μεταξύ τους, ούτε οτιδήποτε σε σχέση με τα κοσμήματα που έπαιρναν για ενέχυρο και τι έκαναν με τα χρήματα που έπαιρναν. Αξιολόγηση Μαρτυρίας: Η Νομολογία έχει καθορίσει διάφορες παραμέτρους σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.
- Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενα του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Λαμβάνονται επίσης υπόψη, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων στα όσα αναφέρει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο. Η ειλικρίνεια ενός μάρτυρα κρίνεται από τη θετικότητα, την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό του. σχετικές είναι οι αποφάσεις C & Α Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Β Α.Α.Δ. 1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη, Π.Ε. 10825, ημερ. 26.3.2002 και Δημήτρης Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 75/2005, ημερ. 26.1.
- Οι Μ.Κ.1, Μ.Κ.2 και Μ.Κ.3 ήταν τυπικοί μάρτυρες, περιορίστηκαν στην κατάθεση και επεξήγηση των ενεργειών τους σε σχέση με την παρούσα υπόθεση και ουσιαστικά δεν αντεξετάστηκαν. Οι όποιες ερωτήσεις τους υποβλήθηκαν από τον κ. Τρίγγα ήταν μάλλον επεξηγηματικής φύσεως. Επομένως η μαρτυρία τους ως ουσιαστικά αναντίλεκτη γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Η Μ.Κ.4 ήταν η ουσιαστική μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή σε ότι αφορά την 1η κατηγορία. Σε σχέση με την μαρτυρία της αναφέρω ότι παρουσιάστηκαν αρκετές αντιφάσεις και κάποιες από τις θέσεις της άφησαν ερωτηματικά στο Δικαστήριο. Είπε ότι συγκατοικούσε με τον κατηγορούμενο για κάποιο χρονικό διάστημα για τον οποίο δεν γνώριζε τίποτε άλλο εκτός από το όνομα και το επίθετο του και το τηλέφωνο του και η θέση της ήταν ότι τον φιλοξενούσε για κάποιες μέρες. Μετέβαλε ακολούθως την θέση της παραδεχόμενη ότι είχε δεσμό με τον παραπονούμενο και μάλιστα ότι του είχε δώσει τα κλειδιά του σπιτιού της. Δημιουργεί έκπληξη η ευκολία με την οποία δέχτηκε ένα άντρα να συζήσει μαζί με την ίδια και την ανήλικη κόρη της, ήταν 10 ετών το επίδικο χρονικό διάστημα, για τον οποίο γνώριζε ως είπε αρχικά μόνο το όνομα και το τηλέφωνο του. Είπε ότι ο κατηγορούμενος πήγε να μείνει μαζί της τον Μάρτιο του 2012 για λίγες μέρες και έφυγε από το σπίτι της τέλη Απριλίου. Ενόσω ο σύζυγος της βρισκόταν στην αίθουσα του Δικαστηρίου ήταν πολύ αμήχανη σε σχέση με την πραγματική φύση της σχέσης της με τον κατηγορούμενο, είτε αποφεύγοντας να απαντήσει τις ερωτήσεις ευθέως είτε απαντώντας ότι δεν είχε δεσμό με τον κατηγορούμενο απλά τον φιλοξενούσε επειδή δεν είχε τόπο να μείνει αλλά όταν ο σύζυγος της, έφυγε από την αίθουσα του Δικαστηρίου με τον οποίο σημειώνω ότι το επίδικο διάστημα ήταν σε διάσταση αλλά κατόπιν επανασυνδέθηκαν και τώρα είναι μαζί κανονικά σαν ζευγάρι, παραδέχτηκε ότι είχε δεσμό με τον κατηγορούμενο την επίδικη περίοδο. Ενώ στην πρώτη της κατάθεση στην Αστυνομία 30.6.12 αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος πήγε να μείνει μαζί της τον Μάρτιο του 2012 και έφυγε τέλη Απριλίου 2012 κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι έμεινε μαζί της λίγο περισσότερο από μία εβδομάδα. Η θέση της ήταν ότι μέσα Μαρτίου του 2012 στην παρουσία του κατηγορούμενου (σημειώνω ξανά του οποίου δεν γνώριζε παρά μόνο το ονοματεπώνυμο και το τηλέφωνο και ο οποίος είχε μόλις πρόσφατα μετακομίσει στο σπίτι της) αποφάσισε να πωλήσει κάποια παλιά χρυσαφικά, τα οποία πήρε από το σημείο που τα φύλαγε στην παρουσία του κατηγορούμενου αφήνοντας τον να γνωρίζει για το σημείο που είχε τα κοσμήματα της. Θέση της ήταν ότι ενώ δεν είχε δεσμό με τον κατηγορούμενο και τον γνώριζε μόνο λίγο καιρό και μόνο το ονοματεπώνυμο και το τηλέφωνο του, του έδωσε κλειδιά για να μπαίνει και να βγαίνει από το σπίτι της. Και αυτή η θέση προκαλεί εύλογες απορίες. Στην αντεξέταση της επίσης ανέφερε, σε αντίθεση με τα όσα είχε πει στην κυρίως εξέταση της, ότι η μοναδική φορά που πώλησε κοσμήματα ήταν όταν ήταν ακόμα με τον άντρα της, ενώ η θέση της ακολούθως ήταν ότι είναι μαζί με τον κατηγορούμενο που πήγαν στον Κουρσάρη για να του πωλήσει τα χρυσαφικά. Άλλη θέση της η οποία δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά για την όλη καταγγελία ήταν ότι αρχές Απριλίου, όταν θεωρητικά έμενε ακόμα στο σπίτι της ο κατηγορούμενος και διατηρούσαν δεσμό, ανακάλυψε ότι έλειπαν τα χρυσαφικά και ότι μάλιστα της είχε παραδεχτεί ο κατηγορούμενος ότι αυτός τα πήρε και τα έδωσε στον Κουρσάρη ως ενέχυρο για να πάρει χρήματα που είχε ανάγκη δεν έκανε τίποτε αφήνοντας μακρύ χρονικό διάστημα να παρέλθει μέχρι την καταγγελία. Στο Δικαστήριο είπε για πρώτη φορά ότι ο λόγος που δεν κατάγγειλε τον κατηγορούμενο αμέσως για κλοπή ήταν επειδή την απειλούσε ότι θα έδιδε οδηγίες στον χρυσοχόο (Κουρσάρη) να τα λιώσει ενώ στην κατάθεση της η θέση της ήταν ότι της είχε πει ότι θα της επέστρεφε τα κοσμήματα μέχρι το Πάσχα γι' αυτό και δεν προχώρησε σε καταγγελία του. Η καταγγελία της στην Αστυνομία έγινε τελικά 30.6.12 μετά από αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο που ήταν το Πάσχα και θα της επέστρεφε ο κατηγορούμενος τα κοσμήματα της. Ο λόγος γι' αυτό το μακρύ χρονικό διάστημα ήταν σύμφωνα με την ίδια ότι συνεχώς ο κατηγορούμενος την παρέπεμπε από ημερομηνία σε ημερομηνία ότι θα της τα επέστρεφε. Κατά την άποψη μου αυτή η εκδοχή της δεν φαντάζει καθόλου λογική ούτε και φαίνεται να μπορεί να υποστηριχτεί αντικειμενικά. Η παραπονούμενη είχε δεχτεί στο σπίτι της ένα πρόσωπο με τον οποίο είχε σύντομο δεσμό το επίδικο χρονικό διάστημα, τον φιλοξένησε κατά τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο του 2012 αρχές Απριλίου του 2012 ανακάλυψε ότι έλειπαν τα κοσμήματα της, της παραδέχτηκε σύμφωνα με την θέση της ο κατηγορούμενος ότι τα έκλεψε αυτός και τα πήρε στον Κουρσάρη όπου τα ενεχυρίασε, και η ίδια συνεχίζει τον δεσμό μαζί του, τον αφήνει να διαμένει μαζί της μέχρι τα τέλη Απριλίου 2012, οπότε φεύγει ο κατηγορούμενος από το σπίτι της μετά που μεσολάβησε η οικογένεια της και έχουν διαταραχθεί οι σχέσεις τους, και περιμένει άλλους δύο μήνες να πάει να υποβάλει καταγγελία. Περαιτέρω την ήμερα που υποβάλλει την καταγγελία της, 30.6.12, και ενώ γνωρίζει από τουλάχιστον τρεις μήνες πριν σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ότι λείπουν τα χρυσαφικά της παραδίδει στην Αστυνομία ένα πρόχειρο κατάλογο με τα χρυσαφικά και τις αξίες τους, πάντα εξ όσων πιστεύει, ο οποίος αποτελείται από 22 τεμάχια ενώ όπως τελικά προκύπτει είναι 30 τα τεμάχια που αναγνώρισε στο κοσμηματοπωλείο του Κουρσάρη και έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο. Θέση της επίσης ήταν ότι η ίδια έκαμε διάφορες ενέργειες και διαπίστωσε ότι τα κοσμήματα ήταν στην κατοχή του Κουρσάρη ο οποίος όμως ήθελε €6.000 πλέον τόκους για να της τα επιστρέψει ενώ γνώριζε από τις αρχές Απριλίου από τα όσα ο κατηγορούμενος της παραδέχτηκε σύμφωνα πάντα με την θέση της ότι τα κοσμήματα ήταν στον Κουρσάρη. Ο Κουρσάρης στην δική του κατάθεση αναφέρει ότι η «Ροδούλα», όπως την ανέφερε, αλλά όπως προέκυψε πρόκειται για την παραπονούμενη, είχε πάει στο μαγαζί του τρεις εβδομάδες πριν να δώσει την κατάθεση του που έχει ημερομηνία 3.7.12 άρα περί τα μέσα Ιουνίου 2012, ενώ η θέση της παραπονούμενης όμως ήταν ο κατηγορούμενος εξ αρχής της είχε αναφέρει, από τις αρχές Απριλίου του 2012 ότι τα κοσμήματα ήταν στον Κουρσάρη. Γιατί δεν πήγε πιο νωρίς η ίδια και στον Κουρσάρη και στην Αστυνομία να αποκαταστήσει την αλήθεια σε σχέση με τα κοσμήματα της; Θέση της ήταν ότι την φορά την μοναδική που πήγε με τον κατηγορούμενο στο κοσμηματοπωλείο του Κουρσάρη και πήρε χρυσαφικά δικά της παλιά για λιώσιμο, τα χρήματα που πήρε τα χρησιμοποίησε για δικές της ανάγκες και σίγουρα δεν τα ξόδεψε μαζί με τον κατηγορούμενο για τις ανάγκες της διαβίωσης τους. Στην κατάθεση της όμως αναφέρει ότι μαζί με τον κατηγορούμενο πήραν τα χρήματα. Σημειώνω επίσης ότι η παραπονούμενη δεν γνώριζε την αξία των κοσμημάτων της αυτό το παραδέχτηκε, το τι ανέφερε είναι στο περίπου η αξία τους όπως την υπολογίζει. Ο Μ.Κ.5 είναι ο κύριος μάρτυρας για την Κατηγορούσα Αρχή σε ότι αφορά την κατηγορία
- Το πρώτο πράγμα που αναφέρω για τον εν λόγω μάρτυρά είναι σίγουρα ο τρόπος με τον οποίο εμπιστεύτηκε τον κατηγορούμενο και του έδωσε χρήματα λαμβάνοντας κοσμήματα για ενέχυρο δεν ήταν καθόλου επαγγελματικός, ούτε ορθός, ούτε ο ενδεδειγμένος για κάποιο πεπειραμένο χρυσοχόο. Ανέφερε πρώτα απ' όλα, και η θέση μου είναι ότι σκοπός του ήταν να καλύψει τον εαυτό του για τις λανθασμένες του κινήσεις, ότι οι υπηρεσίες ενεχυροδανεισμού προσφέρει μόνο σε επιλεγμένους πελάτες. Ο κατηγορούμενος όμως δεν ήταν πελάτης του, όπως ανέφερε και ο ίδιος στην κατάθεση του την πρώτη φορά που ο κατηγορούμενος πήγε στο κατάστημα του, του ανέφερε ότι ήθελε επειγόντως χρήματα και με ερωτήσεις κατάλαβε ότι γνώριζε την οικογένεια του και γι' αυτό τον εμπιστεύτηκε. Αυτό δεν συνάδει με την θέση του για προσφορά υπηρεσίες ενεχυροδανεισμού σε επιλεγμένους πελάτες ή για συναισθηματικούς λόγους όπως ανέφερε. Είπε ότι μιλώντας με τον κατηγορούμενο την πρώτη φορά που τον συνάντησε κατάλαβε ότι γνωρίζει τον πατέρα του, ότι ο ένας του αδερφός είναι συμμαθητής του γιου του και γνωρίζει και τον γαμπρό του. Θεωρώ ότι αυτά δεν είναι αρκετά για να θέσουν τον κατηγορούμενο εντός της έννοιας του επιλεγμένου πελάτη είτε να αποδείξουν σχέση συναισθηματική μεταξύ του μάρτυρα με αυτόν. Είναι η θέση μου ότι ο εν λόγω μάρτυρας είχε κάθε λόγο να μην πει την αλήθεια στο Δικαστήριο προσπαθώντας να δικαιολογήσει τις λανθασμένες δικές του επιλογές. Στην κατάθεση του ημερ. 3.7.12 ανάφερε ότι την πρώτη φορά που τον επισκέφθηκε ο κατηγορούμενος ήταν μόνος του ενώ στην αντεξέταση του για πρώτη φορά αναφέρει ότι μαζί με τον κατηγορούμενο την πρώτη φορά νομίζει ότι ήρθε η κοπέλα την οποία ο ίδιος αποκαλεί Ροδούλα. Φαίνεται ότι ο Μ.Κ.5 δεν έλαβε όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις και τα αναγκαία μέτρα για να γνωρίζει το πρόσωπο το οποίο δάνειζε. Στην κατάθεση του δεν φαίνεται να προκύπτει καν ερώτηση από τον ίδιο προς τον κατηγορούμενο ποιου ήταν τα χρυσαφικά τα οποία ενεχυρίασε. Επίσης ο Μ.Κ.5 στην κατάθεση του αναφέρει ότι όταν προσήλθε στο κοσμηματοπωλείο του η παραπονούμενη, μετά που κλήθηκε από την Αστυνομία για να αναγνωρίσει τα κοσμήματα της, ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπε είπε όμως μετά ότι η ίδια του είχε αναφέρει ότι παλαιότερα είχε έρθει με την αδερφή της και του πώλησε χρυσαφικά θέση την οποία η παραπονούμενη ουδέποτε προώθησε αναφέροντας ότι ήταν με τον κατηγορούμενο που πήγε την πρώτη και μοναδική φορά που του πώλησε τα χρυσαφικά. Μια θέση του κατηγορούμενου η οποία ενισχύθηκε από τον Κουρσάρη είναι ότι δεν είναι μόνο κοσμήματα της παραπονούμενης που του είχε πάρει ο κατηγορούμενος αφού αναφέρει στην κατάθεση του ότι η παραπονούμενη από όλα τα κοσμήματα που υπήρχαν στον πάγκο και που του είχε πάρει ο κατηγορούμενος αναγνώρισε «μερικά» ως δικά της. Θεωρώ ότι υπάρχουν αρκετές αντιφάσεις στην μαρτυρία του και σίγουρα δεν έχει τεθεί μέσα από αυτή ότι ο κατηγορούμενος έκανε οποιαδήποτε ψευδή παράσταση προς τον ίδιο με τον πολύ πρόχειρο τρόπο με τον οποίο ο ίδιος χειρίστηκε το θέμα της ενεχυρίασης. Ο κατηγορούμενος επέμενε ότι το επίδικο χρονικό διάστημα με την κατηγορούμενη είχαν δεσμό και συζούσαν σαν ζευγάρι, φαίνεται ότι όντως αυτή ήταν η αλήθεια. Θέση του ήταν ότι δεν γνώριζε που ήταν τα κοσμήματα της παραπονούμενης και είναι διαφορετική η θέση του από την δική της για το χρονικό διάστημα που συγκατοικούσαν. Θέση του ήταν ότι μετά που έφυγε από το σπίτι της παραπονούμενης η παραπονούμενη συνέχιζε να τον επισκέπτεται στο σπίτι του όπου διέμενε με τους γονείς του, θέση η οποία ενισχύθηκε και από τον πατέρα του, σε αντίθεση με τα όσα ανέφερε η παραπονούμενη για τον χωρισμό τους γι' αυτό και έφυγε από το σπίτι της και ότι μετά πήγε και τον είδε μόνο μία φορά για να του πάρει τσιγάρα. Οι αναφορές του για την αξία των κοσμημάτων που πώλησαν στον Κουρσάρη την πρώτη φορά μαζί με την Ευρούλλα ήταν ότι αυτά ήταν αξίας €1.700, ενώ o Κουρσάρης αναφέρει ότι τους έδωσε €1.050 και η Ευρούλλα άλλο ποσό, συγκεκριμένα αναφέρει ότι την μοναδική φορά που πώλησε κοσμήματα στον Κουρσάρη πήρε από αυτόν χρηματικό ποσό €800 έως €
