Δημοκρατία ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 32370/14, 30/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEF:2015:35 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΣΥΝΘΕΣΗ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟΥ : Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους, A.Ε.Δ. M. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 32370/14 Δημοκρατία ν.
- Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Θεόδωρου Αριστοδήμου
- Αντρέα Αρτέμη
- Ανδρέα Ηλιάδη
- Γιάννη Πεχλιβανίδη
- Γιάννη Κυπρή Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Π. Ευθυβούλου για Γενικόν Εισαγγελέα Για την Κατηγορούμενη 1: κα Σ. Πολυβίου Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Δ. Αραούζος με κ. Ν. Μακρίδη και κ. Ν. Κωνσταντινίδη Για τον Κατηγορούμενο 3: κ. Χ. Τριανταφυλλίδης με κ. Δ. Αραούζο Για τον Κατηγορούμενο 4: κ. Ε. Ευσταθίου με κ. Π. Σταύρου Για τον Κατηγορούμενο 5: κ. Χ. Τριανταφυλλίδης Για τον Κατηγορούμενο 6: κ. Η. Στεφάνου Κατηγορούμενοι παρόντες --------------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση ευρίσκεται στο στάδιο όπου καταθέτει ο Μ.Κ.
- Είχε μεσολαβήσει η ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 6/8/2015 στη βάση της οποίας μεγάλο μέρος της γραπτής κατάθεσης του Μ.Κ.2 που η Κατηγορούσα Αρχή επιχείρησε να παρουσιάσει ως μέρος της κυρίως εξέτασης βάσει του Άρθρου 25 του Κεφ. 9, διεγράφη. Αφού ο Μ.Κ.2 ανέγνωσε τα μέρη της γραπτής του κατάθεσης που είχαν γίνει δεκτά (Έγγραφο 2), η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής υπέβαλε σε αυτόν ερωτήματα με σκοπό να θέσει το αναγκαίο υπόβαθρο για να μπορεί ο Μ.Κ. 2 να κριθεί εμπειρογνώμονας. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ο Μ.Κ.2 προχώρησε στην παράθεση των ακαδημαϊκών του προσόντων και της εμπειρίας του. Μετά την ολοκλήρωση του εν λόγω μέρους, και κατά το στάδιο που ο Μ.Κ.2 κλήθηκε να αναφερθεί στις παραμέτρους χειραγώγησης της αγοράς που ελέγχει στα πλαίσια των καθηκόντων του ως Προϊστάμενος Έρευνας και Παρακολούθησης της Αγοράς, προβλήθηκε ένσταση από όλους τους συνήγορους υπεράσπισης. Η ένσταση του κ. Πολυβίου αφορά στην αποδεκτότητα της μαρτυρίας του Μ.Κ.2 επί τη βάσει του ότι, κατά την εισήγηση του, στερείται του αντικειμενικού εχεγγύου της ανεξαρτησίας και αμεροληψίας που απαιτείται για να είναι κάποιος εμπειρογνώμων. Όπως τόνισε, ο ρόλος του στην παρούσα υπόθεση ήταν τέτοιος που δεν του επιτρέπει να δώσει ανεξάρτητη και αμερόληπτη μαρτυρία με αποτέλεσμα το θέμα που εγείρεται να μην περιορίζεται στο βάρος και την πειστικότητα της μαρτυρίας του (weight), που είναι ζήτημα που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο τέλος, αλλά να αφορά στην αποδεκτότητα της, ζήτημα που πρέπει να αποφασιστεί σε αυτό το στάδιο. Όπως εξήγησε, ο Μ.Κ.2 είναι ο Λειτουργός της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ο οποίος ηγήθηκε της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης, ετοίμασε το πόρισμα μαζί με τους συναδέλφους του όπου εκφράζει την άποψη ότι υπάρχει παράβαση της νομοθεσίας, στοιχειοθέτησε την κατηγορία ενώπιον της Επιτροπής η οποία έχει μετατραπεί με παραλλαγές στο κατηγορητήριο ενώπιον του Δικαστηρίου, έδωσε το υλικό στην Αστυνομία, και έχει βοηθήσει την Κατηγορούσα Αρχή σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Τόνισε δε ότι, πέραν της έντονης ανάμειξης του στην υπόθεση, έχει και συμφέρον - όχι υπό την κακή έννοια - όπως η έρευνα και οι απόψεις του δικαιωθούν από το Δικαστήριο. Χαρακτήρισε δε το ρόλο του Μ.Κ.2 ως καταλυτικό αναφέροντας ότι χωρίς τον Μ.Κ.2 δεν θα υπήρχε υπόθεση. Αναφερόμενος στη νομική πτυχή ο κ. Πολυβίου αναγνώρισε εν πρώτοις ότι ως θέμα αρχής η σχέση αυτή καθ' εαυτή του εμπειρογνώμονα με ένα διάδικο δεν είναι απαγορευτική για να καταθέσει ο εμπειρογνώμονας υπό αυτή την ιδιότητα. Ωστόσο υποστήριξε ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου η σχέση είναι τόσο στενή ώστε να παραβιάζει κάθε κανόνα δίκαιης δίκης που το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιτρέψει την προσαγωγή της μαρτυρίας. Επικαλέστηκε δε Αγγλική νομολογία όπου καταγράφονται τα καθήκοντα και οι υποχρεώσεις μαρτύρων που πρόκειται να καταθέσουν ως εμπειρογνώμονες επισημαίνοντας ότι στην Αγγλία με βάση τα Civil Procedure Rules ένα τέτοιο ζήτημα αποφασίζεται στο στάδιο διαχείρισης της υπόθεσης από το Δικαστήριο (case management). Ήταν δε η τελική εισήγηση του κου Πολυβίου ότι στον Μ.Κ.2 δεν μπορεί, υπό το φως των όσων εξήγησε, να αποδοθεί η ιδιότητα του εμπειρογνώμονα όχι από την άποψη της ύπαρξης των αναγκαίων προσόντων- ζήτημα με το οποίο δεν ασχολήθηκε- αλλά από την άποψη της έκδηλης και εμφανούς ύπαρξης στοιχείων μεροληψίας. Ο κ. Τριανταφυλλίδης υιοθέτησε την ένσταση του κ. Πολυβίου και προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου παρέπεμψε απλώς στο Σύγγραμμα The Expert Witness and his Evidence των Michael P. Reynolds & Philip S. King όπου καταγράφονται τα εχέγγυα που θα πρέπει να πληροί ένας εμπειρογνώμονας, με προεξέχον εκείνο της ανεξαρτησίας και αντικειμενικότητας. Τόνισε δε, με αναφορά σε σχετικό απόσπασμα του εν λόγω Συγγράμματος, ότι το κριτήριο της αντικειμενικότητας σχετίζεται άμεσα με το αν είχε ή όχι προηγούμενη ανάμειξη στην υπόθεση. Για να καταλήξει ότι στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις δύο πρώτες παραγράφους του Εγγράφου 2, είναι παραδεκτή η προηγούμενη ανάμειξη του με την υπόθεση. Ο κ. Αραούζος υιοθέτησε και αυτός το περιεχόμενο της ένστασης του κου Πολυβίου. Εν πρώτοις υποστήριξε την άποψη ότι ο Μ.Κ.2 δεν είναι υπό τις περιστάσεις αντικειμενικός μάρτυρας. Εν συνεχεία, με δεδομένο ότι στη βάση της Ενδιάμεσης Απόφασης του Δικαστηρίου 6/8/15 κρίθηκε ως μη επιτρεπτή μαρτυρία η αναφορά του Μ.Κ.2 στα πορίσματα και αποφάσεις της Επιτροπής για το λόγο ότι είναι άσχετα ζητήματα προς την παρούσα ποινική διαδικασία, όπως επίσης και στο περιεχόμενο των Τεκμηρίων 57, 61 και 63, ως διατύπωση γνώμης μέσω νομικής και πραγματικής ανάλυσης, ο κ. Αραούζος επισήμανε ότι και αν ακόμη ο Μ.Κ.2 κρίνετο εμπειρογνώμονας δεν θα μπορούσε να αναφερθεί σε αυτά τα θέματα. Διερωτώμενος στη συνέχεια για το τι μπορούσε να κληθεί να καταθέσει. Ο κ. Ευσταθίου υιοθέτησε και αυτός το περιεχόμενο της ένστασης του κ. Πολυβίου. Υποστήριξε επιπλέον ότι η ερμηνεία των συστατικών στοιχείων των επίδικων κατηγοριών εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα και δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Αναφερόμενος δε στον περί των Πράξεων Προσώπων που Kατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς (Κατάχρηση Αγοράς) Ν.116(Ι)/05επισήμανε ότι εν λόγω Νόμος, όπως προκύπτει από το προοίμιο του, εναρμονίζει διάφορες Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις οποίες υπάρχει πλούσια περιπτωσιολογία αναφορικά με τους επίμαχους όρους 'εμπιστευτικές πληροφορίες', 'πράξεις χειραγώγησης' κ.ο.κ όπως και πλήρης και λεπτομερής περιγραφή και ερμηνεία αυτών. Ο κ. Στεφάνου προώθησε τη δική του ένσταση σε μια διαφορετική βάση. Υποστήριξε ότι το ερώτημα που είχε τεθεί στον Μ.Κ.2 πριν την έγερση της ένστασης και καλείτο να αναφέρει τις παραμέτρους χειραγώγησης της αγοράς που ελέγχει στα πλαίσια των καθηκόντων του, είναι αφενός άσχετο με τα επίδικα θέματα και αφετέρου αφορά νομικό ζήτημα που δεν είναι για τον μάρτυρα να το απαντήσει. Επικαλούμενος δε την υπόθεση Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation Πολιτική Έφεση αρ.316/2010 ημερ. 21/2/13 επισήμανε ότι προκειμένου ένας διάδικος να μπορέσει να προσφέρει μαρτυρία εμπειρογνώμονα θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η μαρτυρία αυτή είναι αναγκαία στα περιστατικά της υπόθεσης και ότι ο προτιθέμενος να καταθέσει ως «εμπειρογνώμονας» έχει τα προσόντα που χρειάζονται ώστε να δώσει μαρτυρία. Αφού δε αναγνώρισε ότι τα προσόντα του Μ.Κ.2 έχουν τεθεί, το ζητούμενο, τόνισε, είναι για ποιο πράγμα καλείται να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας. Πρόσθεσε ότι, αν το ζητούμενο είναι να μας πει πως πρέπει να ερμηνεύεται η χειραγώγηση με σκοπό στη συνέχεια να αναφερθεί και στην υπό εξέταση περίπτωση, τότε αυτό είναι ανεπίτρεπτο γιατί είναι ωσάν να υποκαθιστά το Δικαστήριο στην τελική του κρίση (ultimate question). Η κα Ευθυβούλου εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής εν πρώτοις τόνισε ότι ο Μ.Κ.2 ως ερευνών λειτουργός συμπράττοντας με δύο άλλους λειτουργούς της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς διεξήγαγαν στη βάση συγκεκριμένου Άρθρου της νομοθεσίας έρευνα, υπέβαλαν εισηγήσεις οι οποίες υιοθετήθηκαν από το αρμόδιο όργανο της Επιτροπής και στη συνέχεια δόθηκαν, σύμφωνα με τον Νόμο, τα στοιχεία στους ανακριτές για ποινική διερεύνηση. Πρόσθεσε δε ότι με το πέρας της διερεύνησης η υπόθεση στάληκε στον Γενικό Εισαγγελέα ο οποίος αφού μελέτησε τη μαρτυρία κατήρτισε κατηγορητήριο με εντελώς διαφορετικές κατηγορίες. Διαφώνησε δε με τους χαρακτηρισμούς που έγιναν σε σχέση με τον Μ.Κ.2 ότι είναι ο 'ιθύνων νους' και ο 'κατήγορος' στην παρούσα υπόθεση, επισημαίνοντας ότι το γεγονός ότι διεξήγαγε έρευνα για ενδεχόμενη παράβαση του Άρθρου 11 του Ν. 116(Ι)/05 δεν τον καθιστά πρόσωπο που έχει συμφέρον από την πορεία και έκβαση μιας ποινικής διαδικασίας, τονίζοντας παράλληλα ότι ακόμα και η ύπαρξη συμφέροντος εκ μέρους ενός εμπειρογνώμονα δεν καθιστά ανεπίτρεπτη τη μαρτυρία του. Όσον αφορά το κατά πόσο ο Μ.Κ.2 πληροί το κριτήριο της αντικειμενικής κρίσης, η κα Ευθυβούλου υποστήριξε ότι αυτό δεν θα αποφασισθεί a priori αλλά καθηκόντως στα πλαίσια της δίκης. Η κα Ευθυβούλου υπογράμμισε περαιτέρω ότι το περιβάλλον διάπραξης των επίδικων αδικημάτων δεν είναι το σύνηθες, αλλά η αγορά, η οποία κινείται σε συγκεκριμένο πλαίσιο κανόνων με αποτέλεσμα να είναι αναγκαία η προσκόμιση εξειδικευμένης μαρτυρίας για να μπορέσει το Δικαστήριο να απαντήσει στα επίδικα ζητήματα. Ενόψει δε του γεγονότος ότι οι Κατηγορούμενοι, μεταξύ άλλων, κατηγορούνται για χειραγώγηση αγοράς μεταξύ συγκεκριμένων ημερομηνιών για τον λόγο ότι παρέλειψαν να δημοσιοποιήσουν συγκεκριμένο σημαντικό γεγονός, καθίσταται απαραίτητο ορισμένα ζητήματα να επεξηγηθούν στο Δικαστήριο από ειδικό. Ως τέτοια ανέφερε και τα πιο κάτω: · τα Πρακτικά της Midi Committee (δηλαδή τι ακριβώς είναι αυτή και τι αποτελέσματα έδειχναν), · τα πρακτικά του Δ.Σ. της 14.6.12, · η παρουσίαση προς το Δ.Σ. ημερ. 14.6.12 με συγκεκριμένα στοιχεία και όρους, · η πώληση των ασφαλιστικών εταιρειών (και πόσο πιθανό ήταν τέτοιο σενάριο), · η επιστολή του Κατηγορούμενου 4 προς την Κεντρική Τράπεζα, · ποιες θα έπρεπε να ήταν οι προβλέψεις (provisions), · ποια ήταν η κατάσταση με τα Νέα Ελληνικά Ομόλογα και · γενικά τα δεδομένα που είχε ο επενδυτής στις κρίσιμες ημερομηνίες και αν υπήρχαν διαφοροποιήσεις σε αυτά · πως διαφοροποιήθηκαν μεταξύ 8.5.12 έως 14.6.12 και μέχρι 27.6.12 · αν έπρεπε να πληροφορηθεί ο επενδυτής · κατά πόσον τα στοιχεία που είχε ενώπιον του το Δ.Σ. στις 14.6.12 θα έπρεπε να γίνουν δημόσια γνωστά και αυτό δεν έγινε αμέσως · αν οι δηλώσεις συγκεκριμένων Κατηγορουμένων δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Ήταν η κατάληξη της συνηγόρου ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης η Κατηγορούσα Αρχή επέλεξε να προσφέρει, κατά την κρίση της, κατάλληλο και αρμόδιο πρόσωπο, του οποίου τη μαρτυρία εισηγήθηκε ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτρέψει και στο τέλος της δίκης να την αξιολογήσει αποδίδοντας σε αυτήν τη βαρύτητα που θα κρίνει. Όπως διαφαίνεται από τις εισηγήσεις των συνηγόρων, εγείρονται δύο ζητήματα: Το πρώτο αφορά στο κατά πόσο ο Μ.Κ.2, λόγω της ανάμειξης του στη διερεύνηση της υπόθεσης ενώπιον της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, πληροί το κριτήριο της αντικειμενικότητας, και κατά πόσο η προηγούμενη εμπλοκή του είναι τέτοια που θα πρέπει να οδηγήσει σε απόφαση του Δικαστηρίου να μην την αποδεχθεί εκ προοιμίου. Σε περίπτωση όπου το πρώτο ερώτημα απαντηθεί αρνητικά, κατά πόσο προκύπτει ερώτημα που χρειάζεται μαρτυρία γνώμης, το οποίο να είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα. Η αποδεκτότητα μαρτυρίας εμπειρογνώμονα συνιστά εξαίρεση στον κανόνα ότι μάρτυρας δεν εκφέρει γνώμη επί επιδίκου θέματος. Ο σκοπός της εξαίρεσης είναι, ο μάρτυρας εμπειρογνώμονας να δώσει στο Δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του ώστε να καταστεί δυνατό για να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων επί των γεγονότων που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία[1]. Όπως έχει νομολογηθεί στην σχετικά πρόσφατη υπόθεση Kayat (ανωτέρω) 'προκειμένου ένας διάδικος να μπορέσει να προσφέρει μαρτυρία εμπειρογνώμονα θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η μαρτυρία αυτή είναι αναγκαία στα περιστατικά της υπόθεσης και ότι ο προτιθέμενος να καταθέσει «εμπειρογνώμονας» έχει τα προσόντα που χρειάζονται ώστε να δώσει μαρτυρία. Το βάρος είναι επί των ώμων εκείνου που επιθυμεί να προσάξει τέτοιους είδους μαρτυρία. Τελικά είναι το δικαστήριο που θα κρίνει κατά πόσο θα επιτρέψει την προσαγωγή τέτοιας μαρτυρίας'[2]. Στην ίδια υπόθεση επισημάνθηκε ότι στην Αγγλική υπόθεση National Justice Company Naviera v. Prudential Ass.Ltd (Ikarian Reefer)
(1993)37 E.G. 158,
(1993)2 LLR 68 αναφέρονται με καθαρότητα τα καθήκοντα του εμπειρογνώμονα μάρτυρα προς το Δικαστήριο. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την προαναφερόμενη Αγγλική απόφαση: "
- Expert evidence presented to the court should be, and should be seen to be, the independent product of the expert uninfluenced as to form or content by the exigencies of litigation: Whitehouse v. Jordan [1981] 1 W.L.R. 246 at 256, per Lord Wilberforce.
- An expert witness should provide independent assistance to the court by way of objective, unbiased opinion in relation to matters within his expertise: Polivitte Ltd. v. Commercial Union Assurance Co. plc [1987] 1 Lloyd's Rep. 379 at 386, Garland J. and Re J [1990] F.C.R. 193, Cazalet J. An expert witness in the High Court should never assume the role of an advocate.
- An expert witness should state the facts or assumptions upon which his opinion is based. He should not omit to consider material facts which could detract from his concluded opinion (Re J, supra).
- An expert witness should make it clear when a particular question or issue falls outside his expertise.
- If an expert's opinion is not properly researched because he considers that insufficient data is available, then this must be stated with an indication that the opinion is no more than a provisional one (Re J, supra). In cases where an expert witness, who has prepared a report, could not assert that the report contained the truth, the whole truth and nothing but the truth without some qualification, that qualification should be stated in the report: Derby & Co. Ltd. and others v. Weldon and others, The Times, 9 November 1990, per Staughton L.J.
- If, after exchange of reports, an expert witness changes his view on a material matter having read the other side's expert's report or for any other reason, such change of view should be communicated (through legal representatives) to the other side without delay and when appropriate to the court.
- Where expert evidence refers to photographs, plans, calculations, analyses, measurements, survey reports or other similar documents, these must be provided to the opposite party at the same time as the exchange of reports (see 15.5 of the Guide to Commercial Court Practice)". Στην Αγγλική νομολογία, ενώ τονίζεται το επιθυμητό όπως ένας εμπειρογνώμονας μην έχει πραγματικό ή φαινομενικό συμφέρον στο αποτέλεσμα μιας υπόθεσης, παράλληλα επισημαίνεται ότι η ύπαρξη ενός τέτοιου συμφέροντος είτε ένεκα της ιδιότητας του υπαλλήλου ενός εκ των διαδίκων είτε διαφορετικά, δεν καθιστά άνευ ετέρου τη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα μη αποδεκτή. Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση Regina (Factortame Ltd and Others) v Secretary of State for Transport, Local Government and the Regions (No 8) από τη σελίδα 410: ''It is always desirable that an expert should have no actual or apparent interest in the outcome of the proceedings in which he gives evidence, but such disinterest is not automatically a precondition to the admissibility of his evidence''. Από όλα τα πιο πάνω δεν προκύπτει, ούτε συνάγεται ότι κάθε πρόσωπο που έχει εμπλοκή ή ανάμειξη σε μια υπόθεση στην οποία αργότερα καλείται να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας δεν μπορεί να θεωρείται, και μάλιστα εκ προοιμίου, αντικειμενικός και αμερόληπτος. Όπως έχει μάλιστα αποφασιστεί σε Αγγλική απόφαση, το γεγονός ότι ένας μάρτυρας ήταν μέλος της ερευνητικής ομάδας που διερεύνησε ένα αδίκημα δεν συνιστούσε κώλυμα στο να καταθέσει ως εμπειρογνώμονας, παρόλο που το ζήτημα αυτό σχετίζετο με τη βαρύτητα που μπορούσε να αποδοθεί στη μαρτυρία του. Παραπέμπουμε σχετικά στο ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα Archbold Criminal Pleading Evidence and Practice 2015, παρ.10-50: '''The fact that the witness was a member of the team that investigated the offence does not disqualify him as an expert witness, although it might go to the weight to be attached to his evidence: R. v. Gokal [1999] 6 Archbold News 2, CA (97 04132 S2).'''. Το κατά πόσον ένας μάρτυρας που καταθέτει ως εμπειρογνώμονας πληροί το κριτήριο της αντικειμενικότητας ασφαλώς και θα κριθεί από το Δικαστήριο κατά το στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του. Αυτή φαίνεται να ήταν και η προσέγγιση του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κωνσταντίνου v. Τσιλίδης
(2011)1 Α.Α.Δ.
- Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε καθόλου υπ' όψιν τη μαρτυρία δύο εμπειρογνωμόνων της Εφεσείουσας, εκ των οποίων ο ένας ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης, με τη δικαιολογία ότι και οι δύο υποστήριξαν την εκδοχή της Εφεσείουσας και έλαβαν υπόψιν, μεταξύ άλλων, καταθέσεις των εμπλεκομένων οδηγών. Το Ανώτατο Δικαστήριο, διατάσσοντας επανεκδίκαση, παρατήρησε πως 'εάν η πιο πάνω προσέγγιση γινόταν δεκτή, τότε κανενός πραγματογνώμονα ή άλλου μάρτυρα που προσαγάγει πραγματική μαρτυρία προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου θα λαμβανόταν ποτέ υπόψη η μαρτυρία του'. Είναι προφανές λοιπόν πως ούτε το γεγονός ότι ένας πραγματογνώμονας υποστηρίζει τη μια εκδοχή ή την άλλη ούτε και το ότι έλαβε μέρος στη διερεύνηση μίας υπόθεσης συνιστά αφ' εαυτού έλλειψη αντικειμενικότητας. Στην προκειμένη περίπτωση ενώπιον μας έχει αναφερθεί ότι ο Μ.Κ.2, ο οποίος είναι Ανώτερος Λειτουργός στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, υπεύθυνος του Τμήματος Ερευνών και Παρακολούθησης της Αγοράς, διεξήγαγε μαζί με δύο άλλους Λειτουργούς της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς έρευνα στη βάση συγκεκριμένης νομοθεσίας (Ν.73(Ι)/09) για ενδεχόμενη παράβαση του Άρθρου 11 του Ν.116(Ι)/
- Ακολούθως και οι τρείς τους υπέβαλαν τις εισηγήσεις του προς την Επιτροπή η οποία και εξέδωσε σχετική απόφαση όπου διαπίστωνε διοικητική παράβαση του Άρθρου 11
(1)(α) του Νόμου εκ μέρους της Κατηγορουμένης 1. Με το πέρας της διερεύνησης της υπόθεσης η Επιτροπή αποφάσισε όπως υποβάλει όλα τα σχετικά στοιχεία της υπόθεσης στον Γενικόν Εισαγγελέα για να ενεργήσει συμφώνως των προνοιών του Άρθρου 35
(1)(α) του Ν.73(Ι)/
- Ακολούθησε η διερεύνηση της υπόθεσης από την Αστυνομία και η καταχώριση από τον Γενικόν Εισαγγελέα του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης. Τα πλείστα εκ των πιο πάνω, βεβαίως, δεν έχουν παρουσιαστεί ενώπιον μας ως μέρος μαρτυρίας οποιουδήποτε, ιδιαίτερα μετά την επιτυχία των ενστάσεων στην κατάθεση του Μ.Κ.
- Είναι γεγονός όμως πως στην κατάθεση του όπως έχει επιτραπεί, Έγγραφο 3, αναφέρεται ότι ο ίδιος με δύο άλλους είχαν διοριστεί ως ερευνώντες λειτουργοί. Εν πάση περιπτώσει δεν θεωρούμε ότι το γεγονός ότι ο Μ.Κ.2 υπήρξε μέλος της τριμελούς ομάδας που διεξήγαγε έρευνα στα πλαίσια των καθηκόντων του στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, στη βάση της νομικής αντίκρυσης του θέματος όπως σκιαγραφήθηκε ανωτέρω, τον καθιστά πρόσωπο το οποίο έχει συμφέρον από την πορεία και έκβαση της παρούσας ποινικής διαδικασίας. Και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό και έκταση που να καθιστά τη μαρτυρία του ως εμπειρογνώμονα μη αποδεκτή (inadmissible). Προτού προχωρήσουμε σε ανάλυση του δεύτερου ερωτήματος, κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε μία σύνοψη των προσόντων και εμπειρίας του Μ.Κ.2 για να διαπιστώσουμε κατά πόσο αυτά σχετίζονται με τα επίδικα θέματα. Ο Μ.Κ.2 είναι κάτοχος πτυχίου Bachelor of Arts in Economics and Social Studies από το Πανεπιστήμιο του Manchester, στα πλαίσια του οποίου παρακολούθησε μαθήματα όπως Finance and Financial Management, Corporate Finance και Security Markets and Information, ενώ ασχολήθηκε με την ετοιμασία μελέτης σε σχέση με την διακύμανση της τιμής της μετοχής δημόσιας εταιρείας ανάλογα με τις πληροφορίες που υπήρχαν σε δεδομένη στιγμή. Όσον αφορά στην επαγγελματική του εμπειρία, εργάστηκε ως οικονομικός αναλυτής σε χρηματιστηριακή εταιρεία. Ακολούθως προσελήφθη στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς το
- Τον Νοέμβριο του 1996 απέκτησε τα απαραίτητα προσόντα για εγγραφή ως χρηματιστής και το 2000 κατέστη μέλος του Association of Chartered Certified Accountants, έχοντας εξεταστεί επιτυχώς σε κάποια μαθήματα, μεταξύ των οποίων το μάθημα Financial Strategy που έχει σχέση με χρηματιστήρια και αποτίμηση χρηματοοικονομικών μέσων. Το 2003 έγινε μέλος του συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου. Στο Έγγραφο 2 αναφέρεται περαιτέρω ότι ο Μ.Κ.2 είναι Ανώτερος Λειτουργός στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, Υπεύθυνος του Τμήματος Ερευνών και Παρακολούθησης της Αγοράς. Μεταξύ των καθηκόντων του είναι και η διερεύνηση υποθέσεων που αφορούν την χειραγώγηση της αγοράς. Στο σημείο αυτό επισημαίνουμε ότι η μαρτυρία ειδικού προσκομίζεται μόνον όταν τα θέματα της υπόθεσης ή κάποια από αυτά είναι τέτοιας φύσης που δεν αναμένεται από τα Δικαστήρια να είναι σε θέση να τα αντιληφθούν χωρίς να προηγηθεί επεξήγηση και ανάλυση από ειδικό[3]. Αποτέλεσε εισήγηση της κας Ευθυβούλου ότι στην υπό εκδίκαση υπόθεση «το περιβάλλον διάπραξης των αδικημάτων δεν είναι το σύνηθες, αλλά η αγορά και πώς αυτή και τα μέρη αυτής δρουν και αντιδρούν», με αποτέλεσμα να είναι απαραίτητη η προσκόμιση μαρτυρίας ειδικού. Η εισήγηση αυτή βρίσκει έρεισμα στη Νομολογία, και συγκεκριμένα στην απόφαση που ο κ. Αραούζος επικαλέστηκε, Secretary of State for Trade and Industry v David Cullen-Crouch, Chequer Cars Ltd
(2000)WL33148766, όπου γίνεται αναφορά στην μη δημοσιευμένη απόφαση του Court of Appeal Re Barings plc, από την οποία και παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα. "The issue in that case was whether a particular gentleman, Mr. Taylor, who was himself a person who possessed expertise in one of the matters with which the court was concerned, namely dealings with options and futures..could himself be put forward as an independent expert. The Court of Appeal held that whilst his evidence was in general admissible (indeed there was no application to strike it out) and in certain respects helpful, his opinions as expressed in evidence were not. The Court stated as follows: «Mr. Taylor helpfully makes full use of his experience and expertise in explaining the financial and commercial context in which the allegations are made and in explaining the relevant technical terms». Αποτελεί και δική μας θέση ότι για τέτοια ζητήματα, όπως τον τρόπο λειτουργίας της αγοράς, τεχνικά θέματα και εξειδικευμένους όρους που αφορούν στην διαπραγμάτευση και κίνηση των χρηματοοικονομικών μέσων, θα πρέπει να επιτραπεί μαρτυρία γνώμης από ειδικό. Με δεδομένα τα προσόντα και την εμπειρία του Μ.Κ.2, όπως παρατίθενται πιο πάνω, κρίνουμε ότι θα πρέπει να επιτραπεί στον Μ.Κ.2 να δώσει μαρτυρία γνώμης για τέτοια ζητήματα. Τονίζουμε, όμως, ότι ο Μ.Κ.2 δεν δύναται να προσφέρει μαρτυρία γνώμης αναφορικά με τα ουσιαστικά νομικά ερωτήματα της υπόθεσης, υποκαθιστώντας τοιουτοτρόπως τον ρόλο του Δικαστηρίου. Ούτε και τίθεται ζήτημα να επιτραπεί σε αυτόν να παραθέσει τη γνώμη του σε σχέση με το ύστατο ερώτημα (ultimate question) της υπόθεσης. Στρεφόμαστε τώρα στην ερώτηση η οποία προσέκρουσε στις ενστάσεις των συνηγόρων υπεράσπισης. Επισημαίνουμε πως, παρά τις εκτενείς αγορεύσεις των συνηγόρων, οι οποίες επεκτάθηκαν σε σωρεία θεμάτων, εισηγήσεων και εικασιών ως προς το τι πιθανόν να ερωτηθεί ή να αναφέρει ο Μ.Κ.2 στην πορεία της μαρτυρίας του, το μοναδικό ζήτημα που στην πραγματικότητα καλείται το Δικαστήριο να απαντήσει στο παρόν στάδιο είναι το κατά πόσον η συγκεκριμένη ερώτηση πρέπει να επιτραπεί ή όχι. Κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά: «κα Ευθυβούλου: Στα πλαίσια των καθηκόντων σου κύριε Πιερίδη, ως προϊστάμενος έρευνας και παρακολούθησης της αγοράς, σε σχέση με τα ζητήματα της χειραγώγησης της αγοράς. Α. Μάλιστα. Ε. Τι είναι αυτές οι παραμέτροι που ελέγχετε, οι παραμέτροι της χειραγώγησης που ελέγχετε; Α. Κοιτάξετε, είναι πολλοί παραμέτροι και γι' αυτό υπάρχει η σχετική νομοθεσία που υπάρχει ο κατάλογος αν θέλετε, το τι σημαίνει χειραγώγηση. Εκτός από το σύστημα που έχουμε .». Ο Μ.Κ.2 ανέφερε ήδη πως, μεταξύ άλλων είναι Υπεύθυνος Παρακολούθησης της Αγοράς για λογαριασμό της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, η οποία όντως είναι επιφορτισμένη, μεταξύ άλλων, και με αυτό το καθήκον, όπως μπορεί να συναχθεί από τον σχετικό Ν.73(Ι)/09 (Άρθρα 3 και 25). Αντιλαμβανόμαστε πως με την υπό κρίση ερώτηση ζητείται από τον Μ.Κ.2 να αναφέρει τις παραμέτρους, δηλαδή τα στοιχεία τα οποία στα πλαίσια των καθηκόντων του παρακολουθεί και ελέγχει, προς αποτροπή χειραγώγησης της αγοράς αφού κάτι τέτοιο απαγορεύεται από το Ν.116(Ι)/05 (Άρθρο 19). Στην πραγματικότητα και αυστηρώς ομιλούντες με τη συγκεκριμένη ερώτηση δεν ζητήθηκε από τον Μ.Κ.2 να εκφέρει, μέχρι στιγμής, γνώμη ή άποψη ειδικού για κάποιο θέμα. Σίγουρα τα όσα πιθανόν παρατηρεί, παρακολουθεί και γενικά ελέγχει εν σχέσει με χειραγώγηση αφορούν γεγονότα που άπτονται της ειδικής θέσης που κατέχει και των ειδικών καθηκόντων που ασκεί. Δεν θεωρούμε όμως πως η περιγραφή των στοιχείων αυτών θα συνιστούσε γνώμη ειδικού. Το αν ο ίδιος προσπαθώντας να απαντήσει επιχείρησε κάτι τέτοιο ή αν έδωσε τέτοια εντύπωση είναι ένα διαφορετικό ζήτημα που δεν επηρεάζει την αποδεκτότητα της ερώτησης και ενδεχομένως θέτει υπό ένσταση τα λεγόμενα του. Έχουμε λοιπόν την άποψη πως σε σχέση με την ερώτηση το ζήτημα που εγείρεται είναι το κατά πόσον είναι σχετική με τα επίδικα θέματα. Η σχετικότητα της ερώτησης θα πρέπει να εξεταστεί υπό το φως των κατηγοριών που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι. Μελέτη του κατηγορητηρίου καταδεικνύει ότι στο κατηγορητήριο υπάρχουν τρεις κατηγορίες χειραγώγησης αγοράς, ήτοι οι Κατηγορίες 2, 3 και 4, ενώ από τις λεπτομέρειες αδικημάτων διαφαίνεται ότι η Κατηγορία 2 αφορά σε παράλειψη έκδοσης δημόσιας ανακοίνωσης, οι δε Κατηγορίες 3 και 4 σε διάδοση παραπλανητικών ενδείξεων. Και οι τρεις Κατηγορίες θέτουν το χρονικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αποδίδεται η επιλήψιμη συμπεριφορά των Κατηγορουμένων και σχετίζονται με το κεφαλαιουχικό έλλειμμα της Τράπεζας Κύπρου. Συνάγεται από τα πιο πάνω πως η Κατηγορούσα Αρχή βαρύνεται να αποδείξει όλα τα γεγονότα, στοιχεία, πληροφορίες, ανακοινώσεις κλπ. τα οποία υφίσταντο κατά τον επίδικο χρόνο και είτε επέβαλλαν την έκδοση δημόσιας ανακοίνωσης, είτε έδιδαν παραπλανητικές ενδείξεις. Βαρύνεται δηλαδή να θέσει και αποδείξει όλο το υπόβαθρο γεγονότων στη βάση του οποίου στο τέλος θα καλέσει το Δικαστήριο να καταλήξει, το ίδιο, σε συμπέρασμα ύπαρξης χειραγώγησης. Έχουμε αντιληφθεί από την ερώτηση αλλά και από τα όσα ανέφερε αγορεύοντας η κα Ευθυβούλου ότι αυτή είναι εισαγωγική προς τέτοια γεγονότα και ζητήματα. Δεν μπορούμε να αποκλείσουμε ότι στη συνέχεια πιθανόν να ζητηθεί η εκφορά άποψης του ως ειδικού, όπως εξάλλου εισηγήθηκαν οι συνήγοροι. Είναι αυτονόητο ότι κάτι τέτοιο θα κριθεί όταν και εφόσον προκύψει. Εν πάση περιπτώσει δεν θεωρούμε ότι ζητήθηκε από τον Μ.Κ.2 είτε να ερμηνεύσει νομοθεσία, είτε να υπαγάγει ο ίδιος οποιαδήποτε γεγονότα στο νόμο, έργο που βεβαίως ανήκει στο Δικαστήριο. Η υπόδειξη από τον Μ.Κ.2 στο ότι 'υπάρχει η σχετική νομοθεσία' και ότι 'υπάρχει ο κατάλογος..το τι σημαίνει χειραγώγηση' δεν θεωρούμε ότι συνιστά ερμηνεία νόμου, πράγμα που ούτως ή άλλως δεν θα ήταν επιτρεπτό. Συνεπώς, στο βαθμό που η ερώτηση αποσκοπεί στην απόδειξη γεγονότων τα οποία η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει, όπως εξηγήσαμε, τη θεωρούμε αποδεκτή και την εγκρίνουμε. Ο Μ.Κ.2 βεβαίως οφείλει να περιοριστεί σε αυτό για το οποίο έχει ρωτηθεί. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ (Υπ.) Χ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. (Υπ.) Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Δέστε Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 746, Davie v Edinburgh Magistrates
(1953)S.C. 34 [2] Δέστε Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation Πολιτική Έφεση 316/10 ημερ21/2/
- 21/2/
- [3]Δέστε R v. Turner [1975] Q.B. 834,841: 'An expert's opinion is admissible to furnish the court with scientific information which is likely to be outside the experience and knowledge of a judge or jury. If on the proven facts a judge or jury can form their own conclusions without help, then the opinion of an expert is unnecessary.' cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο