← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Πρόδρομος Χριστοφή κ.α., Ποιν. Υπόθεση: 31903/14, 28/7/2015

Δημοκρατία ν. Πρόδρομος Χριστοφή κ.α., Ποιν. Υπόθεση: 31903/14, 28/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2015:29 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, A.Ε.Δ. M. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 31903/14 Δημοκρατία ν

  1. Πρόδρομος Χριστοφή
  2. Μιχάλης Θεοδούλου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 28 Ιουλίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Ευθυβούλου για Γενικό Εισαγγελέα Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κα Μ. Νεοφύτου Κατηγορούμενοι παρόντες Π Ο Ι Ν Η Κατόπιν παραδοχής του ο Κατηγορούμενος 1 κρίθηκε ένοχος στις πιο κάτω κατηγορίες: § Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή της κατοχής κάνναβης με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα (1η κατηγορία) § Κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β, δηλ. 3,082 κιλά κάνναβης (2η κατηγορία) § Κατοχή του πιο πάνω ελεγχομένου φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα (3η κατηγορία) § Βαριά σωματική βλάβη κατά παράβαση του Άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα (4η κατηγορία). Ο Κατηγορούμενος 2, μετά από παραδοχή, κρίθηκε ένοχος στις πιο κάτω Κατηγορίες: § Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, δηλαδή της κατοχής κάνναβης με σκοπό την προμήθεια της σε άλλα πρόσωπα (1η κατηγορία) § Πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του Άρθρου 234 του Ποινικού Κώδικα (5η κατηγορία) Γεγονότα Σύμφωνα με τα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί από την εκπαιδευτή εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής στις 26.10.14, μετά τη λήψη πληροφοριών από την ΥΚΑΝ σχετικά με διακίνηση και αγοραπωλησία ναρκωτικών στον παρακαμπτήριο δρόμο Τσερίου κοντά στο πρατήριο καυσίμων LUKOIL δόθηκαν οδηγίες σε μέλη της για παρακολούθηση της ευρύτερης περιοχής. Στα πλαίσια της εν λόγω παρακολούθησης εντοπίστηκε στις 18.45 το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής LBG 114 το οποίο ανήκει στον Κατηγορούμενο 1 να οδηγείται από τον ίδιο με συνοδηγό τον Κατηγορούμενο
  3. Το αυτοκίνητο περιφερόταν στην περιοχή και σε κάποια στιγμή εισήλθε σε περιφραγμένο χωράφι κοντά στο πρατήριο καυσίμων LUKOIL. Ακολούθως κατέβηκε από αυτό ο Κατηγορούμενος 1 κρατώντας ένα πακέτο που περιείχε, όπως προέκυψε στη συνέχεια, 3,082 κιλά κάνναβης, το τοποθέτησε στο έδαφος και αφού επέστρεψε στο αυτοκίνητο αναχώρησαν με κατεύθυνση το Τσέρι. Αφού οι Κατηγορούμενοι σταμάτησαν σε κοντινό περίπτερο, επέστρεψαν στο χώρο όπου είχε αφήσει ο Κατηγορούμενος 1 τα ναρκωτικά. Εκεί ακινητοποίησαν το αυτοκίνητο με τέτοιο τρόπο ώστε να έχουν οπτική επαφή με το πακέτο. Η επόμενη ενέργεια της ΥΚΑΝ ήταν η ανακοπή του αυτοκινήτου στο οποίο βρίσκονταν οι Κατηγορούμενοι. Στα πλαίσια αυτά εισήλθαν τρία αυτοκίνητα της Αστυνομίας στο χώρο του πρατηρίου. Όταν ο Αστ.93 επιχείρησε να κατεβεί από το υπηρεσιακό του όχημα ο Κατηγορούμενος 1 εκκίνησε το δικό του όχημα και κτύπησε την πόρτα από την οποία κατέβαινε ο Αστ.93 με αποτέλεσμα η πόρτα να κλείσει βίαια και να προκληθεί κάταγμα στο αριστερό χέρι του και ζημιά στο υπηρεσιακό όχημα. Οι Κατηγορούμενοι διέφυγαν με κατεύθυνση τον αυτοκινητόδρομο Λεμεσού-Λευκωσίας. Ακολούθησε καταδίωξη τους από μέλη της ΥΚΑΝ σε κάποιο στάδιο της οποίας ο Κατηγορούμενος 2 με οδηγίες του Κατηγορούμενου 1 έριξε από το παράθυρο του αυτοκινήτου κάποια νάιλον σακούλια, χαρτομάντιλα και ένα χειρουργικό γάντι. Όταν έγινε τελικά κατορθωτή η ανακοπή του αυτοκινήτου κατέβηκε ο Κατηγορούμενος 2 τον οποίο προσέγγισε ο Αστ.1974 και τον ενημέρωσε ότι θα προχωρούσε σε σωματική έρευνα. Τότε ο Κατηγορούμενος 2 κινήθηκε προς τα πίσω και έσπρωξε τον Αστ.1974 και προσπάθησε να διαφύγει. Στην προσπάθεια του αστυνομικού να τον ανακόψει ο Κατηγορούμενος 2 του λύγισε βίαια τον καρπό και το δάκτυλο. Με τη χρήση ανάλογης βίας εν τέλει ακινητοποιήθηκε. Ως αποτέλεσμα της επίθεσης του Κατηγορουμένου 1 ο Αστ. 93 υπέστη βαριά σωματική βλάβη, δηλ, κάταγμα στο αριστερό χέρι και υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση κατά την οποία του τοποθετήθηκαν πλατίνες. Αναμένεται δε να υποβληθεί και σε δεύτερη χειρουργική επέμβαση για σκοπούς αφαίρεσης των πλατινών. Παρέμεινε σε ανάπαυση με άδεια ασθενείας για 45 μέρες ενώ υποβαλλόταν και σε φυσιοθεραπεία. Από την επίθεση του Κατηγορουμένου 2 ο Αστ. 1974 υπέστη πραγματική σωματική βλάβη η οποία συνίστατο στη θλάση δεξιού καρπού και του 5ου μετακαρπίου με αποτέλεσμα να μείνει ακινητοποιημένο το χέρι του για μια περίπου εβδομάδα. Όπως περαιτέρω έχει αναφερθεί από την ευπαίδευτο συνήγορο για την Κατηγορούσα Αρχή, τα πιο πάνω ναρκωτικά τα είχε μεταφέρει ο Κατηγορούμενος 1 από τη Λεμεσό στη Λευκωσία με σκοπό να τα προμηθεύσει σε τρίτα πρόσωπα τα οποία θα τα παραλάμβαναν από το χώρο του συγκεκριμένου πρατηρίου καυσίμων. Κατά τη διαδρομή, αφού ο Κατηγορούμενος 2 πληροφορήθηκε από τον Κατηγορούμενο 1 για την κατοχή των ναρκωτικών και την πρόθεση του τελευταίου να τα προμηθεύσει σε τρίτους, συμφώνησε να συμμετάσχει στην πιο πάνω παράνομη συναλλαγή. Μετά τη σύλληψη τους οι δύο Κατηγορούμενοι έτυχαν ιατρικών εξετάσεων χωρίς να διαπιστωθεί οτιδήποτε. Οι Κατηγορούμενοι δεν βαρύνονται με προηγούμενες καταδίκες. Αγόρευση για μετριασμό ποινής Στην αγόρευση της για μετριασμό της ποινής η συνήγορος των Κατηγορουμένων, χωρίς να παραγνωρίζει τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων και την ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση, αναφέρθηκε σε σειρά ελαφρυντικών παραγόντων που, όπως εισηγήθηκε, υφίστανται στην παρούσα υπόθεση και θα πρέπει να προσμετρήσουν προς όφελός των Κατηγορουμένων στα πλαίσια εξατομίκευσης της ποινής. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 ανέφερε, όπως μπορούμε να συνοψίσουμε, τα ακόλουθα: Ως προς τις συνθήκες τέλεσης των αδικημάτων η συνήγορος τόνισε ότι ο ρόλος του ήταν αυτός του μεταφορέα καλώντας μας να τον διαχωρίσουμε από αυτό του εμπόρου για τον οποίο η επιείκεια που θα μπορούσε το Δικαστήριο να επιδείξει θα ήταν μηδαμινή. Ως μετριαστικούς παράγοντες η κα Νεοφύτου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του: · Το λευκό ποινικό του μητρώο · Την παραδοχή του ζητώντας όπως αυτή εκληφθεί ως άμεση. Όπως επισήμανε όταν εξηγήθηκε στον Κατηγορούμενο επακριβώς η φύση της κατηγορίας και ότι δεν κατηγορείτο ως έμπορος ως ήταν η εντύπωση του από προηγούμενη νομική συμβουλή της οποίας έτυχε προχώρησε στην εν λόγω απάντηση. · Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου όπως προκύπτουν από την Έκθεση Γραφείου Ευημερίας και τα όσα ανέπτυξε η συνήγορος. · Τη δεινή οικονομική θέση του και τα προβλήματα υγείας της συζύγου του που τον οδήγησαν να παρασυρθεί από άτομα που μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή σε αυτόν και να διαπράξει τα επίδικα αδικήματα πάνω στη βάση υποσχέσεων ότι με αυτό τον τρόπο θα τον βοηθούσαν οικονομικά. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 η συνήγορος, αφού αναφέρθηκε στα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει και τη διαταραχή προσωπικότητας που παρουσιάζει τόνισε ότι αυτά είχαν ως συνέπεια την μείωση των αντιστάσεων του και των μηχανισμών αυτοελέγχου. Ήταν δε η θέση της ότι υπό αυτές τις περιστάσεις οδηγήθηκε ο Κατηγορούμενος 2 στη διάπραξη των επιδίκων αδικημάτων. Περαιτέρω μας κάλεσε να λάβουμε υπόψη και τους ακόλουθους ελαφρυντικούς παράγοντες: · Το λευκό ποινικό του μητρώο · Τις προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου όπως προκύπτουν από την Έκθεση Γραφείου Ευημερίας και τα όσα ανέπτυξε η συνήγορος. · Τις προσπάθειες απεξάρτησης που ο Κατηγορούμενος 2 κατέβαλε έχοντας μάλιστα ολοκληρώσει τον πρώτο θεραπευτικό στόχο σε πρόγραμμα στη Μονάδα Απεξάρτησης ΑΝΩΣΗ στην οποία με δική του βούληση εντάχθηκε. · Την παραδοχή του ως ένδειξη μεταμέλειας. Νομική πτυχή Όσον αφορά τη νομική πτυχή είναι καλώς γνωστή η αρχή ότι η προβλεπόμενη ποινή στο νόμο αποτελεί τη βάση από την οποίαν ξεκινά το δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής που θα επιβάλει σε συγκεκριμένο αδίκημα. Στα πλαίσια αυτά σημειώνεται ότι για τη συνωμοσία προνοείται φυλάκιση μέχρι 7 έτη, για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β φυλάκιση μέχρι 8 έτη ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές και για την κατοχή του με σκοπό την προμήθεια προνοείται φυλάκιση διά βίου ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένως τονίσει ότι η κατοχή ναρκωτικών, ειδικότερα με σκοπό την προμήθεια, αποτελεί κοινωνική μάστιγα και απαιτεί αυστηρή αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια λαμβανομένων υπόψη των πολύ σοβαρών συνεπειών που συνεπάγεται η χρήση τους στην ανθρώπινη υπόσταση γενικά. Συγκεκριμένα έχει υποδειχθεί η ανάγκη για την επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών σε όσους εμπλέκονται με ναρκωτικά, τα οποία ενσπείρουν τον πόνο και τη δυστυχία σε μεγάλο αριθμό νέων, κυρίως, ανθρώπων, καθώς και στις οικογένειες τους. Προς τούτο έχουμε υπόψη μας τη σχετική νομολογία από την οποία διαπιστώνεται πως από το σύνολο των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής έχει εδραιωθεί στη δικανική κρίση ο παράγοντας που αφορά στην αποτροπή. Όπως έχει κατ΄ επανάληψη τονισθεί στη συλλογική προσπάθεια που καταβάλλεται για την καταπολέμηση της μάστιγας των ναρκωτικών, ο παράγοντας που αφορά στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι περιορισμένης σημασίας, ενώ τονίζεται ιδιαίτερα η ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών με σκοπό την αποτροπή διάπραξης τέτοιων ή παρόμοιων αδικημάτων, γενικώς. Χαρακτηριστικά παραπέμπουμε στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Χρίστου ν. Δημοκρατίας

(2007)2 Α.Α.Δ. 448: «...Τα αδικήματα που παραβιάζουν τον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων Νόμο, και ιδιαίτερα η προμήθεια και εμπορία των παρανόμων ουσιών που αναφέρονται σ' αυτόν, είναι άκρως σοβαρά. Γι΄αυτό και πρέπει να αντιμετωπίζονται με αποτρεπτικές ποινές για να προστατευθεί η κοινωνία μας από τη μάστιγα των ναρκωτικών που δυστυχώς επέλασε και στη μικρή μας χώρα, μολονότι έχει μια μικρή κοινωνία η οποία παλαιότερα ήταν συνεκτική και συνδεδεμένη. Η ιδιότητα αυτή της κοινωνίας μας απέτρεπε το είδος του εγκλήματος, ειδικά του οργανωμένου, που σήμερα όμως παρουσιάζει αυξητική τάση με πολύ αρνητικές επιπτώσεις στην ευταξία του κράτους. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού η νομολογία ορίζει πως οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου έχουν περιθωριακή συμβολή ως ελαφρυντικό στοιχείο στην επιμέτρηση της ποινής. (Βλ. Mansour and other ν Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 434, Landau ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 178, Chanine ν. Δημοκρατίας
(1987)2 Α.Α.Δ. 183 και Ρεσλάν ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 127).» Η θεώρηση της πλούσιας, δυστυχώς, νομολογίας για υποθέσεις ναρκωτικών καταδεικνύει την αυστηρή αντιμετώπιση τέτοιας φύσης αδικημάτων με την επιβολή πολύχρονων ποινών φυλάκισης, το ύψος των οποίων εξαρτάται, μεταξύ άλλων παραγόντων, από το είδος, την ποσότητα και τον σκοπό κατοχής των ναρκωτικών. Στην υπόθεση Berne ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 437 επισημάνθηκε ότι το είδος και η ποσότητα των ναρκωτικών, καθώς επίσης ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται, είναι μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν στον καθορισμό της ποινής, η οποία πρέπει να είναι ιδιαίτερα σοβαρή σε περιπτώσεις όπου η κατοχή συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας των ναρκωτικών. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Δημοκρατίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 466 επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 6 ετών για κατοχή 1 ½ περίπου κιλού κάνναβης με σκοπό την προμήθεια. Ο εφεσείων ήταν 25 ετών, είχε λευκό ποινικό μητρώο είχε παραδεχθεί και εξέφρασε τη μεταμέλεια του. Στην υπόθεση Soleimani v. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 476 επικυρώθηκε η επιβολή ποινής φυλάκισης 8 ετών στον εφεσείοντα, 26 ετών, για κατοχή σχεδόν ενός κιλού ρητίνης κάνναβης με σκοπό την προμήθεια σε τρίτο πρόσωπο. Η ίδια ποινή για ποσότητα 733 γρ. κάνναβης επικυρώθηκε λίγο αργότερα στην υπόθεση Πολυδώρου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 492. Στην υπόθεση Ahmed κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 801 επικυρώθηκε φυλάκιση 6 ετών για το αδίκημα της κατοχής 974 γρ. ρητίνης κάνναβης παρά το λευκό ποινικό μητρώο, το νεαρό της ηλικίας, τις οικογενειακές και προσωπικές περιστάσεις των εφεσειόντων, και παρά το ότι ο ιθύνων νους ήταν άλλο πρόσωπο. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Ευρυπίδου v. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. αρ. 187/13, ημερ. 22.5.14, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών για το αδίκημα της κατοχής 2818.77 γρ. φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα. Ο εφεσείων ήταν ηλικίας σχεδόν 26 ετών, από διαλυμένη οικογένεια, με πολλές οικονομικές δυσκολίες και αντιμετώπιζε ανέκαθεν σωρεία ψυχολογικών προβλημάτων που τον οδήγησαν στην εγκατάλειψη του σχολείου αρχικά και στην απαλλαγή του από μικρό μέρος της στρατιωτικής του θητείας αργότερα. Για τα υπόλοιπα αδικήματα στα οποία κρίθηκαν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι, αν και είναι και αυτά αρκετά σοβαρά, προβλέπονται χαμηλότερες ποινές. Συγκεκριμένα το άρθρο 231 του Ποινικού προνοεί για τη βαριά σωματική βλάβη και ποινή φυλάκισης 7 χρόνων ή χρηματική ποινή ή και στις δύο αυτές ποινές. Το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, για το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, προβλέπει την επιβολή ποινής φυλακίσεως μέχρι 3 έτη. Μελέτη της Νομολογίας καταδεικνύει ότι τέτοιας φύσης αδικήματα αντιμετωπίζονται με αυστηρή ποινή, συνήθως στερητική της ελευθερίας. Στην υπόθεση Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας,
(2010)2 Α.Α.Δ.397, οι Κατηγορούμενοι είχαν προκαλέσει βαριά σωματική βλάβη σε αστυφύλακες κατά την προσπάθεια των τελευταίων να εκτελέσουν ένταλμα έρευνας. Εξετάζοντας το ύψος της επιβληθείσας από το Πρωτόδικο Δικαστήριο ποινής, αναφέρθηκαν τα εξής: «Το ορθό ποινικό μέτρο αποτελεί τη συνισταμένη διαφόρων παραγόντων που συναρτώνται τόσο με τα περιστατικά της διάπραξης των αδικημάτων, όσο και με τις προσωπικές συνθήκες ενός κατηγορούμενου. Στην Αντωνίου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 414, επεβλήθη ποινή φυλάκισης δύο ετών για κτύπημα με κόπτη σε αστυνομικό όργανο η οποία χαρακτηρίστηκε από το Εφετείο αυστηρή, αλλά επικυρώθηκε κατά πλειοψηφία. Στη Χατζηπέτρου ν. Δημοκρατίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 468, το Κακουργιοδικείο καταδίκασε μετά από παραδοχή τον εκεί εφεσείοντα σε 3½ χρόνια φυλάκιση, όταν τραυμάτισε με μαχαίρι φρουρό ασφαλείας. Η ποινή επικυρώθηκε στο Εφετείο λαμβάνοντας υπόψη και την απουσία οργάνωσης και προσχεδιασμού, ενώ από το κτύπημα με μαχαίρι ο παραπονούμενος είχε υποστεί κάταγμα της πλευράς στο σημείο εισόδου και κάκωση του παρεγχύματος του πνεύμονα, χωρίς όμως να παραμείνουν μόνιμες βλάβες. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. David William Evans
(2005)2 Α.Α.Δ. 639, το Κακουργιοδικείο επέβαλε στον εκεί κατηγορούμενο 14 μήνες φυλάκιση για σοβαρούς τραυματισμούς που είχαν ως επίπτωση, μεταξύ άλλων, τη μείωση της διανοητικής ικανότητας του παραπονούμενου από υψηλής σε μέσου όρου, ενώ λόγω της κατάστασης του δεν θα μπορούσε να ασχολείτο πλέον με το ποδόσφαιρο ή να συνέχιζε τις σπουδές του ως ψυχολόγος. Είχε τοποθετηθεί σε αναπνευστήρα και κρατηθεί στη μονάδα εντατικής παρακολούθησης, ενώ του έγινε κρανιοανάρτηση και τοποθέτηση συστήματος συνεχούς μέτρησης της ενδοκρανιακής πίεσης. Το Εφετείο θεωρώντας ότι οι τραυματισμοί ήταν πολύ σοβαροί, αντικατατέστησε τη φυλάκιση 14 μηνών με φυλάκιση δύο ετών. Στη Γιάννος Κ. Πέτρου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 800, το Εφετείο αρνήθηκε να επέμβει στην επιβληθείσα πρωτοδίκως 18μηνη φυλάκιση σε νεαρό για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, ο οποίος άνευ αιτίας ανέσυρε μαχαίρι τραυματίζοντας τον άγνωστο του οδηγό ταξί που τον μετέφερε σε διάφορα μέρη. Ο εκεί εφεσείων είχε και ένα παρόμοιο προηγούμενο για το οποίο είχε εκδοθεί διάταγμα κηδεμονίας με όρους». Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλου
(2001)2 Α.Α.Δ. 95: «Η χρήση βίας κατά του συνανθρώπου συνιστά αδίκημα ιδιάζουσας σοβαρότητας πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του ατόμου το οποίο κατοχυρώνει το άρθρο 7.1 του Συντάγματος και καταρρακώνει την αξιοπρέπεια του. Η ωμή χρήση βίας είτε ως μέσο επικράτησης, είτε ως μέσο εκδίκησης, είτε ως μέσο τιμωρίας, δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων. Η εκδήλωση της πρέπει να τιμωρείται με την αυστηρότητα που επιβάλλει η σοβαρότητα του εγκλήματος και η ανάγκη για γενική καταστολή τέτοιας συμπεριφοράς». Στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνουμε υπόψη τη σημαντική ποσότητα κάνναβης που αφορούσαν τα επίδικα αδικήματα που είναι 3,082 κιλά και η οποία βεβαίως θα διοχετευόταν στην αγορά και θα κατέληγε στους χρήστες ναρκωτικών. Λαμβάνουμε υπόψη τη συμμετοχή του Κατηγορούμενου 1 στην όλη οργανωμένη επιχείρηση διακίνησης των ναρκωτικών, και ότι αυτός ουσιαστικά περιορίζετο στο ρόλο του μεταφορέα των ναρκωτικών, εκτελώντας προφανώς οδηγίες τρίτων προσώπων που φέρεται να είχαν τον έλεγχο της όλης επιχείρησης. Σαφέστατα ο Κατηγορούμενος 1 δεν είναι δυνατόν να καταταχθεί στους οργανωμένους εμπόρους ναρκωτικών για τους οποίους σύμφωνα με την υπόθεση Κωνσταντίνου (ανωτέρω) πρέπει να επιβάλλεται αυστηρότερη ποινή από ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές. Ανεξαρτήτως όμως αυτού εκείνο που έχει σημασία σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση είναι πως είτε τα ναρκωτικά προωθούνται με σκοπό το κέρδος είτε για οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο όφελος η κατάληξη παραμένει η ίδια, δηλαδή η διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα. Κρίνουμε πως την εικόνα αποδίδει εναργώς το ακόλουθο απόσπασμα από την Salaryand v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 541: «Έχει λέχθει - και μπορεί να το επαναλάβουμε - ότι αυστηρή τιμωρία ατόμων που ενέχονται στη χρήση ναρκωτικών, όλως ιδιαίτερα των εμπόρων ναρκωτικών και των συνεργών τους, αποτελεί στοιχειώδη άμυνα της κοινωνίας και πράξη συμβάλλουσα στην παγκόσμια εκστρατεία καταπολέμησης και, ει δυνατόν, εκρίζωσης του κακού, που έχει επανειλημμένα χαρακτηριστεί ως η «μάστιγα των ναρκωτικών.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Εκείνο το οποίο ωστόσο παραμένει ως γεγονός στην παρούσα περίπτωση είναι ότι ο Κατηγορούμενος 1 αναμφίβολα κατέστη συνεργός ενός εμπόρου ναρκωτικών. Με τις ενέργειες του προσέφερε σημαντική εκδούλευση και συνδρομή στον προμηθευτή. Η κατάληξη της ενέργειας του αυτής δεν μπορούσε να ήταν άλλη εκτός από την συνδρομή στην διακίνηση και διάδοση των ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα. Τα ίδια ασφαλώς ισχύουν και για τον Κατηγορούμενο 2 ο οποίος αν και δεν είχε αρχικώς οποιαδήποτε ανάμιξη στην υπόθεση όταν πληροφορήθηκε από τον Κατηγορούμενο 1 σε κάποιο στάδιο στη διαδρομή το από Λεμεσό- Λευκωσία ότι ο τελευταίος κατείχε ναρκωτικά και μάλιστα με σκοπό να τα προμηθεύσει σε τρίτα πρόσωπα συμφώνησε μαζί του να συμμετάσχει στην παράνομη αυτή συναλλαγή, χωρίς δηλαδή να διαχωρίσει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τη θέση του, είτε σ΄ αυτό το σημείο είτε αργότερα κατά την ανακοπή τους από την Αστυνομία. Αντιθέτως ακόμα και κατά την καταδίωξη τους ακολουθώντας οδηγίες του Κατηγορουμένου 1, πέταξε αντικείμενα που εκείνος ήθελε προφανώς να ξεφορτωθεί, ενώ πιο ύστερα επιτέθηκε στον Αστ. 1974 προσπαθώντας να διαφύγει. Βεβαίως αναμφίβολα με βάση τα πιο πάνω θεωρούμε ότι ο ρόλος του στην παρούσα υπόθεση ήταν πιο περιορισμένος σε σύγκριση με εκείνο του Κατηγορούμενου 1 κάτι το οποίο θα αντανακλάται και στην ποινή που θα επιβληθεί. Ουσιαστικά κατά το στάδιο της ανακοπής τους από την Αστυνομία προσπάθησαν με κάθε τρόπο και οι δύο τους να αποφύγουν τις συνέπειες των πράξεων τους χρησιμοποιώντας μάλιστα βία σε βάρος των μελών της ΥΚΑΝ η οποία δυστυχώς είχε ως συνέπεια την πρόκληση σωματικών βλαβών σε δύο από αυτά. Ενόψει της σοβαρότητας τέτοιας φύσης αδικημάτων και της επιτακτικής ανάγκης για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου ή άλλοι ελαφρυντικοί παράγοντες δεν πρέπει να εξουδετερώνουν την προσπάθεια των Δικαστηρίων που καταβάλλεται για την προστασία της κοινωνίας από τη σύγχρονη μάστιγα των ναρκωτικών. Έτσι, παρόλο που αυτοί δεν παραγνωρίζονται στο πλαίσιο του καθήκοντος των Δικαστηρίων για εξατομίκευση της ποινής, εντούτοις περιορισμένη βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί σε αυτούς[1]. Ιδιαίτερα δε, σε περιπτώσεις εμπορίας ναρκωτικών, όπως είναι η προκειμένη περίπτωση, έχει νομολογηθεί ότι είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό της ποινής[2]. Εντός των πιο πάνω πλαισίων και για τους δύο Κατηγορούμενους λαμβάνουμε υπόψιν τους ακόλουθους ελαφρυντικούς παράγοντες: i. Το λευκό ποινικό μητρώο τους το οποίο αναμφίβολα αποτελεί μετριαστικό παράγοντα. Είναι νομολογημένο πως ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο δικαιούται να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου[3]. ii. Την παραδοχή τους στο Δικαστήριο η οποία καταδεικνύει τη μεταμέλεια τους και διασώζει πολύτιμο δικαστικό χρόνο και έξοδα και τους δίνει το δικαίωμα για σχετική έκπτωση στην ποινή. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28[4] «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης.». Βεβαίως δεν παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι η παραδοχή των Κατηγορουμένων δεν υπήρξε άμεση αλλά προέκυψε κατόπιν αλλαγής απάντησης και πριν η υπόθεση προχωρήσει στην έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Εν πάση δε περιπτώσει σημειώνουμε και ότι υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες εξιχνιάστηκε η υπόθεση ήταν περιορισμένες και οι επιλογές των Κατηγορουμένων, με αποτέλεσμα και η παραδοχή τους να έχει αναλόγως μειωμένη βαρύτητα. iii. Τις προσωπικές και οικογενειακές τους περιστάσεις με βάση τα όσα προκύπτουν από την Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας και τα όσα έχει σε έκταση αναπτύξει ενώπιον μας η συνήγορός τους. Ο Κατηγορούμενος 1 είναι νεαρός πατέρας ηλικίας 26 ετών ο οποίος προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Είναι ο μεγαλύτερος στη σειρά από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας του. Αποφοίτησε από τη Ξενοδοχειακή Σχολή. Μετά την ολοκλήρωση μέρους της στρατιωτικής του θητείας εργοδοτήθηκε στην Ταβέρνα που διατηρούσε ο πατέρας του στην οποία ο Κατηγορούμενος 1 εργαζόταν ως μάγειρας, επάγγελμα το οποίο ασκούσε μέχρι τη σύλληψη του. Ενόψει του ότι ο πατέρας του άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας με την καρδία του ο Κατηγορούμενος ζήτησε και πήρε τότε απαλλαγή από την στρατιωτική του θητεία για να μπορέσει να στηρίξει την οικογένεια του αλλά και την οικογενειακή επιχείρηση από την οποία συντηρείτο όλη η οικογένεια. Επανακατατάγηκε το 2008 και ολοκλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία. Το 2012 αρραβωνιάστηκε και πριν 13 περίπου μήνες απέκτησε ένα κοριτσάκι. Εντός του 2014 ο πατέρας του διεγνώσθη με διατατική μυοκαρδιοπάθεια με μειωμένη καρδιακή λειτουργία (Τεκμήριο Δ). Ταυτόχρονα και μετά τη γέννηση της κόρης του η σύζυγος του διεγνώσθη ότι υποφέρει από κατά πλάκας σκλήρυνση και ότι θα έπρεπε να μεταβεί στο εξωτερικό για θεραπεία (Τεκμήριο Ε). Ο Κατηγορούμενος 2 ηλικίας 36 ετών προέρχεται από πολυμελή οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Είναι ο δεύτερος στη σειρά από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας του. Από τον πρώτο γάμο του πατέρα του έχει ακόμη τέσσερα ετεροθαλή αδέλφια. Φοίτησε μέχρι την Α Τάξη Γυμνασίου όπου και διέκοψε λόγω χαμηλής επίδοσης και έλλειψης ενδιαφέροντος. Δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τη στρατιωτική του θητεία και πήρε απαλλαγή λόγω προβλημάτων ψυχικής υγείας που αντιμετώπιζε. Από νεαρή ηλικία εργαζόταν περιστασιακά στον γεωργικό τομέα, στις οικοδομές και σε μηχανουργεία για κάλυψη των προσωπικών του εξόδων. Από το 1998 μέχρι το 2003 βρισκόταν στην Ιταλία όπου συμμετείχε επαγγελματικά σε επικίνδυνες επιδείξεις με μοτοσικλέτες λαμβάνοντας ψηλές απολαβές. Το 2005 τέλεσε γάμο με κοπέλα Ρωσικής καταγωγής. Λόγω προβλημάτων στις σχέσεις τους πήραν διαζύγιο το 2006. Από την ηλικία των 26 ετών ο Κατηγορούμενος 2 είναι λήπτης δημοσίου βοηθήματος λόγω ανικανότητας προς εργασία ένεκα των προβλημάτων ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει. Παρακολουθείται δε από νεαρής ηλικίας από ψυχιάτρους και ψυχολόγους. Αρκετές φορές εξαιτίας της επιδείνωσης της ψυχολογικής του κατάστασης χρειάστηκε στο παρελθόν να εκδοθεί δικαστικό διάταγμα ψυχιατρικής εξέτασης του. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 1 δεν μας διαφεύγουν οι λόγοι που τον ώθησαν να εμπλακεί στη διακίνηση των ναρκωτικών που δεν ήταν άλλοι από οικονομικοί. Διευκρινίζουμε όμως πως η οποιαδήποτε οικονομική ανάγκη και δυσχέρεια του Κατηγορούμενου δεν μπορούν ασφαλώς να δικαιολογήσουν την καταφυγή του στο έγκλημα Δεν μπορούμε να επικροτούμε άτομα που βρίσκονται σε δεινή οικονομική κατάσταση να προσφεύγουν σε εγκληματικές δραστηριότητες για να αποκομίζουν όφελος, καθότι κάτι τέτοιο συνιστά ρήγμα στην κοινωνία και καταστρατήγηση του ρόλου του Δικαστηρίου στη διατήρηση της νομιμότητας. Όπως έχει λεχθεί στην Φάντης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ 61 η κακή οικονομική κατάσταση δεν αποτελεί ελαφρυντικό, ούτε μπορεί να δικαιολογήσει την προσφυγή κάποιου στο έγκλημα. Συνεπώς οι λόγοι για τους οποίους ο Κατηγορούμενος οδηγήθηκε σ΄αυτή την εγκληματική δραστηριότητα με προεξέχον στοιχείο αυτό της οικονομικής του ανέχειας και των πιεστικών αναγκών του ιδίου, της οικογένειας του και των προβλημάτων υγείας της συζύγου του, όπως ήδη αναφέρθηκε ανωτέρω, ασφαλώς και δεν αποτελούν ελαφρυντικό παράγοντα στην επιμέτρηση της ποινής. Περαιτέρω, όπως συναφώς τονίστηκε στην υπόθεση Μixaylov κ.α. ν. Αστυνομίας Ποιν. Εφ. 94/11, 95/11 και 96/11 ημερ. 30.3.12: «...τα οικονομικά προβλήματα τα οποία επικαλέστηκαν οι εφεσείοντες και ανέκυπταν ανάγλυφα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, δεν μπορούσαν ποσώς να δικαιολογήσουν τη διάπραξη των αδικημάτων.» Όπως τονίστηκε από τον πρώην Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δ. Χατζηχαμπή στην υπόθεση Παναγιώτης Μακρή ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 33/12 ημερ. 15.1.13: «Όμως, αν τα οικονομικά προβλήματα, συνδεόμενα και με άλλα προβλήματα ευρύτερα, οικογενειακά ή υγείας, μπορούσαν να δικαιολογήσουν την παρανομία, αυτό θα ήταν η οριστική κατάρρευση κάθε ηθικής αρχής αλλά και κάθε αρχής τάξης και δικαίου.» Δεν διαφεύγουν την προσοχή μας και οι επιπτώσεις που θα έχει η φυλάκιση του Κατηγορούμενου στην οικογένεια του και συγκεκριμένα στη σύζυγο του και την ανήλικη κόρη του μόλις 13 μηνών. Σχετικό είναι συναφώς το Τεκμήριο ΣΤ το οποίο αποτελεί Έκθεση ψυχολόγου αναφορικά με την διαταραχή συναισθήματος που το παιδί του παρουσιάζει απότοκο της απώλειας της σύνδεσης με τον πατέρα της. Οι επιπτώσεις της φυλάκισης στην οικογένεια ενός Κατηγορούμενου 1 συγκαταλέγονται επίσης μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, πλην όμως ούτε αυτές είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό της ποινής[5]. Η βαρύτητα που πρέπει να αποδίδεται στις παρεμφερείς συνέπειες της τιμωρίας ενός Κατηγορουμένου με ποινή φυλάκισης διαφαίνεται σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου[6]. Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2 λαμβάνουμε επίσης υπόψη τα προβλήματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει και στην βάση των οποίων, με βάση και την Έκθεση του Ψυχιάτρου Δρος Αργύρη Αργυρίου ημερ. 2/5/15 ( Τεκμήριο Β ), συντηρεί αδυναμίες στην κρίση και τη βούληση του με συνέπεια πιθανές ευαλωτότητες σε προκλήσεις και πιέσεις. Όπως δε αναφέρεται στην εν λόγω Έκθεση ο Κατηγορούμενος 2 έχει ιστορικό ουσιοεξάρτησης, κατάθλιψης και Διαταραχής Προσωπικότητας. Πρόκειται δε για ψυχοπαθολογία η οποία χαρακτηρίζεται από χρονιότητα. Είναι καλά θεμελιωμένο ότι τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο παραβάτης είναι παράγοντας που πρέπει να συνυπολογίζεται κατά την επιλογή της κατάλληλης ποινής και την επιμέτρηση της. Πολύ περισσότερο όταν αυτά τα προβλήματα συναρτούνται προς το ίδιο το αδίκημα που διαπράχθηκε, έτσι που να εμφανίζουν την ευθύνη του παραβάτη μειωμένη. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Γιαννάκη Δημητρίου Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 382 «Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου και τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει είναι παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής. Σε σοβαρά όμως αδικήματα όπου η συχνότητα διάπραξης τους επιβάλλει την επιβολή αποτρεπτικής ποινής, οι παράγοντες αυτοί είναι ήσσονος σημασίας. Προέχει η αυστηρή τιμωρία για την προστασία της κοινωνίας (Βλέπε Alarsan v. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 11, Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 430, Κλεοβούλου, Αργυρού (πιο πάνω))».[7]. Η κα Νεοφύτου μας κάλεσε να λάβουμε υπόψη και τις προσπάθειες του Κατηγορούμενου 2 για απεξάρτηση. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια κατέθεσε τιμητικό Δίπλωμα ημερ. 10/7/13 (Τεκμήριο Α) όπου φαίνεται ότι ο Κατηγορούμενος 2 ολοκλήρωσε επιτυχώς τον πρώτο θεραπευτικό στόχο στο θεραπευτικό πρόγραμμα της Μονάδας Απεξάρτησης ΑΝΩΣΗ. Η σημασία της προσπάθειας απεξάρτησης, και ακόμα ο ρόλος του Δικαστηρίου στην ενθάρρυνση του χρήστη να τη συνεχίσει, φαίνεται χαρακτηριστικά στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Χριστοφίδης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 148: «Σε σχέση λοιπόν με το θέμα της απεξάρτησης, σημασία δεν είχε μόνο το αν ο εφεσείων τελικά πέτυχε ή όχι. Σημασία είχε και το αν προσπάθησε και πόσο. Στον όλως ιδιαίτερα ευαίσθητο τομέα των εξαρτησιογόνων ουσιών είναι χρήσιμο να γνωρίζει κανείς ότι οι πιθανότητες αποτυχίας είναι μεγάλες, ιδίως σε ανοικτό θεραπευτικό πρόγραμμα απεξάρτησης όπως αυτό που πρόσφερε το ΘΕΜΕΑ. Η άποψη του Κακουργιοδικείου ότι ο εφεσείων «ούτε εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία που του δόθηκε ούτε σεβάστηκε την απόφαση του Δικαστηρίου» μας φαίνεται να υποτιμά την προσπάθεια που γίνεται για απεξάρτηση σε περίπτωση αποτυχίας. Έχουμε τη γνώμη ότι θα πρέπει η όποια προσπάθεια να αποτιμάται και να ανταμείβεται ώστε να ενθαρρύνεται ο χρήστης να τη συνεχίζει.» Δεν έχει, ωστόσο, προκύψει, ο Κατηγορούμενος 2 να έχει ολοκληρώσει το πιο πάνω θεραπευτικό πρόγραμμα στην ΑΝΩΣΗ. Όπως δε ανέφερε η συνήγορος του συνέχιζε σε αυτό μέχρι την ημέρα σύλληψης του. Περαιτέρω λαμβάνουμε υπόψη και τα διάφορα προβλήματα υγείας που αντιμετώπισε ο Κατηγορούμενος 2 ως αποτέλεσμα πολυτραυματισμών που κατά καιρούς υπέστη με βάση τα όσα ανέφερε η κα Νεοφύτου και τα σχετικά έγγραφα που κατέθεσε (Τεκμήριο Γ). Με βάση όλα όσα αναφέρουμε πιο πάνω καταλήγουμε ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξαν οι Κατηγορούμενοι και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε τέτοιες υποθέσεις καθιστούν την επιβολή σοβαρής ποινής φυλάκισης αναπόφευκτη. Το ύψος αυτής βέβαια θα αντανακλά κατά τρόπο όσο το δυνατό ισοζυγισμένο όλους τους πιο πάνω παράγοντες, και ειδικότερα τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, τις προσωπικές συνθήκες των Κατηγορουμένων και τους ελαφρυντικούς παράγοντες που επισημαίνονται πιο πάνω. Ως εκ τούτου επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στον Κατηγορούμενο 1 Στην κατηγορία 1: Για το αδίκημα της συνωμοσίας, κρίνουμε ορθό και δίκαιο όπως μην επιβληθεί ποινή καθότι θα επιβληθεί ποινή στο ουσιαστικό αδίκημα. Στην κατηγορία 2: Καμιά ποινή δεδομένου ότι τα γεγονότα της εμπεριέχονται στα γεγονότα της κατηγορίας 3. Στην κατηγορία 3: Φυλάκιση 5,5 ετών Στην κατηγορία 4: Φυλάκιση 18 μηνών Στον Κατηγορούμενο 2 Στην κατηγορία 1: Φυλάκιση 3,5 ετών Στην κατηγορία 5: Φυλάκιση 6 μηνών Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν. Η έκτιση της ποινής θα αρχίζει από 4.11.2014 που οι Κατηγορούμενοι τέθηκαν υπό κράτηση. Τα ναρκωτικά να κατασχεθούν και καταστραφούν. Ενόψει του ύψους της ποινής δεν εγείρεται θέμα εξέτασης ενδεχόμενης αναστολής. (υπ.) ................ Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (υπ) .................. Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. (υπ) ................ Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ C:my documents/assize/αποφασεις/ΠΟΙΝΕΣ [1]Δέστε Παναγιώτου v. Δημοκρατίας (ανώτερω) και Tomatari v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 169. [2] Δέστε Beyki v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 60 [3] Δέστε Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 14, Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ
  1. [4] Δέστε και την πολύ πρόσφατη υπόθεση Δημήτρης Βασιλείου v. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ.110/14 ημερ. 15/6/
  2. [5] Δέστε Domotov κ.α. v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ 328. [6] Δέστε Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ 14 και Κολοκασίδης ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ
  1. [7] Δέστε Στέλιος Μαυρολούκας ν. Κ.Δ., ECLI:CY:AD:2015:B73, Π.Ε. 212/13 ημερ. 5.2.
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.