ΡΕΝΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. RONTIVIA TRADING LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 9203/11, 21/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B104 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 9203/11 ΡΕΝΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. 1. RONTIVIA TRADING LTD 2. AKSANA CHYSTOVA Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 21 Σεπτεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Κατήγορο-Παραπονούμενο: κα Δρυμιώτου Για Κατηγορούμενες 1 και 2: κα Δαμιανού Κατηγορούμενη: παρούσα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (δυνάμει του άρθρου 74
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) Δυνάμει του περιεχομένου του Κατηγορητηρίου, οι Κατηγορούμενες αντιμετωπίζουν δεκαέξι συνολικά κατηγορίες, οκτώ έκαστη. Οι Κατηγορίες με μονό αριθμό αφορούν την Κατηγορουμένη 1 ενώ οι υπόλοιπες οκτώ, με ζυγό αριθμό αφορούν την Κατηγορούμενη 2. Ειδικότερα δυνάμει του περιεχομένου των λεπτομερειών της 1ης Κατηγορίας προσάπτεται στην Κατηγορουμένη 1 ότι κατά παράβαση των άρθρων 297, 298 και 29 του Κεφ. 154, «κατά ή περί την 03/07/10, στη Λευκωσία, διά ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση, «απέσπασε από τον Ρένο Γεωργίου το ποσό των €5.000.- και εξέδωσε την επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αριθμό 95187094 και ημερομηνία εξαργύρωσης την 03/07/2010 ενώ γνώριζε ότι ο λογαριασμός της με αριθμό 109-01-505016-01 ήταν παγοποιημένος και η επιταγή ήταν αδύνατο να εξαργυρωθεί και αυτή επιστράφηκε με την ένδειξη 'Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ - ΚΑΠ' και παρέμεινε απλήρωτη μέχρι σήμερα». Οι κατηγορίες 3, 5 και 7 έχουν περίπου το ίδιο λεκτικό και αφορούν σε τρεις άλλες επιταγές. Διαφοροποιούνται δηλ. οι αριθμοί των επιταγών και η ημερομηνία έκδοσης τους (03/08/10, 03/09/10 και 03/10/10 κατά αντιστοιχία) το δε ποσό παραμένει σε όλες τις κατηγορίες το ίδιο. Με τις κατηγορίες 2, 4, 6 και 8 και με την συμπερίληψη στην «Έκθεση Αδικήματος» και του άρθρου 20 του Κεφ. 154, προσάπτεται στην Κατηγορούμενη 2 ότι υπό την ιδιότητα της ως «υπεύθυνη και/ή διευθύντρια» της Κατηγορουμένης 1«κατά ή περί την 03/07/10, στη Λευκωσία, διά ψευδών παραστάσεων και με σκοπό την καταδολίευση, «απέσπασε από τον Ρένο Γεωργίου το ποσό των €5.000.- και εξέδωσε την επιταγή της Ελληνικής Τράπεζας με αριθμό 95187094 και ημερομηνία εξαργύρωσης την 03/07/2010 ενώ γνώριζε ότι ο λογαριασμός της με αριθμό 109-01-505016-01 ήταν παγοποιημένος και η επιταγή ήταν αδύνατο να εξαργυρωθεί και αυτή επιστράφηκε με την ένδειξη 'Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ - ΚΑΠ' και παρέμεινε απλήρωτη μέχρι σήμερα». Κατηγορείται ότι το ίδιο έπραξε κατά τις ημερομηνίες 03/08/10, 03/09/10 και 03/10/10, κατά αντιστοιχία ημερομηνίας. Οι Κατηγορίες 9, 11, 13 και 15 αφορούν και πάλι την 1η Κατηγορουμένη και προσάπτεται σε αυτή κατηγορίες για τη διάπραξη του αδικήματος της Έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση των άρθρων 20, 29 και 305 A (I) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τούτος έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος, Η Κατηγορούμενη 1 κατά αντιστοιχία κατηγορίας, κατηγορείται ότι κατά τις ημερομηνίες 03/07/10, 03/08/10, 03/09/10 και 03/10/10, στην Λευκωσία, εξέδωσε και παρέδωσε τέσσερις της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ δια το ποσόν των €5.000,00σεντ έκαστη στον Ρένο Γεωργίου. Οι ρηθείσες επιταγές αν και παρουσιάσθηκαν στην τράπεζα εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστησαν πληρωτέες, αυτές δεν ετμήθησαν λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων της εκδότου της και/ή επεστράφησαν με την ένδειξη «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ - ΚΑΠ» και η εκδότης παραλείπει να εξοφλήσει ταύτες μέχρι σήμερα. Με τις κατηγορίες 10, 12, 14 και 16 η Κατηγορούμενη 2 κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητα της «ως υπεύθυνη και/ή διευθυντής της RONTIVIA TRADING LTD» παρείχε συνδρομή ή και παρακίνησε την 1η Κατηγορουμένη στην διάπραξη του ποινικού αδικήματος της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά αντιστοιχία των λεπτομερειών των Κατηγοριών 9, 11, 13 και 15, κατά παράβαση των άρθρων 20, 29 και 305 A (I) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 Ειδικότερα, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 10ης κατηγορίας, κατηγορείται ότι υπό την πιο πάνω ιδιότητα της ότι «εξέδωσε και παρέδωσε στη Λευκωσία την επιταγή της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ υπ' αριθμόν 95187094 ημερ. 03.07.2010 δια το ποσόν των €5.000,00σεντ στον Ρένο Γεωργίου. Η ρηθείσα επιταγή αν και παρουσιάσθηκε στην τράπεζα εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνίαν κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, αυτή δεν ετμήθη λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων της εκδότου της και/ή επεστράφη με την ένδειξη «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΘΗΚΕ - ΚΑΠ» και η εκδότης παρέλειψε να εξοφλήσει ταύτη μέχρι σήμερα.». Οι υπόλοιπες κατηγορίες 12, 14 και 16 έχουν και πάλι το ίδιο λεκτικό με τη διαφοροποίηση του αριθμού της επιταγής και της ημερομηνίας. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος των Κατηγορούμενων, εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των. Αντίθετη ήταν βεβαίως η θέση της ευπαιδεύτου συνηγόρου του Κατηγόρου. Οι συνήγοροι ετοίμασαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους προς τις υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Οι θέσεις και οι εισηγήσεις τους έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους για σκοπούς κατάληξης στην παρούσα. Παραθέτω σε μεταγενέστερο στάδιο της παρούσης, σύνοψη των βασικότερων των εισηγήσεων και χωρίς βεβαίως τούτο να σημαίνει ότι παραγνωρίζεται, παν ό,τι αναφέρεται σε αυτές. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Θεωρώ σκόπιμο προτού υπεισέλθω στην εξέταση του κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση στην υπό κρίση υπόθεση, να αναφερθώ στις αρχές που διέπουν το στάδιο αυτό της διαδικασίας ως τούτες προκύπτουν από την Νομολογία επί τούτου. Στην σχετικά πρόσφατη απόφαση στις ποινικές εφέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Δράκου και άλλων,
(2012)2 Α.Α.Δ. 851, λέχθηκαν τα ακόλουθα διαφωτιστικά: «.... το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα.» Στην υπόθεση Azinas Andreas and Another v The Police
(1981)2 CLR 9 υιοθετήθηκε η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Με αναφορά σε απόσπασμα του συγγράμματος Criminal Procedure In Cyprus by Loizou & Pikis, διευκρινίστηκε ότι, στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει, εάν η ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία χρήζει απάντησης («the Court is required to decide whether there is enough to call for an answer»). Οι παράμετροι που καθορίζουν το θέμα ύπαρξης ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αναλύθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου,
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 Στην υπόθεση αυτή, καθορίστηκαν οι περιπτώσεις εκείνες, που όταν εντοπίζονται σωρευτικά ή και διαζευκτικά δικαιολογούν την απαλλαγή κατηγορουμένου από αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Οι εν λόγω περιπτώσεις είναι: «(α) όπου δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου.» Επισημάνθηκε δε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και «να αντέχει τη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα.»[1] Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Κόκου Αριστοτέλους άλλων
(1992)2 CLR 356, στη σελ. 363, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά σε αντικειμενική θεώρηση τούτης. Λεπτομερής αξιολόγηση θα λάβει χώρα μόνο όταν παρουσιαστεί όλη η μαρτυρία στο τέλος της δίκης. Αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων δεν είναι επιτρεπτή. Επίσης στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, επισημάνθηκε ότι : «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Η λογική υποψία, έχει νομολογηθεί ότι, δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση.[2] Επίσης, εκεί που η μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου, εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΦΕΣΕΙΣ ΑΡ. 6739 και 6740, 27 Μαρτίου 2000 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 7107, 13 Φεβρουαρίου, 2002) Μαρτυρία: Προς απόδειξη της υπόθεσης του Κατηγόρου μαρτυρία πλην του ιδίου (ΜΚ1), έδωσαν δύο άλλα πρόσωπα, ο πατέρας του, Λεοντής Γεωργίου (ΜΚ2) και ο Χαράλαμπο Κρασιάς (ΜΚ3). Παραθέτω αμέσως κατωτέρω σε σύνοψη τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά του Κατηγόρου. Εμφαντικά σημειώνεται τόσο για το κεφάλαιο αυτό όσο και για όλα τα σημεία που υπάρχει αναφορά σε μαρτυρία ότι, η παράθεση γίνεται αποκλειστικά για σκοπούς κατάληξης στην παρούσα και όχι ως προϊόν αξιολόγησης αυτής και αποδοχής της ως βάσης για εξαγωγή ευρημάτων. Είναι δε για αυτό το λόγο που χρησιμοποιούνται κατά το μέγιστο δυνατόν οι λέξεις που οι ίδιοι οι μάρτυρες χρησιμοποιούσαν. Ό,τι αυστηρά εξετάζεται, είναι η ύπαρξη μαρτυρίας που να αποδεικνύει εκ πρώτης όψεως υπόθεσης που χρήζει απολογίας. ΜΚ1 Ρένος Γεωργίου - Παραπονούμενος: Ο μάρτυς αυτός ετοίμασε γραπτή δήλωση την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Σε αυτήν αναφέρει ότι ο πατέρας του, Λεοντής Γεωργίου (ΜΚ2), στις 25/05/10 «με την δική του συμμετοχή και συνεργασία», είχε συνάψει και υπογράψει έγγραφη συμφωνία με την Κατηγορουμένη 1 εταιρεία «αναφορικά με την οποία ως ιδιοκτήτης του καταστήματος (περιπτέρου) ευρισκόμενο επί της οδού Καλλιπόλεως εις τη Λευκωσία επώλησε την εμπορική εύνοια, φήμη, πελατεία και εξοπλισμό του πιο πάνω καταστήματος εις την Κατηγορούμενη 1 Εταιρεία». Η ισχυριζόμενη συμφωνία κατετέθη ως «Τεκμήριο 1». Ως αντάλλαγμα για τα αποθέματα (stock),εξοπλισμό, καλή φήμη και πελατεία συμφωνήθηκε όπως η Κατηγορούμενη 1 πληρώσει το ποσό των €25.000.- το οποίο ήταν πληρωτέο σύμφωνα με το Τεκμ. 1 δια εφτά δόσεων ως ακολούθως: Στις 31/05/10 ποσό €2.000 Στις 04/06/10 ποσό €2.000 Στις 08/06/10 ποσό €1.000 Στις 03/07/10 ποσό €5.000 Στις 03/08/10 ποσό €5.000 Στις 03/09/10 ποσό €5.000 Στις 03/10/10 ποσό €5.000 Αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας, την ίδια μέρα, οι Κατηγορούμενοι εγκαταστάθηκαν στο περίπτερο το οποίο και συνέχισαν να λειτουργούν. Κατά την ημερομηνία παράδοσης της επιχείρησης δεν υπήρχε καμιά εκκρεμότητα ή υποχρέωση έναντι τρίτων. «Παράλληλα και αμέσως οι κατηγορούμενοι, έδωσαν οδηγίες στο δικηγόρο τους όπως υλοποιήσουν τους υπόλοιπους όρους της συμφωνίας και όπως εγγραφή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης για να μεταβιβαστεί επ' ονόματι τους η επιχείρηση όπως είχαν εισηγηθεί και είχε συμφωνηθεί». Είχε επίσης συμφωνηθεί κατόπιν επιθυμίας του πατέρα του, οι επιταγές να εκδοθούν επ' ονόματι του και το ανάλογο ποσό των επιταγών θα το εισέπραττε ο ίδιος για τις δικές του ανάγκες. Εξεδόθησαν επ' ονόματι του και παρεδόθησαν σε αυτόν οι επιταγές της Ελληνικής Τράπεζας με αριθμούς 95187094, 95187095, 95187096, 95187097, που αφορούσαν το ποσό των €5.000.- έκαστη και με ημερομηνία πληρωμής ως οι συμφωνηθείσες αντίστοιχες δόσεις. Όταν παρουσιάστηκαν στην τράπεζα προς εξόφληση η μεν πρώτη στις 11/10/10 και οι υπόλοιπες τρεις στις 09/12/10 αυτές δεν εξοφλήθηκαν εξαιτίας ανεπάρκειας υπολοίπου και παγοποίησης του λογαριασμού του εκδότη τους. Επεστράφησαν όλες με την ένδειξη «Ο Λογαριασμός Παγοποιήθηκε - ΚΑΠ». Η Κατηγορούμενη 2 πάντοτε ενεργούσε για την Κατηγορουμένη 1 εταιρεία και πάντοτε αποφάσιζε για τις αγορές και πράξεις της Κατηγορουμένης
- Οι Κατηγορούμενες παρέλειψαν να εξοφλήσουν και οφείλουν ολόκληρο το ποσό των επιταγών μέχρι σήμερα. Πέραν της καταδίκης αιτείται της εκδόσεως πληρωμής του ποσού των επιταγών ήτοι συνολικού ποσού €20.000.- Κατά την αντεξέταση ανέφερε μεταξύ άλλων ότι οι επιταγές αυτές πρέπει να εδόθησαν την ημέρα που συνάφθηκε το Τεκμ. 1 Από τις επιταγές που δόθηκαν πληρώθηκαν μόνο οι τρεις πρώτες και μέρος της 4ης. Καταβλήθηκε συνολικό ποσό €6.400 και παραμένει σήμερα υπόλοιπο €18.600.- περίπου. Στην υποβολή ότι οι επιταγές εδόθησαν ως εγγύηση ότι θα πάρουν τα χρήματα, ο μάρτυς απάντησε ότι του έδωσαν τα χρήματα και επέστρεφε τις επιταγές. Στην ερώτηση αν αυτό ήταν γνωστό από πριν δηλαδή, ο μάρτυς απάντησε «Μάλιστα». Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να μην εγκαταστάθηκαν στο περίπτερο αμέσως οι Κατηγορούμενες αλλά μετά από κάποιες μέρες, ενδεχομένως και μετά από έξι μέρες ως ήταν η θέση της Υπεράσπισης. Θέση του ήταν ότι έφυγαν από το περίπτερο μετά τον Οκτώβρη του
- Η επιταγή ημερομηνίας 03/07/10 κατετέθη στην Τράπεζα για πρώτη φορά στις 11/10/
- Δεν γνωρίζει κατά πόσο η ιδιοκτήτρια του ακινήτου στο οποίο στεγάζετο το περίπτερο ήταν σύμφωνη με τη συμφωνία Τεκμ.
- Ο πατέρας του ήταν ενοικιαστής. Γνωρίζει όμως ότι έχει εκδοθεί διάταγμα έξωσης από το εν λόγω υποστατικό εναντίον του πατέρα του. Στην υποβολή ότι δεν υπήρξε αντάλλαγμα από μέρους του για τις επιταγές ο μάρτυς απάντησε ότι «έδωσε ο πατέρας του». ΜΚ2 Λεοντής Γεωργίου: Αναφέρει ότι ως ιδιοκτήτης του περιπτέρου επί της οδού Καλλιπόλλεως στις 25/10/10, σύναψε και υπόγραψε την έγγραφη συμφωνία Τεκμ. 1, με την Κατηγορούμενη 1 εταιρεία δυνάμει της οποίας πώλησε στην τελευταία την εμπορική εύνοα φήμη, πελατεία και εξοπλισμό του πιο πάνω καταστήματος. Η συμφωνία «έγινε» με τη συμβολή της Κατηγορουμένης 2 διευθύντριας και ιδιοκτήτριας της Κατηγορουμένης 1 και του συζύγου της. Την ίδια μέρα η επιχείρηση παραδόθηκε και άρχισαν να την λειτουργούν. Συμφώνησαν όπως οι επιταγές εκδοθούν επ' ονόματι του υιού του Ρένου Γεωργίου, ο οποίος διαχειριζόταν την επιχείρηση περιπτέρου και «συμμετείχε» στην υπογραφή της συμφωνίας. Είχε επίσης συμφωνηθεί οι επιταγές να εκδοθούν επ' ονόματι του γιου του. Η Κατηγορουμένη 1 μέσω της διευθύντριας της Κατηγορουμένης 2, εξέδωσε επιταγές για αποπληρωμή του ποσού ως η συμφωνία, με ημερομηνία πληρωμής ως η συμφωνία. Οι επιταγές παρουσιάστηκαν εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες στην Τράπεζα και δεν εξοφλήθησαν εξαιτίας ανεπάρκειας υπολοίπου και παγοποίησης του λογαριασμού της εκδότου τους. Επεστράφησαν με την ένδειξη «Ο Λογαριασμός Παγοποιήθηκε - ΚΑΠ». Η Κατηγορουμένη 2 ως υπεύθυνη και μοναδική διευθύντρια και ιδιοκτήτρια της Κατηγορουμένης 1 Εταιρείας εξέδωσε δια ψευδών παραστάσεων και υπέγραψε τις ανωτέρω επιταγές υπ' αριθμόν 95187094, 95187095, 95187096 και 95187097, και τις παρέδωσε στον Ρένο Γεωργίου προς εξόφληση των ποσών που όφειλε η Κατηγορούμενη 1 εταιρεία σύμφωνα με τη συμφωνία ημ. 25/05/10 ενώ γνώριζε ότι ο λογαριασμός της .. ήταν παγοποιημένος και οι επιταγές ήταν αδύνατο να εξαργυρωθούν. Ως γνωρίζει και ως πληροφορείται η Κατηγορουμένη 2 πάντοτε ενεργούσε και πάντοτε αποφάσιζε δια τις αγορές και τις πράξεις της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Ο γιος του τον πληροφόρησε ότι οι Κατηγορούμενες έδωσαν σε αυτό συνολικά το ποσό των €6.400.- εκ των οποίων το ποσό των €1.400.- εδόθη έναντι των ανωτέρω αναφερομένων επιταγών, ως εκ τούτου παραμένει ανεξόφλητο το ποσό των €18.600.- Μετά τη εγκατάσταση τους στο περίπτερο, οι Κατηγορούμενες δεν προχώρησαν στην υλοποίηση της συμφωνίας και όχι μόνο παρέλειψαν να εξοφλήσουν το συμφωνηθέν ποσό αλλά ούτε προχώρησαν να υλοποιήσουν την εγγραφή Εταιρείας την οποία «είχαν προτείνει και ανέλαβαν να διεκπεραιώσουν μέσω του δικηγόρου τους». Με την εγκατάσταση τους επίσης στο περίπτερο παρέλειψαν να πληρώσουν τα ενοίκια με αποτέλεσμα η ιδιοκτήτρια του υποστατικού να κινηθεί νομικά εναντίον του ιδίου με δικαστικές διαδικασίες. Ειδικότερα προωθήθηκαν στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων τρεις διαδικασίες με την καταχώρηση στις 02/07/10 αίτησης αύξησης ενοικίου και αιτήσεων εξώσεως την 06/08/10 και την 17/01/
- Οι αιτήσεις αυτές καταχωρήθηκαν λόγω της μη καταβολής των ενοικίων από την Κατηγορουμένη 1 και χωρίς ο ίδιος να ευθύνεται. Ασχέτως με τους ισχυρισμούς που περιέχονται στις αιτήσεις ήταν πάντα σαφές ότι αίτημα της ιδιοκτήτριας του υποστατικού ήταν η πληρωμή των οφειλομένων ενοικίων και η παράληψη πληρωμής τους από τις Κατηγορούμενες. Οι Κατηγορούμενες και ο σύζυγος της Κατηγορουμένης 2 υποσχέθηκαν ότι θα διευθετούσαν την πληρωμή των ενοικίων και τις δικαστικές διαδικασίες και για αυτό το λόγο απαίτησαν και διόρισαν δικηγόρο τους για να τον εκπροσωπήσει σε αυτές. Σχετική είναι και η επιστολή ημερομηνίας 18/01/2011 του δικηγόρου τους προς τον ίδιο η οποία κοινοποιείτο στον σύζυγο της Κατηγορουμένης 2 Κλείτο Παντελή. Όλες οι οδηγίες προς τον δικηγόρο που τον εκπροσωπούσε στις πιο πάνω διαδικασίες δίνονταν από την Κατηγορουμένη 2 και τον σύζυγο της και δεν είχε καμιά ανάμειξη στο χειρισμό των υποθέσεων αυτών και ούτε είδε ούτε ήλεγξε οτιδήποτε εδόθη ή και καταχωρήθηκε στα πλαίσια των διαδικασιών αυτών. Οι Κατηγορούμενες και ο σύζυγος της Κατηγορουμένης 2 ουδέν έπραξαν και στις 22/02/11 εξεδόθη εναντίον του διάταγμα έξωσης στις 22/02/11 ενώ αναγκάστηκε επίσης να πληρώσει τα οφειλόμενα εκ μέρους τους ενοίκια ενώ αυτοί εκμεταλλεύονταν πλήρως το περίπτερο μέχρι την έξωση ΜΚ 3, Χαράλαμπος Κρασιάς, Ανέφερε ότι είναι διευθυντής υποκαταστήματος της Ελληνικής Τράπεζας. Παρουσίασε τα έγγραφα ανοίγματος του λογαριασμού επί του οποίου εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές και καταστάσεις του ιδίου λογαριασμού ημερομηνιών 25/05/10, 03/07/10 , 03/08/10, 03/09/10 , 03/10/10, 07/10/10, 11/10/10, 07/12/10 και 09/12/10 οι οποίες και κατετέθησαν ως Τεκμήρια. : Στις 25/05/10 το διαθέσιμο υπόλοιπο ήταν €997,63 χρεωστικό, στις 03/07/10το υπόλοιπο του λογαριασμού ήταν €525, 54 χρεωστικό, στις 03/08/10 το υπόλοιπο ήταν €927, 20 χρεωστικό, και στις 03/09/10, 03/10/10, 07/10/10, 11/10/10 όπως και στις 07/12/10 και 09/12/10 το υπόλοιπο ήταν €39,80 πιστωτικό. Τα Τεκμήρια 2 - 5 (οι επίδικες επιταγές) ανέφερε ο μάρτυρας έχουν επιστραφεί λόγω του ότι ο λογαριασμός στις 18.8.10 έχει καταχωρηθεί στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήριο 23 έγγραφο το οποίο τυπώνεται από το σύστημα με το οποίο η Τράπεζα είναι με την Κεντρική Τράπεζα. Ο λογαριασμός ανέφερε ο μάρτυς έχει παγοποιηθεί λόγω του ότι ο πελάτης έκδωσε επιταγές χωρίς αντίκρισμα και καταχωρήθηκε στο Κ.Α.Π. Παρουσίασε ακόμα ένα έγγραφο στο οποίο αναφέρονται «οι υπό εξέταση επιταγές που έχουν καταχωρήσει τον πελάτη στο Κ.Α.Π.». Το αποτέλεσμα της παγοποίησης του λογαριασμού και της τοποθέτησης του εκδότη στο κεντρικό αρχείο πληροφοριών ανέφερε ο μάρτυς είναι να μην πληρωθούν οι συγκεκριμένες επιταγές. Για τον επίδικο λογαριασμό δεν υπήρχε δικαίωμα παρατραβήγματος. Ο λογαριασμός στις συγκεκριμένες ημερομηνίες, εκτός του ότι ήταν στο Κ.Α.Π, ήταν και αρνητικό υπόλοιπο. Γι' αυτόν τον λόγο υπήρχαν δυο σφραγίδες πάνω, μη επαρκή υπόλοιπα, λογαριασμός παγοποιημένος. Έμπαιναν και οι δυο δικαιολογίες γιατί ίσχυαν και οι δυο συγκεκριμένοι λόγοι και δεν έχει χρήματα και ήταν και στο Κ.Α.Π. Πέραν της πιο πάνω μαρτυρίας τα ακόλουθα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο: · Η επιταγή 95187094 της Ελληνικής Τράπεζας κατετέθη την 7.10.10 στην πρώην Marfin Popular Bank νυν Τράπεζα Κύπρου, στον λογαριασμό του παραπονούμενου υπ' αριθμό 00511017911 (νυν 357015316387) και επιστράφηκε την 11.10.10 με τη σφραγίδα "ο λογαριασμός παγοποιήθηκε κεντρικό αρχείο πληροφοριών" και τη σφραγίδα " να παρουσιαστεί ξανά μη επαρκή υπόλοιπα ". · Η επιταγή 95187095 της Ελληνικής Τράπεζας κατετέθη την 7.12.10 στη πρώην Marfin Popular Bank νυν Τράπεζα Κύπρου, στον λογαριασμό του παραπονούμενου υπ' αριθμό 00511017911 (νυν 357015316387) και επεστράφη την 9.12.10 με τη σφραγίδα "ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - Κ.Α.Π" και με τη σφραγίδα "να παρουσιασθεί ξανά μη επαρκή υπόλοιπα". · Η επιταγή 95187096 της Ελληνικής Τράπεζας κατετέθη την 7.12.10 στην πρώην Marfin Popular Bank νυν Τράπεζα Κύπρου, στον λογαριασμό του παραπονούμενου υπ' αριθμό 00511017911 (νυν 357015316387) και επεστράφη την 9.12.10 με τη σφραγίδα "ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - Κ.Α.Π" και με τη σφραγίδα "να παρουσιασθεί ξανά μη επαρκή υπόλοιπα". · Η επιταγή 95187097 της Ελληνικής Τράπεζας κατετέθη την 7.12.10 στην πρώην Marfin Popular Bank νυν Τράπεζα Κύπρου, στον λογαριασμό του παραπονούμενου υπ' αριθμό 00511017911 (νυν 357015316387) και επεστράφη την 9.12.10 με τη σφραγίδα "ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - Κ.Α.Π" και με τη σφραγίδα "να παρουσιασθεί ξανά μη επαρκή υπόλοιπα". · Ο λογαριασμός υπό αριθμό 109- 01- 505016- 01 έχει παγοποιηθεί στις 18.8.
- ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ - ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ: Εισηγήσεις Υπεράσπισης: Με τις αγορεύσεις της η πλευρά της Υπεράσπισης παραπέμποντας σε μαρτυρία που παρουσιάστηκε και σε Νομολογία, εισηγείται τα ακόλουθα: · «Η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει το ουσιώδες συστατικό στοιχείο της ψευδούς παράστασης και προπαντός «την γνώση» του ψεύδους, κατά το χρόνο που η 1η κατηγορούμενη έκανε την κατ' ισχυρισμό παράσταση, ήτοι στις 25/05/10». Εισήγείται η κα Δαμιανού ήταν ότι η μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2, προς απόδειξη του ψεύδους της παράστασης ανατράπηκε όταν παραδέχτηκαν ενόρκως ότι οι επίδικες επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες και δόθηκαν όταν υπογράφτηκε η συμφωνία Τεκμ.2 στις 25/05/
- Αυτή η παραδοχή εκ μέρους των ΜΚ1 και 2, σε συνδυασμό με την μαρτυρία του ΜΚ3 για το χρόνο που παγοποιήθηκε ο επίδικος λογαριασμός ήτοι στις 18/08/2010, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφισβήτησης ότι, κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών ο συγκεκριμένος λογαριασμός δεν ήταν παγοποιημένος, και άρα η 1η κατηγορούμενη δεν μπορούσε να γνωρίζει κάτι που δεν υφίστατο. Για τους ίδιους λόγους θα πρέπει να απορριφθούν και οι κατηγορίες 3, 5 και
- Θέση της είναι ότι όχι μόνο δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να στοιχειοθετεί το συγκεκριμένο συστατικό στοιχείο, αντιθέτως, υπάρχει μαρτυρία που αποκλείει την ύπαρξη του. · Πρόσθετος λόγος απόρριψης της 1ης, 3ης, 5ης και 7ης κατηγορίας και της συνακόλουθης αθώωσης και απαλλαγής της 1ης κατηγορούμενης, είναι η αντινομία που παρατηρείται μεταξύ καταγεγραμμένων στο κατηγορητήριο ως πρωτογενών γεγονότων, στοιχειοθετούντων την ευθύνη αυτής, και της προσκομισθείσας μαρτυρίας. · Προβάλλοντας την υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να καθορίσει στο κατηγορητήριο, τα ιδιαίτερα πρωτογενή γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν το εκάστοτε επίδικο αδίκημα και κατά ακολουθία την υποχρέωση της όπως η μαρτυρία που θα προσκομίσει να συνάδει προς το πλαίσιο των γεγονότων που καθορίζεται στο κατηγορητήριο, η πλευρά των κατηγορουμένων εισηγείται μεταξύ άλλων ότι η μαρτυρία του ΜΚ 3 αναφορικά με τους λόγους μη εξόφλησης των επιταγών είναι μοιραία για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Θέση της ειδικότερα της Υπεράσπισης ήταν ότι σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, η 1η κατηγορούμενη στις 3/07/2010, στις 3/08/2010, στις 3/09/2010 και στις 3/10/2010 εξέδωσε και παρέδωσε επιταγές που αφού παρουσιάστηκαν στην τράπεζα εντός εύλογου χρόνου, δεν τιμήθηκαν λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων και/ή επιστράφηκαν με την με την ένδειξη «Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΠΑΓΟΠΟΙΗΟΗΚΕ - ΚΑΠ», παραμένοντας απλήρωτες μέχρι σήμερα. Ήταν ειδικότερα θέση της ότι: «Αν και στο κατηγορητήριο υπάρχει διαζευκτικός ισχυρισμός ως προς τον λόγο για τον οποίο δεν τιμήθηκαν οι υπό κρίση επιταγές, στην μαρτυρία του, ο ΜΚ3 ξεκαθάρισε το τοπίο αναφέροντας ότι ο πραγματικός λόγος μη τίμησης των επιταγών ήταν το ότι κατά τον χρόνο παρουσίασης τους στην τράπεζα, ο επίδικος λογαριασμός ήταν παγοποιημένος (όπως φαίνεται από τη σφραγίδα «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ»), η δε σφραγίδα με την ένδειξη «μη επαρκή υπόλοιπα» "μπήκε έτσι", επειδή έτσι συνηθίζεται. Μάλιστα, ο ΜΚ3 ανέφερε ότι ακόμα και αν θα υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια, η επιταγή δεν θα μπορούσε να εξαργυρωθεί καθότι, όταν ο λογαριασμός είναι παγοποιημένος καμία συναλλαγή εν σχέση με αυτό, δεν μπορεί να γίνει. Το μόνο που μπορούσε να κάνει η κατηγορούμενη, σύμφωνα πάντοτε με τον ΜΚ3, ήταν να πληρώσει τις επιταγές με μετρητά». · «Οι παραπονούμενοι επέλεξαν να προσκομίσουν μαρτυρία επί του λόγου για τον οποίο δεν τιμήθηκαν οι υπό κρίση επιταγές (ήτοι «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ» - ΜΚ3), και δεν έκαναν εμπράκτως χρήση του μαχητού τεκμηρίου για την αλήθεια του περιεχομένου της σχετικής σφραγίδας που τίθεται επί της επιταγής. Ο ΜΚ3 εξουδετέρωσε στην ουσία την αποδεικτική δύναμη της σφραγίδας «μη επαρκή υπόλοιπα» επιλέγοντας τη σφραγίδα «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - ΚΑΠ» ως λόγος και/ή αιτία της μη τίμησης των επιταγών.» · Συστατικό στοιχείο του αδικήματος της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα είναι το να μην εξοφλείται αυτή, για δυο και μόνο λόγους:
- λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή
- λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη της είναι κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασης της. Ο νομοθέτης δεν αναφέρει ως λόγος μην εξόφλησης την παγοποίηση του τραπεζικού λογαριασμού του εκδότη, λόγος που ωστόσο προώθησε η κατηγορούσα αρχή μέσω του ΜΚ3, για να αποδείξει τον λόγο και/ή αιτία της μη τίμησης των επιταγών. Συνεπώς η κατηγορούσα αρχή, απέτυχε να αποδείξει το ουσιώδη συστατικό στοιχείο του λόγου μην εξόφλησης των υπό κρίση επιταγών. · Ο παραπονούμενος δεν νομιμοποιείται να προωθεί την υπό κρίση διαδικασία και αυτό αφού βάσει της μαρτυρίας που έχει το Δικαστήριο ενώπιον του σε αυτό το στάδιο, προκύπτει ότι, αν και ο ΜΚ2 πώλησε τον «αέρα» του περιπτέρου στην 1η κατηγορούμενη, εν τούτοις η συναλλαγή ακυρώθηκε και/ή δεν υλοποιήθηκε, καθότι η 1η κατηγορούμενη καρπώθηκε το αντάλλαγμα για το οποίο εξέδωσε τις επιταγές μόνο για έξι μήνες, κατά παράβαση της μεταξύ των μερών συμφωνίας (τεκμήριο 1). Η Υπεράσπιση απορρίπτει κατηγορηματικά τις θέσεις της κατηγορούσας αρχής, ότι για την έξωση και για την κατά συνέπεια μη υλοποίησης της συμφωνίας τεκμήριο 1, ευθύνεται η κατηγορούμενη. · Στην υπό κρίση περίπτωση, η κατηγορούσα αρχή, μέσω της προσκομισθείσας μαρτυρίας, παραδέχεται την αποτυχία ανταλλάγματος και/ή τη μη ύπαρξη ανταλλάγματος (που ήταν η πώληση του «αέρα» του περιπτέρου, δηλαδή η διά παντός χρήση και/ή η κάρπωση του), ωστόσο υπέδειξε ως υπεύθυνη για την αποτυχία και/ή την έκλειψη του ανταλλάγματος την 1η κατηγορούμενη, πράγμα που ακόμα και αν ήτο αληθές θα ήταν αδιάφορο προς την παρούσα διαδικασία, καθότι είναι θέμα αστικής ευθύνης και/ή αγωγής. · Ο παραπονούμενος ουσιαστικά προωθεί την παρούσα διαδικασία κακόπιστα διότι το κατηγορητήριο καταχωρήθηκε 4 μήνες μετά από την έκδοση διατάγματος έξωσης του ΜΚ
- · Το αντάλλαγμα έχει εκλείψει από την στιγμή που εκδόθηκε διάταγμα έξωσης του ΜΚ2 από το συγκεκριμένο υποστατικό. Σημειώνω εδώ ότι ο παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση ο ΜΚ1, όπως παραδέχτηκε ενόρκως δεν είχε δώσει ο ίδιος προσωπικά κανένα αντάλλαγμα έναντι των επίδικων επιταγών, αλλά ο πατέρας του ΜΚ1, ως ιδιοκτήτης του εν λόγω περιπτέρου. Το έννομο συμφέρον του δεν είναι άμεσο και ενεστώς, αλλά έχει εκλείψει πριν την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. · Το Δικαστήριο θα πρέπει να αθωώσει από αυτό το στάδιο την 2η κατηγορούμενη στην 10η, 12η, 14η και 16η κατηγορία, καθότι ελλείπει θετική σχετική μαρτυρία για την ένοχη πρόθεση της 2ης κατηγορούμενης. Εισηγήσεις Κατηγόρου: Η πλευρά του Κατηγόρου επίσης ετοίμασε με επιμέλεια τις αγορεύσεις της και με παραπομπή σε μαρτυρία που προσκομίστηκε και σε Νομολογία υποστήριξε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση καταλήγοντας ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει τις Κατηγορούμενες σε απολογία. ΟΙι θέσεις και οι εισηγήσεις της ευπαιδεύτου συνηγόρου έχουν επίσης ληφθεί υπόψιν στο σύνολο τους για σκοπούς κατάληξης στην παρούσα. ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ - ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ: Το Άρθρο 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
- Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Ό,τι προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της εξασφάλισης αγαθών με ψευδείς παραστάσεις, είναι τα ακόλουθα: Α. Η ύπαρξη «ψευδούς παράστασης» υπό την έννοια του άρθρου 297 Β. Η απόκτηση περιουσίας (δυνάμενης να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής) ως αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης Γ. Η ψευδής παράσταση γίνεται με πρόθεση καταδολίευσης. Ο όρος «ψευδής παράσταση» ερμηνεύεται από το Άρθρο 297 του Ποινικού Κώδικα ως εξής: «
- Ψευδής παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Πρόσθετα συνεπώς με τα πιο πάνω θα πρέπει να αποδειχθεί και ένα 4ο συστατικό στοιχείο ότι: Δ. ο προβάλλων την παράσταση γνώριζε ότι η παράστασή «είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή.» Ψευδής παράσταση είναι η παρουσίαση γεγονότος λόγω ή έργω, που έλαβε χώρα στο παρελθόν ή λαμβάνει χώρα στο παρόν σαν υφιστάμενο, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν υφίσταται. Για να εκληφθεί μια παράσταση ότι εμπίπτει εντός των πλαισίων του άρθρου 297 θα πρέπει ο προβάλλων την παράσταση όταν προέβαινε σε αυτή να έχει γνώση ότι η παράσταση είναι όντως ψευδής ή να μην πίστευε το αληθές της. Είναι αρκετό είναι να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενους προκάλεσε στο μυαλό του θύματος μια ψεύτικη προσδοκία[3]. Το βάρος απόδειξης των ψευδών παραστάσεων, βρίσκεται στους ώμους του Κατηγόρου, ο οποίος θα πρέπει να τις αποδείξει όπως τις επικαλείται στο κατηγορητήριο πέραν μάλιστα πάσης λογικής αμφιβολίας. Το Δικαστήριο αξιολογώντας μετά το πέρας της παράθεσης μαρτυρίας και από τις δύο πλευρές, τη μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή, με αναφορά στα χρονικά που παρατέθηκαν θα πρέπει να αποδείξει ότι η παράσταση ήταν όντως ψευδής ή ότι ο κατηγορούμενος δεν πίστευε το αληθές της. Το δεύτερο συστατικό του αδικήματος είναι η απόκτηση περιουσίας δυνάμενης να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ως αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 255 παράγραφος 3 του Κεφ. 154, «Δύναται να είναι αντικείμενο κλοπής κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε οποιοδήποτε πρόσωπο, προκειμένου όμως για πράγμα προσκολλημένο σε ακίνητο μετά το διαχωρισμό του από τέτοιο ακίνητο». Σχετικά με το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος που αφορά στην «πρόθεση καταδολίευσης», αυτή κατά κανόνα τεκμαίρεται μέσα από τα γεγονότα της κρινόμενης υπόθεσης. Η πρόθεση δεν είναι πάντοτε δεκτική θετικής και άμεσης μαρτυρίας, αλλά ανευρίσκεται συνήθως ως εξυπακουόμενο γεγονός από τα γεγονότα της υπόθεσης. Σε περίπτωση όπου λαμβάνονται χρήματα με παραστάσεις που εκ πρώτης όψεως είναι ψευδής, τότε η πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται εκ πρώτης όψεως . Βλ. R. v. Hammerson, 10 Cr. App. R. 121). Ό,τι θα πρέπει να αναφερθεί στο σημείο αυτό είναι ότι απλή παράβαση σύμβασης, παρά τις υποσχέσεις του κατηγορουμένου για εκπλήρωση των συμφωνηθέντων, δεν αποτελεί ψευδή παράσταση εντός της εννοίας του Άρθρου 297 του Ποινικού Κώδικα. Στην υπόθεση Ευθυμίου ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 861, τονίστηκε ότι το ψευδές της παράστασης, όπως και η πρόθεση καταδολίευσης για την στοιχειοθέτηση του αδικήματος, ανάγεται στην εξ αρχής πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίνει και όχι στην εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του: «Όμως η παράλειψη τήρησης συμβατικών υποσχέσεων, και δη που έχουν κάποια έκταση σε αριθμό και χρόνο, συχνά συνοδευόμενη και από παράλληλες διαβεβαιώσεις εκπλήρωσης, αφ' εαυτής δεν μπορεί να παρέχει στίγμα σε ποινική ευθύνη αφού η υπόσχεση δεν συνιστά «παρόν» γεγονός που μόνο μπορεί να αποτελέσει «παράσταση». Το ψευδός της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιστάσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch.D. 459, 483), «The state of a man's mind is as much a fact as the state of his digestion». Το ψευδώς περιστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά τον χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη.[4]» Το βάρος απόδειξης ότι η παράσταση ήταν ψευδής και ότι υπήρχε πρόθεση καταδολίευσης φέρει η κατηγορούσα αρχή ιδιαίτερα σε περιπτώσεις μη εκπλήρωσης συμβατικών υποχρεώσεων. Θα πρέπει δε να καταδειχθεί η εξ αρχής πρόθεση του κατηγορουμένου να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίνει. Θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ καταρχήν στην εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των Κατηγορουμένων αναφορικά με τη νομιμοποίηση του Κατήγορου στην προώθηση των Κατηγοριών που προσάπτονται στις Κατηγορούμενες. Σε ό,τι αφορά τη Νομιμοποίηση Προώθησης των κατηγοριών υπ' αριθμό 1-8 δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με τις θέσεις της Υπεράσπσις. Θεμελιακή για το ζήτημα της νομιμοποίησης προσώπου να προωθεί ποινική διαδικασία και να προσάπτει κατηγορίες εναντίον άλλου προσώπου παρουσιάζεται στην κυπριακή νομολογία η υπόθεση Ttofinis (ανωτέρω). Το σκεπτικό της απόφασης αυτής έχει αποτελέσει βάση για ανάπτυξη του ζητήματος του ύπαρξης δικαιώματος ενός πολίτη να εγείρει ποινική δίωξη και των αρχών που διέπουν το δικαίωμα αυτό (βλ Kalia v. Lambrou and Another
(1985)2 CLR 217, Hogg v. Παπαδοπούλου
(1992)2 ΑΑΔ 36, Αιπεία Λτδ ν. Sirocco Estates Co Ltd κ.ά.
(1997)2 AAΔ 434,, Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμος
(2002)2 ΑΑΔ 522,, Κλεάνθης Δημοσθένους ν. Τύχωνα Τύχωνος, Ποιν. Εφ. Αρ. 153/2011, ημερ. 16.1.2013, Νεόφυτος Παναγιώτου ν. Σάββα Ευαγγέλου, Ποινική Έφεση Αρ. 194/2013, 2/12/2014). Σύμφωνα με τα λεχθέντα στην απόφαση Ttofinis (ανωτέρω)[5], το δικαίωμα ενός πολίτη να εγείρει ποινική δίωξη, πηγάζει από το αγγλικό κοινοδίκαιο[6] το οποίο εφαρμόζεται στο δικό μας δικαιϊκό σύστημα, στη βάση του άρθρου 29
(1)(γ) του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960. Στην Ttofinis το Δικαστήριο, αφού ανέτρεξε στις ιστορικές καταβολές της προώθησης ιδιωτικής ποινικής δίωξης, με αναφορά στην υπόθεση Gourier v. Union of Post Office Workers and Others
(1977)3 All ER 70, 97 (HL), τόνισε ότι, η ποινική δίωξη, αποτελεί «χρήσιμη συνταγματική εγγύηση εναντίον της αυθαίρετης διεφθαρμένης ή μεροληπτικής παράλειψης ή άρνησης των αρμοδίων αρχών να διώξουν αδικοπραγούντες»[7]. Δυνάμει των όσων διατυπώθηκαν στη Ttofinis (ανωτέρω) δεν έχει οιοσδήποτε το δικαίωμα άσκησης ποινικής δίωξης ενώ δεν αναγνωρίζεται ούτε στο ποινικό δίκαιο . «Not every individual has the right to private prosecution. Only victims of crime have this right. Unlike Roman Law, the common law never recognized actio popularis in any sphere of the law». Με αναφορά στα γεγονότα και στο αντικείμενο εκείνης της υπόθεσης το Δικαστήριο έκανε δύο ειδικότερες και πιο συγκεκριμένες αναφορές εισάγοντας τις έννοιες: «directly affected (rights)» και «direct encroachment (upon one's rights)». Παρατίθεται το εν λόγω απόσπασμα: - « Only where the rights of an individual are directly affected, as in this case where, allegedly, the illegal structure was erected upon his land, a right to prosecute accrues. In other words, there must be direct encroachment upon one's rights in order to sustain a private prosecution. In every other case the body entrusted by law for its enforcement, is the appropriate authority. In consequence, the owner of adjoining property does not have a right per se to move the machinery of the law whenever his neighbour builds on his own land in violation of the provisions of Cap. 96.» Σε ότι αφορά τις Κατηγορίες 1 -8 και υπάγοντας την υπό κρίση περίπτωση στις πιο πάνω αρχές καταλήγω ότι δεν έχει προσβληθεί με άμεσο τρόπο το συμφέρον του Παραπονουμένου, ούτε ο ίδιος μπορεί να θεωρηθεί ως το θύμα της κατ' ισχυρισμό διάπραξης του αδικήματος. Ως αναφέρεται στη μαρτυρία, οι κατ' ισχυρισμό ψευδείς παραστάσεις δεν έγιναν στο ίδιο αλλά στον πατέρα του και η περιουσία που αποσπάσθηκε ανήκε ως ο ίδιος αναφέρει στον πατέρα του. Ενόψει των πιο πάνω θεωρώ ότι δεν νομιμοποιείται να προσάπτει τις Κατηγορίες 1-8 εναντίον των Κατηγορουμένων. Πέραν των πιο πάνω για σκοπούς πληρότητας και σε περίπτωση που η πιο πάνω κατάληξη μου είναι λάθος τα ακόλουθα τα ακόλουθα αναφέρονται αναφορικά με την απόδειξη εκ πρώτης όψεως των Κατηγοριών 1-
- Στην βάση της μαρτυρίας που έχει προσκομισθεί θεωρώ ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση αναφορικά με τις Κατηγορίες 1-8 και εξηγώ. Καταρχήν στις ημερομηνίες που αναφέρονται στο κατηγορητήριο η μαρτυρία δεν αποκαλύπτει να έχει γίνει καμιά παράσταση είτε από την Κατηγορουμένη 1 είτε από την Κατηγορουμένη
- Ό,τι έχει αποκαλυφθεί από τη μαρτυρία είναι ότι μεταξύ του πατέρα του Κατηγόρου και των Κατηγορουμένων 1 και 2 έχει συναφθεί η συμφωνία Τεκμ. 1 στις 25/05/
- Ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι σε εκείνη την ημερομηνία έγιναν οι παραστάσεις από τις Κατηγορούμενες, η μαρτυρία ή ακόμα και το κατηγορητήριο δεν αποκαλύπτουν ποια ήταν η ψευδής παράσταση που έχει γίνει. Αν από την άλλη η ψευδής παράσταση ήταν αυτή καθαυτή η παράδοση των επιταγών δεν υπάρχει ενώπιον μου καμιά μαρτυρία που να συνηγορεί στο ότι οι Κατηγορούμενες γνώριζαν ότι οι επιταγές δεν θα πληρώνονταν στο μέλλον όταν αυτές κατέστησαν πληρωτέες. Δεν έχει υπάρξει καμιά αντικειμενική ή πραγματική μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε συμπέρασμα θετική γνώσης του ψεύδους. Ουδόλως έχει καταδειχθεί ποια ήταν η «παράσταση γεγονότος», «παρελθόντος ή παρόντος» αναφορικά με τις Κατηγορίες 1 μέχρι και
- Τέλος αναφορικά με το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος θα πρέπει να αναφερθεί ότι στη βάση του άρθρου 255 παρά. 3, δύναται να είναι 'αντικείμενο κλοπής' κάθε πράγμα που έχει αξία και που ανήκει σε κάποιο πρόσωπο. Δυνάμει των λεπτομερειών των κατηγοριών 1-8 οι Κατηγορούμενες κατηγορούνται ότι απέσπασαν από τον παραπονούμενο το ποσό των €5.000.- ανατρέχοντας όμως στη μαρτυρία πουθενά δεν αποκαλύπτεται ότι οι Κατηγορούμενες απέσπασαν οιονδήποτε χρηματικό ποσό από τον παραπονούμενο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία η οποία αντιμετωπίζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας αντικειμενικά και μόνο, οι επιταγές εδόθησαν στα πλαίσια της συμφωνίας Τεκμ. 1 και συμφώνα με τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 ως αντάλλαγμα για την πωληθείσα επιχείρηση περιπτέρου την οποία προσδιόρισαν ως την εμπορική εύνοια τη φήμη την πελατεία και εξοπλισμό. Πλην του εξοπλισμού, τίποτε εκ των υπολοίπων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην έννοια του «πράγματος»[8] δυνάμενου να αποτελέσει αντικειμένου κλοπής. Άρα ενδεχόμενη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 298 του Κεφ. 154 θα μπορούσε να αφορά μόνο τον εξοπλισμό ή και το απόθεμα («στοκ») που αναφέρθηκε κατά τη μαρτυρία του Κατηγόρου ως ανεφέρθη κατά τη μαρτυρία. Ποιά όμως από τις τέσσερις επίδικες επιταγές αφορά στο απόθεμα - στοκ και εξοπλισμό αν αφορά κάποια με δεδομένο σύμφωνα με τη μαρτυρία των ΜΚ1 και ΜΚ2 ότι είχε ήδη καταβληθεί, κάποιο ποσό. Καμιά μαρτυρία δεν έχει υπάρξει περί τούτου και καμιά διευκρίνιση. Κατά συνέπεια εν πρώτοις καταλήγω ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε ουδόλως ανταποκρίνεται στις λεπτομέρειες αδικήματος ενώ περαιτέρω θεωρώ ότι δεν έχουν αποδειχθεί έστω στο βαθμό που απαιτείται σε αυτό το στάδιο τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των Κατηγοριών 1-8 για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω. Σε ό,τι αφορά τις Κατηγορίες 8 μέχρι και 16, έχοντας υπόψιν μου το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου αντικειμενικά θεωρημένο και χωρίς να υποβάλλω αυτό σε υποκειμενική αξιολόγηση, κρίνω ότι επαρκεί για την κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία στις Κατηγορίες που έκαστη αντιμετωπίζει. Υπενθυμίζω ότι στο παρόν στάδιο δεν είναι επιτρεπτή η υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας και ότι η μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά του Κατήγορου αντικρίζεται με καθαρά αντικειμενικά κριτήρια. Τα όσα η ευπαίδευτη συνήγορος των Κατηγορουμένων έθεσε ενώπιον μου ως μέρος της επιχειρηματολογίας του αναφορικά με την εισήγηση του για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως στη βάση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, είναι θεωρώ θέματα που άπτονται εξέτασης στα πλαίσια υποκειμενικής αξιολόγησης της μαρτυρίας και όχι αντικειμενικής θεώρησης της. Κατάληξη: Κατά συνέπεια και για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της Κατηγορουμένης 1 αναφορικά με τις Κατηγορίες 9, 11, 13 και 15 και εναντίον της Κατηγορουμένης 2 αναφορικά με τις Κατηγορίες 10, 12, 14 και
- Κατά συνέπεια οι Κατηγορούμενες καλούνται σε απολογία αναφορικά με αυτές ενώ αθωώνονται και απαλλάσσονται η μεν 1η Κατηγορουμένη στις Κατηγορίες 1,3,5 και 7 και η 2η Κατηγορουμένη στις Κατηγορίες 2, 4, 6 και
- (Εξηγούνται στις Κατηγορούμενες τα δικαιώματα τους). (Υπ.) ........ Ν. Οικονόμου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Κόκου Αριστοτέλους άλλων
(1992)2 CLR 356 [2] Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, σελ. 365-366: [3] Blackstone's Criminal Practice 2000, παρά. 5.6, σελ. 328 [4] Σελ. 866 [5] σελ 367 [6] Χρήσιμη αναφορά στις καταβολές της καταχώρησης και προώθησης ιδιωτικής ποινική δίωξης εντοπίζεται στην ακόλουθη απόφαση. Gujra, R (on the application of) v Crown Prosecution Service [2012] UKSC 52 (14 November 2012) [7] "private prosecution is still regarded at common law as a fundamental constitutional right of the 'citizen, the importance of which has not 5 been minimised by the creation of public authorities for the prosecution of crime, in the words of Lord Diplock in Couriet v. Union of Post Office Workers [197η 3 All E.R. 70, 97 (HL), "it exists and is a useful constitutional safeguard against capricious, corrupt or biased failure or refusal of those authorities 10 to prosecute offenders against the criminal law". [8] ¨Λεξικόν της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, Μπαμπινιώτης , Κέντρο Λεξικολογίας, Β' Έκδοση σελ. 1461, «Πράγμα», οτιδήποτε άψυχο με υλική υπόσταση, απτό cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο