← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΗΔΡΑ ΛΤΔ ν. ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΗΛΙΑ, Υπόθεση αρ:30144/2014, 23/9/2015

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΗΔΡΑ ΛΤΔ ν. ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΗΛΙΑ, Υπόθεση αρ:30144/2014, 23/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:B105 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: N. Οικονόμου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ:30144/2014 ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΗΔΡΑ ΛΤΔ Αιτήτρια και ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΗΛΙΑ Καθ' ής η Αίτηση 23 Σεπτεμβρίου 2015 Για Παραπονούμενους: κα Παπαδοπούλου για κ.κ. Ανδρέας Σοφοκλέους ΔΕΠΕ Για Κατηγορούμενη: κος Νικήτας Α. Νικήτα Κατηγορούμενη: Απούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο την παρούσας απόφασης είναι η αίτηση ημερομηνίας 18/02/15 με την οποία η Κατήγορος- Αιτήτρια εξαιτείται την έκδοση διατάγματος είσπραξης των οφειλομένων δόσεων του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους της Κατηγορουμένης - Καθ' ής η Αίτηση προς την Αιτήτρια, ως χρηματικής ποινής. Το ποσό για το οποίο ζητά την έκδοση του διατάγματος η Αιτήτρια ανέρχεται στο ποσό των των €4.000,00.-πλέον έξοδα της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης με τον υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο εκ €150 πλέον ΦΠΑ πλέον €21 έξοδα επίδοσης από την Κατηγορούμενη. Η αίτηση της Αιτήτριας προσέκρουσε στην Ένσταση της Καθ' ής η Αίτηση η οποία καταχωρήθηκε την 24/06/2015. Τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης ως προκύπτουν από το φάκελο του Δικαστηρίου και τις ένορκες δηλώσεις των δύο πλευρών , έχουν ως ακολούθως . Η κατηγορούμενη κλήθηκε να αντιμετωπίσει 12 κατηγορίες αναφορικά με το αδίκημα της καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή κατά παράβαση των άρθρων 90

(1), 91Α
(3), 91(Β) του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 ως τούτου έχει τροποποιηθεί και των άρθρων 3
(1)
(2)και 4 του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 (Ν.60(Ι)/2008). Ειδικότερα η Κατηγορούμενη κατηγορείτο ότι, ενώ ήταν εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτιδα χρέους δυνάμει απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης Αρ. 519/2008 παρέλειψε να καταβάλει προς τους εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτές μεταξύ των ημερομηνιών 01/01/13 μέχρι και την 01/12/13, το ποσό δόσης ύψους €400.- μηνιαίως που είχε διαταχθεί να καταβάλλει δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 24/11/2008 από 01/01/
  1. Μετά την καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό ποινικής υπόθεσης και πριν την επιβολή ποινής, η Καθ΄ ης η αίτηση κατέβαλε στους πιστωτές της το συνολικό ποσό των €800.- Το κατηγορητήριο επιδόθηκε στην Κατηγορούμενη στις 3/11/14 ωστόσο η τελευταία ουδέποτε εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου πριν την καταδίκη της. Στις 27/11/14 λοιπόν, που η υπόθεση είχε οριστεί πρώτη φορά για ακρόαση δεν εμφανίστηκε. Συνεπεία της μη εμφάνισης της, η υπόθεση ορίστηκε για απόδειξη κατόπιν σχετικού αιτήματος της Κατηγόρου. Στις 14/01/15 οι συνήγοροι των παραπονουμένων εμφανίστηκαν και προσκόμισαν έγγραφη μαρτυρία ήτοι την Ένορκη Δήλωση της κας Ελένης Νικολάου ημερομηνίας 12/01/
  2. Η μαρτυρία παρέμεινε αναντίλεκτη, έγινε αποδεκτή στο σύνολο της ως αξιόπιστη για να κριθεί εν τέλη η κατηγορουμένη ένοχη σε όλες κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Μετά την κατάληξη τούτη και πριν την επιβολή ποινής, η ευπαίδευτη συνήγορος των παραπονουμένων στηριζόμενη στο άρθρο 4
(3)του Ν.60(Ι)/2008 (από τούδε και στο εξής «Νόμος») αιτήθηκε προφορικά την έκδοση διατάγματος εναντίον της Κατηγορουμένης για το ποσό των €4.000.- που αντιστοιχεί στις οφειλόμενες δόσεις των μηνών από 01/03/13 μέχρι 01/12/13 αμφότερων περιλαμβανομένων. Το αίτημα απορρίφθηκε για τους λόγους που αναφέρονται στην απόφαση ημερομηνίας 11/02/15 και προχώρησε στην επιβολή ποινής προστίμου ύψους €400.- και στην καταδίκη της Κατηγορουμένης στα έξοδα. Στις 18/02/2015 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Στις 03/03/15 που η αίτηση ορίστηκε για πρώτη φορά από το Πρωτοκολλητείο, εμφανίστηκε συνήγορος για την Κατηγορουμένη ο οποίος και εζήτησε χρόνο για ένσταση η οποία εν τέλει καταχωρήθηκε στις 24/06/15. Στην Ένσταση προβάλλονται διάφοροι λόγοι για τους οποίους η πλευρά της Καθ' ής η Αίτηση εισηγείται ότι δεν θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Παραθέτω σε σύνοψη αμέσως κατωτέρω τις βασικότερες των εισηγήσεων του ευπαιδεύτου συνηγόρου της Καθ' ής η Αίτηση ως τούτοι εντοπίζονται στην γραπτή του αγόρευση χωρίς τούτο να σημαίνει ότι παραγνωρίζεται παν ό,τι αναφέρεται στην Ένσταση ή στην Αγόρευση του. Κατά ακολουθία, με την αγόρευση του, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ής η Αίτηση προώθησε τους ακόλουθους: · Η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί αφού είναι παράτυπη καθ' ότι είναι αντίθετη με τις προϋποθέσεις που θέτει η Νομοθεσία και η Νομολογία για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Συγκεκριμένα, είναι η θέση της Υπεράσπισης ότι η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί αφού είναι παράτυπη καθ' ότι η Νομική Βάση στην οποία στηρίζεται είναι λανθασμένη και/ή ελλειμματική και/ή αντικανονική, αφού ελλείπει από τη Νομική το άρθρο 3 του Νόμου 60
(1)/2008, το οποίο είναι απαραίτητο ώστε να προωθηθεί η επίδικη αίτηση, με αποτέλεσμα να είναι έκθετη σε απόρριψη. · Από το μαρτυρικό υλικό που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν αποδεικνύεται στον βαθμό που απαιτείται ότι η κατηγορούμενη είχε πρόθεση καταδολίευσης της παραπονούμενης. Θέση του συνηγόρου είναι ότι η απόδειξη του ότι η παράληψη καταβολής των δόσεων οφείλεται σε λόγο άλλο από φυσική ή οικονομική αδυναμία βαραίνει την Κατηγορούσα Αρχή. H δε Κατηγορούμενη κατάφερε με την σειρά της να αποδείξει μέσα από την μαρτυρία η οποία έμεινε αναντίλεκτη, ότι η μη καταβολή των οφειλόμενων δόσεων προς την Παραπονούμενη έγινε λόγω οικονομικής της αδυναμίας και όχι για οποιονδήποτε άλλο λόγο. · Ακόμα όμως και αν το Δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το βάρος απόδειξης βαραίνει τους ώμους της Υπεράσπισης, αυτό (το βάρος) πρέπει να είναι στην βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Από την προσκόμιση της μαρτυρίας από την Υπεράσπιση η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με την υποβολή της Ειδοποίησης για Πρόθεση Ένστασης ημερομηνίας 24/06/2015, ευσεβάστως εισηγούμαστε ότι αποδείχθηκε η φυσική ή οικονομική αδυναμία της Κατηγορούμενης για καταβολή των εν λόγω οφειλόμενων δόσεων προς την Παραπονούμενη. · Ειδικότερα εισηγείται ο συνήγορος, μέσα από την ένορκη δήλωση της κατηγορούμενης, «φαίνεται καθαρά η αλλαγή στην οικονομική της κατάσταση αφού μειώθηκε αισθητά τόσο ο μισθός της ίδιας αλλά και του συζύγου της, αυξήθηκαν τα έξοδα της οικογένειας λόγω κυρίως του ερχομού στον κόσμο του παιδιού της, αλλά και λόγω της έκδοσης άλλων διαταγμάτων μηνιαίων δόσεων για άλλες υποθέσεις. Προς απόδειξη των εν λόγω ισχυρισμών περί φυσικής ή οικονομικής αδυναμίας της Κατηγορούμενης, η Κατηγορούμενη προσκόμισε σχετική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 24/06/2015 αλλά και αριθμό Τεκμηρίων τα οποία ενσωματώθηκαν στην Ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης ημερομηνίας 24/06/2015.» Η Καθ' ής η Αίτηση δεν αντεξετάσθη αναφορικά με τους ισχυρισμούς της και συνεπώς η μαρτυρία της παρέμεινε αναντίλεκτη. · Το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη και τον ισχυρισμό της κατηγορούμενης αναφορικά με την άγνοια που είχε αναφορικά με την δυνατότητα καταχώρησης αίτησης για μείωση και/ή ακύρωση του επίδικου διατάγματος μηνιαίων πληρωμών. Η κατηγορούμενη, από το 2008 μέχρι και το 2015, κατηγορείτο συνεχώς για ποινικές υποθέσεις Καταδολίευσης, παρόλο που οι Αιτητές γνώριζαν την οικονομική της κατάσταση και/ή όφειλαν να γνωρίζουν, δεν εμφανιζόταν στο Δικαστήριο ή εμφανιζόταν από μόνη της χωρίς την παρουσία κάποιου Δικηγόρου και εκδιδόταν το σχετικό διάταγμα είσπραξης. Το γεγονός ότι δεν είχε νομική υποστήριξη και/ή συμβουλή, εκτός από το γεγονός ότι δεν γνώριζε την Υπεράσπιση περί φυσικής 'η οικονομικής αδυναμίας, στερείτο ακόμη της δυνατότητας να γνωρίζει περί της διαδικασίας την οποία μπορούσε να ακολουθήσει ώστε να αιτηθεί από το Δικαστήριο την διαφοροποίηση ή ακόμα και την ακύρωση του εν λόγω Διατάγματος ημερομηνίας 24/11/2008. Η Καθ' ής η αίτηση προτίθεται να καταχωρήσει σχετική αίτηση για μείωση του ποσού των δόσεων. Στην αγόρευση της η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητών εισηγείται ότι οι λόγοι Ένστασης υπ' αριθμό 2 και 3 ως απαριθμούνται στην Ένσταση, αφορούν ισχυρισμούς μεταβολής οικονομικών συνθηκών της Κατηγορουμένης/ Καθ' ης η Αίτηση και ή οικονομικής αδυναμίας της τελευταίας. Θέση της είναι ότι η προβολή του ισχυρισμού αυτού, αποτελεί υπεράσπιση για την Κατηγορούμενη κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης σε κατηγορία καταδολίευσης και όχι κατά την έκδοση διατάγματος καταβολής οφειλομένων. Η ενοχή της Κατηγορουμένης έχει κριθεί και δεν μπορεί να προβάλλεται ο ισχυρισμός αυτό σε αυτό το στάδιο. · Παραπέμποντας στο άρθρο 4
(3)του νόμου, η κα Παπαδοπούλου εισηγείται ότι το εν λόγω Νομοθέτημα δεν δημιουργεί διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει αν θα εκδώσει διάταγμα ή όχι, «εφόσον πληρούνται όλες οι εκ του νόμου προϋποθέσεις». Προς ενίσχυση του ισχυρισμού της αυτού παραπέμπει στη χρήση της λέξης «δύναται» που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο για την αναστολή του διατάγματος είσπραξης των οφειλομένων δόσεων ως χρηματική ποινή. · Έχοντας ήδη παραπέμψει στην Ποινική Έφεση Αρ. 25/2012 εισηγείται ειδικότερα ότι η ενδεχόμενη ένσταση του καταδικασθέντος θα αφορά σε «τυπικά και/ή άλλα ελαττώματα της αίτησης για τα όποια πιθανόν να μπορεί η κατηγορούμενη/ καθ' ης η αίτηση να υποβάλει ένσταση και όχι την οικονομική αδυναμία» η όποια θα κριθεί κατά την εκδίκαση των κατηγοριών περί καταδολίευσης. · Με αναφορά στην Ένορκη Δήλωση της Καθ' ής η Αίτηση η πλευρά των Αιτητών ισχυρίζεται ότι η Καθ' ής η Αίτηση απέτυχε να αποδείξει οικονομική αδυναμία και/ή μεταβολή των οικονομικών συνθηκών της και τούτο αφού: Έχοντας κατά του τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου στα πλαίσια της διαδικασίας προχωρώ να εξετάσω το αίτημα της Αιτήτριας. Σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(γ) του Ν.60(Ι)/2008, «οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία- είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.» Στο άρθρο 4
(3)του Νόμου υπό τον τίτλο «ΠΟΙΝΕΣ», εντοπίζονται οι προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές για τη διάπραξη αυτής της φύσεως αδικημάτων. Πρόσθετα με την τυχόν επιβολή προστίμου ή και φυλάκισης, το άρθρο αυτό δίδει στο Δικαστήριο την εξουσία να εκδώσει διάταγμα είσπραξης των οφειλομένων δόσεων. Ειδικότερα το άρθρο διαβάζει ως ακολούθως: «4.
(1).
(2)Σε περίπτωση καταδίκης οποιουδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους για το αδίκημα που αναφέρεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 3, αυτός υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες ευρώ (€5.000) και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης υπόκειται σε κατώτατο όριο ποινής χιλίων ευρώ (€1.000), εκτός αν το δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής, αφού λάβει υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης και ειδικά ότι έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις και/ή ότι η οικονομική δυνατότητα του κατηγορουμένου έχει μεταβληθεί, κρίνει σκόπιμο να μην επιβάλει ποινή και σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης να επιβάλει μικρότερη ποινή: Νοείται ότι σε περίπτωση δεύτερης ή μεταγενέστερης καταδίκης που το δικαστήριο δεν επιβάλλει ποινή ή επιβάλλει χαμηλότερη του κατώτατου ορίου ποινή, αναφέρει ειδικά τους λόγους για την εν λόγω απόφασή του.
(3)Το δικαστήριο σε περίπτωση καταδίκης δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 3, εκδίδει, εφόσον υποβληθεί αίτηση προς τούτο, διάταγμα είσπραξης των οφειλομένων δόσεων του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, ως χρηματικής ποινής, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ή οιουδήποτε άλλου νόμου καταργούντος ή τροποποιούντος τούτο. Το δικαστήριο κατά την έκδοση του εν λόγω διατάγματος δύναται να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσής του για περίοδο μέχρι έξι μήνες.» Παρά το γεγονός ότι δεν υπήρξε εισήγηση προς τούτο, θα πρέπει να αναφέρω από τώρα ότι, θεωρώ ότι η αίτηση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Καταλήγω σε αυτό το συμπέρασμα αφού κρίνω ότι σε αυτό το στάδιο ήτοι μετά την επιβολή ποινής και την ολοκλήρωση της ενώπιον του διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν κέκτηται εξουσίας να επιληφθεί αυτή ή και να επιβάλει εκ νέου ποινή στην Κατηγορουμένη. Η ποινική υπόθεση ολοκληρώνεται με αυτήν, την επιβολή ποινής στον Κατηγορούμενο για τα αδικήματα στα οποία έχει κριθεί ένοχος. Η έκδοση τυχόν διατάγματος καταβολής των οφειλομένων δόσεων, θεωρώ ότι αποτελεί ή και θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως μέρος της ποινής, άλλωστε ως τέτοια εισπράττεται. Ως δε μέρος της ποινής, θα πρέπει να υποβάλλεται το αίτημα πριν την επιβολή αυτής ώστε να λαμβάνονται σφαιρικά από το Δικαστήριο υπόψιν όλες οι παράμετροι που αφορούν τη διάπραξη του κατά περίπτωση αδικήματος ως επίσης και όλοι οι μετριαστικοί παράγοντες που μπορούν να ληφθούν υπόψιν προς όφελος του Κατηγορουμένου. Ως μετριαστικός παράγων στην επιβολή ποινής θα εκλαμβάνετο βεβαίως και η έκδοση του αιτούμενου με την παρούσα διατάγματος. Η έκδοση διατάγματος σε αυτό το στάδιο ήτοι μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης θα συνιστούσε ουσιαστικά επιβολή ποινής για δεύτερη φορά. Οι πρόνοιες του άρθρο 4
(3)του Νόμου 60 (Ι)/2008, εκλαμβάνω ότι εξειδικεύουν (και ενδεχομένως να επεκτείνουν και το όριο των €6.000.-, δεν εξετάζεται όμως τούτο στην υπό κρίση υπόθεση) στη περίπτωση διάπραξης του αδικήματος του άρθρου 3(Ι)(γ) του Νόμου, τη γενικότερη πρόνοια του άρθρου 23 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (N. 14/1960) το οποίο παρέχει εξουσία στο Δικαστηρίου για αδικήματα που τιμωρούνται με φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια ή με πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ.50.000.- ή με αμφότερες τις ποινές αυτές «. επιπρoσθέτως ή εv υπoκαταστάσει oιασδήπoτε τoιαύτης τιμωρίας, vα διατάξωσιv oιovδήπoτε πρόσωπov καταδικασθέv υπ' αυτών όπως πληρώση πρoς oιovδήπoτε πρόσωπov βλαβέv υπό τoυ αδικήματoς αυτoύ, απoζημίωσιv μη υπερβαίvoυσαv τις έξι χιλιάδες ευρώ (€6.000,00)».(η έμφαση για τους σκοπούς της παρούσας) Ουδόλως μου διαφεύγει η βασική ερμηνευτική αρχή ότι "lex specialis derogat legi generalis" θεωρώ ωστόσο ότι τα δύο αυτά νομοθετήματα συμπληρώνουν το ένα το άλλο και κυρίως το πνεύμα και η πρόθεση του Νομοθέτη δεν αποκλίνει τουναντίον θεωρώ ότι είναι η ίδια. Καταλήγω δε σε αυτό το συμπέρασμα έχοντας κατά νου ιδιαίτερα την πρόνοια του άρθρου 4 του Νόμου «εκτός αν το δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής, αφού λάβει υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης και ειδικά ότι έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα πληρωμής του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις και/ή ότι η οικονομική δυνατότητα του κατηγορουμένου έχει μεταβληθεί, κρίνει σκόπιμο να μην επιβάλει ποινή» Το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη του κατά την επιβολή της ποινής συνολικά και σφαιρικά και αυτή το καθαυτή την τυχόν έκδοση διατάγματος καταβολής των οφειλομένων δόσεων. Μετά την επιβολή ποινής, τυχόν έκδοση διατάγματος είσπραξης των οφειλομένων δόσεων ως χρηματικής ποινής θα ισοδυναμούσε καταλήγω σε επιβολή ποινής στην Κατηγορούμενη για δεύτερη φορά. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου η οποία σφραγίζει και την τύχη της υπό κρίση αίτησης θεωρώ σκόπιμο για σκοπούς πληρότητας και σε περίπτωση που η πιο πάνω κρίση μου ήθελε θεωρηθεί λανθασμένη, να εξετάσω και την ουσία της αίτησης. Αναφέρω από τώρα ότι οι εισηγήσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου που αφορούν στην ύπαρξη υπεράσπισης και στην καταδίκη της Καθ' ής η Αίτηση δεν μπορούν να προωθούνται στο παρόν στάδιο. Η Καθ' ής η Αϊτηση παραιτήθηκε του δικαιώματος της να προωθήσει υπεράσπιση όταν κήθηκε να παραστεί στο Δικαστήριο και δεν παρέστη. Βρέθηκε ένοχή με βάση τη μαρτυρία που είχε το Δικαστήριο ενώπιον του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας στις 15/01/15. Δεν μπορεί να επιτραπεί να προβάλλονται οι οιοιδήποτε ισχυρισμοί Υπεράσπισης σε αυτό το στάδιο. Το παρόν Δικαστήριο επουδενί δεν μπορεί να ανατρέψει εαυτόν. Κατά συνέπεια οι λόγοι ένσταση υπ' αριθμούς 1 και 2 απορρίπτονται αφού αναφέρονται στην οικονομική κατάσταση της Καθ' ής η Αίτηση κατά τον ουσιώδη χρόνο κάτι που ως θα εξηγηθεί κατωτέρω δεν αφορά στην υπό κρίση υπόθεση. Ας σημειωθεί επίσης ότι ούτε ο 1ος λόγος ένστασης βρίσκει οιονδήποτε έρεισμα στην παρούσα και τούτο εφόσον στην νομική βάση της αίτησης εντοπίζεται το άρθρο 4.
(3)του Ν.60(Ι)/2008 στη βάση του οποίου η Αιτήτρια εξαιτείται την έκδοση του επίδικου διατάγματος. Κατά συνέπεια εάν η κατάληξη μου αναφορικά με το θέμα της δικαιοδοσίας ήταν διαφορετική, η αίτηση θα επετύγχανε αφού οι λόγοι Ένστασης απορρίπτονται όπως απορρίπτονται και οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί που περιέχονται στην Ένορκη Δήλωση της Καθ' ής η Αίτηση. Θεωρώ όμως ορθό να εξηγήσω περαιτέρω πως καταλήγω στα πιο πάνω και ποιο είναι το πλαίσιο υπό το οποίο εξετάζεται η υπό κρίση αίτηση. Απόφαση που πραγματεύεται των προνοιών του εν λόγω άρθρου είναι η ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, Ποινική Εφεση Αρ. 25/2012, 20/2/2014. Στην υπόθεση αυτή με αναφορά στο άρθρο 4.
(3)το Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα: «Δεν υπάρχει τρόπος να υπερβούμε την σαφή πρόνοια του νόμου με την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για την εφεσίβλητη ότι το Δικαστήριο εν πάση περιπτώσει έχει δικαίωμα αυτεπαγγέλτως να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Εδώ το θέμα ρυθμίζεται ρητώς και σαφώς διά νόμου και οι πρόνοιες του νόμου πρέπει να τηρηθούν. Εφόσον δεν είχε υπάρξει αίτηση προς είσπραξη των οφειλομένων δόσεων ως χρηματικής ποινής, το Δικαστήριο δεν είχε δικαίωμα να εκδώσει το διάταγμα. Δεν είναι τυπικής φύσεως η πρόνοια αυτή αλλά ουσιαστική, εφόσον η αίτηση η οποία μπορεί να υποβληθεί θα κριθεί αναλόγως των συνθηκών οι οποίες θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και αφορούν όχι μόνο την επιλογή της υποβολής αίτησης αλλά και την κρίση του Δικαστηρίου επί αυτής. Περαιτέρω, προκύπτει θέμα ενδεχόμενης ένστασης του καταδικασθέντος ώστε το Δικαστήριο να πρέπει να ασκήσει δικαστική κρίση. Πέραν τούτου, και λαμβανομένων υπόψη όλων των παραμέτρων που πρέπει να σταθμισθούν, υπάρχει και το θέμα της ενδεχόμενης αναστολής εκτελέσεως που προβλέπεται στο νόμο. Όλα αυτά μπορούν να εξετασθούν μόνο εφόσον υποβληθεί αίτηση.» (Η έμφαση για τους σκοπούς της παρούσας.) Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω λεχθέντα δεν μπορώ να συμφωνήσω με την ευπαίδευτη συνήγορο των αιτητών ότι το Δικαστήριο καλείται, σε περίπτωση υποβολής αίτησης να εξετάσει μόνο τυχόν τυπικά ελαττώματα της αίτησης. Θεωρώ ότι, ό,τι σαφώς προκύπτει από την πιο πάνω απόφαση είναι ότι το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει όλες τις παραμέτρους και να σταθμίσει αυτές για σκοπούς κατάληξης και απόφασης του για έκδοση διατάγματος ή όχι. Συνεπώς πέραν ενδεχόμενων τυπικών ελαττωμάτων της αίτησης, θεωρώ ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει και την ουσία του αιτήματος ήτοι κατά πόσο είναι ορθό δίκαιο υπό τις περιστάσεις του Κατηγορουμένου ως τούτες έχουν κατά το χρόνο της αίτηση και της επιβολής ποινής, να εκδοθεί διάταγμα είσπραξης των οφειλομένων δόσεων ως χρηματική ποινή. Αυτό είναι θεωρώ και ο σκοπός του Νομοθέτη ο οποίος προέβλεψε την υποβολή αίτησης για σκοπούς έκδοσης διατάγματος ενώ θεωρώ ότι το πιο πάνω συμπέρασμα μου βρίσκεται και στα πλαίσια του ανωτέρω παρατιθέμενου αποσπάσματος της ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ (ανωτέρω). Αν συνεπώς ο Καθ' όυ η Αίτηση καταφέρει να πείσει το Δικαστήριο στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι αδυνατεί να καταβάλει σήμερα ή και στους επόμενους έξι μήνες, το ποσό των δόσεων για την παράληψη καταβολής των οποίων έχει καταδικαστεί, τότε το Δικαστήριο θεωρώ θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση. Έχω ήδη αναφέρει ότι απορρίπτω τους λόγους Ένστασης καθότι αυτοί αναφέρονται στην αδυναμία της Καθ' ΄ής η Αίτηση κατά τον ουσιώδη χρόνο της διάπραξης των αδικημάτων. Πέραν της κατάληξης μου αυτής όμως και έχοντας ενώπιον μου την Ένορκη Δήλωση της Καθ' ής η Αίτηση θεωρώ ότι θα πρέπει να λάβω υπόψη μου παν ότι περιέχεται όχι μόνο στην Ένσταση αλλά και στην Ένορκη Δήλωση της Καθ' ής η Αίτηση. Μελετώντας συνεπώς και τα όσα αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση κρίνω ότι δεν έχω πεισθεί έστω στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η Καθ'ής η Αίτηση αδυνατεί να καταβάλει το εν λόγω ποσό και τούτο αφού θεωρώ ότι οι αναφορές της είναι γενικές και αόριστες ενώ σε πλείστα σημεία αντιστρατεύονται της λογικής κατά τρόπο ώστε να μην μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Ενδεικτικά αναφέρω τα ακόλουθα: Δέχτηκε να εκδοθεί το επίδικο διάταγμα στις 24/11/2008 ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία περαιτέρω δικηγορικών εξόδων. Επίσης αναφέρει ότι δέχθηκε πιέσεις από την πλευρά των συνηγόρων των Αιτητών. Θεωρώ ότι ο ισχυρισμός αυτός αντιστρατεύεται παντελώς τη λογική. Πώς η αποφυγή δικηγορικών εξόδων θα ήταν ευμενέστερη για την οικονομική της κατάσταση παρά αυτήν καθ' αυτήν η έκδοση διατάγματος καταβολής μηνιάιως ποσού ύψους €400.-. Οι δε ισχυρισμοί για πιέσεις παρέμειναν γενικοί και αόριστοι. Παρά τα όσα αναφέρονται στην Ένορκη της Δήλωση για την οικονομική της Κατάσταση, δέχθηκε επίσης στα πλαίσια των Γενικών Αιτήσεων 240/13 και 151/12 διατάγματα καταβολής μηναίων δόσεων ύψους €150.- χωρίς να προσδιορίζει ας σημειωθεί το χρόνο που εκδόθηκαν. Ό,τι προκύπτει όμως από την αναφορά και μόνο στους αριθμούς των Αιτήσεων είναι ότι αυτά εκδόθηκαν σε κάθε περίπτωση μετά το 2012 και μετά το 2013 αντίστοιχα και όταν ο μισθός της ανήρχετο σε €850 ως αναφέρει στην παράγραφο 10 της Ενόρκου Δηλώσεως της. Πώς όμως ενώ ως η ίδια ισχυρίζεται ευρισκόταν σε δυσμενή οικονομική κατάσταση και έχοντας ήδη εναντίον της ένα διάταγμα ύψους €400.- αποδέχτηκε ακόμη δύο διατάγματα €150.- έκαστο. Ενόψει των πιο πάνω θεωρώ ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε δεν είναι ικανή και δεν αποσείει από την Καθ' ής η Αίτηση το βάρος που υπέχει ότι θα είναι αδύνατο σε αυτή να καταβάλει το ποσό που αιτείται η Αιτήτρια ακόμα και αν της δοθεί περίοδος αναστολής 6 μηνών. Κατά συνέπεια και σε περίπτωση που κατέληγα ότι υπείχα εξουσίας να επιληφθώ την υπό κρίση αίτηση, θα εξέδιδα το αιτούμενο με διάταγμα δίδοντας ωστόσο το μέγιστο δυνατό χρόνο συμμόρφωσης στη Καθ' ής η Αίτηση ήτοι 6 μήνες ενόψει του ύψους του ποσού. Η αίτηση ωστόσο απορρίπτεται ενόψει της κατάληξης μου ότι τυχόν έκδοση του διατάγματος θα συνιστούσε επιβολή στην Καθ' ής η αίτηση ποινή για δεύτερη φορά. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα θεωρώ ότι δικαιολογείται παρέκκλιση από τον κανόνα, εφόσον ο λόγος απόρριψης δεν ηγέρθη από την πλευρά της Καθ' ής η Αίτηση. Κρίνω συνεπώς ορθό όπως κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ........ Ν. Οικονόμου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.