- Η θέση του κατηγορούμενου ότι πήρε στον Κουρσάρη και κοσμήματα της μητέρας του και όχι μόνο της παραπονούμενης τα οποία μάλιστα ο Κουρσάρης έλιωσε φαίνεται να ενισχύεται από τον Κουρσάρη. Θέση του η οποία δεν ενισχύθηκε από τον Κουρσάρη είναι ότι δύο φορές πήγαν μαζί με την παραπονούμενη στο χρυσοχοείο του. Ο Μ.Υ.1 πατέρας του παραπονούμενου ανέφερε ότι ο γιος του είχε δεσμό με μια κοπέλα από το Καϊμακλί την οποία έβλεπε και στο σπίτι τους όταν πήγαινε να τους επισκεφθεί και διέμενε και κάποιες μέρες μαζί της. Αυτή του η θέση δεν αμφισβητήθηκε και έρχεται σε αντίθεση με την θέση της παραπονούμενης η οποία αναφέρει ότι μόνο μία και μοναδική φορά επισκέφθηκε τον κατηγορούμενο στο σπίτι του όπου διέμενε με τους γονείς του. Ο πατέρας του κατηγορούμενου επίσης ενίσχυσε την θέση του κατηγορούμενου ότι ζήτησε και από την μητέρα του κάποια κοσμήματα και του τα έδωσε για σκοπούς ενεχύρου τα οποία ακόμα δεν της επέστρεψε. Ο πατέρας του κατηγορούμενου κατ' αυτό τον τρόπο διέψευσε την θέση της παραπονούμενης ότι ο κατηγορούμενος είχε κλέψει κοσμήματα από την μητέρα του, αναφέροντας ότι η μητέρα του, του είχε δώσει τα κοσμήματα αυτά. Έχω προειδοποιήσει τον εαυτό μου για την πιθανότητα ο πατέρας του κατηγορούμενου να έδωσε στο Δικαστήριο αυτή τη μαρτυρία για να καλύψει τον γιο του, όμως η θέση μου αντικειμενικά κρίνονταν τη στάση του στο Δικαστήριο, ήταν ότι λέει την αλήθεια. Δεν ήταν καθόλου υπερβολικός, ούτε προσπάθησε να πει πράγματα εκτός του πεδίου γνώσης του και επίσης άφησε εκτεθειμένο τον κατηγορούμενο ότι ουδέποτε επέστρεψε στη μητέρα του τα κοσμήματα που του έδωσε για σκοπούς ενεχυρίασης. Είναι φανερό από τα όσα έχω αναφέρει αναλυτικά πιο πάνω ότι υπάρχουν αντιφάσεις και αναπάντητα ερωτήματα στις μαρτυρίες των Μ.Κ.4, Μ.Κ.5 αλλά και του κατηγορούμενου. Εκείνα τα οποία με ασφάλεια μπορούν να εξαχθούν ως συμπεράσματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: - Το επίδικο διάστημα ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη είχαν δεσμό και συγκατοικούσαν στο σπίτι της παραπονούμενης στην Ονησίλου 12 στο Καϊμακλί. - Ο κατηγορούμενος έφυγε από το σπίτι της παραπονούμενης περί το τέλος Απριλίου 2012 χωρίς να έχει τερματιστεί η σχέση τους μετά από προβλήματα με τους οικείους της παραπονούμενης. - Ο κατηγορούμενος μαζί με την παραπονούμενη, εντός της χρονικής περιόδου που διατηρούσαν δεσμό σε ημερομηνία η οποία όμως δεν μπορεί να εξαχθεί με βεβαιότητα λόγω διιστάμενης μαρτυρίας για το ποια ακριβώς ήταν, επισκέφθηκαν το χρυσοχοείο Koursaris Gold Diamond όπου η παραπονούμενη πώλησε στον Βάσο Κουρσάρη κάποια κοσμήματα που δεν χρειαζόταν και έλαβε από αυτόν κάποιο χρηματικό ποσό. - Μετά και κατά το χρονικό διάστημα μέχρι και το τέλος Απριλίου 2012 ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε ξανά το κοσμηματοπωλείο Koursaris Gold Diamond και ενεχυρίασε στον Βάσο Κουρσάρη αριθμό κοσμημάτων έναντι χρηματικού ποσού. - Ο Κουρσάρης όντως παρέλαβε από τον κατηγορούμενο αριθμό κοσμημάτων ως ενέχυρο έναντι χρηματικού ποσού. Συγκεκριμένα ζύγιζε τα κοσμήματα που ο κατηγορούμενος του έπαιρνε και του έδιδε το αντίστοιχο ποσό της αξίας των γραμμαρίων σε χρυσό. - Ο κατηγορούμενος ουδέποτε επέστρεψε στον Κουρσάρη το χρηματικό ποσό που έλαβε από τον ίδιο για τα κοσμήματα που ενεχυρίασε για να πάρει πίσω τα κοσμήματα. - Η παραπονούμενη στις 30.6.12 κατήγγειλε στην Αστυνομία κλοπή των κοσμημάτων της εκφράζοντας υποψίες εναντίον του κατηγορούμενου. - Τα κοσμήματα που ο κατηγορούμενος ενεχυρίασε στον Κουρσάρη ήταν στην κατοχή του Κουρσάρη όταν η Αστυνομία εκτέλεσε ένταλμα έρευνας στο χρυσοχοείο του στις 3.7.12 μετά από την καταγγελία της παραπονούμενης. - Μετά που η παραπονούμενη αναγνώρισε μέρος των κοσμημάτων αυτών ως δικά της κοσμήματα τα οποία είχε καταγγείλει ότι της τα είχαν κλέψει, η Αστυνομία τα κατακράτησε ως τεκμήριο. - Τα κοσμήματα τα οποία παραπονούμενη αναγνώρισε ως δικά της και τα οποία κατείσχε η Αστυνομία ως τεκμήρια κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας στο Χρυσοχοείο του Κουρσάρη στις 3.7.12 έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο και έχουν σημειωθεί ως Τεκμήριο
- - Κατά την εκτέλεση εντάλματος έρευνας στο χρυσοχοείο Koursaris Gold Diamond στις 3.7.12 ο Κουρσάρης έδειξε στην Αστυνομία και άλλα κοσμήματα που του είχε παράδωσε ο κατηγορούμενος για σκοπούς ενεχυρίασης τα οποία δεν ανήκαν στην παραπονούμενη. - Ο κατηγορούμενος. είχε πάρει στον Κουρσάρη και άλλα κοσμήματα εκτός από αυτά που αναγνώρισε η παραπονούμενη ως δικά της για σκοπούς ενεχυρίασης. Τα πιο κάτω θέματα παραμένουν αδιευκρίνιστα: - Ποια ήταν η συνολική αξία των κοσμημάτων της παραπονούμενης. - Ποιο ήταν το συνολικό ποσό χρημάτων που ο Βάσος Κουρσάρης έδωσε στον κατηγορούμενο στα πλαίσια ενεχυρίασης για τα κοσμήματα που του παρέδωσε και τα οποία άνηκαν στην παραπονούμενη. - Τι ανέφερε ο κατηγορούμενος στον Κουρσάρη κατά την παράδοση και από πλευράς του αποδοχή της ενεχυρίασης των κοσμημάτων. - Πόσες φορές ο Κουρσάρης είδε την παραπονούμενη. Τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι αυτά της κλοπής από κατοικία σε ότι αφορά την κατηγορία αρ. 1 και εξασφάλιση πίστωσης διά δόλου σε ότι αφορά την κατηγορία αρ. 2 Ξεκινώντας από το αδίκημα της «κλοπής» αναφέρω ότι αυτό διέπεται από το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως έχει τροποποιηθεί το οποίο αναφέρει τα εξής: "
(1)Όποιος κλέβει, χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, που γίνεται με δόλιο τρόπο και χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη, αποκτά κατοχή και αποκομίζει οτιδήποτε που μπορεί να καταστεί αντικείμενο κλοπής με σκοπό, κατά το χρόνο της απόκτησης, να αποστερήσει τον ιδιοκτήτη μόνιμα από αυτό: Νοείται ότι πρόσωπο δύναται να είναι ένοχο κλοπής οποιουδήποτε τέτοιου πράγματος, ανεξάρτητα του ότι κατέχει αυτό νόμιμα, αν είναι θεματοφύλακας ή συνιδιοκτήτης του, με δόλιο τρόπο σφετερίζεται αυτό για χρήση από τον ίδιο ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο παρά του ιδιοκτήτη.
(2)(α) Ο όρος "αποκτά κατοχή" περιλαμβάνει και το να αποκτά κατοχή- (
- i)με τέχνασμα- (
- ii)με εκφοβισμό- (iii) με συνέπεια πλάνης του ιδιοκτήτη που είναι σε γνώση του αποκτώντα ότι κατοχή του αποκτώμενου αποκτήθηκε με τέτοιο τρόπο- (
- iv)με ανεύρεση, εφόσον κατά το χρόνο της ανεύρεσης αυτός που το βρήκε πιστεύει ότι ο ιδιοκτήτης μπορεί να ανακαλυφθεί με εύλογα διαβήματα- (β) ο όρος "αποκομίζει" περιλαμβάνει κάθε μετακίνηση οποιουδήποτε πράγματος από το χώρο τον οποίο αυτό κατέχει, προκειμένου όμως για πράγμα προσαρτημένο, μόνο αν αυτό αποσπάστηκε εντελώς- (γ) ο όρος "ιδιοκτήτης" περιλαμβάνει και τον ιδιοκτήτη μέρους ή αυτόν που έχει κατοχή ή έλεγχο ή ειδική ιδιοκτησία πράγματος το οποίο δύναται να καταστεί αντικείμενο κλοπής.
(3)Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο." Συνεπώς από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι ότι α) ο κατηγορούμενος απέκτησε κατοχή περιουσίας, β) αυτό έγινε χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη, γ) ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με δόλιο τρόπο, δ) ο κατηγορούμενος ενήργησε χωρίς αξίωση δικαιώματος με καλή πίστη ε)ότι η περιουσία είναι τέτοια που μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής και στ) ότι ο κατηγορούμενος είχε κατά το χρόνο της απόκτησης κατοχή την πρόθεση να αποστερήσει την περιουσία από τον ιδιοκτήτη μόνιμα. Με βάση το άρθρο 266(β) του Ποινικού Κώδικα αν το αντικείμενο που έχει κλαπεί είναι από κατοικία, ο υπαίτιος υπόκειται σε φυλάκιση 5 χρόνων. Με βάση τη νομολογία και παραπέμπω σχετικά σε απόσπασμα από τις Ποινικές Εφέσεις 238/07 και 239/07 Αντρονίκου ν. Δημοκρατίας 15.7.2008, στις οποίες έγινε αναθεώρηση της νομολογίας, για το αδίκημα της κλοπής έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: Στο Άρθρο 255 του Κεφ. 154 το οποίο αφορά το αδίκημα της κλοπής ορίζεται και η έννοια της. Στην υπόθεση Ζησιμίδης ν. Δημοκρατίας
(1978)2 C.L.R. 382, έγινε πλήρης ανάλυση της νομολογίας από το Larceny Act 1916 που ίσχυε στην Αγγλία μέχρι και το Theft Act 1968 που αντικατέστησε αυτό μεταγενέστερα. Στην υπόθεση αναφέρθηκε επίσης η R. v. Cockburn [1968] 1 All ER 466, στην οποία λέχθηκε ότι στοιχεία της κλοπής είναι
(1)η λήψη της περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη
(2)χωρίς δικαίωμα κατοχής ή απόκτησης και
(3)με πρόθεση αποστέρησης τελεσιδίκως της περιουσίας αυτής. Στην υπόθεση Ζησιμίδη αναφέρθηκε και η υπόθεση Πλατρίτης ν. Αστυνομίας
(1967)2 C.L.R. 174, όπου στη σελίδα 188 έγινε αναφορά και επεξήγηση της έννοιας «fraudulently» και όπου επίσης σημειώνεται η διαφορά ως προς την πρόθεση με το Larceny Act. Από την ανάλυση προκύπτει ότι η λέξη «fraudulently» δείχνει πράξη σκόπιμη και με πρόθεση. Στην υπόθεση Ζησιμίδης επίσης αναφέρθηκε η προγενέστερη Αγγλική υπόθεση R. v. Feely [1973] 1 All ER 341. Η λέξη «fraudulently» είχε ήδη αντικατασταθεί στο Theft Act της Αγγλίας με τη λέξη «dishonestly» και είχε επεξηγηθεί από τα Αγγλικά Δικαστήρια ότι με τη νέα έννοια εισάγεται πλέον η αναγκαιότητα ύπαρξης και ηθικού στιγματισμού της πράξης ως μέρος της έννοιας της κλοπής. Οποιεσδήποτε αμφιβολίες διατυπώθηκαν στην Κυπριακή Νομολογία σχετικά με την πραγματική έννοια της λέξης «fraudulently», μετά την υπόθεση Feely, επεξηγήθηκαν από τη μεταγενέστερη υπόθεση Azinas v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, όπου, μετά από ολοκληρωμένη ανάλυση της νομολογίας στις σελ. 82-85, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το «fraudulently» όπως είχε αποφασίσει και η Πλατρίτης, σημαίνει σκόπιμα και εκ προθέσεως. Αυτή η πρόθεση φανερώνεται μέσα από τα περιστατικά και γεγονότα της υπόθεσης που εκδικάζεται. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε και μεταγενέστερα στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 14, 26, όπου επίσης διαπιστώθηκε η μη άμεση αντιστοιχία του Κεφ. 154, ως προς το Larceny Act και μετέπειτα το Theft Act.» Σημειώνω επίσης ότι για σκοπούς του αδικήματος της κλοπής είναι αρκετό να αποδειχτεί ότι το αντικείμενο βρισκόταν στην κατοχή του παραπονούμενου ανεξάρτητα από το ποιος νομικά ήταν ο ιδιοκτήτης. Η ιδιοκτησία των κοσμημάτων, Τεκμήριο 5, είναι αδιαμφισβήτητο ότι ανήκει στην παραπονούμενη. Από τις αδυναμίες της μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί στο Δικαστήριο που καταγράφονται πιο πάνω δεν μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι για την ενεχυρίαση των κοσμημάτων της παραπονούμενης δεν υπήρχε η συναίνεση της. Δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας δολιότητα από πλευράς του κατηγορούμενου αλλά επίσης δεν έχει αποδειχτεί στο μέτρο που απαιτείται ότι ο κατηγορούμενος είχε σκοπό να αποστερήσει μόνιμα την παραπονούμενη από την ιδιοκτησία των κοσμημάτων αφού ο Μ.Κ.5 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος του έλεγε συνεχώς ότι θα πάει να πάρει πίσω τα κοσμήματα όταν θα είχε τα χρήματα και ουδέποτε του έδωσε οδηγία να τα λιώσει. Επίσης με δεδομένη την θέση της παραπονούμενης ότι κατά τους ισχυρισμούς της ο κατηγορούμενος αρχές Απριλίου της είχε παραδεχτεί ότι ο ίδιος πήρε τα κοσμήματα και τα έδωσε στον Κουρσάρη για ενέχυρο και η ίδια προβαίνει σε καταγγελία στις 30.6.12 σίγουρα δεν αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η όποια πράξη του κατηγορούμενου έγινε χωρίς την συναίνεση της αφού η συμπεριφορά της για διάστημα τριών μηνών μετέπειτα καταδεικνύει κατά την άποψη μου συναίνεση στις πράξεις του κατηγορούμενου. Με βάση το άρθρο 301(α) του Ποινικού Κώδικα: «Όποιος κατά την σύναψη χρέους ή με την ανάληψη υποχρέωσης εξασφαλίζει πίστωση με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση ή με άλλο δόλιο μέσο είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση 3 ετών.» Ο ορισμός της ψευδούς παράστασης περιέχεται στο άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα το οποίο ορίζει ότι: «Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος παρελθόντος ή παρόντος που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Η Κατηγορούσα Αρχή στις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας αναφέρει ως ψευδή παράσταση την ενέργεια του κατηγορούμενου να δώσει στον Κουρσάρη χρυσαφικά συνολικού βάρους 113,9 γρ. για να εξασφαλίσει πίστωση €2.845 ενώ τα χρυσαφικά αυτά αποτελούσαν προϊόν κλοπής. Όπως έχω ήδη αναφέρει δεν έχει αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι όντως τα συγκεκριμένα χρυσαφικά που ανήκουν στην παραπονούμενη αποτελούσαν προϊόν κλοπής επομένως, όπως η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιλέξει να στοιχειοθετήσει την κατηγορία, εξυπακούεται ότι ούτε και αυτή η κατηγορία δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Αναφέρω επίσης ότι ενόψει του ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί λόγω της κακής ποιότητας της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί να καταλήξει σε ασφαλές εύρημα ως προς το τι έχει αναφέρει ο κατηγορούμενος στον Κουρσάρη όταν του πήρε τα κοσμήματα για σκοπούς ενεχυρίασης, δεν μπορώ να καταλήξω σε οποιοδήποτε συμπέρασμα σε σχέση με ψευδή παράσταση άλλη από αυτή της παράδοσης κλοπιμαίας περιουσίας όπως η Κατηγορούσα Αρχή έχει επιλέξει να την προωθήσει. Σε κάθε περίπτωση η νομολογία μας είναι σαφέστατη. Το βάρος απόδειξης είναι στην κατηγορούσα αρχή και το επίπεδο απόδειξης αυτό του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Σχετική είναι η υπόθεση Woolmington v. D.P.P
(1935)A.C. 462 που υιοθετήθηκε από το δικό μας Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Charitonos and others v. The Republic
(1971)2 C.L.R. 40, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Αν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορούμενου τότε αυτή θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και ν' απαλλαγεί της κατηγορίας (βλ. Toumba v. The Republic
(1984)2 C.L.R. 110 και Charalambous and another v. The Republic
(1985)2 C.L.R. 97). Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει ν' αποδείξει κάθε στοιχείο της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 C.L.R. 363 και Παφίτης και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 C.L.R. 102, σελ. 119). Τα στοιχεία αυτά θα πρέπει ν'αποδείξει με αξιόπιστη και σαφή μαρτυρία (βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 C.L.R. 401). Στην υπόθεση Λοίζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 363 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι' αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη". Στην δε υπόθεση Φλουρής ν. Αστυνομίας.
(1989)2 Α.Α.Δ. σελ. 401 λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Σε όλες ανεξαίρετα τις ποινικές υποθέσεις εναπόκειται στην Κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι όχι μόνο αξιόπιστη αλλά και σαφής, η οποία να περιλαμβάνει γεγονότα που να επιτρέπουν στο Δικαστήριο να κάμει ασφαλή ευρήματα αναφορικά με όλα τα συστατικά στοιχεία που συνθέτουν την κατηγορία. Μαρτυρία που υστερεί είτε στον τομέα της αξιοπιστίας είτε στον τομέα της σαφήνειας είναι ανεπαρκής για να στηρίξει καταδίκη σε ποινικό αδίκημα". Ενόψει των ανωτέρω είναι η κατάληξη μου ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις δύο κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, ο οποίος συνεπώς αθωώνεται και απαλλάσσεται και από τις δύο κατηγορίες. Σε ότι αφορά τα τεκμήρια, όλα πλην του Τεκμηρίου 5, να κατασχεθούν και να καταστραφούν, σε ότι αφορά το Τεκμήριο 5 δηλαδή τα κοσμήματα να παραδοθούν στον νόμιμο δικαιούχο. (Υπ.) .................................... Στ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ/ΑΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο