← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Μιχάλης Μιχαήλ, Ποιν. Υπόθεση: 898/15, 23/7/2015

Δημοκρατία ν. Μιχάλης Μιχαήλ, Ποιν. Υπόθεση: 898/15, 23/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2015:28 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, A.Ε.Δ. M. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Ποιν. Υπόθεση: 898/15 Δημοκρατία ν Μιχάλης Μιχαήλ Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 23 Ιουλίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Παπαλοΐζου για Γενικό Εισαγγελέα Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Αγγελίδης και κ. Λ. Κάρνος Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Κατόπιν παραδοχής ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος στις Κατηγορίες 3 και 4 οι οποίες έχουν ως ακολούθως: § Κατοχή ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Β, δηλ. κάνναβης βάρους 15,923kg από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη (3η κατηγορία) § Κατοχή του πιο πάνω φαρμάκου με σκοπό την προμήθεια του σε άλλα πρόσωπα (4η κατηγορία) Σημειώνεται ότι οι Κατηγορίες 1 και 2 που αφορούσαν συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, δηλ. εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου και εισαγωγή ελεγχόμενου φαρμάκου, ανεστάλησαν. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Τα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί από την ευπαίδευτη εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής αλλά και σύμφωνα με τα όσα προσέθεσαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Κατηγορούμενου έχουν ως ακολούθως: Σε κάποιο άγνωστο χρόνο πριν τις 11.3.15 άγνωστος ή άγνωστοι στον Κατηγορούμενο κατήρτισαν σχέδιο εισαγωγής της επίδικης ποσότητας ναρκωτικών σε δύο χαρτοκιβώτια από την Ολλανδία μέσω Γερμανίας στην Κύπρο. Ο Κατηγορούμενος στρατολογήθηκε από τρίτο πρόσωπο στην Κύπρο το οποίο του ζήτησε όπως ενεργήσει ως ο παραλήπτης των δύο πακέτων τα οποία θα αποστέλλοντο στην οδό Προμηθέως 4 και ακολούθως, χωρίς ο ίδιος να τα ανοίξει ή να επεξεργαστεί το περιεχόμενο τους να τα τοποθετήσει σε συγκεκριμένο χώρο για να τα παραλάβει το τρίτο αυτό πρόσωπο. Ο Κατηγορούμενος θα εισέπραττε συγκεκριμένο ποσό γι΄ αυτή του την εμπλοκή. Τα πακέτα με τα ναρκωτικά εντοπίστηκαν από τις Γερμανικές Αρχές και ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ αυτών και των Κυπριακών Αρχών στα πλαίσια της οποίας συμφωνήθηκε να αποσταλούν τα δύο αυτά χαρτοκιβώτια χωρίς τα ναρκωτικά, τα οποία είχαν αφαιρεθεί από τις Γερμανικές Αρχές. Συγκεκριμένα περιείχαν το καθένα μια συσκευασία κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη. Με τη συγκατάθεση του Αρχηγού Αστυνομίας και τη γραπτή ενημέρωση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δυνάμει των προνοιών του περί Καταστολής του Εγκλήματος (Ελεγχόμενη Παράδοση και Άλλες Ειδικές Διατάξεις) Ν.3(Ι)/1995, αποφασίστηκε η διενέργεια διαδικασίας ελεγχόμενης παράδοσης. Στις 11.03.15 εντοπίστηκαν στην αποθήκη του Τελωνείου στο Αεροδρόμιο Λάρνακας δύο χαρτοκιβώτια με αριθμούς φορτωτικών H8788414817 και Η8788414826. Τα χαρτοκιβώτια, τα οποία τώρα ήταν άδεια, προηγουμένως περιείχαν τις δύο συσκευασίες κάνναβης από την οποία δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη συνολικού βάρους15,923kg. Μετά την άφιξη τους στις αποθήκες του Τελωνείου του Αεροδρομίου Λάρνακας τα χαρτοκιβώτια ανοίχτηκαν από τον Μ.K.5 Λοχ. 587 Μάριο Αντωνιάδη της ΥΚΑΝ και σε αυτά τοποθετήθηκαν ομοιώματα ναρκωτικών. Ακολούθως, τα χαρτοκιβώτια επανασφραγίστηκαν και αποστάληκαν στα γραφεία της εταιρείας ταχυμεταφορών United Parcel Services (UPS) στη Λευκωσία όπου και παραδόθηκαν στη ΜΚ15 Αθηνά Παπαγεωργίου, υπεύθυνη επιχειρήσεων της εταιρείας UPS. Στις 12.03.15 και ώρα 09:10 ο Κατηγορούμενος επικοινώνησε με τη Μ.Κ.15 και αναζήτησε τα δέματα με αριθμούς φορτωτικών H8788414817 και Η8788414826. Η Μ.Κ.15 του ανέφερε ότι η παράδοση των δεμάτων θα πραγματοποιηθεί μετά τις 10:30 και ο Κατηγορούμενος ζήτησε όπως ο υπάλληλος της εταιρείας επικοινωνήσει μαζί του λίγο πριν την παράδοση των χαρτοκιβωτίων. Ακολούθως η Μ.Κ.15 επικοινώνησε με τον Μ.Κ.8 Αστ. 479 Σάββα Θεοδοσίου της ΥΚΑΝ Αρχηγείου, τον ενημέρωσε για αυτή την εξέλιξη και του παρέδωσε ένα όχημα και μια στολή της εταιρείας UPS, τα δύο εν λόγω χαρτοκιβώτια, ένα δελτίο παράδοσης, στο οποίο αναγράφονταν οι αριθμοί των φορτωτικών, το όνομα του παραλήπτη, η διεύθυνση παράδοσης και ένας αριθμός κινητού τηλεφώνου. Ακολούθως και περί ώρα 10:26 ο Μ.Κ.8 υποδυόμενος τον υπάλληλο της εταιρείας UPS, τηλεφώνησε από το κινητό τηλέφωνο της εταιρείας στον Κατηγορούμενο και του ανέφερε ότι εντός περίπου δέκα λεπτών θα προέβαινε στην παράδοση. Μετά πάροδο ενός λεπτού ο Κατηγορούμενος επικοινώνησε εκ νέου με τον Μ.Κ.8 και ζήτησε όπως η παράδοση γίνει μετά την πάροδο τριάντα λεπτών. Στις 10:57 ο Μ.Κ.8 επικοινώνησε εκ νέου με τον Κατηγορούμενο, ο οποίος ανέφερε ότι ήταν έτοιμος να παραλάβει τα χαρτοκιβώτια. Ακολούθως ο Μ.Κ.8 εισήλθε στην οδό Προμηθέως στο Στρόβολο και αμέσως ένα όχημα με αριθμούς εγγραφής KNE 505, μάρκας Mercedes, τού κόρναρε για να σταματήσει. Ο Μ.Κ.8 σταμάτησε μπροστά του και από το εν λόγω όχημα εξήλθε ο Κατηγορούμενος, αφήνοντας τη μηχανή σε λειτουργία. Ο Κατηγορούμενος, αφού παρέλαβε τα χαρτοκιβώτια και τα μετέφερε στο όχημα του, υπέγραψε την απόδειξη παραλαβής. Προτού εκείνος εισέλθει στο όχημα του, ο Μ.Κ.8 αποκάλυψε την αστυνομική του ιδιότητα, και τον πληροφόρησε για τη διάπραξη του αδικήματος της παράνομης κατοχής ναρκωτικών. Αφού του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο, ο Κατηγορούμενος απάντησε «εντάξει εν δικά μου». Ακολούθως ο Μ.Κ.8 συνέλαβε τον Κατηγορούμενο για το αδίκημα της παράνομης κατοχής ναρκωτικών και ο Κατηγορούμενος απάντησε «εντάξει εν τζιαι έκαμα φόνο». Στις ανακριτικές του καταθέσεις ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε να απαντήσει σε οποιαδήποτε ουσιαστική ερώτηση. Ο Κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. ΑΓΟΡΕΥΣΗ Κατά την εμπεριστατωμένη αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Κατηγορουμένου, αφού αναγνώρισε την σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων και την αναγκαιότητα επιβολής αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, αναφέρθηκε εν πρώτοις, μέσα στα πλαίσια της αρχής της εξατομίκευσης, σε έκταση στις προσωπικές και οικονομικές περιστάσεις του Κατηγορουμένου. Αναφερόμενος στις συνθήκες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων υποστήριξε πως ο ρόλος του Κατηγορούμενου υπήρξε δευτερεύων και πως άλλος ήταν ο ιθύνων νους. Εισηγήθηκε ότι ο Κατηγορούμενος ουδεμία συνδρομή είχε στην αγορά των επίδικων ναρκωτικών ή στην οργάνωση του όλου σχεδίου για την εισαγωγή τους στην Κύπρο. Τόνισε το γεγονός ότι στρατολογήθηκε από τρίτο πρόσωπο το οποίο εκμεταλλευόμενο τη δύσκολη οικονομική κατάσταση του αλλά και την αφέλεια του τού ζήτησε έναντι οικονομικού ανταλλάγματος να ενεργήσει ως παραλήπτης των πακέτων τα οποία θα αποστέλλονταν σε συγκεκριμένη διεύθυνση επ' ονόματι του. Ως μετριαστικούς παράγοντες ο κ. Αγγελίδης κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του: (
  2. i)Την άμεση παραδοχή του Κατηγορουμένου τόσο στις ανακριτικές αρχές όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονός που, όπως επισήμανε, αποδεικνύει έμπρακτα τη μεταμέλεια του αλλά οδηγεί και σε εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου. (
  3. ii)Το λευκό ποινικό του μητρώο. (iii) Τη συνεργασία του με την Αστυνομία με την παροχή πληροφόρησης η οποία οδήγησε στην εξιχνίαση άλλης υπόθεσης σχετιζόμενης με οπλισμό και εκρηκτικά. Εξήγησε δε ότι η επιλογή του Κατηγορούμενου να μην κατονομάσει το άτομο που τον είχε προσεγγίσει και του είχε προτείνει να μεσολαβήσει στη παραλαβή και παράδοση των ναρκωτικών οφείλετο σε φόβο για τη ζωή τόσο του ιδίου όσο και της συμβίας του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναμφίβολα τα αδικήματα στα οποία ο Κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος είναι από τα πλέον σοβαρά και αυτό αντανακλάται στη μέγιστη ποινή που προνοείται για καθένα από αυτά από τον σχετικό Νόμο. Ειδικά για το αδίκημα της κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα προβλέπεται ως μέγιστη ποινή αυτή της φυλάκισης διά βίου ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές, ενώ για την απλή κατοχή τους φυλάκιση 8 ετών ή πρόστιμο ή και οι δύο ποινές, σύμφωνα με τον Τρίτο Πίνακα του Ν.29/77. Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένως τονίσει ότι η κατοχή ναρκωτικών, ειδικότερα με σκοπό την προμήθεια, αποτελεί κοινωνική μάστιγα και απαιτεί αυστηρή αντιμετώπιση από τα Δικαστήρια λαμβανομένων υπόψη των πολύ σοβαρών συνεπειών που συνεπάγεται η χρήση τους στην ανθρώπινη υπόσταση γενικά. Συγκεκριμένα έχει υποδειχθεί η ανάγκη για την επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών σε όσους εμπλέκονται με ναρκωτικά, τα οποία ενσπείρουν τον πόνο και τη δυστυχία σε μεγάλο αριθμό νέων, κυρίως, ανθρώπων, καθώς και στις οικογένειες τους. Προς τούτο έχουμε υπόψη μας τη σχετική νομολογία από την οποία διαπιστώνεται πως από το σύνολο των παραγόντων που λαμβάνονται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής έχει εδραιωθεί στη δικανική κρίση ο παράγοντας που αφορά στην αποτροπή. Συγκεκριμένα έχει κατ΄ επανάληψη τονισθεί ότι στη συλλογική προσπάθεια που καταβάλλεται για την καταπολέμηση της μάστιγας των ναρκωτικών ο παράγοντας που αφορά στις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου είναι περιορισμένης σημασίας, ενώ τονίζεται ιδιαίτερα η ανάγκη επιβολής αυστηρών ποινών με σκοπό την αποτροπή διάπραξης τέτοιων ή παρόμοιων αδικημάτων, γενικώς. Χαρακτηριστικά παραπέμπουμε στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Χρίστου ν. Δημοκρατίας

(2007)2 Α.Α.Δ. 448: «...Τα αδικήματα που παραβιάζουν τον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων Νόμο, και ιδιαίτερα η προμήθεια και εμπορία των παρανόμων ουσιών που αναφέρονται σ' αυτόν, είναι άκρως σοβαρά. Γι΄αυτό και πρέπει να αντιμετωπίζονται με αποτρεπτικές ποινές για να προστατευθεί η κοινωνία μας από τη μάστιγα των ναρκωτικών που δυστυχώς επέλασε και στη μικρή μας χώρα, μολονότι έχει μια μικρή κοινωνία η οποία παλαιότερα ήταν συνεκτική και συνδεδεμένη. Η ιδιότητα αυτή της κοινωνίας μας απέτρεπε το είδος του εγκλήματος, ειδικά του οργανωμένου, που σήμερα όμως παρουσιάζει αυξητική τάση με πολύ αρνητικές επιπτώσεις στην ευταξία του κράτους. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού η νομολογία ορίζει πως οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου έχουν περιθωριακή συμβολή ως ελαφρυντικό στοιχείο στην επιμέτρηση της ποινής. (Βλ. Mansour and other ν Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 434, Landau ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 178, Chanine ν. Δημοκρατίας
(1987)2 Α.Α.Δ. 183 και Ρεσλάν ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 127).» Θεώρηση της πλούσιας, δυστυχώς, νομολογίας για υποθέσεις ναρκωτικών καταδεικνύει την αυστηρή αντιμετώπιση τέτοιας φύσης αδικημάτων με την επιβολή πολύχρονων ποινών φυλάκισης, το ύψος των οποίων εξαρτάται, μεταξύ άλλων παραγόντων, από το είδος, την ποσότητα και τον σκοπό κατοχής των ναρκωτικών. Η αντιμετώπιση υποθέσεων κατοχής και εμπορίας ναρκωτικών έχει επισύρει αυστηρές ποινές. Στην υπόθεση Berne ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 437 επισημάνθηκε ότι το είδος και η ποσότητα των ναρκωτικών, καθώς επίσης ο σκοπός για τον οποίο κατέχονται, είναι μεταξύ των σοβαρών παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό της ποινής, η οποία πρέπει να είναι ιδιαίτερα σοβαρή σε περιπτώσεις όπου η κατοχή συνοδεύεται με πρόθεση εμπορίας των ναρκωτικών. Στην υπόθεση Αριστείδου ν. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 32 η πρωτόδικα επιβληθείσα στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 12 ετών σε κατηγορίες εισαγωγής και κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια (14 κιλά και 985,80 γρ. φυτού κάνναβης από το οποίο δεν είχε εξαχθεί η ρητίνη) κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας επικυρώθηκε κατ' έφεση. Ο κατηγορούμενος ήταν έγγαμος και προστάτης του παιδιού της συζύγου του από τον προηγούμενο της γάμο. Δεν εργαζόταν λόγω προβλημάτων υγείας. Η σύζυγος του και το παιδί αντιμετώπιζαν και αυτοί προβλήματα υγείας. Ο κατηγορούμενος ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Στην υπόθεση Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(2012)Α.Α.Δ. 254 επικυρώθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 ετών σε κατηγορίες εισαγωγής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β (11κιλά ρητίνη κάνναβης και 501,7 γρ.) σε κατηγορούμενο κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας. Στην υπόθεση Ιωάννου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ.78/13, ημερ.8/12/14 ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος κατόπιν παραδοχής σε 23 κατηγορίες, μία εκ των οποίων αφορούσε το αδίκημα της εισαγωγής 27.059,78 κιλών κάνναβης και του επεβλήθη ποινή φυλάκισης 15 ετών. Η ίδια ποινή του επεβλήθη και στην κατηγορία της κατοχής της ίδιας ποσότητας με σκοπό την προμήθεια. Το Κακουργιοδικείο είχε λανθασμένα θεωρήσει ότι η συνολική ποσότητα της κάνναβης που ανευρέθη ήταν 36.177,76 κιλά ενώ στην πραγματικότητα ήταν 27.406,6 κιλά. Λόγω αυτού του σφάλματος το Ανώτατο Δικαστήριο μείωσε και τις δύο πιο πάνω ποινές σε 12 έτη. Στη υπόθεση Abe v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 211 πρωτόδικα επιβλήθηκε κατόπιν ακρόασης σε κατηγορίες εισαγωγής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια 23.805 κιλών κάνναβης ποινή φυλάκισης 15 ετών. Στην έφεση που ασκήθηκε η ποινή σε σχέση με το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια μειώθηκε σε 13 έτη στη βάση του ότι το λευκό ποινικό μητρώο του εφεσείοντα και οι προσωπικές του συνθήκες ' θα μπορούσαν να βαρύνουν περισσότερο στη σκέψη του Κακουργιοδικείου, επιβάλλοντας ελαφρώς χαμηλότερη ποινή που θα λογιζόταν ως δικαιότερο μέτρο στην ολότητα των περιστατικών της υπόθεσης'. Σε σχέση δε με το αδίκημα της εισαγωγής το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι ο εφεσείων δεν μπορούσε να τύχει 'ιδιαίτερα αυστηρότερης ποινής στην κατηγορία της εισαγωγής έναντι του πρώην συγκατηγορουμένου 1, στον οποίο είχε επιβληθεί 11ετής ποινή φυλάκισης ο οποίος παρά το πολύ νεαρότερο της ηλικίας του ήταν στην πράξη ο μεταφορέας της κάνναβης στην Κύπρο' και στη βάση αυτού του σκεπτικού μείωσε την ποινή σε 11 έτη. Στη υπόθεση Χρυσάνθου v. Δημοκρατίας
(2011)2 Α.Α.Δ 221 επικυρώθηκαν κατ' έφεση συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 12 ετών που επιβλήθηκαν κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε κατηγορούμενο ηλικίας 22 ετών σε κατηγορίες εισαγωγής και κατοχής κάνναβης με σκοπό την προμήθεια βάρους11 κιλών και 538,61 γρ. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες είχαν ληφθεί υπόψη το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου, το λευκό του ποινικό μητρώο και το γεγονός του αρραβώνα του με τις τυχόν συνέπειες που θα είχε η επιβολή φυλάκισης. Οι αποφάσεις και οι ποινές που επιβάλλονται σε παρόμοιας φύσεως υποθέσεις, λαμβάνονται βέβαια υπόψη επειδή δεν είναι επιθυμητή η ανομοιομορφία στη μεταχείριση αδικοπραγούντων. Όπως όμως τονίστηκε και στην υπόθεση Al-Awar κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1992)2 Α.Α.Δ 160, με τις ποινές που επιβάλλονται, δεν καθορίζεται με οποιονδήποτε τρόπο μια στατική διατίμηση. Οι προηγούμενες ποινές και η προσέγγιση των Δικαστηρίων στο πρόσφατο και απώτερο παρελθόν είναι ενδεικτικές του τρόπου αντιμετώπισης των υποθέσεων κατά το χρόνο διάπραξής τους. Εξετάζοντας τα γεγονότα και τη συμμετοχή του Κατηγορουμένου στην παρούσα υπόθεση λαμβάνουμε υπόψη ότι αυτός βασικά αποτέλεσε τον μεσάζοντα του οποίου ο ρόλος ήταν να παραλάβει τα πακέτα με τα ναρκωτικά και ακολούθως να τα τοποθετήσει σε χώρο που του είχε υποδείξει τρίτο πρόσωπο για να παραληφθούν από το τρίτο αυτό πρόσωπο. Θα πρέπει δε να επισημάνουμε πως όντως η νομολογία μας αναγνωρίζει ότι πρέπει να επιβάλλονται αυστηρότερες ποινές σε οργανωμένους εμπόρους απ΄ ότι σε περιστασιακούς προμηθευτές. Αυτό τονίστηκε στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 466[1] με παράλληλη όμως επισήμανση ότι δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως ελαφρυντικό ο λόγος προώθησης των ναρκωτικών. Αυτό διότι είτε γίνεται για χρηματικό κέρδος είτε για άλλο όφελος η κατάληξη παραμένει η ίδια, δηλαδή η διάδοση ναρκωτικών σε άλλα πρόσωπα. Ουσιαστικά αυτό ήταν το νόημα και στην υπόθεση Salaryand v. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 541 όπου λέχθηκε ότι: «Κατ΄ ουσίαν, η εγκληματικότητα του προμηθευτή ναρκωτικών και του διαμεσολαβητή για τη διάθεση τους δε διαφέρει. Κοινός είναι ο σκοπός και κοινό το αντικείμενο. Σκοπός είναι η μόλυνση της κοινωνίας και αντικείμενο το κέρδος». Κρίνουμε πως η ορθή προσέγγιση συμπληρώνεται με ενάργεια και στο ακόλουθο απόσπασμα από την εν λόγω υπόθεση Salaryand (ανωτέρω): «Έχει λεχθεί - και μπορεί να το επαναλάβουμε - ότι αυστηρή τιμωρία ατόμων που ενέχονται στη χρήση ναρκωτικών, όλως ιδιαίτερα των εμπόρων ναρκωτικών και των συνεργών τους, αποτελεί στοιχειώδη άμυνα της κοινωνίας και πράξη συμβάλλουσα στην παγκόσμια εκστρατεία καταπολέμησης και, ει δυνατόν, εκρίζωσης του κακού, που έχει επανειλημμένα χαρακτηριστεί ως η «μάστιγα των ναρκωτικών.» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Στην παρούσα περίπτωση ο Κατηγορούμενος αναμφίβολα υπήρξε συνεργός κάποιου ή κάποιων οργανωμένων εμπόρων ναρκωτικών. Οφείλουμε δε καθηκόντως να παρατηρήσουμε τα ακόλουθα: (
  1. i)Τόσο η κοινή λογική όσο και η φύση αυτού του είδους, καθώς και άλλων παρόμοιων οργανωμένων αδικημάτων επιβάλλει πως οι οργανωμένοι έμποροι ή εγκληματίες δεν επιθυμούν γενικά να εκτίθενται σε κινδύνους σύλληψης οι ίδιοι προσωπικά ή οι πιο βασικοί συνεργάτες τους. Είναι λοιπόν αναμενόμενο πως αναζητούν συνεργούς για διάφορα τμήματα της εγκληματικής τους δραστηριότητας, οι οποίοι κατά το δυνατόν δεν θα προκαλέσουν υποψίες, αλλά και εάν ακόμα συλληφθούν δεν θα αποτελούν σημαντική απώλεια στην όλη οργάνωση. (
  2. ii)Η πιο πάνω λογική και μέθοδος όμως, παρότι δεν μετατρέπει κάποιο συνεργό αυτού του είδους σε ιθύνοντα νουν και ούτε εξισώνει την ευθύνη μεταξύ τους, εντούτοις δεν καθιστά άνευ σπουδαιότητας και σημασίας τη συνδρομή, συνέργεια, βοήθεια και εκδούλευση την οποία παρέχουν οι ενδιάμεσοι συνεργάτες προς ευόδωση του τελικού στόχου που είναι η ολοκλήρωση του εγκλήματος χωρίς τον κίνδυνο σύλληψης από την Αστυνομία. Στην πραγματικότητα οι συνεργοί αυτού του είδους εν γνώσει τους και έναντι κάποιας μορφής ανταλλάγματος συμμετέχουν στα πιο ριψοκίνδυνα στάδια της δραστηριότητας και συνιστούν απαραίτητους κρίκους στην αλυσίδα (π.χ. διακίνησης ναρκωτικών) κατά τρόπον που μπορεί να λεχθεί ότι χωρίς την προθυμία τέτοιων ατόμων δεν θα διαπράττετο το αδίκημα ή τουλάχιστον δεν θα καθίστατο τόσο εύκολη η διάπραξη του για τους οργανωτές του. (iii)Στην παρούσα περίπτωση αυτό ακριβώς έπραξε ο Κατηγορούμενος. Πληροφορήθηκε για την όλη επιχείρηση, τον δικό του ρόλο στην παραλαβή ναρκωτικών και συμφώνησε όπως έναντι συγκεκριμένου χρηματικού ποσού συμμετάσχει. Ας σημειωθεί πως και η ενέργεια του Κατηγορουμένου να αναμένει το όχημα της UPS στην είσοδο της οδού Προμηθέως στο οποίο κόρναρε για να σταματήσει χωρίς να το αφήσει να φθάσει στον αριθμό 4, συνδέεται προφανώς με δικά του μέτρα προφύλαξης. Η ουσία είναι πως αποδέχθηκε και έλαβε μέρος στη διακίνηση μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών. Ο δε φόβος του για δολοφονία του ιδίου ή της συμβίας του, στην περίπτωση που αποκάλυπτε το πρόσωπο που τού ανέθεσε την παράνομη αυτή υπηρεσία, αποδεικνύει αφ΄ εαυτού την επικινδυνότητα των ατόμων με τα οποία αποδέχθηκε να συνεργαστεί, κάτι που φαίνεται μάλιστα ότι γνώριζε εκ των προτέρων. Δεν είναι δύσκολο κάποιος να αναγνωρίσει τους λόγους και ταυτόχρονα να κατανοήσει τους φόβους για τους οποίους ο Κατηγορούμενος δεν είναι πρόθυμος να τον κατονομάσει. Ωστόσο παραμένει ως γεγονός ότι με αυτά τα δεδομένα άνθρωποι που ανήκουν σε κυκλώματα διασποράς ναρκωτικών παραμένουν ελεύθεροι και απρόσκοπτοι στη συνέχιση αυτού του ανησυχητικού και επικίνδυνου φαινομένου της εξάπλωσης των ναρκωτικών. Ενόψει της σοβαρότητας τέτοιας φύσης αδικημάτων και της επιτακτικής ανάγκης για επιβολή αυστηρών και αποτρεπτικών ποινών, είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου ή άλλοι ελαφρυντικοί παράγοντες δεν πρέπει να εξουδετερώνουν την προσπάθεια των Δικαστηρίων που καταβάλλεται για την προστασία της κοινωνίας από τη σύγχρονη μάστιγα των ναρκωτικών. Έτσι, παρόλο που αυτοί δεν παραγνωρίζονται στο πλαίσιο του καθήκοντος των Δικαστηρίων για εξατομίκευση της ποινής, εντούτοις περιορισμένη βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί σε αυτούς[2]. Ιδιαίτερα δε, σε περιπτώσεις εμπορίας ναρκωτικών, όπως είναι η προκειμένη περίπτωση, έχει νομολογηθεί ότι είναι δύσκολο να ανευρεθούν ερείσματα για μετριασμό της ποινής[3]. Εντός των πιο πάνω πλαισίων λαμβάνουμε υπόψη τους ακόλουθους ελαφρυντικούς παράγοντες: Την άμεση παραδοχή του τόσο στην Αστυνομία όσο και στο Δικαστήριο η οποία καταδεικνύει τη μεταμέλεια του και διασώζει πολύτιμο δικαστικό χρόνο και έξοδα και του δίνει το δικαίωμα για σχετική έκπτωση στην ποινή. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 28 «η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της Δικαιοσύνης.». Λαμβάνουμε δε υπόψη μας και το γεγονός ότι ήταν επιθυμία του Κατηγορούμενου να προχωρήσει άμεσα σε παραδοχή και χωρίς να στηρίζεται σε όποια πιθανή υπεράσπιση. Και τούτο παρά το γεγονός ότι έτυχε νομικών συμβουλών από τους δικηγόρους του και του επεξηγήθηκαν όλα τα ενδεχόμενα με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης που αντιμετώπιζε. Υπό αυτές τις περιστάσεις κρίνουμε ότι η παραδοχή του αποτελεί αποτέλεσμα συνειδητής του απόφασης και, ως τέτοια, αντικατοπτρίζει την έμπρακτη μεταμέλεια του. ii. Το λευκό ποινικό μητρώο του Κατηγορουμένου αναμφίβολα αποτελεί μετριαστικό παράγοντα. Είναι νομολογημένο πως ένας κατηγορούμενος με λευκό ποινικό μητρώο δικαιούται να τύχει της επιείκειας του Δικαστηρίου. iii. Τη συνεργασία του Κατηγορουμένου με την Αστυνομία μέσω της παροχής πληροφοριών οι οποίες οδήγησαν στην ανεύρεση έμφορτου οπλισμού και εκρηκτικών που αποκρύπτονταν σε συγκεκριμένο χώρο και τα οποία πολύ πιθανόν να χρησιμοποιούνταν σε εγκληματικές ενέργειες. Το γεγονός ότι η συνεργασία του Κατηγορουμένου με την Αστυνομία δεν αφορά την παρούσα υπόθεση, αλλά άλλη, δεν θεωρούμε ότι στερείται σε αξία και ότι δεν μπορεί να έχει τη σημασία του ως μετριαστικός παράγοντας. Η σημασία ενός τέτοιου παράγοντα έγκειται στο γεγονός ότι μέσω της παροχής από τους κατηγορούμενους χρήσιμων πληροφοριών που αφορούν γενικά σε αδικήματα και σε εγκληματικές δραστηριότητες εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον που είναι η διαλεύκανση και πάταξη τους. Όπως υποδείχθηκε σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα Δικαστήρια θα πρέπει να ενθαρρύνουν τους παραβάτες που συνεργάζονται με την Αστυνομία και αποκαλύπτουν πληροφορίες για την εξιχνίαση ποινικών αδικημάτων, ανταμείβοντας τους με ανάλογη μείωση της ποινής[4]. Χρήσιμη θεωρούμε, επίσης, την Αγγλική υπόθεση στην οποία μας παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, R v. Sivan and others
(1988)87 Cr. App. R. 407 στην οποία τονίστηκαν τα ακόλουθα: 'It is apparent from what we have already said that the object of this exercise in expediency is to gain information about criminal activities which would otherwise not be available. It follows that the information of that sort is equally acceptable, whether it is information relating to the crime in respect of which the defendant has been convicted, or whether it relates to some other criminal activity which has nothing directly to do with the defendant's crime to which he has pleaded guilty ....... If the object of the procedure, as already explained, is to benefit the public by encouraging the defendant to give information, it matters not whether the information relates to the offence under investigation or some other entirely different criminal activity. We consider that, on reflection, that contention must be correct..' (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) iv. Τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις με βάση τα όσα έχει σε έκταση αναπτύξει ενώπιον μας ο συνήγορός του. Όπως προέκυψε ο Κατηγορούμενος είχε δύσκολα παιδικά χρόνια στη διάρκεια των οποίων έζησε τη βιαιότητα του αλκοολικού πατέρα του η οποία εκδηλώνετο σε όλα τα μέλη της οικογενείας και ειδικότερα στη μητέρα του, και εν συνεχεία, όταν φοιτούσε στη 1η τάξη του Γυμνασίου, το χωρισμό των γονέων του. Όπως τονίστηκε από το συνήγορο του το γεγονός αυτό στιγμάτισε τον ψυχικό του κόσμο και τον οδήγησε στο να διακόψει τη φοίτηση του στο Γυμνάσιο με σκοπό να βρει εργασία προς αντιμετώπιση των οικονομικών αναγκών της πολύ φτωχής οικογένειας του. Η επόμενη δυσμενής εξέλιξη για τον Κατηγορούμενο ήταν η συγκρουσιακή σχέση που προέκυψε με το άτομο με το οποίο η μητέρα του προχώρησε μετά τον χωρισμό της στη σύναψη σοβαρής σχέσης και που είχε ως τελική κατάληξη η μητέρα του να εκδιώξει τον Κατηγορούμενο από το σπίτι. Υπό αυτές τις συνθήκες ο Κατηγορούμενος αφέθη μόνος και αβοήθητος στα κρίσιμα χρόνια της παιδικής και εφηβικής του ηλικίας. Ουσιαστικά ο Κατηγορούμενος δεν ευτύχησε να έχει την αναγκαία στοργή και φροντίδα, ούτε και οποιαδήποτε καθοδήγηση ή στήριξη από το οικογενειακό του περιβάλλον με αποτέλεσμα να γίνει άτομο ευάλωτο σε εξωτερικές πιέσεις και χωρίς την ύπαρξη υγιών προτύπων στη ζωή. Όσον αφορά την επαγγελματική του δραστηριότητα ο Κατηγορούμενος εργάστηκε ως μηχανικός οχημάτων και μοτοποδηλάτων με εισόδημα που, πέραν του ότι δεν υπήρξε σταθερό, ποτέ δεν ξεπέρασε το ποσό των €800. Με βάση όλα όσα αναφέρουμε πιο πάνω καταλήγουμε ότι η σοβαρότητα των αδικημάτων που διέπραξε ο Κατηγορούμενος και το στοιχείο της αποτροπής που προέχει σε τέτοιες υποθέσεις καθιστούν την επιβολή σοβαρής ποινής φυλάκισης αναπόφευκτη. Το ύψος αυτής βέβαια θα αντανακλά κατά τρόπο όσο το δυνατό ισοζυγισμένο όλους τους πιο πάνω παράγοντες, και ειδικότερα τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, τις προσωπικές συνθήκες του Κατηγορουμένου και τους ελαφρυντικούς παράγοντες που επισημαίνονται πιο πάνω. Ως εκ τούτου στον Κατηγορούμενο επιβάλλονται οι ακόλουθες ποινές: Στην Κατηγορία 3: Καμιά ποινή δεδομένου ότι τα γεγονότα της εμπεριέχονται στα γεγονότα της κατηγορίας 4. Στην Κατηγορία 4: Φυλάκιση 13 ετών. Η έκτιση της ποινής θα αρχίζει από τις 3.4.15 που τέθηκε υπό κράτηση. Τα ναρκωτικά κατάσχονται προς καταστροφή από την Αστυνομία. (Υπ.) ................ Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. (Υπ.) ................ Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Πρωτοκολλητής /γκ C:my documents/assize/ΕΝΔΙΑΜΕΣΕΣ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ [1] Δέστε Λαζάρου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ.633, Νικήτα v. Δημοκρατία
(2012)2 Α.Α.Δ.156 και Σιδερένου v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 190. [2]Δέστε Παναγιώτου v. Δημοκρατίας (ανώτερω) και Tomatari v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 169. [3] Δέστε Beyki v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 60 [4] Δέστε Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 582. Στην οποία λέχθηκαν στη σελ. 589 τα εξής σχετικά: "Η ενθάρρυνση προσώπων που έχουν συμμετάσχει σε εγκληματικές πράξεις να προβαίνουν σε ομολογίες βοηθώντας την Αστυνομία στην εξιχνίαση εγκλημάτων, εμπίπτει μέσα στα πλαίσια του δημόσιου συμφέροντος. Έτσι μπορεί να λεχθεί ότι η επίδειξη επιείκειας αποτελεί μια πρακτική αμοιβή για την ενθάρρυνση αποκάλυψης πληροφοριών που οδηγούν στην εξιχνίαση ποινικών αδικημάτων. (Βλ. "Sentencing in Cyprus" του Γ. Πική, σελ. 28).' cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.